ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. QUASSAS, Υπόθεση υπ' αρ.: 9474/2020, 1/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B255 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 9474/2020 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX QUASSAS Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 01/09/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Τσολακίδης. Κατηγορούμενος, Παρών. ___________________________________________________________________________ ΠΟΙΝΗ ___________________________________________________________________________
- Στην υπόθεση αυτή, ο Κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του παραδοχής, κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε, στην κατηγορία με αρ. 2 στο κατηγορητήριο, που του προσάχθηκε από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας (στο εξής καλούμενος «ο Κατήγορος»), που αφορά το αδίκημα του εμπρησμού.
- Η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο καταδικάστηκε ο Κατηγορούμενος, διαφαίνεται μέσα από την προβλεπόμενη στο νόμο ποινή. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε, η προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, για το αδίκημα στο οποίο ο Κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί, προβλέπεται ποινή φυλάκισης. Ποινή, που, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής, ως η σοβαρότερη / αυστηρότερη ποινή, πρέπει να επιβάλλεται, μόνον όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση στην διάπραξή του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επισημαίνεται, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις, που, οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Όπως έχει αναφερθεί από τον Αρχιδικαστή Lane στην απόφαση του στην υπόθεση Bibi [1980] 1 WLR 1193: «. τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικά να εξετάζουν την κάθε περίπτωση προς τον σκοπό διασφάλισης, στην περίπτωση που άμεση ποινή φυλάκισης είναι απαραίτητη, ότι η ποινή είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και σύμφωνη μόνο με το καθήκον του Δικαστηρίου για προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας και της αποτροπής του εγκληματία.» (βλ. επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1824, στην παράγραφο Ε.1.11). Η ανώτατη ποινή, επισημαίνεται, που μπορεί, σύμφωνα με τον νόμο, να επιβληθεί από το Δικαστήριο, για συγκεκριμένο αδίκημα, επιβάλλεται, μόνον στις περιπτώσεις όπου: (α) η φύση του αδικήματος είναι τέτοια, ώστε, να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής χάριν της προστασίας της κοινωνίας, (β) όταν από το σύνολο των περιστάσεων, ο καταδικασθείς, φαίνεται, κατά λογική πρόβλεψη, ότι θα συνιστά σοβαρό κίνδυνο για το κοινό, για ακαθόριστο χρόνο, και (γ) ότι, κάθε ελπίδα αναμόρφωσης του, ακριβώς προς προστασία της κοινωνίας από αυτόν και επανένταξης του σε αυτήν ως νομοταγές μέλος, έχει εκλείψει, από την άποψη ότι, το μητρώο του, τον αποκαλύπτει ως αδιόρθωτο, κατ' εξακολούθηση εγκληματία (βλ. Pernell v Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Προκύπτει συνεπώς από την νομολογία, ότι, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, πρέπει να επιφυλάσσεται για τα σοβαρότερα παραδείγματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Σύμφωνα με τον Δικαστή Lawton (βλ. Ambler
(1975)CSP A1-4C01), κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι από τα χειρότερα παραδείγματα του είδους του, το Δικαστήριο, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, το φάσμα των περιπτώσεων που πράγματι αντιμετωπίζονται στην πράξη και να αναρωτιέται, εάν η συγκεκριμένη περίπτωση που αντιμετωπίζει, εμπίπτει εντός του ευρύτερου πεδίου του φάσματος αυτού. Το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την φαντασία του προς τον σκοπό δημιουργίας, «απίθανων, χειρότερων πιθανών περιπτώσεων», για να καταλήξει διαφορετικά (βλ. επίσης, Bright [2008] 2 Cr App R (S) 578). Εντούτοις, ακόμη και στις πιο σοβαρές των περιπτώσεων, το πρόσωπο του παραβάτη και πάλι δεν παραβλέπεται. Ο αδικοπραγήσας, όταν υπάρχουν στοιχεία μετριαστικά που το δικαιολογούν, δικαιούται έκπτωση της ποινής του, ανάλογη πάντοτε της σοβαρότητας του αδικήματος. Όπως υποστηρίζεται από τους συγγραφείς του Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1833, στην παράγραφο Ε.1.17, με παραπομπή στις αποφάσεις του Αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Carroll
(1995)16 Cr App R (S) 488, Greene
(1993)14 Cr App R (S) 682 και Barnes
(1983)5 Cr App R (S) 368, γενικά, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, δεν πρέπει να επιβάλλεται, στις περιπτώσεις όπου η καταδίκη ήταν το αποτέλεσμα παραδοχής του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα (βλ. επίσης, Pinto [2006] 2 Cr App R (S) 579). Σε κάθε περίπτωση, η ποινή, εξατομικεύεται από το Δικαστήριο, για να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. 3. Είναι συνεπώς, ένεκα των προαναφερόμενων αρχών, αναγκαίο να αναφερθεί, ποια είναι η προνοούμενη από τον Νόμο, μέγιστη ποινή, για το προαναφερόμενο αδίκημα. Σημειώνοντας ασφαλώς εδώ, λόγω της σημασίας που αυτό έχει, στα της ποινής, και το γεγονός της παραπομπής της υπόθεσης αυτής, για συνοπτική εκδίκαση, ήτοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και όχι ενώπιον Κακουργιοδικείου, μετά από οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ο οποίος, [Γενικός Εισαγγελέας], προφανώς και θεωρεί, ένεκα της προαναφερόμενης συγκατάθεσης του, ότι, η ποινή που μπορεί να επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, ήτοι, φυλάκιση μέχρι πέντε ετών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129), αποτελεί επαρκή τιμωρία για την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Εντούτοις, όπως έχει πρόσφατα επαναβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέσα από την απόφαση του στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνάς, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, ένα τέτοιο γεγονός, δεν καθιστά το αδίκημα λιγότερο σοβαρό: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Μάλιστα, όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Π. Καλλή, στην υπόθεση Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, «κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις Κακουργιοδικείου, οι οποίες παραπέμπονται για συνοπτική εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και να επιβάλει αν τα γεγονότα και περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν ακόμη και το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία - φυλάκιση 5 ετών». (η υπογράμμιση και η έμφασης είναι δική μου): · Σύμφωνα με το Άρθρο 315(α) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (το εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»), το αδίκημα του εμπρησμού, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων χρόνων. Περιορίζεται όμως το Δικαστήριο, ως προαναφέρθηκε, βάσει του Άρθρου 24
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960, στην επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι και πέντε χρόνων. Βεβαίως, σύμφωνα με το Άρθρο 29 του Κεφ. 154, εναλλακτικά, το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης λιγότερου χρόνου, ή, αντί αυτού του είδους την ποινή, χρηματική ποινή, για ποσό που δεν υπερβαίνει το ποσό για το οποίο, βάσει του Άρθρου 24
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960, Νόμος 14/1960, έχει εξουσία επιβάλει. 4. Έχοντας υπόψη την ποινή που προβλέπει ο Νόμος και αφορά το αδίκημα της υπόθεσης αυτής, τις αρχές και την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν τα της ποινής, και ειδικότερα, την ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής του Κατηγορουμένου από το Δικαστήριο, αλλά και το καθήκον του Δικαστηρίου πρόσδοσης αποτελεσματικότητας στον Νόμο και στον χαρακτήρα της ποινής προς προστασία των νομοταγών πολιτών και του κοινωνικού συνόλου (βλ. Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171), όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορουμένου (βλ. και την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας) και το κάθε τι ελέχθη από πλευράς του προς μετριασμό της ποινής του, και ιδιαίτερα: · Τη σοβαρότητα του αδικήματος, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από την προνοούμενη από τον Νόμο ποινή, με σημείο αναφοράς, ως προαναφέρθηκε, το μέγιστο της. Και περαιτέρω, την διαχρονική ή χωρίς κάμψη έξαρση που παρατηρείται, στην διάπραξη του αδικήματος αυτού, γεγονός, που, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα του, ως προελέχθη, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος, αναντίλεκτα, έχει καταδικαστεί για την διάπραξη ενός πολύ σοβαρού ποινικού αδικήματος -που φέρει τον βαθμό κακουργήματος-. Η σοβαρότητα του γενικά, και η ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης του, μέσω της ποινής, από τα Δικαστήρια, έχει επισημανθεί και σε Ανώτατο Δικαστικό επίπεδο. Στην υπόθεση Μελανίτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 309, το Ανώτατο Δικαστήριο, για το συγκεκριμένο αδίκημα, ανέφερε τα εξής: «Η διάπραξη του αδικήματος του εμπρησμού ευρίσκεται σε έξαρση τα τελευταία χρόνια. Σχεδόν καθημερινά διαπράττονται τέτοια αδικήματα εμπρησμού ως μέσο επίτευξης παρανόμων στόχων. Η έξαρση αυτή στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιβάλλει στα Δικαστήρια την υποχρέωση επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια περιορισμού της εγκληματικής δράσης των παρανόμων και για την προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών.». Πρόκειται, σημειώνεται, για αδίκημα, η διάπραξης του οποίου είναι διαδεδομένη (βλ. Attorney-General v Ttofi
(1962)C.L.R. 225), γνώσης του Δικαστηρίου λόγω της καθημερινής λειτουργίας του («virtute officii», βλ. Attorney-General v Mavrokefalos
(1966)2 Α.Α.Δ. 93) και διαχείρισης υποθέσεων κατηγορούμενων, το κατηγορητήριο των οποίων περιλαμβάνει το υπό αναφορά αδίκημα, στα οποία τελικώς καταδικάζονται. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παγιαβλάς ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240: «Η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισής τους.». Η έξαρσης αυτή του αδικήματος, επιβάλλει την ανάγκη, η ποινή που επιβάλλεται για αυτό από το Δικαστήριο, να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Είναι, ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Gaprindashvili v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 424, η στάσης αυτή του Δικαστηρίου, «κοινωνικά επιβεβλημένη». Λόγος για τον οποίο, ως πολύ συχνά αναφέρεται, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αν και λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής του, λαμβάνονται υπόψη, στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής. Όπως, εν προκειμένω, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μελανίτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 309, ανωτέρω: «Είναι γεγονός ότι, με βάση τη νομολογία, όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, η υποχρέωση για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί, νοουμένου ότι αυτή δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος (Βλέπε: Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικού Εισαγγελέα ν. Στυλιανού
(2001)2 Α.Α.Δ. 55).». [Βλ. επίσης, Balampanidis v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 210/2018, 10/05/2019 και στο σύγγραμμα του D. A. Thomas, Principles of Sentencing, 1η έκδοση, στις σελίδες 71, 162 - 167]. Σε ότι αφορά τον παράγοντα της αποτροπής, ως προαναφέρθηκε, στην υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου, Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, ως ήταν τότε, επεξήγησε: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος . και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». · Ότι, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα αδικήματα, από τα γεγονότα, προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία, που καθορίζουν το περιθώριο επιείκειας που το Δικαστήριο δύναται να εφαρμόσει στην περίπτωση του Κατηγορουμένου. Και αυτό, επειδή, όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται, αποκλειστικά, από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειες του (βλ. Μιχαηλίδης v Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019). Θα αναφερθώ, στην συνέχεια, μόνο σε κάποια από τα γεγονότα, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι δεν έχω λάβει υπόψιν μου όλα τα γεγονότα που μου έχουν παρουσιαστεί ότι αφορούν το κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου αυτής της υπόθεσης. Από τα γεγονότα, λοιπόν, προκύπτει ότι, ο Κατηγορούμενος, που σήμερα είναι ηλικίας, 19 ετών, διέπραξε το αδίκημα του κατηγορητηρίου του, στις 24/06/2020. Όταν, δηλαδή, ήταν ηλικίας 19 ετών. Μία εκ των Παραπονουμένων σε αυτή την υπόθεση, είναι η XXXXX Palozian, 21 ετών, με την οποία, ο Κατηγορούμενος, πρόσφατα της διάπραξης του αδικήματος (2 εβδομάδες προηγουμένως), διατηρούσε ερωτική σχέση που τερματίστηκε. Ο Κατηγορούμενος, αντέδρασε αρνητικά στον χωρισμό τους. Την ημέρα διάπραξης του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος, ζήτησε, μέσω μηνυμάτων που αντάλλαξαν με την Palozian, μέσω διαδικτύου, να συναντηθούν. Αυτή αρνήθηκε, και ο Κατηγορούμενος, κατά τον ίδιο τρόπο, της μήνυσε ότι θα της έκανε «ένα δώρο που δεν θα ξεχνούσε ποτέ». Ο Κατηγορούμενος, που ήταν, σημειώνεται, κάτοικος Λάρνακας κατά τον ουσιώδη χρόνο, προμηθεύτηκε βενζίνη από πρατήριο πετρελαιοειδών στην Ορόκλινη, και ακολούθως, μετέβη οδηγώντας, με αυτοκίνητο που είχε μισθωμένο, στην διεύθυνση κατοικίας της Palozian στην Λευκωσία (σε διαμέρισμα πολυκατοικίας επί της οδού XXXXX), όπου και περίλουσε με αυτήν το αυτοκίνητο της, αξίας €12.500, και την ανέφλεξε, με αποτέλεσμα την καταστροφή του ολοσχερώς. Στην συνέχεια, ο Κατηγορούμενος, αποχώρησε από την σκηνή, με το προαναφερόμενο αυτοκίνητο ενοικίασης, «ξερογυρίζοντας τα ελαστικά του». Η φωτιά επεκτάθηκε και προκάλεσε ζημιές σε υποσταθμό της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, αξίας €2.181, καθώς επίσης και σε άλλα 3 αυτοκίνητα, ιδιοκτησίας προσώπων που κατοικούσαν στην ίδια πολυκατοικία με την Palozian, τα οποία βρίσκονταν πλησίον του σημείου του εμπρησμού. Ένα από αυτά, καταστράφηκε ολοσχερώς από την φωτιά, το άλλο, έπαθε εκτεταμένες ζημιές στην δεξιά του πλευρά και το τελευταίο, υπέστη ελαφριά ζημιά στον καθρέφτη του αριστερά. Το κόστος για την αποκατάσταση της ζημιάς στα εν λόγω αυτοκίνητα, δεν έχει αναφερθεί στο Δικαστήριο. Σημειώνεται, εντούτοις, ότι, κανένα από τα προαναφερόμενα 4 αυτοκίνητα (συμπεριλαμβανομένου, δηλαδή, και της Palozian), καλυπτόταν η ζημιά του από τον συγκεκριμένο κίνδυνο, από σύμβαση ασφάλισης. Από τα προεκτεθέντα γεγονότα, εξάγεται, ότι, ο Κατηγορούμενος, αν και δεν φαίνεται να προμελέτησε την εγκληματική του δράση προσεχτικά για να καταλήξει στον, κατά το δυνατόν, καλύτερο σχεδιασμό, ενήργησε, πάραυτα με πλάνο. Αν και ο σχεδιασμός του, φαίνεται ότι ήταν πρόχειρος (άφησε αντικείμενα στην σκηνή, υπέστη εγκαύματα κατά την διενέργεια του εμπρησμού, έγινε αντιληπτός να εγκαταλείπει την σκηνή), το γεγονός ότι οδήγησε από την Λάρνακα μέχρι και την Λευκωσία (μάλιστα, παρά τις προτροπές τρίτου προσώπου, να εγκαταλείψει τον σχεδιασμό του), μεταφέροντας επιταχυντή της φωτιάς, τον οποίο είχε προμηθευτεί από προηγουμένως με σκοπό τον εμπρησμό του αυτοκινήτου της Palozian, καταδεικνύει ότι, η εγκληματική του δράση, δεν ήταν το αποτέλεσμα παρόρμησης. Ο Κατηγορούμενος, ναι μεν δεν είχε ως κίνητρο του έναν ευρύτερο εγκληματικό σχεδιασμό ή παράνομη δράση, ή και ως ελατήριο του το κέρδος, εντούτοις, υποκινήθηκε από αισθήματα έχθρας, και είχε σκοπό του την εκδίκηση μίας νεαρής, μόλις 21 ετών, και από αυτή την άποψη, ευάλωτης, κοπέλας, η οποία απλά δεν ανταποκρινόταν πλέον στα ερωτικά του αισθήματα ή καλέσματα. Αυτή, αναμφίβολα, ήταν μορφή βίας, εναντίον της επίσης νεαρής Palozian, που εκδηλώθηκε εναντίον της από τον Κατηγορούμενο, εντελώς απρόκλητα και με πολύ μεγάλη ευκολία. Είναι πρόδηλο ότι, ο Κατηγορούμενος, είχε σκοπό του να προκαλέσει, πολύ σοβαρή ζημιά σε περιουσία. Αυτό, φαίνεται, από το γεγονός, της χρήσης, ως προαναφέρθηκε, της βενζίνης, ως επιταχυντή της φωτιάς. Ο Κατηγορούμενος, ήθελε και πέτυχε, να καταστρέψει ολοσχερώς το αυτοκίνητο της Palozian, εφόσον, το περιέλουσε με βενζίνη, ώστε, μετά την ανάφλεξή της, να προκληθεί δυνατή φωτιά, που θα μπορούσε να έχει αυτό το αποτέλεσμα. Ενδεικτικό, είναι και το γεγονός, ότι, η φωτιά, επεκτάθηκε προκαλώντας, ως προελέχθη, ζημιά και σε περιουσία άλλων προσώπων. Εντούτοις, δεν εξάγεται ότι, πρόθεσης του Κατηγορουμένου, ήταν η επέκταση της φωτιάς για να προκληθεί ζημιά και στους υπόλοιπους Παραπονουμένους. Ο Κατηγορούμενος, φαίνεται, ότι, σχετικά με το ενδεχόμενο πρόσκλησης και σε αυτούς ζημιάς, ενήργησε εντελώς απερίσκεπτα. Δεν εξάγεται βέβαια, από τα γεγονότα, πρόθεση του Κατηγορούμενου, δημιουργίας υψηλού κινδύνου για τραυματισμό ατόμων. Εντούτοις, όπως φαίνεται και από το γεγονός της επέκτασης της φωτιάς και των ζημιών που τελικά προκλήθηκαν, υπήρχαν οι συνθήκες, και ο κίνδυνος πρόκλησης τραυματισμού ατόμων ή και χειρότερα, αλλά και πρόκλησης μεγαλύτερης ζημιάς, ήταν υπαρκτός, δεδομένου του κατοικημένου της περιοχής και δη, ότι ο Κατηγορούμενος, έθεσε την φωτιά σε χώρο πολυκατοικίας όπου ήταν προβλεπτό ότι το θύμα της εγκληματικής του ενέργειας, το πιθανότερο, δεν θα ήταν μόνον η Palozian. Ο Κατηγορούμενος, συνεπώς, ήταν, σε μεγάλο βαθμό, υπαίτιος για τις πράξεις του που συνιστούν το αδίκημα στο οποίο καταδικάστηκε, από τις οποίες προκλήθηκε και σημαντική ζημιά. Δεν αποδέχομαι, πρέπει να σημειωθεί, ως μετριαστικό της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, ως ήταν η εισήγησης του συνηγόρου υπεράσπισης του, «την συναισθηματική του φόρτιση», λόγω της κατάστασης που δημιουργήθηκε από την διάλυση της σχέσης του με την Palozian. Ακόμα και όταν η συναισθηματική φόρτισης, τροφοδοτείται από την ανάγκη που οδηγεί στο έγκλημα, έχει νομολογηθεί, ότι, πολύ λίγη σημασία έχει στην επιμέτρηση της ποινής κατηγορουμένου για σοβαρό ποινικό αδίκημα σε έξαρση. Στην υπόθεση Περικλέους ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 397, αναφέρθηκε χαρακτηριστικά από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Σοβαρά υπήρξαν τα εγκλήματα που διέπραξε ο εφεσείων και αυστηρή έπρεπε να ήταν η τιμωρία του. Το ότι η ποινή δεν ήταν αυστηρότερη από την επιβληθείσα οφείλεται στις ιδιάζουσες προσωπικές του συνθήκες. Δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει, όμως, να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο, που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Γι' αυτό, η εξατομίκευση της ποινής, ώστε να αντανακλά και τις συνθήκες του παραβάτη, δεν αμβλύνει, στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων, το στοιχείο της αποτροπής, που, κατά κανόνα, υπεισέρχεται στον καθορισμό της - (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σε κάθε περίπτωση, ο Κατηγορούμενος, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι διέπραξε τα αδικήματα κάτω από συναισθηματική ένταση. Με την Κατηγορούμενη, διέλυσαν την σχέση τους δύο εβδομάδες προηγουμένως, και όταν αυτή, στις 24/06/2020, αρνήθηκε να τον συναντήσει, αυτός βρισκόταν στην Λάρνακα και αυτή στην Λευκωσία, και ως εκ τούτου, μεταξύ τους υπήρχε αρκετή απόσταση, ώστε, ότι ένσταση και να του είχε προκαλέσει η άρνηση της για συνάντηση ή η συζήτηση τους (που δεν μου αναφέρθηκε να περιείχε οποιαδήποτε πρόκληση από πλευράς της Palozian και συνεπώς η όποια «φόρτισης» του Κατηγορούμενου ήταν αυτοπροκληθείσα), δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι είχε το μέγεθος ή και την διάρκεια που θα μπορούσε να οδηγήσει στο αδίκημα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, ώστε να αποτελεί ελαφρυντικό. Βλ., εν προκειμένω, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιωάννου κ. α. ν Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200. · Την συνεργασία του Κατηγορουμένου με την Αστυνομία, κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, για την διαπίστωση των γεγονότων που την αφορούν, καθώς επίσης και την ομολογία του στην Αστυνομία, θεληματικά, ότι διέπραξε το αδίκημα (βλ. Geoffrey Michael John Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Χαράλαμπος Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Stelios Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kyriacos Georghiou Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). · Το γεγονός, ότι, η καταδίκη του Κατηγορουμένου, ήταν το αποτέλεσμα της δικής του παραδοχής. Καθώς επίσης και το γεγονός, ότι, ο Κατηγορούμενος, παραδεχόμενος τα αδικήματα που διέπραξε, στο Δικαστήριο, μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης του, αναγνώρισε την σοβαρότητα τους και δήλωσε για αυτά μετανιωμένος (βλ. Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Σιδέρης Ισιδώρου ν G. M. Christofi Enterprises Ltd κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60). Και λαμβάνοντας υπόψη, το σύνολο των περιστάσεων που αφορούν αυτή την υπόθεση, και πως αυτές μπορούν να συσχετιστούν με την απάντηση του Κατηγορουμένου στο κατηγορητήριο του (βλ. Michal Bukowski v Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Chucri Saliba v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 388), δεδομένης της μαρτυρίας εναντίον του (είδους και έκτασης), σε ότι αφορά τον βαθμό του μετριασμού που δικαιούται λόγω της παραδοχής του. Δεν παραγνωρίζω, εντούτοις, ότι, ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος, στην πρώτη επαφή του με την Αστυνομία, ομολόγησε την διάπραξη του αδικήματος. · Ότι, ο Κατηγορούμενος, είναι λευκού ποινικού μητρώου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Nicholas Stratos a. a. v Police V17 C.L.R. 73, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). · Το γεγονός ότι, στην προσοχή του Δικαστηρίου, ετέθη η διάθεση και πρόθεση του Κατηγορουμένου, αποζημίωσης των Παραπονουμένων, θυμάτων της εγκληματικής δράσης του (βλ. Savva v Director of Social Insurance Services
(1980)2 Α.Α.Δ. 126, Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ. α. ν Ορφανίδη κ. α. Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014 και 115/2014, 25/02/2016, Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Η διάθεσης αυτή και τοποθέτησης του Κατηγορουμένου, έχοντας υπόψη και τις προσωπικές του περιστάσεις (και δη την οικονομική του ευχέρεια), ως στην συνέχεια αναφέρονται, αν και δεν είναι βαρυσήμαντη, δεδομένης και της έκτασης της ζημιάς που προκλήθηκε και την δικαιοδοσία που έχει το Δικαστήριο αυτό να διατάξει κάτι τέτοιο, σε κάποιο βαθμό, δικαιολογεί να ιδωθεί από το Δικαστήριο με περισσότερη επιείκεια. Σε κάθε περίπτωση, το τι πρέπει να σημειωθεί για το ζήτημα αυτό, -όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Ματθαίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 50-, είναι το εξής: «Η αποζημίωση του θύματος συνηγορεί υπέρ ηπιότερης τιμωρίας. Δεν αποκτά όμως κυριαρχική σημασία στην επιβολή ποινής, ιδιαίτερα όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων.» (βλ. επίσης, Δημητρίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 46). · Ότι, αν επιλεχθεί για τον Κατηγορούμενο, η ποινή της φυλάκισης, αυτή, αν διαταχθεί να εκτιθεί αμέσως, μέρος της θα εκτιθεί όταν στις Κεντρικές Φυλακές θα επικρατούν, περαιτέρω μέτρα περιορισμού εντός του ιδρύματος, λόγω της πανδημίας του κορονοϊού. · Τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, ως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και μου παρουσιάστηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης του, προς εξατομίκευση της ποινής του, στο βαθμό, που, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή, έχοντας ως δεδομένα, ως προελέχθη, την σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη τους και την αναγκαιότητα πάταξης τους (βλ. Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 231, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Ο Κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκε, είναι ηλικίας 19 ετών. Είναι, δηλαδή, ένας νεαρός ενήλικος. Είναι παιδί Παλαιστινίων, που κατοικούσαν στην Συρία. Γεννήθηκε στην Συρία και μεγάλωσε σε κέντρο φιλοξενίας Παλαιστινίων στην χώρα αυτή. Η οικογένεια του είναι πολύτεκνη και φτωχή. Ο Κατηγορούμενος, έχει 5 αδέλφια. Από το έτος 2012, -δηλαδή, μετά το ξέσπασμα του εμφύλιου Συριακού πολέμου τον μήνα Μάρτιο του έτους 2011-, οι γονείς του και δύο από τους αδελφούς του, διαμένουν στον Λίβανο. Έχει αδελφή, η οποία είναι συζευγμένη και κατοικεί με την οικογένεια της στην Ιορδανία.. Ενώ ο ίδιος, που είναι το νεαρότερο μέλος της οικογενείας, βρίσκεται στην Κύπρο, μαζί με τον 23χρονο αδελφό του, από το έτος 2015. Από τις 17/03/2016, έχει το καθεστώς του πρόσφυγα. Ως ανήλικος, που ήταν, όταν ήρθε στην Κύπρο ασυνόδευτος από γονέα, τέθηκε υπό την φροντίδα του κράτους και μέχρι τα δεκαεπτά του χρόνια διέμενε σε κέντρο φιλοξενίας του Ανθρωπιστικού Οργανισμού «Hope for Children». Ακολούθως, και μετά κάποια περίοδο όπου έζησε μόνος στην Λευκωσία, εγκαταστάθηκε στην Λάρνακα μαζί με τον αδελφό του, όπου εργαζόταν ως μηχανικός μοτοσικλετών, με χαμηλό, ως γίνεται αντιληπτό, εισόδημα. Ειδική μνεία, γίνεται στην ηλικία του Κατηγορουμένου. Κατά την διάπραξη του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 19 ετών. Συνεπώς, ως προελέχθη, ήταν ένας νεαρός ενήλικος. Λόγω τούτου, ο συνήγορος υπεράσπισης του, ζήτησε για αυτόν, επιεικέστερη μεταχείριση. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 83 -που αφορούσε επίσης σοβαρό ποινικό αδίκημα -κακούργημα- αυτό της ένοπλης ληστείας, από 16χρονο και 18χρονο, καταστήματος ενοικιάσεως ποδηλάτων, όπου παράλληλα διενεργείτο και αγοραπωλησία ξένου συναλλάγματος που είχε ως στόχο της την κλοπή χρημάτων-: «Δεν μας αφήνει αδιάφορους το πολύ νεαρό της ηλικίας του εφεσείοντος. Λήφθηκε όμως υπόψη αυτό το γεγονός τόσο στην επιλογή της ποινής όσο και στον καθορισμό του ύψους της. Ούτε σχετίζεται το διαπραχθέν έγκλημα με την εκδήλωση νεανικής έξαρσης ώστε να διαχωρίζει τα κίνητρα από εκείνα που κατά κανόνα επιδρούν στην διάπραξη αυτής της κατηγορίας εγκλημάτων. Το έγκλημα σχεδιάστηκε εν ψυχρώ και εκτελέστηκε με την ίδια αποφασιστικότητα. Το νεαρό της ηλικίας του παραβάτη δεν προσδίδει στη διάπραξη του εγκλήματος ιδιάζοντα χαρακτήρα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Συνεπώς, το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορουμένου, αν και λαμβάνεται υπόψιν, σε κάποιο βαθμό, προς μετριασμό της ποινής του, δεν αποτελεί κριτήριο καθοριστικό της ποινής που θα επιλεχθεί για αυτόν, ούτε επιδρά αποφασιστικά στην επιμέτρηση της, εφόσον, το αδίκημα που διέπραξε, αυτό του εμπρησμού, δεν μπορεί να λεχθεί ότι αποτελεί απλώς μία εκδήλωση νεανικής έξαρσης, οφειλόμενης σε ανωριμότητα. Νεαρή, είναι και η Palozian, εναντίον της οποίας ο Κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκε, έδρασε βίαια και εκδικητικά, η οποία αποτελεί μέρος της κοινωνίας που χρήζει προστασίας από τέτοιου είδους συμπεριφορές, ακόμη και όταν αυτές προέρχονται από πρόσωπα αυτής της νεαρής ηλικίας. Περαιτέρω, ειδική αναφορά, γίνεται στην θέση του Κατηγορουμένου, ότι, λόγω της καταδίκης του στην υπόθεση αυτή, υπάρχει ενδεχόμενο να κηρυχθεί ή καταστεί απαγορευμένος μετανάστης βάσει των διατάξεων των Άρθρων 6 και 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 και να απελαθεί από την Δημοκρατία. Το εν λόγω νομοθέτημα, θεωρώ ότι δεν είναι σχετικό, δεδομένου, ότι, ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος έχει ήδη αναγνωριστεί από την Κυπριακή Δημοκρατία, ως πρόσφυγας. Σχετικές, συνεπώς, είναι οι διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Νόμος 6(I)/2000, τα Άρθρα 6 και 6Α του οποίου, ορίζουν πότε παύει και πότε δύναται να ανακληθεί η ιδιότητα ενός πρόσφυγα. Σύμφωνα με το Άρθρο 6Α
(1)(δ) του Νόμου 6(Ι)/2000, «Η ιδιότητα του πρόσφυγα ανακαλείται, όταν ο Προϊστάμενος- . θεωρεί ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο συνιστά κίνδυνο για την κυπριακή κοινωνία, επειδή καταδικάστηκε τελεσίδικα για τη διάπραξη ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος.». Η ανάκλησης, συνεπώς, της ιδιότητας του πρόσφυγα από τον Κατηγορούμενο, από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, λόγω της καταδίκης του στην υπόθεση αυτή, δεν είναι βέβαιη, και κάτι τέτοιο δεν έχει στοιχειοθετηθεί από πλευράς του Κατηγορουμένου στο Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση όμως, σημασία έχει ότι, το αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος και οι περιστάσεις διάπραξης του, έχοντας υπόψη και τις προσωπικές του περιστάσεις, δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν επιλογή ποινής, άλλης, από αυτήν της ποινής φυλάκισης, ως στην συνέχεια αναφέρεται (βλ. Scorteanu v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 214/2013, 20/01/2014). προχωρώ στο να επιβάλω στον Κατηγορούμενο ποινή. 5. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας τις αρχές της κοινής προσέγγισης των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217) και της αναλογικότητας της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Δημητρίου (Μιχαήλ) ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21), στον Κατηγορούμενο επιβάλλω την ακόλουθη ποινή: Στην 2η Κατηγορία: 24 μήνες φυλάκιση. Η ποινή φυλάκισης του Κατηγορουμένου, θα αρχίσει να εκτίεται από σήμερα που του έχει ανακοινωθεί, και κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(2)του Κεφ.155, θα έχει την μείωση που προνοεί το Άρθρο 117
(1)του Κεφ. 155, δεδομένου ότι, αυτός, τέλεσε υπό κράτηση σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, για περίοδο από 03/07/2020 μέχρι και σήμερα. Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που αγγίζουν το ζήτημα της ποινής κατηγορουμένου για τα αδικήματα του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου αυτής της υπόθεσης, είναι μόνον ενδεικτικές της ποινικής μεταχείρισης που ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο, καθότι, «ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων.». Αυτό, αναφέρθηκε από τον έντιμο, Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ (ως ήταν τότε Δ. Α. Δ.), ο οποίος έδωσε την ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ναζίπ ν Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 808. Όπως επεσήμανε ο έντιμος, Π. Α. Δ. εν προκειμένω, «εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι στο πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.». Τέτοιες, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Μελανίτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 309, Γρηγορίου ν Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 628, Makushenko v Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελέας ν Ευαγγέλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 678, Γενικός Εισαγγελέας ν Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, Gaprindashvili v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ
- Στην περίπτωσή του Κατηγορουμένου, δεν συντρέχουν, κρίνω, παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Απόφαση στην οποία καταλήγω, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης του αδικήματος και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, οι οποίες, θεωρώ, ότι δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν μία τέτοια απόφαση, επειδή, τέτοια απόφασης, δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για το αδίκημα της εξεταζόμενης φύσεως, ιδιαιτέρως αφής στιγμής βρίσκεται σε έξαρση και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες από την διάπραξη του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017, L.C.A. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/2015, Συμιλλίδης ν Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Κυπριανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 28/2014, 24/02/2014, Ιωσήφ ν Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2014 (Σχ. με 149/2014), 25/07/2014, Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 121/17, 21/09/2017, ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Δράκου, Πoινική Έφεση αρ.129/2015, 15/11/2017, Χαλκιά ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 240/2016, 17/03/2017). 7. Το Ανώτατο Δικαστήριο, έχει σε πάρα πολλές αποφάσεις του, τονίσει ότι, δεν ενδείκνυται η αναστολή της ποινής φυλάκισης, όταν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αφορά ή αφορούν την υπόθεση, βρίσκεται ή βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία ενός συγκεκριμένου παραβάτη, είναι επιπρόσθετα το μέσο, να αποτραπούν άλλοι πιθανοί παραβάτες από την διάπραξη του/τους, διότι, η προστασία του δημοσίου συμφέροντος είναι υπεράνω των οποιονδήποτε προσωπικών περιστάσεων του (βλ. Σ. Π. Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015, 15/11/2017). Η προκείμενη, είναι μια τέτοια περίπτωση. Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής του Κατηγορουμένου και την επιμέτρηση της, επανεξεταζόμενοι για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του έχει μόλις επιβληθεί, ήτοι, μέσα από το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και τις προσωπικές του περιστάσεις, δικαιολογούν, κατά την κρίση μου, την προαναφερόμενη απόφαση μου. Η ποινή φυλάκισης που ο Κατηγορούμενος συνολικά θα εκτίσει, θεωρώ ότι αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε και εξυπηρετεί ταυτοχρόνως και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Αυτό δεν θα εξυπηρετείτο, αν αυτή η ποινή του Κατηγορουμένου, αναστελλόταν. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο