ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΑΤΖΗΘΩΜΑ, Υπόθεση υπ' αρ.: 14952/2016, 5/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B245 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 14952/2016 Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορο -εναντίον - XXXXX ΧΑΤΖΗΘΩΜΑ Κατηγορουμένης ---------- Ημερομηνία: 05/06/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για την Κατηγορούμενη: κ. Α. Κληρίδης. Κατηγορούμενη, Παρούσα. ___________________________________________________________________________ ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο
- Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, τελικώς, τις κατηγορίες με αρ. 1, 2 και 3 στο κατηγορητήριο, στις οποίες κλήθηκε σε απολογία. Αυτές, αντίστοιχα, αφορούν τα αδικήματα της δημόσιας εξύβρισης (1η κατηγορία), της επίθεσης εναντίον αστυνομικού κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του (2η κατηγορία) και της ανησυχίας (3η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για τα αδικήματα στο κατηγορητήριο, η Κατηγορούμενη, στις 18/05/2016 στη Λευκωσία, εξύβρισε τους Α./Υπαστυνόμο Π. Καλογήρου του Γραφείου Επιχειρήσεων Α. Δ. Ε. Λευκωσίας, Γ./Αστ. XXXXX Κ. Κωνσταντίνου του Αστυνομικού Σταθμού Λακατάμιας και Γ./Αστ. XXXXX Ζ. Μαύρου της Υ. Α. Μ. Αρχηγείου, με την φράση «πουστόμπατσοι», με τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Περαιτέρω, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, ως ανωτέρω, η Κατηγορούμενη, επιτέθηκε εναντίον του προαναφερόμενου Α./Υπαστυνόμου Π. Καλογήρου του Γραφείου Επιχειρήσεων Α. Δ. Ε. Λευκωσίας, κατά την κανονική εκτέλεση του αστυνομικού του καθήκοντος. Και τέλος, η Κατηγορούμενη, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, ως ανωτέρω, χωρίς εύλογη αιτία, προκάλεσε θόρυβο και ταραχή, με τέτοιο τρόπο, που ενδέχετο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Η νομική πτυχή του κατηγορητηρίου
- Η αδικοπραγία που καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη από τον Κατήγορο, ως ανωτέρω, προκύπτει από διατάξεις του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»).
- Σύμφωνα με το Άρθρο 99 του Κεφ. 154, το οποίο περιλαμβάνεται στην έκθεση του αδικήματος της προαναφερόμενης κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο: «
- Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.».
- Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 244(β) του Κεφ. 154, το οποίο περιλαμβάνεται στην έκθεση του αδικήματος της προαναφερόμενης κατηγορίας με αρ. 2 στο κατηγορητήριο: «
- Όποιος- (α) επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα ή (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης ή (γ) επιτίθεται εναντίον άλλου κατά την επιδίωξη παράνομης συνεργασίας ή συνωμοσίας για την αύξηση των ημερομισθίων ή σχετικά με οποιοδήποτε επάγγελμα, επιχείρηση ή βιομηχανία ή σχετικά με οποιοδήποτε πρόσωπο που ενδιαφέρεται ή που απασχολείται με αυτά ή (δ) επιτίθεται, αντιστέκεται ή παρεμποδίζει πρόσωπο κατά τη νόμιμη εκτέλεση εντάλματος ή τη νόμιμη κατάσχεση, με σκοπό διάσωσης περιουσιακού στοιχείου που κατασχέθηκε νόμιμα δυνάμει τέτοιου εντάλματος ή τέτοιας κατάσχεσης ή (ε) επιτίθεται εναντίον άλλου λόγω πράξης που διαπράχτηκε από εκείνο που έγινε η επίθεση, κατά την εκτέλεση σύμφωνα με το νόμο του επιβεβλημένου καθήκοντος του, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Τέλος, σύμφωνα με το Άρθρο 95 του Κεφ. 154, το οποίο περιλαμβάνεται στην έκθεση του αδικήματος της προαναφερόμενης κατηγορίας με αρ. 3 στο κατηγορητήριο: «
- Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών.». (η υπογράμμιση είναι δική μου) Η προσαχθείσα μαρτυρία
- Κατά την ακρόαση της Υπόθεσης, για την υπόθεση του Κατήγορου, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν τα ακόλουθα πρόσωπα: i. Ο Α./Υπαστυνόμος [της Αστυνομίας Κύπρου], XXXXX Καλογήρου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»); ii. Η Γ./Αστυφύλακας XXXXX [της Αστυνομίας Κύπρου] (μέχρι και τον Νοέμβριο του 2017 Ειδική Αστυφύλακας XXXXX), XXXXX Μαύρου (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ2»); iii. Ο XXXXX Δικωμίτη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ3»); και iv. Η Γ./Αστυφύλακας XXXXX [της Αστυνομίας Κύπρου], XXXXX Κωνσταντίνου (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ4»).
- Μετά την κλήση της Κατηγορούμενης από το Δικαστήριο σε απολογία, προς υπεράσπιση της, μαρτυρία δόθηκε, εκτός από την ίδια που κατέθεσε τους ισχυρισμούς της για τα γεγονότα ενόρκως, και από τα ακόλουθα πρόσωπα: i. Ο Αστυφύλακας XXXXX [της Αστυνομίας Κύπρου], XXXXX Πετρίδης (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ2»); ii. Η XXXXX Γαβριήλ (στο εξής καλούμενη «η ΜΥ3»); και iii. Ο Αστυφύλακας XXXXX [της Αστυνομίας Κύπρου], XXXXX Χριστοφόρου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ4») Η προσκομισθείσα μαρτυρία, τα ισχυριζόμενα γεγονότα και η εκτίμησης τους από το Δικαστήριο
- Είχα την δυνατότητα, στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακρόασης της Υπόθεσης αυτής, να αποκομίσω, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρω στην συνέχεια, τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από τους διαδίκους, έχοντας παρακολουθήσει επιστάμενα τα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν, τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσαν, και τη λογική που, με βάση την ανθρώπινη εμπειρία, η μαρτυρία τους ανέδυε, σε συνάρτηση με τα δεδομένα της Υπόθεσης. Έχω, για τις διαπιστώσεις μου, τις οποίες παραθέτω στην συνέχεια, αξιολογήσει την μαρτυρία, στο σύνολο της, και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά. Βλ. Brierley v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας και οι ΜΥ2 και ΜΥ4, μου έκαναν καλή εντύπωση στο ειδώλιο του μάρτυρα, και έχω πεισθεί ότι, στο Δικαστήριο, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, έχουν καταθέσει τα γεγονότα, όπως τα θυμόνταν να έχουν πραγματικά διαδραματιστεί. Η μαρτυρία τους, ήταν, σχετικά με τους ουσιώδη ισχυρισμούς τους, χωρίς αντιφάσεις, συνεκτική, είχε λογική, ουσιαστική αλληλοεπικάλυψη ή/και υποστήριξη από άλλη άμεση μαρτυρία, και ειδωμένη, ως προελέχθη, στο σύνολο της και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά, κρίνεται αξιόπιστη και την αποδέχομαι για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου για τα επίδικα ζητήματα.
- Απόλυτα ειλικρινής, δεν βρίσκω ότι ήταν, ο ΜΚ3, ο οποίος, παρά το γεγονός ότι πιστεύω ότι ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέταση του, μαρτυρία του την οποία αποδέχομαι, κατά την αντεξέταση του, διαπίστωσα ότι, -και αυτό ήταν έκδηλο από την έκφραση στο πρόσωπο του και την αμηχανία που τον εξέλαβα ότι ένοιωθε όταν το έπραττε, προφανώς επειδή αναγνώριζε ότι έπραττε λανθασμένα σε δικαστική διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου-, έδειξε, θα το χαρακτήριζα, «συμπάθεια» προς την νεαρή Κατηγορούμενη -συμπάθεια την οποία παρατήρησα ότι είχε αρχίσει να εκδηλώνει από την κυρίως εξέταση του, πολύ συγκρατημένα όμως- και επιχείρησε δια των τοποθετήσεων του στις ερωτήσεις του δικηγόρου της, να «μετριάσει» -όπως το εξέλαβα ότι το αντιλαμβανόταν- την υπαιτιότητα της Κατηγορούμενης. Για τον λόγο αυτό, αποδέχομαι μόνο μέρος της μαρτυρίας του, αυτήν της κυρίως εξέτασης του και δεν αποδέχομαι και απορρίπτω αυτήν της αντεξέτασης του. Σημειώνοντας, εν προκειμένω, για την κατάληξη μου αυτή και τα εξής. Ο ΜΚ3, έδωσε την κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 3, οκτώ ημέρες μετά το επίδικο περιστατικό. Αυτήν, κατά την κυρίως εξέταση του, την αναγνώρισε και την υιοθέτησε ως μέρος της μαρτυρίας του, επειδή, όπως ανέφερε είναι ορθή, και αφού αυτή διαβάστηκε στο Δικαστήριο. Σε αυτήν, ο ΜΚ3, είναι παραστατικός σε ότι αφορά τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν. Αναφέρει παρατηρήσεις του για το περιστατικό, δηλαδή, πράγματα που είδε και άκουσε για τα οποία δίδει λεπτομέρεια. Η μαρτυρία του, ουσιαστικά, δεν έχει αμφισβητηθεί. Θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις, η μαρτυρία του είναι αξιόπιστη. Εντούτοις, δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι, τέσσερα περίπου χρόνια μετά, και κατά την ακρόαση της υπόθεσης, έχοντας υιοθετήσει τα όσα κατέθεσε στην Αστυνομία ενόρκως στο Δικαστήριο, χωρίς βάσιμο λόγο που να έχει αναδειχθεί μέσα από την εξέταση του, να διαφοροποιεί τα λεγόμενα του κατά την αντεξέταση του -όπως παρατηρήθηκε, στο βαθμό που παρατηρήθηκε και για τους λόγους που ήταν προφανές και παρατηρήθηκε-. Άλλωστε, όπως τον παρατήρησα, -και τότε ήταν που ήταν έντονα αμήχανος όταν τον παρακολουθούσα-, προσπάθησε προσεκτικά να τοποθετηθεί στις ερωτήσεις της αντεξέτασης, ώστε, αφενός να μην διαγράφει και να αντικρούει ευθέως την κατάθεση του στην Αστυνομία και τα πραγματικά γεγονότα, και αφετέρου, να αφήνει ένα περιθώριο, θα το έλεγα, διαφορετικής προσέγγισης των γεγονότων προς όφελος της Κατηγορουμένης. Κατά την κρίση μου, ο ΜΚ3, δεν είχε πρόθεση να πει ψέματα στο Δικαστήριο, αλλά έκδηλα, [κατά την κρίση μου], από λανθασμένη εκτίμηση επίδειξης καλοσύνης, στην πορεία, επιχείρησε, ως προανέφερα, να «μετριάσει» την υπαιτιότητα της Κατηγορούμενης.
- Η Κατηγορούμενη και η ΜΥ3, δεν μου έκαναν καλή εντύπωση ως μάρτυρες. Έχω σχηματίσει την άποψη ότι δεν ήταν ειλικρινείς προς το Δικαστήριο. Και όχι μόνον. Προσπάθεια τους ήταν, με τους ισχυρισμούς που πρόβαλαν για τα γεγονότα κατά την ακρόαση της υπόθεσης, να παραπλανήσουν το Δικαστήριο για τα πραγματικά δρώμενα. Δεν ήταν όμως συνεπείς με τις τοποθετήσεις τους σχετικά με τα όσα υποστήριξαν. Πολλές από τις θέσεις τους, εφαρμόζοντας την κοινή λογική και εμπειρία, δεν μπορούν να γίνουν πιστευτές, εφόσον κρίνονται παράλογες. Ενώ, αντιπαραβάλλοντας την μαρτυρία τους, προκύπτουν, σε ότι αφορά τα ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα, αντιφάσεις, απόρροια, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, της μη πραγματικής, για τα περιστατικά της υπόθεσης, εκδοχής, που παρουσίασαν στο Δικαστήριο. Είναι δε σημαντικό, ότι, ενταγμένη η μαρτυρία τους αυτή για να εκτιμηθεί, στο σύνολο της προσκομισθείσας, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, μαρτυρίας, αυτή δεν βρίσκει έρεισμα σε άλλη μαρτυρία. Ειδικότερα αυτής του ΜΚ3, ο οποίος, σχετικά με το επίδικο περιστατικό, παρουσιάζεται ως ένας ανεξάρτητος μάρτυρας, η μαρτυρία του οποίου, προκύπτει, συνάδει με την εκδοχή των γεγονότων που υποστήριξαν οι ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ
- Για δε την σχέση της Κατηγορούμενης με την ΜΥ3, δεν έχω πεισθεί ότι πρόκειται για πρόσωπα άγνωστα μεταξύ τους.
- Ακολουθεί, η αιτιολογία της προαναφερόμενης κατάληξης μου, η οποία, πρέπει βεβαίως να σημειωθεί, νοητικά, προηγήθηκε της καταγραφής της στην απόφαση μου για σκοπούς ανακοινώσεως της.
- Κατά την εκδοχή του Κατήγορου, στις 18/05/2016, λόγω σοβαρών επεισοδίων διατάραξης της τάξης, που ελάμβαναν χώρα στον Σύνδεσμο Φιλάθλων Ομόνοιας που βρίσκεται στην οδό Αρχέρμου στην Λευκωσία και στην γύρω περιοχή, ο ΜΚ1, υπεύθυνος τότε των Αντι-οχλαγωγικών Ομάδων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας, μαζί και με άλλους αστυνομικούς μέλη της ειδικής αυτής μονάδας, περιλαμβανομένων και των ΜΚ2 και ΜΚ4, κλήθηκαν και μετέβησαν επί τόπου προς ενίσχυση της αστυνόμευσης στην περιοχή.
- Η ομάδα της οποίας ηγείτο ο ΜΚ1, αποτελείτο από περίπου είκοσι ένστολους αστυνομικούς, οι οποίοι, όπως και ο ίδιος ο ΜΚ1, έφεραν αντι-οχλαγωγική στολή και εξάρτηση, με εμφανή σήμανση της Αστυνομίας, σήμανση που έφεραν και τα τέσσερα αστυνομικά οχήματα δια των οποίων κατέφθασαν στην σκηνή. Ο ΜΚ1, επέβαινε στο αστυνομικό όχημα που ηγείτο της πομπής των αστυνομικών οχημάτων που πορεύθηκαν προς την περιοχή, ως συνοδηγός, οδηγός του οποίου ήταν ο Αστ. XXXXX και με συνεπιβάτες, τις ΜΚ2 και ΜΚ
- Καταφθάνοντας, μέσω της λεωφόρου Διγενή Ακρίτα στην περιοχή που βρίσκεται ο Σύνδεσμος Φιλάθλων Ομόνοιας, η πομπή σταμάτησε στην είσοδο της οδού Αρχέρμου, όπου ο ΜΚ1 έκανε μία πρώτη εκτίμηση της κατάστασης: επικρατούσε κυκλοφοριακή συμφόρηση μηχανοκίνητων οχημάτων; επί τόπου, υπήρχαν ήδη αρκετά αστυνομικά οχήματα και αστυνομικοί της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας και της Μηχανοκίνητης Μονάδα Άμεσης Δράσης; ενώ, μεγάλος αριθμός ατόμων, προφανώς, λόγω της ενδυμασίας τους, υποστηριχτές της συγκεκριμένης ποδοσφαιρικής ομάδας, κρατούσαν πυρσούς, φώναζαν και έριχναν φωτοβολίδες στους αστυνομικούς που βρίσκονταν ήδη στην περιοχή παραταγμένοι ως ήταν αντιμέτωπα τους για σκοπούς αστυνόμευσης.
- Με το που η πομπή των αστυνομικών οχημάτων της ομάδας αστυνομικών της οποίας ηγείτο ο ΜΚ1, σταμάτησε, ως προαναφέρθηκε, στην είσοδο της οδού Αρχέρμου, η μονάδα του ΜΚ1 έγινε στόχος της ρίψης πετρών, που προέρχονταν από το πλήθος που βρισκόταν εκτός του Συνδέσμου Φιλάθλων Ομόνοιας. Ανάμεσα στο πλήθος αυτό, παρατηρήθηκε, ήταν και η Κατηγορούμενη, η οποία, πλησίασε, σε απόσταση περίπου ενός μέτρου, το αστυνομικό όχημα στο οποίο επέβαινε ο ΜΚ1, και κουνώντας έντονα τα χέρια της πάνω κάτω, φώναζε «φύετε που δαχαμέ πουστόμπατσοι, προκαλείτε μας, φύετε που δαχαμέ».
- Λόγω του πετροβολισμού των οχημάτων της ομάδας του, ο ΜΚ1, έδωσε οδηγίες στον Αστ. XXXXX, να οδηγήσει το όχημα τους πιο κάτω, για να πορευθεί η πομπή σε τόπο όπου, όλοι οι αστυνομικοί θα εξέρχονταν από τα οχήματα τους για να συνταχθούν, ώστε, έχοντας πάρει όλο τον εξοπλισμό τους, οργανωμένα, να εμπλέκονταν στην κατάσταση. Η πομπή των αστυνομικών οχημάτων, οδηγήθηκε, με τις οδηγίες του ΜΚ1, από τον Αστ. XXXXX, 50 μ. περίπου πιο κάτω στην λεωφόρου Διγενή Ακρίτα, όπου βρισκόταν η επόμενη πάροδος της, στην οποία και εισήλθαν προχωρώντας σε αυτήν επίσης περί τα 50 μ., όπου και έκαναν στάση και εξήλθαν των οχημάτων για να ετοιμαστούν.
- Ενώ βρίσκονταν εκεί, και μετά από περίπου ένα λεπτό αφότου κατέφθασαν και εξήλθαν τον οχημάτων τους, η Κατηγορούμενη θεάθηκε να κατευθύνεται προς το μέρος του ΜΚ1 και των υπόλοιπων αστυνομικών της ομάδας του, συμπεριφερόμενη όπως και προηγουμένως. Δηλαδή, κουνούσε τα χέρια της πάνω κάτω, φωνάζοντας και υβρίζοντας -όπως και προηγούμενα, φώναζε «φύετε που δαχαμέ πουστόμπατσοι, προκαλείτε μας, φύετε που δαχαμέ»-, σε βαθμό που ανησύχησε κόσμο που βρισκόταν σε κατάστημα της περιοχής, περί τα 30 μ. μακριά, 3 με 4 άτομα, που εξήλθαν του καταστήματος για να δουν τι συνέβαινε. Ο ΜΚ1, βλέποντας και ακούγοντας την, της φώναξε να σταματήσει. Η Κατηγορούμενη όμως, συνέχισε και κινήθηκε προς το μέρος τους απειλητικά. Πλησίασε τον ΜΚ1, στην πολύ κοντινή απόσταση των 50 εκ., εξακολουθώντας να κουνά τα χέρια της πάνω κάτω. Ο ΜΚ1, αντιλαμβανόμενος [και φοβούμενος] ότι θα τον χτυπούσε με τα χέρια της, την έπιασε με το αριστερό του χέρι, από το δεξί της χέρι, για να την σταματήσει. Λόγω τούτου, η Κατηγορούμενη, έχασε την ισορροπία του σώματος της και έπεσε στο έδαφος. Στην συνέχεια, λόγω του ότι η Κατηγορούμενη δεν ήταν συνεργάσιμη, η ΜΚ4, με την βοήθεια του ΜΚ1, της πέρασε τις χειροπέδες, της εξήγησε ότι ήταν υπό σύλληψη, τους λόγους της σύλληψης της και της επέστησε την προσοχή της στο νόμο. Η Κατηγορούμενη τότε αποκρίθηκε ότι δεν είχε πράξει οτιδήποτε το μεμπτό. Ακολούθως, η Κατηγορούμενη, μεταφέρθηκε από τις ΜΚ2 και ΜΚ4, με ένα από τα αστυνομικά οχήματα της ομάδας του ΜΚ1, στον αστυνομικό Σταθμό Λυκαβητού, για την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης.
- Κατά την εκδοχή της Κατηγορούμενης, τα γεγονότα είναι εντελώς διαφορετικά.
- Σύμφωνα με αυτήν, κατά την ημέρα εκείνη, η Κατηγορούμενη, μαζί με κάποια φίλη της, μετέβηκε στο Σύνδεσμο Φιλάθλων Ομόνοιας, με σκοπό να αγοράσει εισιτήριο για να μεταβεί και να παρακολουθήσει τον ποδοσφαιρικό αγώνα [τελικού κυπέλλου Κύπρου] μεταξύ των ομάδων Απόλλωνας - Ομόνοια, που θα ελάμβανε χώρα στην Λεμεσό, αργότερα την ημέρα εκείνη. Κατέφθασε, μαζί με την φυλή της, στον τόπο, με το αυτοκίνητο της, το οποίο στάθμευσε σε χωράφι πλησίον [περί τα 200 μ.] του οικήματος του Συνδέσμου Φιλάθλων Ομόνοιας, και αποβιβάστηκε για να μεταβεί στο εσωτερικό του. Είχε αντιληφθεί από όταν προσέγγιζε την περιοχή, οδηγώντας το όχημα της, ότι εκεί βρίσκονταν οχήματα της αστυνομίας και της πυροσβεστικής. Παρά ταύτα, δεν αντιλήφθηκε οποιαδήποτε επεισόδια, αλλά πίστευε ότι υπήρχαν μόνο πανηγυρισμοί.
- Αντιλήφθηκε το αντίθετο, μόνο όταν, περπατώντας, βρισκόταν καθοδόν για το οίκημα. Υποστηριχτές της ποδοσφαιρικής ομάδας Ομόνοια, είχαν συμπλακεί με αστυνομικούς στους οποίους πετούσαν και διάφορα αντικείμενα, οι οποίοι, τελευταίοι, για να τους αντιμετωπίσουν, έριχναν δακρυγόνα και καπνογόνα. Αναστατώθηκε και ένιωσε φόβο για την ζωή της. Υποφέρει από χρόνιο άσθμα, και για αυτό, αποφάσισε να απομακρυνθεί. Η φίλη της, που σε αυτό το χρονικό σημείο, την συνόδευε, απομακρύνθηκε και αυτή, όμως προς άλλη κατεύθυνση. Ενώ απομακρυνόταν, ένα αστυνομικό όχημα με επιβαίνοντες σε αυτό αστυνομικούς, σταμάτησε μπροστά της και μετά απομακρύνθηκε. Συνέχισε την πορεία της, διασταυρώνοντας τον δρόμο. Στο απέναντι, κατά την διάβαση της, πεζοδρόμιο, είδε την ΜΚ2 να στέκεται, την οποία γνώριζε, λόγω του ότι ήταν συμμαθήτριες και πολύ καλές φίλες τον καιρό που ήταν στο σχολείο. Ήταν εμφανώς αναστατωμένη, και για αυτό, η ΜΚ2 της έκανε νόημα και συνάμα την ρώτησε, κατά πόσο συμβαίνει κάτι. Η Κατηγορούμενη, της έκανε «μία κίνηση με τα χέρια», λέγοντας της ταυτόχρονα, «θα μας σκοτώσουν εδώ».
- Εκείνη την στιγμή, χτυπήθηκε στο πρόσωπο [στην κάτω δεξιά γνάθο]. Αντιλήφθηκε ότι το πρόσωπο που την χτύπησε -«κάποιος άντρας, γκριζομάλλης»-, στεκόταν σχεδόν πίσω της, και εξ όσων μπόρεσε να δει, ήταν αστυνομικός. Στην συνέχεια, δέχθηκε και δεύτερο χτύπημα, στο αριστερό της πλευρό, χωρίς όμως να αντιληφθεί την προέλευση του. Εντούτοις, κατά την παρατήρηση της, στο συγκεκριμένο σημείο, βρίσκονταν μόνο αστυνομικοί, οκτώ περίπου στον αριθμό, μεταξύ των οποίων και δύο γυναίκες, ντυμένοι με αντι-οχλαγωγική στολή. Μετά από αυτό, η Κατηγορούμενη θυμάται ότι βρέθηκε μπρούμητα στο έδαφος, το ένα της χέρι, το αριστερό, είχε ασφαλιστεί με χειροπέδες, και με όλους αυτούς τους αστυνομικούς να βρίσκονται από πάνω της, ο ένας από αυτούς να προσπαθεί να της περάσει τις χειροπέδες και στο δεξί της χέρι και οι υπόλοιποι να την χτυπούν σε διάφορα μέρη του σώματος της. Δεν είδε με τι την χτυπούσαν, όμως από τον πόνο που ένοιωσε, αυτό πρέπει να ήταν κάτι σκληρό. Λόγω του άσθματος της, δυσκολευόταν η αναπνοή της και για αυτό τον λόγο, αντιστεκόταν στο να τοποθετηθεί και το δεξί της χέρι στις χειροπέδες. Για τον ίδιο λόγο, δεν είχε δυνάμεις να ουρλιάξει ή φωνάξει, προσπαθούσε όμως να μιλήσει στους αστυνομικούς και να τους αναφέρει την δυσκολία που είχε στην αναπνοή της. Για να το πράξει τούτο, σήκωνε πάνω το κεφάλι της, όμως, ο αστυνομικός που βρισκόταν στα δεξιά της, της πίεζε τον αυχένα της και την επανάφερε στην θέση της. Ο δε αστυνομικός, που βρισκόταν στα αριστερά της, έβαζε την ασπίδα του που κρατούσε μπροστά της και την κλωτσούσε, έτσι ώστε, τελικός αποδέκτης των χτυπημάτων αυτών, να ήταν αυτή. Ακολούθως, όταν πλέον και τα δύο της χέρια ήταν ασφαλισμένα με χειροπέδες πίσω από την πλάτη της, την σήκωσαν από το έδαφος, και δύο άντρες αστυνομικοί, κρατώντας την από τον λαιμό, την μετέφεραν για να την τοποθετήσουν σε αστυνομικό όχημα, απόσταση 50 μ., περίπου, και ενώ τα πόδια της αιωρούνταν και η ίδια σχεδόν δεν ανάπνεε. Την τοποθέτησαν στα καθίσματα στο πίσω μέρος του αστυνομικού οχήματος, οπότε πήγε σε αυτήν η ΜΚ2 για να την καθησυχάσει. Συνέχιζε να ήταν αναστατωμένη και ζητούσε να ανοίξουν τα παράθυρα του οχήματος για να αναπνεύσει. Στην συνέχεια, περιορισμένη όπως ήταν με τις χειροπέδες, μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό του Λυκαβητού. Εντούτοις, μέχρι και τότε, δεν γνώριζε για πιο λόγο είχε συλληφθεί ή τι υπόθεση αντιμετώπιζε. Κατηγορήθηκε μόνον μετά από ώρες, αργά το βράδυ της ημέρας εκείνης, από κάποιον αστυνομικό που την επισκέφτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, στο οποίο είχε μεταφερθεί για νοσηλεία λόγω της κατάστασης της υγείας της ένεκα του περιστατικού.
- Προκύπτει από τους προαναφερόμενους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, ότι, είναι παραδεκτό από τους διαδίκους, ότι, κατά την 18/05/2016, στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, -όπου βρίσκονταν σε εξέλιξη σοβαρά επεισόδια διατάραξης της τάξης από πλήθος κόσμου υποστηρικτές της ποδοσφαιρικής ομάδας Ομόνοια και συμπλοκή τους με αστυνομικούς που είχαν σπεύσει στην περιοχή για αστυνόμευση-, παρόντες ήταν και οι ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ4 και η Κατηγορούμενη. Είναι περαιτέρω παραδεκτό, ότι, εκτυλίχθηκε κάποιο περιστατικό, στο οποίο, άμεσα και «πρωταγωνιστικά» εμπλεκόμενοι, ήταν ο ΜΚ1 και η Κατηγορούμενη, που είχε ως αποτέλεσμα, η Κατηγορούμενη να συλληφθεί και να μεταφερθεί στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβητού. Οι θέσεις διίστανται, σε ότι αφορά τα γεγονότα που οδήγησαν στην σύλληψη της Κατηγορούμενης, και τα οποία, κατά τον Κατήγορο, καθιστούσαν νόμιμη της σύλληψη της Κατηγορούμενης, και στοιχειοθετούν το κατηγορητήριο της.
- Για αυτά τα γεγονότα, την προαναφερόμενη εκδοχή του Κατήγορου, υποστήριξαν με την μαρτυρία τους οι ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ4, οι οποίοι παρουσιάστηκαν ότι ενεπλάκησαν προσωπικά σε αυτά. Κλήθηκε όμως από τον Κατήγορο προς υποστήριξη τους και ο ΜΚ3, που ήταν τότε ιδιοκτήτης καταστήματος επί της λεωφόρου Διγενή Ακρίτα, ο οποίος, παρακολούθησε το περιστατικό όταν αυτό ήταν σε εξέλιξη από σχετικά κοντινή απόσταση. Σύμφωνα με τον ΜΚ3, απέναντι από το κατάστημα του, βρίσκεται η πάροδος της οδού Αρχέρμου, επί της οποίας βρίσκεται ο Σύνδεσμος Φιλάθλων Ομόνοιας, στην περιοχή του οποίου ελάμβαναν χώρα τα προαναφερόμενα επεισόδια. Κατά την διάρκεια τους, είδε αριθμό αστυνομικών οχημάτων, να κάνουν στάση στην είσοδο της οδού Αρχέρμου και να δέχονται αμέσως επίθεση από το πλήθος των υποστηρικτών της ποδοσφαιρικής ομάδας Ομόνοια που βρίσκονταν εκεί, με πέτρες και ξύλα τα οποία τους πετούσαν. Κινήθηκαν τότε πιο κάτω και εισήλθαν στην Οδό Τομπάζη όπου και προχώρησαν περί τα 50 μ. απόσταση [από το σημείο που βρισκόταν αυτός απέναντι από την είσοδο της συγκεκριμένης οδού], και σταμάτησαν. Είδε τους αστυνομικούς να εξέρχονται από αυτά και να στέκονται κοντά τους. Σε κάποια στιγμή, παρατήρησε «μία κοπέλα να έρχεται από την οδό Αρχέρμου, να διασταυρώνει τον δρόμο και να μπαίνει στην οδό Τομπάζη» που βρίσκονταν οι αστυνομικοί. Την είδε να έχει τα χέρια ψηλά, τα οποία κουνούσε, και την άκουσε να φωνάζει δυνατά. Την άκουσε μάλιστα, ενώ την είδε να κατευθύνεται προς το μέρος τους, να τους υβρίζει, λέγοντας τους «πουστομπατσοι, γαμώ την χαύρα σας, ελάτε κάτω αν εισατε παλληκάρκα». Η κοπέλα αυτή, παρατήρησε ο ΜΚ3, συνέχισε να φωνάζει και να υβρίζει, και όταν ήταν πλέον κοντά στους αστυνομικούς. Αποτέλεσμα τούτου, ήταν οι αστυνομικοί να της περάσουν χειροπέδες και να την επιβιβάσουν σε ένα από τα αστυνομικά οχήματα. Η μαρτυρία αυτή του ΜΚ3, υποστηρίζει σαφέστατα την μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ4, και αντικρούσει αυτή της Κατηγορουμένης -όπως και της ΜΥ3-, η οποία, ουσιαστικά, αυτό που υποστήριξε στο Δικαστήριο, ήταν ότι, εντελώς απρόκλητα, χωρίς να φωνάξει και υβρίσει τους αστυνομικούς, έτυχε της ανελέητης επίθεσης τους, ως την περιέγραψε στο Δικαστήριο και προαναφέρθηκε.
- Την εκδοχή της Κατηγορούμενης για τα γεγονότα, όπως προαναφέρθηκε, δεν την έχω αποδεχθεί. Ακολουθεί η αιτιολογία για την προαναφερόμενη κατάληξη μου, η οποία, όπως πάντοτε, νοητικά, προηγήθηκε της καταγραφής της στην απόφαση μου για σκοπούς ανακοινώσεως της.
- Θα ξεκινήσω με κάποιες γενικές παρατηρήσεις σχετικά με τους ισχυρισμούς της Κατηγορούμενης, που δεν αφορούν μόνο το αποδεχτό της πραγματικότητας τους, αλλά και τον τρόπο παρουσίασης τους, που και αυτός επηρεάζει στην τελική εκτίμηση της μαρτυρίας της.
- Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου, επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι, δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [i] [ii]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. Και τούτο, σε αστικές υποθέσεις, ανεξαρτήτως δικογράφησης [iii] [iv]. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να απορρίψει μαρτυρία που παρουσιάζεται για να αντικρούσει γεγονότα που υποστηρίχθηκαν από μάρτυρα, όταν αντίθετες σχετικές θέσεις δεν είχαν υποβληθεί (ή του είχαν υποβληθεί ατελώς, ή ουσιωδώς διαφορετικά) στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του [v]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [vi].
- Στο σύγγραμμα του R. May, Criminal Evidence, 4η έκδοση, στην παράγραφο 23-23, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες αρχές και την εφαρμογή τους ειδικά σε ποινικές υποθέσεις, αναφέρονται τα εξής: «
- The cross-examining party should put as much of his own case as concerns the witness to him. Thus, if the cross-examining party intends to adduce evidence which contradicts evidence given by the witness, he should put his version to the witness, so that the witness may have the opportunity of explaining the contradiction. If a party fails to do this, he is generally taken to have accepted the witness's evidence. Accordingly, counsel should not in his closing speech attack that part of a witness's evidence which he has not challenged in cross-examination. However, this rule has been held not to apply to a case tried by lay justices in that justices do not have to accept a witness's evidence merely because it is unchallenged. Α strict application of the rule may also not be necessary where a witness is called whose evidence is corroborative of evidence already given by another witness who has himself been cross-examined, e.g. a police officer who gives evidence about an interview with the defendant. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Όπως, εν προκειμένω, έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μαρσέλο κ. α. ν Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2013, 18/01/2017: «Όπως έχουμε σημειώσει πιο πάνω, ο συνήγορος είναι εκπρόσωπος του διάδικου και οι δηλώσεις του τον δεσμεύουν. (Βλ. Ανδρέου ν Almifalani
(2009)1 A.A.Δ. 608). Στην υπόθεση Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, τονίστηκε ότι, "η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό". Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε προσφάτως και στην υπόθεση Ρεβέκκα Πέτρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:D497, Ποιν. Εφ. 41/2015, ημερ. 25 Οκτωβρίου 2016, στην οποία έκαμε αναφορά ο συνήγορος των εφεσειόντων. Η αρχή αυτή έχει ως βασικό υπόβαθρο το γενικό σκοπό της αντεξέτασης, που αποτελεί σημαντικό όπλο της υπεράσπισης, όχι μόνο να αμφισβητήσει τα λεχθέντα και την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά, και εξίσου αναγκαίο να θέσει την εκδοχή της υπεράσπισης, ως προς τα γεγονότα, για να τεκμηριώσει στη συνέχεια τη δική της. Επίσης, η αντεξέταση προσφέρει τη δυνατότητα παρουσίασης γεγονότων που δεν έχει καταθέσει ένας μάρτυρας τα οποία, όμως, θα μπορούσε να είχαν κατατεθεί. (Βλ. Ανθίμου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 56).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Βλ. επίσης Πιριλλίδη ν Δήμος Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, 11/12/
- και Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/
- Στην υπόθεση αυτή, το τι παρατηρείται, είναι, πράγματι, η Κατηγορούμενη να μην έχει υποβάλει, ουσιαστικές θέσεις της για τα γεγονότα, στους μάρτυρες κατηγορίας όταν αυτοί κατέθεταν, αντίθετες με τις δικές της, για τις οποίες όμως, στην συνέχεια, παρουσίασε μαρτυρία προς απόδειξη τους. Έχοντας παραθέσει, ανωτέρω, την εκδοχή της Κατηγορουμένης για τα επίδικα γεγονότα, ως κατά την ακρόαση της υπόθεσης της υποστήριξε και παρουσίασε, θα παραθέσω εδώ, με αναφορά στην αντεξέταση των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ4 που υποστήριξαν ότι είχαν εμπλοκή στα γεγονότα, τι παρατηρείται ότι δεν υποβλήθηκε σε αυτούς από πλευράς της, το οποίο θα έπρεπε να υποβληθεί, δεδομένων των ισχυρισμών εκατέρωθεν, ώστε αυτοί να είχαν την ευχέρεια να τοποθετηθούν.
- Ξεκινώ από την αντεξέταση του ΜΚ
- Στον ΜΚ1, καμία θέση της Κατηγορούμενης, όπως αυτή ενόρκως παρουσιάστηκε από την ίδια, αλλά και από την ΜΥ2, σχετικά με την απρόκλητη και ανελέητη επίθεση που ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε από τους αστυνομικούς, δεν υποβλήθηκε στον ΜΚ
- Τουναντίον, το τι προκύπτει μέσα από την αντεξέταση του ΜΚ1, είναι ότι, η Κατηγορούμενη, δεδομένων των ισχυρισμών του ΜΚ1 της κυρίως εξέτασης του, θέση της για τα γεγονότα ήταν, ότι, η σύλληψης της δεν ήταν νόμιμη, γιατί δεν είχε πληροφορηθεί κατά την δεδομένη στιγμή, είτε για το ότι ήταν υπό σύλληψη, είτε για τους λόγους της σύλληψης της, και ως εκ τούτου, είχε δικαίωμα αντίδρασης και αντίστασης. Και περαιτέρω, ότι, υπό τις περιστάσεις, -δηλαδή, επαναλαμβάνω, αυτές που ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε και δεν αμφισβητήθηκαν-, οι ενέργειες της Κατηγορούμενης, δεν αποτελούσαν επίθεση εναντίον του ΜΚ1 ή άλλου παρευρισκόμενου αστυνομικού, εφόσον, δεν μπορούσαν να προκαλέσουν φόβο σε αυτούς. Και ότι, αντιθέτως, η αντίδρασης του ΜΚ1, στην εν λόγω συμπεριφορά της Κατηγορούμενης [έναντι, τόσο του ιδίου, όσο και των υπόλοιπων αστυνομικών], και οι ενέργειες του σε σχέση με το πρόσωπο της, είναι αυτές που συνιστούν επίθεση στην υπόθεση αυτή. Τα δε λεχθέντα της Κατηγορουμένης, που ως ο ΜΚ1 υποστήριξε ήταν υβριστικά εναντίον του και των υπόλοιπων αστυνομικών της ομάδας του, ο συνήγορος υπεράσπισης της Κατηγορουμένης, δεν αμφισβήτησε τον ΜΚ1 ότι ειπώθηκαν. Και πάλι, -δηλαδή, και σε ότι αφορά αυτό το γεγονός-, η πλευρά της Κατηγορουμένης, παίρνοντας ως δεδομένη την πραγματικότητα του γεγονότος που ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε, υπέβαλε στον ΜΚ1 ότι, από τα λεχθέντα της Κατηγορουμένης, κανένας, -είτε ο ίδιος, είτε άλλος αστυνομικός που βρισκόταν στην σκηνή-, δεν προκλήθηκε. Μάλιστα, ο συνήγορος υπεράσπισης της Κατηγορουμένης, το πήρε και ένα βήμα παρακάτω και υπέβαλε στον ΜΚ1 ότι: «. η οποιαδήποτε τέτοια φράση, δεν απευθυνόταν σε εσένα ούτε και στους συναδέλφους σου, που ήταν παρόντες, αλλά γενικά στο σώμα της Αστυνομίας.».
- Τώρα περνώ στην μαρτυρία της ΜΚ
- Ανάλογες είναι οι παρατηρήσεις μου, -με αυτές που αφορούν την αντεξέταση του ΜΚ1, ως προαναφέρθηκαν-, σχετικά με την αντεξέταση και αυτής της μάρτυρα κατηγορίας. Σημειώνω εδώ, εισαγωγικά, ότι, η Κατηγορούμενη, είναι κοινώς παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων, ότι, είναι πρόσωπο πολύ καλά γνωστό στην ΜΚ2, εφόσον υπήρξαν συμμαθήτριες στο Λύκειο. Μάλιστα, η Κατηγορούμενη, στην δική της κατάθεση στο Δικαστήριο, πέραν από συμμαθήτρια, την αποκάλεσε και φίλη. Στην ΜΚ2 λοιπόν, που, ως προαναφέρθηκε, η μαρτυρία της υποστηρίζει την μαρτυρία του ΜΚ1, στις ουσιαστικότερες της πτυχές, παρατηρείται ότι επίσης δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε θέση της Κατηγορούμενης, όπως αυτή ενόρκως παρουσιάστηκε από την ίδια, αλλά και από την ΜΥ2 κατά την ακρόαση της υπόθεσης της, σχετικά με την απρόκλητη και ανελέητη επίθεση που ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε από τους αστυνομικούς. Υπενθυμίζω, εδώ, ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Κατηγορούμενης, το περιστατικό, -που, λόγω της περιγραφής του από την Κατηγορούμενη, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως περιστατικό «βασανισμού» της από την Αστυνομία-, εκτυλίχθηκε μπροστά στα μάτια της ΜΚ2, εφόσον, αμέσως πριν δεχθεί την επίθεση από τους αστυνομικούς, η Κατηγορούμενη μιλούσε μαζί της. Προβληματίζει, συνεπώς, αρνητικά σε ότι αφορά την υπόθεση της Κατηγορούμενης, το γεγονός ότι, εν όψει της άκρως αντίθετης μαρτυρίας της ΜΚ2 [από τα γεγονότα ως τα υποστηρίζει η Κατηγορούμενη], αντεξεταζόμενη αυτή από πλευράς της Κατηγορουμένης, δεν ερωτήθηκε οτιδήποτε σχετικό με τις θέσεις της για τα γεγονότα αυτά, και ειδικότερα, προβληματίζει το γεγονός ότι, δεν της υποβλήθηκε οποιαδήποτε θέση της για τα γεγονότα αυτά προς αντίκρουση των ισχυρισμών της. Όπως προκύπτει μέσα από την αντεξέταση της ΜΚ2, η Κατηγορούμενη, παίρνοντας και την μαρτυρία της ΜΚ2 ως δεδομένη πραγματικότητα, εισηγήθηκε ότι, τα όσα η Κατηγορούμενη είπε κατά την διάρκεια του περιστατικού, αφορούσαν το αστυνομικό σώμα γενικά, και όχι τους παρευρισκόμενους ειδικά. Υπό αυτές τις περιστάσεις, υποβλήθηκε στην ΜΚ2 από τον συνήγορο υπεράσπισης της Κατηγορουμένης, τα λεγόμενα της Κατηγορουμένης δεν ήταν υβριστικά τους. Όπως περαιτέρω προκύπτει από την αντεξέταση της ΜΚ2, η συμπεριφορά της Κατηγορουμένης, πριν από την σύλληψη της, ως και η ΜΚ2 την παρουσίασε με την μαρτυρία της, δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούμενη, -ότι, δηλαδή, η Κατηγορούμενη φώναζε σε αυτήν και τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους αστυνομικούς, τα όσα η ΜΚ2 ισχυρίστηκε-, και ότι, η θέσης της Κατηγορούμενης, σε ότι αφορά αυτήν, είναι ότι, δεν αποτελούσε ανησυχία λόγω του ότι, στην περιοχή, λόγω των επεισοδίων, δεν επικρατούσε ησυχία. Παρατηρείται, βεβαίως, από την αντεξέταση και της ΜΚ2, εμμονή της Κατηγορούμενης, στην θέση της ότι, η σύλληψη της, υπό τις περιστάσεις που και η ΜΚ2 υποστήριξε -που συνάδουν απόλυτα με αυτές που και ο ΜΚ1 υποστήριξε, όπως και η ΜΚ4- δεν ήταν νόμιμη. Τα περιστατικά δηλαδή, που οδήγησαν στην σύλληψη της Κατηγορούμενης, ως τις ισχυρίστηκε η ΜΚ2, δεν αμφισβητήθηκαν ότι αποτελούν πραγματικότητα, -κάτι τέτοιο δεν της υποβλήθηκε-, αλλά αμφισβητήθηκαν οι περιστάσεις της σύλληψης της Κατηγορούμενης, κατά πόσο αυτές την καθιστούσαν νόμιμη. Όπως επίσης, εμμονή, υπήρξε και στην θέση της Κατηγορούμενης, την οποία υπέβαλε και στην ΜΚ2, ότι, δοσμένων των περιστάσεων -ότι, δηλαδή, τόσο αυτή, όσο και ο ΜΚ1 και οι άλλοι συνάδελφοι της, ως ομάδα που ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει έναν όχλο που προκαλούσε επεισόδιά, φέροντας ειδική προστατευτική στολή και φέροντας και σχετικό προστατευτικό εξοπλισμό-, η συμπεριφορά και ενέργειες της έναντι τους, δεν μπορεί να τους είχε προκαλέσει φόβο. Αίσθηση βεβαίως, προκαλεί, η υποβολή της θέσης της Κατηγορουμένης για τα γεγονότα προς την ΜΚ2, ότι, δηλαδή, η μαρτυρία της ΜΚ2, ήταν το προϊόν προ-συνεννόησης με τον ΜΚ1, προς κάλυψη, «της βίαιης συμπεριφοράς του κυρίου Καλογήρου, του συναδέλφου σου, που επιτέθηκε στην Κατηγορούμενη». Θέση, που δεν έχει καμία σχέση με την επίθεση που η Κατηγορούμενη, όπως και η ΜΥ2, ισχυρίστηκαν στην μαρτυρία τους ότι δέχθηκε η Κατηγορούμενη, από πέραν του ενός αστυνομικού και υπό εντελώς διαφορετικές περιστάσεις.
- Τέλος, από την αντεξέταση της ΜΚ4, η οποία με την μαρτυρία της κυρίως εξέτασης της, υποστήριξε και αυτή την εκδοχή των γεγονότων που ισχυρίστηκαν οι ΜΚ1 και ΜΚ2, παρατηρούνται τα εξής πολύ σημαντικά. Κατ' αρχήν, επισημαίνεται, ότι, η ΜΚ4, είναι το πρόσωπο, που κατά τους ισχυρισμούς τόσο του ΜΚ1, όσο και της ΜΚ2, εκτέλεσε ολοκληρώνοντας την σύλληψη της Κατηγορούμενης. Την σύλληψη, δηλαδή, που, στους ΜΚ1 κα ΜΚ2, η Κατηγορούμενη, δια του συνηγόρου υπεράσπισης της, υπέβαλε ότι, οι περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα, την καθιστούσαν παράνομη. Όπως παρατηρείται, και σε ότι αφορά την περίπτωση της ΜΚ4, η γραμμή αντεξέτασης της από πλευράς υπεράσπισης, ήταν η ίδια όπως και των ΜΚ1 και ΜΚ
- Η ΜΚ4, όπως έγινε και με την περίπτωση των ΜΚ1 και ΜΚ2, δεν αμφισβητήθηκε για την πραγματικότητα των ισχυρισμών της, σε σχέση με τα γεγονότα που οδήγησαν στην σύλληψη της Κατηγορούμενης, αμφισβητήθηκε μόνον ως προς τον ισχυρισμό της ότι πληροφόρησε την Κατηγορούμενη ότι ήταν υπό σύλληψη και ότι της ανέφερε τους λόγους για την σύλληψη της. Είναι αχρείαστο να επαναληφθούν, όμως, είναι σημαντικό να αναφερθεί, ότι, και σε ότι αφορά την περίπτωση της ΜΚ4, από πλευράς υπεράσπισης, της υποβλήθηκαν οι ίδιες θέσεις για τα γεγονότα, όπως και στους ΜΚ1 και ΜΚ2, χωρίς σε κανένα στάδιο να της υποβληθεί οποιαδήποτε θέση της Κατηγορούμενης για τα γεγονότα, που, στην συνέχεια, κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της Κατηγορούμενης, τόσο η Κατηγορούμενη, όσο και η ΜΥ2 υποστήριξαν. Σημαντικό βεβαίως, και άξιο να σημειωθεί, είναι και το γεγονός ότι, καταληκτικά, από τον συνήγορο υπεράσπισης της Κατηγορουμένης, στην ΜΚ4 υποβλήθηκε ότι, και αυτής η μαρτυρία της ήταν προϊόν προ-συνεννόησης με τον ΜΚ1, για να «καλυφθεί» η συμπεριφορά του έναντι της Κατηγορουμένης. Θέση, επαναλαμβάνω ακόμη μία φορά, που δεν έχει καμία σχέση με την επίθεση που η Κατηγορούμενη, όπως και η ΜΥ2, ισχυρίστηκαν στην μαρτυρία τους ότι δέχθηκε η Κατηγορούμενη, από πέραν του ενός αστυνομικού και υπό εντελώς διαφορετικές περιστάσεις. Και θέση, που σίγουρα πλήττει την αξιοπιστία των θέσεων της Κατηγορούμενης, εφόσον, κατά την αντεξέταση της από την εκπρόσωπο του Κατήγορου, ήταν ρητή στην τοποθέτηση της, ότι, σε καμία περίπτωση δεν αναγνωρίζει τον ΜΚ1 ως τον αστυνομικό -ή έναν από τους αστυνομικούς- που της επιτέθηκε.
- Σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομολογία, -είναι άλλωστε και ζήτημα κοινής λογικής-, ένας διάδικος, όπως η Κατηγορούμενη στην προκείμενη περίπτωση, του οποίου οι θέσεις του για τα γεγονότα δεν είναι σταθερές, αλλά μεταβάλλονται κατά την εξέλιξη της ακρόασης της υπόθεσης, μπορεί να μην γίνει πιστευτός, και η μαρτυρία που παρουσιάζει για την υπόθεση του, μετά και την κλήση του σε απολογία, να απορριφθεί, όταν οι θέσεις του για τα γεγονότα, αυτές δηλαδή που υπέβαλε στους μάρτυρες κατηγορίας, ήταν εντελώς διαφορετικές.
- Στρέφομαι τώρα, στην μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούμενη.
- Κατά την κρίση μου, πολλά από τα περιστατικά που η Κατηγορούμενη ισχυρίστηκε, δεν είναι λογικό να συνέβησαν.
- Κατ' αρχήν, η Κατηγορούμενη, προφανώς στη προσπάθεια της να εξηγήσει τον λόγο της παρουσίας της στην περιοχή έξω από τον Σύνδεσμο Φιλάθλων Ομόνοιας την ώρα που ελάμβαναν χώρα τα επεισόδια που προαναφέρθηκαν, αλλά και για να διαχωρίσει τον εαυτό της από όλους όσους εκεί οχλαγωγούσαν, ισχυρίστηκε ότι, σκοπός της μετάβασης της στην περιοχή, ήταν για να προμηθευτεί με εισιτήριο του ποδοσφαιρικού αγώνα από το κατάστημα του εν λόγω συνδέσμου και ότι, η ίδια, δεν ήταν μέρος του όχλου. Έφτασε, ισχυρίστηκε, στην περιοχή, οδηγώντας το αυτοκίνητο της. Μαζί της, ανέφερε, ήταν και κάποια φίλη της. Για να φτάσει εκεί, οδήγησε το αυτοκίνητο της κατά μήκος της λεωφόρου Διγενή Ακρίτα, έστριψε αριστερά στην πάροδο της οδού Αρχέρμου, όπου και έφερε σε στάση το αυτοκίνητο της σε ένα υπαίθριο χώρο στάθμευσης -«χωράφι», όπως η Κατηγορούμενη το ανέφερε- ο οποίος βρίσκεται μόλις στην είσοδο της [οδού Αρχέρμου] στα δεξιά. Το οίκημα του Συνδέσμου Φιλάθλων Ομόνοιας, που ήταν ο προορισμός της, βρισκόταν πιο βαθιά μέσα στην οδό Αρχέρμου, 100 - 150 μ. απόσταση από τον χώρο που στάθμευσε το αυτοκίνητο της, στα δεξιά του δρόμου. Σκοπός της ήταν, να προμηθευτεί το εισιτήριο της από το κατάστημα του εν λόγω συνδέσμου και να φύγει αμέσως. Λόγος για τον οποίο, ισχυρίστηκε, όταν αποβιβάστηκε του αυτοκινήτου της, ξεκίνησε την διαδρομή της, χωρίς καν να το κλειδώσει ή να πάρει μέσα από αυτό το κινητό της τηλέφωνο ή ακόμη και τα κλειδιά της. Σχεδόν αμέσως, -όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «5 - 10 βήματα» στην οδό Αρχέρμου-, είδε μπροστά της [στην οδό Αρχέρμου] παραταγμένους Αστυνομικούς, και πιο βαθιά μέσα στην οδό Αρχέρμου, σε κάποια απόσταση μπροστά από το οίκημα του Συνδέσμου Φιλάθλων Ομόνοιας, το πλήθος των υποστηρικτών της συγκεκριμένης ποδοσφαιρικής ομάδας, που, όπως και η ίδια περιέγραψε στην μαρτυρία της, οχλαγωγούσαν και επιτίθεντο εναντίον των αστυνομικών. Αυτό όμως, υποστήριξε περαιτέρω, δεν το αντιλήφθηκε αμέσως. Αρχικά, πίστεψε ότι επρόκειτο για πανηγυρισμούς των υποστηρικτών της συγκεκριμένης ποδοσφαιρικής ομάδας, τους οποίους, η Αστυνομία, απλά επόπτευε. Αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα, όταν είδε την επίθεση που δέχονταν οι αστυνομικοί από τον όχλο, και τα βήματα της οπισθοχώρησης τους. Τότε και μόνο τότε αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να απομακρυνθεί από τον χώρο. Δηλαδή, δεν είχε προχωρήσει καθόλου από το σημείο στο οποίο βρισκόταν, όπως προαναφέρθηκε, και αντιλήφθηκε ότι θα ήταν καλύτερα για αυτήν να απομακρυνθεί από την περιοχή. Έτρεξε προς τα πίσω, και πράττοντας τούτο, κατέληξε στην οδό Τομπάζη όπου έλαβε χώρα και το επίδικο περιστατικό της σύλληψης της. Οι ισχυρισμοί αυτοί της Κατηγορούμενης, δεν έχουν λογική. Είναι πολύ δύσκολο να γίνει αποδεκτό, ότι, αν αυτή ήταν η πραγματικότητα, υπό αυτές τις συνθήκες, αυτή θα ήταν η επιλογή της Κατηγορούμενης. Το λογικό, κατά την κρίση μου, θα ήταν, η Κατηγορούμενη, που όπως ανέφερε, το αυτοκίνητο της το είχε αφήσει ξεκλείδωτο και τα κλειδιά και το τηλέφωνο της μέσα σε αυτό, και το οποίο βρισκόταν 5 - 10 βήματα μακριά από αυτήν, να επέστρεφε με την φίλη της μαζί σε αυτό, για να οδηγήσει μακριά από την περιοχή, και όχι να διαχωριστούν με την φίλη της και να τρέξουν με τα πόδια για να απομακρυνθούν σε κοντινές οδούς. Ειδικότερα εφόσον, όπως η Κατηγορούμενη ισχυρίστηκε, ναι μεν οι αστυνομικοί οπισθοχωρούσαν λόγω της επίθεσης που δέχονταν από την ρίψη αντικειμένων, όντας όμως ακόμα «σε γραμμή» και πράττοντας το με βηματισμό -δεν έτρεχαν προς τα πίσω δηλαδή-, και οι υποστηρικτές της συγκεκριμένης ομάδας, παρέμειναν αμετακίνητοι έξω και πλησίον του οικήματος του εν λόγω συνδέσμου, 100 - 150 μ. απόσταση, μακριά, και η οδός Αρχερμου στην έξοδο της προς την λεωφόρο Διγενή Ακρίτα ήταν ελεύθερη. Ο ισχυρισμός, συνεπώς, της Κατηγορούμενης, ότι δεν υπήρχε χρόνος να εισέλθει στο αυτοκίνητο της και να απομακρυνθεί, είναι εντελώς παράλογος. Ήταν, κρίνω, μία δικαιολογία της Κατηγορούμενης, που θα μπορούσε, πίστεψε, να δικαιολογήσει στο Δικαστήριο την παρουσία της στην οδό Τομπάζη, η οποία όμως είναι παράλογη και ως εκ τούτου καθόλου πειστική.
- Λογική δεν βρίσκω και στους ισχυρισμούς της Κατηγορούμενης που αφορούν το περιστατικό της επίθεσης που υποστήριξε ότι δέχθηκε από τους αστυνομικούς. Όπως η Κατηγορούμενη ανέφερε, η ΜΚ2, είναι γνωστή της. Ήταν, όπως ανέφερε, συμμαθήτριες στο σχολείο και φίλες. Βρέθηκαν σε σημείο της οδού Τομπάζη, αρκετά μακριά από την οδό Αρχέρμου, -δηλαδή, ούτε καν στην λεωφόρο Διγενή Ακρίτα που συνδέεται απευθείας με την οδό Αρχέρμου όπου ελάμβαναν χώρα τα προαναφερόμενα επεισόδια-. Η επικοινωνία της Κατηγορουμένης με την ΜΚ2, όπως φαίνεται από τους ισχυρισμούς της Κατηγορουμένης, έγινε λόγω ενδιαφέροντος της ΜΚ2 για την παρουσία της στον τόπο και της έκδηλης αναστάτωσης της. Κατ' εκείνη την στιγμή, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς της Κατηγορούμενης, στην οδό Αρχέρμου, συνεχίζονταν τα επεισόδια με δράστες τους υποστηρικτές της ποδοσφαιρικής ομάδας Ομόνοια, που είχαν μάλιστα αναγκάσει του παρευρισκόμενους αστυνομικούς σε οπισθοχώρηση. Με αυτούς τους ισχυρισμούς της Κατηγορούμενης ως δεδομένους, ποια η λογική, αφενός, οκτώ αστυνομικοί, αντί να σπεύσουν στην οδό Αρχέρμου προς ενίσχυση των συναδέλφων τους, να κωλυσιεργούν στην οδό Τομπάζη, επιτιθέμενοι -όλοι ή κάποιοι από αυτούς-, και μάλιστα αδικαιολόγητα ή/και απρόκλητα, εναντίον μιας 29χρονης κοπέλας. Και αφετέρου, ποια η λογική, η ΜΚ2, που γνώριζε την Κατηγορούμενη, να μην επενέβη, ώστε, έστω και αν αδικαιολόγητα, -από παρεξήγηση ή άλλως πως-, η Κατηγορούμενη δέχθηκε επίθεση από συνάδελφο της, να αποτρέψει τα όσα βασανιστικά, κατά τους ισχυρισμούς της Κατηγορούμενης, ακολούθησαν για αυτήν στην συνέχεια.
- Αν οι ισχυρισμοί της Κατηγορουμένης για το περιστατικό αποτελούσαν πραγματικότητα, τότε, ο ΜΚ3, καταστηματάρχης στην περιοχή και αυτόπτης μάρτυρας της σκηνής, την μαρτυρία του οποίου η Κατηγορούμενη, κατ' ουσίαν, δεν την αμφισβήτησε μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης της κατά την ακρόαση της από το Δικαστήριο, θα είχε δει κάτι σχετικά, ειδικότερα λόγω της θέσης που βρισκόταν κατά την παρατήρηση του, -όπως ανέφερε, έξω από το κατάστημα του-, και το σημείο που η Κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι το περιστατικό έλαβε χώρα στην οδό Τομπάζη, αλλά και της ισχυριζόμενης έκτασης του περιστατικού. Είναι γεγονός, ότι, ο ΜΚ3, στην μαρτυρία του, δεν ανέφερε οτιδήποτε που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς της Κατηγορουμένης, και ο συνήγορος υπεράσπισης της Κατηγορουμένης, αντεξετάζοντας τον, δεν διερεύνησε εάν οι ισχυρισμοί της Κατηγορούμενης ήταν σε γνώση του, και βεβαίως, καμία θέσης της Κατηγορούμενης για τα γεγονότα δεν του υποβλήθηκε. Αν οι ισχυρισμοί της Κατηγορούμενης αποτελούσαν πραγματικότητα, θεωρώ, η προσέγγισης της μαρτυρίας του ΜΚ3, κατά την αντεξέταση του, θα ήταν διαφορετική.
- Πέραν των προαναφερόμενων, η Κατηγορούμενη, σχετικά με κάποιους από τους ισχυρισμούς της, ήταν και ανακόλουθη. Ανακόλουθη, επισημαίνω, σχετικά με βασικούς ισχυρισμούς της, γεγονός βεβαίως, σε κάθε περίπτωση αδικαιολόγητο, που αφαιρεί από την αξιοπιστία της. Ενδεικτική για το συμπέρασμα μου αυτό, η ακόλουθη σχετική παρατήρηση μου. Η Κατηγορούμενη, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στον ποινικό ανακριτή που ανέλαβε την διερεύνηση της καταγγελίας της εναντίον των αστυνομικών που την κακοποίησαν στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά την Αστυνομίας, Τεκμήριο
- Σε αυτήν, η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι, προτού καταλήξει στο έδαφος, δέχθηκε δύο χτυπήματα από τους αστυνομικούς. Ένα στην κάτω δεξιά γνάθο, κατά την αντίληψη της, από αγκώνα. Και ένα στο αριστερό της πλευρό, που δεν κατάλαβε την προέλευση του. Σε αυτό της τον ισχυρισμό, η Κατηγορούμενη, δεν παρέμεινε σταθερή, εφόσον, κατά την αντεξέταση της, δήλωσε ότι βρέθηκε στο έδαφος, μετά το πρώτο χτύπημα που δέχθηκε. Το δεύτερο χτύπημα, δήλωσε με σιγουριά η Κατηγορούμενη, το δέχθηκε όταν πλέον ήταν στο έδαφος.
- Όπως έχω προαναφέρει, ο ισχυρισμός αυτός της Κατηγορούμενης, είναι από τους ουσιώδης ισχυρισμούς της για το επίδικο συμβάν, εφόσον, από αυτόν κρίνεται και αξιοπιστία της ΜΥ
- Η ΜΥ3, εν προκειμένω, ισχυρίστηκε ότι είδε κάποιον αστυνομικό να χτυπά την Κατηγορούμενη με κλωτσιά -όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «πετάχτηκε ένας Αστυνομικός, την κλώτσησε»- στην κοιλιακή χώρα, με αποτέλεσμα αυτή να πέσει στο έδαφος -μάλιστα, αυτός ο αστυνομικός, ήταν πρόσωπο με πρόσωπο με την Κατηγορούμενη, όταν της κατάφερε το χτύπημα, ήταν ψηλός, και φορούσε μάσκα και δεν μπορούσε να δει κανείς χαρακτηριστικά του προσώπου του, ούτε καν το χρώμα των μαλλιών του-. Και εδώ προκύπτει μία σημαντική αντίφαση. Κατά τους ισχυρισμούς της Κατηγορούμενης, το πρώτο χτύπημα, το δέχθηκε από πίσω, από την αγκώνα κάποιου αστυνομικού -εξ όσων αντιλήφθηκε, επειδή ήταν από πίσω της, λίγο πιο ψηλού από αυτήν [σημειώνω, η Κατηγορούμενη, αντικειμενικά, δεν μπορεί να λεχθεί ότι είναι ψηλη], ο οποίος ήταν γκριζομάλλης-, στο πρόσωπο. Μετά δέχθηκε και δεύτερο χτύπημα, στο πλευρό, άγνωστο πως, προφανώς όμως από κάποιον άλλο αστυνομικό, και μετά κατέληξε στο έδαφος. Δεν ήταν συνεπής σε αυτόν της τον ισχυρισμό, εφόσον, ως προελέχθη, όπως προέκυψε από την αντεξέταση της, πιθανόν είναι να δέχθηκε μόνο το χτύπημα από πίσω, από την αγκώνα κάποιου αστυνομικού στο πρόσωπο, για να καταλήξει στο έδαφος. Ενώ, όπως προαναφέρθηκε, η ΜΥ3, ισχυρίστηκε ότι, η Κατηγορούμενη, δέχθηκε χτύπημα από κλωτσιά αστυνομικού [που βρισκόταν μπροστά της] και έπεσε στο έδαφος, και μετά της επιτέθηκαν οι υπόλοιποι αστυνομικοί. Συνεπώς, όποια εκδοχή της Κατηγορουμένης και να ληφθεί υπόψιν, λόγω της ανακολουθίας που παρατηρήθηκε στην μαρτυρία της, δεν συνάδει με τους ισχυρισμούς, εν προκειμένω, της ΜΥ
- Αντιφάσεις μεταξύ της μαρτυρίας της Κατηγορούμενης και της ΜΥ3, υπάρχουν και άλλες, και αφορούν όλες ουσιαστικά για την υπόθεση της Κατηγορούμενης γεγονότα. Θα αναφέρω μόνον μερικές και πολύ συνοπτικά. Η Κατηγορούμενη, στην μαρτυρία της, ανέφερε ότι διασταύρωσε των λεωφόρο Διγενή Ακρίτα με κατεύθυνση την οδό Τομπάζη, με γοργό βήμα, λόγω της ανησυχίας που ένοιωθε και της ανάγκης να απομακρυνθεί γρήγορα από τα επεισόδια για να προστατευθεί. Σε αντίθεση με την ΜΥ3, που ανέφερε ότι, ο βηματισμός της Κατηγορούμενης, όταν πέρασε μπροστά στο όχημα του οποίου επέβαινε στην λεωφόρο Διγενή Ακρίτα, ήταν κανονικός («φυσιολογικός»). Η Κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι, αφού δέχθηκε το χτύπημα που την έριξε στο έδαφος, βρέθηκε κάτω μπρούμητα, οπόταν δέχθηκε την επίθεση και των υπόλοιπων αστυνομικών. Ενώ, η ΜΥ3, ισχυρίστηκε ότι, μετά το πρώτο χτύπημα που η Κατηγορούμενη δέχθηκε από τον αστυνομικό, κατέληξε στο έδαφος ανάσκελα. Η Κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι, ένας τουλάχιστον από τους αστυνομικούς που την χτυπούσαν, κρατούσε και ασπίδα, την οποία μάλιστα χρησιμοποίησε και για την επίθεση του εναντίον της. Ενώ, η ΜΥ3, δεν είδε κανένα αστυνομικό να κρατάει ασπίδα.
- Πέραν των αντιφάσεων μεταξύ της μαρτυρίας της Κατηγορούμενης και της ΜΥ3, δεν έχω πεισθεί από την μαρτυρία της ΜΥ3 και για τον λόγο ότι, το βρίσκω πολύ παράλογο, κάποιος πολίτης, που γίνεται θεατής ενός τέτοιου περιστατικού βίας μίας νεαρής κοπέλας από την αστυνομία, να ενδιαφέρεται τόσο για την περίπτωση, ώστε, σε ημέρα εργάσιμη και μάλιστα πρωινό, να καταλήγει να την επισκεφθεί και στο νοσοκομείο όπου έμαθε ότι νοσηλευόταν, αλλά να μην προβαίνει σε κανένα άλλο διάβημα καταγγελίας του περιστατικού και δη στην αστυνομία. Ειδικότερα στην περίπτωση της ΜΥ3, η οποία, όπως ανέφερε, είναι δημοσιογράφος στο επάγγελμα, με ασχολία τότε, και στο αστυνομικό ρεπορτάζ. Ήταν προφανές, όσο λυπηρή και να είναι αυτή η διαπίστωση, ότι, η ΜΥ3, δεν είδε τίποτα από αυτά που κατέθεσε στο Δικαστήριο. Η αξιολόγηση της παραδεκτής και αποδεκτής μαρτυρίας και ευρήματα
- Από την παραδεκτή και αποδεκτή μαρτυρία, προκύπτουν με βεβαιότητα τα εξής.
- Η Κατηγορούμενη, στις 16/05/2016 και σε ώρα νωρίς το απόγευμα, χωρίς εύλογη αιτία, [και τούτο, επειδή, όπως στην συνέχεια αναφέρεται, ουσιαστικά εξύβριζε απρόκλητα και αδικαιολόγητα], φωνάζοντας δυνατά προς τον ΜΚ1 και τα μέλη της ομάδας αστυνομικών των οποίων ηγείτο, [μεταξύ αυτών και οι ΜΚ2 και ΜΚ4], στο μέρος των οποίων κατευθυνόταν με βήμα γοργό, κινήσεις νευρικές και ύφος επιθετικό, προκάλεσε θόρυβο και ταραχή σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στην οδό Τομπάζη όπου έλαβε χώρα το προαναφερόμενο συμβάν, με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, και πράγματι ανησύχησε περιοίκους της περιοχής, τον ΜΚ3 και πρόσωπα τα οποία βρίσκονταν εντός παρακείμενου καταστήματος, που εξήλθαν αυτού για να παρατηρήσουν την κατάσταση.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 95 του Κεφ. 154, μεταξύ άλλων, ο Κατήγορος, έπρεπε να αποδείξει ότι, η Κατηγορούμενη, προκάλεσε θόρυβο και ταραχή σε δημόσιο χώρο, «με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης» (βλ. Χατζηγεωργίου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 319/2018, 20/11/2019, Pitsillos v Police
(1966)2 C.L.R. 50), και αυτό, δια της μαρτυρίας των ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ4, το πέτυχε. Δεν έχει καμία σημασία, για σκοπούς της ποινικής ευθύνης της Κατηγορούμενης για το συγκεκριμένο αδίκημα, ότι, στον συγκεκριμένο δημόσιο χώρο, υπήρχε ήδη θόρυβος και ταραχή από άλλα πρόσωπα που προκαλούσε ανησυχία, στα οποία, [θόρυβο και ταραχή], η Κατηγορούμενη, με τις πράξεις της, πρόσθεσε σε ένταση ή ενίσχυσε. Συνεπώς, η εισήγηση της Κατηγορούμενης, ότι, υπό τις περιστάσεις δεν μπορούσε να προκαλέσει ανησυχία, επειδή υπήρχε ήδη ανησυχία, απορρίπτεται. Όπως άλλωστε κατέθεσε ο ΜΚ1, τα «επεισόδιά» των υποστηρικτών της ποδοσφαιρικής ομάδας Ομόνοια και ο θόρυβος και η ανησυχία που προκαλούσαν, ήταν στην οδό Αρχέρμου, 100 μ. μακριά από την οδό Τομπάζη, όπου έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό, που είναι πάροδος της λεωφόρου Διγενή Ακρίτα στα ανατολικά. Η οδός Αρχέρμου, σημειώνεται, είναι πάροδος της λεωφόρου Διγενή Ακρίτα στα δυτικά.
- Και, βεβαίως, δεν ήταν απαραίτητο, [αν και στην προκείμενη περίπτωση, από την αποδεκτή μαρτυρία, αυτό, βρίσκω ότι αποτελεί γεγονός], ο Κατήγορος, να απεδείκνυε ότι η συμπεριφορά της Κατηγορουμένης, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που ανέφεραν οι ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ4, πράγματι ανησύχησε τους περιοίκους ή προκάλεσε διασάλευση της ειρήνης. Ήταν αρκετό, όπως ρητά αναφέρεται στο Άρθρο 95 του Κεφ. 154, αυτό να ήταν ένα «ενδεχόμενο» (βλ. Αχιλλέως ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6065, 24/04/1996). Στοιχείο, το οποίο, στην προκείμενη περίπτωση, συνάγεται από το σύνολο των περιστάσεων.
- Η Κατηγορούμενη, κατά την διάρκεια του προαναφερόμενου περιστατικού, ως προελέχθη, σε δημόσιο χώρο, [δηλαδή, στην οδό Τόμπάζη, που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ανοικτή και προς χρήση από το κοινό (βλ. Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493] και έχοντας την προαναφερόμενη συμπεριφορά, [δηλαδή, φώναζε δυνατά προς τον ΜΚ1 και τα μέλη της ομάδας αστυνομικών των οποίων ηγείτο, στο μέρος των οποίων κατευθυνόταν με βήμα γοργό, κινήσεις νευρικές και ύφος επιθετικό, προκαλόντας θόρυβο και ταραχή], εξύβρισε τον ΜΚ1 και τα μέλη της ομάδας αστυνομικών των οποίων ηγείτο, [μεταξύ αυτών και οι ΜΚ2 και ΜΚ4], αποκαλώντας τους «πουστόμπατσοι», οι οποίοι, όπως και ο ΜΚ3, την άκουσαν, ώστε να ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Οι ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ4, εξέλαβαν, αυτό το οποίο τους αποκάλεσε η Κατηγορούμενη, δηλαδή τον χαρακτηρισμό «πουστόμπατσοι», μειωτικό και προσβλητικό (βλ. Bolster Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 89, Γενικός Εισαγγελέας ν Kozina
(1999)2 Α.Α.Δ. 503).
- Η Κατηγορούμενη, βρίσκω, ανέφερε τα όσα ανέφερε κατά το επίδικο περιστατικό [ως τα παρουσίασαν οι ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ4], στα οποία περιλαμβανόταν και η εν λόγω «λέξη», «πουστόμπατσοι», προσωπικά προς τον ΜΚ1 και τα μέλη της ομάδας αστυνομικών των οποίων ηγείτο και παρευρίσκονταν στο συγκεκριμένο σημείο της οδού Τομπάζη, [μεταξύ αυτών, ως προαναφέρθηκε, και οι ΜΚ2 και ΜΚ4]. Δηλαδή, τα λεγόμενα της Κατηγορούμενης, στρέφονταν προς και αφορούσαν, τα συγκεκριμένα μέλη της Αστυνομίας που παρευρίσκονταν στην σκηνή, και όχι το σώμα της Αστυνομίας γενικά και απρόσωπα, ως η Κατηγορούμενη ισχυρίστηκε κατά την ακρόαση της υπόθεσης.
- Το αδίκημα του Άρθρου 99 του Κεφ. 154, της δημόσιας εξύβρισης, έτυχε εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Λουκαΐδης ν Αστυνομία, Ποινική Έφεση Αρ. 36/2014, 09/12/
- Αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Στην υπόθεση Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 98, μετά από καταγγελία ότι η εφεσείουσα προκαλούσε ενόχληση λόγω δυνατής μουσικής στο μπαρ της στις 02.00, μετέβη στο μέρος αστυφύλακας για διερεύνηση της καταγγελίας. Όταν την πληροφόρησε για την καταγγελία αυτή τον εξύβρισε με τη φράση "είσαι καραγκιόζης". Κρίθηκε ένοχη για δημόσια εξύβριση και η καταδίκη επικυρώθηκε από το Εφετείο. Με αναφορά στο σύγγραμμα Hari Singh Gour The Penal Law of India, 9η Έκδοση, 4ος Τόμος, σελ. 4186, και στην αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297, τονίστηκε ότι στις λέξεις που εκστομίζονται σε τέτοιου είδους υποθέσεις πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Και ότι, το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό. Αποφασίστηκε επίσης ότι δε χρειάζεται απόδειξη του κατά πόσο προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. "Είναι αρκετόν ότι, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο." Στην υπόθεση Bolster v. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(1997)2 ΑΑΔ 89, ., η φράση "Fucking Βastard Police", την οποία εκστόμισε η εφεσείουσα σε αστυφύλακα, ανεξαρτήτως ότι στην προφορά έλεγε "Fucky Baster Police", με αναφορά στον τόπο και τόνο με τον οποίο έλεγε τη φράση, κρίθηκε ως εξύβριση. Στην προκείμενη περίπτωση, η φράση "να πα να γαμηθείς" που εκστόμισε ο εφεσείων, κάτω από τις συνθήκες που περίγραψε ο ΜΚ1 στην κατάθεσή του, δεν θεωρούμε ότι είναι απλά αγενής απάντηση, όπως εισηγείται ο εφεσείων, αλλά είναι υβριστική και εφράζει αγανάκτηση και δυσαρέσκεια προς τον υβριζόμενο. (Βλ. sχετικά Λεξικό Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη Γ' Έκδοση σελ.399). Έχοντας δε υπόψη τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο εφεσείων προέβη σε εξύβριση του ΜΚ1, καθώς και το γεγονός ότι υπήρχαν στο μέρος ακόμα τρείς αστυφύλακες, κρίνουμε ότι υπήρχε επαρκής μαρτυρία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου για να καταλήξει ότι ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο, και συνεπώς θεωρούμε ότι ορθά κρίθηκε ένοχος στην εν λόγω κατηγορία.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Στην προκείμενη περίπτωση, η Κατηγορούμενη, χρησιμοποίησε την προαναφερόμενη «λέξη», «πουστόμπατσοι». Συνθετική της εν λόγω λέξης, είναι η λέξη «μπάτσος», η οποία, στην πολύ συνηθισμένη στον καθημερινό λόγο μεταφορική της έννοια, είναι ειρωνική, μειωτική και βεβαίως χρησιμοποιείται ως υβριστική, δηλαδή, για να προσβάλει τα όργανα της τάξης, [τα μέλη της Αστυνομίας]. Αποτελεί, ως αναφέρεται στο Ελληνικό Λεξικό, Τεγόπουλος - Φυτράκης, στην σελίδα 572, όταν χρησιμοποιείται μεταφορικά, «ηθική προσβολή». Η άλλη λέξη που συνθέτει την επίδικη που χρησιμοποίησε η Κατηγορούμενη, ως ανωτέρω, δηλαδή η λέξη «πούστης», σύμφωνα και με το προαναφερόμενο λεξικό (βλ. σελίδα 744), χρησιμοποιείται [και] για να χαρακτηρίσει, και τούτο υβριστικά, τον «ξετσίπωτο», δηλαδή τον «αδιάντροπο». Συνεπώς, η «λέξη» «πουστόμπατσοι», που χρησιμοποιήθηκε από την Κατηγορούμενη υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις, ήταν προσβλητική των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ4 και συνεπώς εξυβριστική -σε αυτό αποσκοπούσε και έτσι εκλήφθηκε από τους ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ4-.
- Η Κατηγορούμενη, κατά την διάρκεια του προαναφερόμενου περιστατικού, έχοντας ήδη εξυβρίσει τους παρευρισκόμενους αστυνομικούς και προκαλέσει ανησυχία στον συγκεκριμένο δημόσιο χώρο, και περαιτέρω, αγνοήσει την παρατήρηση του ΜΚ1 που ακολούθησε ότι έπρεπε να παύσει εκείνη της την συμπεριφορά, επιτέθηκε στον ΜΚ1, ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εκτελούσε κανονικά τα καθήκοντα του ως αστυνομικός. Ο ΜΚ1, ήταν, μαζί με τις ΜΚ2 και ΜΚ4, όπως και με την υπόλοιπη ομάδα αστυνομικών των οποίων ηγείτο, ένστολοι, με εμφανή την σήμανση της Αστυνομίας στην στολή τους και τα οχήματα της Αστυνομίας με τα οποία κατέφθασαν στον τόπο πλησίον των οποίων στέκονταν, και βρίσκονταν στην περιοχή για σκοπούς αστυνόμευσης των «επεισοδίων» που ελάμβαναν χώρα από υποστηρικτές της ποδοσφαιρικής ομάδας Ομόνοια στην οδό Αρχέρμου όπου βρίσκεται το οίκημα του συνδέσμου φιλάθλων της.
- Αμέσως μετά, ο ΜΚ1, -που, υπό τις δοσμένες περιστάσεις και δη την συμπεριφορά και ενέργειες της Κατηγορούμενης, είχε αντιληφθεί και ανέμενε ότι η Κατηγορούμενη σε πολύ σύντομο χρόνο μετά θα τον χτυπούσε με τα χέρια της, εξ ου και η επίθεσης που ως προαναφέρθηκε δέχτηκε από την Κατηγορούμενη-, για να ανακόψει την συνέχιση της επίθεσης εναντίον του από την Κατηγορούμενη, την περιόρισε, αρπάζοντας το δεξί της χέρι με το αριστερό του χέρι, και ακολούθως, με την βοήθεια και της ΜΚ4, λόγω αντίδρασης και αντίστασης της Κατηγορούμενης στον περιορισμό της, την κράτησε κάτω στο έδαφος όπου κατέληξε λόγω απώλειας της ισορροπίας του σώματος της από το άρπαγμα του χεριού της, για να ολοκληρωθεί η σύλληψης της τελικώς από την ΜΚ4, [η οποία της εφάρμοσε χειροπέδες με τα χέρια πισθάγκωνα], για τα αυτόφωρα αδικήματα [που τιμωρούνται με φυλάκιση], της οχλαγωγίας, της ανησυχίας, της δημόσιας εξύβρισης και της επίθεσης εναντίον αστυνομικού, γεγονός για το οποίο η Κατηγορούμενη πληροφορήθηκε από την ΜΚ4, όταν πλέον τούτο ήταν εφικτό λόγω της ολοκλήρωσης των διαβημάτων περιορισμού και σύλληψης της, η οποία της επέστησε σχετικώς και την προσοχή της στον Νόμο. Όλα τα προαναφερόμενα γεγονότα, εκτυλίχθηκαν διαδοχικά και ραγδαία.
- Ακόμα και μετά την σύλληψη της, η Κατηγορούμενη δεν υποτάχθηκε στην ΜΚ
- Η αντίδρασης και αντίστασης της Κατηγορούμενης στον περιορισμό της, συνεχίστηκε, και μετά την εφαρμογή σε αυτήν, ως προαναφέρθηκε, των χειροπέδων στα χέρια της πισθάγκωνα, και την σύλληψη της από την ΜΚ4, ακόμη και όταν αυτή τοποθετήθηκε στο αστυνομικό όχημα για να μεταφερθεί από τις ΜΚ2 και ΜΚ4 σε αστυνομικό σταθμό για περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης που αφορούσε τα αδικήματα που διέπραξε -σύμφωνα και με τις πρόνοιες του Άρθρου 13 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155-.
- Υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις, βρίσκω ότι, η σύλληψης της Κατηγορούμενης από την ΜΚ4, ήταν τόσο εύλογη, όσο και αναγκαία, δηλαδή, νόμιμη. Η εν προκειμένω εισήγηση της Κατηγορούμενης περί του αντιθέτου, δεν με βρίσκει σύμφωνο και την απορρίπτω.
- Το ζήτημα, από την καθαρά νομική του σκοπιά, δεν είναι καινοφανές. Κατ' αρχήν, ρυθμίζεται από το Άρθρο 14
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Σύμφωνα με αυτό: «14.-
(1)Αστυνομικός δύναται, χωρίς ένταλμα, να συλλάβει οποιοδήποτε- . (β) ο οποίος διαπράττει στην παρουσία του ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση.».
- Στο σύγγραμμα Martin's Annual Criminal Code, έκδοση 2012, στην σελίδα 575, αναφέρονται για αυτό τα εξής: «An arrest is a submission to restrain one's freedom and physical force is not an essential ingredient of that act. Where on the facts it was found that the accused was not told by the officer that he was under arrest or the reason for his arrest, when it was feasible to do so, he cannot be convicted of assaulting the officer under this section R v. Acher, [1970] 4 C.C.C. 269, 9 C.R.N.S. 371 (N.S.S.C. App. Div.).». (η υπογράμμιση είναι δική μου)
- Για το ίδιο ζήτημα, στο σύγγραμμα Textbook on Criminal Law, Glanville Williams, 4η έκδοση, στην παράγραφο 12-129, αναφέρονται τα εξής: «If a person has been lawfully arrested then the police may detain her. The police may stop and search people in specified circumstances. Apart from this, and from powers of arrest, the common law recognises no power to detain except in certain situations of extreme necessity. The procedure laid down by statute and by the judges for the exercise of the power of arrest would be set at naught if the police could achieve the same purpose by purporting to detain without arresting . Illegal detention is a false imprisonment and in practise would generally involve an assault; and the suspect's refusal to stay or to answer questions is not an obstruction of the police in the exercise of their duty. An imprisonment will be unlawful if it results from an unlawful arrest.». Και στην συνέχεια, στην παράγραφο 12-134: «A constable or other person who proposes to make an arrest may not merely announce the arrest to the suspect. She must use clear words: a polite request to the suspect to accompany her to the police station is insufficient. She must ensure that the arrestee understands that she is no longer a free person. If the suspect submits, she is taken to be under arrest. If she does not submit, there is no arrest until the arrester touches the suspect, telling her that she is under arrest. Thus if a suspect, on being told that she is under arrest, runs away, the policeman must pursue her and touch her before she is legally arrested. If she cannot touch her, then words should be sufficient to make the arrest lawful. The suspect's running away before arrest is not an offence itself. But if she runs while the officer is trying to arrest her, then she could be liable for 'resisting' arrest. If she runs away after she has been arrested she is guilty of an escape, . If after being arrested, she simply refuses to accompany the officer, she is doubtless guilty of obstructing the officer in the execution of her duty. Where immediate action is required the arrester may, it seems, use immediate force to detain the suspect; the force is legally justified, but it would seem that the arrest is not complete until the arrester has made proper communication to the person arrested. The suspect must be informed at the time of arrest what essentially is alleged against her. This rule was established as common law in the celebrated case of Christie v Leachinsky. It requires the arrester to tell the suspect briefly the act for which the arrest is made (you killed X; you stole a handbag from the Hermes store), unless in the circumstances this is obvious to the suspect or communicating with her is impracticable, as where the suspect fights or runs away.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Οι σχετικές αρχές, αναλύονται και στο σύγγραμμα Zander on Pace, 6η έκδοση, στην παράγραφο 3-01: «There are two forms of arrest, lawful and unlawful. In Spicer ν Holt Lord Dilhorne said: "whether or not a person has been arrested depends not on the legality of the arrest, but on whether he has been deprived of his liberty to go where he pleases". Α person who is detained by the police without being arrested is entitled to use reasonable force to resist and cannot be found guilty of obstructing the police in the execution of their duty. ("[W]here a police officer restrains a person, but does not at that time intend or purport to arrest him, then he is committing an assault, even if an arrest would have been justified. ") That applies also to resisting other officers who come to the arresting officer's aid. Whether minor restraint counts technically as an arrest is sometimes a nice question. However, it is well established that even where an unlawful arrest has taken place by reason of a failure to comply with the provisions of PACE and the Codes, the arrest may nevertheless be perfected by later compliance with the formal requirements of the Act or the code.». (η υπογράμμιση είναι δική μου)
- Και στην συνέχει, στην παράγραφο 3-09: «Α helpful summary of the above was given by Lord Justice Toulson in Shields (by his litigation friend Rebecca Shields) ν Chief Constable of Merseyside Police: "In short, under the scheme a summary arrest by a police officer will be lawful if (a) the person arrested is about to commit, is committing or has committed an offence or (b) the police officer has reasonable grounds for suspecting this to be so, provided in every case that the arresting officer has reasonable grounds for believing that the arrest is necessary for any of the reasons identified in s24
(5). There are thus three pairs of alternatives, depending on whether the arrest relates to future, present or past behaviour or suspected behaviour of the person arrested. As to future behaviour, a police officer may arrest a person who is about to commit an offence (s24
(1)(a)) or whom he has reasonable grounds for suspecting to be about to commit an offence (s24
(1)(c)). As to present behaviour, he may arrest someone who is in the act of committing an offence (s24
(1)(b)) or whom he has reasonable grounds for suspecting to be committing an offence (s24
(1)(d)). As to past behaviour, he may arrest someone who has committed an offence (s24
(3)(a)) or whom he has reasonable grounds for suspecting to be guilty of an offence (ss 24
(2)/24
(3)(b))."». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Το συμπέρασμα μου, ότι, η Κατηγορούμενη, υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις, επιτέθηκε στον Κατηγορούμενο, κατά την διάρκεια της κανονικής εκτέλεσης του καθήκοντος του, βασίζεται επίσης σε πολύ καλά καθιερωμένες αρχές δικαίου και δικαστική νομολογία.
- Στο σύγγραμμα Textbook on Criminal Law, Glanville Williams, 4η έκδοση, στις παραγράφους 12-001, 12-002, 12-003, οι σχετικές αρχές, συνοψίζονται κατά τρόπο πολύ βοηθητικό, ώστε, για σκοπούς της εδώ ανάλυσης, να αρκεί η παράθεσης της ακόλουθης περικοπής: «12-
- . the right to bodily integrity: non-fatal injuries to the person (or the other threats of injury), brought about with an element of intention or recklessness. . The basic offences are assault and battery. The notion of assault enters into various crimes. In its simple form, known as common assault ., it is punishable summarily. The required mental element is intention or subjective recklessness (R v Savage [1992] 1 A.C. 699). . 12-
- Mere negligence is not sufficient mens rea for assault. . Ordinary usage created certain difficulty in pinning down the meaning "assault". Etymologically, the word is compounded of the Latin ad-saltare, to jump at. In popular language, it has always connoted a physical attack. . in the middle ages, however, the terms "assault" and "battery" were given technical meaning which they have retained ever since. It became settled that though an assault could be committed by physical contact, it need not require this, since a show of force raising an apprehension in the mind of the victim was sufficient. Also, a "battery" did not require an actual beating; the use of any degree of force against the body would suffice. The acts of spitting on a person and kissing without consent are both batteries. 12-
- So an assault is a threatened battery? . An assault can consist of a threatened battery. But unfortunately lawyers has continued to use the word "assault" also in the sense of battery. . For these reasons, the word "assault" has to be recognised as covering not only an assault in the sense of an act causing apprehension but also what was formerly called a battery. . 12-
- The double meaning of "assault" creates a somewhat awkward linguistic situation. Assault in the wide sense means
(1)a battery or
(2)a threatened battery, according to context or circumstance. Kissing a Sleeping Beauty is an assault in the sense of battery, while it is not an assault in the sense of apprehension. If a threatened battery is an assault, and a battery is assault, it follows that a threatened assault is an assault! The most convenient solution would be to recognise "assault" as the generic expression, consisting in certain kinds of unlawful interference with another. This interference may be either
(1)a physical assault, an unlawful bodily contact, that is to say a battery, or
(2)a psychic assault, an assault in the sense of a threatened battery. If this terminology is accepted, . we can say that a psychic assault is a threatened physical assault. Since physical assault is by far the commonest form of assault to come before the courts, it is usually referred to as "assault" simply. . Psychic assault and physical assault, . they are different offences. There may be one without the other. An example of psychic assault without a physical assault is a threatened blow. An example without a psychic assault is giving a blow from behind, or giving a blow (or, as said before, a kiss) to a sleeping person, where there is no previous apprehension. . 12-
- Is any threat a psychic assault? A psychic assault is a threat creating an apprehension of immediate force, made intentionally or recklessly. The threat may be by conduct, or by spoken or written words; .The force apprehended must be unlawful force to the body of the victim, and the victim must believe that the force is about to be applied to her. It will be seen that there are two separate states of mind to be considered: that of the victim, and that of the actor:
- The victim must expect that force is about to be applied to her. She need not experience fear, provided she has the expectation (R v Lamb [1967] 2 Q.B. 981) .
- The actor must intend to create the expectation or be reckless as to it. In other words it is sufficient that she knows she is doing something from which the belief is likely to arise. No blow need be struck; the actor need only do something inducing the victim to believe that she will instantly receive a blow (or other application of force) unless she does something to avoid it, as by striking in self defence or retreating. It is immaterial that the actor is not at the moment within striking distance, but she must, normally, be sufficiently near to apply the force then and there, and she must do some act (such as the act of making a silent phone call - or uttering some words) inducing the victim's apprehension. . 12-
- . Some of the old books define a psychic assault as an attempted impact, but they are wrong (An attempted impact would be where D throws a rock at V behind V's back but misses V where V never discovers the attempted battery. Since D has no awareness of the attempted battery, V does not apprehend immediate violence). Psychic assault and attempted physical assault were two distinct offences. If D clenches her fist and threatens V, intending only to create apprehension, she is guilty of psychic assault even though (since she does not intend to strike) she is not guilty of an attempted physical assault. Conversely if D tries to strike V from behind, she is guilty of an attempted physical assault even though (since V does not know of her danger) there is no psychic assault ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Συνεπώς, δεν ήταν απαραίτητο ο ΜΚ1 να είχε φοβηθεί από τις πράξεις της Κατηγορούμενης, για να είχε συντελεστεί εναντίον του από την Κατηγορούμενη το αδίκημα της επίθεσης, όπως υποστηρίχθηκε από πλευράς Κατηγορουμένης. Αυτό που χρειαζόταν, και έχει κατά την κρίση μου αποδειχθεί με βεβαιότητα από πλευράς Κατήγορου, ήταν, ο ΜΚ1, υπό τις περιστάσεις, να είχε, από τις ενέργειες και συμπεριφορά της Κατηγορούμενης που είχαν προηγηθεί, αντιληφθεί ότι απειλείτο και να ανέμενε ως εκ τούτου, ότι, η Κατηγορούμενη, σε πολύ σύντομο χρόνο μετά από όταν περιήλθε αυτό στην αντίληψη του, εκεί στον τόπο, θα τον χτυπούσε με τα χέρια της
- Σε ότι αφορά, ειδικά το ζήτημα της απαραίτητης ένοχης διάνοιας για το αδίκημα της επίθεσης, την οποία επίσης κρίνω ότι είχε η Κατηγορούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο σύγγραμμα Smith, Hogan, Ormerod's Criminal Law, 15η έκδοση, στην παράγραφο 16.1.6, αναφέρονται τα εξής: «. It was established by Venna [1976] Q.B. 421 in 1975 that assault and battery may be committed recklessly as well as intentionally. Venna was a case of battery accessioning actual bodily harm but dicta concerning assault were relied on and it is safe to assume that the same principles apply to both offences. The mens rea of assault is an intention to cause V to apprehend immediate and unlawful violence, or recklessness whether such apprehension be caused (Savage [1992] 1 A.C. 699). . The mens rea of battery is an intention to apply force to the body of another or recklessness whether force so applied. 16.1.6.
- Subjective recklessness. Venna approved the test of subjective, Cunningham-style recklessness. .The law is that D must actually foresee the risk of causing apprehension of immediate violence or the application of it, as the case may be, and go on unjustifiably to take that risk. . 16.1.6.
- Assault and battery by an intoxicated person. Assault and battery are classified as offences of "basic intend" so it is no defence that D had no mens rea because of his voluntary intoxication. The reason appears to be that the offences may be committed by recklessness. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Εν προκειμένω, έχοντας υπόψιν, το σύνολο της παραδεκτής και αποδεκτής μαρτυρίας, συνάγεται και βρίσκω ότι, η Κατηγορούμενη, αν και δεν είχε πρόθεση να επιτεθεί στον ΜΚ1 ασκώντας σωματική βία εναντίον του, οι ενέργειες και συμπεριφορά της κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν από το υπό συζήτηση συμβάν της σύλληψης της, ήταν τέτοιες, ώστε, μπορούσε πολύ καλά να προβλέψει, και πράγματι πρόβλεψε, τον κίνδυνο πρόκλησης στον ΜΚ1, της αντίληψης ότι επρόκειτο να ασκήσει βία εναντίον του, εντούτοις, εντελώς αδικαιολόγητα, αδιαφόρησε για αυτό, και συνέχισε να ενεργεί και να συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο.
- Επισημαίνω εδώ, ότι, η Κατηγορούμενη, είχε δει την πομπή των αστυνομικών οχημάτων της ομάδας αστυνομικών της οποίας ο ΜΚ1 ηγείτο [που ήταν προφανές ότι είχαν προσέλθει για την αστυνόμευση των «επεισοδίων»], και ο ΜΚ1 την είχε δει ανάμεσα στους υποστηρικτές της ποδοσφαιρικής ομάδας Ομόνοια στον χώρο των «επεισοδίων», όταν αυτή βρισκόταν στην οδό Αρχέρμου. Εκεί, η Κατηγορούμενη, είχε παρατηρηθεί από τον ΜΚ1 [από 1 μ. απόσταση] να τους φωνάζει και, μεταξύ άλλων, να τους υβρίζει «πουστόμπατσοι». Λόγω των «επεισοδίων» και του πετροβολισμού που δέχτηκαν τα αστυνομικά τους οχήματα, ο ΜΚ1 και η ομάδα αστυνομικών της οποίας ηγείτο, προχώρησε στην οδό Τομπάζη, σε πάροδο δηλαδή της λεωφόρου Διγενή Ακρίτα στα ανατολικά της, 100 περίπου μ. μακριά. Η Κατηγορούμενη, μέσα σε πολύ λίγο χρόνο μετά την αποβίβαση του ΜΚ1 και των υπόλοιπων αστυνομικών από τα αστυνομικά τους οχήματα για σκοπούς προετοιμασίας τους για να εμπλακούν στα «επεισόδια» στην οδό Αρχέρμου, θεάθηκε από τον ΜΚ1 στην οδό Τομπάζη να φωνάζει δυνατά και να τους υβρίζει και πάλι λέγοντας τους «πουστόμπατσοι», όταν παράλληλα, με βήμα γοργό, κινήσεις νευρικές και ύφος επιθετικό, κατευθυνόταν προς το μέρος του. Ενώ τον πλησίαζε, ο ΜΚ1 υπόδειξε στην Κατηγορούμενη ότι έπρεπε να σταματήσει, αυτή όμως τον αγνόησε και συνέχισε να κατευθύνεται προς αυτόν, με την ίδια «διάθεση», με αποτέλεσμα, όταν αυτή πλέον ήταν σε απόσταση που θα μπορούσε να εφαρμόσει βία εναντίον του, ο ΜΚ1 έχοντας σχηματίσει την αντίληψη ότι από στιγμή σε στιγμή επρόκειτο να δεχθεί χτύπημα, να την περιορίσει και η Κατηγορούμενη να συλληφθεί, ως προαναφέρθηκε.
- Υπό αυτές τις περιστάσεις, βρίσκω ότι, ο ΜΚ1 εδέχθη πράγματι επίθεση από την Κατηγορούμενη, όταν αυτός εκτελούσε κανονικά τα αστυνομικά του καθήκοντα, και ότι, προς αντιμετώπιση της, σχετικά με αδικήματα αυτόφωρα που διαπράχθηκαν από την Κατηγορούμενη στην παρουσία του, χρησιμοποίησε εύλογα και αναλογικά τις εξουσίες που του παρείχε ο Νόμος. Όπως αναφέρθηκε από Ανώτερο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση Donnelly v Jackman [1970] 1 All ER 987, δια του Δικαστή Talbot: «The principal question it seems to me is whether the officer was acting in the execution of his duty, and a secondary question, whether anything he did caused him to cease to be acting in the execution of his duty. When considering what the duties of the officer were, I do not think that I can do better than cite the words of Lord Parker CJ in Rice v Connolly ([1966] 2 All ER 649 at 651, [1966] 2 QB 414 at 419), when he said: 'It is also in my judgment clear that it is part of the obligations and duties of a police constable to take all steps which appear to him necessary for keeping the peace, for preventing crime or for protecting property from criminal injury.' Furthermore, in considering the problem whether the officer went outside the ambit of his duties so as to be ceasing to be acting therein, I would refer to the words of Ashworth J taken from R v Waterfield, R v Lynn ([1963] 3 All ER 659 at 661, [1964] 1 QB 164 at 170), and this is the way it was put: 'In the judgment of this court it would be difficult, and in the present case it is unnecessary, to reduce within specific limits the general terms in which the duties of police constables have been expressed. In most cases it is probably more convenient to consider what the police constable was actually doing and in particular whether such conduct was prima facie an unlawful interference with a person's liberty or property. If so, it is then relevant to consider whether (a) such conduct falls within the general scope of any duty imposed by statute or recognised at common law and (b) whether such conduct, albeit within the general scope of such a duty, involved an unjustifiable use of powers associated with the duty.'».
- Τέλος, αναφέρω ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, όπως αυτές προκύπτουν από την παραδεκτή και αποδεκτή μαρτυρία, θεωρώ ότι εύλογα κρίθηκε αναγκαία η σύλληψη της Κατηγορούμενης από τον ΜΚ1 και την ΜΚ4 που την ολοκλήρωσε. Η Κατηγορούμενη, διέπραξε στην παρουσία τους ποινικά αδικήματα που τιμωρούνται με φυλάκιση, αντέδρασε και αντιστάθηκε στον περιορισμό της από τον ΜΚ1 που έλαβε χώρα υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις, και ακόμη και μετά την σύλληψη της, συνέχισε να συμπεριφέρεται κατά τρόπο που να προκύπτει ότι δεν ήταν συνεργάσιμη με την Αστυνομία. Συνεπώς, ο σκοπός της σύλληψης της, δεν μπορούσε να επιτευχθεί με άλλο τρόπο, ειδικότερα εν όψει και του γεγονότος ότι, επίσημα τα στοιχεία ταυτότητας και διεύθυνσης της, αναγκαία για την όποια σχετική διαδικασία μεταγενέστερα, οι ΜΚ1 και ΜΚ4 δεν τα είχαν λάβει. Η σύλληψης, συνεπώς της Κατηγορούμενης, υπό τις περιστάσεις, ήταν η πιο πρακτική, συνετή και αναλογική επιλογή. Η κλήσης της Κατηγορούμενης να παραστεί από μόνη της σε αστυνομικό σταθμό σε κατοπινό στάδιο, δεν ήταν υπό τις περιστάσεις μία συνετή εναλλακτική επιλογή. Βλ. στο σύγγραμμα Zander on Pace, 6η έκδοση, στις παραγράφους από 3-16 μέχρι 3-
- Κατάληξης
- Κατ' ακολουθίαν των προαναφερόμενων, βρίσκω ότι, ο Κατήγορος έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον της Κατηγορουμένης, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου, την καταδικάζω στις κατηγορίες με αρ. 1, 2 και 3 στο κατηγορητήριο.
- Προχωρώ με την διαδικασία επιβολής ποινής στην Κατηγορούμενη. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην ομόφωνη απόφαση που έδωσε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην υπόθεση Νεοπτόλεμος Γεωργίου ν Ρωξάνης Νεοπτόλεμου Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138. Παραθέτω αυτούσια, την κατά την άποψη μου, ουσιαστικότερη ως προς το υπό συζήτηση θέμα, περικοπή, με το σκεπτικό του Εφετείου, από την απόφαση αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς και ο συνήγορος της εφεσίβλητης στην πρωτόδικη ένσταση του, παρερμήνευσαν τον ουσιώδη κανόνα που λαμβάνεται στο δικαιϊκό σύστημα αντιπαράθεσης αναφορικά με τη δυνατότητα ενός αντιδίκου να εξηγήσει θέσεις επί γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: «Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party´s case.» Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ΄ όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Όπως το θέτει ο Cross on Evidence 4η έκδ. σελ. 226: «The object of cross-examination is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party.» Και στη σελ. 227: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [ii] Βλ. επίσης, και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1593 του συγγράμματος Phipson on Evidence, 12η έκδοση. [iii] Βλ. τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Αντώνη Κλεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/2013: «Επανερχόμενοι στην παρούσα έφεση επισημαίνουμε το καθοριστικό υπό τις περιστάσεις για την επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης, γεγονός∙ αυτό της φύσης της επιδιωκόμενης από τους εφεσείοντες με την αγωγή, θεραπείας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης δεν προωθήθηκε πέρα από το στάδιο της δικογράφησης της και συνεπώς το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα ασχολήθηκε με αυτή, εκείνο που οι εφεσείοντες με την αγωγή τους επιδίωκαν ήταν αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκαν λόγω της αποκλειστικής αμέλειας του εφεσιβλήτου. Δεν επεδίωκαν τη χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας με βάση το Δίκαιο της Επιείκειας, έτσι ώστε να εγείρεται θέμα εφαρμογής της αρχής της ολιγωρίας (laches), με την έννοια που το δίκαιο της επιείκειας αποδίδει στον εν λόγω όρο και που είναι η έννοια με την οποία, το πρωτόδικο δικαστήριο πραγματεύθηκε το συγκεκριμένο όρο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iv] Βλ. επίσης, Παυλίνα Γρηγορίου ν Νικόλα Γρηγορίου Γαβριήλ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2263. [v] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση M & TH Petrou & Sons Developers Ltd v Μιχάλη Κοκκούλη, ECLI:CY:AD:2016:A526, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν τα εξής: «. Το Δικαστήριο σημείωσε ιδιαίτερα ότι αυτή η εκδοχή δεν είχε τεθεί κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου ώστε ο τελευταίος να είχε την ευκαιρία να τη σχολιάσει και να προβάλει τη δική του θέση έτσι ώστε η παράλειψη αυτή της υπεράσπισης, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εξήγηση, να άφηνε αυτή την εκδοχή έκθετη σε απόρριψη σύμφωνα με τη νομολογία που καθιερώθηκε στην Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 363. . Η πλευρά των εφεσειόντων λανθασμένα δεν έθεσε αριθμό θεμάτων κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου και των μαρτύρων του, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να στερηθούν του ευεργετήματος να απαντήσουν και να σχολιάσουν τις θέσεις αυτές. Αυτό παραμένει ένα ουσιώδες λάθος από πλευράς τους διότι η επί ακροατηρίω διαδικασία οφείλει να είναι διάφανη και δεν επιτρέπεται η απόκρυψη των θέσεων της μιας ή της άλλης πλευρά κατά την ώρα της αντεξέτασης του έτερου διαδίκου. Ορθά συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε όλες αυτές τις εκδοχές των εφεσειόντων ως εκ των υστέρων σκέψεις που δεν έπειθαν, μεταξύ άλλων, και για το λόγο ότι ουδέποτε τέθηκαν στον εφεσίβλητο για να τις αντικρούσει. Παραπομπή δε στα πρακτικά που τηρήθηκαν στη διαδικασία αποκαλύπτει και του λόγου το αληθές. Συνακόλουθα, οι εφεσείοντες δεν πρέπει εκ των υστέρων να παραπονούνται.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) [vi] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1508. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο