← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΑΧΙΡ, Αίτηση Αρ.: 07/2020, 21/10/2020

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΑΧΙΡ, Αίτηση Αρ.: 07/2020, 21/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B264 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Αίτηση Αρ.: 07/

  1. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2004, ΝΟΜΟΣ 133(I)/2004 -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ XXXXX ΤΑΧΙΡ ------------------- Ημερομηνία: 21/10/
  2. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Εκζητούμενος, Παρών. Για τον Εκζητούμενο: κ. Β. Ακάμα. Για την Κεντρική Αρχή: κα Α. Τιμοθέου, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, αφορά αίτημα του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, XXXXX Καμηλάρη, της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης της Ελληνικής Δημοκρατίας, παράδοσης από τις Αρχές της Δημοκρατίας στις Αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας, του Κύπριου υπηκόου, XXXXX Ταχίρ (στο εξής καλούμενος «ο Εκζητούμενος»), δια της εκτέλεσης, από το Δικαστήριο, του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης ημερομηνίας 03/11/2017, Τεκμήριο 2, που η Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης της Ελληνικής Δημοκρατίας, δια του προαναφερόμενου Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, εξέδωσε και εκκρεμεί εναντίον του (στο εξής καλούμενο «το Ένταλμα»).
  4. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, ο Εκζητούμενος, συλλήφθηκε -βάσει του Εντάλματος, και σύμφωνα με τα Άρθρα 16

(1)και 17(α) του Νόμου- στις 24/07/2020, από τον Α/Αστ. XXXXX, στην οικία του που βρίσκεται στην περιοχή της Παλλουριώτισσας του Δήμου Λευκωσίας. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το Άρθρο 11 [
(1)και
(3)] του Νόμου, αρμόδια Δικαστική Αρχή, για την σύλληψη και κράτηση του Εκζητούμενου, και για την απόφαση για την παράδοση του ή μη στις Ελληνικές Αρχές, είναι Επαρχιακός Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Έχω, ως εκ τούτου, αρμοδιότητα, να εξετάσω το αίτημα.
  1. Όπως προκύπτει από το Ένταλμα, αυτό, βασίζεται πραγματικά, στην υπ' αρ. 352/26, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης ημερομηνίας 28/02/2014, Τεκμήριο 3 (στο εξής καλούμενα, «το Αλλοδαπό Δικαστήριο» και «η Εκτελεστή Απόφαση», αντίστοιχα), δια της οποίας, ο Εκζητούμενος, για το αδίκημα [που φέρει το βαθμό κακουργήματος], βάσει των Άρθρων 26 παράγραφος 1α, 27 παράγραφος 1, 94 παράγραφος 1 του Ποινικού Κώδικα και του Άρθρου 88 παράγραφος 1α του Νόμου 3386/2005, της μεταφοράς στο εσωτερικό της Ελληνικής Δημοκρατίας, υπηκόων τρίτης χώρας που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου, [το οποίο διέπραξε κατά συρροή,] (στο εξής καλούμενη «η Αξιόποινη Πράξη»), καταδικάστηκε σε εννέα χρόνια φυλάκιση και €50.000 πρόστιμο. Όπως περιγράφεται στο Ένταλμα, ο Εκζητούμενος, στις 22/07/2011, παρέλαβε από χώρο κοντά στο μεθοριακό σταθμό Ευζώνων, τρείς Σομαλούς υπηκόους, που είχαν εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα και επιχείρησε να τους μεταφέρει με το αυτοκίνητο του προς το εσωτερικό της χώρας. Σύμφωνα με το Ένταλμα, ο Εκζητούμενος, ζητείται για να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί, [και η οποία δεν έχει ακόμη παραγραφεί], των οκτώ ετών, έντεκα μηνών και είκοσι επτά ημερών.
  2. Νομικά, το ζήτημα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει, κατά βάση, διέπεται: (α) από την Απόφαση - Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13ης/06/2002 για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και τις Διαδικασίες Παράδοσης Μεταξύ των Κρατών Μελών, 2002/584/ΔΕΥ, όπως τροποποιήθηκε από την Απόφαση Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 26ης/02/2009 (στο εξής καλούμενη «η Απόφαση - Πλαίσιο»); Και (β) τον περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο του 2004, Νόμος 133(I)/2004 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος»), δια του οποίου η Δημοκρατία έχει εναρμονιστεί νομικά με την προαναφερόμενη Απόφαση-Πλαίσιο [πράξη νομοθετικού περιεχομένου, της Ευρωπαϊκής Ένωσης].
  3. Για την νομική πτυχή αυτής της υπόθεσης και το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (στο εξής καλούμενο «το ΕΕΣ»), υπάρχει πλούσια νομολογία, τόσο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής καλούμενο «το ΔΕΕ»), ερμηνευτική της Απόφασης-Πλαίσιο [που είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο: βλ. Re Ghebali, Πολιτική Έφεση Αρ. 50/2020, 11/05/2020], όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε ότι αφορά τον Νόμο.
  4. Ο σκοπός της Απόφασης-Πλαίσιο και του ΕΕΣ ως νομικού εργαλείου, μνημονεύονται στις πλείστες των αποφάσεων του ΔΕΕ που έχουν εκδοθεί σχετικά με το ζήτημα. Στην σχετικά πρόσφατα εκδοθείσα απόφαση του ΔΕΕ, στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις JR, C‑566/19 PPU και HC, C‑626/19 PPU, 12/12/2019, στις σκέψεις 42 - 46, γίνεται μία σύνοψης των κύριων αρχών για το ΕΕΣ: «42 Κατ' αρχάς, υπενθυμίζεται ότι τόσο η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών όσο και η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, η οποία εδράζεται με τη σειρά της στην αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών αυτών, έχουν θεμελιώδη σημασία στο δίκαιο της Ένωσης, δεδομένου ότι καθιστούν δυνατή τη δημιουργία και διατήρηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα. Ειδικότερα, η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ιδίως όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, επιβάλλει σε καθένα από τα κράτη μέλη να δέχεται, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι όλα τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, ότι σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα που είναι αναγνωρισμένα από το δίκαιο αυτό [απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Ελλείψεις του δικαστικού συστήματος), C‑216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. 43 Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, όπως προκύπτει από την αιτιολογική της σκέψη 6, αποτελεί την πρώτη περίπτωση συγκεκριμένης εφαρμογής στον τομέα του ποινικού δικαίου της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 82, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ [Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης], το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 31 ΕΕ [Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση] βάσει του οποίου εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο. Έκτοτε, θεσπίστηκαν προοδευτικά νομικές πράξεις αφορώσες τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, πράξεις των οποίων η συντονισμένη εφαρμογή έχει ως σκοπό να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των κρατών μελών προς τις αντίστοιχες εθνικές έννομες τάξεις, με σκοπό τη διασφάλιση της αναγνωρίσεως και της εκτελέσεως των ποινικών αποφάσεων εντός της Ένωσης προκειμένου να αποφευχθεί η ατιμωρησία των δραστών αξιόποινων πράξεων. 44 Η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, που διαπνέει την όλη οικονομία της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, συνεπάγεται, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως αυτής, ότι τα κράτη μέλη κατ' αρχήν υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως (απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2010, Mantello, C‑261/09, EU:C:2010:683, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). 45 Πράγματι, κατά τις διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, τα κράτη μέλη μπορούν να αρνούνται την εκτέλεση ενός τέτοιου εντάλματος μόνο στις περιπτώσεις υποχρεωτικής μη εκτελέσεως που προβλέπονται στο άρθρο της 3 καθώς και στις περιπτώσεις προαιρετικής μη εκτελέσεως που απαριθμούνται στα άρθρα της 4 και 4α. Επιπλέον, η δικαστική αρχή εκτελέσεως μπορεί να εξαρτά την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως μόνον από τις προϋποθέσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 5 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου (απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2013, Radu, C‑396/11, EU:C:2013:39, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). 46 Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η αποτελεσματικότητα και η εύρυθμη λειτουργία του απλουστευμένου συστήματος παραδόσεως προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα για παραβάσεις του ποινικού νόμου, το οποίο θεσπίζει η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, στηρίζονται στην τήρηση ορισμένων απαιτήσεων που θέτει η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο, το περιεχόμενο των οποίων έχει διευκρινιστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  5. Οι βασικοί σκοποί του Νόμου και οι στόχοι της όλης διαδικασίας που καλύπτει το ΕΕΣ, βάσει της νομολογιακής προσέγγισης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, φαίνονται, μέσα από την σύνοψη των σχετικών αρχών, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Said v Γενικός Εισαγγελέας, Πολιτική Έφεση Αρ. 279/2015, 17/11/2015, από την οποία παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του ΕΕΣ και η όλη φιλοσοφία που το διέπει, κινούνται γύρω από την ανάγκη παροχής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης στην έκδοση προσώπων που αναζητούνται με σκοπό τη δίωξή τους ή που έχουν ήδη νόμιμα και αρμοδίως καταδικαστεί σε ένα κράτος-μέλος, αλλά βρίσκονται σε άλλο κράτος-μέλος. Στόχος της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών, ώστε να συλλαμβάνονται και να παραδίδονται οι εμπλεκόμενοι χωρίς ιδιαίτερες, περίπλοκες, διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Είναι για το λόγο αυτό που η όλη διαδικασία σύλληψης και παράδοσης είναι ιδιόμορφη και εστιάζει στην απλοποίηση της δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών και στη γρήγορη και αποτελεσματική διεκπεραίωσή της. Οι βασικές αυτές παράμετροι, σε συνδυασμό με την ανάγκη για διαφύλαξη των θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του κάθε εκζητούμενου προσώπου, έχουν κατ΄ επανάληψη τεθεί και υιοθετηθεί από τη νομολογία μας .. Ο όλος μηχανισμός που καλύπτει το ΕΕΣ βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών και -κατ΄ ακολουθία της αιτιολογικής σκέψης 10 που παρατίθεται στο προοίμιο της Απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ- η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνο στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος-μέλος των αρχών που διατυπώνονται στην πρώτη παράγραφο του Αρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήτοι των αρχών της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη-μέλη. Με αυτά ως δεδομένα τα δικαστήρια των κρατών-μελών θα πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα ευαίσθητα στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους κατά την πορεία εξέτασης ΕΕΣ, έχοντας πάντα κατά νουν ότι κάθε τέτοιο ένταλμα εκτελείται βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της Απόφασης-πλαίσιο του Συμβουλίου 2002/584/ΔΕΥ, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2002, όπως τροποποιήθηκε από την Απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου
  6. Αποφάσεις που μεταφέρθηκαν στο κυπριακό δίκαιο με τον Νόμο 133(Ι)/2004.».
  7. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομολογία του ΔΕΕ, αλλά και το Άρθρο 2
(1)του Νόμου και την σχετική με τον Νόμο νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία εκτέλεσης ΕΕΣ, είναι συγκεκριμένες/α. Ρυθμίζονται εξαντλητικά στο Νόμο. Στρέφομαι, συνεπώς, στις πρόνοιες του, για μία γενική θεώρηση του αιτήματος έκδοσης του Εκζητούμενου, προτού εξετάσω τις θέσεις και εισηγήσεις του σχετικά με αυτό.
  1. Έχοντας, λοιπόν, εξετάσει το Ένταλμα, διαπιστώνω τα εξής.
  2. Κατ' αρχήν, ότι, αυτό εξυπηρετεί ένα από τους σκοπούς του ΕΕΣ, που, σύμφωνα με το Άρθρο 3(β) του Νόμου, είναι η σύλληψης και παράδοσης προσώπου που βρίσκεται στην Δημοκρατία, για να παραδοθεί σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας που του έχει επιβληθεί στην χώρα αυτή, βάσει απόφασης Δικαστικής Αρχής. Σημειώνεται, για το ζήτημα αυτό, ότι, σύμφωνα με τα Άρθρα 34
(1)και 6[
(1)και
(3)] της Απόφασης-Πλαίσιο, η Ελλάδα, έχει γνωστοποιήσει στη Γενική Γραμματεία του Συμβούλιου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι, σύμφωνα με το εσωτερικό της δίκαιο, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση ΕΕΣ, είναι «Εισαγγελέας του Εφετείου που έχει την τοπική αρμοδιότητα να εκτελέσει την ποινή ή μέτρο στερητικού της ελευθερίας» (βλ. 5471/2/20 REV 2 στο Παράρτημα). Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον η Εκτελεστή Απόφαση, είναι, ως προαναφέρθηκε, του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, το Ένταλμα, που εκδόθηκε από Εισαγγελέα Εφετών της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης, έχει εκδοθεί κανονικά. Έχει δηλαδή εκδοθεί, από την αρμόδια Δικαστική Αρχή για το ΕΕΣ, της Ελληνικής Δημοκρατίας, σύμφωνα με το εσωτερικό της δίκαιο (βλ. Ghebali ν Γενικού Εισαγγελέα, Πολική Έφεση Αρ. 50/2020, 11/05/2020). 11. Περαιτέρω, βάσει της Εκτελεστής Απόφασης, προκύπτει ότι, το Αλλοδαπό Δικαστήριο, για την προαναφερόμενη, κατά το Ελληνικό Δίκαιο, Αξιόποινη Πράξη, καταδίκασε τον Εκζητούμενο σε εννέα χρόνια φυλάκιση και €50.000 πρόστιμο. Πληρείται, συνεπώς, η προϋπόθεση του Άρθρου 12
(1)(β) του Νόμου, βάσει της οποίας, ΕΕΣ, εκτελείται μόνο όταν το Δικαστήριο του κράτους έκδοσης του, καταδίκασε τον Εκζητούμενο, για αξιόποινη πράξη, σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας, τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Σημειώνεται εδώ, ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 12
(1)(α) του Νόμου, αποτελεί επιπρόσθετη προϋπόθεση για την εκτέλεση ΕΕΣ, η πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ΕΕΣ, να είναι, [ανεξαρτήτως του νομικού της χαρακτηρισμού,] έγκλημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, τόσο σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του, όσο και με βάση το Κυπριακό Δίκαιο. Στην προκείμενη περίπτωση, παρά το γεγονός ότι, η προαναφερόμενη Αξιόποινη Πράξη, είναι αξιόποινη σύμφωνα και με το Κυπριακό Δίκαιο και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης [βλ. τα Άρθρα 19, 19Α και 19Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμος, Κεφ. 105, δια των οποίων, η προαναφερόμενη πράξη, ποινικοποιείται], η εκτέλεση του Εντάλματος επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διπλού αξιοποίνου, εφόσον, ως σημειώνεται στο Ένταλμα (βλ. παράγραφο «Ι»), η Αξιόποινη Πράξη, σύμφωνα με το Ελληνικό Δίκαιο, συνταυτίζεται με μία εκ των αξιόποινων πράξεων που ορίζονται στο Άρθρο 2
(2)της Απόφασης-Πλαίσιο, της «παροχής βοήθειας για παράνομη είσοδο και διαμονή», και η οποία, ως συνάγεται από την Εκτελεστή Απόφαση, στην Ελληνική Δημοκρατία, τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, ανώτατης διάρκειας, τουλάχιστον τριών ετών. Ως εκ τούτου, βάσει του Άρθρου 12
(2)του Νόμου, υπό αυτές τις περιστάσεις, το Ένταλμα δύναται να εκτελεστεί.
  1. Και τέλος, δεδομένης και της άρνησης της Δημοκρατίας, να αναλάβει την υποχρέωση εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης του Εκζητούμενου, σύμφωνα με τους ποινικούς της Νόμους [βλ. την επιστολή του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, Τεκμήριο 5], διαπιστώνω ότι, δεν συντρέχει [πραγματικά] οποιοσδήποτε από τους λόγους του Άρθρου 13 του Νόμου, που θα υποχρέωναν το Δικαστήριο να αποφασίσει την μη εκτέλεση του Εντάλματος. Τέτοια εισήγησης, άλλωστε, από πλευράς Εκζητούμενου, δεν υπήρξε.
  2. Ως εκ τούτου, βάσει και της προαναφερόμενης νομολογίας του ΔΕΕ και του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιβάλλει στο Δικαστήριο την υποχρέωση να εκτελέσει το Ένταλμα, ειδικότερα, εφόσον, στην προκείμενη περίπτωση, δεν εντοπίζεται να συντρέχει [πραγματικά] οποιοσδήποτε από τους λόγους του Άρθρου 14
(1)του Νόμου που προσδίδουν ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει την μη εκτέλεση του. Επισημαίνεται, ότι, τέτοια εισήγησης, από πλευράς Εκζητούμενου, επίσης δεν υπήρξε. 14. Ο Εκζητούμενος, βέβαια, υποστηρίζει ότι υφίσταται λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης του Εντάλματος, βάσει των προνοιών του Άρθρου 14
(2)του Νόμου. Σύμφωνα με αυτό, το Δικαστήριο, μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του Εντάλματος, εφόσον [ως υποστηρίζει ο Εκζητούμενος]: (α) αντικείμενο του είναι η εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας για τον Εκζητούμενο, (β) ο Εκζητούμενος δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της Εκτελεστής Απόφασης από το Αλλοδαπό Δικαστήριο και (γ) απουσιάζουν οι νομικές εγγυήσεις από πλευράς των Ελληνικών Αρχών, που τίθεται από το ίδιο το Άρθρο 14
(2)του Νόμου, σχετικά με την δικονομία και το νόμο της Ελληνικής Δημοκρατίας, που αφορούν, σε περίπτωση παράδοσης του Εκζητούμενου στις Ελληνικές Αρχές, στο δικαίωμα του για επανεκδίκαση της υπόθεσης του από αρμόδιο Δικαστήριο της Ελληνικής Δημοκρατίας, ή άσκησης ένδικου μέσου ενώπιον τέτοιου Δικαστηρίου σε διαδικασία όπου δικαιούται να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης του θα επανεξεταστεί [i]. 15. Η θέσης αυτή του Εκζητούμενου, δεν με βρίσκει σύμφωνο. 16. Στο Άρθρο 14
(2)του Νόμου, επί του οποίου η εν λόγω εισήγησης του Εκζητούμενου βασίζεται, έχει ενσωματωθεί το Άρθρο 4α της Απόφασης - Πλαίσιο, το οποίο, σε ότι αφορά την εφαρμογή του, έχει ερμηνευτεί από το ΔΕΕ στην υπόθεση Melloni, C‑399/11, 26/02/2013. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση του ΔΕΕ (βλ. τις σκέψεις 40 - 46), το Άρθρο 4α, παράγραφος 1, της Αποφάσεως - Πλαίσιο, έχει την έννοια ότι, απαγορεύει στην αρμόδια Δικαστική αρχή εκτελέσεως του ΕΕΣ, στις παρατιθέμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις, να εξαρτά την εκτέλεση ΕΕΣ που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής, από την προϋπόθεση ότι η εκδοθείσα ερήμην καταδικαστική απόφαση μπορεί να αναθεωρηθεί εντός του κράτους μέλους εκδόσεως [βλ. επίσης, Said v Γενικός Εισαγγελέας, Πολιτική Έφεση Αρ. 279/2015, 17/11/2015, Νεοφύτου ν Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. 262/2016, 29/09/2016 και στο Εγχειρίδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον Τρόπο Έκδοσης και Εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της 28ης/09/2017, C
(2017)6389 final, στην σελίδα 51 [ii]]. Μάλιστα, ως έχει αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Said v Γενικός Εισαγγελέας, Πολιτική Έφεση Αρ. 279/2015, 17/11/2015 ανωτέρω, όταν στις περιπτώσεις που καλύπτει το Άρθρο 14
(2)του Νόμου, έχουν παρασχεθεί οι νομικές εγγυήσεις, που σύμφωνα με τον Νόμο είναι απαραίτητες, δεν τίθεται καν ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να αποφασίσει την μη εκτέλεση του ΕΕΣ [βλ. επίσης, Μεσαρίτη ν Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. 256/2017, 24/10/2017]. 17. Στην προκείμενη περίπτωση, εκτός του ότι, η Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, δια του Αντιεισαγγελέα Εφετών, ΧΧΧΧΧ Ηλ. Μπακέλα, συμφώνως των προνοιών του Άρθρου 14
(2)(δ) του Νόμου [iii], έχει εγγυηθεί το δικαίωμα του Εκζητούμενου για αναθεώρηση της Εκτελεστής Απόφασης [βλ. την επιστολή της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης προς την Κεντρική Αρχή ημερομηνίας 11/09/2020, Τεκμήριο 6], κάτι τέτοιο, σύμφωνα και με την προαναφερόμενη απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Melloni, C‑399/11, 26/02/2013, δεν ήταν απαραίτητο και σαφέστατα δεν αποτελεί προϋπόθεση για την εκτέλεση του Εντάλματος, εφόσον, όπως προκύπτει ξεκάθαρα από αυτό [βλ. τα αναφερόμενα στην παράγραφο (δ) του Εντάλματος], υπάρχει συμμόρφωσης με τις διατάξεις του Άρθρου 14
(2)(α) του Νόμου. [Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Προϊος, Πολιτική Έφεση Αρ. 230/2019, 03/03/3020].
  1. Όπως, δια της προαναφερόμενης επιστολής της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης, προς την Κεντρική Αρχή, ημερομηνίας 11/09/2020, Τεκμήριο 6, ξεκαθαρίζεται μέσω του εν λόγω Αντιεισαγγελέα Εφετών, ο Εκζητούμενος «κατά την απολογία του στον Ανακριτή, δήλωσε διεύθυνση κατοικίας στην Λευκωσία Κύπρου και όρισε ως αντίκλητο δικηγόρο του την δικηγόρο του Πρωτοδικείου Κιλκίς Σιδηροπούλου Ιωάννα, στην οποία νομίμως επιδόθηκε α) η κλήση κατηγορουμένου για τη δικάσιμο της 09/10/2013, σύμφωνα με το Άρθρο 273 του ισχύοντος τότε ελληνικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και β) στην συνέχεια, αντίγραφο της υπ' αρ. 352/26-02-2014 ερήμην καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Μάλιστα, όπως εκεί περαιτέρω αναφέρεται, «ο κατηγορούμενος [Εκζητούμενος] εξουσιοδότησε με την από 30/07/2013 εξουσιοδότηση του την ανωτέρω δικηγόρο να παραστεί για λογαριασμό του και να τον υπερασπιστεί στη δικάσιμο της 09/10/2013 του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, ωστόσο, λόγω κωλύματος της ιδίας, εμφανίστηκε στο Δικαστήριο ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Απόστολος Παπαδόπουλος, ο οποίος ζήτησε αναβολή της εκδίκασης και η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τις 26/02/2014 και η νέα δικάσιμος γνωστοποιήθηκε στον παραπάνω δικηγόρο.». Σύμφωνα δε και με την ίδια την Εκτελεστή Απόφαση του Αλλοδαπού Δικαστηρίου, βάσει της υπ' αρ. 1090/9-10-2013 αναβλητικής απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, ο εν λόγω δικηγόρος, Απόστολος Παπαδόπουλος, «ανέλαβε την υποχρέωση να ενημερώσει» τον Εκζητούμενο, για τον νέο προγραμματισμό της δίκης στις 26/02/
  2. Υπό αυτές τις περιστάσεις, κρίνω ότι, ο Εκζητούμενος, είχε πραγματικά και κατά τρόπο επίσημο ενημερωθεί για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της Εκτελεστής Απόφασης, ώστε, να μπορεί με βεβαιότητα να λεχθεί ότι, αυτή, ήταν σε γνώση του. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, που, ως είναι προφανές, στις 04/10/2013, εν όψει της προγραμματισμένης στις 09/10/2013 δίκης του Εκζητούμενου ενώπιον του Αλλοδαπού Δικαστηρίου, ο Τριμυθούντος Βαρνάβας της Ιεράς Μητρόπολης Τριμυθούντος Κύπρου, απέστειλε επιστολή στην Προεδρεύουσα αυτού Εφέτη Κακουργημάτων, παρακαλώντας για τον Εκζητούμενο επιείκεια. [Βλ. την επιστολή του Τριμυθούντος Βαρνάβα της Ιεράς Μητρόπολης Τριμυθούντος Κύπρου προς την Προεδρεύουσα Εφέτη του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης ημερομηνίας 04/10/2013, μέρος του Τεκμηρίου 4].
  3. Δεν θεωρώ, ότι, το γεγονός ότι η εκδίκαση της υπόθεσης στις 26/02/2014, αναβλήθηκε από το Αλλοδαπό Δικαστήριο [για τους λόγους που αναφέρονται στην Εκτελεστή Απόφαση] για τις 28/02/2014, όταν και τελικώς διεκπεραιώθηκε, δικαιολογεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εκζητούμενος δεν είχε πραγματικά και κατά τρόπο επίσημο ενημερωθεί για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της Εκτελεστής Απόφασης, εφόσον, όπως φαίνεται, είχε ήδη φυγοδικήσει [ή τουλάχιστον αδιαφορήσει για την διαδικασία ενώπιον του Αλλοδαπού Δικαστηρίου] από τις 26/02/
  4. Ο Εκζητούμενος, άλλωστε, όπως φαίνεται από την επιστολή της [τότε[ δικηγόρου του, ΧΧΧΧΧ Ματθαίου, προς την Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, ημερομηνίας 30/07/2020, Τεκμήριο 4, πριν από την ακρόαση του υπό κρίση αιτήματος από το Δικαστήριο, δεν ισχυριζόταν ότι δεν είχε πραγματικά και κατά τρόπο επίσημο ενημερωθεί για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της Εκτελεστής Απόφασης, παρά μόνο, ότι, η προαναφερόμενη αντίκλητος δικηγόρος, παρέλειψε να του κοινοποιήσει την Εκτελεστή Απόφαση του Αλλοδαπού Δικαστηρίου «με αποτέλεσμα ο Εκζητούμενος, ο οποίος διέμενε μόνιμα στην Κύπρο να μην γνωρίζει το αποτέλεσμα .».
  5. Καταληκτικά, σχετικά με το ζήτημα των νομικών εγγυήσεων, βάσει του Άρθρου 14
(2)(δ) του Νόμου, στο οποίο προαναφέρθηκα, επισημαίνω και τα εξής.
  1. Στην προαναφερόμενη επιστολή της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης προς την Κεντρική Αρχή, ημερομηνίας 11/09/2020, Τεκμήριο 6, αναφέρεται, κατά τρόπο που δεν επιδέχεται της ερμηνείας που δίδει ο Εκζητούμενος για την εγγύηση που παρέχει, το εξής: «Επισημαίνεται ότι σε περίπτωση παράδοσης του Εκζητούμενου στις Ελληνικές Αρχές, κατά το Άρθρο 473 του ελληνικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, θα του επιδοθεί εκ νέου η αναφερόμενη στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης καταδικαστική απόφαση, η δε νέα επίδοση θα αποτελεί την αφετηρία προθεσμίας, κατά την οποία θα έχει το δικαίωμα για την άσκηση έφεσης, η εκδίκαση της οποίας θα οδηγήσει στην εκ νέου εξέταση της υπόθεσης στην ουσία της, με δυνατότητα του Εκζητούμενου να παρασταθεί στο Δικαστήριο αυτοπροσώπως ή δια πληρεξουσίου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  2. Οι αναφορές της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης προς την Κεντρική Αρχή, στο προαναφερόμενο Τεκμήριο 6, σε «δικαίωμα [του Εκζητούμενου] για την άσκηση έφεσης», που «θα οδηγήσει», σε «εκ νέου εξέταση της υπόθεσης στην ουσία της», έχοντας υπόψη και την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για το ζήτημα αυτό [βλ. Νεοφύτου ν Γενικού Εισαγγελέα, Ποινική Έφεση Αρ. 262/2026, 29/09/2016, στην οποία γίνεται και μία αναδρομή στην σχετική με το ζήτημα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου], καθιστούν τις νομικές εγγυήσεις που δόθηκαν, για το υπό συζήτηση θέμα, από την Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, επαρκείς / ικανοποιητικές.
  3. Συνεπώς, η προαναφερόμενη θέση του Εκζητούμενου, ότι υφίσταται λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης του Εντάλματος, βάσει των προνοιών του Άρθρου 14
(2)του Νόμου, απορρίπτεται.
  1. Ο Εκζητούμενος, υποστηρίζει επίσης ότι, το Δικαστήριο, δεν πρέπει να διατάξει την εκτέλεση του Εντάλματος, επειδή, λόγω των συνθηκών κράτησης στις Ελληνικές Φυλακές, όπου προτίθεται να μεταφερθεί σε μια τέτοια περίπτωση από τις Ελληνικές Αρχές [ήτοι, όπως ενημέρωσαν οι Ελληνικές Αρχές δια του Αντιεισαγγελέα Εφετών, ΧΧΧΧΧ Ηλ. Μπακέλα, με την προαναφερόμενη επιστολή της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης προς την Κεντρική Αρχή ημερομηνίας 11/09/2020, Τεκμήριο 6, στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης ή στο Κατάστημα Κράτησης Νιγρίτας], υπάρχει άμεσος, ορατός και υπαρκτός κίνδυνος να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική ή ταπεινωτική μεταχείριση κατά παράβαση του Άρθρου 8 του Συντάγματος και του Άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής καλούμενη «η ΕΣΔΑ»). Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής, ο Εκζητούμενος, βασίζεται στην μαρτυρία του XXXXX Παρασκευά, ΜΥ, ο οποίος παρουσιάστηκε από πλευράς του ως πραγματογνώμονας επί του ζητήματος, και στην Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας (European Committee for the Prevention of Torture and Inhuman or Degrading Treatment or Punishment) (στο εξής καλούμενη «η CPT») προς την Ελληνική Κυβέρνηση για την επίσκεψη της μεταξύ της 28ης Μαρτίου και της 9ης Απριλίου του έτους 2019 (στο εξής καλούμενη «η Έκθεση της CPT») στην οποία ο εν λόγω μάρτυρας, κατά βάση, στηρίχθηκε για την γνώμη του, [που έχει, ως διαπιστώνεται, ως η προαναφερόμενη θέση του Εκζητούμενου].
  2. Και αυτό το ζήτημα, που θέτει ο Εκζητούμενος, έχει αποφασιστεί σε επίπεδο Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Iordache ν Γενικού Εισαγγελέα, ECLI:CY:AD:2020:A114, Πολιτική Έφεση Αρ. 430/2019, 07/04/2020, το Ανώτατο Δικαστήριο, συνόψισε, τις σχετικές με αυτό αρχές, ως εξής: «. το όλο λεκτικό της Απόφασης-Πλαίσιο καθορίζει πως τα ανθρώπινα δικαιώματα διαδραματίζουν το δικό τους ρόλο στην εξέταση έκδοσης. Σε περίπτωση σοβαρής και παρατεταμένης παραβίασης των αρχών που καθορίζονται στο άρθρο 6
(1)της Συνθήκης Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπάρχει το ενδεχόμενο ο εκζητούμενος να αντιμετωπίσει σοβαρό κίνδυνο καταδίκης του σε θάνατο ή να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση, τότε ο μηχανισμός έκδοσης μπορεί να αναχαιτιστεί . Η Δικαστική Αρχή εκτέλεσης για να εκτιμήσει κατά πόσο υφίσταται τέτοιος κίνδυνος θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του γεγονότα που να καταδεικνύουν τέτοιο κίνδυνο και αφού το ίδιο ζητήσει οποιαδήποτε συμπληρωματική πληροφορία από τη χώρα έκδοσης .».
  1. Σε επίπεδο ΔΕΕ, στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις Aranyosi, C‑404/15 και Caldararu, C‑659/15 PPU, 05/04/2016, για το ίδιο ζήτημα, αποφασίστηκε, ότι: «. τα άρθρα 1, παράγραφος 3, 5 και 6, παράγραφος 1, της Αποφάσεως-Πλαισίου έχουν την έννοια ότι, εφόσον υπάρχουν αντικειμενικά, αξιόπιστα, συγκεκριμένα και δεόντως ενημερωμένα στοιχεία τα οποία μαρτυρούν την ύπαρξη είτε συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών είτε πλημμελειών που επηρεάζουν ορισμένες ομάδες προσώπων ή ακόμη ορισμένα κέντρα κράτησης όσον αφορά τις συνθήκες κράτησης στο κράτος μέλος έκδοσης, η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει να εκτιμήσει, συγκεκριμένα και με ακρίβεια, αν συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης με σκοπό την άσκηση ποινικών διώξεων ή την εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής θα διατρέξει, λόγω των συνθηκών κράτησής του στο κράτος μέλος έκδοσης, πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη, σε περίπτωση παράδοσής του στο εν λόγω κράτος μέλος. Προς τον σκοπό αυτό, οφείλει να ζητήσει την προσκόμιση συμπληρωματικών πληροφοριών από την δικαστική αρχή έκδοσης, η οποία, αφού λάβει, εφόσον παραστεί ανάγκη, τη συνδρομή της κεντρικής αρχής ή μιας εκ των κεντρικών αρχών του κράτους μέλους έκδοσης, κατά την έννοια του άρθρου 7 της αποφάσεως-πλαισίου, οφείλει να διαβιβάσει τις πληροφορίες αυτές εντός της προθεσμίας που τάσσεται σε τέτοιο αίτημα. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει να αναβάλει την απόφασή της περί της παράδοσης του οικείου προσώπου έως ότου παραλάβει τις συμπληρωματικές πληροφορίες βάσει των οποίων μπορεί να αποκλείσει την ύπαρξη ενός τέτοιου κινδύνου. Εάν η ύπαρξη τέτοιου κινδύνου δεν μπορεί να αποκλειστεί εντός εύλογης προθεσμίας, η εν λόγω αρχή οφείλει να αποφασίσει εάν πρέπει να θέσει τέρμα στη διαδικασία παράδοσης.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  2. Όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη νομολογία, όπου το Δικαστήριο έχει στην διάθεση του στοιχεία [αντικειμενικά, αξιόπιστα, συγκεκριμένα και δεόντως ενημερωμένα], τα οποία μαρτυρούν πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης κρατουμένων στο κράτος μέλος έκδοσης του ΕΕΣ, οφείλει να τηρήσει την διαδικασία που καθορίζεται σε αυτήν από το ΔΕΕ, [βλ. στις σκέψεις 89 έως 104 της απόφασης του στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις Aranyosi, C‑404/15 και Caldararu, C‑659/15 PPU, 05/04/2016 ανωτέρω]. Αυτή, συνοψίζεται στο Εγχειρίδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον Τρόπο Έκδοσης και Εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της 28ης/09/2017, C
(2017)6389 final, στις σελίδες 53 και
  1. Πρόκειται για μία διαδικασία τεσσάρων σταδίων, που στην προκείμενη περίπτωση, λόγω των περιστάσεων της υπόθεσης, βάσει των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, ενδιαφέρουν οι πρώτες δύο: (α) Το Δικαστήριο, ελέγχει, κατ' αρχήν, την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης του Εκζητούμενου λόγω των «γενικών» συνθηκών κράτησης στο κράτος μέλος έκδοσης του ΕΕΣ; Και (β) εάν ένας τέτοιος κίνδυνος διαπιστωθεί, πριν από οτιδήποτε άλλο (δηλαδή, τα στάδια της διαδικασίας με αριθμό 3 και 4), το Δικαστήριο προχωρά να ελέγξει κατά πόσο υπάρχουν «σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι» να θεωρείται ότι υφίσταται τέτοιος πραγματικός κίνδυνος απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης «στις συγκεκριμένες περιστάσεις της περίπτωσης του Εκζητούμενου».
  2. Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, ο Εκζητούμενος, για να μπορούσε να επιτύχει η ένστασης του και να μην εκτελεστεί το Ένταλμα από το Δικαστήριο [στην περίπτωση φυσικά που έκρινε ότι η διακριτική του ευχέρεια θα ήταν ορθό και δίκαιο να ασκηθεί προς όφελος του Εκζητούμενου] για να παραδοθεί από τις Αρχές της Δημοκρατίας στις Ελληνικές Αρχές, θα έπρεπε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, στοιχεία «αντικειμενικά, αξιόπιστα, συγκεκριμένα και δεόντως ενημερωμένα», έτσι ώστε να τεκμηρίωνε την ύπαρξη ενός τέτοιου κινδύνου «στις συγκεκριμένες περιστάσεις της περίπτωσης του.».
  3. Ο Εκζητούμενος, ως προαναφέρθηκε, βάσισε ουσιαστικά την προαναφερόμενη θέση του, στην Έκθεση της CPT. Ο ίδιος, δεν κατέθεσε στην διαδικασία και δεν παρουσίασε οτιδήποτε σχετικά με τις περιστάσεις του, ώστε αυτές να μπορούσαν να συνεξεταστούν σχετικά με το ζήτημα της αιτούμενης παράδοσης του για έκτιση της ποινής φυλάκισης που του επέβαλε το Αλλοδαπό Δικαστήριο στις προαναφερόμενες Ελληνικές Φυλακές. Ενώ, ήταν εμφανές ότι, και ο XXXXX Παρασκευά, ΜΥ, βάσισε την γνωμάτευση του στην εν λόγω Έκθεση της CPT, χωρίς να ήταν σε θέση να καταθέσει, κατά τον χρόνο της ακρόασης της μαρτυρίας του από το Δικαστήριο, για την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων στις Ελληνικές Φυλακές, και προέβη, σχετικά με αυτές, ερωτώμενος για το ζήτημα αυτό κατά την αντεξέταση του, σε εικασίες. Λόγω της σημασίας που αποδίδει ο Εκζητούμενος στην Έκθεση της CTP για την υπεράσπιση του, θεωρώ ορθό, πριν από οτιδήποτε άλλο, να αναφερθώ στο αντίκρισμα που τέτοιες εκθέσεις της CPT μπορούν να έχουν από το Δικαστήριο, κατά την εξέταση αιτημάτων του είδους. Διαφωτιστική, είναι η σχετική με το θέμα, νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής καλούμενο «το Ε.Δ.Α.Δ.»)
  4. Το Ε.Δ.Α.Δ., λοιπόν, σε ότι αφορά τα πρότυπα που έχουν αναπτυχθεί από την CPT, [επί των οποίων οι διάφορες εκθέσεις της στηρίζονται], και την αποτίμηση τους κατά την εξέταση υποθέσεων που αφορούν ισχυριζόμενη παραβίαση του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α., έχει ήδη αποφανθεί. Η νομολογιακή προσέγγιση του Ε.Δ.Α.Δ. για το ζήτημα αυτό, φαίνεται στην απόφαση του στην υπόθεση Mursic v Croatia, Application no. 7334/13, 20/10/
  5. Θα παραθέσω τις σχετικές αρχές, αμέσως μετά.
  6. Πριν όμως το πράξω αυτό, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ, στο σκεπτικό της γνωμάτευσης των Δικαστών του Ε.Δ.Α.Δ., Pastor Vilanova και Γιώργου Σεργίδη, στην απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Danilczuk v Cyprus, Application no. 21318/12, 03/07/2018, το οποίο, εκτός του ότι, κατά την κρίση μου, είναι ευθυγραμμισμένο με την νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ. και δη με το σκεπτικό του στην υπόθεση Mursic v Croatia, Application no. 7334/13, 20/10/2016 ανωτέρω, απαντά, βρίσκω, σε μεγάλο βαθμό, κατά τρόπον απορριπτικό, όπως θα επεξηγήσω στην συνέχεια, στην προαναφερόμενη θέση του Εκζητούμενου.
  7. Στην προαναφερόμενη υπόθεση Danilczuk v Cyprus, Application no. 21318/12, 03/07/2018, λοιπόν, οι Δικαστές του Ε.Δ.Α.Δ., Pastor Vilanova και Γιώργος Σεργίδης, ήταν της γνώμης ότι, έκαστη υπόθεση που αφορά ισχυριζόμενη παραβίαση του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α., πρέπει να αποφασίζεται βάσει των περιστάσεων της, και όχι, απλά, στη βάση εκθέσεων της CPT, εφόσον, τέτοια προσέγγισης, θα επέφερε αποτελέσματα, πραγματικά και νομικά απαράδεκτα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση, εάν τέτοιες υποθέσεις αποφασίζονταν αποκλειστικά στη βάση εκθέσεων της CPT, και όχι και επί των ιδιαίτερων γεγονότων τους, αυτό θα ισοδυναμούσε, χωρίς διάκριση, με εύρημα περί παραβίασης του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α., στην περίπτωση του κάθε κρατουμένου, ο οποίος, όταν πραγματοποιήθηκε η επίσκεψη της CPT στο συγκεκριμένο κέντρο κράτησης το οποίο η έκθεσης της αφορά, ήταν φυλακισμένος εκεί, χωρίς περαιτέρω εξέταση των ειδικών περιστάσεων της υπόθεσης του. Επισημαίνοντας, μάλιστα, οι έντιμοι Δικαστές, για να δικαιολογήσουν το προαναφερόμενο σκεπτικό τους, τον ρόλο του Ε.Δ.Α.Δ, που, όπως, σημειώνουν, διαφέρει από αυτόν της CPT. Ο ρόλος της CPT, αναφέρουν, είναι προληπτικός, ενώ, του Ε.Δ.Α.Δ., να αποφανθεί περί παραβίασης του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α., με βάση τα συγκεκριμένα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του [iv].
  8. Τα προαναφερόμενα, ως σκέψεις, είναι βεβαίως πλήρως δικαιολογημένα, από την νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ. Στην προαναφερόμενη απόφαση του στην υπόθεση Mursic v Croatia, Application no. 7334/13, 20/10/2016, το Ε.Δ.Α.Δ., για το ίδιο ζήτημα, αναφέρεται [με παραπομπή και στη νομολογία του], στις σκέψεις από 111 έως 113: «
  9. With regard to the standards developed by other international institutions such as the CPT, the Court would note that it has declined to treat them as constituting a decisive argument for its assessment under Article 3 (see, for instance, Orchowski, cited above, § 131; Ananyev and Others, cited above, §§ 144-145; Torreggiani and Others, cited above, §§ 68 and 76; see also Sulejmanovic, cited above, § 43; Tellissi v. Italy (dec.), no. 15434/11, § 53, 5 March 2013; and G.C. v. Italy, no. 73869/10, § 81, 22 April 2014). The same applies with regard to the relevant national standards, which, although capable of informing the Court's decision in a particular case (see Orchowski, cited above, § 123), cannot be considered decisive for its finding under Article 3 (see, for instance, Pozaić, cited above, § 59; and Neshkov and Others, cited above, § 229).
  10. The central reason for the Court's reluctance to take the CPT's available space standards as a decisive argument for its finding under Article 3 relates to its duty to take into account all relevant circumstances of a particular case before it when making an assessment under Article 3, whereas other international institutions such as the CPT develop general standards in this area aiming at future prevention (see paragraph 47 above; see also, Trepashkin, cited above, § 92; and Jirsák, cited above, § 63). Likewise, the relevant national standards vary widely and operate as general requirements of adequate accommodation in a particular penitentiary system (see paragraphs 57 and 61 above).
  11. Moreover, as the CPT has recognised, the Court performs a conceptually different role to the one assigned to the CPT, whose responsibility does not entail pronouncing on whether a certain situation amounts to inhuman or degrading treatment or punishment within the meaning of Article 3 (see paragraph 52 above). The thrust of CPT activity is pre-emptive action aimed at prevention, which, by its very nature, aims at a degree of protection that is greater than that upheld by the Court when deciding cases concerning conditions of detention (see paragraph 47 above, the First General Report, § 51). In contrast to the CPT's preventive function, the Court is responsible for the judicial application in individual cases of an absolute prohibition against torture and inhuman or degrading treatment under Article 3 (see paragraph 46 above). Nevertheless, the Court would emphasise that it remains attentive to the standards developed by the CPT and, notwithstanding their different positions, it gives careful scrutiny to cases where the particular conditions of detention fall below the CPT's standard of 4 sq. m (see paragraph 106 above).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  12. Προκύπτει από το σκεπτικό του, ότι, τα πρότυπα που έχουν δημιουργηθεί από την CPT, δεν αποτελούν, ακόμη και για το ίδιο το Ε.Δ.Α.Δ., αποφασιστικό παράγοντα εκτίμησης παραβιάσεων του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α. Και τούτο, επειδή, ο σκοπός της CPT, είναι η ανάπτυξης γενικών προτύπων που στοχεύουν στην πρόληψη μελλοντικών παραβιάσεων του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α., σε αντίθεση με το Ε.Δ.Α.Δ. που έχει ως καθήκον του να αποφασίζει επί ισχυριζόμενων παραβιάσεων του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α., στη βάση όλων των σχετικών περιστάσεων της κάθε υπόθεσης ξεχωριστά. Ο ρόλος των δύο, ως αναγνωρίζεται και από την ίδια την CPT [βλ. για την αιτιολογία, στην προαναφερόμενη απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ.], είναι διαφορετικός, εφόσον, ευθύνη της, ως έχει προαναφερθεί, είναι η αποτροπή παραβιάσεων του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α. Δράση της, που, από την φύση της, σύμφωνα με το Ε.Δ.Α.Δ., στοχεύσει σε ένα βαθμό προστασίας που είναι υψηλότερος από αυτόν που υιοθετεί το Ε.Δ.Α.Δ. για τις αποφάσεις του.
  13. Έχοντας κατά νουν τις προαναφερόμενες αρχές, καταλήγω σε απόρριψη της γνώμης του XXXXX Παρασκευά, ΜΥ και κατ' επέκταση της προαναφερόμενης θέσης του Εκζητούμενου, για τους ακόλουθους λόγους.
  14. Η Έκθεση της CPT, αφορά την επίσκεψη της στην Ελλάδα, κατά την περίοδο μεταξύ της 28ης Μαρτίου και της 9ης Απριλίου του έτους 2019, ενώ το αίτημα των Ελληνικών Αρχών για την έκδοση του Εκζητούμενου εξετάζεται, στο παρόν στάδιο, ενάμισι περίπου χρόνο μετά. Η Ελληνική Δημοκρατία, έχει, ως αναφέρεται στην 1η σελίδα της Έκθεσης της CPT, βάσει και των αναφερομένων της CPT στην παράγραφο 4 της σελίδας 8, ήδη ανταποκριθεί σε αυτή με σχετική της Έκθεση Απόκρισης (βλ. CPT/Inf
(2020)16). Ως εκ τούτου, λόγω και της παρέλευσης σημαντικού χρονικού διαστήματος από την επίσκεψη της CPT στην Ελλάδα, δεν μπορεί να αποτελέσει εύρημα του Δικαστηρίου, ότι, τα όσα στοιχεία περιλαμβάνονται στην Έκθεση της CPT, σε ότι αφορά τις συνθήκες κράτησης στις Ελληνικές Φυλακές, αντανακλούν στην σημερινή κατάσταση πραγμάτων. Πόσο μάλλον, στην βάση του περιεχομένου της Έκθεσης της CPT και μόνο, το Δικαστήριο, δεδομένης και της προαναφερόμενης νομολογίας του Ε.Δ.Α.Δ. σχετικά με τα πρότυπα που έχουν δημιουργηθεί από την CPT την δράση και τον σκοπό της, να συμπεράνει ότι, λόγω των συνθηκών κράτησης στις Ελληνικές Φυλακές, ως εκεί περιγράφονται, γενικά υφίσταται σήμερα, πραγματικός κίνδυνος απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης κρατουμένων σε αυτές. Και ακόμη περαιτέρω, ότι, στις συγκεκριμένες περιστάσεις της περίπτωσης του Εκζητουμένου, [και επειδή ο Εκζητούμενος θα μεταφερθεί για να εκτίσει την ποινή φυλάκισης που του έχει επιβληθεί από το Αλλοδαπό Δικαστήριο βάσει της Εκτελεστής Απόφασης, στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης ή στο Κατάστημα Κράτησης Νιγρίτας που αναφέρονται στην Έκθεση της CPT], ότι υφίστανται σήμερα σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι ότι, εάν το αίτημα για εκτέλεση του Εντάλματος των Ελληνικών Αρχών ικανοποιηθεί, ένας τέτοιος πραγματικός κίνδυνος απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης του, υφίσταται.
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, είναι πολύ σημαντικό να αναφερθεί, ότι, οι Ελληνικές Αρχές, δια του Αντιεισαγγελέα Εφετών, XXXXX Ηλ. Μπακέλα, με την προαναφερόμενη επιστολή της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης προς την Κεντρική Αρχή, ημερομηνίας 11/09/2020, Τεκμήριο 6, έχουν διαβεβαιώσει ότι, ο Εκζητούμενος, «δεν υφίσταται κίνδυνος να υποστεί κατά την διάρκεια της κράτησης του, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση λόγω των συνθηκών κράτησης του, ανεξάρτητα από το σωφρονιστικό ίδρυμα στο οποίο θα κρατηθεί.».
  2. Η σημασία της προαναφερόμενης διαβεβαίωσης των Ελληνικών Αρχών, έγκειται στα εξής.
  3. Επικρατεί η άποψης και υπάρχουν και Δικαστικές αποφάσεις που την υποστηρίζουν [τόσο του Ε.Δ.Α.Δ., όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου], ότι, όταν η αιτούσα χώρα είναι [συμβαλλόμενο] μέρος στην Ε.Σ.Δ.Α. τότε, το Δικαστήριο που εξετάζει το αίτημα έκδοσης, το εξετάζει με δεδομένο ότι, το γεγονός της υιοθέτησης της Ε.Σ.Δ.Α. από το κράτος αυτό, δημιουργεί τεκμήριο ότι το εν λόγω κράτος εκπληρώνει, μπορεί να εκπληρώσει και ότι όντως θα εκπληρώσει στην συγκεκριμένη περίπτωση, τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με την Ε.Σ.Δ.Α. Αυτό το τεκμήριο, είναι φυσικά μαχητό και δύναται να καταρριφθεί από σαφή και πειστική μαρτυρία ότι η έκδοσης θα είναι ασύμβατη με τα δικαιώματα του εκζητούμενου προσώπου, ως αυτά κατοχυρώνονται από την Ε.Σ.Δ.Α. [v]
  4. Κάτι το πολύ συνηθισμένο σε διαδικασίες έκδοσης, είναι, η αιτούσα χώρα, να δίδει διαβεβαιώσεις στην Δημοκρατία, ότι, ο εκζητούμενος, εάν διαταχθεί από το Δικαστήριο η έκδοσης του, δεν θα τύχει σε αυτή, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Κατά την εξέταση του κατά πόσο ένας εκζητούμενος αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο ότι θα τύχει απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης, σε περίπτωση έκδοσης του στην αιτούσα χώρα, το Δικαστήριο εξετάζει, τόσο την γενική κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην χώρα έκδοσης, όσο και τα ειδικά χαρακτηριστικά ή περιστάσεις του εκζητούμενου. Εάν διαβεβαιώσεις έχουν δοθεί από το κράτος μέλος έκδοσης του ΕΕΣ σχετικά με το ότι ένας τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται, τότε, αυτό, είναι ένα στοιχείο που λαμβάνεται από το Δικαστήριο υπόψη κατά την εξέταση του αιτήματος.
  5. Ως έχει νομολογηθεί, τέτοιου είδους διαβεβαιώσεις, όταν δίδονται μεταξύ κρατών, που έχουν ανεπτυγμένες διπλωματικές σχέσεις, δεσμούς και πολυετή συνεργασία [με επιτυχία στις διμερή συμβάσεις τους, διαχρονικά], δημιουργούν τεκμήριο ως προς το ότι δίδονται καλόπιστα και ότι θα τιμηθούν. [Βλ. Ahmad and Aswat v The Governor of the United States of America [2006] EWHC 2927 (Admin) [vi], Serbeh v Governor of HMP Brixton [2002] E.W.H.C. 2356 (Admin) και Re Χαρατσίδης, ECLI:CY:AD:2016:A176, Πολιτική Έφεση Αρ. 394/2014, 28/03/2016 (κατ' αναλογίαν)].
  6. Στην προκείμενη περίπτωση, αιτούσα χώρα, είναι η Ελλάδα, η οποία είναι συμβαλλόμενη στην Ε.Σ.Δ.Α. και οι Αρχές της, ως προαναφέρθηκε, σε ότι αφορά το αίτημα τους για έκδοση του Εκζητούμενου σε αυτήν, έχουν παράσχει την προαναφερόμενη διαβεβαίωση. Κρίνω, ότι, η γενική κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα, και οι σχέσεις, οι δεσμοί και η συνεργασία της με την Δημοκρατία, δικαιολογεί το Δικαστήριο, να δώσει στην εν λόγω διαβεβαίωση, για την απόφαση του, βαρύτητα (βλ. Othman v United Kingdom, Application no. 8139/09, 17/01/2012, τις σκέψεις από 186 μέχρι 189).
  7. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μεσαρίτη ν Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. 256/2017, 24/10/2017, ανωτέρω: «Η Ελλάδα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Είναι βάσιμο, συνεπώς, το συμπέρασμα ότι η Ελλάδα, ως αιτούσα χώρα (requesting state) θα εξασφαλίσει δίκαιη δίκη και πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του Εφεσείοντα.».
  8. Απόλυτα σχετική, είναι και η απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν Γενικού Εισαγγελέα
(2013)1 Α.Α.Δ. 1977, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Οι εκ προοιμίου αιτιάσεις του εφεσείοντα ότι, στην περίπτωση που εκδοθεί στην Ελλάδα, θα παραβιασθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα του, δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να γίνουν αποδεκτές καθότι αυτό θα συνιστούσε απαράδεκτη απαξίωση του ποινικού συστήματος μιας χώρας μέλους της ΕΕ, με όλες τις αυτονόητες αρνητικές συνέπειες σ' ότι αφορά την αμοιβαία εκτίμηση και σεβασμό που πρέπει να επιδεικνύεται μεταξύ των δικαστικών αρχών των Κρατών Μελών της ΕΕ. Υπενθυμίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδιαίτερα στον τομέα της ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη (confidence and trust) η οποία είναι απαραίτητο να υπάρχει μεταξύ των Κρατών Μελών, δεδομένου του κοινού νομικού πολιτισμού των Κρατών Μελών αλλά και της τήρησης των ελαχίστων ευρωπαϊκών επιπέδων που ισχύουν σε όλα τα Κράτη Μέλη στα ζητήματα της απονομής της δικαιοσύνης. Θεωρούμε, επομένως, ως δεδομένο ότι οι δικαστικές αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας θα διασφαλίσουν τον πλήρη σεβασμό όλων των δικαιωμάτων του εφεσείοντα και, σ' ότι αφορά τις Δικαστικές Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκτιμούμε ότι, σεβόμενες τις υποχρεώσεις της, ως Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορούν να δεχθούν ότι σε άλλο Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης, όπως είναι η Ελλάδα, μπορεί να θεωρηθεί, εκ προοιμίου και χωρίς απόδειξη, ότι το δικαστικό και σωφρονιστικό σύστημα πάσχει ή είναι κατώτερο του αναμενομένου. Το ίδιο βέβαια, αναμένουν και οι Δικαστικές Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι δέχονται και αναγνωρίζουν και τα άλλα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το δικαστικό και σωφρονιστικό σύστημα της Κυπριακής Δημοκρατίας.» [vii]. 47. Το Άρθρο 3 της Ε.Σ.Δ.Α. επισημαίνω, και καταλήγω με αυτό, καθιστά παράνομο για την Δημοκρατία να εκδώσει εκζητούμενο πρόσωπο σε χώρα στην οποία, σύμφωνα με τις προβλέψεις, υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να τύχει μεταχείρισης κατά τρόπο ασύμβατο με τις διατάξεις του. Σύμφωνα με την νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ., ο ουσιώδης χρόνος για σκοπούς εξέτασης του κινδύνου παραβίασης των προνοιών του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α., είναι ο χρόνος κατά τον οποίο εξετάζεται το αίτημα για έκδοση (βλ. Chahal v Ηνωμένου Βασιλείου
(1996)23 Ε.Η.R.R. 413). Στο Δικαστήριο, πρέπει να καταδειχθεί ότι, κατά τον χρόνο αυτό, ενυπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι να πιστεύεται ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης του εκζητούμενου στην αιτούσα χώρα, του απαιτούμενου βαθμού σοβαρότητας. Για να υφίσταται το στοιχείο του πραγματικού κίνδυνου, υπό την έννοια που έχει προαναφερθεί, πρέπει αυτός, να μην είναι απλά μία πιθανότητα. Είναι πραγματικά υπαρκτός, όταν καταδειχθεί στο Δικαστήριο ότι είναι πέραν από απλά πιθανός, σε βαθμό που υπολείπεται μιας μεγαλύτερης δυνατότητας, ότι, ως γεγονός δεν θα επισυμβεί [«a real risk is more than a mere possibility but is less than a greater probability than not that an event would occur» βλ. R (Lodhi) v Secretary of State for the Home Department [2010] E.W.H.C. 567 (Admin)].
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, ως έχει προαναφερθεί, πέραν της Έκθεσης της CPT και της γνώμης του XXXXX Παρασκευά, ΜΥ, που βασίστηκε σε αυτή, δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, στοιχεία που να καταδεικνύουν, ότι, στο παρόν στάδιο που εξετάζεται το αίτημα των Ελληνικών Αρχών για έκδοση του Εκζητούμενου, υφίσταται, σε περίπτωση εκτέλεσης του Εντάλματος από το Δικαστήριο, πραγματικός κίνδυνος απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης του στην Ελληνική Δημοκρατία, λόγω των συνθηκών κράτησης στις συγκεκριμένες Ελληνικές Φυλακές στις οποίες θα μεταφερθεί για να εκτίσει την ποινή φυλάκισης που του επέβαλε το Αλλοδαπό Δικαστήριο, του απαιτούμενου βαθμού σοβαρότητας. Υπό αυτές τις περιστάσεις, ως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο, βασίζεται στην προαναφερόμενη διαβεβαίωση των Ελληνικών Αρχών, ότι δεν υφίσταται κίνδυνος σε περίπτωση έκδοσης του Εκζητούμενου, παραβίασης του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α., για την απόφαση του (βλ. τις αποφάσεις του ΔΕΕ στις υποθέσεις Dorobantu, C‑128/18, 15/10/2019 και ML, C-220/18 PPU, 25/07/2018).
  2. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, εγκρίνεται η εκτέλεση του Εντάλματος. Διατάσσεται όπως ακολουθηθούν οι πρόνοιες του Άρθρου 29
(1)του Νόμου, το αργότερο εντός 10 ημερών από σήμερα. Ο Εκζητούμενος, στο μεταξύ, να τεθεί και παραμείνει υπό κράτηση. Κάθε προγενέστερη διαταγή του Δικαστηρίου, σχετική με την απόλυση του Εκζητουμένου με εγγύηση, ακυρώνεται. 50. Ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής, να κοινοποιήσει την απόφαση του Δικαστηρίου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας, για ενημέρωση [και] του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, XXXXX Καμηλάρη, της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης της Ελληνικής Δημοκρατίας. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Η θέσης αυτή του Εκζητούμενου, συνοψίζεται στην σελίδα 15 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου υπεράσπισης του, στην τελευταία παράγραφο [που συνεχίζει και στην σελίδα 16]. Η τοποθέτησης του, είναι η εξής: «Είναι η θέση του Εκζητούμενου ότι στην περίπτωση που, όπου ζητείται να παραδοθεί στην Ελλάδα για έκτιση της ποινής που του επιβλήθηκε σε ερήμην δικαστική διαδικασία, δυνάμει ΕΕΣ, θα πρέπει σύμφωνα με την Απόφαση-Πλαίσιο, το Νόμο και την Νομολογία να δοθούν σαφής και ξεκάθαρες εγγυήσεις ότι η υπόθεση του θα δικαστεί εκ νέου, . Οι Ελληνικές Αρχές, δεν έδωσαν οποιαδήποτε διαβεβαίωση που να συνιστά εγγύηση ότι η υπόθεση του Εκζητούμενου θα δικαστεί εκ νέου, αλλά διαδικασίες μέσα από τις οποίες ενδεχομένως να οδηγήσουν στην εκ νέου επανεκδίκαση.». [ii] Στο Εγχειρίδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον Τρόπο Έκδοσης και Εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της 28ης/09/2017, C
(2017)6389 final, στην σελίδα 51 αναφέρεται: «Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C 399/11, Melloni, αφορούσε το ερώτημα σχετικά με το κατά πόσον το άρθρο 4α παράγραφος 1 της απόφασης πλαισίου για το ΕΕΣ έχει την έννοια ότι απαγορεύει στις δικαστικές αρχές εκτέλεσης, στις περιπτώσεις που προσδιορίζονται στην εν λόγω διάταξη, να εξαρτούν την εκτέλεση ΕΕΣ εκδοθέντος για τους σκοπούς της εκτέλεσης ποινής από την προϋπόθεση ότι η εκδοθείσα ερήμην καταδικαστική απόφαση μπορεί να αναθεωρηθεί εντός του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 4α παράγραφος 1 της απόφασης πλαισίου για το ΕΕΣ παρέχει λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης ΕΕΣ εκδοθέντος για τον σκοπό της εκτέλεσης ποινής, εάν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο καταδικάστηκε ερήμην. Ωστόσο, η προαιρετική αυτή δυνατότητα συνοδεύεται από τέσσερις εξαιρέσεις, οι οποίες προσδιορίζονται στο άρθρο 4α παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, στις εν λόγω τέσσερις περιπτώσεις, η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν μπορεί να εξαρτά την παράδοση προσώπου που καταδικάστηκε ερήμην από τη δυνατότητα αναθεώρησης της καταδικαστικής απόφασης με την αυτοπρόσωπη παρουσία του ιδίου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iii] Στην υπόθεση Said v Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. 279/2015, 17/11/2015, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην προγενέστερα εκδοθείσα απόφαση του στην υπόθεση Constantinides v Γενικού Εισαγγελέα, ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, 05/03/2015, αποφάσισε ότι, η μη συμπλήρωσης του ΕΕΣ, σε σημείο του όπου σύμφωνα με τον Νόμο απαιτείται η παροχή δια αυτού νομικών εγγυήσεων, όπως π. χ. βάσει του Άρθρου 14
(2)του Νόμου, δεν συνιστά παράβαση του Άρθρου 4
(4)του Νόμου, που προβλέπει για υποχρεωτική συμπλήρωση του εντύπου [στο Παράρτημα του Νόμου], και δεν οδηγεί σε απόρριψη του αιτήματος προς εκτέλεση του. Οι απαραίτητες νομικές εγγυήσεις, δύναται να εξασφαλισθούν, ή σε κάθε περίπτωση, τα στοιχεία που είναι απαραίτητα, ώστε να παρέχεται ευχέρεια εξέτασης του ζητήματος της συνδρομής των νομικών εγγυήσεων ή και της επάρκειας τους, να συμπληρωθούν, δια της διαδικασίας που προνοείται από το Άρθρο 21
(2)του Νόμου. Βλ. επίσης, Κυριάκου ν Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. 196/2013, 19/07/
  1. [iv] Σχετικές με τα προαναφερόμενα, είναι οι σκέψεις 15 και 16 των Δικαστών του Ε.Δ.Α.Δ., Pastor Vilanova και Γιώργου Σεργίδη, στην εν λόγω απόφαση τους στην υπόθεση Danilczuk v Cyprus, Application no. 21318/12, 03/07/2018, τις οποίες παραθέτω: «
  2. We respectfully disagree with the majority that "the CPT's and the Ombudsman's reports that cover the relevant period lend credence to the applicant's allegations" (see paragraph 59 of the judgment). The two CPT reports are based on visits which were made, respectively, more than 2 years before the applicant's detention and about eighteen months after his release. Hence, the "before and after" argument should not be applied in the present case: this argument could only be valid or give rise to strong presumption if the same thing happened immediately or at least within a reasonable time before, as well as immediately or within a reasonable time after, an event and not when a significant period of time has elapsed since the relevant event. Furthermore, the Ombudsman merely reiterated what was stated in the first CPT report, and her report was published before the applicant was transferred to the renovated cell. In any event, the applicant's case should be judged in the light of the facts of his case and not on the basis of the assumptions contained in the CPT's reports, which are not even chronologically relevant to the applicant's situation. In addition, as is rightly emphasised in paragraph 51 of the judgment, the CPT has a preventive role, whereas the Court has to adjudicate on the basis of the particular facts before it. It is important to underline that the applicant did not make any submissions in reply to the Government. Instead, he decided to send a copy of the CPT's 2014 report to the Court on the assumption that the report would substantiate his case (see paragraph 53 of the judgment). However, this report (see paragraph 29 of the judgment) supports the Government's allegation that Block 2A, which was earmarked for convicted prisoners, had been completely renovated. In this connection, it is important to note that the safeguarding and effective protection of a right under the Convention, in the present case of the applicant's right under Article 3, does not depend only on the practical and effective interpretation and application of the relevant Convention provision by the Court, but also on the proper handling of the case by an applicant. In other words, the Convention mechanism for the effective protection of a right in line with the principle of effectiveness, which is inherent in the Convention, cannot be triggered unless a case is properly handled by the applicant. In the present case, however, we are unable to conclude that the applicant presented and proved his case sufficiently.
  3. If a case were to be decided only on the basis of CPT reports and not on its facts, this would amount to finding a violation of Article 3 in the case of every detainee, without distinction, who was held in the Nicosia Central Prisons during the period of 12 May 2008 to 1 October 2013, when the CPT's first and second visits took place, without any further examination of the specific facts of his or her case. But such a result would surely not be factually and legally acceptable.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [v] To Ε.Δ.Α.Δ., μέσα από την νομολογία του, φαίνεται ότι είναι πολύ επιφυλακτικό στο να αποδεχθεί ότι η διαδικασία έκδοσης μεταξύ κρατών, στα πλαίσια διεθνών συμβάσεων για συνεργασία στο τομέα του ποινικού δικαίου, παραβιάζει τις πρόνοιες του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α. Εκτός των περιπτώσεων που αφορούν την θανατική ποινή, που δεν είναι συχνές, πολύ σπάνιες είναι οι περιπτώσεις όπου έχει βρεθεί από το Ε.Δ.Α.Δ., ότι υπήρξε παραβίασης των προνοιών του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α. στις περιπτώσεις όπου η έκδοσης του εκζητούμενου, αφορούσε αίτημα συνδρομής που είχε υποβληθεί από κράτος με μεγάλο ιστορικό σεβασμού της Δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου (Βλ. Harkins and Edwards v Ηνωμένο Βασίλειο, Αpplications Νnos. 9146/07 and 32650/07, 17/01/2012). [vi] Στην υπόθεση Ahmad and Aswat v The Governor of the United States of America [2006] EWHC 2927 (Admin), Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου, με τρόπο πειστικό, επεξηγεί τον λόγο γιατί: «
  4. For all the reasons I have given I would dismiss these appeals. Taking stock of the whole case, I would make these final observations. There are I think two factors which constitute important, and justified, obstacles to the appellants' claims. They are obstacles which might arise in other cases. The first is the starting-point: Kennedy LJ's observation in Serbeh that "there is (still) a fundamental assumption that the requesting state is acting in good faith". This is a premise of effective relations between sovereign States. As I have said the assumption may be contradicted by evidence; and it is the court's plain duty to consider such evidence (where it is presented) on a statutory appeal under the 2003 Act. But where the requesting State is one in which the United Kingdom has for many years reposed the confidence not only of general good relations, but also of successive bilateral treaties consistently honoured, the evidence required to displace good faith must possess special force. The second obstacle is linked to the first. It is a general rule of the common law that the graver the allegation, the stronger must be the evidence to prove it. In this case it has been submitted that the United States will violate, at least may violate, its undertakings given to the United Kingdom. That would require proof of a quality entirely lacking here.
  5. This court acts on the faith that the United States will be true to the spirit and the letter of the Diplomatic Notes and the obligations of the 1972 Treaty. It goes without saying that they will be true to the US Constitution. The terms of this judgment express the legal expectations and understanding of the United Kingdom court. I apprehend that these will be well fulfilled and honoured when the appellants are extradited.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [vii] Βλ. επίσης, Sprogis ν Γενικού Εισαγγελέα, ECLI:CY:AD:2018:A532, Πολιτική Έφεση Αρ. 251/2018, 10/12/2018, Μιχαηλίδης ν Γενικού Εισαγγελέα
(2013)1 Α.Α.Δ. 1764 . cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.