← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ, Υπόθεση με αρ.: 395/2016., 27/11/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ, Υπόθεση με αρ.: 395/2016., 27/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B272 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 395/

  1. Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 27/11/
  2. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. [Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: κα Μ. Μιχαήλ-Αβραμίδου.] Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ. Ματθαίου. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Κύριο αντικείμενο του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου αυτής της Υπόθεσης, είναι το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, εφόσον, από αυτό, εξ όσων γίνεται αντιληπτό, πηγάζει [i] και το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, το οποίο ο Κατήγορος επιπρόσθετα του προσάπτει.
  4. Θα ξεκινήσω, ως εκ τούτου, την εξέταση μου, από αυτό.
  5. Στην έκθεση αδικήματος της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, που το αφορά, περιλαμβάνονται τα Άρθρα 255 [ii] και 270 [iii] του Κεφ. 154, ως οι νομικές διατάξεις που το στοιχειοθετούν [iv].
  6. Σχετικά με αυτό, υπάρχει νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου [v].
  7. Από αυτήν, προκύπτει ότι, στο αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, του Άρθρου 270 του Κεφ. 154, αν και είναι αδίκημα ξεχωριστό από το αδίκημα της κλοπής του Άρθρου 255 του Κεφ. 154 [vi], η έννοια της κλοπής κατά το Άρθρο 255 του Κεφ. 154, εμπεριέχεται [vii]. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Λοϊζίδου ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)

(2012)2 Α.Α.Δ. 794, «Το Άρθρο 270 δεν αφορά το αδίκημα της κλοπής, αλλά μόνο την επέκτασή του σε σχέση με εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες η κλοπή αφορά ένα από τα πράγματα τα οποία αναφέρονται στο Άρθρο
  1. . Επηρεάζεται, δηλαδή, αναλόγως του πράγματος το οποίο εκλάπη, όχι η ευθύνη η ίδια, αλλά η ποινή η οποία μπορεί να επιβληθεί και η οποία είναι αυξημένη σε συνάρτηση με την ποινή η οποία επιβάλλεται για συνήθη κλοπή». Πρόκειται, συνεπώς, το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, του Άρθρου 270 του Κεφ. 154, για επιδεινωμένη μορφή κλοπής, δηλαδή, από αυτή της απλής κλοπής («larceny simpliciter»), του Άρθρου 255 του Κεφ.
  2. Ως εκ των προαναφερόμενων, τα Άρθρα 255 και 270 του Κεφ. 154, πρέπει να διαβάζονται μαζί [viii].
  3. Συνεπώς, με βάση [και] την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου [ix], τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου, είναι τα εξής: [Βάσει του Άρθρου 255 του Κεφ. 154]
(1)Η απόκτηση από τον Κατηγορούμενο περιουσίας [x] (που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής) και αποκόμιση της.
(2)Χωρίς την συναίνεση / συγκατάθεση του ιδιοκτήτη της.
(3)Χωρίς δικαίωμα του Κατηγορουμένου απόκτησης της.
(4)Με δόλιο, από πλευράς Κατηγορούμενου, τρόπο και χωρίς καλόπιστη αξίωση δικαιώματος.
(5)Με πρόθεση του Κατηγορουμένου, κατά τον χρόνο της απόκτησης της, αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής από τον ιδιοκτήτη της. [Και επιπρόσθετα, βάσει του Άρθρου 270 του Κεφ. 154]
(6)Η περιουσία αυτή είχε εμπιστευθεί στον Κατηγορούμενο για συγκεκριμένο σκοπό (για ασφαλή φύλαξη, χρήση, πληρωμή ή παράδοση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο).
(7)Ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε την περιουσία αυτή για άλλο σκοπό. Και.
(8)H κατάχρησης της περιουσίας από τον Κατηγορούμενο ήταν δόλια και ανέντιμη. Δηλαδή, σκόπιμη και εκ προθέσεως.
  1. Στο Άρθρο 270(β) του Κεφ. 154, στον όρο «περιουσία εμπιστευμένη», έχει αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι περιλαμβάνονται και χρήματα για το εμπίστευμα των οποίων δεν χρειάζεται γραπτή απόδειξη ή η δημιουργία επίσημου εμπιστεύματος ή άλλου νομικού εγγράφου [xi]. Περαιτέρω, σύμφωνα και πάλι με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστήριο, σε πρόσωπο μπορεί, κατά την έννοια του Άρθρου 270(β) του Κεφ. 154, να εμπιστευθεί περιουσία, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι αυτή δεν του παραδίδεται απευθείας από τον ιδιοκτήτη της [xii]. Επίσης, η φυσική αποκόμιση της περιουσίας από τον κατηγορούμενο, δεν είναι απαραίτητη [xiii]. Έχει, μάλιστα, νομολογηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι, προς τον σκοπό διαπίστωσης του κατά πόσο το αδίκημα έχει διαπραχθεί, ο όρος «περιουσία εμπιστευμένη», δεν ερμηνεύεται ως σαν να περιορίζεται στην στιγμή της αποστολής ή παράδοσης της περιουσίας από τον ιδιοκτήτη της, αλλά μπορεί να καλύψει, κάθε μεταγενέστερη περίοδο κατά την διάρκεια της οποίας αυτή εμπιστεύεται σε πρόσωπο [xiv]. Συναφώς, έχει αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου του Άρθρου 270(β) του Κεφ. 154, η απόκτηση και αποκόμιση της περιουσίας, δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτει χρονικά με την σκόπιμη και εκ προθέσεως κατάχρηση της από τον κατηγορούμενο [xv]. Το αδίκημα διαπράττεται, ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, ο κατηγορούμενος, έχει αρχικά, νόμιμα αποκτήσει κατοχή και αποκομίσει την περιουσία [xvi], όταν μεταγενέστερα, σκόπιμα και εκ προθέσεως την καταχραστεί και ειδικότερα την οικειοποιηθεί [xvii].
  2. Σύμφωνα με την νομολογία και πάλι, όταν πρόσωπο αποκτά κατοχή και αποκομίζει χρήματα τα οποία και χρησιμοποιεί για τους δικούς του σκοπούς, ενεργώντας δόλια, εκ προθέσεως και χωρίς καλόπιστη αξίωση δικαιώματος, επειδή γνωρίζει ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα να πάρει τα χρήματα, εφόσον δεν είναι δικά του, το γεγονός ότι κατά τον χρόνο αυτό μπορεί να ήλπιζε ή να ανέμενε ότι στο μέλλον θα τα επέστρεφε στον ιδιοκτήτη τους, δεν αποτελεί υπεράσπιση για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου του Άρθρου 270(β) του Κεφ. 154, παρά μόνο παράγοντα που μπορεί να επενεργήσει προς μετριασμό της ποινής του. Τι σκόπευε ο κατηγορούμενος να πράξει με τα χρήματα, είναι, ως εκ τούτου, αν οι περιστάσεις της υπόθεσης έχουν ως έχει προαναφερθεί, ζήτημα άσχετο της ποινικής του ευθύνης [xviii]. Περαιτέρω, το που τελικά κατέληξαν τα χρήματα αυτά, δεν είναι ζήτημα που μπορεί να απασχολήσει στα πλαίσια εκδίκασης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα [xix].
  3. Βασικός μάρτυρας για την υπόθεση του Κατήγορου, είναι ο XXXXX Αλεξάνδρου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ3»), ο οποίος, είναι και το πρόσωπο που, στις 20/06/2012, κατήγγειλε αυτή την Υπόθεση στην Αστυνομία, η οποία, τελικώς, μετά από διερεύνηση της, τέθηκε από τον Κατήγορο, δια του υπό εξέταση κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου, ενώπιον του Δικαστηρίου, για να αποφανθεί σχετικά με την ευθύνη του Κατηγορουμένου, για τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα που του προσάγει.
  4. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του, ο Κατήγορος, επιπρόσθετα, παρουσίασε και την μαρτυρία των:
(1)Λοχία XXXXX, XXXXX Χρυσάνθου της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας, πραγματογνώμονα της Αστυνομίας σε θέματα δικανικής εξέτασης γραφής και υπογραφής (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»).
(2)Αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Χριστοφή, ο οποίος διερεύνησε, για την Αστυνομία, αυτή την Υπόθεση, όταν ήταν τοποθετημένος στο Τμήμα Ανιχνεύσεων Εγκλημάτων Λευκωσίας (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»).
(3)XXXXX Αλεξάνδρου, υιό του προαναφερόμενου ΜΚ3 (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ4»).
(4)XXXXX Φυσέντζου, υπάλληλου της Τράπεζας Κύπρου και πρώην εργοδοτούμενου της Λαϊκής Τράπεζας (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ5»).
(5)XXXXX Κυριακίδη, κτηματομεσίτη, γνωστού του ΜΚ3 (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ6).
(6)XXXXX Χαραλάμπους, του γνωστού περιβάλλοντος, αμφότερων των ΜΚ3 και Κατηγορουμένου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ7»). Και.
(7)XXXXX Φώτη, υπάλληλου της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ.) και πρώην εργοδοτούμενης της Λαϊκής Τράπεζας (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ8»).
  1. Αρκετά από τα γεγονότα αυτής της Υπόθεσης, πρέπει εισαγωγικά της παράθεσης τους να αναφερθεί, έχουν δηλωθεί, από τους Κατήγορο και Κατηγορούμενο, ως παραδεκτά, και ως τέτοια, έχουν γίνει αποδεκτά και εγκριθεί και από το Δικαστήριο. Αναφορά σε αυτά, γίνεται, εκεί και όπου κρίνεται απαραίτητο, στην συνέχεια.
  2. Ο Κατηγορούμενος, κληθείς από το Δικαστήριο σε απολογία, προέβη, από την θέση του Κατηγορουμένου, σε ανόμωτη δήλωση, και κάλεσε για την υπόθεση του προς υπεράσπιση του, τους:
(1)XXXXX Παντελή, καθηγήτρια, πρώην «πελάτη» του (στο εξής καλούμενη «η ΜΥ1»). Και.
(2)XXXXX Γεωργίου, επιχειρηματία, επίσης πρώην «πελάτη» του (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ2»).
  1. Σύμφωνα με την θέση που ο Κατήγορος λαμβάνει για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος, κατά την χρονική περίοδο μεταξύ των ετών 2009 και 2012, έκλεψε από τον ΜΚ3, το χρηματικό ποσό των €842.000, το οποίο ο ΜΚ3 του είχε εμπιστευθεί για την αγορά έξι ακινήτων στην Εσθονία. Όπως ο Κατήγορος για την υπόθεση του υποστηρίζει, ο Κατηγορούμενος, δεν προέβη, για τον ΜΚ3, σε καμία τέτοια αγορά, και οικειοποιήθηκε τα χρήματα αυτά του ΜΚ
  2. Η προσκομισθείσα, από πλευράς Κατήγορου, μαρτυρία, και τα παραδεκτά γεγονότα, υποστηρίζουν, για τις περιστάσεις αυτής της Υπόθεσης, τα εξής.
  3. Ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τον ΜΚ3, του παρουσιαζόταν ως επαγγελματίας, που ασχολείτο με την αγορά ακινήτων στην Εσθονία. Είχε, ο Κατηγορούμενος, εταιρεία στην Κύπρο, μέσω της οποίας επιχειρούσε. Είχε, μάλιστα και μερικούς υπαλλήλους. Αρχικά, κατά το έτος 2009, ο Κατηγορούμενος, δραστηριοποιείτο μέσω της Natoli Trading Co Ltd και ακολούθως, από το έτος 2010, μέσω της Distelia Enterprises Ltd. Παρά το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος, δεν είχε θέση αξιωματούχου ή μέλους στην Distelia Enterprises Ltd, αλλά τα δύο του παιδιά, αυτός ήταν ο κατευθυντήριος νους και η θέλησης της. Εταιρεία, ο Κατηγορούμενος, ως μέσο για την επιχειρηματική του δραστηριότητα, είχε και στην Εσθονία, την Eniga Investments Ou. Υπάλληλο, ο Κατηγορούμενος, είχε και στην Εσθονία, την Teele Raam.
  4. Την Εσθονία, ως τόπο επένδυσης σε ακίνητα, με καλές προοπτικές μελλοντικής απόδοσης, ο ΜΚ3, ανέφερε, την γνώρισε από τον ΜΚ7, γνωστό του από το περιβάλλον της εργασίας του, ο οποίος είχε και ο ίδιος, ως του είχε αναφέρει, επενδύσει εκεί. Ο ΜΚ7, ήταν αυτός που του σύστησε και τον Κατηγορούμενο, ως πρόσωπο με το οποίο θα μπορούσε να «συνεργαστεί», για να επενδύσει σε ακίνητα στην Εσθονία, με τον οποίο, αργότερα, τον έφερε και σε επαφή. Στην εξέλιξη των γεγονότων, στα οποία αναφορά γίνεται στην συνέχεια, ως ο ΜΚ3 χαρακτηριστικά ανέφερε κατά την ακρόαση της μαρτυρίας του από το Δικαστήριο, ο ΜΚ7, είχε τον ρόλο του «προξενητή» κάποιων ακινήτων στην Εσθονία για επένδυση, μεσίτης των οποίων ήταν ο Κατηγορούμενος, και διευκόλυνε τις σχετικές «πράξεις» του με τον Κατηγορούμενο. Έλαβε, ο ΜΚ7, μέρος σε κάποιες συναντήσεις του ΜΚ3 με τον Κατηγορούμενο, πήρε, σε κάποιες περιπτώσεις, κάποια χρηματικά ποσά, για τις αγορές κτημάτων που ο ΜΚ3 έκανε μέσω του Κατηγορουμένου στην Εσθονία, για να τα παραδώσει στον Κατηγορούμενο, και παρέδωσε στον ΜΚ3, σε κάποιες περιπτώσεις, κάποιες από τις αποδείξεις είσπραξής που ο Κατηγορούμενος του εξέδιδε, σχετικά με χρήματα που του έδιδε για τις αγορές κτημάτων. Στον ΜΚ7, εντούτοις, ο ΜΚ3, δεν κατέβαλε, υπό τύπο αμοιβής ή προμήθειας, κανένα χρηματικό ποσό.
  5. Όπως ο ΜΚ3, περαιτέρω ισχυρίστηκε, πράγματι, με τον Κατηγορούμενο, έκανε κάποιες «πράξεις», κυρίως το έτος 2009, και αγόρασε στην Εσθονία, πληρώνοντας το αντίστοιχο χρηματικό αντάλλαγμα, ακίνητα, για τα οποία «έλαβε», την ίδια χρονιά, τίτλους ιδιοκτησίας. Εξαίρεση, κάποια από τα εν λόγω ακίνητα, για τα οποία «έλαβε» τίτλο ιδιοκτησίας, μεταγενέστερα, κατά τα έτη 2010 και
  6. Σε αυτές τις αγορές του, εμπλεκόμενος, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, ήταν και ο ΜΚ
  7. Κατάσταση, σχετικά με τα ακίνητα που ο ΜΚ3 αγόρασε στην Εσθονία, για τα όποια «έλαβε» τίτλο ιδιοκτησίας, με λεπτομέρειες, μεταξύ άλλων, σχετικά με το χρηματικό αντάλλαγμα που έδωσε για αυτά και την ημερομηνία μεταβίβασης τους, παρουσιάστηκε από τον ΜΚ3 στο Δικαστήριο, και είναι το Τεκμήριο
  8. Για τα εν λόγω ακίνητα, ο ΜΚ3, παρουσίασε, μερικές από τις αποδείξεις είσπραξης των ποσών που κατέβαλε στον Κατηγορούμενο για την αγορά τους, ή, εν πάση περιπτώσει, κάποια μόνον στοιχεία που επιμαρτυρούν την καταβολή τους, ήτοι τα Τεκμήρια 53, 54, 56, 57 και 58, καθότι, λόγω του ότι, τελικά, για αυτά «έλαβε» τίτλο ιδιοκτησίας, δεν έχει ολοκληρωμένο αρχείο. Ενώ, όπως ο ΜΚ3, περαιτέρω ισχυρίστηκε, υπήρξαν και περιπτώσεις, που έδωσε χρήματα στον Κατηγορούμενο και δεν έλαβε από αυτόν απόδειξη. Ουσιαστικά, δεν έχει αποδείξεις, για ολόκληρο το τίμημα αγοράς, για τα ακίνητα, που, στην κατάσταση Τεκμήριο 52, σημειώνονται, σύμφωνα με την κατά αύξων αριθμό αρίθμηση τους, ως 6 και
  9. Όπως, ο ΜΚ3, διευκρίνισε, παρά το γεγονός ότι, τις πράξεις για την αγορά των προαναφερόμενων ακινήτων, όπως επίσης και αυτές που αφορούν τα επίδικα ακίνητα αναφορά στα οποία γίνεται στην συνέχεια, τις έκανε αυτός, τα ακίνητα, βάσει οδηγιών του, εκτός από τον ίδιο, τελικά, μεταβιβάστηκαν, ή, αναλόγως περίπτωσης, θα μεταβιβάζονταν, είτε σε κάποιο από τα παιδιά του, είτε στην Alexander Investment Ou, την οποία ίδρυσε στην Εσθονία με αυτό τον σκοπό. Εξ ου και όταν στην συνέχεια αναφέρομαι στα επίδικα ακίνητα και την μεταβίβαση τους, αναφέρομαι στο πρόσωπο του ΜΚ3, θέτοντας όμως σε εισαγωγικά, και αυτό, για σκοπούς εύκολης και σύντομης αναφοράς.
  10. Ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ3, εκτός των προαναφερόμενων ακινήτων για τα οποία «έλαβε» τίτλους ιδιοκτησίας, του παρουσίασε, για να επενδύσει σε αυτά, και άλλα ακίνητα στην Εσθονία, για τα οποία, από το έτος 2009, μέχρι και το έτος 2012, του έδωσε, για την αγορά τους, συνολικά, το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό των €842.
  11. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο ΜΚ7, δεν ήταν, παρά μόνο στην περίπτωση δύο εκ των προαναφερόμενων ακινήτων, εμπλεκόμενος, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, στην αγορά τους. Πρόθεσης του ΜΚ3, ήταν, υποστήριξε ο ΜΚ3, και συνεννόησης του με τον Κατηγορούμενο, αυτά τα ακίνητα, να μεταβιβάζονταν στην Alexander Investment Ou. Η οποία, όπως ο ΜΚ3 ανέφερε περαιτέρω, συστήθηκε με τις οδηγίες του, κατόπιν ενεργειών του Κατηγορουμένου και της υπαλλήλου του στην Εσθονία, Teele Raam, την οποία, μάλιστα, Teele Raam, ο ΜΚ3 πληρεξουσιοδότησε, ώστε, σχετικά με τις επενδύσεις του σε ακίνητα στην Εσθονία, να μπορούσε, κατόπιν οδηγιών του, να τον αντιπροσωπεύσει, και να ενεργεί για λογαριασμό του.
  12. Για το εν λόγω ποσό, υποστήριξε ο ΜΚ3, έχει τις αποδείξεις είσπραξης, Τεκμήρια 3 - 8, που του έδωσε ο Κατηγορούμενος, με εκδότη την Distelia Enterprises Ltd. Αυτές, ο Κατηγορούμενος, τις εξέδωσε για την Distelia Enterprises Ltd, στην παρουσία του και του ΜΚ7, και του τις παρέδωσε.
  13. Παρ' όλα αυτά, για τα εν λόγω ακίνητα, ο ΜΚ3, δεν «έλαβε» ποτέ τίτλους ιδιοκτησίας. Ενώ, όπως προκύπτει από τα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος, τα χρήματα του αυτά, τα οικειοποιήθηκε.
  14. Το εν λόγω χρηματικό ποσό των €842.000, ο ΜΚ3, ισχυρίστηκε, το κατέβαλε στον Κατηγορούμενο, μερικώς με μετρητά, και μερικώς με τραπεζικές επιταγές. Ήταν χρήματα από οικονομίες του, το συνταξιοδοτικό του ωφέλημα («εφάπαξ»), από εξαργύρωση ασφαλιστικού του συμβολαίου ζωής και από δανεισμό. Την παράδοση μετρητών προς τον Κατηγορούμενο από τον ΜΚ3, για τις αγορές του τελευταίου, ως ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του, επιβεβαιώνει και ο ΜΚ7, ο οποίος ήταν παρόν, μερικές από τις φορές που αυτό έγινε. Χρήματα, δια του προαναφερόμενου τρόπου, ο ΜΚ3, παρέδωσε στον Κατηγορούμενο και μέσω του υιού του Γιώργου Γεωργιάδη, όταν ο Κατηγορούμενος απουσίαζε στο εξωτερικό, για να διευθετήσει να του παραδοθούν. Περαιτέρω, και ως έχει ήδη προαναφερθεί, όταν ο ΜΚ3 έδιδε χρήματα στον Κατηγορούμενο, με τραπεζικές επιταγές, αυτές, κάποτε εκδίδονταν από τον ΜΚ3, στο όνομα του Κατηγορουμένου και κάποτε στο όνομα εταιρείας του, αναλόγως των υποδείξεων του Κατηγορουμένου προς αυτόν.
  15. Όπως, ο ΜΚ3, υποστήριξε, οδηγήθηκε στην καταγγελία της Υπόθεσης, όταν, περί τον Μάιο του έτους 2012, μετά από διερεύνηση με τον Κατηγορούμενο, του γιατί δεν «έλαβε», για τα ακίνητα που του έδωσε χρήματα για την αγορά τους, τίτλους ιδιοκτησίας, ο τελευταίος του πρόβαλε ως δικαιολογία, ότι, κάποια από αυτά, ήταν επιβαρυμένα με υποθήκες. Ο ίδιος, δεν γνώριζε οτιδήποτε περί τούτου. Ήταν, σύμφωνα με τον ΜΚ3, αυτή η δικαιολογία του Κατηγορουμένου, το αποκορύφωμα, διάφορων δικαιολογιών, που, κατά καιρούς, ο Κατηγορούμενος του είχε δώσει, για το συγκεκριμένο ζήτημα. Τότε, ήταν, ισχυρίστηκε, που ξεκίνησε να ανησυχεί, καθότι, υπό τις περιστάσεις, κατοχυρωμένος ουσιαστικά δεν ήταν. Ζήτησε, ως εκ τούτου, από τον Κατηγορούμενο, αποδείξεις ότι εισέπραξε από αυτόν, το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό των €842.
  16. Για το προκύψαν, θέμα, ο ΜΚ3, μίλησε και στον ΜΚ7, ο οποίος με την σειρά του, μίλησε για αυτό με τον Κατηγορούμενο.
  17. Ο Κατηγορούμενος, εν όψει των προαναφερόμενων γεγονότων, εισηγήθηκε στον ΜΚ3, όπως είχε ήδη αναφέρει στον ΜΚ7 ότι θα έπραττε, όπως, για την κατοχύρωση του, προσέρχονταν σε γραπτή συμφωνία, στην οποία να κατέγραφαν τα δεδομένα των «πράξεων» τους, και σε συνάντηση τους στην παρουσία του ΜΚ7, του παρουσίασε και το προσχέδιο μιας τέτοιας συμφωνίας, το οποίο είχε ετοιμάσει ο ίδιος. Αυτό, ο ΜΚ3, το παρέδωσε στην Αστυνομία, όταν κατέθεσε για τα γεγονότα αυτής της Υπόθεσης, στις 30/06/
  18. [Η εν λόγω κατάθεσης του ΜΚ3 στην Αστυνομία, είναι το Τεκμήριο 44, και το εν λόγω προσχέδιο συμφωνίας που ετοιμάστηκε από τον Κατηγορούμενο, επισυνάπτεται σε αυτήν.]. Όπως, ο ΜΚ3, ισχυρίστηκε, θεώρησε αυτή την προτεινόμενη από τον Κατηγορούμενο, συμφωνία, πρόχειρη, καθότι έκρινε ότι, ως κάτι που δεν είχε ετοιμαστεί από δικηγόρο, αλλά από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, δεν αποτελούσε για αυτόν νομική κατοχύρωση.
  19. Για τα τεκταινόμενα αυτά, ενήμερος ήταν και ο ΜΚ7, ο οποίος, εν όψει της διαμορφωθείσας κατάστασης, προσπάθησε να τον βοηθήσει να βρει διέξοδο, υποβάλλοντας, σε αυτόν και τον Κατηγορούμενο, εισήγηση να διορίσουν ένα δικηγόρο που θα τον αποδέχονταν και οι δύο, για να τους ετοιμάσει την γραπτή συμφωνία στην οποία θα προσέρχονταν. Τους παρουσίασε την δικηγόρο XXXXX Ταουσιάνη, την οποία γνώριζε, στην οποία δόθηκαν σχετικές οδηγίες. Πράγματι, η εν λόγω δικηγόρος, βασιζόμενη στο προσχέδιο συμφωνίας στο Τεκμήριο 44, που της δόθηκε μαζί με άλλες σχετικές πληροφορίες, ετοίμασε προσχέδιο μιας τέτοιας συμφωνίας, την οποία, περί τις αρχές Ιουνίου του έτους 2012, τους την κοινοποίησε, ζητώντας παράλληλα από τον Κατηγορούμενο, να παρουσιάσει τους τίτλους ιδιοκτησίας των κτημάτων. Ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τον ΜΚ3, ως εκ των υστέρων προέκυψε από τα γεγονότα, δεν ανταποκρίθηκε, επειδή, προφανώς, δεν είχε τίτλους ιδιοκτησίας των κτημάτων για να παρουσιάσει, και από εκείνη την στιγμή χρονικά και μετά, δεν ήταν συνεργάσιμος σχετικά με το θέμα αυτό, και η εν λόγω προτεινόμενη συμφωνία δεν υπογράφτηκε ποτέ. Μάλιστα, ο ΜΚ3, το κόστος των υπηρεσιών της εν λόγω δικηγόρου, το οποίο με τον Κατηγορούμενο είχαν συμφωνήσει ότι θα κατέβαλλαν εξ ημισείας, ως εκ τούτου, αναγκάστηκε να το αναλάβει, με κάποια έκπτωση που του έγινε, ο ίδιος αποκλειστικά.
  20. Η ανησυχία, τότε, του ΜΚ3, σχετικά με το ζήτημα των τίτλων, που δεν «έλαβε», για τα κτήματα που αγόρασε στην Εσθονία, κατέστη εντονότερη.
  21. Κατά την ίδια περίπου περίοδο, ο ΜΚ3, συζήτησε, πτυχές της Υπόθεσης του αυτής, και με τον κτηματομεσίτη, ΜΚ6, από τον οποίο ζήτησε κάποια άποψη. Ο ΜΚ6, λόγω του επαγγέλματος του, από τα περιστατικά που του αναφέρθηκαν από τον ΜΚ3, δεν ικανοποιήθηκε σε βαθμό που να του επέτρεπε να εκφέρει άποψη, και ζήτησε από τον ΜΚ3 να τους διευθετήσει, όπως και τελικά έγινε, συνάντηση με τον Κατηγορούμενο. Αυτή, έγινε σε σύντομο χρόνο μετά, στο γραφείο του Κατηγορουμένου.
  22. Μετά από αυτή, ο ΜΚ6, εξέφρασε προς τον ΜΚ3, τις αμφιβολίες του, γενικά, σχετικά με την «ασφάλεια» των «πράξεων» του με τον Κατηγορούμενο. Εις αναζήτηση περαιτέρω πληροφόρησης, ο ΜΚ6, ζήτησε από τον ΜΚ3, και ο τελευταίος πράγματι διευθέτησε, συνάντηση τους με τον ΜΚ7, που είχε συστήσει στον ΜΚ3 τον Κατηγορούμενο και τον γνώριζε καλύτερα. Αυτή, έγινε, και πάλι σε σύντομο χρόνο μετά, στο σπίτι του ΜΚ3, με το πέρας της οποίας, ο ΜΚ6, συμβούλευσε τον ΜΚ3, ότι χρειαζόταν, την εξασφάλιση από τον Κατηγορούμενο, αποδεικτικών στοιχείων για τα κτήματα που αγόρασε.
  23. Σε συνάντηση του με τον Κατηγορούμενο, περί τα μέσα Ιουνίου του έτους 2012, που ακολούθησε, παρουσία πάλι και του ΜΚ7, ο ΜΚ3, ζήτησε από τον Κατηγορούμενο, εφόσον αρνείτο να υπογράψει το προσχέδιο της συμφωνίας που τους ετοίμασε η δικηγόρος XXXXX Ταουσιάνη, τουλάχιστον, να του έδινε αποδείξεις σχετικά με τα χρήματα που του έδωσε για την αγορά των κτημάτων για τα οποία δεν έλαβε τίτλους ιδιοκτησίας. Τότε, ο Κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκε, στην παρουσία πάντοτε και του ΜΚ7, ετοίμασε για τον ΜΚ3, τις αποδείξεις είσπραξης, Τεκμήρια 3 -
  24. Ζήτησε, όμως, από τον ΜΚ3, προτού του τις παραδώσει, να του υπέγραφε το προσχέδιο της συμφωνίας στο Τεκμήριο 44 που αυτός είχε αρχικά ετοιμάσει. Παρά το γεγονός, ότι, ο ΜΚ3, για τους ίδιους ουσιαστικά λόγους, όπως και την πρώτη φορά που ο Κατηγορούμενος του εισηγήθηκε την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου, αρνήθηκε να το πράξει, ο Κατηγορούμενος, τελικά του παρέδωσε τις αποδείξεις είσπραξης, Τεκμήρια 3 -
  25. Μετά από αυτό το γεγονός, ο ΜΚ3, είχε και πάλι συνάντηση με τον ΜΚ
  26. Ο ΜΚ6, από τα περιστατικά που του αναφέρθηκαν, τόσο από τον ΜΚ3, όσο και από τον Κατηγορούμενο, προηγουμένως, αλλά και το περιεχόμενο των αποδείξεων είσπραξης, Τεκμήρια 3 - 8, που του παρουσιάστηκαν από τον ΜΚ3, μετά από την συνάντηση του με τον Κατηγορούμενο, δεν ικανοποιήθηκε, και ζήτησε από τον ΜΚ3 να τους διευθετήσει, ξανά, συνάντηση με τον Κατηγορούμενο, ώστε, αυτή την φορά, να του ζητούσαν, αντίγραφα συμβολαίων αγοράς και τίτλων, για τα κτήματα που ο ΜΚ3 του έδωσε χρήματα για να αγοραστούν, «στο όνομα του ΜΚ3».
  27. Στην συνάντηση, που πράγματι διευθετήθηκε από τον ΜΚ3, με τον Κατηγορούμενο, παρουσία και πάλι του ΜΚ7, που έγινε κάποιες ημέρες μετά, στις 13/06/2012, στο γραφείο και πάλι του Κατηγορουμένου, ο ΜΚ6, ζήτησε από τον Κατηγορούμενο τα προαναφερόμενα στοιχεία, τα οποία, όμως, ο Κατηγορούμενος, επικαλέστηκε ότι δεν είχε. Ανέφερε, ότι, θα έπρεπε, για την εξασφάλιση τους, να προέβαινε σε κάποια διαβήματα στην Εσθονία. Είχε τότε, ο Κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων, ισχυριστεί, κατόπιν υποδείξεων που του έγιναν από τον ΜΚ6, σχετικά με το ζήτημα της μη μεταβίβασης των τίτλων των ακινήτων για τα οποία ο ΜΚ3 του κατέβαλε χρήματα, ότι, ο λόγος για αυτό, ήταν, επειδή αυτά, λόγω επιβαρύνσεων τους με υποθήκες, είχαν πρώτα αγοραστεί από εταιρεία δικών του συμφερόντων, και ότι, με την απάλειψη των εν λόγω επιβαρύνσεων τους, θα μεταβιβάζονταν «στον ΜΚ3». Αν και ο ΜΚ6, έκρινε την δικαιολογία του Κατηγορουμένου, απαράδεκτη, του ζήτησε, έστω, να τους παρουσιάσει, αντίγραφα συμβολαίων αγοράς και τίτλων στο όνομα της εταιρείας του, για τα κτήματα, που ο ΜΚ3, του έδωσε χρήματα για να αγοραστούν, όπως ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν. Ο Κατηγορούμενος, δεσμεύτηκε ότι θα το έπραττε, την επόμενη ημέρα, και ως εκ τούτου, την ίδια ώρα, διευθετήθηκε συνάντηση τους για το απόγευμα της επόμενης ημέρας και πάλι στο γραφείο του. Ο ΜΚ6, όπως ανέφερε στον ΜΚ3 μετά το πέρας της συνάντησης τους αυτής, ήταν πλέον βέβαιος ότι ο Κατηγορούμενος τον εξαπάτησε και ότι θα έπρεπε να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία.
  28. Τελικά, η προαναφερόμενη συνάντηση των ΜΚ3, ΜΚ6, ΜΚ7 και Κατηγορουμένου, ματαιώθηκε, λόγω εισαγωγής του Κατηγορουμένου, λόγω προβλήματος υγείας, σε ιδιωτικό νοσοκομείο. Εκεί, όταν πληροφορήθηκαν για το γεγονός, τον επισκέφτηκαν οι ΜΚ3 και ΜΚ7, οπόταν, μετά από κάποια συζήτηση τους, του σε εκκρεμότητα ζητήματος, αναπρογραμμάτισαν την συνάντηση τους, που θα είχε την ίδια διάταξη, για το απόγευμα της επόμενης ημέρας. Δηλαδή, για το απόγευμα της 15ης/06/2012 στις 19:
  29. Ούτε και αυτή η συνάντηση τους όμως πραγματοποιήθηκε, λόγω τού ότι, περί τις 16:30 της 15ης/06/2012, ο ΜΚ3, δέχθηκε τηλεφώνημα, από τον δικηγόρο του Κατηγορουμένου, XXXXX Αλεξάνδρου, ο οποίος τον καλούσε, αντί της συνάντησης του με τον Κατηγορούμενο, σε συνάντηση μαζί του. Ο ΜΚ3, αποδέχθηκε την συνάντηση, που προγραμματίστηκε για το ίδιο βράδυ στο γραφείο του δικηγόρου XXXXX Αλεξάνδρου, και ενημέρωσε για αυτήν και τον ΜΚ7, με τον οποίο, μαζί και με τον υιό του, ΜΚ4, παρευρέθηκαν. Τότε, ο δικηγόρος XXXXX Αλεξάνδρου, στην παρουσία όλων, πληροφόρησε τον ΜΚ2, ότι, ήταν εξουσιοδοτημένος από τον Κατηγορούμενο να τον πληροφορήσει, ότι, ο Κατηγορούμενος, δεν είχε αγοράσει τα προαναφερόμενα κτήματα με τα χρήματα που του έδωσε και ότι, πρότασης του Κατηγορουμένου προς αυτόν, ήταν, η επιστροφή τους με τόκο, σε περίοδο ενός χρόνου.
  30. Ο ΜΚ3, ενόψει αυτής της εξέλιξης, διόρισε ως δικηγόρο του τον XXXXX Κολοκασίδη, ο οποίος είχε και αυτός συνάντηση με τον δικηγόρο του Κατηγορουμένου, XXXXX Αλεξάνδρου, και άλλον ένα δικηγόρο που τον εκπροσωπούσε, στην διάταξη της οποίας ήταν η προαναφερόμενη πρόταση του Κατηγορουμένου προς αυτόν, η οποία όμως δεν απέδωσε, εφόσον, κατά την συμβουλή που ο ΜΚ3 έλαβε από τον δικηγόρο του, η πρόταση του Κατηγορουμένου, αν την έκανε αποδεκτή, θα οδηγούσε σε συμφωνία του με τον Κατηγορούμενο για την επιστροφή των χρημάτων του, χωρίς καμία απολύτως εξασφάλιση του για την υλοποίηση της. Τον προέτρεψε, ως εκ τούτου, να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία, όπως και έπραξε.
  31. Μετά τα γεγονότα αυτά, και την καταγγελία της Υπόθεσης στην Αστυνομία, ο ΜΚ3, μαζί και με τον ΜΚ6, που, λόγω των γνώσεων του στον τομέα, τον συνόδευσε για να τον βοηθήσει, μετέβη δύο φορές στην Εσθονία, όπου και μετά από έρευνα του στο Κτηματολόγιο, μεταξύ άλλων, διαπίστωσε ότι, τα ακίνητα, για την αγορά των οποίων έδωσε, στον Κατηγορούμενο, το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό, ως παρουσιάζεται και στις αποδείξεις είσπραξης, Τεκμήρια 3 - 8, ποτέ δεν υπήρξαν, είτε επιβαρυμένα με υποθήκες, είτε εγγεγραμμένα σε εταιρεία του Κατηγορουμένου, παρά μόνο, όπως ο ΜΚ6 χαρακτηριστικά ανέφερε στην μαρτυρία του, ήταν «ακίνητα καθαρά στους ιδιοκτήτες τους, με όλο το ιστορικό τους καθαρό». Αποτέλεσμα έρευνας από το μητρώο των εν λόγω ακινήτων που τηρεί το Κτηματολόγιο της Εσθονίας, που εξασφάλισε ο ΜΚ3, με την βοήθεια του ΜΚ6, από το Κτηματολόγιο της Εσθονίας, το παρέδωσε στην Αστυνομία, όταν κατέθεσε για τα γεγονότα αυτής της Υπόθεσης, στις 18/04/
  32. [Η εν λόγω κατάθεσης του ΜΚ3 στην Αστυνομία, είναι το Τεκμήριο 45, και το εν λόγω έγγραφο, επισυνάπτεται σε αυτήν.].
  33. Αυτή, σε γενικές γραμμές, ως προαναφέρθηκε, είναι η εκδοχή που ο Κατήγορος υποστηρίζει για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Η μαρτυρία, από την οποία αυτή προκύπτει, ως προαναφέρθηκε, πρέπει να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο, δεδομένης και της απάντησης που ο Κατηγορούμενος καταχώρησε στο κατηγορητήριο του αυτής της Υπόθεσης, αλλά και της αντεξέτασης στην οποία υπέβαλε τα πρόσωπα που την παρουσίασαν και τις κάποιες θέσεις του προς αυτούς, από τα οποία προκύπτει, θα μπορούσε να λεχθεί, η αμφισβήτησης της. Είναι, βεβαίως καθήκον του Δικαστηρίου, ως αναφέρω και στην συνέχεια, να εκτιμήσει την μαρτυρία ως σύνολο και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά, και ως εκ τούτου, η εκτίμηση της προσκομισθείσας από πλευράς Κατήγορου μαρτυρίας, γίνεται, ενταγμένης αυτής στο σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας. Δηλαδή, λαμβανομένης υπόψη και της μαρτυρίας που προσάχθηκε από πλευράς του Κατηγορουμένου προς υπεράσπιση του. Για το ιδιαίτερο του χαρακτήρα της ανόμωτης δήλωσης του Κατηγορουμένου, στην οποία προέβη όταν κλήθηκε σε απολογία, και την, ως εκ τούτου, σημασία της σε αυτή την Υπόθεση, αναφέρομαι αμέσως μετά.
  34. Είχα την δυνατότητα, στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακρόασης της Υπόθεσης αυτής, να αποκομίσω, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρω στην συνέχεια, τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από πλευράς Κατήγορου και Κατηγορουμένου, έχοντας παρακολουθήσει επιστάμενα τα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν, τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσαν, και τη λογική που, με βάση την ανθρώπινη εμπειρία, η μαρτυρία τους ανέδυε, σε συνάρτηση με τα δεδομένα της Υπόθεσης. Έχω, για τις διαπιστώσεις μου, τις οποίες παραθέτω στην συνέχεια, αξιολογήσει την μαρτυρία, ως και προαναφέρθηκε, στο σύνολο της, και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά [xx].
  35. Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, μου έκαναν καλή εντύπωση στο ειδώλιο του μάρτυρα, και έχω πεισθεί ότι, στο Δικαστήριο, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, έχουν καταθέσει τα γεγονότα, όπως τα θυμόνταν να έχουν πραγματικά διαδραματιστεί. Η μαρτυρία τους, ήταν, σχετικά με τους ουσιώδη ισχυρισμούς τους, χωρίς ουσιαστικές αντιφάσεις, συνεκτική, είχε λογική, ουσιαστική αλληλοεπικάλυψη ή/και υποστήριξη από άλλη άμεση ή και εξ ακοής μαρτυρία, όπως επίσης και από πραγματική μαρτυρία, και ιδωμένη, ως προελέχθη, στο σύνολο της και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά, κρίνεται αξιόπιστη και την αποδέχομαι για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου για τα επίδικα ζητήματα. Η μαρτυρία, άλλωστε, των ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ5 και ΜΚ8, -αν και θα μπορούσε να λεχθεί το ίδιο και για την μαρτυρία και των ΜΚ6 και ΜΚ7, σε ότι αφορά το γνωστικό της μέρος για τα επίδικα γεγονότα-, δεν αμφισβητήθηκε καθόλου ή, αναλόγως περίπτωσης, ουσιαστικά από πλευράς του Κατηγορουμένου, ο οποίος, αρχικά, δια του συνηγόρου υπεράσπισης του και αργότερα, σε κάποιο βαθμό, και ο ίδιος, δια της αντεξέτασης, προσπάθησε περισσότερο να διευκρινίσει ή/και να εκμαιεύσει γεγονότα που θα μπορούσαν να επενεργήσουν προς υπεράσπιση του. Ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας, ο ΜΚ3, είναι σημαντικό να σημειωθεί, ήταν, μέσα από την μαρτυρία του, έκδηλη η αγανάκτηση του, που, λόγω των αποφάσεων του, και της εμπιστοσύνης που έδειξε, για την λήψη τους, στον Κατηγορούμενο, θυματοποιήθηκε, χάνοντας, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «τις οικονομίες που έκανε μια ζωή.». Ο ΜΚ3, μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση. Κάθε ουσιαστική πτυχή της μαρτυρίας του, σημειώνω, υποστηρίζεται, τόσο από πραγματική μαρτυρία, δηλαδή, έγγραφα της τότε εποχής, όσο και από την άμεση μαρτυρία, αναλόγως περίστασης, των ΜΚ7, ΜΚ6 και ΜΚ
  36. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι, παρά την σύγχυση του, λόγω της αναστάτωσης του, σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του, στο Δικαστήριο κατέθεσε την αλήθεια, και γι' αυτό δίνω πίστη στους ισχυρισμούς του για τα συμπεράσματα μου.
  37. Την μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2, επίσης την αποδέχομαι ως ειλικρινή και αξιόπιστη και στον βαθμό που αφορά τα επίδικα ζητήματα, την λαμβάνω υπόψη μου για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Ήταν, κατά την ακρόαση της από το Δικαστήριο, εμφανές, ότι, αντεξεταζόμενοι αυτοί από πλευράς Κατήγορου, δεν αμφισβητήθηκαν στα γεγονότα που υποστήριξαν. Οι ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν από την εκπρόσωπο του Κατήγορου, ήταν, και στην περίπτωση τους, διευκρινιστικού περιεχομένου ή και είχαν χαρακτήρα αλίευσης μαρτυρίας, που θα υποστήριζε, ενδεχομένως, την εκδοχή του Κατήγορου. Θα παρατηρήσω βεβαίως ότι, στο μεγαλύτερο της μέρος, η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2, δεν ήταν σχετική με τα επίδικα ζητήματα. Επετράπη, όμως, στον Κατηγορούμενο, από το Δικαστήριο να την παρουσιάσει, καθότι, σε εκείνο το στάδιο της διαδικασίας, ο Κατηγορούμενος, δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο και επειδή δεν ήταν, από απόψεως υπεράσπισης, ξεκάθαρη στο Δικαστήριο η επιδίωξης του. Η εκτίμηση της συνεπώς, έγινε, και με αυτό το δεδομένο υπόψη.
  38. Την ανόμωτη δήλωση του Κατηγορουμένου, η οποία, σύμφωνα με την νομολογία, δεν αποτελεί μαρτυρία [xxi], την εξετάζω και αξιολογώ, ως στην συνέχεια αναφέρω, για να καταλήξω ως προς τη βαρύτητα ή αξία που μπορεί υπό τις περιστάσεις να της δοθεί, μέσα στο σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας [xxii].
  39. Με δεδομένες αυτές τις γενικές παρατηρήσεις μου για την εκτίμηση της μαρτυρίας, προχωρώ να επεξηγήσω το σκεπτικό μου για την προαναφερόμενη κατάληξη μου.
  40. Ξεκινώ, με την εξής παρατήρηση. Ο Κατηγορούμενος, πολύ βασικούς ισχυρισμούς των ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ6 και ΜΚ7, που παρουσίασαν τα γεγονότα για την υπόθεση του Κατήγορου, δεν τους αμφισβήτησε. Ενώ, ως περαιτέρω παρατηρείται, οι θέσεις που επέλεξε να τους υποβάλει για τα επίδικα ζητήματα, είναι συγκεχυμένες, χωρίς συνοχή και, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, παράλογες. Αυτές, σε κάθε περίπτωση, στην συνέχεια της ακροαματικής διαδικασίας και όταν ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, δεν εμπεδώθηκαν, από πλευράς του Κατηγορουμένου, με μαρτυρία.
  41. Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου, επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι, δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [xxiii] [xxiv]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να απορρίψει μαρτυρία που παρουσιάζεται για να αντικρούσει γεγονότα που υποστηρίχθηκαν από μάρτυρα, όταν αντίθετες σχετικές θέσεις δεν είχαν υποβληθεί (ή του είχαν υποβληθεί ατελώς, ή ουσιωδώς διαφορετικά) στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του [xxv]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [xxvi].
  42. Στο σύγγραμμα του R. May, Criminal Evidence, 4η έκδοση, στην παράγραφο 23-23, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες αρχές και την εφαρμογή τους, ειδικά σε ποινικές υποθέσεις, αναφέρονται τα εξής: «
  43. The cross-examining party should put as much of his own case as concerns the witness to him. Thus, if the cross-examining party intends to adduce evidence which contradicts evidence given by the witness, he should put his version to the witness, so that the witness may have the opportunity of explaining the contradiction. If a party fails to do this, he is generally taken to have accepted the witness's evidence. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  44. Αναφορά στις προαναφερόμενες αρχές, έγινε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση, Μαρσέλο κ. α. ν Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2013, 18/01/
  45. Ελέγχθηκαν τα εξής: «Όπως έχουμε σημειώσει πιο πάνω, ο συνήγορος είναι εκπρόσωπος του διάδικου και οι δηλώσεις του τον δεσμεύουν. (Βλ. Ανδρέου ν Almifalani
(2009)1 A.A.Δ. 608). Στην υπόθεση Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, τονίστηκε ότι, "η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό". Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε προσφάτως και στην υπόθεση Ρεβέκκα Πέτρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:D497, Ποιν. Εφ. 41/2015, ημερ. 25 Οκτωβρίου 2016, στην οποία έκαμε αναφορά ο συνήγορος των εφεσειόντων. Η αρχή αυτή έχει ως βασικό υπόβαθρο το γενικό σκοπό της αντεξέτασης, που αποτελεί σημαντικό όπλο της υπεράσπισης, όχι μόνο να αμφισβητήσει τα λεχθέντα και την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά, και εξίσου αναγκαίο να θέσει την εκδοχή της υπεράσπισης, ως προς τα γεγονότα, για να τεκμηριώσει στη συνέχεια τη δική της. Επίσης, η αντεξέταση προσφέρει τη δυνατότητα παρουσίασης γεγονότων που δεν έχει καταθέσει ένας μάρτυρας τα οποία, όμως, θα μπορούσε να είχαν κατατεθεί. (Βλ. Ανθίμου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 56).». [xxvii]. (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Στην βάση των προαναφερόμενων αρχών, ο Κατηγορούμενος, δεν έχει αμφισβητήσει, και πρέπει να εκληφθεί από το Δικαστήριο ότι έχει παραδεχθεί, την πραγματικότητα των ακόλουθων, πολύ σημαντικών για την υπόθεση του Κατήγορου εναντίον του, γεγονότων.
  2. Ο Κατηγορούμενος, δεν αμφισβήτησε την μαρτυρία του ΜΚ3, ο οποίος, ως προαναφέρθηκε ισχυρίστηκε, ότι, όταν, λόγω ανησυχίας που του προκάλεσε η καθυστέρηση έκδοσης τίτλων για τα ακίνητα «στο όνομα του», ζήτησε από τον Κατηγορούμενο αποδείξεις ότι εισέπραξε από αυτόν το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό των €842.000, ο Κατηγορούμενος, προς κατοχύρωση του, του εισηγήθηκε να προσέρχονταν σε γραπτή συμφωνία στην οποία να κατέγραφαν τα δεδομένα των «πράξεων» τους, και ότι, προσχέδιο της εν λόγω συμφωνίας, ο Κατηγορούμενος πράγματι ετοίμασε και του παρουσίασε.
  3. Σημειώνεται, ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ3, παρόν, κατά την συνάντηση παρουσίασης του εν λόγω προσχεδίου συμφωνίας προς αυτόν από τον Κατηγορούμενο, ήταν και ο ΜΚ7, ο οποίος γνώριζε τις περιβάλλουσες, σχετικά με τον σκοπό της ετοιμασίας της, περιστάσεις, και ότι, ο ΜΚ7, καταθέτοντας στο Δικαστήριο την μαρτυρία του για την Υπόθεση αυτή, για το ζήτημα αυτό, υποστήριξε ακριβώς τα ίδια γεγονότα.
  4. Το προσχέδιο της εν λόγω συμφωνίας, που, όπως ο ΜΚ3 υποστήριξε στην μαρτυρία του και δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένου, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος το ετοίμασε, στην βάση των πραγματικών, κατά τον Κατηγορούμενο, δεδομένων των «συναλλαγών» τους, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ως μέρος του Τεκμηρίου
  5. Το περιεχόμενο του, είναι εμφανές, υποστηρίζει απόλυτα τους ισχυρισμούς του ΜΚ3 για τα γεγονότα, και καταρρίπτει τις όποιες θέσεις, με τον όποιο τρόπο αυτές προβλήθηκαν από τον Κατηγορούμενο, κατά την ακροαματική διαδικασία.
  6. Επισημαίνεται, ότι, σύμφωνα με την κατάθεση, τόσο του ΜΚ3, όσο και του ΜΚ7, το εν λόγω προσχέδιο συμφωνίας, μέρος του Τεκμηρίου 44, είχε ετοιμαστεί από τον Κατηγορούμενο και παρουσιαστεί στον ΜΚ3, μέρες πριν από την συνάντηση τους, παρουσία και πάλι του ΜΚ7, στο γραφείο του Κατηγορουμένου, όταν, και, ο τελευταίος, ετοίμασε και του παρέδωσε τις αποδείξεις είσπραξης, Τεκμήρια 3 -
  7. Το προσχέδιο της συμφωνίας, μέρος του Τεκμηρίου 44, που, αξίζει να σημειωθεί, σύμφωνα με τους αναντίλεκτους ισχυρισμούς των ΜΚ3 και ΜΚ7, ο Κατηγορούμενος, ακόμη και την ημέρα που εξέδωσε και παρέδωσε στον ΜΚ3 τις αποδείξεις είσπραξης, Τεκμήρια 3 - 8, επέμενε όπως ο ΜΚ3, όπως και αυτός, το υπέγραφαν, αποκαλύπτει τα εξής. Κατ' αρχήν, αναφέρει, ότι, «ο ΜΚ3», μέχρι εκείνη την στιγμή, είχε ενδιαφερθεί για την αγορά στην Εσθονία, με την εμπλοκή του Κατηγορουμένου, ακινήτων, συνολικής αξίας €984.000, και βεβαιώνει ότι, για τα αναφερόμενα εκεί ακίνητα, τα οποία αριθμούνται από 1 έως 6, είχε ήδη καταβάλει χρήματα για την αγορά τους, €842.
  8. Περαιτέρω, το συγκεκριμένο έγγραφο, βεβαιώνει ότι, τα αναφερόμενα εκεί ακίνητα, δεν είχαν μεταβιβαστεί στο όνομα «του ΜΚ3». [xxviii].
  9. Οι καταχωρήσεις στο εν λόγω έγγραφο, είναι εμφανές, σε ότι αφορά τα αναφερόμενα εκεί ακίνητα, τα οποία αριθμούνται από 1 έως 6, που είναι αυτά που ο ΜΚ3 ισχυρίζεται ότι πλήρωσε για την αγορά τους αλλά δεν «του» μεταβιβάστηκαν, ταυτίζονται απόλυτα με τις λεπτομέρειες και τα στοιχεία των αποδείξεων είσπραξης, Τεκμήρια 3 -
  10. Συνεπώς, η θέσης, που κατά την ακροαματική διαδικασία, υποβλήθηκε στον ΜΚ3, από τον τότε συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου, η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν εμπεδώθηκε από πλευράς του Κατηγορουμένου κατά την ακρόαση, με μαρτυρία μετά την κλήση του σε απολογία, ότι, μέρος του εν λόγω ποσού των €842.000, το οποίο οι αποδείξεις είσπραξης, Τεκμήρια 3 - 8, αφορούν, το όφειλε, στον Κατηγορούμενο, για την αγορά άλλων ακινήτων που «του» είχαν ήδη μεταβιβαστεί, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και απορρίπτεται ως παράλογος.
  11. Ο Κατηγορούμενος, αν έτσι είχαν τα πράγματα, δεν θα ετοίμαζε το προαναφερόμενο προσχέδιο συμφωνίας, μέρος του Τεκμηρίου 44, με το συγκεκριμένο περιεχόμενο. Κάτι τέτοιο, θα ήταν πραγματικά παράλογο. Περαιτέρω, δεν έχει καμία λογική, αν έτσι είχαν τα πράγματα, ο Κατηγορούμενος, αρκετές ημέρες μετά την ετοιμασία του εν λόγω προσχεδίου συμφωνίας, μέρος του Τεκμηρίου 44, που ο ΜΚ3 δεν αποδέχθηκε να υπογράψει, να προχωρούσε και να του εκδώσει τις αποδείξεις είσπραξης, Τεκμήρια 3 - 8, χωρίς καμία αναφορά και πάλι σε οφειλόμενα από τον ΜΚ3 προς αυτόν, και με καταχωρήσεις μάλιστα, που να συνάδουν με το περιεχόμενο του εν λόγω προσχεδίου συμφωνίας, μέρος του Τεκμηρίου
  12. Από αυτά τα γεγονότα, καταρρίπτεται και η θέσης του Κατηγορουμένου ότι, ο ΜΚ3, τον πίεσε να του εκδώσει τις αποδείξεις είσπραξης, Τεκμήρια 3 - 8, τις οποίες εξέδωσε, χωρίς τα στοιχεία που καταγράφονται σε αυτές να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η λεπτομέρεια που δίδεται σε αυτές, και τα στοιχεία που τις συνοδεύουν, κάθε άλλο από προχειρότητα, καταδεικνύουν, ή συντάκτη που πρόθεσης του ήταν να τις καταρτίσει με δεδομένα ανύπαρκτα. Η θέση αυτή, άλλωστε, του Κατηγορουμένου, καταρρίπτεται και από το γεγονός, ότι, ο ΜΚ7, που ήταν παρόν κατά την έκδοση από τον Κατηγορούμενο, των αποδείξεων είσπραξης, Τεκμήρια 3 - 8, διέψευσε τον Κατηγορούμενο ότι υπήρξε οποιαδήποτε τέτοια πίεσης του Κατηγορουμένου από πλευράς του ΜΚ3, και ισχυρίστηκε τα γεγονότα που αφορούν αυτό το συμβάν, ακριβώς όπως και ο ΜΚ
  13. Αξιοσημείωτο, δε, είναι το γεγονός, ότι, ο Κατηγορούμενος, την μαρτυρία αυτή του ΜΚ7, δεν την αμφισβήτησε καθόλου.
  14. Αναντίλεκτη από πλευράς Κατηγορουμένου, είναι και η μαρτυρία, τόσο του ΜΚ3, όσο και των ΜΚ4 και ΜΚ7, ότι, ο δικηγόρος του Κατηγορουμένου, κατόπιν οδηγιών του, κάλεσε τον ΜΚ3 σε συνάντηση στο γραφείο του, κατά την διάρκεια της οποίας, παρουσία και των ΜΚ4 και ΜΚ7, του ανέφερε ότι, τα χρήματα που κατέβαλε στον Κατηγορούμενο, βάσει των αποδείξεων είσπραξης, Τεκμήρια 3 - 8, για την αγορά των συγκεκριμένων ακινήτων, δεν αγοράστηκαν και ότι, πρότασης του Κατηγορουμένου προς αυτόν, ήταν η επιστροφή του εν λόγω ποσού των €842.000 μέσα σε περίοδο ενός χρόνου. Σημειώνεται, ότι, η μαρτυρία των ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ7, έστω και εξ ακοής, υποστηρίζεται από την μαρτυρία και του ΜΚ6, ο οποίος ήταν ενήμερος την τότε εποχή από τον ΜΚ3, λόγω της δικής του εμπλοκής στην Υπόθεση, για τις εξελίξεις. Αν η προαναφερόμενη θέση του Κατηγορουμένου ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, θα αναφέρω περαιτέρω, τότε, δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος, σε συνέχεια της έκδοσης των αποδείξεων είσπραξης, Τεκμήρια 3 - 8 και παράδοσης τους στον ΜΚ3, υπό τις περιστάσεις τις οποίες ισχυρίστηκε, να έδινε οδηγίες σε δικηγόρο, ο οποίος, με επίσημο νομικά τρόπο, έστω και προφορικά, να μεταφέρει αυτή την κατάσταση πραγμάτων στον ΜΚ3, χωρίς σε καμία περίπτωση να αμφισβητήσει το περιεχόμενο των αποδείξεων είσπραξης, Τεκμήρια 3 - 8, ή να αναφερθεί στα όποια οφειλόμενα του ΜΚ3 προς τον Κατηγορούμενο. Αν υπήρχαν τέτοια οφειλόμενα, το λογικό είναι, ότι, θα αναφέρονταν. Ο Κατηγορούμενος, δεν θα πρόβαινε σε μία τέτοια πρόταση προς τον ΜΚ3, μέσω του δικηγόρου του, χωρίς να συνυπολογίσει σε αυτήν, τις όποιες, κατά τους ισχυρισμούς του, οφειλές του ΜΚ3 προς αυτόν.
  15. Περαιτέρω και πολύ σημαντικό να αναφερθεί, είναι ότι, ο Κατηγορούμενος, δεν αντιτέθηκε και δεν αμφισβήτησε την μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ7, και ειδικότερα αυτήν του ΜΚ7, σχετικά με την εμπλοκή της δικηγόρου XXXXX Ταουσιάνη, που ανέλαβε κατόπιν οδηγιών τους με τον ΜΚ3, να αναμορφώσει το προαναφερόμενο προσχέδιο συμφωνίας, μέρος του Τεκμηρίου 44, που ο ίδιος είχε ετοιμάσει, ώστε να γινόταν αποδεκτή και από τον ΜΚ3, και την άρνηση του τελικά να προσέλθει σε αυτήν γιατί του ζητήθηκαν οι τίτλοι ιδιοκτησίας των ακινήτων. Ο ΜΚ7, σημειώνεται, αναφέρθηκε στην κατάθεση του, σε έκταση μάλιστα, σχετικά με τους ισχυρισμούς που ο Κατηγορούμενος του πρόβαλε, σχετικά με την στάση του αυτή, που σε καμία περίπτωση, αν και μπορεί εκ των υστέρων να λεχθεί με ασφάλεια ότι ήταν ψευδείς, δεν αφορούσαν οφειλόμενα του ΜΚ3 προς αυτόν. Αν υπήρχε τέτοιο ζήτημα, θα ήταν λογικό, ότι θα αποτελούσε και τον πρώτο λόγο άρνησης του Κατηγορουμένου να προσέλθει στην εν λόγω συμφωνία με τον ΜΚ3, και όχι οτιδήποτε άλλο ανέφερε σχετικά με αυτό.
  16. Η μαρτυρία που επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του ΜΚ3, είναι, συνεπώς, κατά την κρίση μου, συντριπτική. Δεν χρειάζεται, πιστεύω, να υπεισέρθω σε περισσότερη λεπτομέρεια, ή και στα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, από πλευράς του Κατήγορου, προς υποστήριξη των ισχυρισμών του ΜΚ3 για τις πληρωμές που έγιναν προς τον Κατηγορούμενο για τα ακίνητα που αγόρασε και «του» μεταβιβάστηκαν, που όντως είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό υποστηρικτικά των ισχυρισμών του. Θα αποτελούσε, κατά την κρίση μου, πλεονασμό.
  17. Έχοντας υπόψη, τα προαναφερόμενα, σχετικά με την προσκομισθείσα μαρτυρία και την εκτίμηση της, καταλήγω ότι, στην ανόμωτη δήλωση του Κατηγορουμένου, δεν μπορεί να δοθεί καμία απολύτως αξία. Έχει γίνει από το Δικαστήριο αποδεκτή, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, η μαρτυρία του ΜΚ3, που υποστηρίζεται, ειδικότερα, και από την μαρτυρία των ΜΚ4, ΜΚ6 και ΜΚ7, που είναι άκρως αντίθετη των ισχυρισμών του στην δήλωση του.
  18. Κατ' ακολουθία των προαναφερόμενων, βάσει της αποδεκτής αλλά και της παραδεκτής μαρτυρίας, καταλήγω, έχοντας κατά νου και την νομική πτυχή της υπόθεσης, στα εξής ευρήματα.
  19. Ο ΜΚ3, είχε, κατά την περίοδο των ετών 2010 - 2012, εμπιστευθεί στον Κατηγορούμενο, σταδιακά, το συνολικό ποσό των €842.000, για συγκεκριμένο σκοπό. Δηλαδή, για την πληρωμή, με σκοπό την αγορά από τον ιδιοκτήτη τους και την εξασφάλιση τίτλου ιδιοκτησίας, συγκεκριμένων ακινήτων, τα οποία ο Κατηγορούμενος του παρουσίασε για σκοπούς επένδυσης στην Εσθονία. Για τον ΜΚ3, δεν είχε σημασία και δεν το είχε, ως προκύπτει, συμφωνήσει ειδικά με τον Κατηγορούμενο, αν «ενδιάμεσος», αν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ο όρος, ιδιοκτήτης, μετά από αγορά των ακινήτων, θα ήταν ο Κατηγορούμενος, ή κάποιο νομικό πρόσωπο που είχε συμφέρον σε αυτό. Σημασία, για τον ΜΚ3, και αυτό είχε συμφωνηθεί με τον Κατηγορούμενο, ήταν ότι, με τα συγκεκριμένα χρήματα που κάθε φορά του εμπιστευόταν, ο Κατηγορούμενος θα του αγόραζε και εξασφάλιζε για «αυτόν» τίτλο ιδιοκτησίας για συγκεκριμένα ακίνητα που ο Κατηγορούμενος του παρουσίαζε. Ο Κατηγορούμενος, θα ενεργούσε, για τον σκοπό αυτό, ως αντιπρόσωπος του ΜΚ3 [xxix]. Ο Κατηγορούμενος, δεν χρησιμοποίησε τα χρήματα που του έδωσε ο ΜΚ3, για τον σκοπό που του είχαν εμπιστευθεί, και τα καταχράστηκε. Η κατάχρησης, από πλευράς του Κατηγορουμένου, [ως συνάγεται από τις περιστάσεις της υπόθεσης, και δη, από τα ψεύδη του Κατηγορουμένου προς τον ΜΚ3, περί του ότι, είχαν αγοραστεί τα ακίνητα, αλλά ήταν επιβαρυμένα με υποθήκες, και για αυτό δεν μπορούσαν να «του» μεταβιβαστούν, όταν, τα εν λόγω ακίνητα, ποτέ δεν αγοράστηκαν από τον Κατηγορούμενο για «τον ΜΚ3» ή υπήρξαν, έστω, στην «κατοχή» του Κατηγορουμένου, δια αγοράς τους στο όνομα του ή άλλως πως, κατά τρόπο που να διασφαλιζόταν η μεταβίβαση του τίτλου τους στον «ΜΚ3», αλλά και την εκ των υστέρων, μέσω του δικηγόρου του Κατηγορουμένου, παραδοχή του για ιδιοποίηση, ουσιαστικά, των χρημάτων αυτών του ΜΚ3, αφής στιγμής, δεν μπορούσαν αμέσως να του επιστραφούν], ήταν σκόπιμη και με πρόθεση [xxx].
  20. Η εμπλοκή, σημειώνεται, στην προκείμενη περίπτωση, της Distelia Enterprises Ltd, στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, δεν διαφοροποιεί τα της ευθύνης του Κατηγορουμένου, ειδικότερα εφόσον, ο Κατηγορούμενος, ήταν ο κατευθυντήριος νους και η θέληση του εν λόγω νομικού προσώπου και αφής στιγμής, οι «συναλλαγές» του με τον ΜΚ3 ήταν, ουσιαστικά, προσωπικές [xxxi]. Περαιτέρω, το γεγονός, ότι, ο ΜΚ3, έχει δικαιώματα αστικής, ενδεχομένως, διεκδίκησης εναντίον του Κατηγορουμένου, για την όποια θεραπεία ήθελε αποταθεί στο Δικαστήριο βάσει των γεγονότων αυτής της Υπόθεσης, όπως και έπραξε, σύμφωνα με την παραδεκτή μαρτυρία, και πάλι δεν διαφοροποιεί τα της ευθύνης του Κατηγορουμένου στο κατηγορητήριο του αυτής της Υπόθεσης, εφόσον, στην πορεία των πραγμάτων, με την σκόπιμη και με πρόθεση ιδιοποίηση των χρημάτων του Κατηγορουμένου, ο όποιος «εμπορικός» χαρακτήρας της σχέσης τους, «επισκιάστηκε», ή, αν θα μπορούσε να λεχθεί, «ακυρώθηκε», από την παρανομία του Κατηγορουμένου [xxxii].
  21. Από τα προαναφερόμενα ευρήματα μου, καταλήγω ότι, ο Κατήγορος, έχει αποδείξει την υπόθεση του, εναντίον του Κατηγορουμένου, στον απαιτούμενο βαθμό, δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Είμαι, δηλαδή, από τα γεγονότα αυτά, βέβαιος, ότι, ο Κατηγορούμενος, διέπραξε το αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, της κλοπής υπό αντιπροσώπου του Άρθρου 270(β) του Κεφ.
  22. Κατ' ακολουθία, δεδομένων των προνοιών των Άρθρων 2, 3, 4
(1)(α)(iii) και 5 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Νόμος 188(I)/2007, και της προβλεπόμενης, για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, ποινής, βάσει του Άρθρου 270(β) του Κεφ. 154, καταδικάζω τον Κατηγορούμενο και στο αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 2 στο κατηγορητήριο, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες [xxxiii].
  1. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, αποδέχομαι ότι ο Κατήγορος, έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον του Κατηγορουμένου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τον οποίο κρίνω, ως εκ τούτου, ένοχο και τον καταδικάζω, στις κατηγορίες με αρ. 1 και 2 στο κατηγορητήριο, που του προσάχθηκαν.
  2. Προχωρώ στην διαδικασία της επιβολής ποινής. (Υπ.) ________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Μαύρου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 67/2020, 23/11/
  3. [ii] Το Άρθρο 255 του Κεφ. 154, προνοεί τα εξής: «255.-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
  1. i)με τέχνασμα (
  2. ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.». [iii] Το Άρθρο 270 του Κεφ. 154, προνοεί τα εξής: «270. Αν αυτό που κλάπηκε είναι ένα από τα ακόλουθα πράγματα, δηλαδή- (α) περιουσία που λήφθηκε από τον υπαίτιο με πληρεξουσιότητα για να τη διαθέσει (β) περιουσία εμπιστευμένη στον υπαίτιο, είτε σε μόνο του, είτε μαζί με άλλο, για την ασφαλή φύλαξη από αυτό, ή χρήση, πληρωμή, ή παράδοση αυτής ή μέρους της ή οποιουδήποτε προϊόντος που απορρέει από τη διάθεση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο (γ) περιουσία που λήφθηκε από τον υπαίτιο, είτε από μόνο του, είτε μαζί με άλλο εκ μέρους ή για λογαριασμό τρίτου (δ) το προϊόν, ολόκληρο ή μέρος, αξιογράφου που λήφθηκε από τον υπαίτιο με εντολή όπως το προϊόν από αυτό να χρησιμοποιηθεί για οποιοδήποτε σκοπό ή να πληρωθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο όπως ορίζεται στην εντολή (ε) το προϊόν, ολόκληρο ή μέρος, το οποίο απορρέει από τη διάθεση περιουσίας, το οποίο λήφθηκε από τον υπαίτιο δυνάμει πληρεξουσιότητας για τέτοια διάθεση, εφόσον η πληρεξουσιότητα δόθηκε στον υπαίτιο με εντολή το πιο πάνω ποσό να χρησιμοποιηθεί για οποιοδήποτε σκοπό ή να πληρωθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο όπως ορίζεται στην εντολή, ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων.». [iv] Βλ., σχετικά με το κατηγορητήριο, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Attorney General v Pieris
(1987)2 C.L.R. 44 και Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9 (ειδικότερα, αναφορικά με την σχέση των Άρθρων 255 και 270 του Κεφ. 154, με το Άρθρο 257 του Κεφ. 154). [v] Βλ. τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174, Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9, Attorney General v Demosthenous
(1987)2 C.L.R. 33, Attorney General v Pieris
(1987)2 C.L.R. 44, Ανδρονίκου κ. α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, Λοϊζίδου ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794, Χρυσάνθου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 19/2016, 02/12/2016 και Κουμπαρή ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 215/2018, 11/05/2020. [vi] Βλ. Attorney General v Pieris
(1987)2 C.L.R. 44 και Ανδρονίκου κ. α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. [vii] Βλ. Ανδρονίκου κ. α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. [viii] Βλ. Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174 (την απόφαση του Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Βασιλειάδη) και Λοϊζίδου ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794. [ix] Βλ. τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174, Attorney General v Pieris
(1987)2 C.L.R. 44, Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9, Ανδρονίκου κ. α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, Λοϊζίδου ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794 και Κουμπαρή ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 215/2018, 11/05/2020. [x] Βλ., σχετικά με τον όρο, «οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής» στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154, όταν πρόκειται για χρήματα, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Attorney General v Demosthenous
(1987)2 C.L.R. 33. [xi] Βλ. Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9. [xii] Είναι, μάλιστα, άσχετο, για σκοπούς ποινικής ευθύνης για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, βάσει του Άρθρου 270(β) του Κεφ. 154, κατά πόσο ο ιδιοκτήτης της περιουσίας δεν γνώριζε την ύπαρξη του κατηγορουμένου και δεν είχε, ένεκα τούτου, πρόθεση να του την εμπιστευθεί. Βλ. Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9 και την αναφερόμενη σε αυτή απόφαση, Ανώτερου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου, στην υπόθεση King ν Grubb [1915] 2 Κ.Β. 683. Βλ. επίσης, Λοϊζίδου ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794. [xiii] Βλ. Ανδρονίκου κ. α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. [xiv] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9 και την αναφερόμενη σε αυτή απόφαση, Ανώτερου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου, στην υπόθεση King ν Grubb [1915] 2 Κ.Β. 683. [xv] Βλ. σχετικά με το ζήτημα της πρόθεσης για την διάπραξη του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου του Άρθρου 270(β) του Κεφ. 154, («animus furandi») Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174, και ειδικότερα, σχετικά με την διαφοροποίηση των σχετικών αρχών, λόγω των διατάξεων του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, με την Αγγλική Larceny Act 1961, την απόφαση του Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Βασιλειάδη. [xvi] Ή ακόμη, όταν νόμιμα έχει αποκτήσει και ιδιοκτησία της περιουσίας, υπό περιστάσεις όμως, που, ο ιδιοκτήτης της, κατά νόμο, παραμένει ο ιδιοκτήτης της, δηλαδή, ως εξ επαγαγωγής ιδιοκτήτης («constructive owner») ή έχει, σχετικά με αυτήν ειδικό ενδιαφέρον (special interest) (βλ. Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9 και την αναφερόμενη σε αυτή απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Oktay v, R. 18 C.L.R. 195). Βλ. επίσης, Ανδρονίκου κ. α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. [xvii] Βλ. Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174, Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9 [και τις αναφερόμενες σε αυτή αποφάσεις, του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Oktay v, R. 18 C.L.R. 195 και Ανώτερου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση King ν Grubb [1915] 2 Κ.Β. 683], Λοϊζίδου ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794 και Χρυσάνθου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 19/2016, 02/12/2016. Στην υπόθεση Λοϊζίδου ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794, το Ανώτατο Δικαστήριο, για το ζήτημα αυτό, ανέφερε τα εξής: «Το αδίκημα είναι εκείνο της κλοπής και η κλοπή δεν συναρτάται με την είσπραξη των χρημάτων, όπως εισηγείται η εφεσείουσα, κατά το χρόνο που της ενεπιστεύθησαν τα χρήματα, αλλά κατά το χρόνο κατά τον οποίο επέρχεται η ιδιοποίηση των χρημάτων, που οπωσδήποτε ήταν μεταγενέστερα .». [xviii] Βλ. Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174 και Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9. [xix] Βλ. Ανδρονίκου κ. α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. [xx] Βλ. Brierley v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. [xxi] Βλ. Εφραιμίδου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/2013, 02/05/
  2. [xxii] Βλ. Α. Δ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, 22/06/2016 και Κοφτερος ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 187/2010, 20/02/
  3. [xxiii] Βλ. τα αναφερόμενα από τον έντιμο, πρώην Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην ομόφωνη απόφαση που έδωσε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην υπόθεση Γεωργίου ν Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138.: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς και ο συνήγορος της εφεσίβλητης στην πρωτόδικη ένσταση του, παρερμήνευσαν τον ουσιώδη κανόνα που λαμβάνεται στο δικαιϊκό σύστημα αντιπαράθεσης αναφορικά με τη δυνατότητα ενός αντιδίκου να εξηγήσει θέσεις επί γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: «Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party´s case.» Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ΄ όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Όπως το θέτει ο Cross on Evidence 4η έκδ. σελ. 226: «The object of cross-examination is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party.» Και στη σελ. 227: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xxiv] Βλ. επίσης, και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1593 του συγγράμματος Phipson on Evidence, 12η έκδοση. [xxv] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση M & TH Petrou & Sons Developers Ltd v Κοκκούλη, ECLI:CY:AD:2016:A526, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016, όπου δια του έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν τα εξής: «. Το Δικαστήριο σημείωσε ιδιαίτερα ότι αυτή η εκδοχή δεν είχε τεθεί κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου ώστε ο τελευταίος να είχε την ευκαιρία να τη σχολιάσει και να προβάλει τη δική του θέση έτσι ώστε η παράλειψη αυτή της υπεράσπισης, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εξήγηση, να άφηνε αυτή την εκδοχή έκθετη σε απόρριψη σύμφωνα με τη νομολογία που καθιερώθηκε στην Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 363. . Η πλευρά των εφεσειόντων λανθασμένα δεν έθεσε αριθμό θεμάτων κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου και των μαρτύρων του, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να στερηθούν του ευεργετήματος να απαντήσουν και να σχολιάσουν τις θέσεις αυτές. Αυτό παραμένει ένα ουσιώδες λάθος από πλευράς τους διότι η επί ακροατηρίω διαδικασία οφείλει να είναι διάφανη και δεν επιτρέπεται η απόκρυψη των θέσεων της μιας ή της άλλης πλευρά κατά την ώρα της αντεξέτασης του έτερου διαδίκου. Ορθά συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε όλες αυτές τις εκδοχές των εφεσειόντων ως εκ των υστέρων σκέψεις που δεν έπειθαν, μεταξύ άλλων, και για το λόγο ότι ουδέποτε τέθηκαν στον εφεσίβλητο για να τις αντικρούσει. Παραπομπή δε στα πρακτικά που τηρήθηκαν στη διαδικασία αποκαλύπτει και του λόγου το αληθές. Συνακόλουθα, οι εφεσείοντες δεν πρέπει εκ των υστέρων να παραπονούνται.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) [xxvi] Βλ Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Ουλούπη ν Χρίστου κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ.
  1. [xxvii] Βλ. επίσης Πιριλλίδη ν Δήμος Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, 11/12/2017 και Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/
  2. [xxviii] Αναφορά που γίνεται σε αυτό, σημειώνεται, πριν από τα όσα σημειώνονται σε αυτό ως «Note Well», και ακολουθούν το ακρωνύμιο του, «Ν.Β.» («Nota Bene»). [xxix] Βλ. Χρυσάνθου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 19/2016, 02/12/
  3. [xxx] Βλ. Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174, Ανδρονίκου κ. α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 και Χρυσάνθου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 19/2016, 02/12/2016. [xxxi] Βλ. Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9 [και την αναφερόμενη σε αυτή απόφαση, Ανώτερου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου, στην υπόθεση King ν Grubb [1915] 2 Κ.Β. 683], Ανδρονίκου κ. α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, Λοϊζίδου ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794 και Χρυσάνθου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 19/2016, 02/12/
  1. [xxxii] Βλ. Χρυσάνθου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 19/2016, 02/12/
  2. [xxxiii] Βλ. Ανδρονίκου κ. α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, Κουμπαρή ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 215/2018, 11/05/2020 και Μαύρου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 67/2020, 23/11/2020. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.