← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, Υπόθεση υπ' αρ.: 10266/2019, 22/6/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, Υπόθεση υπ' αρ.: 10266/2019, 22/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B246 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 10266/2019 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 22/06/

  1. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Μιχαήλ-Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Ε. Αρμεύτης. ---------- [Αίτηση Δήμευσης, ημερομηνίας 24/02/2020] ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά
  2. Ο Κατηγορούμενος, στην Υπόθεση αυτή, έχει, μετά από δική του παραδοχή, καταδικαστεί σε αριθμό αδικημάτων βάσει του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977, Νόμος 29/1977, του περί της Διεθνούς Σύμβασης (ΟΥΝΕΣΚΟ) κατά του Ντόπινγκ στον Αθλητισμό (Κυρωτικού) Νόμου του 2009, Νόμος 7(III)/2009, του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 και του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Νόμος 188(I)/
  3. Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος, έχει καταδικαστεί σε τέσσερεις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, σε τρείς κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο, σε πέντε κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της παράνομης προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α σε άλλο πρόσωπο, σε μία κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, σε δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της παράνομης κατοχής αναβολικής ουσίας, σε μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της καταστροφής αποδεικτικού στοιχείου και σε μία κατηγορία που αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
  4. Μετά την καταδίκη του Κατηγορουμένου από το Δικαστήριο, ως προαναφέρθηκε, και πριν από την διαδικασία της έκθεσης των γεγονότων στο Δικαστήριο από πλευράς Κατήγορου που αφορούν το κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου για να του επιβληθεί ποινή από το Δικαστήριο, ο Γενικός Εισαγγελέας, υπέβαλε, βάσει των διατάξεων του Άρθρου 6 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Νόμος 188(I)/2007 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος»), την υπό κρίση Αίτηση, ημερομηνίας 24/02/2020, για την διεξαγωγή έρευνας από το Δικαστήριο, προς διαπίστωση του κατά πόσο, ο Κατηγορούμενος, αποκόμισε οποιαδήποτε έσοδα από παράνομες δραστηριότητες ή αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, και έκδοσης, σε περίπτωση θετικής προς τούτο διαπίστωσης από το Δικαστήριο, διατάγματος δήμευσης του προϊόντος του αδικήματος ή και σχετικών με αυτό εσόδων, ή και μέσων που αποκτήθηκαν από παράνομες δραστηριότητες του (στο εξής καλούμενοι, αντιστοίχως, «ο Αιτητής» και «η Αίτηση»).
  5. Είναι προφανές, τόσο από το αιτητικό μέρος της Αίτησης και την νομική της βάση, όσο και από την αγόρευση της εκπροσώπου του Αιτητή κατά την ακρόαση της Αίτησης, ότι, ο Αιτητής, έχει επιλέξει και ακολουθήσει την διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος ΙΙ του Νόμου, που δύναται να οδηγήσει στην έκδοση από το Δικαστήριο διατάγματος δήμευσης περιουσίας εναντίον του Κατηγορουμένου, και όχι την διαδικασία της συνοπτικής έρευνας του Μέρος VI του Νόμου, που δύναται να οδηγήσει στην επιβολή από το Δικαστήριο χρηματικής ποινής στον Κατηγορούμενο. Νομική Πτυχή - Γενικά
  6. Η νομική πτυχή αιτήματος του είδους, που υποβάλλεται βάσει των διατάξεων του προαναφερόμενου Μέρους ΙΙ του Νόμου, έχει εξεταστεί και αναλυθεί εκτενώς από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Pal v Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 4/2010 κ. α., 03/12/
  7. Αρκεί, θεωρώ, για σκοπούς της εδώ ανάλυσης της, η παράθεση της ακόλουθης περικοπής από την ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην εν λόγω υπόθεση, που δόθηκε δια του έντιμου, Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ: «Έχει αποφασιστεί ότι η διαδικασία για την έκδοση διατάγματος δήμευσης δυνάμει του Νόμου δεν αποτελεί κατηγορία για την οποία ο κατηγορούμενος πρέπει να εκδικαστεί, αλλά θεωρείται μέρος της διαδικασίας επιβολής ποινής. (R. v. Benjafield [2002] UKHL 2 και Phillips v. The United Kingdom - ανωτέρω). Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα των Millington and Sutherland Williams on The Proceeds of Crime 3η έκδ. σελ. 220-222, ιδιαίτερα στην παρ. 9.191-
  8. Περαιτέρω, είναι σαφές από την ίδια και άλλη συναφή νομολογία, ότι ακριβώς επειδή η διαδικασία της δήμευσης αποτελεί μέρος της επιβολής ποινής και έπεται της καταδίκης μετά από ακρόαση, δεν τυγχάνει εφαρμογής το Άρθρο 6

(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ούτε βέβαια το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος όσον αφορά το τεκμήριο της αθωότητας. Αυτό διότι η διαδικασία δήμευσης δεν δημιουργεί νέο ποινικό αδίκημα που προστίθεται επί των ώμων του κατηγορουμένου. Όπως αναφέρεται και στην παρ. 9.200 του πιο πάνω συγγράμματος: "Rather, confiscation is really no more than a sentencing procedure for an offence that has already been proven. The sole purpose of such hearings is to assess the level of penalty." Είναι αναγκαίο να αναφερθούν οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου. Ο Νόμος αντικατέστησε την προηγούμενη επί του θέματος νομοθεσία που ίσχυε με τον Νόμο αρ. 61(Ι)/96, ως τροποποιήθηκε, και εν πολλοίς ενσωματώνει τις βασικές διατάξεις που ενδιαφέρουν εδώ. Σύμφωνα με το Άρθρο 3, ο Νόμος εφαρμόζεται στα ούτω καλούμενα "καθορισμένα αδικήματα", που εξειδικεύονται να είναι (α) τα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και (β) τα γενεσιουργά αδικήματα. Τα μεν πρώτα καθορίζονται στο επόμενο Άρθρο 4
(1)παρ. (i-v), τα δε γενεσιουργά αδικήματα καθορίζονται στο Άρθρο 5(α)-(γ). Το επόμενο Άρθρο 6, δίνει το δικαίωμα στο Δικαστήριο ".. το οποίο έχει καταδικάσει πρόσωπο για καθορισμένο αδίκημα προτού επιβάλει ποινή ..." να προβεί σε έρευνα για να διαπιστώσει ".. αν ο κατηγορούμενος απεκόμισε οποιαδήποτε έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος ...". Η διαδικασία άρχεται με αίτηση από το Γενικό Εισαγγελέα, στη διαδικασία δε αυτή η Δημοκρατία έχει το ευεργέτημα του μαχητού τεκμηρίου που δημιουργείται από το Άρθρο 7
(2), το οποίο καθορίζει ότι στη διαπίστωση κατά πόσο ο κατηγορούμενος απεκόμισε έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος και προς υπολογισμό του ύψους των εσόδων του "από την εν λόγω διάπραξη ..." δύναται να υποθέσει ότι: "7.
(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου - .........................
(2)Το Δικαστήριο, για να διαπιστώσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος απεκόμισε έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος και για να υπολογίσει το ύψος των εσόδων του από την εν λόγω διάπραξη, δύναται, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση καταδειχθεί το αντίθετο, να υποθέσει ότι - (α) Οποιαδήποτε περιουσία απέκτησε ο κατηγορούμενος μετά τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος ή απέκτησε ή μεταβιβάστηκε σε αυτόν οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι ετών πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του αποτελεί έσοδο, πληρωμή ή αμοιβή από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος από αυτόν το νωρίτερο που θα κρίνει το δικαστήρίο ότι την απέκτησε." Το τεκμήριο που δημιουργείται δεν εφαρμόζεται δυνάμει των προνοιών του εδαφίου
(3), είτε αν δεν αποδειχθεί ότι ισχύει στην περίπτωση του συγκεκριμένου κατηγορούμενου ή το Δικαστήριο κρίνει ότι θα υπήρχε σοβαρός κίνδυνος αδικίας σε βάρος του κατηγορουμένου, αν τύγχανε εφαρμογής. Οι συγκεκριμένες κατηγορίες 5 και 6 έχουν ως εξής: . Παρατηρείται ότι στις λεπτομέρειες των δύο αυτών αδικημάτων συγκεκριμενοποιήθηκαν τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, που, ως δηλώνεται, οι εφεσείοντες γνώριζαν ότι αποτελούσαν ".. έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της προμήθειας ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα ...". Κρίνεται ότι το γενεσιουργό αδίκημα για το οποίο υποβάλλεται δυνάμει του Άρθρου 6
(1)η αίτηση για δήμευση, πρέπει να εμπίπτει σε καθορισμένο αδίκημα, ενώ σκοπός της έρευνας είναι η διαπίστωση από το Κακουργιοδικείο ότι ο κατηγορούμενος απεκόμισε έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Η έρευνα, δηλαδή, με την εισαγωγή της αίτησης από τη Δημοκρατία δεν γίνεται in abstracto, αλλά έχει αναφορά στο συγκεκριμένο αδίκημα, εξ ου και το τεκμήριο που δημιουργεί το Άρθρο 7
(2), συναρτά τη διαπίστωση της αποκόμισης εσόδων από τη συγκεκριμένη διάπραξη του αδικήματος. . Η καταδίκη . των εφεσειόντων στα αδικήματα 1 έως 4, προδήλως έδωσε το έναυσμα για τη δυνατότητα χρήσης του τεκμηρίου που δημιουργεί το Άρθρο 7
(2). Το τεκμήριο αυτό έχει πολύ μεγαλύτερη εμβέλεια και στοχεύει στη δήμευση χρημάτων που βρίσκονται στην κατοχή του καταδικασθέντος, ανεξάρτητα από τη διασύνδεση του αδικήματος στο οποίο κρίθηκε ένοχος με την προέλευση της πηγής των χρημάτων. Όπως διαφάνηκε από την έκθεση στην αίτηση για δήμευση των εσόδων των εφεσειόντων διακινήθηκαν €65.719 στο λογαριασμό της εφεσείουσας κατά τον έλεγχο των εισοδημάτων της με αποτέλεσμα, σύμφωνα και με το μαχητό τεκμήριο που δημιουργείται από το Άρθρο 7
(2), να μεταφέρεται στους ώμους των εφεσειόντων να δείξουν την προέλευση των χρημάτων. Ότι δηλαδή δεν αποτελούν έσοδο διάπραξης γενεσιουργού αδικήματος. Η έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών από πλευράς των εφεσειόντων, ουδέν αποκάλυψε που να μπορεί να θεωρηθεί ως ικανοποιητική εξήγηση για τη διακίνηση αυτών των χρημάτων ή την ανεύρεση του συνολικού ποσού των €17.580, ως προερχόμενο από νόμιμη δραστηριότητα, ιδιαιτέρως ενόψει όπως έδειξε η αίτηση για τη δήμευση και που δεν αντικρούστηκε, ότι η μεν εφεσείουσα δεν εργαζόταν στην ουσία, ο δε εφεσείων είχε περιορισμένα εισοδήματα. Ο συνήγορος των εφεσειόντων βάσισε τη θέση του περί καταπάτησης του τεκμηρίου της αθωότητας στην αθώωση των εφεσειόντων από τις κατηγορίες 5 και 6, αλλά και στην υπόθεση Geerings, ανωτέρω. Αναφέρθηκε ήδη ότι η αθώωση στις κατηγορίες 5 και 6 αφορά το συγκεκριμένο αδίκημα της νομιμοποίησης, ενώ η αίτηση σχετίζεται με τη ευρύτερη διασύνδεση των αδικημάτων που δημιουργούν τα Άρθρα 6 και 7 του Nόμου, περιλαμβανομένου και του προαναφερθέντος τεκμηρίου. ..». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Σε ότι αφορά, ειδικά τον σκοπό του Νόμου, ο οποίος πρέπει να σημειωθεί, παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την ανάλογη σε διατάξεις, αγγλική νομοθετική πράξη, Proceeds of Crime Act 2002 [όπως και με τις ισχύουσες πριν από αυτήν σχετικές νομοθετικές διατάξεις: για το ιστορικό τους, βλ. R v May [2008] 2 WLR 1131 [i]], παραπομπή γίνεται και στις ακόλουθες αποφάσεις αγγλικών Δικαστηρίων, ανώτατου δικαστικού επιπέδου, τα αναφερόμενα στις οποίες ισχύουν στο νομικό μας σύστημα βάσει του Νόμου κατ' αναλογία: R v Benjafield, R v Rezvi [2002] 2 WLR 235, R v Glatt [2006] EWCA Crim 605, R v Rose, R v Whitwam [2008] EWCA Crim 239, R v May [2008] 2 WLR 1131, R v Panesar [2008] EWCA Crim 1643, R v Modjiri [2010] 4 All ER 837, R v Waya [2012] 3 WLR
  2. Αξιομνημόνευτα, εν προκειμένω, είναι τα αναφερθέντα της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων (ως ήταν τότε), στην προαναφερόμενη υπόθεση R v Benjafield, R v Rezvi [2002] 2 WLR 235: «It is a notorious fact that professional and habitual criminals frequently take steps to conceal their profits from crime. Effective but fair powers of confiscating the proceeds of crime are therefore essential. The provisions of the 1988 Act are aimed at depriving such offenders of the proceeds of their criminal conduct. Its purposes are to punish convicted offenders, to deter the commission of further offences and to reduce the profits available to fund further criminal enterprises. These objectives reflect not only national but also international policy.».
  3. Ελκυστική, είναι και η αναφορά, [μεταξύ άλλων], Αγγλικού Εφετείου, στην προαναφερόμενη υπόθεση R v Glatt [2006] EWCA Crim 605, ότι, «A confiscation order . 4) is designed essentially to impoverish defendants, not to enrich the Crown.». Βάρος Απόδειξης και Υποθέσεις («Assumptions»)
  4. Σύμφωνα με το Άρθρο 72
(1)του Νόμου, το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αιτήσεων για την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος που προβλέπεται στο Νόμο, εφαρμόζει το μέτρο απόδειξης που εφαρμόζεται σε πολιτική διαδικασία. 9. Συνεπώς, το γενικό βάρος απόδειξης σε αίτηση για έκδοση διατάγματος δήμευσης, το φέρει ο Αιτητής, και βασίζεται στην απλή πιθανολόγηση (βλ. Ιορδάνου ν Ζήνωνος
(1998)1 Α.Α.Δ. 652). 10. Σχετικές, εν προκειμένω, είναι και οι διατάξεις του Άρθρου 7 του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο: «7.
(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου- (α) Λογίζονται ως έσοδα του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες όλες οι πληρωμές οι οποίες καταβλήθηκαν σ' αυτόν ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είτε πριν είτε μετά την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού σε σχέση με παράνομες δραστηριότητες ή με αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ανεξάρτητα αν αυτό έχει διαπραχθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ή από άλλο πρόσωπο˙ (β) τα έσοδα του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είναι το σύνολο των πληρωμών ή αμοιβών οι οποίες έχουν καταβληθεί σ' αυτόν ή το προϊόν παράνομων δραστηριοτήτων ή αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή έσοδα όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του παρόντος Νόμου.
(2)Το Δικαστήριο, για να διαπιστώσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος απεκόμισε έσοδα από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και για να υπολογίσει το ύψος των εσόδων του, δύναται, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση καταδειχθεί το αντίθετο, να υποθέσει ότι— (α) Οποιαδήποτε περιουσία απέκτησε ο κατηγορούμενος μετά τη διάπραξη της εν λόγω παράνομης δραστηριότητας ή του εν λόγω αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή απέκτησε ή μεταβιβάστηκε σε αυτόν οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι ετών πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του αποτελεί έσοδο, πληρωμή ή αμοιβή από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες˙ (β) κάθε δαπάνη του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της πιο πάνω περιόδου έχει γίνει από τα έσοδα του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή πληρωμές ή αμοιβές οι οποίες καταβλήθηκαν σε αυτόν σε σχέση με τη διάπραξη από τον ίδιο παράνομων δραστηριοτήτων ή αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες˙ (γ) οποιαδήποτε περιουσία απέκτησε ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την παράγραφο (α) την παρέλαβε ελεύθερη από επιβαρύνσεις και συμφέροντα άλλων προσώπων για σκοπούς υπολογισμού της αξίας της: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά και τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου του ότι η περιουσία ή/και οι δαπάνες του κατηγορουμένου που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) είναι δυσανάλογα ή/και δεν δικαιολογούνται από τα νόμιμα εισοδήματά του.
(3)Οι πρόνοιες του εδαφίου
(2)δεν εφαρμόζονται αν- (α) Αποδειχθεί ότι δεν ισχύουν στην περίπτωση του κατηγορουμένου ή (β) το δικαστήριο κρίνει ότι θα υπήρχε σοβαρός κίνδυνος αδικίας εις βάρος του κατηγορουμένου αν εφαρμόζονταν.
(4)Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο δεν εφαρμόζει τις πρόνοιες του εδαφίου
(2), εκθέτει τους λόγους του για την απόφασή του αυτή.
(5)Για σκοπούς υπολογισμού των εσόδων του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αν σε προηγούμενη περίπτωση εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα δήμευσης, το δικαστήριο δε θεωρεί έσοδα από διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος τα έσοδα τα οποία θα καταδειχθεί ότι λήφθηκαν υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού το οποίο αναφέρεται στο προηγούμενο διάταγμα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 11. Οι «υποθέσεις» («assumptions», [ως είναι ο αγγλικός όρος που χρησιμοποιούσε το ανάλογο σε πρόνοιες Section 2
(2)της Drug Trafficking Offences Act 1986], στις οποίες το Δικαστήριο δύναται να προβεί βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 7
(2)του Νόμου, έχουν επεξηγηθεί από Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση R v Redbourne [1993] 2 All ER 753, με σκεπτικό πολύ πειστικό, το οποίο, ως εκ τούτου, υιοθετώ για σκοπούς της απόφασης που λαμβάνω [τούτο, συνάδει άλλωστε και με τον δικαστικό λόγο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Pal v Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 4/2010 κ. α., 03/12/2010 ανωτέρω]: «(b) How should a judge decide whether to make the assumptions referred to in s 2
(3)? The 1986 Act provides no express answer to this question. Section 2
(2)says only that the court 'may' make the assumptions. In our view it follows that the judge is not obliged to make them in every case, but must decide whether to make them or not. . we cannot believe that a judge is entitled to make the assumptions for no reason, or on capricious grounds. . Since these cases are proving troublesome, we think that some further guidance of a limited nature ought to be given. First, it cannot have been the intention of Parliament that the judge must be satisfied on the evidence before him that the defendant has benefited from drug trafficking, before he makes any assumption at all; still less that he must be satisfied as to the value of the proceeds of drug trafficking. If that were the law there would be no point in the elaborate procedure for assumptions; furthermore s 2
(2)provides that the assumptions may be made for the purpose of determining whether the defendant has benefited, and if so the value of his proceeds. In our view the judge must have some reason to suspect that the defendant has benefited from drug trafficking before he makes the assumptions or any of them. The 1986 Act does not specify the stage of the proceedings at which the assumptions may be made. The concluding words of s 2
(2), '. except to the extent that any of the assumptions are shown to be incorrect in the defendant's case', might be thought to indicate, grammatically, that no assumption may be made until the defendant's case is concluded. We do not believe that to be the true meaning of the section. A judge's decision whether or not to make the assumptions is an interim one which falls to be made on his way to reaching his final decision, such final decision involving a full consideration of the defendant's case and whether (once fully deployed) it is sufficient to negate any assumptions made. In an appropriate case, the judge is entitled to make the assumptions at the start of his inquiry, for example if he has reason to do so from the circumstances of the offence for which the defendant has been convicted. Or the judge may do so at any later stage, up to the time when he makes his final decision. . For the avoidance of doubt, we add that no question of the standard of proof arises when the judge is deciding whether the assumptions should be made. That is essentially a threshold decision, at whatever stage it is taken. We cannot see that it is necessary or sensible to apply any standard of proof to the question whether there is reason to suspect that the defendant has benefited from drug trafficking. . (c) What is the effect of the assumptions if they are not rebutted? An assumption, in this context, is the acceptance of something as true which is not already known or proved, and therefore may or may not be true. If the court is directed or empowered to make an assumption, that means that the court must or may take the assumed fact as true. It matters not for that purpose whether the standard of proof is criminal or civil; whichever standard is appropriate, the assumed fact is still to be treated as true. The exception in s 2
(2)allows the defendant to rebut an assumption, and places on him the burden of doing so. He has only the civil burden, on the balance of probabilities (see R v Dickens [1990] 2 All ER 626 at 629, [1990] 2 QB 102 at 107). If he fails to discharge that burden, the assumption stands as fact.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 12. Σύμφωνα με αυτήν, το Δικαστήριο, αν και έχει διακριτική ευχέρεια να προβεί σε υπόθεση ή υποθέσεις, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 7
(2)του Νόμου, υποχρεούται, εφόσον το ζήτημα εγείρεται, να λάβει απόφαση σχετικά με αυτό. Το Δικαστήριο, δεν πρέπει να ικανοποιηθεί από την ενώπιον του μαρτυρία, ότι ο κατηγορούμενος αποκόμισε έσοδα [και την αξία τους] από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, προτού προβεί στην οποιαδήποτε υπόθεση βάσει του εν λόγω Άρθρου 7
(2)του Νόμου. Το κριτήριο, για να προβεί το Δικαστήριο σε τέτοια υπόθεση ή υποθέσεις βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 7
(2)του Νόμου, είναι, έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, η ύπαρξη εύλογης υποψίας ότι ο κατηγορούμενος αποκόμισε έσοδα από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (βλ. και R v Clark a. a. [1997] 4 All ER 803). Δεν υπάρχει επίπεδο απόδειξης που εφαρμόζεται κατά την λήψη της εν λόγω απόφασης του Δικαστηρίου. Η απόφασης αυτή του Δικαστηρίου, μπορεί, όταν το ζήτημα εγείρεται και οι περιστάσεις το δικαιολογούν, να ληφθεί κατά την έναρξη της διαδικασίας εξέτασης, ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας ακρόασης της αίτησης δήμευσης, μέχρι την στιγμή της λήψης της τελικής του απόφασης. Οποτεδήποτε και αν ληφθεί, είναι απόφασης ορίου («a threshold decision»), για την οποία, ως εκ τούτου, δεν τίθεται προς εφαρμογή, ως προαναφέρθηκε, επίπεδο απόδειξης. 13. Μια υπόθεση, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 7
(2)του Νόμου, έχει την σημασία της αποδοχής από το Δικαστήριο, της πραγματικότητας ενός γεγονότος, που δεν είναι ήδη γνωστό ή αποδεδειγμένο, και το οποίο, επομένως, μπορεί ή δεν μπορεί να αποτελεί την αλήθεια. Εξυπηρετεί, όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από Αγγλικό Εφετείο, στην υπόθεση R v Clark a. a. [1997] 4 All ER 803, τους σκοπούς του Νόμου: «The object of that Act, ., is to strip drug traffickers of their ill-gotten gains, whether or not those gains are the product of the offence giving rise to the inquiry. It is in our judgment plain from the terms of the Act that Parliament recognised that it would in many cases be very hard, if not impossible, for the Crown to establish that funds held by a drug trafficker were indeed the product of drug trafficking, a matter which would ordinarily be outside the knowledge of the Crown and peculiarly within the knowledge of the drug trafficker. Accordingly the Act contains an unusual statutory assumption on which the court may rely, if it thinks it appropriate to do so, within the limits laid down in the Act. .». 14. Εντούτοις, το Άρθρο 7
(3)(α) του Νόμου, δίδει στον κατηγορούμενο, που είναι ο καθ' ου η αίτηση, την δυνατότητα αντίκρουσης μιας τέτοιας υπόθεσης, στον οποίο εναποθέτει και το σχετικό βάρος απόδειξης. Δηλαδή, απόδειξης γεγονότων, που, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, να αντικρούουν ως λανθασμένη, την προς όφελος του Αιτητή υπόθεση βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 7
(2)του Νόμου. Όπως λέχθηκε στην προαναφερόμενη υπόθεση R v Clark a. a. [1997] 4 All ER 803: -σε συνέχεια του προαναφερόμενου αποσπάσματος-«. That assumption is in any event provisional, in the sense that it has to be rebutted by a defendant and shown to be an incorrect assumption to draw.». Έπεται, ότι, αν ο κατηγορούμενος αποτύχει να αποσείσει το εν λόγω βάρος απόδειξης που του εναποτίθεται από το Άρθρο 7
(3)(α) του Νόμου, η υπόθεσης προς όφελος του Αιτητή βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 7
(2)του Νόμου, ισχύει ως γεγονός.
  1. Σχετικά με το βάρος απόδειξης που φέρει ο κατηγορούμενος, ως ανωτέρω, στο σύγγραμμα Millington and Sutherland Williams On The Proceeds Of Crime, 3η έκδοση, στην παράγραφο 9.76, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα εξής: «. If a defendant wishes to succeed in showing the assumptions are incorrect he must produce clear and cogent evidence; see R v Walbrook and Glasgow [1994] Crim LR 613, where the Court held: "vague and generalised assertions unsupported by evidence would rarely, if ever, be sufficient to discharge the burden on the defendant."». Οι ισχυρισμοί των διαδίκων για τα γεγονότα, η εκτίμηση της μαρτυρίας και η αξιολόγηση της παραδεκτής και αποδεκτής μαρτυρίας
  2. Στην προκείμενη περίπτωση, από τους ισχυρισμούς του Αιτητή, που δεν έχουν αμφισβητηθεί από πλευράς Κατηγορουμένου, αλλά και από παραδεκτούς από τον Αιτητή ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου, προκύπτει ότι αποτελούν γεγονός τα εξής: i. Ο Κατηγορούμενος: - έχει γεννηθεί στις XXXXX. Δηλαδή, σήμερα, είναι ηλικίας, σχεδόν, 29 ετών. Κατά την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, ήταν ηλικίας 28 ετών; - κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων (κατά τον Φεβρουάριο του έτους 2019), ήταν άνεργος; - κατά την περίοδο 26/07/2016 - 10/05/2018, ήταν κατάδικος κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές, εκτίοντας ποινή φυλάκισης που του υπεβλήθη από Δικαστήριο για την διάπραξη ποινικών αδικημάτων; - σύμφωνα με τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κατά τα έτη 2013, 2014, 2015, 2016, 2017 και 2018, δεν είχε δηλώσει ασφαλιστέες αποδοχές από εργασία, είτε ως μισθωτός, είτε ως αυτοτελώς εργαζόμενος; - δεν είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο του Τμήματος Φορολογίας για σκοπούς Φόρου Εισοδήματος και δεν έχει, μέχρι και σήμερα, υποβάλει φορολογική δήλωση, για το οποιοδήποτε φορολογικό έτος; και - δεν διατηρεί κανένα τραπεζικό λογαριασμό. ii. Παρά ταύτα, ο Κατηγορούμενος: - υπήρξε, σύμφωνα με το Μητρώο Μηχανοκίνητων Οχημάτων του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης τεσσάρων μηχανοκίνητων οχημάτων, τα οποία αποκτήθηκαν τα τελευταία έξι χρόνια. Ένα από αυτά, μάρκας Dodge μοντέλο Durango, εκτιμάται ότι αξίζει €35.000; και - είναι ιδιοκτήτης χρυσαφικών, τα οποία απέκτησε δια αγοράς από τον Αύγουστο του έτους 2018 και εντεύθεν, αξίας €31.
  3. Σύμφωνα με τον Αιτητή, τα περιουσιακά στοιχεία του Κατηγορουμένου, ως ανωτέρω -με εξαίρεση ένα εκ των μηχανοκίνητων οχημάτων-, δεν δικαιολογείται να αποκτήθηκαν από έσοδα νόμιμης δραστηριότητας. Κατά την εισήγηση του Αιτητή, αυτά, με βάση το Άρθρο 7
(2)του Νόμου, τεκμαίρεται ότι αποκτήθηκαν από έσοδα του από την παράνομη δραστηριότητα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία του Κατηγορουμένου -μηχανοκίνητο όχημα μάρκας Dodge μοντέλο Durango και χρυσαφικά-, που έχουν δεσμευτεί από τον Αιτητή με διάταγμα Δικαστηρίου, αποτελούν, υποστηρίζει περαιτέρω ο Αιτητής, ρευστοποιήσιμη περιουσία προς δήμευση από τον Κατηγορούμενο συνολικού ποσό €66.
  1. Τα προαναφερόμενα γεγονότα, δεδομένης και της καταδίκης του Κατηγορουμένου στα αδικήματα αντικείμενο του κατηγορητηρίου του, ως αυτά έχουν εισαγωγικά αναφερθεί, καθιστούν, κατά την κρίση μου, δικαιολογημένη την εφαρμογή, υπέρ των ισχυρισμών του Αιτητή, σε σχέση με τα προαναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία του Κατηγορουμένου, της υπόθεσης του Άρθρου 7
(2)του Νόμου (βλ. και Pal v Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 4/2010 κ. α., 03/12/2010 ανωτέρω). Και τούτο, εφόσον, υπό τις περιστάσεις αυτές, προκύπτει εύλογα η υποψία, ότι, η προαναφερόμενη περιουσία που αποκτήθηκε από τον Κατηγορούμενο -και, [αναλόγως περίπτωσης,] μεταβιβάστηκε στο όνομα του-, κατά την διάρκεια των τελευταίων έξι ετών πριν από την έναρξη της ποινικής δίωξης του αυτής της υπόθεσης -με εξαίρεση αυτήν που ο Αιτητής έχει αποδεχθεί ότι έχει αποκτηθεί από τον Κατηγορούμενο με νόμιμο χρήμα-, αποτελεί έσοδο, πληρωμή ή αμοιβή από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
  1. Ο Κατηγορούμενος, δια της έκθεσης αντίκρουσης ισχυρισμών που κατέθεσε στην διαδικασία, υποστήριξε ότι: i. Κατά την περίοδο που, ως προαναφέρθηκε, ήταν κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές, πληρεξουσιοδότησε τον πατέρα του, ο οποίος και πώλησε για αυτόν, τρία μηχανοκίνητα οχήματα της ιδιοκτησίας του, εισπράττοντας και κρατώντας για λογαριασμό του, συνολικά, €23.
  2. ii. Κάποιες ημέρες, προτού του αφαιρεθεί η ελευθερία του, ως ανωτέρω, είχε πωλήσει και άλλο μηχανοκίνητο όχημα του, εισπράττοντας €10.000, ποσό το οποίο είχε αποταμιευμένο. iii. Την ημέρα της αποφυλάκισης του, ο πατέρας του, του δώρισε από χρήματα δικά του, €6.
  3. iv. Μέρος αυτών των χρημάτων, €30.000, επτά ημέρες μετά την αποφυλάκιση του, το κατέβαλε για την αγορά του προαναφερόμενου οχήματος, μάρκας Dodge, μοντέλο Durango. v. Αφού αποφυλακίστηκε στις 10/05/2018, στοιχημάτισε συστηματικά στον Ιππόδρομο, με αποτέλεσμα, κατά την περίοδο από τον Ιούνιο του έτους 2018 μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 2019, να κερδίσει, συνολικά, το ποσό των €52.834,
  4. Προς απόδειξη τούτου, παρουσίασε αριθμό κερδισμένων κουπονιών στοιχήματος Ιπποδρομιών, που είχε φυλαγμένα στο χρηματοκιβώτιο του σπιτιού του. vi. Με αυτά τα χρήματα, -αυτά, δηλαδή, που εισέπραξε από την στοιχηματική του δραστηριότητα- , πλήρωσε για την αγορά των προαναφερόμενων χρυσαφικών.
  5. Είναι η θέση του Κατηγορουμένου, ότι, τα εν λόγω περιουσιακά του στοιχεία, δεν αποτελούν έσοδο, πληρωμή ή αμοιβή από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
  6. Εν όψει του γεγονότος, ότι, οι διάδικοι, προσέφεραν αντικρουόμενους ισχυρισμούς σχετικά με τα γεγονότα της Αίτησης που παρέμειναν επίδικα, πρέπει πρώτα να εκτιμηθεί η προσαχθείσα, κατά την ακροαματική διαδικασία, μαρτυρία, ώστε να καταφανούν οι αξιόπιστοι ισχυρισμοί, επί των οποίων το Δικαστήριο δύναται να στηρίξει τα συμπεράσματα του σε ότι αφορά αυτά, και κατ' ακολουθία, εάν ο Αιτητής έχει αποσείσει την υποχρέωση του που αφορά στο βάρος απόδειξης (βλ. Liu ν Τριφταρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 1000).
  1. Κατά την ακροαματική διαδικασία, για την υπόθεση του, ο Αιτητής, παρουσίασε την ένορκη μαρτυρία των ακόλουθων προσώπων: i. Της Αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Ανδρικοπούλου, μέλος της Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης (Μ.Ο.Κ.Α.Σ.) (στο εξής καλούμενη «η Αστ. 1254»); και ii. Του XXXXX Θεοδοσίου, Διευθυντή της Υπηρεσίας Πληροφορικής της Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας (στο εξής καλούμενος «ο Θεοδοσίου»).
  2. Ο Κατηγορούμενος, προς αντίκρουση της υπόθεσης που παρουσίασε ο Αιτητής, εκτός από την ένορκη μαρτυρία του ιδίου, παρουσίασε και την ένορκη μαρτυρία των ακόλουθων προσώπων: i. Του XXXXX Παπαλεξάνδρου, πατέρα του (στο εξής καλούμενος «ο Πατέρας του Κατηγορουμένου»); ii. Του XXXXX Κουρτέλλα, φίλου του (στο εξής καλούμενος «ο Κουρτέλλας»); iii. Του XXXXX Κωστουρή, εξάδελφου και φίλου του (στο εξής καλούμενος «ο Κωστουρής»); και iv. Του XXXXX Μαυράτσα, φίλου του (στο εξής καλούμενος «ο Μαυράτσας»).
  3. Η ακρόαση της υπόθεσης, διεξήχθη στην βάση ενόρκων δηλώσεων που έκαστος διάδικος, -ως επέλεξε, μετά απόφαση του Δικαστηρίου για την ακολουθητέα διαδικασία-, κατέθεσε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπόθεσης του. Οι ενόρκως δηλούντες, δεν αντεξετάστηκαν. Ως εκ τούτου, τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από τους διαδίκους, τις έχω αποκομίσει, χωρίς να έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες δια ζώσης, από τη λογική που με βάση την ανθρώπινη εμπειρία η μαρτυρία τους ανέδυε, σε συνάρτηση με τα δεδομένα της Αίτησης. Έχω, για τις διαπιστώσεις μου, τις οποίες παραθέτω στην συνέχεια, αξιολογήσει την μαρτυρία, στο σύνολο της, και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά.
  4. Θετική είναι η εντύπωση του Δικαστηρίου για την μαρτυρία της Αστ. XXXXX και του Θεοδοσίου. Αμφότεροι, έχουν καταθέσει για την ιδιότητα και σχέση τους με τα γεγονότα της Αίτησης αυτής, και δεν έχουν αμφισβητηθεί για αυτά από πλευράς Κατηγορουμένου.
  5. Οι ενέργειες της Αστ. XXXXX, υπό την ιδιότητα της ως ανακριτής της Μ.Ο.Κ.Α.Σ., σχετικά με την έρευνα που διεξήγε, ως τις περιέγραψε (ήτοι, επιθεώρησης αρχείων κρατικών υπηρεσιών και λήψης καταθέσεων από εμπλεκόμενα πρόσωπα), σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Κατηγορουμένου, όπως δεν αμφισβητήθηκε και το σχετικό αποτέλεσμα τους. Εν προκειμένω, αυτό που παρατηρείται από πλευράς Κατηγορουμένου, είναι, αποδεχόμενος ότι οι διαπιστώσεις αυτές της Αστ. XXXXX για τα γεγονότα, σε ότι αφορά το προαναφερόμενο ζητούμενο, είναι ορθές, η παρουσίαση μαρτυρίας προς δικαιολόγηση προς το Δικαστήριο, αντίθετου, από την θέση του Αιτητή, συμπεράσματος, σχετικά με το ότι, τα εν λόγω περιουσιακά του στοιχεία, αποτελούν έσοδο, πληρωμή ή αμοιβή από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
  6. Παρατήρηση, βεβαίως, για την μαρτυρία, που καλύπτει και την μαρτυρία του Θεοδοσίου. Ο Θεοδοσίου, ως Διευθυντής της Υπηρεσίας Πληροφορικής της Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας, κατέθεσε, σχετικά με την λειτουργία του αυτοματοποιημένου συστήματος πώλησης και εξαργύρωσης Ιπποδρομικών στοιχημάτων, τον τρόπο στοιχηματισμού και τον τόπο που βρίσκονται οι τερματικές μηχανές που τον εξυπηρετούν στον χώρο της Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας. Καθώς επίσης, κατέθεσε, και για τα κερδισμένα κουπόνια στοιχήματος Ιπποδρομιών που παρουσίασε [ως τέτοια] στο Δικαστήριο ο Κατηγορούμενος, αναφορικά με την ημερομηνία, ώρα, ποσό, τόπο και τερματική μηχανή σχετικά με τον στοιχηματισμό και αναφορικά με την ημερομηνία, ώρα, ποσό, τόπο και τερματική μηχανή σχετικά με την εξαργύρωση των ως κερδισμένων. Η εν λόγω ιδιότητα του Θεοδοσίου, η σχετική με την μαρτυρία του γνώση και οι παρατηρήσεις του, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Κατηγορουμένου.
  7. Αμφοτέρων, Αστ. XXXXX και Θεοδοσίου, η ιδιότητα, κρίνω, επέτρεπε τις ενέργειες και παρατηρήσεις τους για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Η μαρτυρία τους, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, έχει λογική και συνοχή. Η μαρτυρία του Θεοδοσίου υποστηρίζει την μαρτυρία και παρατηρήσεις της Αστ. XXXXX. Γενικά, ως μαρτυρία, κατά την ακροαματική διαδικασία, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένου. Ως εκ τούτων, γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του για την Αίτηση αυτή.
  8. Η μαρτυρία του Κατηγορουμένου, του πατέρα του Κατηγορουμένου, του Κουρτέλλα, του Κωστουρή και του Μαυράτσα, δεν γίνεται αποδεκτή σε ότι αφορά τα επίδικα γεγονότα, καθότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, χαρακτηρίζεται από ασάφεια, γενικότητα και έλλειψη τεκμηρίωσης. Είναι δε, κυρίως η μαρτυρία του Κατηγορουμένου, επί της οποίας οικοδομήθηκε η υπόθεσης του σε ότι αφορά την Αίτηση αυτή, παράλογη, ώστε, εξεταζόμενη στο σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας -περιλαμβανομένης και της υποστηρικτικής μαρτυρίας που προσήγαγε, του πατέρα του και των Κουρτέλλα, Κωστουρή και Μαυράτσα, που συγκεντρώνει τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά-, να μην πείθει για να μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή με ασφάλεια για να εξάγει τα συμπεράσματα του για τα επίδικα ζητήματα. Και θα προχωρήσω, βεβαίως, να επεξηγήσω την κατάληξη μου αυτή.
  9. Ο Κατηγορούμενος, είναι σήμερα, ηλικίας, σχεδόν, 29 ετών. Λόγω της ηλικίας του, αν και δεν θεωρείται νεαρός ενήλικος, σίγουρα δεν θεωρείται ηλικιωμένος ή έστω καν μεσήλικας. Από την μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς Αιτητή, φαίνεται, -και δεν αμφισβητήθηκε αυτό από πλευράς Κατηγορουμένου-, ότι ο Κατηγορούμενος, ποτέ δεν εργάστηκε. Μάλιστα, παρά το νεαρό της ηλικίας του, προκύπτει να είναι παραδεκτό από πλευράς Κατηγορουμένου, ότι, περί το έτος 2016, και σε ηλικία μόλις 25 ετών, ο Κατηγορούμενος, καταδικάστηκε από Δικαστήριο, για αδικήματα περί ναρκωτικών ουσιών, βάσει του προαναφερόμενου Νόμου 29/1977, και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης. Ποινή, που εκλήθη να την εκτίσει, αμέσως, και ως εκ τούτου, παρέμεινε κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές μέχρι και τις 10/05/
  10. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος, είναι ένα πρόσωπο, σχετικά νεαρός σε ηλικία, που, από την ενηλικίωση του, δεν έχει εργαστεί ποτέ. Όπως έχει προαναφερθεί, ο Κατηγορούμενος, δεν το έχει αμφισβητήσει αυτό. Γεγονός, που, άλλωστε, υποστηρίζεται και από το μητρώο των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εφόσον, ο Κατηγορούμενος δεν έχει δηλωμένες στις εν λόγω υπηρεσίες του κράτους, ασφαλιστέες αποδοχές από εργασία. Καθώς επίσης και από το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος, δεν έχει κανένα τραπεζικό λογαριασμό σε οποιοδήποτε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και δεν έχει ποτέ εγγραφεί στο μητρώο του Τμήματος Φορολογίας για σκοπούς Φόρου Εισοδήματος.
  11. Ο Κατηγορούμενος, λοιπόν, που δεν έχει εργαστεί ποτέ, και ο οποίος δεν έχει ισχυριστεί ότι προέρχεται από εύπορη οικογένεια από την οποία συντηρείτο, -σημειώνω εδώ, ότι, το μοναδικό στοιχείο που υπάρχει σχετικά με την οικονομική δυνατότητα της οικογένειας του Κατηγορουμένου, είναι ένας λογαριασμός όψεως που τηρεί ο πατέρας του Κατηγορουμένου σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, της περιόδου του μηνός Μαΐου του έτους 2018, που δείχνει πιστωτικό υπόλοιπο €14.840,29- ή ότι έχει οποιαδήποτε άλλη πηγή εισοδήματος -το γεγονός, ότι, για τις υπηρεσίες δικηγόρου σε αυτή την υπόθεση, αιτήθηκε από το Δικαστήριο, την παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, είναι επίσης ενδεικτικό-, κατά την περίοδο που, βάσει του Άρθρου 7
(2)(α) του Νόμου, έχει ως έναρξη της, την 27/05/2013, ήταν ιδιοκτήτης των αναφερόμενων, στην Αίτηση του Αιτητή, περιουσιακών στοιχείων, -ήτοι, των συγκεκριμένων μηχανοκίνητων οχημάτων-, σε σχέση με τα οποία, δεν προσφέρθηκε από πλευράς του, καμία απολύτως μαρτυρία, σχετικά με το πως αποκτήθηκαν ή και τα μέσα, οικονομικά ή άλλως πως, από τα οποία αυτά αποκτήθηκαν, αλλά και σε ποια τιμή, αν αγοράστηκαν, πληρώθηκαν.
  1. Η ιδιοκτησία, «πλεονάζουσας», κατά την κρίση του Δικαστηρίου, [αν ληφθούν υπόψη: τα οικονομικά δεδομένα του Κατηγορουμένου ως ανωτέρω; η καταδίκη του στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης; και η προηγούμενη καταδίκη του για ομοειδή αδικήματα], περιουσίας αυτού του τύπου, -επαναλαμβάνω, πρόκειται για πρόσωπο σχετικά νεαρό σε ηλικία, χωρίς παρελθόν νόμιμης επιχειρηματικής δραστηριότητας ή εργασίας, μη προερχόμενο από υψηλής οικονομικής τάξης οικογένεια-, η οποία έχει αποκτηθεί σε ένα σχετικά μικρό χρονικό διάστημα, καταδεικνύει, στην απουσία αποδεκτής μαρτυρίας περί του αντίθετου -και βεβαίως, στον σχετικό βαθμό απόδειξης-, ότι δεν αποκτήθηκε από έσοδο, πληρωμή ή αμοιβή από νόμιμες δραστηριότητες.
  2. Ο Κατηγορούμενος, ισχυρίστηκε, ότι, τέσσερα από τα εν λόγω μηχανοκίνητα οχήματα του, τα πώλησε, και ότι, από το προϊόν της πώλησης τους, με την οικονομική στήριξη και του πατέρα του, αγόρασε, επτά ημέρες μετά την αποφυλάκιση του, πληρώνοντας €30.000, το προαναφερόμενο μηχανοκίνητο όχημα, μάρκας Dodge, μοντέλο Durango, που έχει δεσμευτεί με διαταγή του Δικαστηρίου.
  3. Για το γεγονός της πληρωμής του εν λόγω ποσού, για την αγορά του προαναφερόμενου οχήματος, ο Κατηγορούμενος, πέραν από τον ισχυρισμό που πρόβαλε στο Δικαστήριο, δεν παρουσίασε κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς τεκμηρίωση. Όπως δεν παρουσίασε, κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς τεκμηρίωση, και σχετικά με την είσπραξη, και για ποιο ποσό, από την πώληση των μηχανοκίνητων οχημάτων που ισχυρίστηκε ότι πώλησε, ως ανωτέρω.
  4. Είναι, εν προκειμένω, αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι, σχετικά με την πώληση του μηχανοκίνητου οχήματος, που ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι πώλησε στην XXXXX Γρηγορίου [ή στην XXXXX Τσακκούρα], η εγγεγραμμένη, τελικά αυτού, ιδιοκτήτης, αναφέρει ότι, η ίδια, δεν πλήρωσε στον Κατηγορούμενο κανένα ποσό, παρά μόνο υπέγραψε το έντυπο αποδοχής της μεταβίβασης της ιδιοκτησίας του.
  5. Περαιτέρω, αξιοσημείωτο, εν προκειμένω, είναι και το γεγονός, ότι, το συγκεκριμένο μηχανοκίνητο όχημα που ο Κατηγορούμενος αγόρασε, -επαναλαμβάνω, επτά ημέρες μετά την αποφυλάκιση του-, μάρκας Dodge, μοντέλο Durango, φέρει «μη εργοστασιακή, βαλλιστική θωράκιση στον χώρο της καμπίνας επιβατών» (βλ. Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση της Αστ. XXXXX ημερομηνίας 22/05/2020), κάτι, που, με τα δεδομένα της ζωής στην Δημοκρατία, μόνον σε εγκληματικό τρόπο ζωής («criminal lifestyle») μπορεί να παραπέμπει.
  6. Το σημαντικό, βεβαίως, εδώ, ανεξαρτήτως των προαναφερόμενων, -και το οποίο ο Κατηγορούμενος, δεν αντιμετώπισε καν με την μαρτυρία του, [ανεξαρτήτως δηλαδή της μη αποδοχής της μαρτυρίας που προσέφερε κατά την ακρόαση της υπόθεσης]-, ήταν, η δικαιολόγησης, [εξ αρχής και δη με ποια μέσα και για ποιο ποσό], της απόκτησης των αναφερόμενων στην Αίτηση μηχανοκίνητων οχημάτων, που, κατά τους ισχυρισμούς του, πωλήθηκαν για να εισπράξει χρήματα και να αποκτήσει δια της πληρωμής τους και με την οικονομική βοήθεια του πατέρα του, το εν λόγω μηχανοκίνητο όχημα μάρκας Dodge, μοντέλο Durango.
  7. Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου, για απόκτηση, κατά την περίοδο, από τον Ιούνιο του έτους 2018, μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 2019, δηλαδή, μέσα σε περίοδο μόλις ενός εξαμήνου, από κέρδη στοιχηματικής δραστηριότητας στον Ιππόδρομο, συνολικού ποσού €52.834,50, με τα οποία υποστηρίζει ότι έχει αγοράσει τα προαναφερόμενα χρυσαφικά που έχουν δεσμευτεί με διαταγή του Δικαστηρίου, αυτοί, εν όψει της μαρτυρίας και του Θεοδοσίου, δεν γίνονται αποδεκτοί, ως εξωπραγματικοί.
  8. Η μαρτυρία του Θεοδοσίου, όπως έχει αναλυθεί από την Αστ. XXXXX και μετά από εξέταση της διαπιστώνεται και από το Δικαστήριο, καταδεικνύει ότι, όλα αυτά τα κουπόνια στοιχήματος Ιπποδρομιών που ο Κατηγορούμενος παρουσίασε στο Δικαστήριο ότι κερδηθήκαν από αυτόν, παρά το γεγονός ότι είναι στην κατοχή του, δεν μπορεί να είναι δικά του ή, σε κάθε περίπτωση, όλα δικά του.
  9. Σε ότι αφορά αυτό τον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου, κατ' αρχήν, ξενίζει το γεγονός -που πλήττει βεβαίως την αξιοπιστία του Κατηγορουμένου-, ότι, ο Κατηγορούμενος, που, ως προαναφέρθηκε, δεν εργαζόταν και δεν είχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εισόδημα από εργασία, ή από άλλη νόμιμη πηγή, κατέβαλε, συνολικά, ένα ποσό της τάξης των €5.641,10, για να στοιχηματίσει στον Ιππόδρομο. Και αυτό, σημειώνεται, να είναι ένα ποσό που παρουσιάζεται να αφορά, μόνο κερδισμένα κουπόνια στοιχήματος Ιπποδρομιών.
  10. Αυτό, βεβαίως, από μόνο του ως γεγονός, δεν θα μπορούσε να επιδράσει ιδιαίτερα αρνητικά σε βάρος του Κατηγορουμένου, εάν, τα υπόλοιπα στοιχεία που προκύπτουν σχετικά με τον εν λόγω ισχυρισμό του, δεν είχαν και αυτά αρνητική επίδραση για την αξιοπιστία της μαρτυρίας του.
  11. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Θεοδοσίου, σχετικά με τα 164 κουπόνια στοιχήματος Ιπποδρομιών που ο Κατηγορούμενος παρουσίασε στο Δικαστήριο ότι κερδηθήκαν από αυτόν, δεν μπορεί να διαπιστωθεί, είτε από την όψη τους, είτε από την Λέσχη Ιπποδρομίων Λευκωσίας, η κυριότητα τους. Δηλαδή, ποιο πρόσωπο πράγματι στοιχημάτισε ή και εξαργύρωσε αυτά. Και αυτό, στην προκείμενη περίπτωση, αποκτά ιδιαίτερη σημασία, εφόσον, σύμφωνα με την μαρτυρία των Θεοδοσίου και Αστ. XXXXX, προκύπτει, ότι, πολλά από αυτά, αν λάβει κανείς υπόψη, την ώρα που υποβλήθηκε το στοίχημα, την τερματική μηχανή που αυτό έγινε και την ώρα εξαργύρωσης του ως κερδισμένου και από ποια τερματική μηχανή, είναι παράλογο να έχουν ως κύριο τους το ίδιο πρόσωπο.
  12. Αξιοσημείωτο, εν προκειμένω, είναι και το γεγονός, ότι, ο Κατηγορούμενος, είχε και στο παρελθόν, λόγω καταδίκης του σε αδικήματα περί ναρκωτικών ουσιών, βάσει του προαναφερόμενου Νόμου 29/1977, αντιμετωπίσει διαδικασία δήμευσης περιουσιακών του στοιχείων, την οποία, όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς του εν προκειμένω που δεν αμφισβητήθηκαν, αντιμετώπισε «επιτυχώς», δια της προβολής, και πάλι, ισχυρισμού περί κερδών του στον Ιππόδρομο και δια της προσκόμισης αριθμού κουπονιών στοιχήματος Ιπποδρομιών προς τεκμηρίωση. Αυτό το γεγονός, ίσως να απαντά, στο εύλογο ερώτημα που γεννάται υπό τις περιστάσεις, γιατί κάποιος σαν τον Κατηγορούμενο, που δεν υποβάλλει καν φορολογικές δηλώσεις για σκοπούς Φόρου Εισοδήματος, να φυλάσσει, και μάλιστα σε κιβώτιο ασφαλείας, κερδισμένα και εξαργυρωμένα κουπόνια στοιχήματος Ιπποδρομιών, που, μετά και την εξαργύρωση τους, δεν έχουν κανένα προφανή νόμιμο σκοπό να εξυπηρετήσουν.
  13. Σε κάθε περίπτωση, και ανεξαρτήτως της εκτίμησης της προσαχθείσας από πλευράς Κατηγορουμένου μαρτυρίας ως ανωτέρω, κατά την κρίση μου, ο Κατηγορούμενος, δηλαδή, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι η εν λόγω μαρτυρία που προσήγαγε στο Δικαστήριο για την υπόθεση του, εκτιμιότανε θετικά από το Δικαστήριο και γινόταν αποδεκτή, δεδομένης της προαναφερόμενης μαρτυρίας των Θεοδοσίου και Αστ. XXXXX (βλ. ειδικότερα την παράγραφο 42 ανωτέρω), προς απόσειση του αποδεικτικού βάρους που έφερε σχετικά τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι τα εν λόγω περιουσιακά του στοιχεία αποκτήθηκαν από έσοδα του από την παράνομη δραστηριότητα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, όφειλε να παρουσίαζε, σαφέστερη αλλά και πιο συγκεκριμένη μαρτυρία αναφορικά με την κάθε περίπτωση κουπονιού στοιχήματος Ιπποδρομιών παρουσιάστηκε από πλευράς Αιτητή ότι καταδεικνύει να είναι παράλογο ο Κατηγορούμενος να είναι ο κύριος τους, με αναφορά σε πρόσωπα, τόπο, χρόνο και περιβάλλουσες περιστάσεις. Ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός του Κατηγορουμένου, [χωρίς, μάλιστα, ειδική διασύνδεση των Κουρτέλλα, Κωστουρή και Μαυράτσα με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα περιστατικά στοιχήματος, βάσει των 164 κουπονιών στοιχήματος Ιπποδρομιών, που παρουσίασε στο Δικαστήριο για την υπόθεση του],
(1)ότι, υπήρξαν περιπτώσεις, κατά τις οποίες, όταν ο ίδιος δεν μπορούσε να μεταβεί στον Ιππόδρομο ή σε πρακτορείο στοιχημάτων για να στοιχηματίσει, ζητούσε τηλεφωνικά από φίλους του να στοιχηματίσουν για λογαριασμό του, [κάποτε και από πέραν του ενός προσώπου, για να μπορούσε να καλυφθεί το στοίχημα του από τα χρήματα που έκαστος είχε στην κατοχή του και μπορούσε να διαθέσει]; ή και
(2)ότι, υπήρξαν περιπτώσεις, κατά τις οποίες, πήγαινε με φίλους του στον Ιππόδρομο, και για να συμμετάσχουν και αυτοί στην όλη διαδικασία, τους έδιδε οδηγίες, όπως, για λογαριασμό του, στοιχηματίσουν σε ιπποδρομιακή σειρά ή και να εξαργυρώσουν κερδισμένο κουπόνι στοιχήματος Ιπποδρομιών; υπό τις περιστάσεις, δεν θα ικανοποιούσε προς απόσειση του σχετικού βάρους που έφερε στην Αίτηση αυτή. 45. Κατ' ακολουθία των προαναφερόμενων, καταλήγω, ότι, ο Αιτητής, έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση του, σε ότι αφορά την υπό κρίση Αίτηση, εναντίον του Κατηγορουμένου, στον απαιτούμενο βαθμό. Ο Κατηγορούμενος, απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που του εναποτίθεται από το Άρθρο 7
(3)(α) του Νόμου, και οι προαναφερόμενες υποθέσεις προς όφελος του Αιτητή, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 7
(2)του Νόμου, ισχύουν ως γεγονός. 46. Δεν εντοπίζω, πρέπει να σημειωθεί, οτιδήποτε που θα δικαιολογούσε, το Δικαστήριο, να καταλήξει σε εύρημα ότι, οι προαναφερόμενες υποθέσεις προς όφελος του Αιτητή, δεν θα έπρεπε εξ αρχής να εφαρμοστούν, επειδή, όπως προνοείται στο Άρθρο 7
(3)(β) του Νόμου, σε μία τέτοια περίπτωση, θα υπήρχε σοβαρός κίνδυνος αδικίας σε βάρος του Κατηγορουμένου. Όπως αναφέρθηκε από Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση R v Jones a. o. [2006] EWCA Crim 2061, σε σχέση και με αναφορά στην ανάλογη σε διατάξεις νομοθετική πράξη και διάταξη στο Ηνωμένο Βασίλειο: «[13] It is only when considering the appropriateness of applying those assumptions that s 10
(6)bites. It is there in order to ensure that assumptions made under s 10 are not so unrealistic or so unjust in relation to a particular Defendant that they should not be made. It provides a means of moderating the ultimate calculation of benefit. [14] Section 10
(6)(a) is clear in its terms. As far as s 10
(6)(b) is concerned, the question will arise, in relation to any case, as to what will be considered unjust in the circumstances. The prosecution submit that whatever meaning one gives to the phrase "serious risk of injustice", that cannot include the fact that an order will create hardship. Support for that can be gleaned from Blackstone's Criminal Practice 2006, para E-217, at p 2129: "The risk of injustice must arise from the operation of the assumptions in the calculation of benefit and not from eventual hardship in the making of a confiscation order (Dore [1997] 2 Cr App Rep (S) 152; Ahmed [2005] 1 WLR 122). What is contemplated is some unjust contradiction in the process of assumption (eg double counting of income and expenditure), or between an assumption and an agreed factual basis for sentence (see Lunnon [2005] 1 Cr App Rep (S) 111; Lazarus [2005] Crim LR 64)." With that we agree. The purpose of the exercise is to ensure that there is ultimately a sensible calculation of benefit. It is not a discretionary exercise by the judge to determine whether or not it is fair to make an order against a particular Defendant.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 47. Βλ, επίσης, Banks on Sentence, Volume 1, 14η έκδοση, στην παράγραφο 21-72. 48. Ενώ, δεδομένων και των προνοιών του Άρθρου 7
(5)του Νόμου, εφόσον εναντίον του Κατηγορουμένου, δεν έχει στο παρελθόν εκδοθεί, οποιοδήποτε διάταγμα δήμευσης, δεν μπορεί να τίθεται, ως κώλυμα, για σκοπούς επιτυχούς κατάληξης της Αίτησης αυτής του Αιτητή, [ούτε και συνιστά, λόγω τούτου, κατάχρηση της διαδικασίας η υπό κρίση Αίτηση] το γεγονός ότι, παλαιότερη Αίτηση του, με αφορμή προηγούμενη καταδίκη του Κατηγορουμένου για αδικήματα που καλύπτονται από τον Νόμο, «εγκαταλείφθηκε», λόγω ισχυρισμών που πρόβαλε τότε ο Κατηγορούμενος.
  1. Καταλήγω, συνεπώς, ότι, η προαναφερόμενη περιουσία του Κατηγορουμένου, αντικείμενο της Αίτησης, που έχει δεσμευθεί προσωρινά από το Δικαστήριο, αποτελεί ρευστοποιήσιμη περιουσία, και κανένας από τους λόγους που έχει επικαλεστεί o Κατηγορούμενος για τη μη έκδοση του αιτούμενου υπό το στοιχείο (γ) της Αίτησης διατάγματος δήμευσης, ευσταθεί.
  2. Στις 26/02/2020, ο Κατηγορούμενος, αποδέχθηκε την έκδοση εναντίον του διατάγματος δήμευσης, στο βαθμό που αφορά το αιτητικό υπό το στοιχείο (β) της Αίτησης και ως εκ τούτου, δεδομένων των προνοιών του Άρθρου 11
(5)του Νόμου, βάσει των προνοιών του Άρθρου 7
(1)του Νόμου, καταληκτικά, η διαταγή που εκδίδω εναντίον του, ενσωματώνει και αυτή την πτυχή του αιτήματος του Αιτητή. Κατάληξης
  1. Εκδίδονται, κατά συνέπεια, διατάγματα δήμευσης εναντίον του Κατηγορουμένου, ως οι παράγραφοι (β) και (γ) της Αίτησης. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Στην εν λόγω υπόθεση, R v May [2008] 2 WLR 1131, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων (ως ήταν τότε), εν προκειμένω, ανέφερε τα εξής: «Full legislative effect was not given to the committee's recommendations on confiscation, but the report led to the enactment of a series of statutes directed to confiscation of the proceeds of criminal offending. The series began with the Drug Trafficking Offences Act 1986, and there followed (among the more important statutes) the Criminal Justice Act 1988, the Criminal Justice (International Co-operation) Act 1990, the Criminal Justice Act 1993, the Drug Trafficking Act 1994, the Proceeds of Crime Act 1995 and the Proceeds of Crime Act
  2. In these statutes the original confiscation regime established by the 1986 Act was modified, extended, elaborated and tightened, and effect was given to the obligations of the United Kingdom under the Vienna Convention against Illicit Traffic in Narcotic Drugs and Psychotropic Substances 1988 and the Council of Europe Convention on Laundering, Search, Seizure and Confiscation of the Proceeds of Crime
  3. But despite much refinement and differences between the 1986 and 1994 Acts on the one hand and the 1988, 1993 and 1995 Acts on the other, the essential structure of the 1986 regime has been retained. It requires the court, before making a confiscation order, to address and answer three questions: see R v Johnson [1991] 2 QB 249, 252-255; R v Dickens [1990] 2 QB 102, 105-
  4. The first question is: has the defendant (D) benefited from the relevant criminal conduct? If the answer to that question is negative, the inquiry ends. If the answer is positive, the second question is: what is the value of the benefit D has so obtained? The third question is: what sum is recoverable from D? In some cases (such as R v Chrastny (No 2) [1991] 1 WLR 1385, R v Walls [2003] 1 WLR 731 andR v Ahmed [2005] 1 WLR 122) there may be no dispute how one or more of these questions should be answered, but the questions are distinct and the answer given to one does not determine the answer to be given to another. The questions and answers should not be elided. 9 Although "confiscation" is the name ordinarily given to this process, it is not confiscation in the sense in which schoolchildren and others understand it. A criminal caught in possession of criminally-acquired assets will, it is true, suffer their seizure by the state. Where, however, a criminal has benefited financially from crime but no longer possesses the specific fruits of his crime, he will be deprived of assets of equivalent value, if he has them. The object is to deprive him, directly or indirectly, of what he has gained. "Confiscation" is, as Lord Hobhouse of Woodborough observed in In re Norris [2001] 1 WLR 1388, para 12, a misnomer.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.