ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 669/2020, 22/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B250 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 669/2020 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-
- XXXXX ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
- XXXXX ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 22/07/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Μιχαήλ-Αβραμίδου. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Δ. Τσολακίδης. Κατηγορούμενοι 1 και 2, Παρόντες. ___________________________________________________________________________ ΠΟΙΝΗ ___________________________________________________________________________
- Στην υπόθεση αυτή, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, κατόπιν δικής τους παραδοχής, κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν, - αμφότεροι, στις κατηγορίες 1, 2, 3 στο κατηγορητήριο - ο Κατηγορούμενος 1, στις κατηγορίες με αρ. 4, 5, 6 και 9 στο κατηγορητήριο, και - ο Κατηγορούμενος 2, στις κατηγορίες με αρ. 8, 10 και 11 στο κατηγορητήριο, που τους προσάχθηκαν από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας (στο εξής καλούμενος «ο Κατήγορος»), που αφορούν: · Η κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, -δηλαδή, της κατοχής ελεγχόμενων φαρμάκων Τάξεως Β' με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα-. · Οι κατηγορίες με αρ. 2 και 5 στο κατηγορητήριο, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β'. · Οι κατηγορίες με αρ. 3 και 6 στο κατηγορητήριο, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα. · Η κατηγορία με αρ. 4 στο κατηγορητήριο, το αδίκημα της παράνομης προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' σε άλλο πρόσωπο. · Η κατηγορία με αρ. 8 στο κατηγορητήριο, το αδίκημα της πράξεως με απερισκεψία και αμέλεια, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο. · Οι κατηγορίες με αρ. 9 και 10 στο κατηγορητήριο, το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος τελώντας υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Και, · Η κατηγορία με αρ. 11 στο κατηγορητήριο, το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος τελώντας υπό την επήρεια αλκοόλης.
- Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι, μετά από αίτημα των Κατηγορουμένων 1 και 2 και αφής στιγμής ο Κατήγορος δια της εκπροσώπου του συναίνεσε σε αυτό (βλ. Ευστάθιος Ανδρέα Παναγή ν Της Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 47), κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 155»), άσκησα την διακριτική ευχέρεια που αυτό μου παρέχει, ώστε, κατά τη λήψη της απόφασης μου για την επιβολή ποινής στους Κατηγορουμένους 1 και 2 στην υπόθεση αυτή, έλαβα υπόψη μου τα αδικήματα [και τα γεγονότα που τα αφορούν], - σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 1: (α) της Υπόθεσης με αρ. 18439/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που αφορά το αδίκημα της υπέρβαση του ορίου ταχύτητας κατά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος σε δημόσιο δρόμο και (β) της Υπόθεσης με αρ. 8124/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που αφορά το αδίκημα της παράβασης Διατάγματος του Υπουργού Υγείας που εκδόθηκε με βάση τον περί Λοιμοκάθαρασης Νόμο, Κεφ. 260 (αφορά στο περιστατικό αυτής της υπόθεσης, της 28ης/03/2020), και - σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 2: (α) της Υπόθεσης με αρ. 22050/19/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που αφορά το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς διακόπτη, εξάρτημα, συσκευή ή άλλο μηχανικό μέσο κατάλληλο και επαρκή για τη μείωση του θορύβου, (β) της Υπόθεσης με αρ. 22361/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που αφορά τα αδικήματα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος τελώντας υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών (είναι η κατηγορία με αρ. 10 σε αυτή την υπόθεση, οπότε δεν λαμβάνεται εκ νέου υπόψη), της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος τελώντας υπό την επήρεια αλκοόλης (είναι η κατηγορία με αρ. 10 σε αυτή την υπόθεση, οπότε δεν λαμβάνεται εκ νέου υπόψη), της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος με μπροστινούς φανούς οι οποίοι εκπέμπουν φως διαφορετικού χρώματος από το κανονικό, της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος των κατηγοριών Μ1, Ν1, Ν2, Ν3 χωρίς πρόσδεση με ζώνη ασφάλειας, της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, της παράλειψης συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας και της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος που δηλώθηκε ακινητοποιημένο, (γ) της Υπόθεσης με αρ. 403/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που αφορά τα αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' και της κατοχής επιθετικού όπλου, και (δ) της Υπόθεσης με αρ. 8123/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που αφορά το αδίκημα της παράβασης Διατάγματος του Υπουργού Υγείας που εκδόθηκε με βάση τον περί Λοιμοκάθαρασης Νόμο, Κεφ. 260 (αφορά στο περιστατικό αυτής της υπόθεσης, της 28ης/03/2020), τα οποία οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 επίσης παραδέχθηκαν ότι διέπραξαν και έχουν ως εκ τούτου καταδικαστεί για αυτά. Σύμφωνα με την νομολογία, «όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιων του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο.» (βλ. Ιωάννου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 598 και στο σύγγραμμα του έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, στις σελίδες 231 και 232). 3. Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε, η προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, για τα αδικήματα στα οποία οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν καταδικαστεί, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στην συνέχεια, προβλέπεται ποινή φυλάκισης [ή και ποινή φυλάκισης]. Ποινή [η ποινή φυλάκισης], που, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής, ως η σοβαρότερη / αυστηρότερη ποινή, πρέπει να επιβάλλεται, μόνον όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση στην διάπραξή του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επισημαίνεται, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις, που, οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Όπως έχει αναφερθεί από τον Αρχιδικαστή Lane στην απόφαση του στην υπόθεση Bibi [1980] 1 WLR 1193: «. τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικά να εξετάζουν την κάθε περίπτωση προς τον σκοπό διασφάλισης, στην περίπτωση που άμεση ποινή φυλάκισης είναι απαραίτητη, ότι η ποινή είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και σύμφωνη μόνο με το καθήκον του Δικαστηρίου για προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας και της αποτροπής του εγκληματία.» (βλ. επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1824, στην παράγραφο Ε.1.11). Η ανώτατη ποινή, επισημαίνεται, που μπορεί, σύμφωνα με τον νόμο, να επιβληθεί από το Δικαστήριο, για συγκεκριμένο αδίκημα, επιβάλλεται, μόνον στις περιπτώσεις όπου: (α) η φύση του αδικήματος είναι τέτοια, ώστε, να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής χάριν της προστασίας της κοινωνίας, (β) όταν από το σύνολο των περιστάσεων, ο καταδικασθείς, φαίνεται, κατά λογική πρόβλεψη, ότι θα συνιστά σοβαρό κίνδυνο για το κοινό, για ακαθόριστο χρόνο, και (γ) ότι, κάθε ελπίδα αναμόρφωσης του, ακριβώς προς προστασία της κοινωνίας από αυτόν και επανένταξης του σε αυτήν ως νομοταγές μέλος, έχει εκλείψει, από την άποψη ότι, το μητρώο του, τον αποκαλύπτει ως αδιόρθωτο, κατ' εξακολούθηση εγκληματία (βλ. Pernell v Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Προκύπτει συνεπώς από την νομολογία, ότι, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, πρέπει να επιφυλάσσεται για τα σοβαρότερα παραδείγματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Σύμφωνα με τον Δικαστή Lawton (βλ. Ambler
(1975)CSP A1-4C01), κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι από τα χειρότερα παραδείγματα του είδους του, το Δικαστήριο, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, το φάσμα των περιπτώσεων που πράγματι αντιμετωπίζονται στην πράξη και να αναρωτιέται, εάν η συγκεκριμένη περίπτωση που αντιμετωπίζει, εμπίπτει εντός του ευρύτερου πεδίου του φάσματος αυτού. Το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την φαντασία του προς τον σκοπό δημιουργίας, «απίθανων, χειρότερων πιθανών περιπτώσεων», για να καταλήξει διαφορετικά (βλ. επίσης, Bright [2008] 2 Cr App R (S) 578). Εντούτοις, ακόμη και στις πιο σοβαρές των περιπτώσεων, το πρόσωπο του παραβάτη και πάλι δεν παραβλέπεται. Ο αδικοπραγήσας, όταν υπάρχουν στοιχεία μετριαστικά που το δικαιολογούν, δικαιούται έκπτωση της ποινής του, ανάλογη πάντοτε της σοβαρότητας του αδικήματος. Όπως υποστηρίζεται από τους συγγραφείς του Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1833, στην παράγραφο Ε.1.17, με παραπομπή στις αποφάσεις του Αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Carroll
(1995)16 Cr App R (S) 488, Greene
(1993)14 Cr App R (S) 682 και Barnes
(1983)5 Cr App R (S) 368, γενικά, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, δεν πρέπει να επιβάλλεται, στις περιπτώσεις όπου η καταδίκη ήταν το αποτέλεσμα παραδοχής του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα (βλ. επίσης, Pinto [2006] 2 Cr App R (S) 579). Σε κάθε περίπτωση, η ποινή, εξατομικεύεται από το Δικαστήριο, για να αρμόζει και στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. 4. Είναι συνεπώς, ένεκα των προαναφερόμενων αρχών, αναγκαίο να αναφερθεί, ποια είναι η προνοούμενη από τον Νόμο, μέγιστη ποινή, για τα προαναφερόμενα αδικήματα. Σημειώνοντας ασφαλώς εδώ, λόγω της σημασίας που αυτό έχει, στα της ποινής, και το γεγονός της παραπομπής της υπόθεσης αυτής, για συνοπτική εκδίκαση, ήτοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και όχι ενώπιον Κακουργιοδικείου, μετά από οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ο οποίος, [Γενικός Εισαγγελέας], προφανώς και θεωρεί, ένεκα της προαναφερόμενης συγκατάθεσης του, ότι, η ποινή που μπορεί να επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, ήτοι, φυλάκιση μέχρι πέντε ετών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129), αποτελεί επαρκή τιμωρία για την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Εντούτοις, όπως έχει πρόσφατα επαναβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέσα από την απόφαση του στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνάς, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, ένα τέτοιο γεγονός, δεν καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Μάλιστα, όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Π. Καλλή, στην υπόθεση Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, «κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις Κακουργιοδικείου, οι οποίες παραπέμπονται για συνοπτική εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και να επιβάλει αν τα γεγονότα και περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν ακόμη και το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία - φυλάκιση 5 ετών». (η υπογράμμιση και η έμφασης είναι δική μου): · Σύμφωνα με το Άρθρο 371 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»), το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης επτά χρόνων. [Βεβαίως, σύμφωνα με το Άρθρο 29 του Κεφ. 154, εναλλακτικά, το Δικαστήριο, δύναται να επιβάλει ποινή φυλάκισης λιγότερου χρόνου, ή, αντί αυτού του είδους την ποινή, χρηματική ποινή, για ποσό που δεν υπερβαίνει το ποσό για το οποίο, βάσει του Άρθρου 24
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960, Νόμος 14/1960, έχει εξουσία να επιβάλει.]. · Σύμφωνα με τα Άρθρα 6[
(1)και
(2)], 30[
(1)και
(3)] του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977, Νόμος 29/1977 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 29/1977»), το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και οχτώ χρόνων [ή με πρόστιμο ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί]. Εντούτοις, σε ότι αφορά το προαναφερόμενο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', όπως προνοείται από την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)του Άρθρου 30 του Νόμου 29/1977: «Νοείται ότι σε κατηγορούμενο που κρίθηκε ένοχος για αδίκημα που αφορά χρήση, κατοχή ή μεταφορά ελεγχόμενου φαρμάκου για προσωπική χρήση επιβάλλεται ποινή φυλάκισης που δε θα υπερβαίνει τα δύο έτη, αν:- (
- i)δεν είχε συμπληρώσει, κατά το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος, το εικοστοπέμπτο (25ο) έτος της ηλικίας του, και (
- ii)δεν έχει οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη για αδίκημα κατά παράβαση του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) · Σύμφωνα με τα Άρθρα 6[
(1)και
(3)], 30[
(1)και
(3)] του Νόμου 29/1977, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου [ή με πρόστιμο ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί]. · Σύμφωνα με τα Άρθρα 5[
(1)(β) και
(2)], 30[
(1)και
(3)] του Νόμου 29/1977, το αδίκημα της παράνομης προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' σε άλλο πρόσωπο, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου [ή με πρόστιμο ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί]. · Σύμφωνα με τα Άρθρα 236(α) και 35 του Κεφ. 154, το αδίκημα της πράξεως με απερισκεψία και αμέλεια, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δύο χρόνων ή με πρόστιμο μέχρι και €2.562 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. · Σύμφωνα με το Άρθρο 11Ζ του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986, Νόμος 174/1986 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 174/1986»), το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος τελώντας υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και τριών χρόνων ή με πρόστιμο μέχρι και €3.500 ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή να λαµβάνει άδεια οδήγησης για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε όλες ή σε οποιαδήποτε ή σε οποιεσδήποτε από τις προαναφερόμενες ποινές. [Επιπρόσθετα, βάσει του Άρθρου 11Θ του Νόμου 174/1986, ο καταδικασθείς, καταβάλλει τα νενοµισµένα τέλη, ως αντίτιµο για το κόστος των εργαστηριακών εξετάσεων]. Και · Σύμφωνα με το Άρθρο 11
(1)(β) του Νόμου 174/1986, στην προκείμενη περίπτωση, το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος τελώντας υπό την επήρεια αλκοόλης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και τριών μηνών ή με πρόστιμο μέχρι και €2.000 ή σε όλες ή σε οποιαδήποτε ή σε οποιεσδήποτε από τις προαναφερόμενες ποινές. 5. Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπει ο Νόμος και αφορούν τα αδικήματα της υπόθεσης αυτής, τις αρχές και την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν τα της ποινής, και ειδικότερα, την ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής των Κατηγορουμένων 1 και 2 από το Δικαστήριο, αλλά και το καθήκον του Δικαστηρίου πρόσδοσης αποτελεσματικότητας στον Νόμο και στον χαρακτήρα της ποινής προς προστασία των νομοταγών πολιτών και του κοινωνικού συνόλου (βλ. Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171), όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και των Κατηγορουμένων 1 και 2 (βλ. και την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που έχει ετοιμαστεί για κάθε ένα από αυτούς) και το κάθε τι ελέχθη από πλευράς τους προς μετριασμό της ποινής τους, και ιδιαίτερα: · Τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προνοούμενες από τον Νόμο ποινές, με σημείο αναφοράς, ως προαναφέρθηκε, το μέγιστο της προβλεπόμενης στον Νόμο ποινής. Και περαιτέρω, την έξαρση που παρατηρείται, στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών -με αυξανόμενη ένταση θα μπορούσε να λεχθεί, για κάποια χρόνια τώρα-, γεγονός, που, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα τους, ως προελέχθη, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στους Κατηγορουμένους 1 και 2. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, αναντίλεκτα, έχουν παραδεχθεί και καταδικαστεί για την διάπραξη πολύ σοβαρών αδικημάτων. Διακρίνονται, βεβαίως, ως πιο σοβαρά, τα αδικήματα των κατηγοριών που αφορούν παραβιάσεις του Νόμου 29/1977, και ειδικότερα αυτά των κατηγοριών με αρ. 3, 6 και 4 της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα και της παράνομης προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' σε άλλο πρόσωπο, τα οποία, ως προαναφέρθηκε, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου. Η σοβαρότητα των αδικημάτων του προαναφερόμενου Νόμου 29/1977 γενικά, και η ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους, μέσω της ποινής, από τα Δικαστήρια, έχει επισημανθεί από το Ανώτατο σε πάρα πολλές αποφάσεις του. Στην υπόθεση Λαζάρου ν Αστυνομίας, κ. α.
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Α. Πασχαλίδη, ανέφερε τα εξής -η έμφασης φυσικά, ήταν στο αδίκημα της εμπορίας ναρκωτικών-: «. τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικό λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά τη αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική. Όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί οι έμποροι των ναρκωτικών θα πρέπει να κατανοήσουν ότι δεν μπορούν να αποφύγουν τις συνέπειες των απεχθών πράξεων τους. Θα πρέπει να υπολογίζουν τις επιπτώσεις της σύλληψης και καταδίκης τους.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [Σχετικά] Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Ναζιπ ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2014, 21/11/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου, Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκε γενικότερα στην σοβαρότητα των αδικημάτων του προαναφερόμενου Νόμου 29/1977, και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, σημειώνοντας τα ακόλουθα: «. πρέπει να υπομνησθεί η νομολογία που υπαγορεύει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις ναρκωτικών ουσιών. Η ενασχόληση με ναρκωτικά είτε για ιδία χρήση, είτε κατά μείζονα λόγο, για εμπορία με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των τεραστίων προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση από τις ουσίες αυτές. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που τα Δικαστήρια συνδράμουν έστω κατασταλτικά, στον πόλεμο εναντίον των ναρκωτικών με την επιβολή αυστηρών και συνάμα αποτρεπτικών ποινών. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Τελευταία, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Στυλιανού ν Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 268/2015, 13/12/2018, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Λ. Παραπαρίνου, στον ίδιο τόνο, σημείωσε τα εξής: «Η σοβαρότητα των αδικημάτων της καλλιέργειας, κατοχής και εμπορίας ναρκωτικών ουσιών δεν μπορεί να υποβαθμιστεί ή να αμφισβητηθεί. Οι προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές και η νομολογία μας δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Ούτε και η εξατομίκευση της ποινής θα πρέπει να υποβαθμίζει την σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν από τον Εφεσείοντα αλλ' ούτε και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων της φύσης υπό εξέταση. Οι ανησυχητικές διαστάσεις που έχουν προσλάβει τα συγκεκριμένα αδικήματα, τα οποία προκαλούν την καταστροφή στους συνανθρώπους για εύκολο κέρδος, χρήζουν και την ανάλογη αντιμετώπιση για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου πάντοτε στο ορθό πλαίσιο και συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Η αποτροπή είναι το κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό και την έκταση της ποινής. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [Βλ. επίσης, Κλεομένης ν Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 350, Τσιάκκα ν Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282, Jokarbozorgi v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 726, Σιμκάση ν Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 22, Khalil v Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ .78]. Σε αυτά, για σκοπούς της απόφασης μου αυτής, δεν χρειάζεται να προστεθεί οτιδήποτε. Πρόκειται, σημειώνεται, για αδικήματα, η διάπραξης των οποίων είναι διαδεδομένη (βλ. Attorney-General v Ttofi
(1962)C.L.R. 225), γνώσης του Δικαστηρίου λόγω της καθημερινής λειτουργίας του («virtute officii», βλ. Attorney-General v Mavrokefalos
(1966)2 Α.Α.Δ. 93) και διαχείρισης υποθέσεων κατηγορούμενων, το κατηγορητήριο των οποίων περιλαμβάνει τα υπό αναφορά αδικήματα, στα οποία τελικώς καταδικάζονται. Η έξαρσης αυτή στην διάπραξη τους, ως κοινωνία, μας ανησυχεί, και για αυτό τον λόγο, η εφαρμογή του Νόμου από το Δικαστήριο, κατασταλτικά, πρέπει, ως στοιχείο, να κυριαρχεί στον καθορισμό και την έκταση της ποινής. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παγιαβλάς ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240: «Η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισής τους.». Σε ότι αφορά τον παράγοντα της αποτροπής, ως προαναφέρθηκε, στην υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου, Π. Α. Δ., ως ήταν τότε, Γ. Μ. Πική, ανέφερε τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος . και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». Χαρακτηριστικά, εν προκειμένω, είναι και τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 124, από τα οποία προκύπτει ότι, ενόψει της συνεχούς επιδείνωσης της κατάστασης, η τάση των Δικαστηρίων σε ότι αφορά το ζήτημα της τιμωρίας αυτών των αδικημάτων, για να υπάρχει αποτροπή, πρέπει να είναι αυξητική. «Όπως τονίστηκε επανειλημμένως από τα Δικαστήρια και ορθά επισημάνθηκε από το Κακουργιοδικείο, αν επιθυμούμε η εκστρατεία των Δικαστηρίων για πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών, να μην περιοριστεί σε φραστικές αποδοκιμασίες, θα πρέπει οι ποινές που επιβάλλονται να συνάδουν απόλυτα με τις εξαγγελμένες πάγιες θέσεις της νομολογίας, μέσα από τις οποίες διακηρύσσεται η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να πατάξουν το πρόβλημα. Όπως τονίστηκε στη Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, αν η αυξητική τάση του εγκλήματος συνεχίσει θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, με την περαιτέρω αύξηση των ποινών.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [βλ. επίσης, Γενικός Εισαγγελέας ν Dos Santos
(2005)2 Α.Α.Δ. 297, Soleimani v Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 476, Khalil v Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 78]. Η προαναφερόμενη ανάγκη, οδηγεί, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αν και, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής του, να λαμβάνονται υπόψη, στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής (βλ. Balampanidis v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 210/2018, 10/05/2019) (βλ. επίσης, στο σύγγραμμα του D. A. Thomas, Principles of Sentencing, 1η έκδοση, στις σελίδες 71, 162 - 167). · Ότι, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα αδικήματα, από τα γεγονότα, προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία, που καθορίζουν το περιθώριο επιείκειας που το Δικαστήριο δύναται να εφαρμόσει στην περίπτωση των Κατηγορουμένων 1 και 2. Και αυτό, επειδή, όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται, αποκλειστικά, από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειες του (βλ. Μιχαηλίδης v Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019). Σχετικές, εν προκειμένω, είναι και οι διατάξεις του εδαφίου
(4)του Άρθρου 30 του Νόμου 29/1977, σύμφωνα με το οποίο: «
(4)Χωρίς επηρεασμό οποιωνδήποτε άλλων σχετικών διατάξεων και επιπρόσθετα απ' αυτές, το δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής μεταξύ άλλων λαμβάνει υπόψη του τα ακόλουθα περιστατικά: (α) Ως καθιστώντα το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό- (
- i)Την ανάμειξη στη διάπραξη του αδικήματος οργανωμένης ομάδας εγκληματιών στην οποία ο κατηγορούμενος ανήκει˙ (
- ii)την ανάμειξη του κατηγορουμένου σε διεθνείς οργανωμένες εγκληματικές δραστηριότητες˙ (iii) την ανάμειξη του κατηγορουμένου σε άλλες παράνομες δραστηριότητες οι οποίες διευκολύνονται με τη διάπραξη του αδικήματος˙ (
- iv)τη χρήση βίας, πυροβόλων όπλων ή επιθετικών όπλων ή αντικειμένων κατά τη διάπραξη του αδικήματος˙ (
- v)το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατέχει δημόσιο αξίωμα ή θέση και το αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε σχετίζεται με το εν λόγω αξίωμα ή θέση˙ (
- vi)τη θυματοποίηση ή εκμετάλλευση ανηλίκων ή διανοητικώς ή λόγω ψυχικής νόσου πασχόντων˙ (vii) το γεγονός ότι το αδίκημα διαπράχθηκε στις φυλακές ή σε κρατητήριο της Αστυνομίας ή στέγη ή ίδρυμα υπό τον έλεγχο, επίβλεψη ή φροντίδα του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ή πλησίον τέτοιων στεγών ή ιδρυμάτων ή σε άλλους χώρους όπου συχνάζουν μαθητές ή φοιτητές για εκπαιδευτικές, αθλητικές, κοινωνικές ή άλλες δραστηριότητες. (β) Ως καθιστώντα το αδίκημα λιγότερο σοβαρό- (
- i)Η ηλικία του κατηγορουμένου˙ (
- ii)το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα παρασυρόμενος από πρόσωπα δυνάμενα να ασκήσουν επιρροή σ' αυτόν˙ (iii) ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών και ότι το παράπτωμα του σχετίζεται αποκλειστικά με χρήση ναρκωτικών˙ (
- iv)το βαθμό της εξάρτησης του κατηγορουμένου από ναρκωτικά˙ (
- v)την αποδεδειγμένη μεταμέλεια του κατηγορουμένου η οποία μεταξύ άλλων μαρτυρείται από τη συνεργασία του με τις αρχές για τη δίωξη των προμηθευτών και την προθυμία του να υποβληθεί σε θεραπεία για απεξάρτηση˙ (
- vi)το είδος και την ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που βρέθηκαν στην κατοχή του˙ (vii) το γεγονός ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε από τα περιστατικά που αναφέρονται στο (α)(i)-(
- vi)πιο πάνω.». Θα αναφερθώ, στην συνέχεια, μόνο σε κάποια από τα γεγονότα, -κατ' ουσίαν, σε αυτά που αφορούν τα σοβαρότερα των αδικημάτων στα οποία οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν καταδικαστεί-, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι, δεν έχω λάβει υπόψιν μου όλα τα γεγονότα που μου έχουν παρουσιαστεί ότι αφορούν το κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου αυτής της υπόθεσης, όπως επίσης και αυτά των λοιπών υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη. Από τα γεγονότα, λοιπόν, προκύπτει ότι, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, διέπραξαν (έκαστος αναλόγως περίπτωσης) κατά το τρέχον έτος (την 28ην/03/2020), τα αδικήματα του κατηγορητηρίου τους των κατηγοριών με αρ. από 1 έως και 8 (επισημαίνεται ότι η κατηγορία με αρ. 7, διακόπηκε η δίωξη τους για αυτή από τον Γενικό Εισαγγελέα και ως εκ τούτου απαλλάχτηκαν από αυτήν), όταν, δηλαδή, ήταν ηλικίας 25 και 22 ετών αντίστοιχα. Αν και πρόσωπα νεαρής ηλικίας, -νεαροί ενήλικοι θα μπορούσε να λεχθεί διαφορετικά- και λευκού ποινικού μητρώου, διέπραξαν, ως προαναφέρθηκε, τα πολύ σοβαρά αδικήματα αυτής της υπόθεσης του Νόμου 29/1977, ενώ, στο πρόσφατο παρελθόν, όπως φαίνεται και από τις κατηγορίες με αρ. 9, 10 και 11 στο κατηγορητήριο και το κατηγορητήριο τους των υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη, εκδήλωσαν παραβατική συμπεριφορά, επικίνδυνη σε κάθε περίπτωση, εφόσον αφορά [κυρίως] την οδική τους συμπεριφορά και τα αδικήματα (αναλόγως περίπτωσης και κατηγορουμένου) της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος, αν και νεαρότερος σε ηλικία από τον Κατηγορούμενο 1, στα πλαίσια άλλων τεσσάρων υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη, έχει καταδικαστεί σε σωρεία άλλων αδικημάτων. Αυτοί οι νεαροί ενήλικοι, Κατηγορούμενοι 1 και 2, όπως μου έχει παρουσιαστεί, συμφώνησαν να κατέχουν ελεγχόμενα φάρμακα Τάξεως Β' με σκοπό να τα προμηθεύσουν σε άλλα πρόσωπα. Κατά την 28ην/03/2020, -και σε περίοδο κατά την οποία, με σκοπό τον περιορισμό της εξάπλωσης της ασθένειας του Κορωνοϊού COVID-19, την προστασία της δημόσιας υγείας, αλλά και την αποτροπή πιθανής κατάρρευσης του συστήματος υγείας από τυχόν διασπορά του ιού, το κράτος ελάμβανε αναγκαία μέτρα, μεταξύ άλλων, περιορισμού των αχρείαστων μετακινήσεων-, προχώρησαν σε υλοποίηση των συμφωνηθέντων τους. Ο Κατηγορούμενος 1, κατείχε και, διακινούμενος αχρείαστα, μετέφερε με αυτοκίνητο που οδηγούσε, -στο οποίο, μάλιστα, μετέβαινε και η συμβία του, η οποία δεν γνώριζε για τους σχεδιασμούς του και την οποία ενέπλεξε σε αυτή την υπόθεση εφόσον οι υποψίες της Αστυνομίας λογικά στράφηκαν και προς αυτήν-, 983,4 γραμμάρια κάνναβης, με σκοπό την προμήθεια τους στον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος, επίσης διακινούμενος αχρείαστα, τον συνάντησε μετά το μεσημέρι εκείνης της ημέρας οδηγώντας και αυτός αυτοκίνητο -ο οποίος είχε επίσης συνεπιβαίνοντες σε αυτό, άλλα δύο πρόσωπα, τα οποία και αυτά, παρά το γεγονός ότι δεν γνώριζαν για τους σχεδιασμούς του, βρέθηκαν να είναι ύποπτοι για την διάπραξη των αδικημάτων αυτής της υπόθεσης- για την παραλαβή τους. Υπήρξε, -αν και ο σχεδιασμός, θα μπορούσε να λεχθεί και εκ του αποτελέσματος, ήταν πρόχειρος-, προσυνεννόηση των Κατηγορουμένων 1 και 2, για το πως θα γινόταν η παράδοση - παραλαβή, και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι συναντήθηκαν σε συγκεκριμένο σημείο και τα αυτοκίνητα τους στάθμευσαν κατά τρόπο ώστε τα παράθυρα των οδηγών να ήταν το ένα δίπλα στο άλλο, ώστε γρήγορα, όπως και έγινε, να παραλαμβάνονταν τα ναρκωτικά από τον Κατηγορούμενο 2 από τον Κατηγορούμενο 1 και να αναχωρούσαν. Εντοπίστηκαν όμως από μέλη της Υ.Κ.Α.Ν., που είχαν πληροφορία ότι ο Κατηγορούμενος 1 ασχολείτο με την διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών, και μετά από παρακολούθηση τους και κατά την ανταλλαγή των ναρκωτικών όπως προαναφέρθηκε, επιχειρήθηκε ανακοπή του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 2, μετά από την αναχώρηση του από το μέρος της συνάντησης τους με τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος ήταν πλέον σε κατοχή των ναρκωτικών. Ο Κατηγορούμενος 2, παρά το γεγονός ότι, όπως προαναφέρθηκε, είχε συνεπιβάτες του άλλα δύο πρόσωπα, προσπάθησε να διαφύγει της Αστυνομίας, οδηγώντας το αυτοκίνητο του με απερισκεψία και αμέλεια, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο, εφόσον, συγκρούστηκε με υπηρεσιακά οχήματα των μελών της Υ.Κ.Α.Ν. που επιχείρησαν την ανακοπή του και οδήγησε σε δημόσιο δρόμο εντός κατοικημένης περιοχής και για σημαντικό χρονικό διάστημα με μεγάλη ταχύτητα. Κατά την διάρκεια της καταδίωξης του, σημειώνεται, ο Κατηγορούμενος 2, ξεφορτώθηκε την προαναφερόμενη ποσότητα ναρκωτικών που είχε παραλάβει από τον Κατηγορούμενο 1, ρίχνοντας την έξω από το αυτοκίνητο (από το παράθυρο του συνοδηγού). Πράξη που θεάθηκε από τους Αστυνομικούς, οι οποίοι την εντόπισαν και παρέλαβαν στην συνέχεια. Αν και ο Κατηγορούμενος 2, πέτυχε να αποφύγει την ανακοπή και έλεγχο του εκείνη την στιγμή, σύντομα μετά, εντοπίστηκε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 1 το οποίο ανακόπηκε από μέλη της Υ.Κ.Α.Ν. Συνεπιβαίνοντες σε αυτό ήταν, τόσο η συνοδηγός αρχικά, κατά την ανταλλαγή των ναρκωτικών μεταξύ Κατηγορουμένων 1 και 2, στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1, όσο και οι, κατ' εκείνο τον χρόνο, συνεπιβαίνοντες στο αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου 2. Όπως μου παρουσιάστηκε, τότε, ο Κατηγορούμενος 1, παρέδωσε στην Αστυνομία και άλλα 94,84 γραμμάρια κάνναβης που είχε στην κατοχή του, τα οποία, πριν από το προαναφερόμενο περιστατικό, σκόπευε να προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα. Μου αναφέρθηκε, από πλευράς υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1 και 2, ότι, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, ως χρόνιοι και εξαρτημένοι χρήστες ναρκωτικών ουσιών, λόγω των οικονομικών τους κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ενήργησαν κατ' εντολήν τρίτων, έμπορα και αγοραστή των ναρκωτικών αντίστοιχα, ώστε να εξυπηρετούσαν την συναλλαγή τους, χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα, αλλά με σκοπό την εξασφάλιση μικρής δόσης ναρκωτικών για προσωπική τους κυρίως χρήση. Αυτή η ερμηνεία των γεγονότων από πλευράς της υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1 και 2, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Κάτι τέτοιο, δεν προκύπτει από τα προαναφερόμενα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Memic v Δημοκρατίας, Ποινική ΄Εφεση Αρ. 197/2011, 16/04/2014). Τίποτα το συγκεκριμένο δεν έχει αναφερθεί, ώστε, να μπορούσε να δοθεί υπόσταση σε αυτή την θέση των Κατηγορουμένων 1 και 2. Σημειώνεται, ότι, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, δεν αποκάλυψαν στην Αστυνομία την εμπλοκή οποιουδήποτε άλλου προσώπου στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Δηλαδή, συγκεκριμένα πρόσωπα ως τον προμηθευτή/έμπορο και αγοραστή των ναρκωτικών. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι στις καταθέσεις που έδωσαν στην Αστυνομία, προέβαλαν τους προαναφερόμενους και στην διαδικασία αυτή ισχυρισμούς τους προς μετριασμό της ποινής τους. Συνεπώς, δεν μπορεί να τίθεται, γενικά και αόριστα, ως ετέθη, ισχυρισμός για πρόσωπα που επηρέασαν τις ενέργειες και αποφάσεις τους ή εκμεταλλεύτηκαν τις περιστάσεις τους, όταν αυτοί δεν αποκαλύφθηκαν ονομαστικά. Σε κάθε περίπτωση, ο εθισμός των Κατηγορουμένων 1 και 2 από τα ναρκωτικά, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, ως παράγοντας που μετριάζει ουσιαστικά την ποινή που θα τους επιβληθεί στην υπόθεση αυτή για τα αδικήματα που διέπραξαν, αν και βεβαίως, δικαιολογεί διαφορετική αντιμετώπιση τους από έναν καλά οργανωμένο, -όταν κάτι τέτοιο προκύπτει από τα γεγονότα-, επιχειρηματία έμπορα ή διακινητή ναρκωτικών με μεγάλο χρηματικό όφελος ή συστηματικά κέρδη από την παράνομη αυτή δραστηριότητα και χρόνια δράση. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, από τα όσα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, ούτε αυτό το προφίλ δράστη παρουσιάζουν. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Bucknell & Ghodse on Misuse of Drugs, 3η έκδοση, στην παράγραφο 19-041: «It is not a matter of mitigation that persons are forced to commit crimes of dishonesty in order to raise funds to feed their addiction to drugs. The Court of Appeal in R v Hamley and Marshall, July 31, 1987, C.A. (unreported) said: "Any person who voluntarily becomes addicted to drugs and commits crimes to raise the necessary finance to feed the addiction, cannot rely on the fact of the addiction as mitigating the offence he commits. Indeed it would not be unreasonable to suggest that in some cases it would be a matter of aggravation rather than mitigation that anybody should commit crimes on that basis.". Similar sentiments were expressed by the Court of Appeal in R v Gould
(1983)5 Cr.App.R.(S) 72 and R v Pewter, November 10, 1968, C.A. (unreported), a case concerning armed robbery. In the latter case it was put forward in mitigation that at the time when the appellant threatened a police officer he was in extreme need of a dose of heroin substitute and that his mental equilibrium was affected by withdrawal symptoms, Watkins L.J. said: "We wish to make it absolute clear as to the last admission that persons who become addicted to drugs such as heroin and whilst under the influence of that drug, or because deprivation of the drug is being suffered, commit very serious crime, or indeed any crime, cannot use that fact as an excuse for the crime nor can it avail that person as a factor in reduction of a sentence. The public is not to be put at risk, nor are the police, by drug-hungry criminals.".». [Βλ. επίσης, Piliev v Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 587]. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, είχαν, ως προκύπτει από τα περιστατικά της υπόθεσης, -αλλά και από την σχετική αναφορά τους στην Λειτουργό των Κοινωνικών Υπηρεσιών που τους πήρε συνέντευξη για την ετοιμασία κοινωνικοοικονομικής έκθεσης προς το Δικαστήριο ότι, όντας άνεργοι, συντηρούνταν από παράνομες δραστηριότητες-, ως κίνητρο για την δράση τους, αν όχι οικονομικό όφελος, -κάτι που δεν μπορεί να αποκλειστεί υπό τις περιστάσεις- το προσωπικό τους όφελος. Από τα γεγονότα, προκύπτει περαιτέρω ότι, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, ενήργησαν αυτόβουλα, και εφόσον και οι ίδιοι δηλώνουν εξαρτημένοι χρήστες ναρκωτικών ουσιών, με πλήρη επίγνωση ότι με τις ενέργειες τους επιτελούσαν ζημιά σε συνανθρώπους τους και στην κοινωνία της οποίας είναι μέλη. Σε ότι αφορά τον ρόλο των Κατηγορουμένων 1 και 2, ως τούτος υποστηρίχθηκε από πλευράς τους, του απλού «διανομέα» των ναρκωτικών, που κατά την σχετική εισήγηση, δικαιολογεί μετριασμό της ποινής τους, πρέπει να σημειωθεί, ότι, και έτσι να έχουν τα πράγματα, που για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεν το αποδέχομαι, είναι και αυτός σημαντικός και ζημιογόνος. Και τούτο, εφόσον, και αυτός, «δίδει την δυνατότητα της άμεσης εξάπλωσης και χρήσης ναρκωτικών σε ευρύ αριθμό ατόμων με άμεσο καταστρεπτικό αντίκτυπο στον κοινωνικό ιστό». Ο ρόλος βεβαίως, εκάστου παρανομούντα στην αλυσίδα της παράνομης διοχέτευσης ναρκωτικών στην κοινωνία, καθορίζει και την υπαιτιότητα του. Στην προκείμενη όμως περίπτωση, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, οι περιστάσεις, δεν δικαιολογούν μία τέτοια ερμηνεία των γεγονότων ως η θέσης των Κατηγορουμένων 1 και 2. Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Valdez v Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ.144/2016, 21/02/2017, στην οποία γίνεται ανάλυσης του προαναφερόμενου ζητήματος. Για κάτι περαιτέρω, παραπέμπω σε αυτήν. · Την συνεργασία των Κατηγορουμένων 1 και 2 με την Αστυνομία και την αποκάλυψη στην Αστυνομία ισχυρισμών τους από τα οποία στοιχειοθετείται το κατηγορητήριο τους (βλ. Geoffrey Michael John Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Χαράλαμπος Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Stelios Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kyriacos Georghiou Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Χωρίς βέβαια να παραβλέπεται, ότι, η αρχική αντίδρασης του Κατηγορουμένου 2, όταν για πρώτη φορά επιχειρήθηκε η ανακοπή του αυτοκινήτου του από τα μέλη της Υ. Κ. Α. Ν., ήταν η αποφυγή τους και η διάπραξης κατά την προσπάθεια του, του πολύ σοβαρού αδικήματος της κατηγορίας με αρ. 8 στο κατηγορητήριο. Ότι δεν υπήρξε εξ αρχής συνεργάσιμος με την Αστυνομία ο Κατηγορούμενος 2, φαίνεται και από το γεγονός ότι, όταν πλέον εντοπίστηκε από την Αστυνομία, στα πρώτα στάδια της διερεύνησης της υπόθεσης από την Αστυνομία, αρνιόταν κάθε εμπλοκή. Ανάλογη, θα μπορούσε να λεχθεί, ήταν και η στάση του Κατηγορούμενου 1, ο οποίος, παρά το γεγονός ότι, όταν εντοπίστηκαν μαζί με τον Κατηγορούμενο 2 από την Αστυνομία, παρέδωσε την μικρότερη ποσότητα ναρκωτικών Τάξης Β' που είχε στην κατοχή του από μόνος του, -κάτι που, σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε εύκολα να ανευρεθεί μετά από έλεγχο του από την Αστυνομία-, κατά τα αρχικά στάδια της διερεύνησης της υπόθεσης, παρέμεινε σιωπηλός μη παρέχοντας οποιαδήποτε βοήθεια στην Αστυνομία. Καθώς επίσης, δεν παραβλέπω το γεγονός, ότι, παρά τους ισχυρισμούς τους, αντίστοιχα, περί της ύπαρξης τρίτων προσώπων, έμπορα και αγοραστή της ανεγερθείσας από την Αστυνομία, μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών, τα πρόσωπα αυτά, δεν τα ονομάτισαν στην Αστυνομία. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παύλου ν Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 44/2016, 04/04/2019: «Στην παρούσα περίπτωση, το γεγονός ότι είχε συλληφθεί επ΄ αυτοφώρω, περιορίζει τη σημασία της παραδοχής (βλ. Κατσαπάου ν. Δημοκρατίας, πιο πάνω) και, επίσης, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι, μετά την ανακοπή του οχήματός του, ο εφεσείων εξήλθε από αυτό και τράπηκε σε φυγή. Επίσης, η συνεργασία του εφεσείοντα με την Αστυνομία περιορίστηκε στην παραδοχή των κατηγοριών και δεν έδωσε πληροφορίες για το κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών.». · Το γεγονός, ότι, η καταδίκη των Κατηγορουμένων 1 και 2, ήταν το αποτέλεσμα της δικής τους παραδοχής -η οποία δηλώθηκε από τους Κατηγορούμενους 1 και 2, όταν για πρώτη φορά κλήθηκαν από το Δικαστήριο να απαντήσουν στο κατηγορητήριο τους-. Καθώς επίσης και το γεγονός, ότι, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, παραδεχόμενοι τα αδικήματα που διέπραξαν, στο Δικαστήριο, μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης τους, αναγνώρισαν την σοβαρότητα τους και δήλωσαν για αυτά μετανιωμένοι (βλ. Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Σιδέρης Ισιδώρου ν G. M. Christofi Enterprises Ltd κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60). Και λαμβάνοντας υπόψη, το σύνολο των περιστάσεων που αφορούν αυτή την υπόθεση, και πως αυτές μπορούν να συσχετιστούν με την απάντηση των Κατηγορουμένων 1 και 2 στο κατηγορητήριο τους (βλ. Michal Bukowski v Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Chucri Saliba v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 388), δεδομένης της μαρτυρίας εναντίον τους (είδους και έκτασης), σε ότι αφορά τον βαθμό του μετριασμού που δικαιούνται λόγω της παραδοχής τους. Δεν θεωρώ ότι ο Κατήγορος, θα είχε δύσκολο έργο στην απόδειξη της υπόθεσης του εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2, εφόσον, εκτός του ότι, μέρος των ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Β', αντικείμενο του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου 1, βρέθηκε στην κατοχή του -κατ' ακρίβεια, παραδόθηκε από τον ίδιο σε μέλος της Υ. Κ. Α. Ν., όταν το όχημα του ανακόπηκε από την Αστυνομία-, σε ότι αφορά την κατοχή και την προμήθεια της μεγαλύτερης ποσότητας των ναρκωτικών Τάξεως Β', ως προαναφέρθηκε, με δράστες τους Κατηγορουμένους 1 και 2, υπήρχε άμεση μαρτυρία, αν όχι των συν-επιβαινόντων στα δύο αυτοκίνητα των Κατηγορουμένων 1 και 2, των μελών της Υ.Κ.Α.Ν. που ενεπλάκησαν στο περιστατικό και εντόπισαν τις ναρκωτικές ουσίες Τάξεως Β' όταν είδαν τον Κατηγορούμενο 1 να τις ρίχνει κατά την καταδίωξη τους αυτού, εκτός του αυτοκινήτου του. Συνεπώς, θα μπορούσε να λεχθεί ότι, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, ουσιαστικά, συλλήφθηκαν στην πράξη, γεγονός που καθιστά την παραδοχή τους μειωμένης αξίας (βλ. Κατσαπαου ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 318). · Ότι, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, είναι λευκού ποινικού μητρώου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Nicholas Stratos a. a. v Police V17 C.L.R. 73, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). · Τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων 1 και 2, ως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και μου παρουσιάστηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης τους, προς εξατομίκευση της ποινής τους, στο βαθμό, που, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή, έχοντας ως δεδομένα, ως προελέχθη, την σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη τους και την αναγκαιότητα πάταξης τους (βλ. Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 231, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Αξιοσημείωτα, εν προκειμένω, είναι τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 231, που αφορούσαν περίπτωση κατηγορουμένου που διέπραξε αδικήματα του Νόμου 29/1977, πατέρα δύο ανήλικων παιδιών, με λευκό ποινικό μητρώο. Ελέχθη: «Η έξαρση των αδικημάτων, εισαγωγής ναρκωτικών στη χώρα μας, αποτελεί στοιχείο αρκούντως επιβαρυντικό, που καθιστά, άμεση και επιτακτική την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών. Όπως επαναλήφθηκε σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι προσωπικές συνθήκες του καταδικασθέντα για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά, υποχωρούν έναντι της ευρύτερης αναγκαιότητας προστασίας του κοινωνικού συνόλου και της εκδήλωσης απαρέσκειας της κοινωνίας για την εγκληματική συμπεριφορά, αυτού του είδους.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Θα σημειώσω, αυτές, που, κατά την άποψη μου, είναι οι πιο σοβαρές. Κατ' αρχήν, το γεγονός ότι, αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, είναι πρόσωπα, σχετικά νεαρά σε ηλικία. Η διαφορά της ηλικίας που έχουν μεταξύ τους, -ο Κατηγορούμενος 1 είναι 25 ετών και ο Κατηγορούμενος 2 είναι 22 ετών-, σημειώνω, έχει την σημασία της, εφόσον, λόγω τούτης, ο Κατηγορούμενος 1, ως ο ωριμότερος ηλικιακά, πρέπει να αντιμετωπιστεί με λιγότερη επιείκεια. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 1, σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο 2, -γεγονός που επίσης έχει την σημασία του, σε ότι αφορά την ποινική αντιμετώπιση τους από το Δικαστήριο-, μεγάλωσε σε ένα σταθερό και κανονικό περιβάλλον, έχει μία συγκροτημένη οικογένεια -κοινωνικά και οικονομικά-, έλαβε εκπαίδευση και έχει μόρφωση πανεπιστημιακού επιπέδου, δεδομένα, που θα μπορούσε να λεχθεί, του επέβαλλαν διαφορετικά -τόσο σε ότι αφορά την εξάρτηση του από ναρκωτικές ουσίες, όσο και σε ότι έχει να κάνει με το κατηγορητήριο του αυτής της υπόθεσης-. Ο Κατηγορούμενος 2, μεγάλωσε σε μία οικογένεια που διαλύθηκε όταν ο ίδιος ήταν σε νεαρή ηλικία. Κατά τα κρίσιμα χρόνια της ανάπτυξης του ως παιδί, ο πατέρας του, ο οποίος αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας, μου έχει αναφερθεί, ήταν κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές. Δεν είχε την στήριξη μίας συγκροτημένης οικογένειας, κάτι που συνεχίζει μέχρι και σήμερα, εφόσον με την μητέρα του, Ρουμανικής καταγωγής, δεν διατηρεί σχέσεις, ενώ ο πατέρας του δεν είναι σε θέση να του παρέχει ουσιαστική βοήθεια, και ο ίδιος, παρά το γεγονός ότι έχει τελειώσει το σχολείο με σύστημα μαθητείας και είναι καταρτισμένος τεχνίτης συγκολλητής, είναι άνεργος και υπήρξε, ως μου παρουσιάστηκε, μέχρι και άστεγος. Σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο 1, θα μπορούσε να λεχθεί, οι περιστάσεις του, εξηγούν σε κάποιο βαθμό, ότι παρασύρθηκε στην χρήση ναρκωτικών ουσιών σε σημείο εξάρτησης και την εμπλοκή του στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. · Τις επιπτώσεις που η καταδίκη αυτή του Κατηγορουμένου 1, αντικειμενικά θα έχει, λόγω του ποινικού μητρώου που, ως ορίζει ο Νόμος, αποκτά, στην σταδιοδρομία και καριέρα που ο Κατηγορούμενος 1 επεδίωκε με την εκπαίδευση του στον τομέα της Λογιστικής και Οικονομικών. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνω υπόψη μου και το στίγμα που η καταδίκη αυτή των Κατηγορουμένων 1 και 2, θα αφήσει σε αυτούς από την σχετικά νεαρή ηλικία στην οποία βρίσκονται, σε κοινωνικό επίπεδο. · Τις προσπάθειες των Κατηγορουμένων 1 και 2, μέσω προγράμματος, από τις Κεντρικές Φυλακές, για την απεξάρτηση τους από τις ναρκωτικές ουσίες, εφόσον, όπως μου έχει αναφερθεί, έχουν πλέον αντιληφθεί την σοβαρότητα της, λόγω και της κατάληξης που είχε για αυτούς αυτή η υπόθεση. · Η καλή διαγωγή που επιδεικνύουν στις Κεντρικές Φυλακές οι Κατηγορούμενο 1 και 2, μέχρι στιγμής, ως υπόδικοι, είναι στοιχείο το οποίο επίσης λαμβάνω υπόψη μου προς μετριασμό της ποινής τους. προχωρώ στο να επιβάλω στους Κατηγορουμένους 1 και 2 ποινή. H διαφορά στην ηλικία τους, οι διαφορετικές προσωπικές τους περιστάσεις και τα διαφορετικά αδικήματα και κατηγορίες στις υποθέσεις που ως προαναφέρθηκαν λαμβάνονται υπόψη σε ότι αφορά τον κάθε ένα από αυτούς, δικαιολογούν, κατά την κρίση, στην υπόθεση αυτή να τους επιβληθούν οι ίδιες ποινές στα αδικήματα που κοινώς αντιμετωπίζουν. 6. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας τις αρχές της κοινής προσέγγισης των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217) και της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Δημητρίου (Μιχαήλ) ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21), στους Κατηγορούμενους 1 και 2 επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1: Στην 1η Κατηγορία: 1 χρόνος και 6 μήνες φυλάκιση. Στην 2η Κατηγορία: καμία ποινή, επειδή τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην 3η κατηγορία. Στην 3η Κατηγορία: 3 χρόνια φυλάκιση. Στην 4η Κατηγορία: 3 χρόνια φυλάκιση. Στην 5η Κατηγορία: καμία ποινή, επειδή τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην 6η κατηγορία. Στην 6η Κατηγορία: 1 χρόνο φυλάκιση. Στην 9η Κατηγορία: 3 μήνες φυλάκιση. Όλες οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Η ποινή φυλάκισης του Κατηγορουμένου 1, θα αρχίσει να εκτίεται από σήμερα που του έχει ανακοινωθεί, και κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(2)του Κεφ.155, θα έχει την μείωση που προνοεί το Άρθρο 117
(1)του Κεφ. 155, δεδομένου ότι, αυτός, τέλεσε υπό κράτηση σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, για περίοδο από 06/04/2020 μέχρι και σήμερα. Στον Κατηγορούμενο 2: Στην 1η Κατηγορία: 1 χρόνος και 6 μήνες φυλάκιση. Στην 2η Κατηγορία: καμία ποινή, επειδή τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην 3η κατηγορία. Στην 3η Κατηγορία: 3 χρόνια φυλάκιση. Στην 8η Κατηγορία: 10 μήνες φυλάκιση. Στην 10η Κατηγορία: 3 μήνες φυλάκιση. Στην 11η Κατηγορία: 1 μήνα φυλάκιση. Όλες οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Η ποινή φυλάκισης του Κατηγορουμένου 2, θα αρχίσει να εκτίεται από σήμερα που του έχει ανακοινωθεί, και κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(2)του Κεφ.155, θα έχει την μείωση που προνοεί το Άρθρο 117
(1)του Κεφ. 155, δεδομένου ότι, αυτός, τέλεσε υπό κράτηση σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, για περίοδο από 06/04/2020 μέχρι και σήμερα. Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που αγγίζουν το ζήτημα της ποινής κατηγορουμένου για τα αδικήματα του κατηγορητηρίου των Κατηγορουμένων 1 και 2 αυτής της υπόθεσης, είναι μόνον ενδεικτικές της ποινικής μεταχείρισης που ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο, καθότι, «ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων.». Αυτό, αναφέρθηκε από τον έντιμο, Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, ο οποίος έδωσε την ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ναζίπ ν Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 808. Όπως επεσήμανε ο έντιμος, Π. Α. Δ. εν προκειμένω, «εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι στο πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.». Τέτοιες, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, είναι οι ακόλουθες αποφάσεις -Περιορίζομαι στα σοβαρότερα αδικήματα του κατηγορητηρίου των Κατηγορουμένων 1 και 2-: Πόλεος ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 141/2016, 02/06/2017 (και οι εκεί αναφερόμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικά με την ποινή), Σάμπη ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100, Χαρίτου ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225, Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 (και οι εκεί αναφερόμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικά με την ποινή), Ahmed v Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 27/2011, 27/11/2012, Soleimani v Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 476, Κατσαπάου ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- Επισημαίνοντας εδώ και το εξής, που αφορά την ανάγκη, η ποινή που θα επιβαλλόταν στους Κατηγορούμενους 1 και 2, ως προαναφέρθηκε, να είναι ανάλογη της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς τους. Όπως δια του έντιμου, Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Gheorghe v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824 «Η αναλογικότητα στην ποινή συναρτάται όχι μόνο σε σχέση με άλλες παρόμοιες υποθέσεις, αλλά και με τη σοβαρότητα των επί μέρους κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο δράστης. Όπως υπέδειξε το Κακουργιοδικείο στο σκεπτικό του, η δράση των τριών εφεσειόντων, περιλαμβανομένου και του εφεσείοντος στην Ποινική Έφεση αρ. 20/2013, ήταν εκτεταμένη τόσο σε χρονική διάρκεια, όσο και στο ύψος των κλαπέντων αντικειμένων από τα οποία ελάχιστο μέρος μόνο έχει ανευρεθεί. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να απομονωθεί η κατηγορία υπ' αρ. 185 που αντιμετώπισε ο εφεσείων στην Ποινική Έφεση αρ. 20/2013, αλλά πρέπει να ενταχθεί και αυτή στο σύνολο των κατηγοριών, της όλης εγκληματικής συμπεριφοράς και των τριών εφεσειόντων και τις συνέπειες που επέφερε η όλη εγκληματική δράση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης, Hussein v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2018, 31/05/
- Στην περίπτωσή των Κατηγορουμένων 1 και 2, δεν συντρέχουν, κρίνω, παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που τους έχει επιβληθεί (σε ότι αφορά τις κατηγορίες για τις οποίες η επιβληθείσα ποινή, ως ανωτέρω, παρέχει την ευχέρεια στο Δικαστήριο εξέτασης ενός τέτοιου ζητήματος βάσει του σχετικού Νόμου 95/1972). Απόφαση στην οποία καταλήγω, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης των αδικημάτων και τις προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων 1 και 2, οι οποίες, θεωρώ, ότι δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν μία τέτοια απόφαση, επειδή, τέτοια απόφασης, δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, ιδιαιτέρως αφής στιγμής βρίσκονται σε έξαρση και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες από την διάπραξη τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017, L.C.A. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/2015, Συμιλλίδης ν Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Κυπριανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 28/2014, 24/02/2014, Ιωσήφ ν Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2014 (Σχ. με 149/2014), 25/07/2014, Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 121/17, 21/09/2017, ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Δράκου, Πoινική Έφεση αρ.129/2015, 15/11/2017, Χαλκιά ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 240/2016, 17/03/2017).
- Το Ανώτατο Δικαστήριο, έχει σε πάρα πολλές αποφάσεις του, τονίσει ότι, δεν ενδείκνυται η αναστολή της ποινής φυλάκισης, όταν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αφορά ή αφορούν την υπόθεση, βρίσκεται ή βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία ενός συγκεκριμένου παραβάτη, είναι επιπρόσθετα το μέσο, να αποτραπούν άλλοι πιθανοί παραβάτες από την διάπραξη του/τους, διότι, η προστασία του δημοσίου συμφέροντος είναι υπεράνω των οποιονδήποτε προσωπικών περιστάσεων του (βλ. Σ. Π. Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015, 15/11/2017). Η προκείμενη, είναι μια τέτοια περίπτωση. Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής των Κατηγορουμένων 1 και 2 και την επιμέτρηση της, επανεξεταζόμενοι για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που τους έχει μόλις επιβληθεί, ήτοι, μέσα από το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και τις προσωπικές τους περιστάσεις, δικαιολογούν, κατά την κρίση μου, την προαναφερόμενη απόφαση μου. Η ποινή φυλάκισης που οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 συνολικά θα εκτίσουν, θεωρώ ότι αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν και εξυπηρετεί ταυτοχρόνως και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Αυτό δεν θα εξυπηρετείτο, αν αυτή η ποινή των Κατηγορουμένων 1 και 2, αναστελλόταν.
- Τέλος, αποφασίζω, παρά το γεγονός ότι για τους Κατηγορούμενους 1 και 2, έχει επιλεχθεί η ποινή της φυλάκισης που έχει διαταχθεί να εκτιθεί αμέσως, λόγω των επιτακτικών προνοιών του Άρθρου 11Θ του Νόμου 174/1986, να διατάξω όπως καταβάλουν στην Δημοκρατία, έκαστος, ποσό €214,
- Τούτο να καταβληθεί εντός 12 μηνών από την ημερομηνία της αποφυλάκισης τους. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο