← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΖΑΧΑΡΙΟΥ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 15288/2016, 9/7/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΖΑΧΑΡΙΟΥ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 15288/2016, 9/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B249 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 15288/2016 Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορο -εναντίον -

  1. XXXXX ΖΑΧΑΡΙΟΥ
  2. XXXXX ΖΑΧΑΡΙΟΥ
  3. XXXXX ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 09/07/
  4. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3: κ. Β. Κ. Μπίσσας και κα Α. Μιτίδου. Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, Παρόντες. _________________________________________________________________________________ ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο και άλλα εισαγωγικά
  5. Η υπόθεσης αυτή, έχει τα χαρακτηριστικά πολλών άλλων υποθέσεων που τίθενται πολύ συχνά ενώπιον του Δικαστηρίου, που αφορούν ισχυρισμούς μεταξύ προσώπων που έχουν σχέση ιδιοκτήτη - ενοικιαστή και ταυτόχρονα, γειτονίας, για την διάπραξη ποινικών αδικημάτων, απόρροια, ως τελικώς διαπιστώνεται, διαφορών τους, ή της κλιμάκωσης διαφορών τους, που έχουν ως βάση τους, την προαναφερόμενη σχέση τους.
  6. Συναφώς, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, διαπιστώνονται τα εξής αδιαμφισβήτητα γεγονότα.
  7. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 είναι συγγενείς. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι σύζυγοι. Είναι πρόσωπα προχωρημένης ηλικίας, συνταξιούχοι. Ο Κατηγορούμενος 3, είναι αδελφότεκνος τους. Είναι πρόσωπο νεαρής αλλά ώριμης ηλικίας. Η οικία του, γειτνιάζει με αυτή των Κατηγορουμένων 1 και
  8. Βρίσκονται ισόγεια, η μία δίπλα στην άλλη.
  9. Οι XXXXX Ξάνθου και XXXXX Ιωάννου, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν σύντροφοι. Είναι, όπως και ο Κατηγορούμενος 3, πρόσωπα νεαρής αλλά ώριμης ηλικίας. Ενοικίαζαν από τους Κατηγορουμένους 1 και 2 και κατοικούσαν, μαζί με τα δύο τους ανήλικα παιδιά, σε οικία που βρίσκεται ανώγεια, πάνω από την οικία των Κατηγορουμένων 1 και
  10. Το επίδικο περιστατικό, έλαβε χώρα το πρωινό [προς το μεσημέρι] της 10ης/03/2016, στην κουζίνα της οικίας των Κατηγορουμένων 1 και
  11. Αρχικά, εμπλεκόμενοι σε αυτό, ήταν οι Κατηγορούμενη 1 και XXXXX Ιωάννου. Σε αυτό, κατά την εξέλιξη του, αναμείχθηκαν και οι XXXXX Ξάνθου, Κατηγορούμενος 2 και Κατηγορούμενος
  12. Αιτία για αυτό, συζήτηση της Κατηγορούμενης 1 με την XXXXX Ιωάννου, για ζήτημα που αφορούσε την προαναφερόμενη ενοικίαση της οικίας των Κατηγορουμένων 1 και 2 στους XXXXX Ξάνθου και XXXXX Ιωάννου, η οποία εξελίχθηκε σε φιλονικία. Κατά την διάρκεια του επίδικου περιστατικού, είναι η θέση του Κατήγορου, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, διέπραξαν, έκαστος, ποινικό αδίκημα, με θύμα τον XXXXX Ξάνθου.
  13. Στην Κατηγορούμενη 1, ο Κατήγορος, καταλογίζει το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, ενώ στους Κατηγορούμενους 2 και 3, το αδίκημα της απειλής. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 που σχημάτισε για αυτούς ο Κατήγορος, η Κατηγορούμενη 1, εξύβρισε τον XXXXX Ξάνθου, αποκαλώντας τον «αχαΐρευτο», κατά τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Ενώ, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, αντιστοίχως, προκάλεσαν, δια λεκτικής απειλής, τρόμο στον XXXXX Ξάνθου. Ειδικότερα, είναι η θέση του Κατήγορου για τα γεγονότα, ότι, ο Κατηγορούμενος 2, είπε στον XXXXX Ξάνθου, «εννα πάω να πιάσω το όπλο του γιού μου τζαι εννα σε παίξω όπως τον σιήλλο». Και ότι, ο Κατηγορούμενος 3, είπε στον XXXXX Ξάνθου, «εν ηξέρης ποιος είμαι εγώ και ποιους ξέρω εγώ του υπόκοσμου».
  14. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, δεν παραδέχθηκαν το κατηγορητήριο τους, και διεξήχθη ακρόασης, για να διαπιστωθούν από το Δικαστήριο τα γεγονότα, που, μέχρι και την ολοκλήρωση της, παρέμειναν επίδικα, ώστε να αξιολογηθούν για να αποφασιστεί η ευθύνη των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 για τις πράξεις που τους καταλογίζονται. Η νομική πτυχή του κατηγορητηρίου
  15. Η αδικοπραγία που καταλογίζεται στους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3, ως ανωτέρω, προκύπτει από διατάξεις του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»).
  16. Σύμφωνα με το Άρθρο 99 του Κεφ. 154: «
  17. Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.».
  18. Ενώ, σύμφωνα με το Άρθρο 91Α του Κεφ. 154: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία

(3)έτη.». Η προσαχθείσα μαρτυρία
  1. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, προς απόδειξη της υπόθεσης του Κατήγορου, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν, τα ακόλουθα πρόσωπα: i. Ο Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Παντελή (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»); ii. Ο Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Παναγιώτου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2») iii. Ο XXXXX Ξάνθου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ3»); και, iv. Η XXXXX Ιωάννου (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ4»).
  2. Με την ολοκλήρωση της παρουσίασης της υπόθεσης του Κατήγορου και την κλήση των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 σε απολογία, προς υπεράσπιση τους, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, που είχαν κοινή εκπροσώπηση, παρουσίασαν μόνο τις ανώμοτες δηλώσεις των Κατηγορουμένων 1 και 3 και καμία μαρτυρία. Ο Κατηγορούμενος 2, όπως δηλώθηκε στο Δικαστήριο μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης του, σχετικά με τα γεγονότα, επέλεξε να παραμείνει σιωπηλός. Η προσκομισθείσα μαρτυρία, τα ισχυριζόμενα γεγονότα και η εκτίμησης τους από το Δικαστήριο
  3. Είχα την δυνατότητα, στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακρόασης της υπόθεσης αυτής, να αποκομίσω, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρω στην συνέχεια, τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από τους διαδίκους, έχοντας παρακολουθήσει επιστάμενά τα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν, τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσαν, και τη λογική που, με βάση την ανθρώπινη εμπειρία, η μαρτυρία τους ανέδυε, σε συνάρτηση με τα δεδομένα της υπόθεσης. Έχω, για τις διαπιστώσεις μου τις οποίες παραθέτω στην συνέχεια, εκτιμήσει την μαρτυρία, στο σύνολο της, και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά. Βλ. Brierley v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. Επισημαίνω εν προκειμένω, ότι, τις ανώμοτες δηλώσεις των Κατηγορουμένων 1 και 3, οι οποίες, σύμφωνα με την νομολογία, δεν αποτελούν μαρτυρία (βλ. Εφραιμίδου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/2013, 02/05/2014), τις εξετάζω και αξιολογώ, ως στην συνέχεια αναφέρω, για να καταλήξω ως προς τη βαρύτητα ή αξία που μπορεί υπό τις περιστάσεις να τους δοθεί, μέσα στο σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Α. Δ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, 22/06/2016, Κοφτερος ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 187/2010, 20/02/2012).
  2. Μετά από εκτίμηση της μαρτυρίας, έχω καταλήξει ότι, κανένας από τους ΜΚ2 και ΜΚ3, δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, το τι πραγματικά έγινε κατά το επίδικο περιστατικό ή όλη την αλήθεια σχετικά με τα επίδικα γεγονότα. Εντοπίζεται στην μαρτυρία τους, ανακολουθία ισχυρισμών, αντιφάσεις μεταξύ των εκδοχών για τα γεγονότα που υποστηρίχθηκαν, που καθιστούν την μαρτυρία τους, μη ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων για τα επίδικα ζητήματα. Των μόνων που αποδέχομαι την μαρτυρία, για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου, είναι των ΜΚ1 και ΜΚ2, οι οποίοι μου έκαναν καλή εντύπωση ως μάρτυρες. Η μαρτυρία τους ήταν, ως προκύπτει από τα γεγονότα, αμερόληπτη, συνεκτική και λογική. Η μαρτυρία τους, αν και διερευνήθηκε μέσα από την αντεξέταση τους από τους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3, σε καμία περίπτωση δεν επλήγη επί του γνωστικού της μέρους για να μπορούσε να μην γίνει αποδεκτή. Εν όψει της κατάληξης μου αυτής, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, τι βαρύτητα έχουν οι ανώμοτες δηλώσεις των Κατηγορουμένων 1 και 3, τις οποίες, όπως προανέφερα, είχα υπόψιν μου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας και οι οποίες απλά σημειώνω, σε κάθε περίπτωση, δεν παρέχουν έδαφος, για διαφορετική αξιολόγηση της μαρτυρίας των ΜΚ2 και ΜΚ
  3. Θα εξηγήσω, βεβαίως, γιατί έχω καταλήξει ως ανωτέρω.
  4. Άμεση μαρτυρία, για τα επίδικα γεγονότα, δόθηκε από τους ΜΚ3 και ΜΚ
  5. Σύμφωνα με τον ΜΚ3, η Κατηγορούμενη 1, αποκαλώντας τον «αχαΐρευτε», τον εξύβρισε.
  6. Ο ΜΚ3, αναφέρθηκε, για πρώτη φορά, στο γεγονός αυτό, όταν στις 15/03/2016, δηλαδή, πέντε ημέρες μετά το επίδικο περιστατικό, του ελήφθη ανακριτική κατάθεση από τον ΜΚ1 για την Αστυνομία κατά την διερεύνηση της υπόθεσης. Όπως, στην ανακριτική του κατάθεση, Τεκμήριο 12, καταγράφεται ότι αναφέρθηκε από τον ΜΚ3, η Κατηγορούμενη 1, του είπε, «πάενε που δαχαμέ ρε αχαΐρευτε».
  7. Κατά την ακρόαση της μαρτυρίας του από το Δικαστήριο, σημειώνεται, ο ΜΚ3, υιοθέτησε το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης του προς την Αστυνομία, Τεκμήριο 12, ως ορθό και αληθές. Περαιτέρω εξεταζόμενος από την εκπρόσωπο του Κατήγορου για το επίδικο περιστατικό, ο ΜΚ3, επανέλαβε τον ισχυρισμό του περί του ότι, η Κατηγορούμενη 1, αποκαλώντας τον, «αχαΐρευτο», τον εξύβρισε. Η μαρτυρία του όμως, σχετικά με αυτό το γεγονός, ήταν συγκεχυμένη. Με τον τρόπο που ο ΜΚ3 εξιστόρησε το συμβάν κατά την κυρίως εξέταση του, δεν έγινε αντιληπτό, πότε, κατά την θέση του, η Κατηγορούμενη 1, στο όλο περιστατικό, -στην αλληλουχία, δηλαδή, των ισχυριζόμενων από πλευράς του γεγονότων-, του είπε αυτή την λέξη. Η αναφορά του, κατά την κυρίως εξέταση του, στο εν λόγω κατά τους ισχυρισμούς του γεγονός, ήταν αόριστη. «Ξεκάρφωτη», θα μπορούσε διαφορετικά να λεχθεί, των όσων άλλων γεγονότων ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο του επίδικου περιστατικού κατά την κυρίως εξέταση του, προβαλλόμενη και ενταγμένη σε αυτό γενικά, χωρίς λεπτομέρεια και αλληλουχία με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του.
  8. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3, επανέλαβε τον εν λόγω ισχυρισμό του. Υποστήριξε, ότι, η Κατηγορούμενη 1, του είπε, «πάενε που δαχαμέ ρε αχαΐρευτε», όταν, αφού η πρώην σύντροφος του, ΜΚ4, τον πληροφόρησε ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 με διαβήματα τους στην Υδατοπρομήθεια τους είχαν διακόψει την παροχή νερού στην οικία τους, ερώτησε την Κατηγορούμενη 1 τον λόγο για αυτή τους την πράξη. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ3, η Κατηγορούμενη 1, τότε, του αποκρίθηκε, «έτσι, για να φύετε» και μετά τον αποκάλεσε, ως προαναφέρθηκε, «αχαΐρευτο». Παρά ταύτα, το πότε κατά το επίδικο συμβάν, κατά τους ισχυρισμούς του ΜΚ3, η εξύβρισης του από την Κατηγορούμενη 1 έλαβε χώρα, και πάλι δεν ήταν σαφής. Η θέση του αυτή του ΜΚ3, είναι σημαντικό να σημειωθεί, δεν έγινε αποδεκτή από πλευράς της Κατηγορουμένης 1, η οποία, μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης της, κατά την αντεξέταση του, του υπέβαλε, ότι, ουδέποτε τον εξύβρισε χρησιμοποιώντας την εν λόγω λέξη.
  9. Η αοριστία του εν λόγω ισχυρισμού του ΜΚ3, δεδομένης της αμφισβήτησης του από πλευράς της Κατηγορούμενης 1, δημιουργεί αμφιβολία ως προς την πραγματικότητα του, αν ληφθεί υπόψη και το γεγονός, ότι, η πρώην σύντροφος του, ΜΚ4, στην δική της κατάθεση προς την Αστυνομία κατά την διερεύνηση της υπόθεσης στις 14/03/2016, Τεκμήριο13, -δηλαδή, που εδόθη στον ΜΚ1, τέσσερεις ημέρες μετά το επίδικο περιστατικό και μία ημέρα πριν την ανάκριση του ΜΚ3 από την Αστυνομία στις 15/03/2016, ως παρουσιάζεται από το Τεκμήριο 12-, καμία αναφορά δεν κάνει ότι η Κατηγορούμενη 1 εξύβρισε τον πρώην σύντροφο της, ΜΚ3, ή ότι του ανέφερε, «πάενε που δαχαμέ ρε αχαΐρευτε» ή ότι τον αποκάλεσε, «αχαΐρευτο».
  10. Αν και, η ΜΚ4, κατά την εξέταση της ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ισχυρίστηκε ότι, η Κατηγορούμενη 1, εξύβρισε τον πρώην σύντροφο της, ΜΚ3, δεν έδωσε σαφές περιεχόμενο σε αυτό της τον ισχυρισμό. Κατά την κυρίως εξέταση της, εν προκειμένω, η ΜΚ4 ανέφερε απλά ότι, ο πρώην σύντροφος της, ΜΚ3, εξυβρίστηκε από την Κατηγορούμενη 1, μετά που επενέβη για να την απομακρύνει από κοντά της, όταν στα πλαίσια της φιλονικίας τους, η τελευταία την έσπρωχνε με τα χέρια της από τους ώμους. Δεν ανέφερε η ΜΚ4, τι ακριβώς ήταν που η Κατηγορούμενη 1 είπε στον πρώην σύντροφο της, ΜΚ3, που ήταν εξυβριστικό. Και ως προκύπτει, οι σχετικοί ισχυρισμοί της, δεν υποστηρίζουν αυτούς του πρώην συντρόφου της, ΜΚ4, ο οποίος υποστήριξε ότι, η Κατηγορούμενη 1, τον εξύβρισε, μετά από την ερώτηση που της υπέβαλε σχετικά με τους λόγους που την οδήγησαν με τον σύζυγο της, Κατηγορούμενο 2, να τους διακόψουν, στην οικία τους, την υδατοπρομήθεια, και όχι ως αντίδραση της Κατηγορούμενης 1 στην επέμβαση του για να την απομακρύνει από κοντά της. Όπως, μάλιστα, ο ΜΚ3, υποστήριξε, σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του, η εξύβρισης του από την Κατηγορούμενη 1, έλαβε χώρα, πριν η Κατηγορούμενη 1, σπρώξει την τότε συμβία του, ΜΚ
  11. Προκύπτει, συνεπώς, μία ουσιώδης αντίφαση, μεταξύ των ισχυρισμών των ΜΚ3 και ΜΚ4, για το επίδικο αυτό γεγονός.
  12. Πέραν τούτων, προβληματίζει και το γεγονός, ότι, η ΜΚ4, που όπως προανέφερα, στην κατάθεση της για το περιστατικό στην Αστυνομία, Τεκμήριο 13, καμία αναφορά δεν κάνει ότι ο πρώην σύντροφος της, ΜΚ3, εξυβρίστηκε από την Κατηγορούμενη 1, κατά την ακρόαση της μαρτυρίας της από το Δικαστήριο, όχι μόνο, ως προαναφέρθηκε, πρόβαλε για πρώτη φορά έναν τέτοιο ισχυρισμό σχετικά με το επίδικο περιστατικό, γενίκευσε αυτόν και μάλιστα κατά τρόπο αόριστο, εφόσον, σε κάποιο σημείο της κυρίως εξέτασης της, ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη 1 εξύβρισε και αυτήν -όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «συνέχισε να φωνάζει και να μας βρίζει»-, χωρίς όμως να αναφέρει, -και πάλι-, τι συγκεκριμένα η Κατηγορούμενη 1 τους ανέφερε που ήταν εξυβριστικό. Η ΜΚ4, είναι άξιο να σημειωθεί, προσπάθησε «να δώσει χρώμα» στον εν λόγω ισχυρισμό της, ώστε να γίνει πιο πειστική προς το Δικαστήριο, όταν εν συνεχεία, κατά την κυρίως εξέταση της, ισχυρίστηκε, ότι, η Κατηγορούμενη 1, εξύβρισε τον ΜΚ3, περισσότερο, υπονοώντας μάλιστα, και χειρότερα. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «Η κυρία Ελένη φώναζε, με έδερε, έβριζε τον Στέλιο, να μην σας πω τις λέξεις που χρησιμοποίησε, .». Προβληματίζει όμως και πάλι, αφενός το γεγονός, ότι, τίποτα από αυτά δεν είχαν αναφερθεί στην κατάθεση της ΜΚ4 στην Αστυνομία, Τεκμήριο 13, -ειδικότερα αν αναλογιστεί κανείς ότι, ο τότε σύντροφος της, ΜΚ3, την αμέσως επόμενη, από την κατάθεση της ΜΚ4 στην Αστυνομία, ημέρα, που εκλήθη για να ανακριθεί από την Αστυνομία, όπως φαίνεται και από το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης, Τεκμήριο 12, αν και αρνήθηκε να απαντήσει τις ερωτήσεις του ΜΚ1, για την εξύβριση του από την Κατηγορούμενη 1, υπέβαλε παράπονο, περιοριζόμενος όμως στον χαρακτηρισμό του από την Κατηγορούμενη 1 ότι είναι «αχαΐρευτος», μη αναφερόμενος σε οτιδήποτε άλλο, χειρότερο. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, αυτό το γεγονός, λογικά, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της εν προκειμένω, δεν θα αποτελούσε λεπτομέρεια για την ΜΚ4 και θα το ανέφερε στην κατάθεση της στην αστυνομία- και αφετέρου, επειδή, και πάλι, η ΜΚ4 δεν αναφέρει τι ήταν αυτό που ελέχθη στον πρώην σύντροφο της, ΜΚ3, από την Κατηγορούμενη 1, που ήταν εξυβριστικό. Η μαρτυρία της ΜΚ4, εν προκειμένω, χάνει ακόμη περισσότερο από την αξιοπιστία της, όταν, αντεξεταζόμενη από πλευράς Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, σε κάποιο σημείο, ανέφερε ότι, η εξύβρισης του πρώην συντρόφου της, ΜΚ3, έλαβε χώρα, μπροστά, ή και μπροστά, των ΜΚ1 και ΜΚ2, αστυνομικών, που κατέφθασαν μετά από σχετική κλήση στην σκηνή. Κανένας τέτοιος ισχυρισμός, σημειώνεται, δεν προβλήθηκε, ακόμη και από τον ίδιο τον πρώην σύντροφο της, ΜΚ
  13. Ούτε και φυσικά κατατέθηκε κάτι τέτοιο ως γεγονός από τους ΜΚ1 και ΜΚ2 κατά την ακρόαση της μαρτυρίας τους από το Δικαστήριο.
  14. Συμπέρασμα, για το εν λόγω ζήτημα, στο οποίο έχω καταλήξει, αφού έχω εξετάσει την προσκομισθείσα μαρτυρία στο σύνολο της. Έχω, για τους λόγους που αναφέρω αμέσως μετά, καταλήξει ότι, η μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ4, είναι αναξιόπιστη. Οι παρατηρήσεις μου για την μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ4 που ακολουθούν, είναι ενδεικτικές του ευρήματος μου αυτού, προσθέτουν δε στους λόγους για τους οποίους δεν αποδέχομαι τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς τους περί της εξύβρισης του ΜΚ3 από την Κατηγορούμενη
  15. Ο ΜΚ4, πρόβαλε τον ισχυρισμό, ότι, ο Κατηγορούμενος 3 τον απείλησε. Αυτός, είναι ένας ισχυρισμός, τον οποίο ο ΜΚ3 πρόβαλε για πρώτη φορά, κατά την ανάκριση του στην Αστυνομία, από τον ΜΚ1, στις 15/03/
  16. Όπως καταγράφεται, στην ανακριτική κατάθεση του ΜΚ3, Τεκμήριο 12, ότι ανέφερε, ο Κατηγορούμενος 3 «τον απείλησε με την φράση "εν ηξέρης ποιος είμαι εγώ και ποιους ξέρω εγώ που τον υπόκοσμο"». Η κατάθεσης του αυτή, ως προαναφέρθηκε, του ελήφθη από τον ΜΚ1 στην Αστυνομία, πέντε ημέρες μετά το επίδικο περιστατικό. Σε κανένα προγενέστερο στάδιο, το γεγονός αυτό δεν καταγγέλθηκε στην Αστυνομία. Αυτό προβληματίζει. Όπως φαίνεται από την κατάθεση που ο ΜΚ3 έδωσε στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπόθεσης, η απειλή αυτή που δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο 3, σε συνδυασμό με την απειλή που δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 -σε αυτήν αναφέρομαι με περισσότερη λεπτομέρεια στην συνέχεια- του προκάλεσε φόβο. Εντούτοις, αυτή την απειλή που δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο 3, κατ' αντίθεση αυτής που δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο 2, -σε σχέση με την οποία το έπραξε αμέσως- όπως φαίνεται και μέσα από την μαρτυρία των Αστυφυλάκων, ΜΚ1 και ΜΚ2, ο ΜΚ3, δεν την κατήγγειλε στην Αστυνομία, όταν οι ΜΚ1 και ΜΚ3 κατέφθασαν στην σκηνή.
  17. Κατά την ακρόαση της μαρτυρίας του ΜΚ3 από το Δικαστήριο, ο ΜΚ3, κατά την κυρίως εξέταση του, ισχυρίστηκε ότι, η τότε σύντροφος του, ΜΚ4, είχε κάποια συζήτηση με την Κατηγορούμενη 1, σχετικά με την ενοικίαση από αυτήν και τον Κατηγορούμενο 2 της οικίας που διέμεναν, η οποία εντάθηκε και εξελίχθηκε σε φιλονικία. Ο ίδιος, όταν τις άκουσε να φωνάζουν, βρισκόταν στην δική τους οικία. Κατέβηκε στο ισόγειο όπου Κατηγορούμενη 1 και πρώην σύντροφος του, ΜΚ4, βρίσκονταν στην κουζίνα της οικίας των Κατηγορουμένων 1 και
  18. Είχε, όπως υποστήριξε, στα χέρια του, το μικρότερο σε ηλικία ανήλικο παιδί του. Εκεί, αφού πληροφορήθηκε από την τότε σύντροφο του, ΜΚ4, για τα της συζήτησης της με την Κατηγορούμενη 1, ήταν απλός θεατής, μέχρι που επέμβηκε για να απωθήσει την Κατηγορούμενη 1 από την πρώην σύντροφο του, ΜΚ4, -η οποία τότε ήταν εγκυμονούσα-, όταν η Κατηγορούμενη 1 την έσπρωξε. Την απώθησε με το ένα του χέρι, καθότι με το άλλο κρατούσε το παιδί του, μπαίνοντας στην συνέχεια ουσιαστικά μεταξύ τους, για να σταματήσει την επίθεση που η τότε σύντροφος του, ΜΚ4, δεχόταν από την Κατηγορούμενη
  19. Η Κατηγορούμενη 1, ανέφερε περαιτέρω ο ΜΚ3, στην συνέχεια, κάλεσε, φωνάζοντας, τον σύζυγο της, Κατηγορούμενο 2, ο οποίος βρισκόταν σε άλλο δωμάτιο του σπιτιού. Ισχυρίστηκε σε αυτόν, όταν κατέφθασε, ότι αυτός και η πρώην σύντροφος του, ΜΚ4, την χτύπησαν. Ο ίδιος, ανέφερε στον Κατηγορούμενο 2, ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε και εξήγησε τα γεγονότα. Εντούτοις, ο Κατηγορούμενος 2, έγινε απειλητικός και, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στην συνέχεια, του είπε ότι θα έπαιρνε το κυνηγετικό όπλο του υιού του για να τον πυροβολήσει. Λόγω, προφανώς, της φασαρίας και της αναστάτωσης, εξήλθε της οικίας του και ο Κατηγορούμενος 3, ο οποίος τον απείλησε και αυτός, ως προαναφέρθηκε. Μάλιστα, ο Κατηγορούμενος 3, είχε αναφέρει στον ΜΚ3, για τα της απειλής του, και συγκεκριμένο γνωστό πρόσωπο - όπως ο ΜΚ3 χαρακτηριστικά ανέφερε, ο Κατηγορούμενος 3 του ανέφερε «όνομα γνωστού νονού του υπόκοσμου»-, για το οποίο, ο ΜΚ3, έχοντας για δέκα χρόνια στο παρελθόν υπηρετήσει ως δεσμοφύλακας στις Κεντρικές Φυλακές, γνώριζε ότι ανήκε στην συγκεκριμένη κατηγορία ατόμων. Ένεκα τούτων, οι απειλές του Κατηγορουμένου 3, του προκάλεσαν φόβο. Μάλιστα, πέντε ημέρες μετά το επίδικο περιστατικό, -την ίδια ημέρα, αλλά μετά που ο ΜΚ3 έδωσε την κατάθεση του στον ΜΚ1 στην Αστυνομία για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης-, ο φόβος του, σε κάποιο βαθμό επαληθεύτηκε, εφόσον δέχθηκε τηλεφώνημα από πρόσωπο που ενεργούσε για τον προαναφερόμενο «νονό του υποκόσμου», από απόκρυψη, ο οποίος και, σε ότι αφορούσε την σχέση του με τους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3, του προέβη σε «συστάσεις». Στην συνέχεια, και επειδή ο ΜΚ3 «αντέδρασε» στα λεγόμενα του εν λόγω προσώπου, σε σύντομο χρόνο μετά, του τηλεφώνησε ο ίδιος ο «νονός του υποκόσμου», στον οποίο εξήγησε και αυτός αντιλήφθηκε, ότι δεν ευθυνόταν για κάτι. Εντούτοις, η όλη κατάσταση, τους είχε φοβίσει με την τότε σύντροφο του, ΜΚ4, για αυτό και αποφάσισαν να μετακομίσουν από την οικία που ενοικίαζαν από τους Κατηγορουμένους 1 και 2 «άρον - άρον». Στον χρόνο αυτό, η τότε σύντροφος του, ΜΚ4, απέβαλε, λόγω τους άγχους της, και το παιδί τους. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3, υποστήριξε, ότι, ο Κατηγορούμενος 3, όταν τον απείλησε, βρισκόταν εξωτερικά της δικής του οικίας, που, ως προαναφέρθηκε, συνορεύει με την οικία των Κατηγορουμένων 1 και 2, στο σημείο όπου βρίσκεται διαχωριστική περίφραξη («κάγκελο»), πλησίον της εισόδου στην κουζίνα της οικίας των Κατηγορουμένων 1 και
  20. Δέχθηκε, ισχυρίστηκε ο ΜΚ3, την συγκεκριμένη απειλή από τον Κατηγορούμενο 3, όταν εξήλθε της οικίας των Κατηγορουμένων 1 και 2, από την πόρτα της κουζίνας, για να ανέβει στην δική του οικία, και πλησίασε τον Κατηγορούμενο
  21. Η προαναφερόμενη μαρτυρία του ΜΚ3, που, ως προαναφέρθηκε, παρουσιάζεται, σύμφωνα με την υπόθεση του Κατήγορου, το θύμα της παράνομης δράσης των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, ελέγχεται από την μαρτυρία της πρώην συμβίας του, ΜΚ4, η οποία, ως είναι κοινώς παραδεκτό από τους διαδίκους, ήταν παρούσα καθ' όλη την διάρκεια του επίδικου περιστατικού και εμπλεκόμενη σε αυτό. Στην μαρτυρία τους, προκύπτουν αντιφάσεις. Αρκετές, και για γεγονότα ουσιώδη, που δημιουργούν στο Δικαστήριο αμφιβολία για την πραγματικότητα των ισχυρισμών τους. Κατ' αρχήν, σε αντίθεση με τον ΜΚ3, η ΜΚ4, στην Αστυνομία, στις 14/03/2016, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 13, στον ΜΚ1, τα γεγονότα τα κατέθεσε διαφορετικά. Όπως παρατηρείται, παρά το γεγονός, ότι, κατά την ακρόαση της μαρτυρίας της από το Δικαστήριο, η ΜΚ4, επιχείρησε να υποστηρίξει διαφορετικά, -προφανώς για να στηρίξει την μαρτυρία του ΜΚ3 που είχε ήδη δοθεί στο Δικαστήριο και την οποία δεν έχω πεισθεί ότι δεν συζήτησε μαζί του-, στην κατάθεση της στην Αστυνομία, Τεκμήριο 13, προκύπτει ότι ισχυρισμός της ήταν, ότι ο ΜΚ3, τότε σύντροφος της, στο επίδικο περιστατικό, παρόν ήταν μόνος του και δεν είχε μαζί του το μικρότερο σε ηλικία ανήλικο τέκνο τους. Ο ΜΚ3, προφανώς, εν όψει του ισχυρισμού της Κατηγορούμενης 1 ότι την χτύπησε, αναφέρθηκε στο γεγονός αυτό, για να υποστηρίξει, ως γίνεται αντιληπτό, ότι, δεν θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις, εφόσον είχε στην αγκαλιά του και το παιδί του, να επιτεθεί και χτυπήσει την Κατηγορούμενη
  22. Αυτός του ο ισχυρισμός, -εκτός του ότι, σε ότι αφορά αυτόν, ήταν ανακόλουθος και αντιφατικός: σε κάποιο σημείο της μαρτυρία του, λέγει ότι κρατούσε το παιδί του όταν επενέβη για να απωθήσει την Κατηγορούμενη 1 από την ΜΚ4, ενώ σε κάποιο άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ότι το είχε αφήσει κάτω κοντά του; Για να υποστηρίξει μάλιστα ο ΜΚ3 τον ισχυρισμό του ότι κρατούσε το παιδί του στην αγκαλιά του, υπήρξε παράλογα αβέβαιος και για την ηλικία του παιδιού του κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ζήτημα βεβαίως που σχετίζεται και με την λογική του ισχυρισμού του, κατά πόσο υπήρχε ανάγκη να κρατά το παιδί του στην αγκαλιά του-, δεν υποστηρίζεται από τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της ΜΚ4, που προβλήθηκαν στην Αστυνομία τέσσερεις ημέρες μετά το επίδικο περιστατικό, εφόσον ξεκάθαρα ανέφερε ότι «Εγώ του φώναζα να φύγει από εκεί και να πάει στα μωρά μας που ήταν μόνα τους στο σπίτι .». Η δικαιολογία που έδωσε η ΜΚ4 κατά την ακρόαση της μαρτυρίας της, αντεξεταζόμενη, σχετικά με το ανακόλουθο αυτό του ισχυρισμού της, δεν με έπεισε και κατέδειξε ότι, προφανώς, με τον ΜΚ3, είχαν συζητήσει την μαρτυρία του στο Δικαστήριο που προηγήθηκε, και επιχειρούσε με τον τρόπο αυτό στην στήριξη της. Το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε στην κατάθεση της ΜΚ4, ως ανωτέρω, το οποίο υιοθέτησε ως ορθό δύο φορές, μία φορά όταν την υπέγραψε στην Αστυνομία ενώπιον του ΜΚ1 και μία στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της μαρτυρίας της όταν την κατέθεσε ως μέρος της μαρτυρίας της, δεν αφήνουν περιθώριο άλλης ερμηνείας, και δη αυτής που η ΜΚ4 ισχυρίστηκε. Περαιτέρω, όπως παρατηρείται, η ΜΚ4, για τα γεγονότα, και ειδικότερα για το γεγονός της αντίδρασης του ΜΚ3 που οδήγησε στο σπάσιμο του τραπεζιού της κουζίνας των Κατηγορουμένων 1 και 2, έδωσε διαφορετική χρονική αποτύπωση από ότι ο ΜΚ
  23. Σχετικά με το συγκεκριμένο αυτό γεγονός, ενώ ο ΜΚ3 ανέφερε ότι έγινε όταν πλέον παρόντες στην σκηνή ήταν και οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, λόγω [και] των απειλών που δεχόταν για να τους επισιτίσει [και] την προσοχή ότι έπρεπε να σταματήσουν, η ΜΚ5 ανέφερε ότι, το γεγονός αυτό έγινε, όταν στην σκηνή ήταν η Κατηγορούμενη 1 μόνο, ως ξέσπασμα του ΜΚ3 στην εξύβριση του από την Κατηγορούμενη 1, μετά και το περιστατικό που επενέβη για να την προστατέψει. Και πάλι, η διαφοροποίηση που έκανε στα γεγονότα κατά την ακρόαση της μαρτυρίας της από το Δικαστήριο, από αυτά που ισχυρίστηκε στην Αστυνομία στην κατάθεση της στον ΜΚ1, αν όχι οτιδήποτε άλλο, δείχνει ότι, η μαρτυρία της δεν αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Ταυτόχρονα, ως πρόσωπο που ήταν παρόν και εμπλεκόμενο στο επίδικο περιστατικό, η μαρτυρία της αυτή, εφόσον αντιφάσκει αυτής του ΜΚ3, που επίσης ήταν παρόν και εμπλεκόμενος στο επίδικο περιστατικό, πλήττει και την δική του μαρτυρία. Αυτά τα στοιχεία από την μαρτυρία της ΜΚ4, αποκτούν την σημασία που προαναφέρθηκε, αν ιδωθεί η μαρτυρία στο σύνολο της, εφόσον υπάρχουν και πολλές άλλες αντιφάσεις στην μαρτυρία της ιδίας και του ΜΚ3, που οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα. Παράδειγμα αποτελεί και το γεγονός, ότι, ενώ ο ΜΚ3 ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος 3, ήταν εξωτερικά της οικίας του, δίπλα από την οικία των Κατηγορουμένων 1 και 2 κατά την εξέλιξη των γεγονότων του επίδικου περιστατικού, η ΜΚ4 ισχυρίστηκε, ότι, ήταν ο Κατηγορούμενος 3 ήταν εντός της οικίας των Κατηγορουμένων 1 και 2, και μάλιστα ότι είχε εισέλθει σε αυτήν από την πίσω κύρια είσοδο της οικίας τους, από το καθιστικό. Αν για αυτό το γεγονός, σχετικά με το σημείο που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος 3, η μαρτυρία της ΜΚ4, αντιφάσκει αυτής του ΜΚ3, πως μπορεί να γίνει με βεβαιότητα αποδεκτός ο ισχυρισμός της περί απειλών που δέχθηκε ή δέχθηκαν με τον ΜΚ3 από τον Κατηγορούμενο 3 «με τον υπόκοσμο». Γεγονός για το οποίο, ΜΚ3 και ΜΚ4 ήταν επίσης αντιφατικοί, εφόσον, ο ΜΚ3 ισχυρίστηκε ότι, το τηλεφώνημα για τις απειλές από τον «υπόκοσμο», το δέχθηκε πέντε ημέρες μετά το επίδικο περιστατικό, μετά την ανάκριση του για αυτό και από την Αστυνομία, όταν η ΜΚ4 ισχυρίστηκε ότι το τηλεφώνημα αυτό το δέχθηκαν το ίδιο βράδυ. Ας σημειωθεί εδώ, ότι, οι ΜΚ3 και ΜΚ4, ήταν αντιφατικοί σχετικά και με τις περιστάσεις που οδήγησαν την ΜΚ4 να επισκεφτεί την Κατηγορούμενη 1 στην οικία της, εξαρχής. Άλλα ανέφερε ο ΜΚ3, σχετικά με το γεγονός ότι δεν είχε παροχή νερού στο σπίτι τους την ημέρα εκείνη και τι συζητήθηκε με την ΜΚ4 σχετικά όταν αυτή επέστρεψε στο σπίτι εκείνη την μητέρα, και άλλα ισχυρίστηκε η ΜΚ4 ότι γνώριζε για το ζήτημα αυτό και είχε αποκαλύψει στον ΜΚ3 σχετικά προτού κατέβει στο σπίτι των Κατηγορουμένων 1 και 2 για συζήτηση του, για εντελώς διαφορετικό λόγο από αυτόν που ο ΜΚ3 ισχυρίστηκε ότι η ΜΚ4 του είχε αναφέρει ότι είχε. Όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία συνθέτουν μία εικόνα για την μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ4, αβεβαιότητας, που δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να την αποδεχθεί ως ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων για τα επίδικα ζητήματα.
  24. Ο ΜΚ4, ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο, ότι, κατά το επίδικο περιστατικό, απειλήθηκε και από τον Κατηγορούμενο
  25. Αυτός, ήταν ένας ισχυρισμός, τον οποίο, όπως προκύπτει και από την μαρτυρία του ΜΚ1 (βλ. και την κατάθεση του ΜΚ1, Τεκμήριο 1), ο ΜΚ3, πρόβαλε σχεδόν αμέσως, όταν, προς την λήξη του επίδικου περιστατικού, στην σκηνή, δηλαδή, στο σπίτι των Κατηγορουμένων 1 και 2, κατέφθασαν οι Αστυφύλακες, ΜΚ1 και ΜΚ2, εις ανταπόκριση κλήσης που δέχτηκε για αυτό η Αστυνομία, προς διερεύνηση του. Κατήγγειλε, μάλιστα, ο ΜΚ3, αυτή την πράξη του Κατηγορουμένου 2 στην Αστυνομία, όταν στις 15/03/2016, ανακρίθηκε από τον ΜΚ1 σχετικά με το επίδικο περιστατικό. Όπως στην ανακριτική κατάθεση του ΜΚ3, Τεκμήριο 12, καταγράφεται ότι ο ΜΚ3 ανέφερε, το παράπονο του αφορούσε σε «απειλές» που δέχθηκαν με την ΜΚ
  26. Συγκεκριμένα, σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 2 και το παράπονο του από αυτόν, καταγράφει ότι, ο Κατηγορούμενος 2, τον απείλησε με την φράση «εννα παω να πιαω το οπλο του γιου μου τζε εννα σε παιξω όπως το σσιυλο».
  27. Ο ΜΚ3, ενέμεινε σε αυτό του τον ισχυρισμό και όταν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Αναφέρθηκε στο ισχυριζόμενο αυτό γεγονός, πέραν της μίας φοράς κατά την κυρίως εξέταση του. Όπως προκύπτει από την κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ΜΚ3, στην προσπάθεια του, όπως ισχυρίστηκε, να προστατέψει -λόγω του ότι αυτή ήταν έγκυος- την πρώην σύντροφο του, ΜΚ4, από το σπρώξιμο που δέχτηκε από την Κατηγορούμενη 1 κατά την φιλονικία τους, απώθησε την Κατηγορούμενη 1 χρησιμοποιώντας το ένα του χέρι -το αριστερό-, εφόσον με το άλλο κρατούσε το νεαρότερο σε ηλικία ανήλικο παιδί του, προβάλλοντας το σώμα του μεταξύ τους για να τις απομακρύνει. Μετά από αυτό, η Κατηγορούμενη 1, κάλεσε το σύζυγο της, Κατηγορούμενο 2, που βρισκόταν σε άλλο δωμάτιο -και κοιμόταν-, αναφέροντας του ότι ο ΜΚ3 και η πρώην σύντροφος του, ΜΚ3, την χτύπησαν. Τότε ήταν που ο Κατηγορούμενος 2, αφού ξύπνησε, καταφθάνοντας στην κουζίνα και ακούγοντας τους ισχυρισμούς της συζύγου του, Κατηγορούμενης 1, τον απείλησε, ως προαναφέρθηκε. Συνέχισε μάλιστα να τον απειλεί, ισχυρίστηκε περαιτέρω ο ΜΚ3, κατά τον ίδιο τρόπο, και κατά την εξέλιξη των γεγονότων, στην συνέχεια. Το έπραξε, ο Κατηγορούμενος 2, όπως περαιτέρω υποστήριξε ο ΜΚ3, και όταν πλέον στην σκηνή, ήταν και οι Αστυφύλακες, ΜΚ1 και ΜΚ2, στην παρουσία τους. Ισχυρισμός, πρέπει να σημειωθεί, που επιβεβαιώνεται και από τους ΜΚ1 και ΜΚ2, οι οποίοι κατέθεσαν για αυτό το γεγονός στο Δικαστήριο και δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1, 2 και
  28. Υποστηρίχθηκε, επίσης, και από την πρώην συμβία του ΜΚ3, ΜΚ4, η οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 2, ως προς το ότι, ο Κατηγορούμενος 2, είπε στον ΜΚ3, την προαναφερόμενη φράση.
  29. Όπως ο ΜΚ3, ισχυρίστηκε, αντιμέτωπος ως βρέθηκε με τον Κατηγορούμενο 2 να τον απειλεί κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, την ώρα μάλιστα που κρατούσε το ανήλικο παιδί του και στην παρουσία της τότε συντρόφου του, «ένιωθε ότι απειλείτο τόσο η δική του σωματική ακεραιότητα και η ζωή του, όσο και της γυναίκας του».
  30. Ο ισχυρισμός του ΜΚ3, ότι, ο Κατηγορούμενος 2, του είπε, «εννα παω να πιαω το οπλο του γιου μου τζε εννα σε παιξω όπως το σσιυλο», δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένου
  31. Από την αντεξέταση του ΜΚ3, προκύπτει ότι, η θέση του Κατηγορουμένου 2 για τα γεγονότα, ήταν ότι, αν και είχε πει στον ΜΚ3 τα λόγια αυτά, αυτά, σε καμία περίπτωση δεν προκάλεσαν τρόμο στον ΜΚ3 ή ανησυχία, ώστε να μπορούσαν να εκληφθούν ως απειλή. Με την ολοκλήρωση μάλιστα της αντεξέτασης του ΜΚ3 από πλευράς του Κατηγορουμένου 2, η θέσης που εν προκειμένω του υποβλήθηκε, ήταν ξεκάθαρη: «Και αυτό που σου ανέφερε ο Κατηγορούμενος 2, κύριε Ξάνθου, ότι ήταν να σε παίξει όπως τον σιύλλο, που το είπε και ενώπιον των Αστυνομικών, με κανέναν τρόπο δεν σου προκάλεσε τρόμο και φάνηκε και από τη συμπεριφορά σου ότι δεν σου προκάλεσε φόβο, γιατί παραμείνατε στον χώρο και συζητούσατε μαζί του, στην Αστυνομία δεν πήγατε να κάμετε παράπονο, παρά μόνο όταν σας κάλεσε η Αστυνομία ως ύποπτο, για να σας ανακρίνει για επίθεση εναντίον της Κατηγορούμενης 1, για παράνομη είσοδο και για κακόβουλη ζημιά στο σπίτι της, δηλαδή το τραπέζι που σπάσατε.». (η υπογράμμιση είναι δική μου)
  32. Άλλωστε, ο Κατηγορούμενος 2, όπως φαίνεται και από την ανακριτική κατάθεση που του ελήφθη από τον ΜΚ1, Τεκμήριο 6, αλλά και από την απάντηση που του έδωσε όταν εν συνεχεία καταγγέλθηκε από αυτόν γραπτώς για το αδίκημα της απειλής, Τεκμήριο 7, παραδέχθηκε ότι είχε πει στον ΜΚ3 «εφκα εξω που εσω μου να μεν σε παιξω». Φράση, που, σε ουσία, δεν είναι διαφορετική από αυτήν που ο ΜΚ3 ισχυρίστηκε ότι του είπε.
  33. Εντούτοις, έχοντας απορρίψει την μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ4, -και ειδικότερα αυτήν του ΜΚ3-, δεν μπορώ να καταλήξω ότι ο ΜΚ3, φοβήθηκε / τρομοκρατήθηκε, ή ανησύχησε από την «απειλή» που δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο 2, η οποία, θα μπορούσε να λεχθεί, εφόσον δεν συνοδεύτηκε από οποιανδήποτε άλλη πράξη του Κατηγορουμένου 2, ενδεικτική πρόθεσης του να υλοποιήσει την αναφερόμενη από αυτόν παράνομη πράξη έναντι του ΜΚ3, ήταν κενού περιεχομένου. Μία αντίδραση, γνωστή στο κυπριακό ταπεραμέντο. (βλ. Kallenos v Police
(1969)2 C.L.R. 210, Βοσκού ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510, Νετζιήπ ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1, Μιλτιάδους ν Αστυνομίας, Πονική Έφεση Αρ. 290/14, 14/11/2016, Michelakis v Αστυνομάις, Ποινική Έφεση Αρ. 326/15, 02/12/2016).
  1. Παρά τους ισχυρισμούς του ΜΚ3 σχετικά με το πως ένοιωσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, -οι οποίοι, επαναλαμβάνω δεν έχουν γίνει αποδεκτοί-, από τις πράξεις και συμπεριφορά του, ως ο ίδιος ο ΜΚ3 περιέγραψε, ακόμη και στην περίπτωση που γινόταν αποδεκτή η εν προκειμένω μαρτυρία του, προκύπτει, ότι, ο ΜΚ3, ούτε τρομοκρατήθηκε, αλλά ούτε και ανησύχησε. Όπως, ο ΜΚ3, υποστήριξε, για να μεταφέρει στους Κατηγορουμένους 2 και 3 ότι έπρεπε να σταματήσουν να τον απειλούν και στην Κατηγορούμενη 1 ότι έπρεπε να πάψει να το εξυβρίζει, σήκωσε το τραπέζι στην κουζίνα των Κατηγορουμένων 1 και 2 και το χτύπησε με δύναμη στο πάτωμα, αποτέλεσμα του οποίου ήταν, η κατασκευή του από γρανίτη, σε κάποιο σημείο της να σπάσει. Διάφορα σε αυτό αντικείμενα, έπεσαν στο πάτωμα και έσπασαν επίσης. Το έπραξε, ανέφερε σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του, [και] για να «ξεσπάσει», για να μην χτυπούσε την Κατηγορούμενη
  2. Δεν αποχώρησαν από την οικία των Κατηγορουμένων 1 και 2, ούτε αυτός, ούτε και η τότε συμβία του, ΜΚ
  3. Παρέμεινε, για κάποιο περαιτέρω διάστημα, και λογομάχησε με τους Κατηγορούμενους 2 και 3, για να αποχωρήσει και να επανέλθει μετά, και μάλιστα, να λογομαχήσει ξανά μαζί τους, όταν πλέον στην σκηνή κατέφθασε και βρισκόταν η Αστυνομία, ήτοι οι ΜΚ1 και ΜΚ2, στην παρουσία τους. Κατάληξης
  4. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, καταλήγω ότι ο Κατήγορος έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, στον απαιτούμενο βαθμό, και ως εκ τούτου, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται του κατηγορητηρίου τους.
  5. Τα έξοδα της διαδικασίας, να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.