← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΟΥ ΥΠΑΣΤΥΝΟΜΟΥ ΑΖΑ, Αίτηση με Αρ.: 379/2020., 6/11/2020

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΟΥ ΥΠΑΣΤΥΝΟΜΟΥ ΑΖΑ, Αίτηση με Αρ.: 379/2020., 6/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B268 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Αίτηση με Αρ.: 379/

  1. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2007, ΝΟΜΟΣ 188(I)/2007 -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΟΥ ΥΠΑΣΤΥΝΟΜΟΥ XXXXX ΑΖΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΣΤΕΓΗΣ, ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ, ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, CYPRUS POPULAR BANK CO LTD, ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ {ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, EUROBANK CYPRUS LTD, ASTROBANK PUBLIC COMPANY LTD, RCB BANK (CYPRUS) LTD, SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LTD, ALPHA BANK CYPRUS LTD, BANQUE SBA, ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., FIRST INVESTMENT BANK LTD, ARAB JORDAN INVESTMENT BANK SA, BANK OF BEIRUT SAL, BANKMED SAL, BANQUE BEMO SAL, BBAC SAL, BLOM BANK SAL, BYBLOS BANK SAL, CREDIT LIBANAIS SAL, IBL BANK SAL, JORDAN AHLI BANK PLC, JORDAN KUWAIT BANK PLC, LEBANON AND GULF BANK SAL, PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY COMMERCIAL BANK "PRIVATBANK", CENTRAL COOPERATIVE BANK PLC KAI JCC PAYMENT SYSTEMS, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 30/10/2020 ------------------- Ημερομηνία: 06/11/
  2. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: O Αιτητής, Υπαστυνόμος XXXXX Αζάς, Παρών. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Το Αίτημα
  3. Ο Αιτητής, ως προκύπτει από την νομική βάση της Αίτησης του, βασίζει το Αίτημα του προς στο Δικαστήριο, στον περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο του 2007, Νόμος 188(I)/2007 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος») και ειδικότερα, στις πρόνοιες του Μέρους 5 αυτού, στο οποίο περιλαμβάνονται τα Άρθρα από 44 έως και
  4. Επίκλησης, από τον Αιτητή, γίνεται και των Άρθρων 3, 4 και 5 του Νόμου, εφόσον, ως είναι προφανές, οι πρόνοιες τους, σχετίζονται με τις διατάξεις των προαναφερόμενων Άρθρων από 44 έως και 49 του Νόμου.
  5. Το Αίτημα του Αιτητή, στοχεύει στην έκδοση διατάγματος αποκάλυψης πληροφοριών, εναντίον αριθμού προσώπων που μνημονεύονται στην Αίτηση του. Ως εκ τούτου, για την έγκριση του, ο Αιτητής είναι προφανές ότι βασίζεται ουσιαστικά στις πρόνοιες του Άρθρου 45

(1)του Νόμου, που είναι και το δικαιοδοτικό για το Δικαστήριο να εξετάσει την Αίτηση. Η νομική πτυχή 3. Σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο 45
(1)του Νόμου: «Άνευ επηρεασμού των διατάξεων άλλων Νόμων, σε σχέση με τη λήψη πληροφοριών ή εγγράφων κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής ανακρίσεων για το ενδεχόμενο διάπραξης αδικημάτων, για σκοπούς ανάλυσης χρηματοοικονομικών συναλλαγών ή έρευνας σχετικά με τη διάπραξη καθορισμένων αδικημάτων ή σχετικά με έρευνα για διακρίβωση εσόδων ή μέσων, περιλαμβανομένου του εντοπισμού άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων για σκοπό δέσμευσης και/ή δήμευσης, το Δικαστήριο δύναται κατόπιν μονομερούς αίτησης του ανακριτή της υπόθεσης να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος Μέρους.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 4. Από τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 45
(1)του Νόμου, προκύπτει ότι, το Δικαστήριο, δύναται να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης, σχετικά «με την λήψη πληροφοριών ή εγγράφων κατά την διάρκεια της διεξαγωγής ανακρίσεων»: (α) για το ενδεχόμενο διάπραξης αδικημάτων, ή (β) για σκοπούς ανάλυσης χρηματοοικονομικών συναλλαγών ή έρευνας σχετικά με τη διάπραξη καθορισμένων αδικημάτων, ή (γ) σχετικά με έρευνα για διακρίβωση εσόδων ή μέσων, περιλαμβανομένου του εντοπισμού άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων για σκοπό δέσμευσης και/ή δήμευσης. 5. Ο σκοπός και η σημαντικότητα του διατάγματος αποκάλυψης πληροφοριών, που εκδίδεται βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 45
(1)του Νόμου, επεξηγήθηκε, σε επίπεδο Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Re Edrinotio Ltd κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ. 363/2012, 03/07/2015. Στην απόφαση της μειοψηφίας, που δόθηκε από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Γ. Ν. Γιασεμή, αναφέρονται, για το θέμα αυτό, τα εξής: «Όσον αφορά, κατ' αρχάς, το άρθρο 45
(1), η καθιέρωση με αυτό της εξουσίας για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης, αναμφίβολα, παρέσχε ένα σημαντικό, όσο και αναγκαίο, εργαλείο για τη διευκόλυνση και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας διεξαγόμενων ανακρίσεων, σε σχέση με τη διάπραξη αδικημάτων χρηματοοικονομικής φύσεως, στην πάταξη των οποίων αποβλέπει ο Ν. 188(Ι)/2007, και τη διακρίβωση εσόδων, γενικά. Η συνδρομή ενός τέτοιου διατάγματος στην ανακριτική διαδικασία θεωρείται τόσο σημαντική, ώστε η έκδοσή του να επιτρέπεται, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες άλλων νομοθεσιών, όπως αναφέρεται στο εδάφιο
(1), ενώ, συγχρόνως, με το εδάφιο
(3), επιβάλλεται συνεχής υποχρέωση το πρόσωπο προς το οποίο το διάταγμα απευθύνεται να γνωστοποιεί αμέσως στον ανακριτή οποιαδήποτε μεταγενέστερη αλλαγή στις, ήδη, παρασχεθείσες πληροφορίες.». (η υπογράμμιση είναι δική μου) 6. Συνεπώς, διάταγμα αποκάλυψης που εκδίδεται βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 45
(1)του Νόμου, εξυπηρετεί στην λήψη πληροφοριών ή εγγράφων κατά την διάρκεια της διεξαγωγής ανακρίσεων από αρμόδιους κρατικούς ή άλλους φορείς, μεταξύ άλλων, «για το ενδεχόμενο διάπραξης αδικημάτων», [και δη αδικημάτων χρηματοοικονομικής φύσεως]. Δηλαδή, πρόκειται για εργαλείο εξυπηρέτησης, διευκόλυνσης και ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας τέτοιων ανακρίσεων.
  1. Εντούτοις, όπως αναφέρθηκε από τον έντιμο, Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην υπόθεση Re Κυριάκου, Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:D385, Αίτηση Αρ. 146/2019, 23/09/2019,: «Σε αυτού τους είδους τις υποθέσεις ., πρέπει να διατηρείται μια λογική ισορροπία μεταξύ της ανάγκης διερεύνησης παρανόμων πράξεων από πλευράς της αστυνομίας δίδοντας σ΄ αυτή τα ανάλογα και νόμιμα εφόδια για καταστολή του εγκλήματος και της ελευθερίας του πολίτη, η οποία παρά την προεξάρχουσα της θέση, για καλό πάντοτε λόγο που πιστοποιείται από δικαστική απόφαση, μπορεί να υποχωρήσει αναλόγως των αναγκών της υπό διερεύνησής υπόθεσης. .».
  2. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο λόγος για τον οποίο, η εξουσία του Δικαστηρίου προς όφελος της ανακριτικής διαδικασίας, ασκείται υπό προϋποθέσεις που τίθενται στον ίδιο τον Νόμο, δια του Άρθρου 46
(2), -αναφορά στο οποίο γίνεται στην συνέχεια-, για την πλήρωση των οποίων το Δικαστήριο πρέπει, [κατά σχετικό βαθμό,] να ικανοποιηθεί πραγματικά. Στην προαναφερόμενη απόφαση της μειοψηφίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Re Edrinotio Ltd κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ. 363/2012, 03/07/2015, για το ζήτημα αυτό, αναφέρονται τα εξής: «Βέβαια, η εν λόγω εξουσία δεν ασκείται εν λευκώ. Το εκδίδον δικαστήριο, προκειμένου να εκδώσει ένα διάταγμα αποκάλυψης, πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν, σωρευτικά, οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 46
(2)και αυτό, στη βάση κάποιας μαρτυρίας, η οποία τίθεται ενώπιόν του. Ο βαθμός δε, στον οποίο πρέπει να ικανοποιηθεί, προφανώς, δεν είναι ο ίδιος για όλες τις προϋποθέσεις. .». 9. Οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης, τίθενται, ως έχει προαναφερθεί, από το Άρθρο 46 του Νόμου. Σύμφωνα με αυτό: «46.
(1)Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβάλλεται αίτηση για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης δύναται, αν πεισθεί ότι συντρέχουν οι αναφερόμενες στο εδάφιο
(2)προϋποθέσεις, να εκδώσει διάταγμα το οποίο καλείται διάταγμα αποκάλυψης, απευθυνόμενο προς το πρόσωπο το οποίο, κατά την άποψή του, έχει στην κατοχή του την πληροφορία που αναφέρεται στην αίτηση με το οποίο καλεί το εν λόγω πρόσωπο όπως αποκαλύψει ή παραδώσει την πληροφορία στον ανακριτή ή/και σε άλλο κατονομαζόμενο στο διάταγμα πρόσωπο μέσα σε επτά ημέρες ή μέσα σε άλλη μεγαλύτερη ή μικρότερη προθεσμία την οποία ήθελε ορίσει το δικαστήριο στο διάταγμα αν ήθελε κρίνει αυτό υπό τις περιστάσεις σκόπιμο.
(2)Οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)είναι οι ακόλουθες - (α) (
  1. i)Η ύπαρξη εύλογης υποψίας ότι συγκεκριμένο πρόσωπο διέπραξε ή έχει ωφεληθεί από τη διάπραξη καθορισμένου αδικήματος, ή η ύπαρξη χρηματοοικονομικής συναλλαγής η οποία δημιουργεί εύλογη υποψία ότι πρόσωπο ενέχεται σε αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας ή ότι η συναλλαγή ενδέχεται να σχετίζεται με τέτοια αδικήματα˙ (
  2. ii)[Διαγράφηκε]˙ (β) η ύπαρξη εύλογης υποψίας ότι η εν λόγω πληροφορία είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία ενδέχεται να είναι ουσιαστικής σημασίας στις έρευνες για τις οποίες έχει υποβληθεί η αίτηση για αποκάλυψη˙ (γ) το ότι η πληροφορία δεν εμπίπτει στην κατηγορία των προνομιούχων πληροφοριών˙ (δ) η ύπαρξη εύλογης αιτίας ότι είναι προς το δημόσιο συμφέρον να παρασχεθεί ή να αποκαλυφθεί η πληροφορία, λαμβανομένου υπόψη- (
  3. i)του οφέλους το οποίο ενδέχεται να προκύψει για την έρευνα από την αποκάλυψη ή παροχή της εν λόγω πληροφορίας˙ και (
  4. ii)των συνθηκών κατοχής της εν λόγω πληροφορίας από τον κάτοχό της.
(3)Το διάταγμα αποκάλυψης- (α) Εκδίδεται και σε σχέση με πληροφορία που βρίσκεται στην κατοχή κρατικού λειτουργού˙ (β) εφαρμόζεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε νομική ή άλλη διάταξη δυνάμει της οποίας δημιουργείται υποχρέωση για τήρηση μυστικότητας ή επιβάλλονται οποιοιδήποτε περιορισμοί στην αποκάλυψη πληροφορίας˙ (γ) δεν παρέχει δικαίωμα αποκάλυψης ή παράδοσης πληροφοριών οι οποίες είναι προνομιούχες˙ (δ) επιδίδεται μόνον στο πρόσωπο το οποίο έχει στην κατοχή του την πληροφορία που αναφέρεται στην αίτηση.». [i]. 10. Οι προϋποθέσεις του Άρθρου 46
(2)του Νόμου -και ειδικότερα, η ανάγκη για «εύλογη υποψία», [μεταξύ άλλων,] ότι συγκεκριμένο πρόσωπο διέπραξε ή έχει ωφεληθεί από τη διάπραξη αδικήματος [της παραγράφου (α) του εν λόγω Άρθρου 46
(2)του Νόμου], που τις πλείστες φορές είναι αυτό που κυρίως απασχολεί-, σε επίπεδο Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχουν εξεταστεί σε αρκετές υποθέσεις. [ii]. Στην υπόθεση Re Ιακώβου κ. α., ECLI:CY:AD:2017:A349, Πολιτική Έφεση Αρ. 43/2016, 10/10/2017, ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δια της έντιμης, Δ. Α. Δ., Π. Παναγή, για το ζήτημα αυτό, ανέφερε τα εξής: «Δεν απαιτείτο η συγκεκριμενοποίηση των υποψιών για "κάθε καθ' ου" με ταυτόχρονο προσδιορισμό της μαρτυρίας επί της οποίας στηρίζονταν, όπως εισηγούνται οι εφεσείοντες. Η εύλογη υποψία αναδυόταν από το σύνολο του υλικού που το Δικαστήριο είχε ενώπιον του, ιδωμένο σφαιρικά, καθιστώντας αχρείαστη την "οποιαδήποτε περαιτέρω λεκτική κάλυψη και αιτιολόγηση της κατάληξης για έκδοση του επίδικου εντάλματος" (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Έκτορα Μαρκίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 514/2014, ημερομηνίας 2.4.2014). Εδώ θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι περί υποψίας ο λόγος, όρος που κατά τη συνηθισμένη του έννοια αναφέρεται σε κατάσταση εικασίας ή υπόθεσης. Όπως εξηγείται στην υπόθεση Hussien v Chong Fook Kam [1970] AC 942 (P.C.) (σελίδα 948): "Suspicion in its ordinary meaning is a state of conjecture or surmise where proof is lacking 'I suspect but I cannot prove'. Suspicion arises at or near the starting-point of an investigation of which the obtaining of prima facie proof is the end."». [iii] (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Εξέταση του Αιτήματος 11. Έχοντας αναφερθεί στο νομικό πλαίσιο εξέτασης του Αιτήματος, προχωρώ με τις διαπιστώσεις μου για την ουσία του. 12. Πριν όμως από αυτό, σημειώνω, ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Νόμου, η αναφορά στο Νόμο, σε Δικαστήριο [όπως γίνεται και στο προαναφερόμενο Άρθρο 45
(1)του Νόμου]: «σημαίνει Κακουργιοδικείο ή Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την άσκηση της ποινικής του δικαιοδοσίας». Ως εκ τούτου, έχω δικαιοδοσία για την εξέταση του Αιτήματος. Και περαιτέρω, ότι, σύμφωνα με το προαναφερόμενο Άρθρο 45
(1)του Νόμου, αλλά και το Άρθρο 72
(1)του Νόμου, το Δικαστήριο, δύναται μετά από εξέταση του Αιτήματος ερήμην του οποιοδήποτε [αμέσως] επηρεαζόμενου προσώπου, να εκδώσει [«απόλυτο» / «τελικό»] διάταγμα αποκάλυψης, ως είναι και το αιτούμενο (βλ. Re Λοΐζου κ. α. Πολιτική Αίτηση Αρ. 45/2020, 18/05/2020, Re Edrinotio Ltd, Πολιτική Αίτηση Αρ. 60/2012, 08/08/2012). Ως εκ τούτου, το Αίτημα, μπορεί, ως ακριβώς αιτείται ο Αιτητής, να εξεταστεί μονομερώς.
  1. Εισαγωγικά των διαπιστώσεων μου, αναφέρω ότι, έχω, για να καταλήξω σε αυτές, εξετάσει την Αίτηση και την ένορκη δήλωση του Υπαστυνόμου Ιωάννη Αζά που την υποστηρίζει, έχοντας κατά νουν, τα εξής.
  2. Ο Υπαστυνόμος XXXXX Αζάς, είναι μέλος του Γραφείου Διερεύνησης Θεμάτων Οικονομίας και Συνεργατικών Πιστωτικών Εταιρειών του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας, που διερευνά «τα αίτια της κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας» και στην υπόθεση, έχει, ως μου έχει αναφερθεί από τον ίδιο, κατά την ενώπιον μου παρουσίαση του στις 30/10/2020 για την προώθηση του Αιτήματος του, καθήκοντα ανακριτή. Έχει, ως εκ τούτου, σύμφωνα με το Άρθρο 45
(1)του Νόμου, δικαίωμα δικονομικής παράστασης. Δηλαδή, είχε, το δικαίωμα καταχώρισης στο Δικαστήριο, του υπό εξέταση Αιτήματος για να αποφασιστεί. 15. Περαιτέρω, ότι, λόγω της ιδιότητας του Υπαστυνόμου Ιωάννη Αζά, η Αίτησης που ετοίμασε και η υποστηρικτική αυτής ένορκη δήλωση του, πρέπει να προσεγγισθεί πρακτικά και με γνώμονα την κοινή λογική. Στην προσέγγιση αυτή, αναφέρεται στην απόφαση του στην υπόθεση Re Κωνσταντίνου κ. α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:D316, Αίτηση Αρ. 119/2017, 26/09/2017, ο έντιμος, Δ. Α. Δ., Τ. Θ. Οικονόμου: «. θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι οι ένορκες δηλώσεις σε αυτές τις περιπτώσεις ετοιμάζονται από αστυνομικά όργανα σε χρόνο που δεν έχουν στην κατοχή τους όλη τη μαρτυρία και χωρίς νομική συμβουλή. Συνεπώς, δεν μπορεί να απαιτείται το επίπεδο σύνταξης που θα χαρακτήριζε ένα δικηγόρο ή το επίπεδο ποιότητας ενός δικογράφου, αλλά τέτοιες ένορκες δηλώσεις πρέπει να προσεγγίζονται πρακτικά, όχι τεχνικά, με κοινή λογική (R. v. Sanchez, 1994 CanLII5271, Re Lubell and the Queen
(1973), 11 CCC
(2d)188 (Ont. H.C.)). .». [iv]
  1. Όπως άλλωστε αναφέρθηκε από τον έντιμο, Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην υπόθεση Re Κυριάκου, Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:D385, Αίτηση Αρ. 146/2019, 23/09/2019, ανωτέρω: «. Η δικαστική κρίση περί του εύλογου της υποψίας ή αιτίας δεν είναι δυνατόν να είναι αυθαίρετη, αλλά από την άλλη δεν μπορεί να ελέγχεται μικροσκοπικά και με τέτοια εξονυχιστική διάθεση που απολήγει σε ανεπίτρεπτη συμπίεση της δικαστικής ευχέρειας.». [v]
  2. Αναφορά που γίνεται, πρέπει να αναφερθεί, [και] για τον τίτλο που φέρει η Αίτησης, εφόσον, ως είναι προφανές από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχω ενώπιον μου, το αίτημα αφορά τα νομικά πρόσωπα στα οποία γίνεται αναφορά από τον Αιτητή και όχι τους διευθυντές τους ή αλλιώς, προσωπικά. Περαιτέρω, και με αναφορά στον τίτλο της διαδικασίας, το αίτημα αφορά τα νομικά πρόσωπα στα οποία γίνεται αναφορά από τον Αιτητή, κάποια από τα οποία, ως σημειώνεται παρενθετικά, νομικά, είναι ιδιοκτήτες και έχουν στην κατοχή τους, σχετικά με το Αίτημα, πληροφορίες, στοιχεία και έγγραφα νομικών προσώπων που δεν υφίστανται σήμερα, αλλά υφίσταντο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Υιοθετώ, την παρένθεση που γίνεται από πλευράς Αιτητή, ώστε να είναι ξεκάθαρη η εμβέλεια των αιτούμενων Διαταγμάτων. Είναι προφανές, ότι, (α) από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, ζητούνται πληροφορίες, στοιχεία και έγγραφα και της ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ; (β) από την ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ, ζητούνται πληροφορίες, στοιχεία και έγγραφα και της ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ, (γ) από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, ζητούνται πληροφορίες, στοιχεία και έγγραφα και της CYPRUS POPULAR BANK CO LTD, (δ) από την ASTROBANK PUBLIC COMPANY LTD, ζητούνται πληροφορίες, στοιχεία και έγγραφα και των ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ και USB BANK PLC και (ε) από την ALPHA BANK CYPRUS LTD, ζητούνται πληροφορίες, στοιχεία και έγγραφα και των EMPORIKI BANK-CYPRUS LIMITED και ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε
  3. Με δεδομένο, ότι, ο Αιτητής, στην παράγραφο 2 της ένορκης του δήλωσης, αναφέρει ότι ερευνά το ενδεχόμενο διάπραξης, έντεκα διαφορετικών αδικημάτων, τα οποία και συγκεκριμενοποιεί, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με την νομολογία, για να δικαιολογείται η έκδοσης, [στην προκείμενη περίπτωση], του διατάγματος αποκάλυψης πληροφοριών, αυτό που απαιτείται είναι, να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο, για την ύπαρξη εύλογης υποψίας, με την έννοια ότι, η υποψία πρέπει να είναι εύλογη υπό το φως της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του, και όχι για την εκ πρώτης όψεως στοιχειοθέτηση, στη βάση της μαρτυρίας αυτής, κάθε συστατικού στοιχείου του κάθε διερευνώμενου αδικήματος (βλ. CPS Freight Services Ltd v Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. 29/02/2016). -Σε αυτό, αναφέρομαι με περισσότερη λεπτομέρεια στην συνέχεια.=
  4. Περαιτέρω, και με ανάλογο σκεπτικό, δεδομένου ότι, τα διερευνόμενα, ως αναφέρεται στην ένορκο δήλωση του Αιτητή, πρόσωπα, είναι πολυάριθμα, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με την νομολογία, δεν είναι απαραίτητη η συγκεκριμενοποίηση των υποψιών σχετικά με κάθε ένα από αυτά τα πρόσωπα και μάλιστα με ταυτόχρονο προσδιορισμό της μαρτυρίας επί της οποίας στηρίζονται (βλ. Re Ιακώβου κ. α., ECLI:CY:AD:2017:A349, Πολιτική Έφεση Αρ. 43/2016, 10/10/2017). Τονίζεται, ότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η αναφορά στο Άρθρο 46
(2)(α) του Νόμου, σε «συγκεκριμένο πρόσωπο», περιλαμβάνει, εκτός από πρόσωπα των οποίων η ταυτότητα είναι γνωστή και άρα συγκεκριμένα κατά αυτή την έννοια, και πρόσωπα των οποίων η ταυτότητα μπορεί μεν να είναι άγνωστη, αλλά επειδή ανήκουν σε συγκεκριμένη κατηγορία ατόμων από την οποία δύναται να ταυτοποιηθούν, διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών βάσει του Άρθρου 45
(1)του Νόμου, που να τους αφορά, δύναται να εκδοθεί.
  1. Όπως διαπιστώνεται από την ένορκο δήλωση του Αιτητή, αλλά και την τοποθέτηση του ενώπιον μου στις 30/10/2020, το διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών που αιτείται, αποτελεί μέρος των διαβημάτων του για το ανακριτικό έργο που είναι σε εξέλιξη, «για να διαπιστωθεί κατά πόσο έχουν διαπραχθεί οποιαδήποτε ποινικά αδικήματα από τράπεζες, που δραστηριοποιούνταν κατά το [έτος] 2013 στην Κύπρο και βρίσκονταν κάτω από την εποπτεία και έλεγχο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου». Όπως διευκρινίζει, «οι εξετάσεις αφορούν τις εκροές κεφαλαίων που έγιναν από διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κατά την περίοδο που αυτά δεν λειτουργούσαν (κλειστή περίοδος) δυνάμει διαταγμάτων του Υπουργείου Οικονομικών για την χρονική περίοδο 16 - 27/03/2013 ή εγγύς προηγουμένως». Ειδική αναφορά, για τον σκοπό της διερεύνησης και τις προεκτάσεις της, ο Αιτητής, προβαίνει [και] στην παράγραφο 39 της ένορκης του δήλωσης.
  2. Όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με την νομολογία, όταν το ανακριτικό έργο βρίσκεται στα αρχικά του στάδια, -σε κάποιες περιπτώσεις, ακόμη και μεταγενέστερα, κατά την εξέλιξη του-, η υποψία, εναντίον συγκεκριμένων προσώπων ή ακόμη και εναντίον συγκεκριμένης κατηγορίας άγνωστων προσώπων, δυνατό να μην έχει στοιχειοθετηθεί και να μην είναι καν βέβαιο κατά πόσο αδίκημα έχει διαπραχθεί.
  3. Ο Νόμος, δια των προαναφερόμενων διατάξεων του, [και ειδικότερα, δια του Άρθρου 45
(1)], σε μια τέτοια περίπτωση, δίδει την ευχέρεια στον ανακριτή, ο οποίος διαπιστώνει ότι δεν έχει στην κατοχή του όλη την διαθέσιμη μαρτυρία, να κάνει χρήση του διατάγματος αποκάλυψης πληροφοριών, -που δύναται να εκδοθεί από το Δικαστήριο, ακόμη και εναντίον των ίδιων των προσώπων, οι πράξεις ή οι παραλείψεις των οποίων τελούν υπό διερεύνηση-, προς διευκόλυνση των εξετάσεων του και για να καταστήσει τις ανακρίσεις που διεξάγει αποτελεσματικές. Εξ ου και η αναφορά στο Άρθρο 45
(1)του Νόμου, σε «λήψη πληροφοριών ή εγγράφων κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής ανακρίσεων για το ενδεχόμενο διάπραξης αδικημάτων».
  1. Συνεπώς, και σύμφωνα πάντοτε με την νομολογία, η πιθανότητα ως εύλογη υποψία σε σχέση, τόσο με το αδίκημα, όσο και την πληροφορία στην κατοχή του προσώπου εναντίον του οποίου εκδίδεται το διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών, συνιστά τη βάση και το βάθρο που αντικειμενικά πρέπει να δημιουργείται από την ένορκη μαρτυρία που υποστηρίζει το αίτημα για τη έκδοση του, ώστε το Δικαστήριο να κρίνει αν θα ασκήσει την διακριτική του εξουσία προς όφελος του Αιτητή. Το επίπεδο που χρειάζεται να ικανοποιηθεί είναι το ελάχιστο από απόψεως μαρτυρίας. Η γνώμη ή η αβέβαιη πεποίθησης για την πραγματικότητα κάποιων γεγονότων που στηρίζεται στην βάση ελλιπή γεγονότων, ή ακόμη και οι εικασίες για την πραγματικότητα κάποιων γεγονότων για τα οποία δεν υπάρχει απόδειξης, αρκούν για να στοιχειοθετήσουν την εύλογη υποψία για την διάπραξη αδικήματος. Σαφώς και όπως προαναφέρθηκε, δεν απαιτείται ικανοποίησης του Δικαστηρίου, εκ πρώτης όψεως στοιχειοθέτησης, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, κάθε συστατικού στοιχείου του διερευνώμενου αδικήματος, εφόσον, όταν το ανακριτικό έργο φτάσει σε αυτό του το στάδιο, παύει να υπάρχει η υποψία, γιατί υπάρχει κάτι πολύ περισσότερο από απόψεως μαρτυρίας. Βλ. CPC Freight Services Ltd v Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. 29/02/2016, Re Ιακώβου κ. α., ECLI:CY:AD:2017:A349, Πολιτική Έφεση Αρ. 43/2016, 10/10/2017 και Hussien v Chong Fook Kam [1970] AC 942 (P.C.), ανωτέρω.
  2. Το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου από τον Αιτητή ενόρκως, κρινόμενο σφαιρικά, είναι κατά την κρίση μου επαρκές και δικαιολογεί την έγκριση του Αιτήματος και την έκδοση [αν και με κάποιες διαφοροποιήσεις] των αιτούμενων διαταγμάτων, εφόσον καταδεικνύει την ύπαρξη εύλογης υποψίας ότι τα συγκεκριμένα πρόσωπα [εναντίον των οποίων ζητείται η έκδοσης του: βλ. Re Ιακώβου κ. α., ECLI:CY:AD:2017:A349, Πολιτική Έφεση Αρ. 43/2016, 10/10/2017, Δημοκρατία ν Αβραμίδου, Υπόμνημα Αρ. 352, 04/02/2004, Γενικός Εισαγγελέας ν Κουρέα, Ποινική Έφεση Αρ. 7636, 04/06/2004, Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών ν Berriman Properties (Overseas) Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 127/14, 08/07/2016, O'Halloran and Francis v United Kingdom (App nos 15809/02 and 25624/02) [2007] ECHR 15809/02, Volaw Trust and Corporate Services Ltd and others v Office of the Comptroller of Taxes and another, Volaw Trust and Corporate Services Ltd and others v Her Majesty's Attorney General for Jersey [2019] UKPC 29], αλλά και άλλα, ως συγκεκριμενοποιούνται στην παράγραφο 39 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή, διέπραξαν τα αδικήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή, τα οποία σύμφωνα με τα Άρθρα 3 και 5 του Νόμου, είναι, κατά την έννοια του Νόμου, καθορισμένα αδικήματά.
  3. Το Δικαστήριο, αν και σύμφωνα με την νομολογία, δεν είναι υποχρεωμένο να αναπαράγει την μαρτυρία που έχει ενώπιον του, για να αιτιολογήσει την έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης πληροφοριών, εφόσον, η εύλογη υποψία [κατά την προαναφερόμενη νομική της έννοια], κατά την δική μου ταπεινή κρίση και αντίληψη, προκύπτει αβίαστα από τα ενώπιον μου δεδομένα βάσει της ένορκης δήλωσης του Αιτητή (βλ. Re Κυριάκου, Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:D385, Αίτηση Αρ. 146/2019, 23/09/2019, ανωτέρω και Re Μαρκίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 514/2012, 02/04/2015), για το πραγματικό της υπόβαθρο, θα αναφέρω, σε πολύ γενικές γραμμές, τα εξής. -Επισημαίνεται, ότι, σύμφωνα με την νομολογία, προς υποστήριξη αιτημάτων του είδους, παρουσιάζεται ένορκη δήλωσης δια της οποίας παρατίθεται το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο για το αίτημα, χωρίς την παρουσίαση στο Δικαστήριο της ίδιας της μαρτυρίας ή των διαθέσιμων στοιχείων μαρτυρίας από τα οποία προκύπτει (βλ. Re Philippos Nikiforou Buysell Enterprises Ltd κ. α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 65/2008, 18/09/2008, Re Γεωργίου κ. α. Αίτηση Αρ. 87/2003, 26/09/2003)-.
  4. Θα υιοθετήσω την προσέγγιση ομαδοποίησης των κύριων γεγονότων, του έντιμου, πρώην Δ. Α. Δ., Π. Καλλή, στην απόφαση που έδωσε για ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Re Λουκαΐδου Παναγιώτου, Πολιτική Έφεση Αρ. 11780, 03/06/
  5. Η ένορκη δήλωσης του Αιτητή, αποκαλύπτει τα εξής: (α) Τα αδικήματα για τα οποία σχηματίζεται εύλογη υποψία από το Δικαστήριο ότι διαπράχθηκαν από τα πρόσωπα που ο Αιτητής αναφέρει στις παραγράφους 22 και 23 της ένορκης του δήλωσης ή και άλλους όπως συγκεκριμενοποιούνται στην παράγραφο 39 της ένορκης του δήλωσης. Αυτά, καταγράφονται στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή. Σημειώνεται, ότι, η εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερομηνίας 16/03/2013, για την οποία αναφορά γίνεται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, βρίσκεται στο επίκεντρο γεγονότων που ενδεχομένως να στοιχειοθετούν τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, τα οποία διερευνώνται, και συνεπώς, πρέπει να αντικρίζεται ως ένα γεγονός, ανεξαρτήτως της νομικής της υπόστασης. (β) Τον χρόνο διάπραξης, ενδεχομένως, των εν λόγω αδικημάτων. Προσδιορίζεται να είναι, κατά ή περί τα έτη 2012 -
  6. Και πιο συγκεκριμένα, κατά την χρονική περίοδο από 16 μέχρι και 27 Μαρτίου 2013 ή εγγύς προηγουμένως. (γ) Τις συνθήκες κάτω από τις οποίες, αυτά, ενδεχομένως διαπράχθηκαν. Βλ. τις παραγράφους από 3 έως και 40 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή. Και, τέλος (δ), τα συγκεκριμένα στοιχεία μαρτυρίας, επί των οποίων η εύλογη υποψία του Αιτητή, και πλέον και του Δικαστηρίου, για την διάπραξη, ενδεχομένως, από τα συγκεκριμένα πρόσωπα, ως προελέχθη, των προαναφερόμενων αδικημάτων, βασίζεται. Γίνεται, σημειώνεται αναφορά, σε:
  7. Έκθεση της Επιτροπής Θεσμών Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως της Βουλής των Αντιπροσώπων με θέμα «Λειτουργία των θεσμών του χρηματοοικονομικού συστήματος» του Ιουλίου 2013 / Μαρτίου 2014 (στο εξής καλούμενα «η Επιτροπή» και «η Έκθεση»). Βασικό συμπέρασμα της Επιτροπής, στην εν λόγω Έκθεση της, ήταν ότι, κατά την περίοδο από την 16η Μαρτίου μέχρι και την 27η Μαρτίου του έτους 2013, που, οι τράπεζες που δραστηριοποιούνταν στην Κύπρο και εποπτεύονταν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, δεν λειτουργούσαν, βάσει διαταγμάτων της εκτελεστικής εξουσίας, υπήρξαν από αυτές εκροές καταθέσεων.
  8. Πρακτικά συνεδριάσεων της Επιτροπής, που αφορούν την προαναφερόμενη Έκθεση.
  9. Συγκεκριμένο πρακτικό συνεδρίας της Επιτροπής, που αφορά την προαναφερόμενη Έκθεση, ημερομηνίας 11/06/2013, θέμα της οποίας ήταν, από πότε ήταν γνωστό το ενδεχόμενο απομείωσης των καταθέσεων στις Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, αλλά και οι εκροές καταθέσεων που παρατηρήθηκαν κατά την ερευνώμενη, ως προαναφέρθηκε, περίοδο, με σχετικές αναφορές από τους: (α) εκπρόσωπο του Υπουργείου Οικονομικών, Α. Τρόκκου, (β) Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου τον καιρό εκείνο, Π. Δημητριάδη και (γ) τέως Υπουργό Οικονομικών Μ. Σαρρή.
  10. Στοιχεία, ενδεχομένως, ελλιπή, που ο Έφορος της Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών κατέθεσε στην Επιτροπή, αναφορικά με πρόσωπα που απέσυραν ποσά πέραν των €100.000 από καταθέσεις τους σε διάφορα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα της τότε εποχής, κατά την περίοδο από 18/05/2012 (όταν και ετέθησαν σε ισχύ, συγκεκριμένο νομοθέτημα της Βουλής των Αντιπροσώπων και συγκεκριμένο διάταγμα της εκτελεστικής εξουσίας, προς αντιμετώπιση της χρηματοοικονομικής κρίσης) και δύο μήνες προηγουμένως.
  11. Ανεπαρκή στοιχεία, που κατατέθηκαν στην Βουλή από τον τότε Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, που αφορούσαν αποσύρσεις καταθέσεων πέραν των €100.000, για την περίοδο από 1η Μαρτίου μέχρι και την 15η Μαρτίου του έτους 2013, από τις Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Που εξαιρούσαν, δηλαδή, την περίοδο που αυτά δεν λειτουργούσαν, βάσει διαταγμάτων της εκτελεστικής εξουσίας, ήτοι από την 16η Μαρτίου μέχρι και την 27η Μαρτίου του έτους
  12. Πληροφορίες (έγγραφα) της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, σχετικά με το προαναφερόμενο, ερευνώμενο ζήτημα.
  13. Μεταξύ άλλων, σημειώματα λειτουργού της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου προς τον Διευθυντή Τμήματος Εποπτείας & Ρύθμισης Τραπεζικών Ιδρυμάτων και Υπηρεσίας Αδειοδότησης και τον Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, με στοιχεία για μεγάλες εκροές καταθέσεων, από συγκεκριμένες τράπεζες που δραστηριοποιούνταν στην Κύπρο και εποπτεύονταν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (αναφέρονται αυτά στην παράγραφο 22 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή), κατά την περίοδο από την 8η Μαρτίου μέχρι και την 15η Μαρτίου του έτους 2013, οφειλόμενες, ενδεχομένως, βάσει διερεύνησης των σχετικών στοιχείων από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, σε προνομιακή πληροφόρηση για την περίοδο αναγκαστικής τραπεζικής αργίας που ακολούθησε στην Δημοκρατία, και σε σχετικές πράξεις που έλαβαν μεν χώρα κατά την περίοδο του «παγώματος», αλλά προχρονολογήθηκαν από τις εν λόγω τράπεζες για να δικαιολογηθούν.
  14. Εσωτερικό σημείωμα λειτουργού της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου προς άλλο λειτουργό της (στον οποίο ανήκουν τα προαναφερόμενα στο σημείο 7 σημειώματα προς τον Διευθυντή Τμήματος Εποπτείας & Ρύθμισης Τραπεζικών Ιδρυμάτων και Υπηρεσίας Αδειοδότησης και τον Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου) για ύποπτες τραπεζικές συναλλαγές, που αφορούν τις τράπεζες που αναφέρονται στην παράγραφο 23 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή), κατά την περίοδο του «παγώματος», που, ενδεχομένως, επίσης προχρονολογήθηκαν.
  15. Επιστολή ημερομηνίας 02/07/2013, που βρισκόταν στην κατοχή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, που αφορά αποτέλεσμα ερευνών της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας Κύπρου στα πληροφορικά συστήματα της, που εντοπίζει συγκεκριμένες σοβαρές παραβιάσεις μέτρων που είχαν ληφθεί για αντιμετώπιση της χρηματοοικονομικής κρίσης, με αποτέλεσμα, ενδεχομένως, τις εκροές καταθέσεων.
  16. Μαρτυρία για αποπληρωμή δανείων με τραπεζικές εντολές από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κατά την περίοδο από την 15η Μαρτίου μέχρι και την 25η Μαρτίου του έτους 2013 με κίνδυνο την καθημερινή μείωση των μη εγγυημένων καταθέσεων.
  17. Μαρτυρία περί του ότι, παραρτήματα Τραπεζών του Λιβάνου στην Κύπρο, στις 16/03/2013, λειτούργησαν και προέβησαν σε συναλλαγές, παρά τις απαγορεύσεις.
  18. Μαρτυρία λειτουργού της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ότι, συγκεκριμένη Τράπεζα, στις 17/03/2013, λειτουργούσε το e-banking της.
  19. Είμαι της άποψης ότι, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις των προαναφερόμενων Άρθρων 45
(1)και 46[
(1)και
(2)] του Νόμου, για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τα οποία φυσικά, εκδίδονται, με την διευκρίνηση ότι εξαιρούν την αποκάλυψη [από τα πρόσωπα στα οποία απευθύνονται] προστατευμένης από τα Άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος επικοινωνίας (βλ. Re Edrinotio Ltd κ. α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 60/2012, 08/08/2012).
  1. Ως εκ τούτου, εκδίδονται εναντίων των ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ [για ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ], ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΣΤΕΓΗΣ, ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ [για ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ], ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ [για ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ και CYPRUS POPULAR BANK CO LTD], CYPRUS POPULAR BANK CO LTD, ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, EUROBANK CYPRUS LTD, ASTROBANK PUBLIC COMPANY LTD [για ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ και USB BANK PLC], RCB BANK (CYPRUS) LTD, SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LTD, ALPHA BANK CYPRUS LTD [για ALPHA BANK CYPRUS LTD, EMPORIKI BANK- CYPRUS LIMITED και ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε], BANQUE SBA, ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., FIRST INVESTMENT BANK LTD, ARAB JORDAN INVESTMENT BANK SA, BANK OF BEIRUT SAL, BANKMED SAL, BANQUE BEMO SAL, BBAC SAL, BLOM BANK SAL, BYBLOS BANK SAL, CREDIT LIBANAIS SAL, IBL BANK SAL, JORDAN AHLI BANK PLC, JORDAN KUWAIT BANK PLC, LEBANON AND GULF BANK SAL, PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY COMMERCIAL BANK "PRIVATBANK", CENTRAL COOPERATIVE BANK PLC KAI JCC PAYMENT SYSTEMS και υπέρ του Αιτητή, διατάγματα, ως ακολούθως: Διατάζονται όπως, εντός 30 ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος, αποκαλύψουν και παραδώσουν στοιχεία και έγγραφα ως αναφέρεται στο σημείο «Α. Ορισμοί» και «Β. Ζητούμενα έγγραφα και στοιχεία για κλειστή περίοδο», στο Γραφείο Διερεύνησης Θεμάτων Οικονομίας και ΣΠΕ του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας στον Αιτητή, ως εξής: A. Ορισμοί
  2. «Έγγραφα» αναφέρεται ως αλληλογραφία, διατάγματα, πρακτικά, σημειώσεις, οδηγίες, διαδικασίες, ηλεκτρονικά δεδομένα, συναλλαγές. Εξαιρείται η αποκάλυψης εγγράφων, προστατευμένων από τα Άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος, δηλαδή, που αφορούν την αμοιβαία επαφή μεταξύ ατόμων ή τη μεταβίβαση και ανταλλαγή μηνυμάτων στο πλαίσιο ανταλλαγής απόψεων, αισθημάτων ή ιδεών.
  3. «Κλειστή περίοδος» αναφέρεται ως η περίοδος από την 16η/03/2013 μέχρι και την 27η/03/2013 κατά την οποία τα εποπτευόμενα ιδρύματα (Κύπρο και εξωτερικό) παρέμειναν κλειστά η απαγορεύτηκε διενέργεια συναλλαγών μετά από διατάγματα/εγκυκλίους/οδηγίες του υπουργείου Οικονομικών, ή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (στο εξής καλούμενη «η ΚΤΚ») ή οποιασδήποτε άλλης αρχής. Σημείωση: Όπου γίνεται αναφορά σε κλειστή περίοδο θεωρείται δεδομένο ότι περιλαμβάνει οποιαδήποτε έγγραφα και πληροφορίες τα οποία συνδέονται με συζητήσεις, αποφάσεις, διεργασίες, αναφορές κ. α. που προηγήθηκαν ή ακολούθησαν της κλειστής περιόδου και σχετίζονται με την κλειστή περίοδο. Υπό την επιφύλαξη της προαναφερόμενης εξαίρεσης που αφορά την μη αποκάλυψη εγγράφων προστατευμένων από τα Άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος, Β. Οι ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ [για ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ], ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΣΤΕΓΗΣ, ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ [για ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ], ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ [για ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ και CYPRUS POPULAR BANK CO LTD], CYPRUS POPULAR BANK CO LTD, ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, EUROBANK CYPRUS LTD, ASTROBANK PUBLIC COMPANY LTD [για ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ και USB BANK PLC], RCB BANK (CYPRUS) LTD, SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LTD, ALPHA BANK CYPRUS LTD [για ALPHA BANK CYPRUS LTD, EMPORIKI BANK- CYPRUS LIMITED και ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε], BANQUE SBA, ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., FIRST INVESTMENT BANK LTD, ARAB JORDAN INVESTMENT BANK SA, BANK OF BEIRUT SAL, BANKMED SAL, BANQUE BEMO SAL, BBAC SAL, BLOM BANK SAL, BYBLOS BANK SAL, CREDIT LIBANAIS SAL, IBL BANK SAL, JORDAN AHLI BANK PLC, JORDAN KUWAIT BANK PLC, LEBANON AND GULF BANK SAL, PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY COMMERCIAL BANK "PRIVATBANK" και CENTRAL COOPERATIVE BANK PLC, διατάζονται, κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, να αποκαλύψουν και παραδώσουν στοιχεία και έγγραφα για την κλειστή περίοδο, ως εξής:
  4. Πότε (ημερομηνία και ώρα) έλαβαν την εγκύκλιο επιστολή της ΚΤΚ με ημερομηνία 16/03/2013 και θέμα «Λήψη μέτρων δυνάμει των περί της ΚΤΚ Νόμων του 2002 έως 2007» και τι ενέργειες έλαβαν σχετικά με τη συγκεκριμένη εγκύκλιο επιστολή και πότε (ημερομηνία και ώρα).
  5. Πως ενημερώθηκαν (τηλεφωνικά, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή αλλιώς) για την πιο πάνω εγκύκλιο επιστολή, το περιεχόμενο της και την υποχρέωση για την λήψη των πιο πάνω μέτρων. Πως, πότε και σε τι ενέργειες πρόβηκαν.
  6. Να παραδοθούν τα πρακτικά συναντήσεων (περιλαμβανομένων πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου) όπου συζητήθηκαν θέματα που αφορούσαν την εγκύκλιο επιστολή και την κλειστή περίοδο.
  7. Να παραδοθούν έγγραφα που αφορούν τη κλειστή περίοδο.
  8. Να καταρτιστεί και παραδοθεί κατάλογος με τα καταστήματα, υποκαταστήματα και θυγατρικές σας που εμπίπταν κάτω από την εγκύκλιο επιστολή της ΚΤΚ. Οι πληροφορίες, τα στοιχεία και τα έγγραφα που ζητούνται σε αυτό το διάταγμα καλύπτουν και όλες τις οντότητες που θα περιλαμβάνονται στον κατάλογο σας.
  9. Να καταρτιστεί και παραδοθεί κατάλογος συστημάτων σας που επέτρεπαν εισαγωγή πληρωμών, μεταφορά κεφαλαίων σε οποιοδήποτε σύστημα πληρωμών, εκκαθάρισης ή και διακανονισμού συναλλαγών που λειτουργούσε εντός ή εκτός της Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων εντολών εντός του ιδίου πιστωτικού ιδρύματος (intra-bank transactions). Να δοθεί η ημερομηνία και η ώρα που απενεργοποιήθηκαν τα συγκεκριμένα συστήματα όπως απαιτείτο από την εγκύκλιο επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερομηνίας 16/03/
  10. Να δοθούν επίσης οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με την ενεργοποίηση/απενεργοποίηση τον εν λόγω συστημάτων κατά την κλειστή περίοδο. Να δοθούν επίσης οι λόγοι ενεργοποίησης.
  11. Να δοθούν πληροφορίες και στοιχεία και να παραδοθούν έγγραφα αναφορικά με:
(1)Υποκατάστημα/τα που λειτουργούσαν στη Κύπρο ενώ το ίδρυμα ήταν εγκατεστημένο και λειτουργούσε σε άλλη χώρα ή
(2)Ίδρυμα εγκατεστημένο στη Κύπρο που είχε υποκαταστήματα ή θυγατρικές σε άλλη χώρα και μπορούσαν να δημιουργήσουν συναλλαγές μεταξύ τους εσωτερικά ή μέσω ενιαίου συστήματος.
  1. Να δοθούν πληροφορίες και να παραδοθούν έγγραφα σχετικά με εισαγωγή πληρωμών, ή μεταφορά κεφαλαίων σε οιοδήποτε σύστημα πληρωμών, εκκαθάριση ή και διακανονισμό συναλλαγών που λειτουργούσε εντός ή εκτός της Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων εντολών εντός του ιδίου πιστωτικού ιδρύματος (intra-bank transactions) από τις 15/03/2013 και κατά την κλειστή περίοδο.
  2. Να δοθούν πληροφορίες και στοιχεία για την συγκεκριμένη μέρα και ώρα που τα συστήματα δέχονταν συναλλαγές με ημερομηνία 16/03/2013 και, σε περίπτωση που εφαρμόζεται, την ημερομηνία και ώρα που εκτελέστηκε το End-Of-Day process για τις 15/03/
  3. Να παραδοθούν σε ηλεκτρονική μορφή ΟΛΟΙ οι λογαριασμοί [λογαριασμοί στο όνομα πελατών, λογαριασμοί με ανταποκρίτριες τράπεζες ή άλλους ανταποκριτές, λογαριασμοί πελατών (client accounts) στο όνομα του πιστωτικού ιδρύματος ή στο όνομα τρίτου προσώπου (στα στοιχεία που θα παραδοθούν να περιλαμβάνονται και οι πληροφορίες για τους τελικούς δικαιούχους, και αν έγιναν συναλλαγές να δοθούν λεπτομέρειες για λογαριασμό ποιων τελικών δικαιούχων έγιναν οι συναλλαγές)] και για τον κάθε λογαριασμό να δοθούν τα ακόλουθα στοιχεία: (α) Αριθμός πελάτη, Όνομα, Υπόλοιπα λογαριασμών για τις ακόλουθες ημερομηνίες: 14/03/2013, 15/03/2013, 27/03/2013 και 28/03/
  4. (β) Όλες τις συναλλαγές όλων το λογαριασμών για τις 14/03/2013, 15/03/2013 και κατά την κλειστή περίοδο και να δοθούν τα ακόλουθα στοιχεία για την κάθε συναλλαγή: i. Ημερομηνία Συναλλαγής (transaction Date). ii. Ημερομηνία Αξίας Συναλλαγής (Value Date). iii. Είδος Συναλλαγής. iv. ΑΠΟ - Αριθμό πελάτη (CIF No), Όνομα ιδιοκτήτη λογαριασμού, αριθμό και όνομα λογαριασμού. v. ΠΡΟΣ - Αριθμό πελάτη (CIF No), Όνομα ιδιοκτήτη λογαριασμού, αριθμό και όνομα λογαριασμού. vi. Ημερομηνία Συναλλαγής από σύστημα (Transaction System or Database Date). vii. Ποσό και Νόμισμα συναλλαγής (Ευρώ, δολάριο ή αλλιώς). viii. Πληροφορίες για τους τελικούς δικαιούχους, και αν έγιναν συναλλαγές για λογαριασμό ποιων τελικών δικαιούχων έγιναν. ix. Οποιαδήποτε άλλα σχετικά έγγραφα.
  5. Να δοθούν πληροφορίες για συναλλαγές που διενεργήθηκαν μετά τις 15/03/2013 και κατά την κλειστή περίοδο με αξία ημερομηνίας 15/03/2013 ή προγενέστερη.
  6. Να καταρτιστεί και παραδοθεί κατάλογος λογαριασμών (π.χ. δάνεια, λογαριασμοί παρατραβήγματος, καταθετικοί ή αλλιώς) στους οποίους έγινε μεταβολή στους ιδιοκτήτες (πρόσθεση/αφαίρεση) του λογαριασμού από τις 15/03/2013 και κατά την κλειστή περίοδο.
  7. Να παραδοθούν κατάλογος πιστωτικών λογαριασμών (π. χ. δάνεια, λογαριασμοί παρατραβήγματος, πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες) που δημιουργήθηκαν στις 15/03/2013 και κατά την κλειστή περίοδο.
  8. Να δοθούν στοιχεία και να παραδοθούν οι μεταβολές που έγιναν στις εξασφαλίσεις των λογαριασμών με πιστωτική διευκόλυνση (π. χ. δάνεια, λογαριασμοί παρατραβήγματος) που έγιναν στις 15/03/2013 και κατά την κλειστή περίοδο.
  9. Να καταρτιστεί και παραδοθεί κατάλογος πιστωτικών και χρεωστικών καρτών που εκδόθηκαν στις 15/03/2013 και κατά την κλειστή περίοδο και τα όρια τους. Επίσης να δοθεί κατάλογος συναλλαγών αυτών των καρτών.
  10. Να παραδοθούν όλες οι πληροφορίες για οποιαδήποτε όρια καρτών (χρεωστικών/πιστωτικών) που μεταβλήθηκαν στις 15/03/2013 και κατά την κλειστή περίοδο.
  11. Να παραδοθούν πληροφορίες για όλες τις προθεσμιακές εντολές (Standing Orders/Direct Debits) που εκτελέστηκαν στις 15/03/2013 και κατά την κλειστή περίοδο. Επίσης πληροφορίες για όλες τις προθεσμιακές εντολές (Standing Orders/Direct Debits) που δημιουργήθηκαν στα συστήματα στις 15/03/2013 και κατά την κλειστή περίοδο.
  12. Αιτήματα προς Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και εγκρίσεις:
(1)Να παραδοθούν τα έγγραφα όσον αφορά την διαδικασία των αιτημάτων προς την Κεντρική Τράπεζα για εξασφάλιση έγκρισης μεταφοράς κεφαλαίων κατά την κλειστή περίοδο. Να περιλαμβάνει όλα τα στάδια από την στιγμή που γίνεται το αίτημα μέχρι την μεταφορά των κεφαλαίων, περιλαμβανομένων των ονομάτων των ατόμων που ήταν καθορισμένοι για την έγκριση και διενέργεια των συγκεκριμένων συναλλαγών. Να παραδοθούν επίσης πληροφορίες για τις ασφαλιστικές δικλίδες που υπήρχαν για την αποτροπή της διεξαγωγής συναλλαγών για τις οποίες δεν υπήρχε έγκριση.
(2)Να παραδοθούν τα έγγραφα σχετικά με αιτήματα φυσικών ή νομικών προσώπων για διενέργεια συναλλαγών κατά την κλειστή περίοδο όπως και έγγραφα σχετικά με τις εγκρίσεις/απορρίψεις των αιτημάτων. Τα έγγραφα να περιλαμβάνουν και οποιαδήποτε έγγραφα που αιτιολογούν το αίτημα και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα σχετικά με το αίτημα, την έγκριση και την συναλλαγή.
(3)Οι συναλλαγές για τις οποίες υπήρχε έγκριση της ΚΤΚ, με τι ημερομηνία περνούσαν μέσα στο σύστημα. Τι ασφαλιστικές δικλίδες υπήρχαν που να αποτρέπουν την διεξαγωγή συναλλαγών για τις οποίες δεν υπήρχε έγκριση. Να δοθούν πληροφορίες και σχετικά στοχεία.
  1. Να καταρτιστεί και παραδοθεί κατάλογος συναλλαγών που εισάχθηκαν στα συστήματα πριν τις 15/03/2013 με μελλοντική ημερομηνία και που εκτελέστηκαν κατά τις 15/03/2013 και κατά την κλειστή περίοδο (να περιληφθούν και συναλλαγές του TARGET 2). Να δοθούν πληροφορίες για το πότε εισήχθηκαν στο σύστημα αυτές οι συναλλαγές, ημερομηνία και ώρα.
  2. Να παραδοθούν οι πληρωμές που έγιναν με κάρτες και είχαν συνολικές χρεώσεις πέραν των 5,000 ευρώ κατά την κλειστή περίοδο (χρεωστικές, πιστωτικές ή αλλιώς). Οι πληρωμές να δοθούν αναλυτικά κατά πελάτη και κατά έμπορο (merchant) και να ληφθεί υπόψη η ημερομηνία που δόθηκε εξουσιοδότηση για την συναλλαγή. Στις πληροφορίες να περιλαμβάνονται και στοιχεία για τον έμπορο που έλαβε την πληρωμή.
  3. Να παραδοθούν οι πληρωμές που έγιναν από και προς την JCC και την FBME Card Services σε σχέση με τις συναλλαγές που έγιναν κατά την κλειστή περίοδο. Να δοθούν επίσης και οι λεπτομέρειες των πληρωμών που έγιναν από τους πελάτες με κάρτες και να αντιστοιχηθούν με τις πληρωμές που έγιναν από και προς την JCC και την FBME Card Services.
  4. Πως και πότε κλειδώθηκαν οι λογαριασμοί για την απομείωση (κούρεμα) έτσι που να μην επηρεάζονται από οποιεσδήποτε συναλλαγές. Να δοθούν πληροφορίες και σχετικά στοιχεία.
  5. Να παραδοθούν κατάλογοι με ονόματα φυσικών ή Νομικών προσώπων τα οποία απέσυραν χρηματικά ποσά κατά τη κλειστή περίοδο που ήταν ενάντια στο διάταγμα της Κεντρικής. Να περιλαμβάνεται το όνομα του προσώπου ως επίσης οι αριθμοί λογαριασμών, οι ημερομηνίες και τα ποσά των συναλλαγών.
  6. Να παραδοθούν οι κατάλογοι που δόθηκαν στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου με φυσικά ή Νομικά πρόσωπα τα οποία απέσυραν χρηματικά ποσά κατά τη κλειστή περίοδο.
  7. Να παραδοθούν τα έγγραφα που λήφθηκαν ή δόθηκαν στην ΚΤΚ σε σχέση με την κλειστή περίοδο.
  8. Να παραδοθούν τα έγγραφα σχετικά με έρευνες/ελέγχους/στοιχεία/απόψεις/αποτελέσματα/διαπιστώσεις σε σχέση με συναλλαγές της κλειστής περιόδου. Να περιλαμβάνουν εργασίες από:- Εσωτερικό Έλεγχο, Κανονιστική Συμμόρφωση, Εξωτερικούς Ελεγκτές, Κεντρική Τράπεζα Κύπρου και οποιονδήποτε άλλων τμημάτων της εταιρείας ή εξωτερικών συνεργατών ή εταιριών.
  9. Να παραδοθούν έγγραφα σχετικά με την κλειστή περίοδο που αφορούν πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα (όπως καθορίζονται στον περί Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο 188
(1)/ 2007).
  1. Να παραδοθούν σε ηλεκτρονική μορφή ΟΛΟΙ οι λογαριασμοί του λογιστικού συστήματος του πιστωτικού ιδρύματος με τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) Όλες οι μεταβολές που έγιναν κατά την κλειστή περίοδο (β) Υπόλοιπο στις 15 Mαρτίου 2013 (end of day) και υπόλοιπο στις 27/03/2013 (end of day). Στα στοιχεία που θα παραδοθούν να αναγράφεται τουλάχιστον αριθμός λογαριασμού και περιγραφή, να συνοδεύονται από επεξήγηση τυχόν διακριτικών για τα διάφορα είδη εγγράφων. Στοιχεία να παραδοθούν για όλους τους λογαριασμούς, ανεξαρτήτως τύπου. Χωρίς περιορισμό, θα περιλαμβάνουν και στοιχεία suspense accounts και λοιπών εκτός ισολογισμού λογαριασμών (off-balance sheet accounts).
  2. Να παραδοθούν έγγραφα για τα ακόλουθα: (α) SWIFT: SWIFT EVENT JOURNAL, SWIFT MESSAGE FILE, SWIFT file act για την κλειστή περίοδο (β) SEPA: SEPA xml files για την κλειστή περίοδο
  3. Να παραδοθούν οποιαδήποτε άλλα έγγραφα και πληροφορίες που σχετίζονται με τα πιο πάνω. Γ. Η JCC PAYMENT SYSTEMS, διατάζεται, κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, να αποκαλύψει και παραδώσει στοιχεία και έγγραφα για την κλειστή περίοδο, ως εξής:
  4. Να καταρτιστεί και παραδοθεί κατάλογος εμπόρων (merchants), που υφίσταντο κατά την κλειστή περίοδο με όλες τις πληροφορίες για τον κάθε έμπορο και ένδειξη πότε άρχισε η συνεργασία (ημερομηνία).
  5. Να παραδοθούν πληροφορίες και στοιχεία για την διαδικασία αποδοχής νέων εμπόρων. Να περιλαμβάνει και τα μέτρα δέουσας επιμέλειας που λάμβανε η τράπεζα πριν την αποδοχή ως επίσης και τα επίπεδα εγκρίσεων.
  6. Να παραδοθεί κατάλογος νέων λογαριασμών εμπόρων που δημιουργήθηκαν κατά την κλειστή περίοδο, εντός και εκτός Κύπρου και που μπορούσαν να αποδεχτούν πληρωμές με κάρτες και κατ' επέκταση εκροή κεφαλαίων.
  7. Να παραδοθούν όλες οι συναλλαγές της κλειστής περιόδου με όλα τα στοιχεία για την κάθε συναλλαγή περιλαμβανομένης και της ημερομηνίας του συστήματος.
  8. Να παραδοθεί κατάλογος εμπόρων για τους οποίους ο κύκλος εργασιών κατά την κλειστή περίοδο ξεπέρασε το 25% της συνήθους συναλλακτικότητας.
  9. Να παραδοθούν οποιαδήποτε άλλα έγγραφα και πληροφορίες που σχετίζονται με τα πιο πάνω. Δ. Όλοι. Όλα τα έγγραφα και οι πληροφορίες να παραδοθούν και σε ηλεκτρονική μορφή. Όσον αφορά υπόλοιπα λογαριασμών, συναλλαγές να παραδοθούν σε μορφή CSV/XML. Για το κάθε ηλεκτρονικό αρχείο να δίνεται και ένδειξη για το μέρος του διατάγματος που αφορά. Ε. Όλοι. Να ορίσουν άτομο το οποίο θα ενεργεί σαν σύνδεσμος με την Αστυνομία για την παράδοση των εγγράφων. Αφού οριστεί το άτομο να ενημερώσουν για το όνομα, την ηλεκτρονική διεύθυνση και τον αριθμό τηλέφωνου του. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Σε σχέση με το προαναφερόμενο Άρθρο 46
(2)του Νόμου, σημειώνεται η ερμηνεία που δίδεται από το Άρθρο 2 του Νόμου, στους όρους «πρόσωπο» και «πληροφορία»: «"πληροφορία" σημαίνει κάθε μορφής γραπτή ή προφορική πληροφορία ή έγγραφα και περιλαμβάνει πληροφορία που δυνατό να είναι καταχωρημένη σε ηλεκτρονικό υπολογιστή· "πρόσωπο" σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο·». Η ίδια ερμηνεία, στον όρο «πληροφορία», δίδεται και από το Άρθρο 44 του Νόμου, το οποίο ορίζει και την φράση, στο Άρθρο 46
(2)του Νόμου, «προνομιούχα πληροφορία». Σύμφωνα με αυτό: «"προνομιούχα πληροφορία" σημαίνει- (α) Επικοινωνία μεταξύ δικηγόρου και πελάτη για σκοπούς παροχής νομικής συμβουλής ή για την παροχή επαγγελματικών υπηρεσιών σχετικά με οποιαδήποτε νομική διαδικασία είτε αυτή άρχισε είτε όχι, η αποκάλυψη της οποίας σε οποιαδήποτε νομική διαδικασία προστατεύεται από το προνόμιο της εμπιστευτικότητας σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία: Νοείται ότι επικοινωνία μεταξύ δικηγόρου και πελάτη με σκοπό τη διάπραξη καθορισμένου αδικήματος δε συνιστά προνομιούχα πληροφορία˙ (β) οποιαδήποτε άλλη πληροφορία η οποία δε γίνεται αποδεκτή ενώπιον δικαστηρίου για λόγους προστασίας του δημόσιου συμφέροντος σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.». Βλ., περαιτέρω, σε ότι αφορά το ζήτημα των προνομιούχων πληροφοριών, σχετικά με διατάγματα αποκάλυψης που εκδίδονται βάσει του Άρθρου 45
(1)του Νόμου, την απόφαση του έντιμου, πρώην Δ. Α. Δ., Γ. Ερωτοκρίτου, στην υπόθεση Re Edrinotio Ltd κ. α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 60/2012, 08/08/2012. [ii] Η ανάγκη, -πρέπει έστω και υπό τύπο σημείωσης τέλους να αναφερθεί-, για «εύλογη υποψία», δεν αποτελεί προϋπόθεση, μόνο για την έκδοση από το Δικαστήριο διατάγματος αποκάλυψης πληροφοριών βάσει του Άρθρου 45
(1)του Νόμου, αλλά, στο ποινικό δίκαιο, συνιστά, βάσει νομοθετικών ρυθμίσεων που αφορούν ειδικά την διεξαγωγή ανακρίσεων σχετικά με το ενδεχόμενο διάπραξης αδικημάτων, κριτήριο για την έκδοση διαφόρου τύπου διαταγμάτων ή ενταλμάτων από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου, αναδρομή για την νομική της σημασία, μπορεί να γίνει και σε νομολογία ή αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετική/ές με αυτές, εφόσον η αντιμετώπισης, ως διαπιστώνεται, είναι κοινή. [iii] Βλ. CPS Freight Services Ltd v Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. 29/02/2016 (ολομέλειας Ανωτάτου Δικαστηρίου, που δόθηκε δια της έντιμης, Δ. Α. Δ., Π. Παναγή), Re Κυριάκου, Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:D385, Αίτηση Αρ. 146/2019, 23/09/2019 (του Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας), Re Κκολού, Πολιτική Αίτηση Αρ. 1/2017, 31/01/2017 (του Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας), Re Αντώνη Ανδρέου Δ. Ε. Π. Ε. κ. α., ECLI:CY:AD:2017:A216, Πολιτική Έφεση Αρ. 348/2015, 09/07/2017 (ολομέλειας Ανωτάτου Δικαστηρίου, που δόθηκε δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Κ. Παμπαλλή, αλλά και την διιστάμενη της έντιμης, Δ. Α. Δ., Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου) και Re Edrinotio Ltd κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ. 363/2012, 03/07/2015 (μειοψηφίας ολομέλειας Ανωτάτου Δικαστηρίου, που δόθηκε δια του έντιμου, Δ. Α. Δ. Γ. Ν. Γιασεμή). [iv] Βλ. επίσης, Re Odyssey Retriever Inc, Πολιτική Αίτηση Αρ. 16/2016, 23/02/2016 και Re Φωτίου κ. α., Αίτηση Αρ. 32/2003, 13/06/2003. [v] Στο ίδιο μήκος κύματος και οι παρατηρήσεις της έντιμης, Δ. Α. Δ., Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, στην υπόθεση Re Αντώνη Ανδρέου Δ. Ε. Π. Ε. κ. α., ECLI:CY:AD:2017:A216, Πολιτική Έφεση Αρ. 348/2015, 09/07/2017, [στην διιστάμενη της απόφαση από την πλειοψηφία ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου]: «Δεν αναμένεται - ούτε θα ήταν προς το δημόσιο συμφέρον - η Αστυνομία να παραθέτει κάθε λεπτομέρεια που ενδεχομένως η μη παρουσίαση της να εκρίνετο μη αποκάλυψη, ούτε θα μπορούσε στο πρώιμο στάδιο συλλογής στοιχείων, να είναι σε θέση να αξιολογήσει στην πλήρη του εμβέλεια κάθε στοιχείο που εκ των υστέρων δυνατόν να φανεί ότι είχε μικρότερη ή μεγαλύτερη αξία από την αρχικά αναμενόμενη, ούτε να θέτει ενδεχομένως άλλες εκδοχές μαρτύρων, οι οποίες και εκείνες προφανώς υπόκεινται σε διερεύνηση. Αφού ακριβώς η έρευνα είναι μέρος του ανακριτικού έργου που είναι σε εξέλιξη και η υποψία εναντίον ατόμου δυνατό να μην έχει στοιχειοθετηθεί αλλά ούτε και η βεβαιότητα για διάπραξη αδικήματος, η πιθανότητα ως εύλογη υποψία σε σχέση τόσο με το αδίκημα όσο και την εύρεση στοιχείων στο αντικείμενο ή στο χώρο συνιστά τη βάση και το βάθρο που αντικειμενικά πρέπει να δημιουργείται από την Ε/Δ που στηρίζει το αίτημα για τη έκδοση του Ε/Ε ώστε το Δικαστήριο να κρίνει αν θα προχωρήσει ή όχι στην έκδοση του. Και αν δεν υπάρχει κακοπιστία ή αλλότριο κίνητρο ή συσκότιση ουσιαστικών στοιχείων που η Αστυνομία κατέχει, δεν είναι δυνατόν να εξετάζονται οι θέσεις εκ του όρκου με τόσο αναλυτική προοπτική, εκ των υστέρων, ώστε να θυμίζει εξέταση δύο εκατέρωθεν θέσεων σε πολιτική διαδικασία ενδιάμεσης φύσεως, ούτε αναμένεται η επισύναψη τεκμηρίων, στον όρκο. ...». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.