ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΚΡΟΜΜΥΔΑ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 9028/2020, 1/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B254 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 9028/2020 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-
- XXXXX ΚΡΟΜΜΥΔΑ
- XXXXX ΤΟΥΜΑΖΟΥ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 01/09/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Δ. Τσολακίδης. Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Β. Ακάμας. Κατηγορούμενοι 1 και 2, Παρόντες. ___________________________________________________________________________ ΠΟΙΝΗ [Σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 1] ___________________________________________________________________________
- Στην υπόθεση αυτή, ο Κατηγορούμενος 1, κατόπιν δικής του παραδοχής, κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε, στις κατηγορίες με αρ. 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 10, 11 και 12 στο κατηγορητήριο, που του προσάχθηκαν από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας (στο εξής καλούμενος «ο Κατήγορος»), που αφορούν: · Οι κατηγορίες με αρ. 2, 4, 8, 10 και 12, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β'. · Η κατηγορία με αρ. 3, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα. · Οι κατηγορίες με αρ. 5 και 7, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α'. · Η κατηγορία με αρ. 6, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα. Και, · Η κατηγορία με αρ. 11, το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
- Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι, μετά από αίτημα του Κατηγορουμένου 1 και αφής στιγμής ο Κατήγορος δια της εκπροσώπου του συναίνεσε σε αυτό (βλ. Ευστάθιος Ανδρέα Παναγή ν Της Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 47), κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 155»), άσκησα την διακριτική ευχέρεια που αυτό μου παρέχει, ώστε, κατά τη λήψη της απόφασης μου για την επιβολή ποινής στον Κατηγορούμενο 1 στην υπόθεση αυτή, έλαβα υπόψη μου τα αδικήματα [και τα γεγονότα που τα αφορούν]: · Της Υπόθεσης με αρ. 23995/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που αφορά τα αδικήματα της παράνομης κατοχής πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Δ', της παράνομης κατοχής εκρηκτικών υλών και της παράνομης προπαρασκευής για νομισματοκοπία -μία κατηγορία έκαστη κατηγορία-. Και · Της Υπόθεσης με αρ. 259/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που αφορά τα αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α', της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' -μία κατηγορία έκαστη κατηγορία-. τα οποία ο Κατηγορούμενος επίσης παραδέχεται ότι διέπραξε και έχει ως εκ τούτου καταδικαστεί για αυτά. Σύμφωνα με την νομολογία, «όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιων του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο.» (βλ. Ιωάννου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 598 και στο σύγγραμμα του έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, στις σελίδες 231 και 232). 3. Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκε ο Κατηγορούμενος 1, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε, η προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, για τα αδικήματα στα οποία ο Κατηγορούμενος 1 έχει καταδικαστεί, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στην συνέχεια, προβλέπεται ποινή φυλάκισης [ή και ποινή φυλάκισης]. Ποινή [η ποινή φυλάκισης], που, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής, ως η σοβαρότερη / αυστηρότερη ποινή, πρέπει να επιβάλλεται, μόνον όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση στην διάπραξή του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επισημαίνεται, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις, που, οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Όπως έχει αναφερθεί από τον Αρχιδικαστή Lane στην απόφαση του στην υπόθεση Bibi [1980] 1 WLR 1193: «. τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικά να εξετάζουν την κάθε περίπτωση προς τον σκοπό διασφάλισης, στην περίπτωση που άμεση ποινή φυλάκισης είναι απαραίτητη, ότι η ποινή είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και σύμφωνη μόνο με το καθήκον του Δικαστηρίου για προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας και της αποτροπής του εγκληματία.» (βλ. επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1824, στην παράγραφο Ε.1.11). Η ανώτατη ποινή, επισημαίνεται, που μπορεί, σύμφωνα με τον νόμο, να επιβληθεί από το Δικαστήριο, για συγκεκριμένο αδίκημα, επιβάλλεται, μόνον στις περιπτώσεις όπου: (α) η φύση του αδικήματος είναι τέτοια, ώστε, να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής χάριν της προστασίας της κοινωνίας, (β) όταν από το σύνολο των περιστάσεων, ο καταδικασθείς, φαίνεται, κατά λογική πρόβλεψη, ότι θα συνιστά σοβαρό κίνδυνο για το κοινό, για ακαθόριστο χρόνο, και (γ) ότι, κάθε ελπίδα αναμόρφωσης του, ακριβώς προς προστασία της κοινωνίας από αυτόν και επανένταξης του σε αυτήν ως νομοταγές μέλος, έχει εκλείψει, από την άποψη ότι, το μητρώο του, τον αποκαλύπτει ως αδιόρθωτο, κατ' εξακολούθηση εγκληματία (βλ. Pernell v Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Προκύπτει συνεπώς από την νομολογία, ότι, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, πρέπει να επιφυλάσσεται για τα σοβαρότερα παραδείγματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Σύμφωνα με τον Δικαστή Lawton (βλ. Ambler
(1975)CSP A1-4C01), κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι από τα χειρότερα παραδείγματα του είδους του, το Δικαστήριο, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, το φάσμα των περιπτώσεων που πράγματι αντιμετωπίζονται στην πράξη και να αναρωτιέται, εάν η συγκεκριμένη περίπτωση που αντιμετωπίζει, εμπίπτει εντός του ευρύτερου πεδίου του φάσματος αυτού. Το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την φαντασία του προς τον σκοπό δημιουργίας, «απίθανων, χειρότερων πιθανών περιπτώσεων», για να καταλήξει διαφορετικά (βλ. επίσης, Bright [2008] 2 Cr App R (S) 578). Εντούτοις, ακόμη και στις πιο σοβαρές των περιπτώσεων, το πρόσωπο του παραβάτη και πάλι δεν παραβλέπεται. Ο αδικοπραγήσας, όταν υπάρχουν στοιχεία μετριαστικά που το δικαιολογούν, δικαιούται έκπτωση της ποινής του, ανάλογη πάντοτε της σοβαρότητας του αδικήματος. Όπως υποστηρίζεται από τους συγγραφείς του Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1833, στην παράγραφο Ε.1.17, με παραπομπή στις αποφάσεις του Αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Carroll
(1995)16 Cr App R (S) 488, Greene
(1993)14 Cr App R (S) 682 και Barnes
(1983)5 Cr App R (S) 368, γενικά, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, δεν πρέπει να επιβάλλεται, στις περιπτώσεις όπου η καταδίκη ήταν το αποτέλεσμα παραδοχής του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα (βλ. επίσης, Pinto [2006] 2 Cr App R (S) 579). Σε κάθε περίπτωση, η ποινή, εξατομικεύεται από το Δικαστήριο, για να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. 4. Είναι συνεπώς, ένεκα των προαναφερόμενων αρχών, αναγκαίο να αναφερθεί, ποια είναι η προνοούμενη από τον Νόμο, μέγιστη ποινή, για τα προαναφερόμενα αδικήματα. Σημειώνοντας ασφαλώς εδώ, λόγω της σημασίας που αυτό έχει, στα της ποινής, και το γεγονός της παραπομπής της υπόθεσης αυτής, για συνοπτική εκδίκαση, ήτοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και όχι ενώπιον Κακουργιοδικείου, μετά από οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ο οποίος, [Γενικός Εισαγγελέας], προφανώς και θεωρεί, ένεκα της προαναφερόμενης συγκατάθεσης του, ότι, η ποινή που μπορεί να επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, ήτοι, φυλάκιση μέχρι πέντε ετών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129), αποτελεί επαρκή τιμωρία για την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Εντούτοις, όπως έχει πρόσφατα επαναβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέσα από την απόφαση του στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνάς, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, ένα τέτοιο γεγονός, δεν καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Μάλιστα, όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Π. Καλλή, στην υπόθεση Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, «κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις Κακουργιοδικείου, οι οποίες παραπέμπονται για συνοπτική εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και να επιβάλει αν τα γεγονότα και περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν ακόμη και το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία - φυλάκιση 5 ετών». (η υπογράμμιση και η έμφασης είναι δική μου): · Σύμφωνα με τα Άρθρα 6[
(1)και
(2)], 30[
(1)και
(3)] του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977, Νόμος 29/1977 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 29/1977»), το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α', τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δώδεκα χρόνων [ή με πρόστιμο ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί]. · Σύμφωνα με τα Άρθρα 6[
(1)και
(2)], 30[
(1)και
(3)] του Νόμου 29/1977, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και οχτώ χρόνων [ή με πρόστιμο ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί]. · Εντούτοις, σε ότι αφορά αμφότερα τα προαναφερόμενα αδικήματα, της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' και της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', όπως προνοείται από την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)του Άρθρου 30 του Νόμου 29/1977: «Νοείται ότι σε κατηγορούμενο που κρίθηκε ένοχος για αδίκημα που αφορά χρήση, κατοχή ή μεταφορά ελεγχόμενου φαρμάκου για προσωπική χρήση επιβάλλεται ποινή φυλάκισης που δε θα υπερβαίνει τα δύο έτη, αν:- (
- i)δεν είχε συμπληρώσει, κατά το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος, το εικοστοπέμπτο (25ο) έτος της ηλικίας του, και (
- ii)δεν έχει οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη για αδίκημα κατά παράβαση του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) · Σύμφωνα με τα Άρθρα 6[
(1)και
(3)], 30[
(1)και
(3)] του Νόμου 29/1977, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου [ή με πρόστιμο ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί]. · Σύμφωνα με τα Άρθρα 6[
(1)και
(3)], 30[
(1)και
(3)] του Νόμου 29/1977, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου [ή με πρόστιμο ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί]. · Σύμφωνα με το Άρθρο 4[
(1),(α),(iii)] του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Νόμος 188(I)/2007 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 188(Ι)/2007»), το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δεκατεσσάρων χρόνων ή με πρόστιμο μέχρι και €500.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. 5. Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπει ο Νόμος και αφορούν τα αδικήματα της υπόθεσης αυτής, τις αρχές και την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν τα της ποινής, και ειδικότερα, την ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής του Κατηγορουμένου 1 από το Δικαστήριο, αλλά και το καθήκον του Δικαστηρίου πρόσδοσης αποτελεσματικότητας στον Νόμο και στον χαρακτήρα της ποινής προς προστασία των νομοταγών πολιτών και του κοινωνικού συνόλου (βλ. Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171), όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορουμένου 1 (βλ. και την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας) και το κάθε τι ελέχθη από πλευράς του προς μετριασμό της ποινής του, και ιδιαίτερα: · Τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προνοούμενες από τον Νόμο ποινές, με σημείο αναφοράς, ως προαναφέρθηκε, το μέγιστο της προβλεπόμενης στον Νόμο ποινής. Και περαιτέρω, την έξαρση που παρατηρείται, στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών -με αυξανόμενη ένταση θα μπορούσε να λεχθεί, για κάποια χρόνια τώρα-, γεγονός, που, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα τους, ως προελέχθη, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στον Κατηγορούμενο 1. Ο Κατηγορούμενος 1, αναντίλεκτα, έχει παραδεχθεί και καταδικαστεί για την διάπραξη πολύ σοβαρών αδικημάτων. Διακρίνονται, βεβαίως, ως πιο σοβαρά, τα αδικήματα των κατηγοριών που αφορούν παραβιάσεις του Νόμου 29/1977, και ειδικότερα αυτά της κατηγορίας με αρ. 6 της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και της κατηγορίας με αρ. 3 της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, τα οποία, ως προαναφέρθηκε, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου. Η σοβαρότητα των αδικημάτων του προαναφερόμενου Νόμου 29/1977 γενικά, και η ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους, μέσω της ποινής, από τα Δικαστήρια, έχει επισημανθεί από το Ανώτατο σε πάρα πολλές αποφάσεις του. Στην υπόθεση Λαζάρου ν Αστυνομίας, κ. α.
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., (ως ήταν τότε), Α. Πασχαλίδη, ανέφερε τα εξής -η έμφασης φυσικά, ήταν στο αδίκημα της εμπορίας ναρκωτικών-: «. τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικό λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά τη αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική. Όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί οι έμποροι των ναρκωτικών θα πρέπει να κατανοήσουν ότι δεν μπορούν να αποφύγουν τις συνέπειες των απεχθών πράξεων τους. Θα πρέπει να υπολογίζουν τις επιπτώσεις της σύλληψης και καταδίκης τους.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [Σχετικά] Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Ναζιπ ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2014, 21/11/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου, Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ (ως ήταν τότε Δ. Α. Δ.), αναφέρθηκε γενικότερα στην σοβαρότητα των αδικημάτων του προαναφερόμενου Νόμου 29/1977, και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, σημειώνοντας τα εξής: «. πρέπει να υπομνησθεί η νομολογία που υπαγορεύει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις ναρκωτικών ουσιών. Η ενασχόληση με ναρκωτικά είτε για ιδία χρήση, είτε κατά μείζονα λόγο, για εμπορία με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των τεραστίων προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση από τις ουσίες αυτές. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που τα Δικαστήρια συνδράμουν έστω κατασταλτικά, στον πόλεμο εναντίον των ναρκωτικών με την επιβολή αυστηρών και συνάμα αποτρεπτικών ποινών. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Τελευταία, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Στυλιανού ν Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 268/2015, 13/12/2018, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Λ. Παραπαρίνου, στον ίδιο τόνο, σημείωσε τα εξής: «Η σοβαρότητα των αδικημάτων της καλλιέργειας, κατοχής και εμπορίας ναρκωτικών ουσιών δεν μπορεί να υποβαθμιστεί ή να αμφισβητηθεί. Οι προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές και η νομολογία μας δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Ούτε και η εξατομίκευση της ποινής θα πρέπει να υποβαθμίζει την σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν από τον Εφεσείοντα αλλ' ούτε και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων της φύσης υπό εξέταση. Οι ανησυχητικές διαστάσεις που έχουν προσλάβει τα συγκεκριμένα αδικήματα, τα οποία προκαλούν την καταστροφή στους συνανθρώπους για εύκολο κέρδος, χρήζουν και την ανάλογη αντιμετώπιση για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου πάντοτε στο ορθό πλαίσιο και συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Η αποτροπή είναι το κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό και την έκταση της ποινής. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [Βλ. επίσης, Κλεομένης ν Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 350, Τσιάκκα ν Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282, Jokarbozorgi v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 726, Σιμκάση ν Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 22, Khalil v Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ .78]. Σε αυτά, για σκοπούς της απόφασης μου αυτής, δεν χρειάζεται να προστεθεί οτιδήποτε. Όπως προαναφέρθηκε, τα αδικήματα που σχετίζονται με τις ναρκωτικές ουσίες, είναι σε έξαρση, έχουν πάρει ανησυχητικές διαστάσεις και για αυτό τον λόγο, η εφαρμογή από το Δικαστήριο του Νόμου, κατασταλτικά, [δηλαδή, κατά τρόπο που να αποτρέπεται η διάπραξης τους], πρέπει, ως στοιχείο, να κυριαρχεί στον καθορισμό και την έκταση της ποινής. Πολύ σοβαρό, επίσης, είναι και το αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 11 στο κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου 1, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Όπως επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019, δια του έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Μ. Νικολάτου: «Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγήσαντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητάς του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρό του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα (Δέστε: Μαληκκίδης (ανωτέρω), Βασιλείου κ.α. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:B241, Ποιν. Εφ. 12/2015 ημερ. 4.7.2017 και Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B150, Ποιν. Εφ. 212/2017 ημερ. 17.4.2019), και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Πρόκειται, σημειώνεται, για αδικήματα, η διάπραξης των οποίων είναι διαδεδομένη (βλ. Attorney-General v Ttofi
(1962)C.L.R. 225), γνώσης του Δικαστηρίου λόγω της καθημερινής λειτουργίας του («virtute officii», βλ. Attorney-General v Mavrokefalos
(1966)2 Α.Α.Δ. 93) και διαχείρισης υποθέσεων κατηγορούμενων, το κατηγορητήριο των οποίων περιλαμβάνει τα υπό αναφορά αδικήματα, στα οποία τελικώς καταδικάζονται. Διαδεδομένη μάλιστα, όσο λυπηρό και εάν είναι αυτό, μεταξύ προσώπων, όπως και ο Κατηγορούμενος 1, νεαρής ηλικίας (βλ. Χριστοδούλου κ. α. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 210/2014 κ. α., 19/07/2017). Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παγιαβλάς ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240: «Η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισής τους.». Σε ότι αφορά τον παράγοντα της αποτροπής, ως προαναφέρθηκε, στην υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου, Π. Α. Δ., ως ήταν τότε, Γ. Μ. Πική, ανέφερε τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος . και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». Χαρακτηριστικά, εν προκειμένω, είναι και τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 124, από τα οποία προκύπτει ότι, ενόψει της συνεχούς επιδείνωσης της κατάστασης, η τάση των Δικαστηρίων σε ότι αφορά το ζήτημα της τιμωρίας αυτών των αδικημάτων, για να υπάρχει αποτροπή, πρέπει να είναι αυξητική. «Όπως τονίστηκε επανειλημμένως από τα Δικαστήρια και ορθά επισημάνθηκε από το Κακουργιοδικείο, αν επιθυμούμε η εκστρατεία των Δικαστηρίων για πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών, να μην περιοριστεί σε φραστικές αποδοκιμασίες, θα πρέπει οι ποινές που επιβάλλονται να συνάδουν απόλυτα με τις εξαγγελμένες πάγιες θέσεις της νομολογίας, μέσα από τις οποίες διακηρύσσεται η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να πατάξουν το πρόβλημα. Όπως τονίστηκε στη Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, αν η αυξητική τάση του εγκλήματος συνεχίσει θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, με την περαιτέρω αύξηση των ποινών.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [βλ. επίσης, Γενικός Εισαγγελέας ν Dos Santos
(2005)2 Α.Α.Δ. 297, Soleimani v Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 476, Khalil v Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 78]. Η προαναφερόμενη ανάγκη, οδηγεί, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αν και, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής του, να λαμβάνονται υπόψη, στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής (βλ. Balampanidis v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 210/2018, 10/05/2019) (βλ. επίσης, στο σύγγραμμα του D. A. Thomas, Principles of Sentencing, 1η έκδοση, στις σελίδες 71, 162 - 167). · Ότι, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα αδικήματα, από τα γεγονότα, προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία, που καθορίζουν το περιθώριο επιείκειας που το Δικαστήριο δύναται να εφαρμόσει στην περίπτωση του Κατηγορουμένου 1. Και αυτό, επειδή, όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται, αποκλειστικά, από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειες του (βλ. Μιχαηλίδης v Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019). Σχετικές, εν προκειμένω, είναι και οι διατάξεις του εδαφίου
(4)του Άρθρου 30 του Νόμου 29/1977, σύμφωνα με το οποίο: «
(4)Χωρίς επηρεασμό οποιωνδήποτε άλλων σχετικών διατάξεων και επιπρόσθετα απ' αυτές, το δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής μεταξύ άλλων λαμβάνει υπόψη του τα ακόλουθα περιστατικά: (α) Ως καθιστώντα το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό- (
- i)Την ανάμειξη στη διάπραξη του αδικήματος οργανωμένης ομάδας εγκληματιών στην οποία ο κατηγορούμενος ανήκει˙ (
- ii)την ανάμειξη του κατηγορουμένου σε διεθνείς οργανωμένες εγκληματικές δραστηριότητες˙ (iii) την ανάμειξη του κατηγορουμένου σε άλλες παράνομες δραστηριότητες οι οποίες διευκολύνονται με τη διάπραξη του αδικήματος˙ (
- iv)τη χρήση βίας, πυροβόλων όπλων ή επιθετικών όπλων ή αντικειμένων κατά τη διάπραξη του αδικήματος˙ (
- v)το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατέχει δημόσιο αξίωμα ή θέση και το αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε σχετίζεται με το εν λόγω αξίωμα ή θέση˙ (
- vi)τη θυματοποίηση ή εκμετάλλευση ανηλίκων ή διανοητικώς ή λόγω ψυχικής νόσου πασχόντων˙ (vii) το γεγονός ότι το αδίκημα διαπράχθηκε στις φυλακές ή σε κρατητήριο της Αστυνομίας ή στέγη ή ίδρυμα υπό τον έλεγχο, επίβλεψη ή φροντίδα του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ή πλησίον τέτοιων στεγών ή ιδρυμάτων ή σε άλλους χώρους όπου συχνάζουν μαθητές ή φοιτητές για εκπαιδευτικές, αθλητικές, κοινωνικές ή άλλες δραστηριότητες. (β) Ως καθιστώντα το αδίκημα λιγότερο σοβαρό- (
- i)Η ηλικία του κατηγορουμένου˙ (
- ii)το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα παρασυρόμενος από πρόσωπα δυνάμενα να ασκήσουν επιρροή σ' αυτόν˙ (iii) ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών και ότι το παράπτωμα του σχετίζεται αποκλειστικά με χρήση ναρκωτικών˙ (
- iv)το βαθμό της εξάρτησης του κατηγορουμένου από ναρκωτικά˙ (
- v)την αποδεδειγμένη μεταμέλεια του κατηγορουμένου η οποία μεταξύ άλλων μαρτυρείται από τη συνεργασία του με τις αρχές για τη δίωξη των προμηθευτών και την προθυμία του να υποβληθεί σε θεραπεία για απεξάρτηση˙ (
- vi)το είδος και την ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που βρέθηκαν στην κατοχή του˙ (vii) το γεγονός ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε από τα περιστατικά που αναφέρονται στο (α)(i)-(
- vi)πιο πάνω.». Θα αναφερθώ, στην συνέχεια, μόνο σε κάποια από τα γεγονότα, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι, δεν έχω λάβει υπόψιν μου όλα τα γεγονότα που μου έχουν παρουσιαστεί ότι αφορούν το κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου 1 αυτής της υπόθεσης, όπως επίσης και αυτά των λοιπών υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη. Από τα γεγονότα, λοιπόν, προκύπτει ότι, ο Κατηγορούμενος 1, που σήμερα είναι ηλικίας, 35 ετών, διέπραξε τα αδικήματα του κατηγορητηρίου του αυτής της Υπόθεσης, που ως έχει προαναφερθεί, αφορούν, κατ' ουσία, σοβαρές παραβιάσεις του Νόμου 29/1977, στις 20/04/2020 [και 21/04/2020]. Όταν, δηλαδή, ήταν, ως προαναφέρθηκε, αρκετά ώριμος σε ηλικία, 35 ετών. Η παράνομη δράση του Κατηγορουμένου 1, εντούτοις, δεν ήταν μεμονωμένη. Ο Κατηγορούμενος 1, στις 16/11/2018, 1 ½ χρόνο προηγουμένως, διέπραξε, τα επίσης σοβαρά αδικήματα, του Νόμου 29/1977, της προαναφερόμενης Υπόθεσης με αρ. 259/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Στην ίδια ημερομηνία, επισημαίνεται, διαπράχθηκαν και τα αδικήματα της Υπόθεσης με αρ. 23995/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Σημειώνεται, -και αυτό, ως επιβαρυντικό, σε ότι αφορά την ποινική μεταχείριση του Κατηγορουμένου 1-, ότι, ο Κατηγορούμενος 1, σε ότι αφορά τα αδικήματα της προαναφερόμενης Υπόθεσης με αρ. 259/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, κατηγορήθηκε από την Αστυνομία γραπτώς, στις 18/03/2019, και ότι, πάραυτα, στις 20/04/2020, δηλαδή, 1 περίπου χρόνο μετά, διέπραξε ακριβώς τα ίδια αδικήματα, και μάλιστα, ως προκύπτει από τις περιστάσεις των υποθέσεων και τις ανευρεθείσες από την Αστυνομία ποσότητες ναρκωτικών ουσιών στην κατοχή του Κατηγορουμένου 1, με περισσότερη ένταση. Ας σημειωθεί περαιτέρω, ότι, και στις δύο περιπτώσεις, η Υ. ΚΑ. Ν. της Αστυνομίας, ενήργησε στην βάση πληροφόρησης ότι, ο Κατηγορούμενος 1, κατείχε παράνομα και απέκρυπτε, ναρκωτικές ουσίες, που επιβεβαιώθηκε. Μάλιστα, η πληροφόρησης της Υ. ΚΑ. Ν. της Αστυνομίας, που οδήγησε στα γεγονότα αυτής της Υπόθεσης, ήταν ότι, ο Κατηγορούμενος 1, όχι μόνον κατείχε παράνομα και απέκρυπτε, μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, αλλά και ότι, ασχολείτο και με την «διακίνηση» τους. Πιο συγκεκριμένα για τα γεγονότα των υποθέσεων, σημειώνεται, ότι, στις 16/11/2018, η Υ. ΚΑ. Ν. της Αστυνομίας, στην βάση της προαναφερόμενης πληροφόρησης της, εξασφάλισε από το Δικαστήριο, εντάλματα έρευνας οικίας και καταστημάτων στα οποία καταδείχθηκε ότι υπήρχε εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι ο Κατηγορούμενος 1 απέκρυπτε ναρκωτικές ουσίες. Κατά την εκτέλεση τους, ο Κατηγορούμενος 1, μαζί με κάποια κοπέλα, ήταν παρών στα συγκεκριμένα καταστήματα και στην κατοχή του, υπό τις περιστάσεις που μου παρουσιάστηκαν από την εκπρόσωπο του Κατήγορου, όντως εντοπίστηκαν, ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β', ήτοι, 114,27 γρ. κάνναβης -διάφορες ποσότητες και σε διαφορετικά σημεία / τοποθεσίες εντός των καταστημάτων, η ποσότητα των οποίων, συνολικά, είναι η προαναφερόμενη-, και ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α', ήτοι, κοκαΐνη 2,58 γρ. Σκοπός του Κατηγορουμένου 1, ήταν, τα 114,27 γρ. κάνναβης, που είχε στην κατοχή του, να τα προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο ή πρόσωπα. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 1, κατ' εκείνη την ημέρα, είχε κάνει και χρήση κάνναβης. Στην κατοχή του Κατηγορουμένου 1, μέσα στο τσαντάκι μέσης που είχε, ανευρέθηκαν, από τους Αστυνομικούς της Υ. ΚΑ. Ν., επίσης, και 8 πλαστά χαρτονομίσματα των €100. Καθώς επίσης, ένα πυροβόλο όπλο, τύπου «ΔΟΚΟ», εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οποίου ήταν πρόσωπο που απεβίωσε και για το οποίο δεν είχε άδεια κατοχής. Όπως επίσης, διαπιστώθηκε ότι, ο Κατηγορούμενος 1, κατείχε παράνομα, και δύο στρατιωτικά φυσίγγια πυροβόλου όπλου, διαφορετικού διαμετρήματος, το ένα σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση και το άλλο όχι. Στις 20/04/2020, η Υ. ΚΑ. Ν., και πάλι στην βάση πληροφόρησης που έτυχε, ότι ο Κατηγορούμενος 1, κατείχε παράνομα και απέκρυπτε, ναρκωτικές ουσίες, εξασφάλισε από το Δικαστήριο, εντάλματα έρευνας των οικιών στις οποίες διέμενε (της δικής του και της πατρικής του οικίας) και της μοτοσικλέτας με την οποία διακινείτο. Οι οικίες του Κατηγορουμένου 1, τότε, ετέθησαν υπό παρακολούθηση από Αστυνομικούς της Υ. ΚΑ. Ν. Ο Κατηγορούμενος 1, θεάθηκε, μαζί με ένα ακόμη πρόσωπο, στην οικία του στον Στρόβολο, στο περίβολο της. Εκτελώντας, τα σχετικά εντάλματα έρευνας -αρχικά, ερευνώντας την οικία του Κατηγορουμένου 1, στην συνέχεια ερευνώντας την πατρική του οικία και τελικά την μοτοσικλέτα του-, οι Αστυνομικοί της Υ. ΚΑ. Ν., υπό τις περιστάσεις που μου παρουσιάστηκαν από την εκπρόσωπο του Κατήγορου, εντόπισαν στην κατοχή του Κατηγορουμένου 1, ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β', ήτοι, 368,85 γρ. κάνναβης [και ίχνη κάνναβης σε ζυγαριά ακριβείας και σε νάιλον σακούλια] και ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α', ήτοι, κοκαΐνη 13,47 γρ. και μεθαμφεταμίνη 12,87 γρ. -διάφορες ποσότητες και σε διαφορετικά σημεία / τοποθεσίες εντός οικιών και μέσα στην μοτοσικλέτα, η ποσότητα των οποίων, συνολικά, είναι, αναλόγως περίπτωσης, η προαναφερόμενη-. Σκοπός του Κατηγορουμένου 1, επισημαίνεται, ήταν, τα 368,3 γρ. κάνναβης, όπως επίσης και τα 13,47 γρ. κοκαΐνης, που είχε στην κατοχή του, να τα προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο ή πρόσωπα. Περαιτέρω, στην κατοχή του Κατηγορουμένου 1 -σε φάκελο που κρατούσε όταν ερευνήθηκε στην οικία του και σε πορτοφόλι που ανευρέθηκε σε θήκη της μοτοσικλέτας του-, εντοπίστηκαν και €4.975 σε μετρητά. Μου αναφέρθηκε, από πλευράς υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 1, ότι, ο Κατηγορούμενος 1, ως χρόνιος και εθισμένος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, από νεαρή ηλικία (χρήστης κυρίως κάνναβης και μεθαμφεταμίνης), κατείχε τις ανευρεθείσες στην κατοχή του, και στις δύο περιπτώσεις, ως προαναφέρθηκε, ναρκωτικές ουσίες, κυρίως για να ικανοποιεί την δική του ανάγκη, από τις οποίες, περιστασιακά, προμήθευε και φιλικά του πρόσωπα, επίσης εξαρτημένους χρήστες ναρκωτικών ουσιών, χωρίς όμως ποτέ να πάρει από αυτούς, για αυτή του την πράξη, χρηματικό αντάλλαγμα. Αυτές τις ποσότητες, ο Κατηγορούμενος 1, είτε τις χάριζε στα εν λόγω πρόσωπα, είτε τους τις «δάνειζε» -θα τον προμήθευαν τις ποσότητες αυτές στο μέλλον, όταν αυτοί θα είχαν στην κατοχή τους ναρκωτικές ουσίες-. Περαιτέρω, σε ότι αφορά την ποσότητα των 368,3 γρ. κάνναβης που βρέθηκε στην κατοχή του Κατηγορουμένου 1, στην πατρική του οικία στον Στρόβολο, στις 20/04/2020, είναι η θέσης του Κατηγορουμένου 1, ότι, την προμηθεύτηκε από τρίτο πρόσωπο, τον «ιδιοκτήτη» των ναρκωτικών, για να του την αποθηκεύσει έναντι «συμφωνηθείσας αμοιβής». Ο ρόλος του Κατηγορουμένου 1, κατά την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης του, ήταν, ως εκ τούτου, πολύ περιορισμένος, και η κατοχή του της εν λόγω ποσότητας με σκοπό την προμήθεια της, και δη η παραδοχή του στο σχετικό αδίκημα, έγκειται ακριβώς, ως γίνεται αντιληπτό, στον σκοπό του να την επιστρέψει στον «ιδιοκτήτη» της. Αυτή η ερμηνεία των γεγονότων από πλευράς της υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 1, παρά το γεγονός της μη αμφισβήτησης της από πλευράς του Κατήγορου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Κάτι τέτοιο, δεν προκύπτει από τα προαναφερόμενα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Memic v Δημοκρατίας, Ποινική ΄Εφεση Αρ. 197/2011, 16/04/2014). Τίποτα το συγκεκριμένο δεν έχει αναφερθεί, ώστε, να μπορούσε να δοθεί υπόσταση σε αυτή την θέση του Κατηγορουμένου 1. Σημειώνεται, ότι, ο Κατηγορούμενος 1, δεν αποκάλυψε στην Αστυνομία τον, ως ισχυρίζεται, προμηθευτή του και ιδιοκτήτη των ναρκωτικών ουσιών που ανευρέθηκαν στην κατοχή του. Συνεπώς, δεν μπορεί να τίθεται, γενικά και αόριστα, ως ετέθη, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός προς μετριασμό της ποινής του. Σε κάθε περίπτωση, σχετικά με τις προαναφερόμενες θέσεις του Κατηγορουμένου 1, σημειώνονται και τα εξής. Κατ' αρχήν, ότι, ο εθισμός του Κατηγορουμένου 1 από τα ναρκωτικά, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, ως παράγοντας που μετριάζει ουσιαστικά την ποινή που θα του επιβληθεί στην υπόθεση αυτή για τα αδικήματα που διέπραξε. Η εξάρτηση από τις ναρκωτικές ουσίες και η ανάγκη ικανοποίησης της, δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για την διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων που έχουν καταστρεπτικά αποτελέσματα στην κοινωνία, εφόσον ζημιώνουν και πολλούς άλλους που οδηγούνται στην εξάρτηση από αυτές. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Bucknell & Ghodse on Misuse of Drugs, 3η έκδοση, στην παράγραφο 19-041: «It is not a matter of mitigation that persons are forced to commit crimes of dishonesty in order to raise funds to feed their addiction to drugs. The Court of Appeal in R v Hamley and Marshall, July 31, 1987, C.A. (unreported) said: "Any person who voluntarily becomes addicted to drugs and commits crimes to raise the necessary finance to feed the addiction, cannot rely on the fact of the addiction as mitigating the offence he commits. Indeed it would not be unreasonable to suggest that in some cases it would be a matter of aggravation rather than mitigation that anybody should commit crimes on that basis.". Similar sentiments were expressed by the Court of Appeal in R v Gould
(1983)5 Cr.App.R.(S) 72 and R v Pewter, November 10, 1968, C.A. (unreported), a case concerning armed robbery. In the latter case it was put forward in mitigation that at the time when the appellant threatened a police officer he was in extreme need of a dose of heroin substitute and that his mental equilibrium was affected by withdrawal symptoms, Watkins L.J. said: "We wish to make it absolute clear as to the last admission that persons who become addicted to drugs such as heroin and whilst under the influence of that drug, or because deprivation of the drug is being suffered, commit very serious crime, or indeed any crime, cannot use that fact as an excuse for the crime nor can it avail that person as a factor in reduction of a sentence. The public is not to be put at risk, nor are the police, by drug-hungry criminals.".». [Βλ. επίσης, Piliev v Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 587]. Ενώ, σχετικά με την θέση του Κατηγορουμένου 1, ότι, ο ρόλος του «αποθηκάριου» που επιτέλεσε, σε ότι αφορά την προαναφερόμενη αρκετά μεγάλη ποσότητα κάνναβης, στην υπόθεση αυτή, δικαιολογεί μετριασμό της ποινής του, αρκεί να αναφερθεί, ότι, ακόμη και αυτός «δίδει την δυνατότητα της άμεσης εξάπλωσης και χρήσης ναρκωτικών σε ευρύ αριθμό ατόμων με άμεσο καταστρεπτικό αντίκτυπο στον κοινωνικό ιστό». Από αυτή την άποψη, συνεπώς, ο ρόλος αυτός που επικαλέστηκε ο Κατηγορούμενος 1, δεν είναι ουσιαστικά υποδεέστερος οποιουδήποτε άλλου έχει ως αποτέλεσμα το προαναφερόμενο ζημιογόνο αποτέλεσμα. Πάραυτα, δικαιολογεί, σε κάποιο βαθμό, όταν οι περιστάσεις το δικαιολογούν, μετριασμό της ποινής (βλ. Valdez v Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ.144/2016, 21/02/2017). Ο Κατηγορούμενος 1, σημειώνεται, έστω και ως απλώς «αποθηκάριος» των ναρκωτικών ουσιών, έχει, ως προκύπτει από την παραδοχή του στην κατηγορία με αρ. 11 στο κατηγορητήριο και το χρηματικό ποσό σε μετρητά που βρέθηκε στην κατοχή του, δράσει για οικονομικό όφελος, αυτόβουλα και με πλήρη επίγνωση, όντας και ο ίδιος εξαρτημένος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, ότι με τις ενέργειες του, εξυπηρετούσε τον παράνομο τελικό σκοπό του «εντολέα» του, που επιτελούσε ζημιά στην κοινωνία της οποίας είναι μέλος. · Την συνεργασία του Κατηγορουμένου 1 με την Αστυνομία κατά την διερεύνηση των υποθέσεων, στον βαθμό που παρατηρείται, αναλόγως περιστατικού, και την αποκάλυψη στην Αστυνομία, ανακρινόμενος, γεγονότων που στοιχειοθετούν τα προαναφερόμενα κατηγορητήρια του (βλ. Geoffrey Michael John Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Χαράλαμπος Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Stelios Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kyriacos Georghiou Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Χωρίς, βεβαίως, να παραβλέται, ότι, ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος 1, συλλήφθηκε ουσιαστικά επ' αυτοφώρω, εφόσον, οι ναρκωτικές ουσίες, και στις δύο περιπτώσεις, βρέθηκαν στην κατοχή του, υπό περιστάσεις που δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί, και ότι, δεν αποκάλυψε στην Αστυνομία, την ταυτότητα του προσώπου που τον προμήθευσε κάθε φορά με τις ναρκωτικές ουσίες. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παύλου ν Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 44/2016, 04/04/2019: «Στην παρούσα περίπτωση, το γεγονός ότι είχε συλληφθεί επ΄ αυτοφώρω, περιορίζει τη σημασία της παραδοχής (βλ. Κατσαπάου ν. Δημοκρατίας, πιο πάνω) και, επίσης, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι, μετά την ανακοπή του οχήματός του, ο εφεσείων εξήλθε από αυτό και τράπηκε σε φυγή. Επίσης, η συνεργασία του εφεσείοντα με την Αστυνομία περιορίστηκε στην παραδοχή των κατηγοριών και δεν έδωσε πληροφορίες για το κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών.». · Το γεγονός, ότι, η καταδίκη του Κατηγορουμένου 1, ήταν το αποτέλεσμα της δικής του παραδοχής -η οποία δηλώθηκε από τον Κατηγορούμενο 1, όταν για πρώτη φορά κλήθηκε από το Δικαστήριο να απαντήσει στο κατηγορητήριο του-. Καθώς επίσης και το γεγονός, ότι, ο Κατηγορούμενος 1, παραδεχόμενος τα αδικήματα που διέπραξε, στο Δικαστήριο, μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης του, αναγνώρισε την σοβαρότητα τους και δήλωσε για αυτά μετανιωμένος (βλ. Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Σιδέρης Ισιδώρου ν G. M. Christofi Enterprises Ltd κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60). Και λαμβάνοντας υπόψη, το σύνολο των περιστάσεων που αφορούν αυτή την υπόθεση, και πως αυτές μπορούν να συσχετιστούν με την απάντηση του Κατηγορουμένου 1 στο κατηγορητήριο του (βλ. Michal Bukowski v Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Chucri Saliba v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 388), δεδομένης της μαρτυρίας εναντίον του (είδους και έκτασης), σε ότι αφορά τον βαθμό του μετριασμού που δικαιούται λόγω της παραδοχής του. Δεν θεωρώ ότι ο Κατήγορος, θα είχε δύσκολο έργο στην απόδειξη της υπόθεσης του εναντίον του Κατηγορουμένου 1, εφόσον, οι ναρκωτικές ουσίες, αντικείμενο των κατηγορητηρίων του, ως προαναφέρθηκε, βρέθηκαν στην κατοχή του, στα καταστήματα, οικίες και μοτοσικλέτα του, κατόπιν εκτέλεσης Δικαστικών ενταλμάτων έρευνας τους και ότι ο Κατηγορούμενος 1, σε ότι αφορά τις ναρκωτικές ουσίες αντικείμενο του κατηγορητηρίου του αυτής της Υπόθεσης, συνδέθηκε με αυτές και με γενετικό υλικό (βλ. Κατσαπαου ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 318). · Ότι, ο Κατηγορούμενος 1, είναι λευκού ποινικού μητρώου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Nicholas Stratos a. a. v Police V17 C.L.R. 73, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). · Τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 1, ως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και μου παρουσιάστηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης του, προς εξατομίκευση της ποινής του, στο βαθμό, που, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή, έχοντας ως δεδομένα, ως προελέχθη, την σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη τους και την αναγκαιότητα πάταξης τους (βλ. Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 231, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Αξιοσημείωτα, εν προκειμένω, είναι τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 231, που αφορούσαν περίπτωση κατηγορουμένου που διέπραξε αδικήματα του Νόμου 29/1977, πατέρα δύο ανήλικων παιδιών, με λευκό ποινικό μητρώο: «Η έξαρση των αδικημάτων, εισαγωγής ναρκωτικών στη χώρα μας, αποτελεί στοιχείο αρκούντως επιβαρυντικό, που καθιστά, άμεση και επιτακτική την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών. Όπως επαναλήφθηκε σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι προσωπικές συνθήκες του καταδικασθέντα για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά, υποχωρούν έναντι της ευρύτερης αναγκαιότητας προστασίας του κοινωνικού συνόλου και της εκδήλωσης απαρέσκειας της κοινωνίας για την εγκληματική συμπεριφορά, αυτού του είδους.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Θα αναφερθώ, στις πιο σημαντικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου
- Ο Κατηγορούμενος 1, ως προαναφέρθηκε, είναι ηλικίας 35 ετών. Αν και δεν είναι συζευγμένος, πριν από την σύλληψη του και για περίοδο 1 ½ περίπου έτους, συμβίωνε με κοπέλα 27 ετών, σε οικία της μητέρας της τελευταίας, η οποία εγκυμονούσε το παιδί του. Κατά την σύλληψη του Κατηγορουμένου 1 από την Αστυνομία τον Απρίλιο του έτους 2020, η εν λόγω σύντροφος του, διένυε τον τελευταίο μήνα της εγκυμοσύνης της. Πρόθεσης του Κατηγορουμένου 1, είναι η επισημοποίησης της σχέσης τους. Ο Κατηγορούμενος 1, προέρχεται από συγκροτημένη πενταμελή οικογένεια, μέτριας, όπως γίνεται αντιληπτό από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, κοινωνικό-οικονομικής κατάστασης, από γονείς πρόσφυγες. Έχει άλλα δύο αδέλφια, ηλικίας 24 και 29 ετών αντίστοιχα. Ο πατέρας του είναι χαμηλόμισθος ιδιωτικός υπάλληλος (τεχνίτης μονώσεως οικοδομών) εταιρείας που εργοδοτούσε και τον Κατηγορούμενο 1 πριν από την σύλληψη του από την Αστυνομία, και η μητέρα του είναι οικοκυρά. Ο Κατηγορούμενος 1, είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών από την εφηβική του ηλικία, εξαρτημένος πλέον από αυτές, κυρίως από την μεθαμφεταμίνη. Ιδιαίτερη, βεβαίως, σημασία, δίδεται στο γεγονός της γέννησης του παιδιού του Κατηγορουμένου 1, όταν αυτός θα είναι φυλακισμένος, και περισσότερο, στις επιπτώσεις που θα έχει ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης σε αυτόν, στην νεαρή σύντροφο του, στην οποία θα πέσει όλο το βάρος της επιμέλειας και φροντίδας του παιδιού τους. · Τις προσπάθειες του Κατηγορουμένου 1, μέσω προγράμματος, από τις Κεντρικές Φυλακές, για την απεξάρτηση του από τις ναρκωτικές ουσίες, εφόσον, όπως μου έχει αναφερθεί, έχει πλέον αντιληφθεί την σοβαρότητα του εθισμού του σε αυτές, λόγω και της κατάληξης που είχε για αυτόν αυτή η υπόθεση. Ειδικότερα, τώρα, που έχει γίνει πατέρας και δημιουργήσει οικογένεια. · Την καλή διαγωγή που επιδεικνύει στις Κεντρικές Φυλακές μέχρι στιγμής ως υπόδικος, και τις συνθήκες περαιτέρω περιορισμού που εντός του εν λόγω ιδρύματος λόγω της πανδημίας του κορονοϊού. προχωρώ στο να επιβάλω στον Κατηγορούμενο 1 ποινή.
- Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας τις αρχές της κοινής προσέγγισης των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217) και της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Δημητρίου (Μιχαήλ) ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21), στον Κατηγορούμενο 1 επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: Στην 2η Κατηγορία: καμία ποινή, επειδή τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην 3η κατηγορία. Στην 3η Κατηγορία: 3 χρόνια και 8 μήνες φυλάκιση. Στην 4η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση. Στην 5η Κατηγορία: καμία ποινή, επειδή τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην 6η κατηγορία. Στην 6η Κατηγορία: 2 ½ χρόνια φυλάκιση. Στην 7η Κατηγορία: 1 ½ χρόνος φυλάκιση. Στην 8η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση. Στην 10η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση. Στην 11η Κατηγορία: 16 μήνες φυλάκιση. Στην 12η Κατηγορία: 8 μήνες φυλάκιση. Όλες οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Οι ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου 1, θα αρχίσουν να εκτίονται από σήμερα που του έχουν ανακοινωθεί, και κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(2)του Κεφ.155, θα έχουν την μείωση που προνοεί το Άρθρο 117
(1)του Κεφ. 155, δεδομένου ότι, αυτός, τέλεσε υπό κράτηση σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, για περίοδο από 29/04/2020 μέχρι και σήμερα. Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που αγγίζουν το ζήτημα της ποινής κατηγορουμένου για τα αδικήματα του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου 1 αυτής της υπόθεσης, είναι μόνον ενδεικτικές της ποινικής μεταχείρισης που ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο, καθότι, «ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων.». Αυτό, αναφέρθηκε από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, ο οποίος έδωσε την ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ναζίπ ν Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 808. Όπως επεσήμανε ο έντιμος, Δ. Α. Δ. εν προκειμένω, «εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι στο πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.». Τέτοιες, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: [Α]. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 296, Θεμιστοκλέους ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 96/2015, 19/02/2016, Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 544, Khalil v Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 78, Jokarbozorgi v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 726, Τσιάκκα ν Δημοκρατίας, κ. α.,
(2011)2 Α.Α.Δ. 282, Haggag v Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 52. [Β]. Πόλεος ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 141/2016, 02/06/2017 (και οι εκεί αναφερόμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικά με την ποινή), Σάμπη ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100, Χαρίτου ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225, Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 (και οι εκεί αναφερόμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικά με την ποινή), Ahmed v Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 27/2011, 27/11/2012, Soleimani v Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 476, Κατσαπάου ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- Επισημαίνοντας εδώ και το εξής, που αφορά την ανάγκη, η ποινή που θα επιβαλλόταν στον Κατηγορούμενο 1, να είναι ανάλογη της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του. Όπως δια του έντιμου, Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Gheorghe v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824 «Η αναλογικότητα στην ποινή συναρτάται όχι μόνο σε σχέση με άλλες παρόμοιες υποθέσεις, αλλά και με τη σοβαρότητα των επί μέρους κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο δράστης. Όπως υπέδειξε το Κακουργιοδικείο στο σκεπτικό του, η δράση των τριών εφεσειόντων, περιλαμβανομένου και του εφεσείοντος στην Ποινική Έφεση αρ. 20/2013, ήταν εκτεταμένη τόσο σε χρονική διάρκεια, όσο και στο ύψος των κλαπέντων αντικειμένων από τα οποία ελάχιστο μέρος μόνο έχει ανευρεθεί. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να απομονωθεί η κατηγορία υπ' αρ. 185 που αντιμετώπισε ο εφεσείων στην Ποινική Έφεση αρ. 20/2013, αλλά πρέπει να ενταχθεί και αυτή στο σύνολο των κατηγοριών, της όλης εγκληματικής συμπεριφοράς και των τριών εφεσειόντων και τις συνέπειες που επέφερε η όλη εγκληματική δράση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης, Hussein v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2018, 31/05/
- Στην περίπτωσή του Κατηγορουμένου 1, δεν συντρέχουν, κρίνω, παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί (σε ότι αφορά τις κατηγορίες για τις οποίες η επιβληθείσα ποινή, ως ανωτέρω, παρέχει την ευχέρεια στο Δικαστήριο εξέτασης ενός τέτοιου ζητήματος). Απόφαση στην οποία καταλήγω, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης των αδικημάτων και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου 1, οι οποίες, θεωρώ, ότι δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν μία τέτοια απόφαση, επειδή, τέτοια απόφασης, δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, ιδιαιτέρως αφής στιγμής βρίσκονται σε έξαρση και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες από την διάπραξη τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017, L.C.A. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/2015, Συμιλλίδης ν Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Κυπριανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 28/2014, 24/02/2014, Ιωσήφ ν Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2014 (Σχ. με 149/2014), 25/07/2014, Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 121/17, 21/09/2017, ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Δράκου, Πoινική Έφεση αρ.129/2015, 15/11/2017, Χαλκιά ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 240/2016, 17/03/2017). 9. Το Ανώτατο Δικαστήριο, έχει σε πάρα πολλές αποφάσεις του, τονίσει ότι, δεν ενδείκνυται η αναστολή της ποινής φυλάκισης, όταν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αφορά ή αφορούν την υπόθεση, βρίσκεται ή βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία ενός συγκεκριμένου παραβάτη, είναι επιπρόσθετα το μέσο, να αποτραπούν άλλοι πιθανοί παραβάτες από την διάπραξη του/τους, διότι, η προστασία του δημοσίου συμφέροντος είναι υπεράνω των οποιονδήποτε προσωπικών περιστάσεων του (βλ. Σ. Π. Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015, 15/11/2017). Η προκείμενη, είναι μια τέτοια περίπτωση. Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής του Κατηγορουμένου 1 και την επιμέτρηση της, ήτοι, το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης (και αυτών που λαμβάνονται υπόψη) και οι προσωπικές του, χωρίς να εντοπίζεται οτιδήποτε άλλο για να ληφθεί υπόψη ως σχετικό, επανεξεταζόμενοι για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του έχει μόλις επιβληθεί, δικαιολογούν, κατά την κρίση μου, την προαναφερόμενη απόφαση μου. Η ποινή φυλάκισης που ο Κατηγορούμενος 1 συνολικά θα εκτίσει, θεωρώ ότι αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και εξυπηρετεί ταυτοχρόνως και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Αυτό δεν θα εξυπηρετείτο, αν αυτή η ποινή του Κατηγορουμένου 1, αναστελλόταν. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο