← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΝΕΟΦΥΤΟΥ, Υπόθεση υπ' αρ.: 392/2016., 18/11/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΝΕΟΦΥΤΟΥ, Υπόθεση υπ' αρ.: 392/2016., 18/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B270 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 392/

  1. Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX ΝΕΟΦΥΤΟΥ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 18/12/
  2. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Μιχαήλ-Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Θ. Αθανασίου. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Ο Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει, τελικώς, τις κατηγορίες με αρ. 1 και 2, του κατηγορητηρίου του αυτής της υπόθεσης, που αφορούν, αντιστοίχως, τα αδικήματα: (α) της με σκοπό πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση του Άρθρου 228(α) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 [i] (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154») και (β) της πρόκλησης, παράνομα, βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση του Άρθρου 231 του Κεφ. 154 [ii]. Ο Κατήγορος, σχετικά με τα προαναφερόμενα αδικήματα, υποστηρίζει, ότι, βάσει των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης, εφαρμογής, αναλόγως περίπτωσης, τυγχάνουν και τα Άρθρα 3 και 4[

(1)και
(2)(ι)] του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000, Νόμος 119(I)/2000 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 119(Ι)/2000») [iii]. 2. Κατά την ακρόαση, ο Κατήγορος, κάλεσε για την υπόθεση του και παρουσίασε την μαρτυρία: (
  1. i)Της XXXXX Μιχαήλ, που είναι το πρόσωπο, το οποίο, ως στην συνέχεια με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται, παρουσιάζεται ως το θύμα της εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου (στο εξής καλούμενη «η Παραπονούμενη»). (
  2. ii)Της Γ/Αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Μόρφου Αριστοδήμου, που είναι το μέλος της Αστυνομίας, το οποίο, έλαβε, κατ' ισχυρισμό, την καταγγελία της Παραπονούμενης, εναντίον του Κατηγορουμένου, σχετικά με το επίδικο περιστατικό (στο εξής καλούμενη «η Αστ. XXXXX»). (iii) Του XXXXX Λύτρα, που είναι ο πατριός της Παραπονούμενης (στο εξής καλούμενος «ο Λύτρας»). (
  3. iv)Της XXXXX Τριλλίδου, που είναι η υπεύθυνη, έχει αναφερθεί, στο Ιατρικό Αρχείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, και η οποία κλήθηκε στο Δικαστήριο για να παρουσιάσει τον ιατρικό φάκελο της Παραπονούμενης και να δώσει σχετική με αυτόν μαρτυρία (στο εξής καλούμενη «η Τριλλίδου»). (
  4. v)Του Αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Καυκαλιά, που είναι το μέλος της Αστυνομίας, το οποίο διερεύνησε για την Αστυνομία, την καταγγελία της Παραπονούμενης εναντίον του Κατηγορουμένου (στο εξής καλούμενος «ο Ανακριτής»). (
  5. vi)Της Δρ. XXXXX Παπέττα, που είναι η ιατροδικαστής που εξέτασε κλινικά την Παραπονούμενη, σχετικά με την ισχυριζόμενη σωματική βλάβη που υπέστη, από την εγκληματική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου (στο εξής καλούμενη «η Ιατροδικαστής»). (vii) Του Χρίστου XXXXX, που είναι ετεροθαλής αδελφός της Παραπονούμενης (στο εξής καλούμενος «ο Χρίστος»). (viii) Του Δρ. XXXXX Παρπούνα, γενικού χειρούργου, που κατά τον επίδικο χρόνο, ως ειδικευόμενος ιατρός, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, επιλήφθηκε της κατάστασης της υγείας της Παραπονούμενης, ως έχει ο ισχυρισμός, μετά το επίδικο περιστατικό (στο εξής καλούμενος «ο Δρ. Παρπούνα»). Και, (
  6. ix)Της Γ/Αρχιαστυφύλακα XXXXX, XXXXX Παναγή, που είναι το μέλος της Αστυνομίας, που έλαβε φωτογραφίες της Παραπονούμενης, κατά την διάρκεια της κλινικής της εξέτασης από την Ιατροδικαστή, καθ' υπόδειξη της τελευταίας, κάποιες από τις οποίες και εκτύπωσε (στο εξής καλούμενη «η Α/Αστ. XXXXX»). 3. Ο Κατηγορούμενος, κληθείς από το Δικαστήριο σε απολογία, προέβη, από την θέση του Κατηγορουμένου, σε ανόμωτη δήλωση, και δεν κάλεσε για την υπόθεση του προς υπεράσπιση του, οποιοδήποτε μάρτυρα. 4. Κάποια από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, πρέπει εισαγωγικά της παράθεσης τους να αναφερθεί, έχουν δηλωθεί από τους Κατήγορο και Κατηγορούμενο ως παραδεκτά και ως τέτοια, έχουν γίνει αποδεκτά και εγκριθεί και από το Δικαστήριο για σκοπούς της ακρόασης αυτής της υπόθεσης. Αναφορά σε αυτά, γίνεται, εκεί και όπου κρίνεται απαραίτητο, στην συνέχεια. 5. Σύμφωνα με την θέση που ο Κατήγορος λαμβάνει για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος, μεταξύ της 25ης/12/2014 και 26ης/12/2014, στην Λάρνακα και το Πέρα Χωριό Νήσου, με σκοπό την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στην Παραπονούμενη, με την οποία συζούσε ως ανδρόγυνο, προκάλεσε πράγματι στην Παραπονούμενη βαριά σωματική βλάβη. Σε κάθε περίπτωση, ο Κατήγορος, φαίνεται από το κατηγορητήριο της υπόθεσης, υποστηρίζει, ότι, κατά το προαναφερόμενο επίδικο περιστατικό, ο Κατηγορούμενος, επιτέθηκε στην Παραπονούμενη, προκαλώντας της, παράνομα, βαριά σωματική βλάβη. 6. Όπως προκύπτει από το κατηγορητήριο, την προσκομισθείσα από πλευράς Κατήγορου μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα, η υπόθεσης του Κατήγορου για τα γεγονότα, σε γενικές γραμμές, είναι η εξής. 7. Ο Κατηγορούμενος και η Παραπονούμενη, είχαν δεσμό. Η σχέση τους, είχε ξεκινήσει, 1 ή 1 ½ περίπου χρόνο, πριν το επίδικο περιστατικό. Η Παραπονούμενη, ήταν διαζευγμένη, χρόνια προηγουμένως και είναι μητέρα ενός αγοριού, τότε, δεκατεσσάρων ετών. Μετά το επίδικο περιστατικό, η Μιχαήλ, αναφέρθηκε, απέκτησε ακόμη ένα παιδί. Με τον Κατηγορούμενο, η Παραπονούμενη, δεν συγκατοικούσαν, αλλά, τις πλείστες ημέρες της εβδομάδας (3 - 4 ημέρες), διανυκτέρευαν μαζί. Αρχικά, η Παραπονούμενη, ενοικίαζε διαμέρισμα στο Δάλι και ο Κατηγορούμενος διέμενε σε οικία στο Πέρα Χωρίο Νήσου. Στην συνέχεια, κάποια περίοδο πριν από το επίδικο περιστατικό, η Παραπονούμενη, μετακόμισε σε οικία της στην Λάρνακα. 8. Ο Κατηγορούμενος, ήταν βίαιος έναντι της Παραπονούμενης. «Την ζήλευε». Με το πέρασμα του χρόνου και την εξέλιξη της σχέσης τους, ο θυμός και τα βίαια ξεσπάσματα του Κατηγορουμένου έναντι της Παραπονούμενης, ήταν εντονότερα. Ο Κατηγορούμενος, κατά την διάρκεια αυτών των περιστατικών, χαστούκιζε, γρονθοκοπούσε, ακόμη και κλοτσούσε την Παραπονούμενη. Υπήρχαν περιπτώσεις, που την χτυπούσε και με αντικείμενα ή πάνω σε αντικείμενα. Η Παραπονούμενη, λόγω τούτου, φοβόταν πολύ τον Κατηγορούμενο. Η βιαιότητα του Κατηγορούμενου έναντι της Παραπονούμενης και ο φόβος που της προκαλούσε, είχαν την επίπτωση, η Παραπονούμενη, κατά την διάρκεια τέτοιων έντονων περιστατικών βίας, να χάνει τις αισθήσεις της. Πάραυτα, η Παραπονούμενη, δεν είχε αποκαλύψει σε κανένα από τους οικείους της, τα όσα βίωνε, επειδή φοβόταν τον Κατηγορούμενο. Επιπρόσθετα, η Παραπονούμενη, ανύπαντρη μητέρα ως ήταν, ήδη διαζευγμένη, δεν ήθελε να αποτύχει άλλη μία σχέση της. Ήθελε να έχει ένα σύντροφο στη ζωή, και ήλπιζε ότι, με το πέρασμα του χρόνου, ο Κατηγορούμενος, θα σταματούσε και δε θα «την ζήλευε», και θα απέβαλλε αυτό τον κακό του χαρακτήρα. 9. Αποκορύφωμα της βιαιότητας του Κατηγορουμένου έναντι της Παραπονούμενης, ήταν το επίδικο περιστατικό. 10. Στις 25/12/2014, ο Κατηγορούμενος και η Παραπονούμενη, ήταν, μαζί και άλλα πρόσωπα, κυρίως της οικογένειας τους, από νωρίς το απόγευμα, καλεσμένοι για φαγητό στην οικία των γονέων της Παραπονούμενης στην Λάρνακα. Η «διασκέδασης», κράτησε μέχρι αργά το απόγευμα, με νωρίς το βράδυ, της ίδιας ημέρας. Λόγω τερματισμού της, σχετικά νωρίς, λόγω της κατάστασης της υγείας του Λύτρα που ήταν πρόσφατα εγχειρισμένος, από το μέρος, αποχώρησαν όλοι οι προαναφερόμενοι παρευρισκόμενοι, με εξαίρεση τον Κατηγορούμενο, την Παραπονούμενη, τον Λύτρα, και τα αδέλφια της Παραπονούμενης, Χρίστο, XXXXX και XXXXX, και τους, αντιστοίχως, σύζυγο και σύντροφο, των τελευταίων. Η μητέρα της Παραπονούμενης, αν και παρέμεινε στην οικία, είχε αποσυρθεί στο υπνοδωμάτιο της. 11. Στην συνέχεια, νωρίς το βράδυ της ημέρας εκείνης, λόγω κάποιου περιστατικού εξύβρισης και επίθεσης της Παραπονούμενης από τον Κατηγορούμενο, από το οποίο η Παραπονούμενη αντιλήφθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είχε εκνευριστεί και θα την χτυπούσε και πάλι, η Παραπονούμενη, για να αποφύγει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, «κρυφά» από τον Κατηγορούμενο, έφυγε από το μέρος, μαζί με την αδελφή της XXXXX και τον σύντροφο αυτής. Του προαναφερόμενου περιστατικού, είχε προηγηθεί, διένεξης του Κατηγορουμένου, με τον αδελφό της Παραπονούμενης, XXXXX, συνεπεία του οποίου, ο τελευταίος, είχε ήδη φύγει, μαζί και με την σύζυγο του, από το σπίτι. Εμπλοκή στο τελευταίο αυτό περιστατικό, είχε και ο Χρίστος. Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είχε καταναλώσει πολύ αλκοόλ και ήταν, φαινόταν, επηρεασμένος από αυτό, παρέμεινε στην οικία των γονέων της Παραπονούμενης, μαζί με τον Λύτρα και τον Χρίστο. Πολύ αλκοόλ, την ημέρα εκείνη, είχαν καταναλώσει και άλλοι από τους παρευρισκόμενους, μεταξύ των οποίων και ο Χρίστος. 12. Ακολούθησε, το βράδυ εκείνο, έξοδος της Παραπονούμενης, σε κάποιο νυκτερινό κέντρο στην Λάρνακα, στην περιοχή Φοινικούδων, και μετά σε άλλο στην ίδια περιοχή. Εκεί, αρχικά, η Παραπονούμενη μεταφέρθηκε από την αδελφή της XXXXX και τον σύντροφο αυτής, για να συναντήσει αργότερα τους κουμπάρους της, XXXXX και XXXXX Λύτρα. Κατά την έξοδο της αυτή, η Παραπονούμενη, κατανάλωσε αλκοόλ. 13. Με τον Κατηγορούμενο, η Παραπονούμενη, συναντήθηκε τελικά και πάλι, αργότερα «το βράδυ» της ημέρας εκείνης. Στο μεταξύ, ο Κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκε, ήταν στο σπίτι των γονέων της Παραπονούμενης, μαζί με τον Λύτρα και τον Χρίστο. Την παρέλαβε ο Κατηγορούμενος, από εκεί που βρισκόταν στην Λάρνακα, έξω και πλησίον του νυκτερινού κέντρου στο οποίο ήταν προηγουμένως, σε κάποιο παγκάκι. Μαζί με τον Κατηγορούμενο, ήταν και ο Χρίστος. Για το που βρισκόταν η Παραπονούμενη, ειδοποιήθηκε ο Λύτρας, τηλεφωνικά, από κάποια κοπέλα. Είχε, ο Λύτρας, νωρίτερα το «βράδυ» εκείνο, όχι πολύ προηγουμένως, προσπαθήσει να επικοινωνήσει με την Παραπονούμενη τηλεφωνικώς, χωρίς όμως αποτέλεσμα, εφόσον, παρά το γεγονός ότι η Παραπονούμενη απάντησε το τηλέφωνο της, έκλαιγε και ήταν εμφανές ότι, είχε καταναλώσει αλκοόλ και δεν ήταν σε θέση να συνομιλήσει. 14. Η Παραπονούμενη, όταν εντοπίστηκε από τον Κατηγορούμενο και τον Χρίστο, ήταν εμφανώς επηρεασμένη από το αλκοόλ και χρειάστηκε βοήθεια για την μετακίνηση της. Η Παραπονούμενη, φαινόταν καλά και δεν ήταν σε καμία περίπτωση χτυπημένη ή τραυματισμένη. Όλοι τους, μετέβηκαν στο σπίτι της Παραπονούμενης στην Λάρνακα. Εκεί, συζήτησαν για κάποια ώρα. Η διάθεση της Παραπονούμενης ήταν καλύτερη και πλέον, ήταν λιγότερο επηρεασμένη και από το αλκοόλ. Συζήτησαν, κυρίως ο Κατηγορούμενος και ο Χρίστος. Αντικείμενο της συζήτησης, ήταν, το περιστατικό «αναστάτωσης», που, ως προαναφέρθηκε, εκτυλίχθηκε, νωρίτερα «την ημέρα εκείνη». Αναφέρθηκε σε αυτήν, ότι, ο Κατηγορούμενος, παρά το τι είχε προηγηθεί, θα παρέμενε, ως εκείνη την στιγμή τουλάχιστον φαινόταν, «ήρεμος». Πείστηκε, η Παραπονούμενη, ότι ο Κατηγορούμενος δεν θα την χτυπούσε. Αποφάσισαν τότε, ότι, Κατηγορούμενος και Παραπονούμενη, θα διανυκτέρευαν εκεί, στο σπίτι της Παραπονούμενης στην Λάρνακα, που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το σπίτι των γονέων της. Ο Χρίστος, μετά από την προαναφερόμενη συζήτηση τους με τον Κατηγορούμενο, θεώρησε ότι δεν υπήρχε πλέον κάποιο πρόβλημα, ή λόγος ανησυχίας λόγω των συμβάντων που προηγήθηκαν, και αποχώρησε. Αρχικά, μετέβη στο σπίτι των γονέων του, και πληροφόρησε τον Λύτρα ότι η Παραπονούμενη ήταν καλά, ότι όλα ήταν καλά και ότι η Παραπονούμενη βρισκόταν στο σπίτι της με τον Κατηγορούμενο, και ακολούθως, έφυγε για διασκέδαση στην Λάρνακα. 15. Ο Κατηγορούμενος, είχε, ως προαναφέρθηκε, προηγουμένως, από νωρίς το απόγευμα εκείνης της ημέρας, καταναλώσει πολύ αλκοόλ. Όταν τελικά έμειναν μόνοι στο σπίτι της Παραπονούμενης στην Λάρνακα, ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος, ξέσπασε βίαια έναντι της Παραπονούμενης. Της πέταξε αντικείμενα του σπιτιού και την χτύπησε επανειλημμένα. Τελικά, και χρησιμοποιώντας βία, ο Κατηγορούμενος, και συνεχίζοντας να την χτυπά επανειλημμένα κατά την διάρκεια, εξανάγκασε την Παραπονούμενη, τραβώντας την από το χέρι, να επιβιβαστεί σε αυτοκίνητο, για να μεταβούν στην οικία του στο Πέρα Χωριό Νήσου. Κατά την διαδρομή τους, ο Κατηγορούμενος, συνέχισε να χτυπά την Παραπονούμενη επανειλημμένα, με αποτέλεσμα, η Παραπονούμενη, να χάσει τις αισθήσεις της. Ξύπνησε, τελικά η Παραπονούμενη, το πρωινό της επόμενης ημέρας, δηλαδή, της 26ης/12/2014, στο σπίτι του Κατηγορουμένου, νιώθοντας έντονους πόνους στην κοιλιακή της χώρα. Δεν αντιλήφθηκε, το βαθμό που είχε χτυπήσει και τραυματιστεί. Ζήτησε από τον Κατηγορούμενο, να την μεταφέρει στο νοσοκομείο. 16. Στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου τελικά, κατά το ίδιο πρωινό, μεταφέρθηκε η Παραπονούμενη από τον Κατηγορούμενο, διαπιστώθηκαν και τα τραύματα της, μέρος του αντικειμένου του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου αυτής της υπόθεσης, λόγω των οποίων, η Παραπονούμενη, υπεβλήθη και σε χειρουργική επέμβαση. Η Παραπονούμενη, μετά από κλινική εξέταση που της έγινε στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, λόγω διαπίστωσης αιμορραγικού ασκιτή σε όλα τα τέσσερα τεταρτημόρια της κοιλίας της, για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο θανάτου της, κατ' επειγόντος, χειρουργήθηκε. Κατά την επέμβαση αυτή, ο Δρ. Παρπούνας, διαπίστωσε ρήξη της ουροδόχου κύστης της Παραπονούμενης, χωρίς οποιαδήποτε άλλη ρήξη ενδοκοιλιακών σπλάχνων. Αυτό, είχε ως αποτέλεσμα, τη συρραφή της ουροδόχου κύστης της Παραπονούμενης και τοποθέτηση σε αυτήν ουροκαθετήρα μέχρι την πλήρη επούλωση της, και περαιτέρω, την διενέργεια πολλαπλών πλύσεων στην κοιλιά της Παραπονούμενης, για αποφυγή αποστημάτων λόγω της επιμόλυνσης του υγρού της ουροδόχου κύστης με την υπόλοιπη ενδοκοιλιακή χώρα. 17. Στις 27/12/2014, η Παραπονούμενη, από το δωμάτιο του Χειρουργικού Θαλάμου του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, στο οποίο νοσηλευόταν μετά από την προαναφερόμενη χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε, κατέθεσε, στην Αστ. XXXXX, η οποία ανταποκρίθηκε σε κλήση προς την Αστυνομία για το γεγονός του τραυματισμού της Παραπονούμενης, το παράπονο της εναντίον του Κατηγορουμένου, σχετικά με τα προαναφερόμενα περιστατικά και τραυματισμό της, ως αυτό καταγράφεται στην κατάθεση της Τεκμήριο 1. Είχε προηγηθεί, μετά από απαίτηση της Αστ. 3043, οικειοθελής απομάκρυνση του Κατηγορουμένου, από το δωμάτιο του Χειρουργικού Θαλάμου του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας στο οποίο νοσηλευόταν η Παραπονούμενη, εφόσον, ως είχε γίνει αντιληπτό από την Αστ. XXXXX, η οποία είχε ήδη παρατηρήσει το εύρος του τραυματισμού της Παραπονούμενης, η Παραπονούμενη, έκλαιγε, έμοιαζε φοβισμένη και στην παρουσία του Κατηγορουμένου ήταν διστακτική στην απάντηση της, όταν την ρώτησε, κατά πόσο είχε κτυπηθεί από κάποιον. 18. Κατά την διάρκεια της νοσηλείας της στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, η Παραπονούμενη, στις 27/12/2014, εξετάστηκε κλινικά από την Ιατροδικαστή, η οποία, σχετικά με τα ευρήματα της και ειδικότερα τις σωματικές κακώσεις που διαπίστωσε της Παραπονούμενης, ετοίμασε την ιατροδικαστική έκθεση, Τεκμήριο 11. Σύμφωνα με την Ιατροδικαστή, οι τραυματισμοί της Παραπονούμενης, θα μπορούσε να είναι το αποτέλεσμα ξυλοδαρμού της, ως ο ισχυρισμός της. 19. Ότι, ο δράστης για τον τραυματισμό της, ήταν ο Κατηγορούμενος, η Παραπονούμενη το ανέφερε και στον Λύτρα, αλλά και στον Χρίστο, όταν αυτοί την επισκέφτηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, την ίδια ημέρα. Δηλαδή, κατά την επίσκεψη τους της Παραπονούμενης, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, ξεχωριστά, στις 27/12/2014. 20. Είχε προηγηθεί, για το γεγονός της μεταφοράς της Παραπονούμενης στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας από τον Κατηγορούμενο, πληροφόρησης και του Λύτρα, από τον Κατηγορούμενο, τηλεφωνικά. 21. Το πρωινό της 26ης/12/2014, ο Κατηγορούμενος, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Λύτρα, αναφέροντας του ότι είχε μεταφέρει την Παραπονούμενη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, λόγω «παραπόνων» της Παραπονούμενης για πόνο «στο στομάχι». Ο Λύτρας, ρώτησε τότε τον Κατηγορούμενο, αν συνέβη οτιδήποτε το προηγούμενο βράδυ, σχετικό με το συμβάν των «παραπόνων» της Παραπονούμενης για πόνο «στο στομάχι», και ο Κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων, του ανέφερε ότι, με την Παραπονούμενη, είχαν και πάλι τσακωθεί. 'Όπως, ο Κατηγορούμενος, χαρακτηριστικά ανέφερε στον Λύτρα, με την Παραπονούμενη «τα έκαναν μπίλιες». Ο Λύτρας, εν συνεχεία, ρώτησε τον Κατηγορούμενο αν χτύπησε την Παραπονούμενη, για να λάβει από τον τελευταίο την απάντηση ότι, αν και η Παραπονούμενη είχε μελανιασμένο μάτι, αυτός, δεν θυμόταν κατά πόσο την χτύπησε. Ο Λύτρας, ακούγοντας τα λεγόμενα αυτά του Κατηγορουμένου, τον ρώτησε ξανά κατά πόσο χτύπησε την Παραπονούμενη, για να λάβει αυτή την φορά την απάντηση του Κατηγορουμένου, ότι, αν και δεν θυμόταν, δεν απέκλειε το ενδεχόμενο να το έπραξε. Έκλεισαν, οι δύο τους, την συνομιλία τους, με την συνεννόηση ότι, ο Κατηγορούμενος, θα επικοινωνούσε με τον Λύτρα, αν η Παραπονούμενη διαγιγνώσκετο με κάτι το σοβαρό. 22. Τελικά, ο Κατηγορούμενος, επικοινώνησε και πάλι με τον Λύτρα, κατά το πρωινό της επόμενης ημέρας, δηλαδή, της 27ης/12/2014, ενημερώνοντας τον ότι, η Παραπονούμενη, εξακολουθούσε να βρίσκεται στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και για την σοβαρότητα της κατάστασης της, ως αυτή πρόκυπτε από τα ευρήματα των θεραπόντων ιατρών της, για τα οποία ήταν ενήμερος. Ακολούθησε, μετά πάροδο κάποιας ώρας, η επίσκεψη του Λύτρα, της Παραπονούμενης, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, κατά την διάρκεια της οποίας, η Παραπονούμενη, του ανέφερε, ως προελέχθη, ότι, τους τραυματισμούς της, τους της προκάλεσε ο Κατηγορούμενος. Ενόσω, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, ο Λύτρας, είχε νέα τηλεφωνική επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο, κατά την οποία, ο Κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων, τον ρωτούσε τι έπρεπε να κάνει, εάν έπρεπε να αυτοκτονήσει ή να αναφέρει στην Αστυνομία ότι ήταν αυτός ο δράστης. 23. Αυτή, σε γενικές γραμμές, ως προαναφέρθηκε, είναι η εκδοχή που ο Κατήγορος υποστηρίζει για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Η μαρτυρία, από την οποία αυτή προκύπτει, ως προαναφέρθηκε, πρέπει να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο, δεδομένης και της απάντησης που ο Κατηγορούμενος καταχώρησε στο κατηγορητήριο του αυτής της υπόθεσης, αλλά και της αντεξέτασης στην οποία υπέβαλε τα πρόσωπα που την παρουσίασαν και τις θέσεις του προς αυτούς, από τα οποία προκύπτει, η αμφισβήτησης της. Είναι, βεβαίως, σε κάθε υπόθεση, καθήκον του Δικαστηρίου, ως αναφέρω και στην συνέχεια, να εκτιμήσει την μαρτυρία ως σύνολο και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά, και ως εκ τούτου, η εκτίμηση της προσκομισθείσας από πλευράς Κατήγορου μαρτυρίας, γίνεται, ενταγμένης αυτής στο σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας. Δηλαδή, λαμβανομένης υπόψη και της μαρτυρίας που προσάγεται από πλευράς του Κατηγορουμένου προς υπεράσπιση του. Στην προκείμενη περίπτωση, ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος, προς υπεράσπιση του, δεν παρουσίασε μαρτυρία και ως εκ τούτου, η εκτίμησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο, περιορίζεται στην μαρτυρία που προσήγαγε ο Κατήγορος. Για το ιδιαίτερο του χαρακτήρα της ανόμωτης δήλωσης του Κατηγορουμένου, στην οποία προέβη όταν κλήθηκε σε απολογία, και την, ως εκ τούτου, σημασία της σε αυτή την υπόθεση, αναφέρομαι στην συνέχεια της απόφασης μου. 24. Είχα την δυνατότητα, στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακρόασης της υπόθεσης αυτής, να αποκομίσω, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρω στην συνέχεια, τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από πλευράς Κατήγορου, έχοντας παρακολουθήσει επιστάμενα τα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν, τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσαν, και τη λογική που, με βάση την ανθρώπινη εμπειρία, η μαρτυρία τους ανέδυε, σε συνάρτηση με τα δεδομένα της υπόθεσης. Έχω, για τις διαπιστώσεις μου, τις οποίες παραθέτω στην συνέχεια, αξιολογήσει την μαρτυρία, ως και προαναφέρθηκε, στο σύνολο της, και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά [iv]. 25. Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, μου έκαναν καλή εντύπωση στο ειδώλιο του μάρτυρα, και έχω πεισθεί ότι, στο Δικαστήριο, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, έχουν καταθέσει τα γεγονότα, όπως τα θυμόνταν να έχουν πραγματικά διαδραματιστεί. Αν και, μεταξύ της μαρτυρίας τους, εντοπίζονται ορισμένες αντιφάσεις, όπως επίσης, παρατηρούνται και ορισμένες αυτοαναιρέσεις στην μαρτυρία κάποιων από αυτούς, αυτές οι παρατηρήσεις για την μαρτυρία, δεν πλήττουν την αξιοπιστία τους σχετικά με το γνωστικό της μέρος, αναφορικά με τους ουσιώδη ισχυρισμούς τους για τα επίδικα γεγονότα. Τουναντίον, αυτές, κατά την κρίση μου, φανερώνουν ότι δεν υπήρξε καμία προσυνεννόηση, προμελέτη ή προσπάθεια από πλευράς τους, υποστήριξης μίας εκδοχής γεγονότων, των οποίων δεν ήταν μάρτυρες, ή τα οποία μαρτύρησαν αλλιώτικα, αλλά, για να επιτύχουν κάποιο αποτέλεσμα ή στόχο, τα διαφοροποίησαν ή απέκρυψαν σε οποιοδήποτε βαθμό. Καμία τέτοια διάθεση, πρέπει να σημειωθεί, δεν αντιλήφθηκα, κατά την ακρόαση της μαρτυρίας τους, παρά μόνο επιθυμία για κατάθεση, της, κατά την αντίληψη τους, πραγματικότητας και αλήθειας. 26. Παρά την συγγενική σχέση της Παραπονούμενης με τους Λύτρα και Χρίστο, η φυσικότητα με την οποία κατέθεσαν, αλλά και ο τρόπος που κάθε ένας από αυτούς, μέσα από την ξεχωριστή προσωπικότητα του, παρουσίασε με την μαρτυρία του τους ισχυρισμούς του, με έχουν πείσει ότι μπορώ να δώσω πίστη στην μαρτυρία τους για να εξάξω τα συμπεράσματα μου. 27. Η Παραπονούμενη, που, ως το θύμα της εγκληματικότητας του Κατηγορουμένου, ήταν ο βασικότερος μάρτυρας για την υπόθεση του Κατήγορου, όταν, σχεδόν καταληκτικά της αντεξέτασης της από τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου, λόγω αμφισβήτησης της ειλικρίνειας της, ανέφερε στο Δικαστήριο, «εγώ τα έζησα και τα ζω και μία ζωή θα τα ζω», στην φράση της αυτή, που συνοδεύτηκε από βλέμμα «αληθινό» και «καθαρό», ενθυλάκωσε, την ουσία των θέσεων της, στην αμφισβήτηση που έτυχε από πλευράς Κατηγορουμένου κατά την διάρκεια της ακρόασης της. Ότι, δηλαδή, παρά τα προβλήματα της κατά τον ουσιώδη χρόνο με το αλκοόλ και τον εθισμό της σε χάπια, που δεν αρνήθηκε ότι αντιμετώπιζε και ότι την επηρέαζαν, (τα οποία όμως, στο μεταξύ, αντιμετώπισε θετικά), σχετικά με το επίδικο περιστατικό, αν και χωρίς πολλές λεπτομέρειες, μπορούσε να θυμηθεί την πραγματικότητα και στο Δικαστήριο κατέθεσε την αλήθεια. 28. Η μαρτυρία της Παραπονούμενης, βεβαίως, για τα επίδικα γεγονότα, υποστηρίζεται, σε κάποιο βαθμό, και από την μαρτυρία των Λύτρα και Χρίστο, η οποία επίσης αλληλοϋποστηρίζεται ή αλληλοσυμπληρώνεται σε μεγάλο βαθμό, όπως επίσης και από την μαρτυρία της Αστ. XXXXX για την καταγγελία τους από την Παραπονούμενη, που ακολούθησε σε πολύ σύντομο χρόνο μετά και με την πρώτη «ευκαιρία». Ενώ, υποστηρίζεται περαιτέρω, ή θα μπορούσε να λεχθεί διαφορετικά, δεν αποκλείεται, από την μαρτυρία της Ιατροδικαστού, αλλά και την εξ ακοής μαρτυρία του ιδίου του Κατηγορουμένου, ως την παρουσίασε στο Δικαστήριο ο Ανακριτής της υπόθεσης, που του έλαβε την κατάθεση Τεκμήριο 9. Ο οποίος, Κατηγορούμενος, σε πολύ γενικές γραμμές, αυτό που υποστήριξε, τόσο στην Αστυνομία κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, όσο και στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπόθεσης, είναι ότι, ποτέ δεν υπήρξε βίαιος έναντι της Παραπονούμενης, αλλά υποστηρικτικός των προβλημάτων της, την αγαπούσε, και ότι, για το επίδικο περιστατικό, δεν θυμάται ουσιαστικά τίποτα, εφόσον, ήταν πολύ μεθυσμένος. 29. Η Παραπονούμενη, ο Λύτρας και ο Χρίστος, πρέπει να σημειωθεί, σε σύντομο χρόνο μετά το επίδικο περιστατικό, έδωσαν κατάθεση των ισχυρισμών τους στην Αστυνομία, τους οποίους και επεξήγησαν περαιτέρω κατά την ακρόαση της μαρτυρίας τους από το Δικαστήριο, χωρίς ουσιαστική διαφοροποίηση τους. 30. Την ανόμωτη δήλωση του Κατηγορουμένου, η οποία, σύμφωνα με την νομολογία, δεν αποτελεί μαρτυρία [v], την εξετάζω και αξιολογώ, ως στην συνέχεια αναφέρω, για να καταλήξω ως προς τη βαρύτητα ή αξία που μπορεί υπό τις περιστάσεις να της δοθεί, μέσα στο σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας [vi]. 31. Με δεδομένες αυτές τις γενικές παρατηρήσεις μου για την εκτίμηση της μαρτυρίας, προχωρώ να επεξηγήσω το σκεπτικό μου για την προαναφερόμενη κατάληξη μου, αξιολογώντας παράλληλα και την αποδεκτή και παραδεκτή μαρτυρία για τα ευρήματα μου. 32. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι, στις 25/12/2014, ο Κατηγορούμενος και η Παραπονούμενη, ήταν καλεσμένοι για φαγητό στην οικία των γονέων της Παραπονούμενης στην Λάρνακα. Είναι βέβαιο, ότι, παρευρισκόμενοι εκεί, μεταξύ άλλων, ήταν και οι Λύτρας και Χρίστος. Αναμφίβολα, τόσο οι Λύτρας και Χρίστος, όσο και ο Κατηγορούμενος, κατανάλωναν αλκοόλ από νωρίς το απόγευμα μέχρι νωρίς το βράδυ της ημέρας εκείνης, όταν και η Παραπονούμενη έφυγε από το μέρος. Αμφισβητούμενος, είναι ο λόγος για τον οποίο αυτό έγινε. 33. Η Παραπονούμενη, που, όπως ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε, μέχρι εκείνη την στιγμή, δεν είχε καταναλώσει πολύ αλκοόλ, υποστήριξε ότι, ο Κατηγορούμενος, στην παρουσία της αδελφής της Μαρίας και του συντρόφου της, και σε ακρόαση των υπόλοιπων παρακείμενα παρευρισκόμενων στην οικία, την εξύβρισε και της επιτέθηκε, και λόγω της έξαλλης κατάστασης του, λόγος για τον οποίο είχε διένεξη ή συζήτηση, αναλόγως περίπτωσης, και με τους XXXXX, Χρίστο και Λύτρα, αντιλήφθηκε το ενδεχόμενο να βιαιοπραγούσε εναντίον της, όπως πολύ συχνά στο παρελθόν γινόταν στα ξεσπάσματα του αυτά, και για να το αποφύγει, έφυγε. Είναι, προκύπτει παραδεκτό, ότι, η Παραπονούμενη, μέχρι και εκείνη την στιγμή, σωματικά, δεν ήταν καθόλου τραυματισμένη. 34. Ο Κατηγορούμενος, από την άλλη, τόσο στην κατάθεση του προς την Αστυνομία, Τεκμήριο 9, όσο και με την ανόμωτη του δήλωση, Έγγραφο Α, όπως προαναφέρθηκε, ισχυρίζεται ότι, λόγω του ότι ήταν μεθυσμένος, δεν θυμάται τι ακριβώς έγινε την ημέρα εκείνη. Επικαλείται πληροφόρηση του, εκ των υστέρων, από τον Χρίστο, περί κάποιας διένεξης του Χρίστου με τον Λένο, που αφορούσε την Παραπονούμενη, στην οποία ενεπλάκη, χωρίς όμως να αναφέρει οτιδήποτε σχετικά με τον λόγο που η Παραπονούμενη έφυγε από το μέρος χωρίς αυτόν, ούτε και για το γιατί αυτός παρέμεινε εκεί για αρκετή ώρα ακόμη μετά. Ο Χρίστος, σημειώνεται, δεν υποστήριξε με την μαρτυρία του, την εκδοχή αυτή του Κατηγορουμένου και ειδικότερα, ότι ανέφερε στον Κατηγορούμενο τα προαναφερόμενα. 35. Όπως προελέχθη, η Παραπονούμενη, με έχει εντυπωσιάσει θετικά ως μάρτυρας, και αποδέχομαι την προαναφερόμενη εκδοχή της για τα γεγονότα, η οποία, στην ουσία της, παρά τις όποιες αντιφάσεις παρατηρούνται μεταξύ της και αυτής των Λύτρα και Χρίστο σχετικά με τον χρόνο και την αλληλουχία κάποιων γεγονότων, αναφορικά με το έξαλλο της κατάστασης του Κατηγορουμένου, τον θυμό του, την εξύβριση και επίθεση που δέχθηκε από αυτόν και την φυγή της αμέσως μετά, υποστηρίζεται και από την μαρτυρία των Λϋτρα και Χρίστου. Δεν είναι, άλλωστε, και λογικό, η Παραπονούμενη, ημέρα γιορτινή, Χριστούγεννα βράδυ, να φεύγει και να εγκαταλείπει τον σύντροφο της, με τον οποίο, μέχρι τότε, είχε δεσμό μόνο 1 ή 1 ½ χρόνο, χωρίς κάποιο ουσιαστικό λόγο, στο σπίτι μάλιστα των γονιών της, με τους οποίους η γνωριμία του Κατηγορούμενου ήταν σχετικά πρόσφατη, και όταν αυτός ήταν μεθυσμένος. Ο λόγος, έχω πεισθεί, ήταν αυτός που υποστήριξε η Παραπονούμενη. 36. Διαφωνία, δεν υπάρχει και για το γεγονός, ότι, το επόμενο πρωινό της 26ης/12/2014, Κατηγορούμενος και Παραπονούμενη, ξύπνησαν μαζί στο σπίτι του Κατηγορουμένου στο Πέρα Χωρίο Νήσου και ότι, η Κατηγορούμενη, εκτός από το «παράπονο» της για πόνο «στο στομάχι», ήταν και φαινόταν τραυματισμένη. Σχετική προς τούτο, αναφορά, έγινε, σύμφωνα με τον Ανακριτή, και από τον Κατηγορούμενο στην κατάθεση που του έλαβε, Τεκμήριο 9. Ενώ, αυτά, είναι γεγονότα που υποστήριξε και η Παραπονούμενη. 37. Αδιαμφησβήτητα, είναι βεβαίως, και τα γεγονότα που επακολούθησαν την ημέρα εκείνη, όπως και τα όσα γεγονότα τις επόμενες ημέρες ακολούθησαν, στον βαθμό που αφορούν, την μεταφορά της Παραπονούμενης από τον Κατηγορούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, την κλινική εκεί εξέταση της Κατηγορούμενης, τις διαπιστώσεις των ιατρών για την κατάσταση της υγείας της, την αντιμετώπιση και θεραπεία της, και την μετέπειτα νοσηλεία της στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Όπως επίσης, παραδεκτοί, είναι φαίνεται και οι τραυματισμοί της Παραπονούμενης και η σωματική βλάβη που της προκλήθηκε, λόγω κάποιου περιστατικού, που δεν μπορεί παρά να συνέβη, σύντομα πριν την μεταφορά της από τον Κατηγορούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, και οι οποίοι, διαπιστώθηκαν και από την Ιατροδικαστή, μετά από κλινική της εξέταση στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, στις 27/12/2020. 38. Το τι ουσιαστικά αμφισβητείται από πλευράς Κατηγορουμένου, είναι η αιτία των προαναφερόμενων τραυματισμών και σωματικής βλάβης της Παραπονούμενης. 39. Ο Κατηγορούμενος, όπως προαναφέρθηκε, στον Ανακριτή, ισχυρίστηκε ότι, λόγω του ότι είχε καταναλώσει πολύ αλκοόλ, δεν θυμάται τα γεγονότα που αφορούν το απόγευμα και βράδυ της 25ης/12/2020, ούτε και αυτά που αφορούν το πρωινό της 26ης/12/2020. Κατά την χρονική αυτή περίοδο, δεν αντιτίθεται σε αυτό ο Κατηγορούμενος, πρέπει να έλαβε χώρα το περιστατικό του τραυματισμού της Παραπονούμενης. Εντούτοις, ο Κατηγορούμενος, υποστηρίζει, ότι, αν και δεν θυμάται τι έγινε, αυτός, δεν μπορεί να είναι ο δράστης, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, ισχυρισμός του είναι ότι, ουδέποτε υπήρξε βίαιος έναντι της Παραπονούμενης, παρά μόνο στοργικός και βοηθητικός, λόγω των συναισθημάτων αγάπης που έτρεφε για αυτή, και γενικά, όπως ανέφερε στην ανόμωτη του δήλωση, Έγγραφο Α, επειδή δεν είναι τέτοιος χαρακτήρας. 40. Η Παραπονούμενη, ως προαναφέρθηκε, κατέθεσε ακριβώς το αντίθετο. Ο Κατηγορούμενος, ήταν και στο παρελθόν βίαιος έναντι της, την χτυπούσε, μάλιστα με ένταση, και το έπραξε και κατά το επίδικο περιστατικό, σε βαθμό, που φαίνεται να έχασε τις αισθήσεις της, οπότε και ακολούθησαν, όταν ξύπνησε, τα γεγονότα του πρωινού της 26ης/12/2020 και η μεταφορά της από τον Κατηγορούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. 41. Σχετικά με τα προαναφερόμενα, αν και δεν μου παρουσιάστηκε αναφορικά με το ζήτημα, μαρτυρία πραγματογνώμονα, και θα αναφερθώ σε αυτό στην συνέχεια, το βρίσκω πολύ απομακρυσμένο και δεν έχω πεισθεί, ότι, ο Κατηγορούμενος, λόγω του αλκοόλ που είχε καταναλώσει κατά την 25ην/12/2020 ή ενδεχομένως και μεταγενέστερα «το βράδυ» εκείνο, δεν έχει μνήμη των συμβάντων που έλαβαν χώρα, έστω και μερικώς. 42. Και αυτό, αν ληφθούν υπόψη και τα εξής γεγονότα, τα οποία ο Κατηγορούμενος, ουσιαστικά, δεν αμφισβητεί. Ότι, ο Κατηγορούμενος, κατά το «βράδυ» του επίδικου περιστατικού, ήταν σε θέση, από το σπίτι που βρισκόταν των γονέων της Παραπονούμενης στην Λάρνακα, να μεταβεί με αυτοκίνητο στην περιοχή των Φοινικούδων Λάρνακας, για να εντοπίσει την Παραπονούμενη. Μάλιστα, και ανεξαρτήτως του κατά πόσο ήταν αυτός ο οδηγός του αυτοκινήτου, ή ο Χρίστος, και του κατά πόσο με τον Χρίστο είχαν μεταβεί για τον σκοπό με το ίδιο αυτοκίνητο στην περιοχή των Φοινικούδων Λάρνακας ή όχι, μετά την μετάβαση του αυτή στην εν λόγω περιοχή για να εντοπίσει την Παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος, έπρεπε και ήταν σε θέση να περπατήσει κάποια απόσταση, σημαντική κατά την άποψη μου σύμφωνα με τους αναντίλεκτους ισχυρισμούς της Παραπονούμενης και Χρίστου σχετικά με το σημείο που η Παραπονούμενη ανευρέθηκε τελικά στην εν λόγω περιοχή. Ακολούθως, όταν ο Κατηγορούμενος εντόπισε την Παραπονούμενη, έχοντας φαίνεται αυτή την ικανότητα αντίληψης του περιβάλλοντος, ήταν και πάλι σε θέση να την βοηθήσει, στηρίζοντας την για να περπατήσει ή μεταφέροντας την πίσω στο σημείο που ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο. Στην συνέχεια, το «ίδιο βράδυ», ο Κατηγορούμενος, ήταν φαίνεται σε θέση να οδηγήσει, με συνοδηγό ή επιβάτη και την Παραπονούμενη, το αυτοκίνητο του από την Λάρνακα, είτε από την περιοχή Φοινικούδων, είτε από την οικία της Παραπονούμενης, για αρκετά μεγάλη απόσταση, μέχρι την οικία του στο Πέρα Χωριό Νήσου. 43. Όλα αυτά τα γεγονότα, κατά την κρίση μου, δεν καταδεικνύουν ότι, ο Κατηγορούμενος, ανεξαρτήτως της ποσότητας του αλκοόλ που είχε καταναλώσει, ήταν σε τέτοια κατάσταση μέθης, από την οποία λογικά μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ή σε κάθε περίπτωση ο Κατηγορούμενος να μπορεί να γίνει πιστευτός, ότι, δεν θυμάται κανένα από τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά το προαναφερόμενο αυτό χρονικό διάστημα. Οι συζητήσεις, άλλωστε, που είχε ο Κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκαν, με τον Λύτρα, μετά το επίδικο περιστατικό, τηλεφωνικά, καταδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο. Ότι, δηλαδή, θυμόταν τα γεγονότα που έλαβαν χώρα και ότι είχε συνείδηση της δράσης του στο συμβάν που οδήγησε την Παραπονούμενη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ο Κατηγορούμενος, αν και βρίσκω από τα γεγονότα, ότι ήταν μερικώς μεθυσμένος, είχε αντίληψη των πραγμάτων. 44. Η άμεση μαρτυρία της Παραπονούμενης, για το επίδικο συμβάν, ως έχει προαναφερθεί, ας σημειωθεί, υποστηρίζεται περαιτέρω, έστω και περιστασιακά, και από την μαρτυρία του Χρίστου, του οποίου η μαρτυρία, με την σειρά της, υποστηρίζεται από αυτήν του Λύτρα, εφόσον, αυτά που ο Χρίστος ισχυρίστηκε, αρχικά στην Αστυνομία όταν διερευνάτο η υπόθεση, και μετά και στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της, είχαν, σε γενικές γραμμές, αναφερθεί και στον Λύτρα το «ίδιο βράδυ». 45. Ειδικότερα, σχετικά με το ότι, η Παραπονούμενη, πράγματι, τόσο όταν εντοπίστηκε στην περιοχή Φοινικούδων, όσο και μετά από το εν λόγω συμβάν, όταν μεταφέρθηκε στην οικία της στην Λάρνακα, δεν ήταν τραυματισμένη. Όπως, ο Χρίστος ισχυρίστηκε, το παρουσιαστικό της Παραπονούμενης, αλλά και η συμπεριφορά της, παρά το γεγονός ότι φαινόταν επηρεασμένη από το αλκοόλ, δεν καταδείκνυαν ότι είχε υποστεί, πριν την εντοπίσουν, οποιαδήποτε επίθεση από οποιονδήποτε και ειδικότερα, τραυματισμό. Αυτό, ισχυρίστηκε ο Χρίστος, μπόρεσε να το παρατηρήσει καλύτερα, όταν, στην συνέχεια, μαζί με τον Κατηγορούμενο και την Παραπονούμενη, μετά και την μετάβαση τους στην οικία της Παραπονούμενης στην Λάρνακα, κάθισαν στο σαλόνι της και είχαν για κάποια ώρα και κάποια συζήτηση. Τότε, μάλιστα, ο Χρίστος, παρατήρησε ότι η Παραπονούμενη, άρχισε να «συνέρχεται» και από το αλκοόλ. Σε καμία περίπτωση, όπως ο Χρίστος υποστήριξε, η Παραπονούμενη μπορούσε να είχε τους τραυματισμούς που υπέστη, και υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις, να μην τους παρατηρούσε ή να μην αντιλαμβανόταν την κατάσταση της. 46. Η μαρτυρία αυτή του Χρίστου, την οποία, ως προανέφερα, αποδέχομαι ως ειλικρινή, είναι και λογική. Θα ήταν, κατά την κρίση μου, παράλογο, η Παραπονούμενη, να είχε, όταν την εντόπισαν με τον Κατηγορούμενο, τους τραυματισμούς που αναφέρθηκαν και περιεγράφηκαν στο Δικαστήριο και από την Ιατροδικαστή, και, να μην είχε γίνει αυτό αντιληπτό από τον Χρίστο, όσο «φρέσκα» και να ήταν τα τραύματα της, και ακόμη και αν αυτός είχε καταναλώσει, νωρίτερα της «ημέρας εκείνης», αρκετό αλκοόλ. Σημειώνω, ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Χρίστου, αυτός, δεν ήταν σε τέτοιο βαθμό επηρεασμένος από το αλκοόλ, που να ήταν ανίκανος να κάνει μια τέτοια παρατήρηση. 47. Σχετικά με τα προαναφερόμενα, σημειώνεται επιπρόσθετα ότι, η Παραπονούμενη, βρισκόταν νωρίτερα, και εντοπίστηκε τελικά από τους Κατηγορούμενο και Χρίστο, στην περιοχή Φοινικούδων στην Λάρνακα, μια περιοχή οργανωμένη, με φωτισμό και γενικά πολυσύχναστη, εφόσον εκεί βρίσκονται εστιατόρια, καφετέριες και άλλα κέντρα αναψυχής, όπου ιδιαίτερα κατά τις ημέρες των εορτών, κατά τις βραδινές ώρες, συρρέει ή εν πάση περιπτώσει βρίσκεται κόσμος για τις εξόδους διασκέδασης του. Συνεπώς, οι συνθήκες στην περιοχή όπου εντοπίστηκε η Παραπονούμενη, δεν καθιστούσαν την παρατήρηση της από τους Κατηγορούμενο και Χρίστο, ή και από τον οποιονδήποτε άλλο παρευρισκόμενο στο σημείο ή περαστικό από αυτό, δύσκολη. 48. Η Παραπονούμενη, και επηρεασμένη από το αλκοόλ να ήταν, ακόμη και σε μεγάλο βαθμό, ώστε να μην ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε της συνέβη, η έκτασης των τραυματισμών της, θα είχε, κατά την κρίση μου, επίπτωση στην συμπεριφορά της, ώστε, από αυτήν, ακόμη και αν οι Κατηγορούμενος και Χρίστος, δεν παρατηρούσαν τα τραύματα της, ειδικά αυτά στο πρόσωπο της, να γινόταν αντιληπτό ότι είχε δεχθεί κάποια επίθεση από την οποία τραυματίστηκε. Είναι, κατά την άποψη μου, λογικό, ότι, υπό τις περιστάσεις, κάποιο πόνο η Παραπονούμενη θα τον ένοιωθε, τον οποίο, ακόμη και εάν δεν τον ανέφερε, θα τον εκδήλωνε, μέσω κάποιας, έστω, δυσφορίας ή δυσκολίας, που θα γινόταν αντιληπτή από τους Κατηγορούμενο και Χρίστο, τουλάχιστον όταν επιχειρήθηκε η μετακίνηση της για το αυτοκίνητο, που, ως προαναφέρθηκε, βρισκόταν αρκετή απόσταση μακριά, και για να φτάσουν εκεί χρειαζόταν περπάτημα. 49. Καταλήγω, συνεπώς, με βάση τα προαναφερόμενα και έχοντας αποδεχθεί την μαρτυρία των Παραπονούμενης, Χρίστου και Λύτρα, ότι, στην ανόμωτη δήλωση του Κατηγορούμενου, δεν μπορώ να δώσω καμία αξία. 50. Ο Κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκε, στην βάση των προαναφερόμενων γεγονότων, κατηγορείται ότι διέπραξε τα αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 1 και 2 στο κατηγορητήριο, αντιστοίχως, της με σκοπό πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση του Άρθρου 228(α) του Κεφ. 154 και της πρόκλησης, παράνομα, βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση του Άρθρου 231 του Κεφ. 154. 51. Βάσει του Άρθρου 228(α) του Κεφ. 154, για να συντελεστεί το αδίκημα, η πρόθεση του κατηγορουμένου πρέπει να ήταν, να προκαλέσει στο θύμα του βαριά σωματική βλάβη, και πράγματι να προκάλεσε στο θύμα του βαριά σωματική βλάβη. 52. Ενώ, βάσει του Άρθρου 231 του Κεφ. 154, για να συντελεστεί το αδίκημα, ο κατηγορούμενος, πρόθεσης του πρέπει να ήταν, να προβεί στην ενέργεια που είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση στο θύμα του βαριάς σωματικής βλάβης, χωρίς όμως πρόθεση του να ήταν να του προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη. Συνεπώς, το αδίκημα του Άρθρου 231 του Κεφ. 154 διαπράττεται, είτε όταν η πρόθεσης του κατηγορουμένου ήταν να προκαλέσει κάποια βλάβη στο θύμα του, με αποτέλεσμα τελικά να του προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη, είτε όταν η πρόθεσης του κατηγορουμένου ήταν να μην προκαλέσει στο θύμα του την οποιαδήποτε βλάβη, αλλά ενεργεί με αποτέλεσμα την πρόκληση στο θύμα του, βαριάς σωματικής βλάβης. [vii]. [viii]. Ο όρος, στο Άρθρο 231 του Κεφ. 154, «παράνομα», στην φράση, «προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη», σημαίνει και σχετίζεται, με την απουσία νόμιμης δικαιολόγησης, όπως είναι π. χ., η αυτοάμυνα ή άλλου παρομοίου είδους υπεράσπιση [ix]. 53. Στην υπόθεση αυτή, από την αποδεκτή μαρτυρία, ειδικότερα της Ιατροδικαστή και του Δρ. Παρπούνα, είναι βέβαιο ότι, η Παραπονούμενη, λόγω των χτυπημάτων που δέχθηκε και της βίας, που, κατά το επίδικο περιστατικό, ασκήθηκε εναντίον της από τον Κατηγορούμενο, υπέστη βαριά σωματική βλάβη, κατά την έννοια του Κεφ. 154 [x]. 54. Επιπρόσθετα, από την αποδεκτή μαρτυρία, είναι στον απαιτούμενο βαθμό βέβαιο, ότι, ο Κατηγορούμενος, χτύπησε την Παραπονούμενη, κατά τον τρόπο που η Παραπονούμενη περιέγραψε στην μαρτυρία της, σκόπιμα. Στοιχειοθετείτε, ως εκ τούτου, το αδίκημα από τον Κατηγορούμενο, της πρόκλησης, παράνομα, βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση του Άρθρου 231 του Κεφ. 154. 55. Αν και ο Κατηγορούμενος, ως προελέχθη, βρίσκω ότι χτύπησε την Παραπονούμενη σκόπιμα, δεν μπορώ, με την απαιτούμενη βεβαιότητα, να καταλήξω ότι, πρόθεσης του ήταν να προκαλέσει στην Παραπονούμενη βαριά σωματική βλάβη. Παρά την ένσταση των χτυπημάτων που δέχθηκε η Παραπονούμενη, τον τρόπο που της προκλήθηκαν από τον Κατηγορούμενο και την αγριότητα και διάρκεια της επίθεσης εναντίον της από τον Κατηγορούμενο, ο Κατηγορούμενος, ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ και, αν και βρίσκω ότι ήταν απερίσκεπτα αδιάφορος κατά πόσο με τις ενέργειες του θα προκαλούσε στην Παραπονούμενη βαριά σωματική βλάβη, δεν μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια, και να είμαι βέβαιος για αυτό, ότι τέτοια ήταν η πρόθεσης του [xi]. Άλλωστε, και στο παρελθόν, η βία που ο Κατηγορούμενος ασκούσε εναντίον της Παραπονούμενης, ήταν το αποτέλεσμα ξεσπασμάτων του λόγω «ζήλιας», και, ως προκύπτει από την μαρτυρία της Παραπονούμενης, όχι επειδή σκοπός του ήταν να της προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη. Δεν στοιχειοθετείτε, ως εκ τούτου, το αδίκημα από τον Κατηγορούμενο, της με σκοπό πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση του Άρθρου 228(α) του Κεφ. 154. 56. Η πρόθεση, όταν αποτελεί απαραίτητο συστατικό στοιχείο για ένα αδίκημα, μπορεί να συναχθεί ως γεγονός, από τις περιβάλλουσες περιστάσεις μίας συγκεκριμένης υπόθεσης. Και αυτό επειδή, η πρόθεση, δεν μπορεί, εκτός των περιπτώσεων ομολογίας του κατηγορουμένου, να αποδειχθεί με θετική άμεση μαρτυρία. Ωστόσο, τεκμαίρεται ότι, κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του, το οποίο, αν δεν ανατραπεί, θα ισχύσει. Εντούτοις, δεν αρκεί ότι ένα τέτοιο συμπέρασμα, δηλαδή, η ύπαρξη πρόθεσης, είναι από τις περιβάλλουσες περιστάσεις μίας συγκεκριμένης υπόθεσης, εύλογο. Πρέπει να είναι, το μοναδικό εύλογο συμπέρασμα που να συνάγεται από τα γεγονότα. Το βάρος απόδειξης συγκεκριμένης πρόθεσης, είναι, φυσικά, σε κάθε στάδιο της εκδίκασης μίας υπόθεσης στον κατήγορο και, εάν στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού, υπάρχει περιθώριο για πέραν της μίας άποψης, σχετικά με την πρόθεση του κατηγορουμένου, και κατά την ανασκόπηση ολόκληρης της μαρτυρίας, το Δικαστήριο, είτε πιστεύει ότι πρόθεση δεν υπήρχε, είτε αφήνεται με αμφιβολία σχετικά με την πρόθεση, ο κατηγορούμενος, δικαιούται το όφελος αυτής της αμφιβολίας [xii]. Αυτή, είναι και η προκείμενη περίπτωση, σε ότι αφορά το αδίκημα από τον Κατηγορούμενο, της με σκοπό πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση του Άρθρου 228(α) του Κεφ. 154. 57. Όπως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο του επίδικου περιστατικού, ήταν, μερικώς, υπό την επήρεια του αλκοόλ. Είχε, όμως βρίσκω, την ικανότητα να σχηματίσει την πρόθεση για την προαναφερόμενη, ως διαπίστωσα, παράνομη πράξη του. Εξ ου και η απόφασης μου ότι το αδίκημα της πρόκλησης, παράνομα, βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση του Άρθρου 231 του Κεφ. 154, στοιχειοθετείται, στον απαιτούμενο βαθμό. Αυτό το γεγονός, η μέθη του δηλαδή, είναι αρχή δικαίου, δεν επηρεάζει την ποινική του ευθύνη. Σύμφωνα με το Άρθρο 13
(1)του Κεφ. 154, «κανένας, λόγω μέθης, δε θεωρείται ότι διενέργησε πράξη ή παράλειψη ακούσια, ή απαλλάσσεται ποινικής ευθύνης για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη.». Εντούτοις, σύμφωνα με το Άρθρο 13
(3)του Κεφ. 154: «Όπου η ύπαρξη συγκεκριμένης πρόθεσης αποτελεί συστατικό στοιχείο του ποινικού αδικήματος, η μέθη, είτε ολική είτε μερική, και είτε θεληματικά ή αθέλητα, δυνατόν να ληφθεί υπόψη για να διακριβωθεί κατά πόσο κατά τη διενέργεια της πράξης υφίστατο πράγματι τέτοια πρόθεση.». Η μέθη και ο βαθμός της, είναι ζητήματα, η απόδειξης των οποίων βαραίνουν τον Κατηγορούμενο [xiii]. Οι σχετικές αρχές, συνοψίζονται τακτοποιημένα στο σύγγραμμα Russel on Crime, 10η έκδοση, στην σελίδα 63, ως ακολούθως: «There is a distinction, however, between the defence of insanity in the true sense caused by excessive drunkenness and the defence of drunkenness which produces a condition such that the drunken man's mind becomes incapable of forming a specific intention. If actual insanity in fact supervenes as the result of alcoholic excess it furnishes as complete an answer to a criminal charge as insanity induced by any other cause. But in cases falling short of insanity evidence of drunkenness which renders the accused incapable of forming the specific intent essential to constitute the crime should be taken into consideration with the other facts proved in order to determine whether or not he had this intent, but evidence of drunkenness which falls short of proving such incapacity and merely establishes that the mind of the accused was so affected by drink that he more readily gave way to some violent passion does not rebut the presumption that a man intends the natural consequences of his act".». 58. Στην βάση των προαναφερόμενων αρχών, σημειώνω, στήριξα και τα προαναφερόμενα συμπεράσματα μου. 59. Ο Κατήγορος, σχετικά με το προαναφερόμενο αδίκημα της πρόκλησης, παράνομα, βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση του Άρθρου 231 του Κεφ. 154, ως ανέφερα και εισαγωγικά της απόφασης μου, υποστηρίζει, ότι, βάσει των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης, εφαρμογής, τυγχάνουν και τα Άρθρα 3
(2)και 4[
(1)και
(2)(ι)] του Νόμου 119(Ι)/2000. Η αποδεκτή μαρτυρία, δεν μπορεί να υποστηρίξει ένα τέτοιο συμπέρασμα, εφόσον, Παραπονούμενος και Κατηγορούμενη, δεν μπορεί να λεχθεί ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης του αδικήματος από τον Κατηγορούμενο, ήταν «μέλη της ίδιας οικογένειας», κατά την έννοια του Νόμου 119(Ι)/2000, βάσει των Άρθρων 2 και 3 αυτού [xiv], από την στιγμή που δεν συζούσαν ως ανδρόγυνο, αλλά απλώς, αν και σε τακτική βάση, διανυκτέρευαν ο ένας στο σπίτι του άλλου. Εντούτοις, το κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου, δεν διαφοροποιείται, ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι είναι ελαττωματικό, αφής στιγμής, το αδίκημα για το οποίο ο Κατηγορούμενος κατηγορείται, είναι το αδίκημα του Άρθρου 231 του Κεφ. 154, πολύ καλά γνωστό στην πλευρά του εξ αρχής, το οποίο, για σκοπούς του Νόμου 119(Ι)/2000, σύμφωνα με το Άρθρο 4
(1)του Νόμου 119(Ι)/2000, θεωρείται «αυξημένης σοβαρότητας». Επιφέρει, δηλαδή, αυστηρότερη ποινή. Σε κάθε περίπτωση, η περίπτωσης θεωρώ ότι καλύπτεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 85
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 [xv].
  1. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί: (α) Βρίσκω ότι ο Κατήγορος, έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον του Κατηγορουμένου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, για το αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο που του προσάχθηκε, τον οποίο, ως εκ τούτου, αθωώνω και απαλλάσσω από αυτό. Και, (β) Καταλήγω ότι ο Κατήγορος, έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον του Κατηγορουμένου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, για το αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 2 στο κατηγορητήριο που του προσάχθηκε, τον οποίο κρίνω, ως εκ τούτου, ένοχο και τον καταδικάζω σε αυτό.
  2. Προχωρώ στην διαδικασία της επιβολής ποινής. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το Άρθρο 228(α) του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «
  3. Όποιος, με σκοπό ακρωτηριασμού, παραμόρφωσης, πρόκλησης αναπηρίας ή βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλο ή με σκοπό αντίστασης εναντίον της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης οποιουδήποτε προσώπου ή αποτροπής αυτής- (α) με οποιοδήποτε μέσο τραυματίζει παράνομα ή προκαλεί βαριά σωματική βλάβη σε άλλο ή .., είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου.». [ii] Σύμφωνα με το Άρθρο 231 του Κεφ. 154: «
  4. Όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές.». [iii] Τα Άρθρα 3 και 4[
(1)και
(2)(ι)] του Νόμου 119(I)/2000, προνοούν: «3.—
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2)Ανεξάρτητα από την ερμηνεία του όρου "βία" με βάση το εδάφιο
(1)στην πιο πάνω έννοια εμπίπτουν και τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 4
(2)και 5 του παρόντος Νόμου ως επίσης και το αδίκημα που αναφέρεται στο άρθρο 147 του Ποινικού Κώδικα. .
(4)Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1)διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές. 4.—
(1)Όταν τα αδικήματα που αναφέρονται στην πρώτη στήλη του πιο κάτω εδαφίου
(2)διαπράττονται από ένα μέλος της οικογένειας σε βάρος άλλου μέλους, αυτά θεωρούνται, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, αυξημένης σοβαρότητας και το Δικαστήριο, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η κατηγορία βασίζεται στα άρθρα του Ποινικού Κώδικα που αναφέρονται στη δεύτερη στήλη του εδαφίου
(2)δύναται να επιβάλει τις αυξημένες ποινές που προβλέπονται στην τρίτη στήλη του ίδιου εδαφίου αντί τις ποινές που προβλέπονται στα εν λόγω άρθρα του Ποινικού Κώδικα.
(2)Τα αδικήματα στα oπoία αvαφέρεται τo εδάφιo
(1)είvαι τα εξής: Αδικήματα Άρθρο Ποινή . (ι) Βαριά σωματική βλάβη. 231 Η φυλάκιση αυξάνεται από επτά σε δέκα χρόνια ή επιβάλλεται η προβλεπόμενη χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iv] Βλ. Brierley v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. [v] Βλ. Εφραιμίδου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/2013, 02/05/
  2. [vi] Βλ. Α. Δ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, 22/06/2016 και Κοφτερος ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 187/2010, 20/02/
  3. [vii] Βλ. Παρούτη ν Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 446 και Πουλλαϊδης ν Αστυνομία
(2011)2 Α.Α.Δ.
  1. [viii] Βλ. και αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου της πολιτείας Queensland Αυστραλίας, ο Ποινικός Κώδικας της οποίας, έχει τις ίδιες ουσιαστικά διατάξεις με τα Άρθρα 228(α) και 231 του Κεφ. 154 για την ποινικοποίηση των πράξεων αυτών. Ενδεικτικά, παραπέμπω στην υπόθεση Lamari v Lamari [1988] 1 Qd R 144, στην οποία γίνεται επεξήγηση της διαφοράς των δύο αδικημάτων. Καθώς επίσης, και στις υποθέσεις R v Licciardello [2018] 3 Qd R 206 και R v Rehavi [1999] 2 Qd R
  2. [ix] Βλ. στο σύγγραμμα, Smith, Hogan and Ormerod's Criminal Law, 15η έκδοση, στην σελίδα 688, στην παράγραφο 16.
  3. [x] Σύμφωνα με το Άρθρο 4 του Κεφ. 154: «"βαριά σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη που ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό ή επικίνδυνη σωματική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή μόνιμη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται μέχρι τη μόνιμη παραμόρφωση ή τη μόνιμη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωματικού οργάνου, μεμβράνης ή αίσθησης.». [xi] Βλ. και το Άρθρο 13
(3)του Κεφ. 154: [xii] Βλ. Stavrinou v Republic
(1969)2 C.L.R. 97. Όπως επίσης, βλ. Katelaris v Police
(1980)2 C.L.R. 230, Αχτάρ ν Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397, Ανθία ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 404 και R v Lewis [2019] QCA 192 (Ανωτάτου Δικαστηρίου της πολιτείας Queensland Αυστραλίας). [xiii] Όπως, από πολύ παλαιά, έχει αναφερθεί στην υπόθεση R v Monkhouse [1849] 4 Cox. C.C. 55: «Drunkenness is ordinarily neither a defence nor excuse for crime, and where it is available as a partial answer to a charge, it rests on the prisoner to prove it, and it is not enough that he was excited or rendered more irritable, unless the intoxication was such as to prevent his restraining himself from committing the act in question, or to take away from him the power of forming any specific intention. Such a state of drunkenness may no doubt exist.». (η υπογράμμιση είναι δική μου) [xiv] Σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο 2 του Νόμου 119(Ι)/2000: «"μέλος της οικογένειας" σημαίνει— (α) άντρα και γυναίκα που— (i) έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, ή (ii) συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο· (β) γονείς των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α)· (γ) τέκνα των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) ανεξάρτητα αν αυτά είναι φυσικά ή υιοθετημένα τέκνα του ενός ή και των δύο εν λόγω προσώπων καθώς και τα εγγόνια των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α)· (δ) κάθε πρόσωπο το οποίο διαμένει με οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα.». [xv] Σύμφωνα με το Άρθρο 85
(1)του Κεφ. 155: «85.-
(1)Αν μέρος μόνο του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο αποδεικνύεται και το μέρος που αποδείχτηκε συνιστά ποινικό αδίκημα, ο κατηγορούμενος δύναται, χωρίς μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο, να καταδικαστεί για το ποινικό αδίκημα το οποίο αποδεικνύεται ότι διέπραξε.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.