← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ, Υπόθεση υπ' αρ.: 9543/2020, 16/12/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ, Υπόθεση υπ' αρ.: 9543/2020, 16/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B275 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 9543/2020 Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορο -εναντίον - XXXXX ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 16/12/2020. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μαργαρίτα Μιχαήλ-Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δημήτρης Τσολακίδης. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ (Άρθρο 74

(1)(β) του Κεφ. 155)
  1. Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, μόνον όταν το Δικαστήριο υιοθετεί εισήγηση της υπεράσπισης για την μη κλήση κατηγορουμένου σε απολογία, ή, στην απουσία τέτοιας εισήγησης, κρίνει ότι δεν δικαιολογείται η κλήσης του κατηγορουμένου σε απολογία, απαιτείται όπως το Δικαστήριο δώσει εκτεταμένη αιτιολογία για την απόφαση του. Σε αντίθετη περίπτωση, αυτή δηλαδή της απόρριψης υποβολής ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον κατηγορουμένου, ή όταν, στην απουσία μιας τέτοιας εισήγησης, κριθεί δικαιολογημένη από το Δικαστήριο η κλήσης του κατηγορουμένου σε απολογία, αρκεί η κατάληξης του Δικαστηρίου, χωρίς εκτεταμένη αιτιολόγηση [i].
  2. Έχοντας εξετάσει την προσκομισθείσα, από πλευράς Κατήγορου, μαρτυρία, στην βάση των διατάξεων του Άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και των αρχών της νομολογίας που έχει ερμηνεύσει αυτές [ii], σε συνδυασμό πάντοτε με την νομική υπόσταση της υπόθεσης βάσει της έκθεσης αδικήματος των κατηγοριών με αρ. από 1 έως και 8 στο κατηγορητήριο που έχουν προσαχθεί στον Κατηγορούμενο [iii], καταλήγω ότι, δικαιολογείται η κλήσης του σε απολογία σε ότι αφορά το αδίκημα των κατηγοριών με αρ. από 2 έως και 8 στο κατηγορητήριο, και την απαλλαγή και αθώωση του σε ότι αφορά το αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο.
  1. Πολύ συνοπτικά καταγράφεται, ότι, το Δικαστήριο, διαπιστώνει ότι, σε ότι αφορά τις κατηγορίες με αρ. από 2 έως και 8 στο κατηγορητήριο, υπάρχει το πραγματικό υπόβαθρο που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε καταδίκη του Κατηγορουμένου για τα αδικήματα των προαναφερόμενων κατηγοριών που του προσάπτονται, αντικρισθείσα αυτή εξ όψεως, χωρίς αξιολόγηση και στην καλύτερη αυτής έκδοση, υπό το φως των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας και της νομολογίας που κρίνεται σχετική με τα επίδικα ζητήματα.
  2. Τώρα, σε ότι αφορά το αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, η προαναφερόμενη κατάληξη μου, απαλλαγής και αθώωσης του Κατηγορουμένου σε ότι αφορά αυτό, βασίζεται στο ακόλουθο σκεπτικό.
  3. Σύμφωνα με το Άρθρο 250 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος»), που περιλαμβάνεται στην έκθεση αδικήματος της υπό αναφορά κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου: «Όποιος αρπάζει ή απαγάγει άλλο, με σκοπό να προκαλέσει τον κρυφό και άδικο περιορισμό αυτού, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων.» [iv]. (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  4. Στην έκθεση αδικήματος της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, περιλαμβάνονται και τα Άρθρα 4, 29 και 247 του Νόμου. Από αυτήν, πρέπει να σημειωθεί, καθορίζεται και το πλαίσιο της εκδίκασης αυτής της υπόθεσης, στο βαθμό που την αφορά. Δεδομένων, βεβαίως, και των λεπτομερειών που ο Κατήγορος έδωσε για αυτήν και το συγκεκριμένο αδίκημα, σύμφωνα με τις οποίες: «Ο Κατηγορούμενος την 6η Ιουλίου 2020 στην XXXXX της Επαρχίας Λευκωσίας, απήγαγε την XXXXX Ζυμαρά από την Λευκωσία με σκοπό να προκαλέσει τον κρυφό και άδικο περιορισμό της.». Η έμφασης, σε ότι αφορά αυτές, για τους λόγους που θα αναφέρω στην συνέχεια, είναι στην αναφορά, «με σκοπό να προκαλέσει τον κρυφό και άδικο περιορισμό της».
  5. Το αδίκημα του Αγγλικού κοινοδικαίου, της απαγωγής, σχετικά με το στοιχείο του κρυφού περιορισμού, αν αυτό αποτελεί συστατικό του, εξετάστηκε από Αγγλικό Εφετείο, στην υπόθεση R. v. Reid [1973] Q.B. 299, στην οποία αποφασίστηκε ότι, το αδίκημα διαπράττεται («ολοκληρώνεται»), όταν το πρόσωπο αρπαχθεί και μετακινηθεί, χωρίς να είναι αναγκαίο ο περιορισμός του αυτός να είναι κρυφός. Το σκεπτικό όμως του Αγγλικού Εφετείου για αυτή του την απόφαση, καταδεικνύει και την διαφορά του αδικήματος της αρπαγής ή απαγωγής προσώπου που κωδικοποιεί το Άρθρο 250 του Νόμου. Είναι, άλλωστε, γνωστό, και έχει αναφερθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Soteriou v Republic
(1962)1 C.L.R. 188, ότι, ο περί Ποινικού Κώδικα Νόμος, Κεφ. 154, δεν πηγάζει από νομοθέτημα που σκόπευε στην κωδικοποίηση του Αγγλικού κοινοδικαίου ή τον νόμο που ίσχυε στην Αγγλία, κατά την 17/10/1928 που αυτός θεσπίστηκε, σε αντικατάσταση, του ισχύοντος μέχρι τότε, Οθωμανικού Ποινικού Κώδικα. Συνεπώς, όπου ο περί Ποινικού Κώδικα Νόμος, Κεφ. 154, προνοεί ρητά και ξεκάθαρα ποια συμπεριφορά αποτελεί αδίκημα, προσφυγή στο Αγγλικό κονοδίκαιο, ανεξαρτήτως των σχετικών προνοιών του, οδηγεί, όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174, σε δυσκολίες και πρέπει να αποφεύγεται. 8. To σκεπτικό, λοιπόν, του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση R. v. Reid [1973] Q.B. 299, ήταν το εξής: «It is convenient to take first the question of whether some secreting or concealment of the victim is necessary to constitute the offence of kidnapping. Counsel for the defendant referred to paragraph 2801 of Archibald Criminal Pleading Evidence & Practice, 37th ed.
(1969), which under the heading "Kidnapping" has the sentence: "The stealing and carrying away, a secreting of any person of any age or either sex against the will of such person . is an offence at common law." It is, however, quite clear that the word "a" in that sentence is a misprint for "or." That this is so is evident because the authority cited is Russell on Crime, 12th ed.
(1964), vol. 1, p. 692 where the wording is exactly the same except that the word "or" and not "a" is used. Russell cites East's Pleas of the Crown
(1803), vol. 1, p. 429-430, where the statement is: "The most aggravated species of false imprisonment is the stealing and carrying away, or secreting of some person, sometimes called kidnapping, which is an offence at common law." We can find no reason in authority or in principle why the crime should not be complete when the person is seized and carried away, or why kidnapping should be regarded, as was urged by counsel, as a continuing offence involving the concealment of the person seized.».
  1. Μία αναδρομή στην ιστορία του αδικήματος, γίνεται από Αγγλικό Εφετείο, στην υπόθεση R v Hendy-Freegard [2007] EWCA Crim 1236, στην οποία μνημονεύεται και η απόφαση της τότε Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων, στην υπόθεση R v D [1984] 1 AC 778, όπου, δια του Λόρδου Brandon, κατά την ανάλυση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της απαγωγής, αναφέρθηκε ότι, κατά το Αγγλικό κοινοδίκαιο, παλαιότερα, συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ήταν και ο κρυφός περιορισμός του θύματος, που πλέον ξεπεράστηκε [v].
  2. Τα δεδομένα στην Κύπρο, σχετικά με το αδίκημα αυτό, είναι διαφορετικά. Στο Άρθρο 250 του Νόμου, ο συνδετικός σύνδεσμος «και» που χρησιμοποιείται στην φράση «με σκοπό να προκαλέσει τον κρυφό και άδικο περιορισμό αυτού», καθιστά απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η αρπαγή ή απαγωγή του προσώπου από τον κατηγορούμενο, να γίνεται με σκοπό την πρόκληση του κρυφού και άδικου περιορισμού του. Δηλαδή, μεταξύ άλλων, με σκοπό την απόκρυψη του σε μέρος μυστικό. Αν και αυτή η ερμηνεία του Άρθρου 250 του Νόμου, αφήνει, σύμφωνα με τον περί Ποινικού Κώδικα Νόμο, Κεφ. 154, κατά την αντίληψη μου, ακόλαστες τις πράξεις / συμπεριφορές, της αρπαγής και της παράνομης κατακράτησης, που ενδεχομένως να μην ήταν ο σκοπός του Νομοθέτη, το Δικαστήριο, δεν μπορεί να ερμηνεύσει τις προαναφερόμενες πρόνοιες του Άρθρου 250 του Νόμου, διαφορετικά.
  3. Στην προκείμενη περίπτωση, από την μαρτυρία που μου έχει παρουσιαστεί, ειδικότερα από αυτή της XXXXX Ζυμαρά, ΜΚ1, η οποία ήταν και η μόνη που κατέθεσε για το πραγματικό υπόβαθρο σχετικά με το επίδικο αυτό ζήτημα, και που, κατά την θέση που ο Κατήγορος λαμβάνει για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, είναι το θύμα της ισχυριζόμενης εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου, κρίνοντας αυτήν αντικειμενικά, δηλαδή, χωρίς αξιολόγηση του συνόλου της προσκομισθείσας μαρτυρίας, δεν στοιχειοθετεί πραγματικά ότι, κατά το ισχυριζόμενο περιστατικό της 06ης/06/2020, σκοπός του Κατηγορουμένου, ήταν, πέραν του οτιδήποτε άλλου προβάλλεται εναντίον του, να προκαλέσει τον κρυφό περιορισμό της εν λόγω XXXXX Ζυμαρά, ΜΚ
  4. Ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από το αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο του. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος, καλείται σε απολογία σε ότι αφορά το αδίκημα των κατηγοριών με αρ. από 2 έως και 8 στο κατηγορητήριο
  5. Προχωρώ, ως εκ της προαναφερόμενης κατάληξης μου, στο να επεξηγήσω στον Κατηγορούμενο, τα δικαιώματα που έχει προς υπεράσπιση του, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες κατηγορίες με αρ. από 2 έως και 8 στο κατηγορητήριο που αντιμετωπίζει, στις οποίες, ως προαναφέρθηκε, καλείται σε απολογία, ως αυτά ενσωματώνονται στις πρόνοιες του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155: «Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορία αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπιση του, το Δικαστήριο καλεί αυτόν να προβάλει την υπεράσπιση του και τον πληροφορεί ότι δύναται να προβεί σε κατάθεση χωρίς όρκο, από τη θέση στην οποία βρίσκεται κατά τον εν λόγω χρόνο, οπότε δεν υπόκειται σε αντεξέταση ή ότι δύναται να δώσει μαρτυρία από τη θέση εξεταζόμενου μάρτυρα, αφού ορκιστεί ως μάρτυρας, οπότε υπόκειται σε αντεξέταση ως μάρτυρας.». Διευκρινίζοντας, ότι, στα δικαιώματα του, είναι να παραμείνει σιωπηλός. Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως επιλογής, ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος, δύναται να καλέσει οποιοδήποτε άλλη μαρτυρία θεωρεί πρέπουσα προς υπεράσπιση του, για να εξεταστεί. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Mariano v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 112/2014, 20/11/2015, Re Δημήτρη Χατζηαργυρού, Πολιτική Αίτηση αρ. 19/2018, 28/03/2018 και Archbold Magistrates' Courts Criminal Practise, 2004 - 2005, στην παράγραφο 19-115 και Blackstone's Criminal Practise 2004, στην παράγραφο D.20.8, στην σελίδα 1600 και την νομολογία που σε αυτά γίνεται παραποπμή, Moran v DPP
(2002)166 JP 467 και Harrison v Department of Social Security [1997] C.O.D. 220. [ii] Βλ. Wiseman and Another v Borman and Others
(1967)3 AllER 1047, Morphitis v The Police
(1975)2 C.L.R. 138, Γενικός Εισαγγελέας ν Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γενικός Εισαγγελέας ν Αριστοτέλους
(1992)2 Α.Α.Δ. 356, Γενικός Εισαγγελέας ν Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, Γενικός Εισαγγελέας ν Δράκου κ. α.
(2004)2 Α.Α.Δ. 211, R. v Galbraith
(1981)2 All.E.R. 1060, Azinas and Another v The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Ι.Π.Κ. Ηχηκινηση Λτδ ν Σιεγγερης κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 121/2014, 16/12/2016, DI TRI Holdings Ltd v Ιακωβίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 121/2013, 11/05/2015, Γενικός Εισαγγελέας ν Δράκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, Nikiforos Technologies Ltd v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, Iacovou Brothers (Concrete) Ltd v Action Construction & Development Ltd κ. α., Πoινική Έφεση Αρ.184/2014, 10/02/2016 και Κυπρίζογλου ν Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 53/2017, 64/2017, 66/2017 και 68/2017, 15/12/
  1. [iii] Βλ. Nikiforos Technologies Ltd v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/
  2. [iv] Στην αρχική αυθεντική έκδοση του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, στην Αγγλική γλώσσα, το αδίκημα του Άρθρου 250, που, ας σημειωθεί, μέχρι και σήμερα, δεν έτυχε τροποποιήσεων, έχει ως εξής: «Any person who kidnaps or abducts any person, with intent to cause that person to be secretly and wrongfully confined, is guilty of a felony and is liable to imprisonment for seven years.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [v] Στην παράγραφο 41 της απόφασης του Αγγλικού Εφετείου, στην υπόθεση R v Hendy-Freegard [2007] EWCA Crim 1236, αναφέρονται τα εξής: «
  3. Lord Brandon gave the only substantive speech. Most of this dealt with the issues peculiar to the case and had no bearing on those that we have to resolve. He did, however, begin his speech by remarking that the House had, for the first time, to examine the nature, ingredients and scope of the offence as it was un-der modern conditions. After a reference to the relevant authorities Lord Brandon summarised the offence as follows: "From this wide body of authority six matters relating to the offence of kidnapping clearly emerge. First, the nature of the offence is an attack on the infringement of the personal liberty of an individual. Secondly, the offence contains four ingredients as follows:
(1)the taking or carrying away of one person by another;
(2)by force or by fraud;
(3)without the consent of the person so taken or carried away; and
(4)without lawful excuse. Thirdly, until the comparatively recent abolition by statue of the division of criminal offences into the two categories of felonies and misdemeanours, the offence of kidnapping was categorised by the common law as a misdemeanour only. Fourthly, despite that, kidnapping was always regarded, by reason of its nature, as a grave and (to use the language of an earlier age) heinous offence. Fifthly, in earlier days, the offence contained a further ingredient, namely, that the taking or carrying away should be from a place within the jurisdiction to another place outside it; this further ingredient has, however, long been obsolete, and forms no necessary part of the offence today. Sixthly, the offence was in former days described not merely as taking or carrying away a person but further or alternatively as secreting him; this element of secretion has, however, also become obsolete, so that, although it may be present in a particular case, it adds nothing to the basic ingredient of taking or carrying away."». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.