ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. NASIR κ.α., Αριθμός Υπόθεσης: 19535/19, 28/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B253 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ Αριθμός Υπόθεσης: 19535/19 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν.
- ΧΧΧΧΧΧ NASIR
- ΧΧΧΧΧΧ ΧΟΥΣΣΑΙΝ
- ΧΧΧΧΧΧ KAUR KAUR
- ΧΧΧΧΧΧ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
- ΧΧΧΧΧΧ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 28/08/2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Κος Μ. Κουτσόφτας Για τον Κατηγορούμενο 2: Κος Δ. Τσολακίδης Κατηγορούμενος 2 παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Το εγειρόμενο ζήτημα και οι τοποθετήσεις των μερών Ο, εναπομείνας, κατηγορούμενος 2 στην παρούσα υπόθεση κατηγορείται για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, εμπορία ενήλικου προσώπου με σκοπό την εκμετάλλευσή στην εργασία κατά παράβαση του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2014, Ν. 60(I)/2014, για εξασφάλιση εγγραφής του προσώπου αυτού στην Κυπριακή Δημοκρατία με ψευδείς παραστάσεις και πλαστά έγγραφα και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ενώ η ακρόαση της υπόθεσης είχε ήδη ξεκινήσει και προχωρούσε κανονικά, στις 13 Φεβρουαρίου 2020 σε επιστολή αναστολής υπογεγραμμένη από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (στο εξής «η απόφαση αναστολής»), η οποία κοινοποιήθηκε τόσο στην Υπεράσπιση όσο και στην Εισαγγελία Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας, αναφέρθηκε ότι, λαμβάνοντας υπόψη την επιστολή της Υπεράσπισης ημερομηνίας 27/1/2020 και κατόπιν μελέτης των λόγων που έχουν προβληθεί σε αυτήν αλλά και των απόψεων της Αστυνομίας, ο Γενικός Εισαγγελέας αποφάσισε την αναστολή της ποινικής δίωξης εναντίον του 2ου κατηγορούμενου. Ας σημειωθεί ότι στην ίδια επιστολή αποφασίστηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα όπως εναντίον των κατηγορουμένων 1, 3 και 4 διακοπούν κάποιες κατηγορίες, νοουμένου ότι παραδεχτούν ενοχή σε κάποιες άλλες. Έτσι και έγινε. Οι κατηγορούμενοι 1, 3, 4 και 5 παραδέχθηκαν ενοχή ενώπιόν μου και τους επιβλήθηκε ποινή στις 26/6/
- Η μέγιστη επιβληθείσα ποινή ήταν για τον κατηγορούμενο 1, ποινή άμεσης φυλάκισης 4 ετών, για την οποία έχει καταχωριστεί έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο. Στις 14 Φεβρουαρίου 2020, όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι, δεν θα παρέδιδε την απόφαση αναστολής στο Δικαστήριο ζητώντας την απαλλαγή του κατηγορούμενου 2, λόγω του ότι το θέμα της αναστολής του κατηγορούμενου 2 επανεξετάζετο από τον Γενικό Εισαγγελέα. Η αναθεώρηση, είπε ο κ. Κουτσόφτας, γινόταν στη βάση νέων δεδομένων που προέκυψαν στην υπόθεση. Την επόμενη δικάσιμο, στις 26/2/2020, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε στο Δικαστήριο πως ο Γενικός Εισαγγελέας μετά από σχετικό σημείωμα του πρώτου, έχει ανακαλέσει την πρόθεσή του για την αναστολή σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 και έτσι η ακροαματική διαδικασία σε σχέση με αυτόν συνέχισε κανονικά. Αργότερα και μετά την ακρόαση κάποιων περαιτέρω μαρτύρων, το Δικαστήριο έθεσε τον εξής προβληματισμό στα μέρη ζητώντας τις αγορεύσεις τους: Κατά πόσο με δεδομένη την απόφαση αναστολής, την οποία όμως ουδέποτε επικαλέστηκε η Κατηγορούσα Αρχή ενώπιον του Δικαστηρίου για να ζητήσει την απαλλαγή του κατηγορούμενου, η προφορική ανάκληση αυτής συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Κατά πόσο δηλαδή η συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας εναντίον του κατηγορούμενου μετά από την ανάκληση της αναστολής είναι καταχρηστική. Κατά τις νομικές τοποθετήσεις των μερών επί του πιο πάνω θέματος, για πρώτη φορά η Κατηγορούσα Αρχή έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα εξής γεγονότα, μέσω του Τεκμηρίου Β, επιστολής της Ανώτερης Υπαστυνόμου και υπεύθυνης του Γραφείου Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων (ΓΚΕΠ), κας Ρ. Σούπερμαν, προς το Βοηθό Αρχηγό Αστυνομίας: Στις 24/2/2020 τηλεφώνησε στο ΓΚΕΠ της Αστυνομίας λειτουργός των Φυλακών, εκ μέρους της Υποδιευθύντριας των Φυλακών, για να διαβιβάσει αίτημα του πρώην κατηγορούμενου 1 όπως συναντηθεί με την υπεύθυνη του εν λόγω γραφείου, Ανώτερη Υπαστυνόμο. Η εν λόγω Υπαστυνόμος μετέβηκε μαζί με τον Λοχία 2390, ανακριτή της υπόθεσης στις Κεντρικές Φυλακές. Ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο ίδιος διευθετούσε διαδικαστικά την εγγραφή των αλλοδαπών στην Κύπρο, κατόπιν οδηγιών του 2ου κατηγορούμενου ο οποίος τον πλήρωνε για τις υπηρεσίες του. Επεξήγησε μάλιστα τη δράση του 2ου κατηγορούμενου, ο οποίος σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, του κατέβαλε χρήματα για να διευθετεί τις άδειες των αλλοδαπών που έφερνε στην Κύπρο, συμπεριλαμβανομένου και του παραπονούμενου στην υπόθεση. Συναίνεσε στο να κληθεί ως Μάρτυρας Κατηγορίας από την Κατηγορούσα Αρχή εναντίον του 2ου κατηγορούμενου και ανέφερε ότι είναι πρόθυμος να πει όλη την αλήθεια και να εκτίσει ποινή (ποινή η οποία ως προαναφέρθηκε του επιβλήθηκε στις 26/6/2020). Κατόπιν των εξελίξεων αυτών και βάσει γραπτής εισήγησης του Δημόσιου Κατήγορου που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση, ο Γενικός Εισαγγελέας ανακάλεσε την πρόθεσή του περί αναστολής και προσυπέγραψε προς τούτο το σχετικό σημείωμα του κ. Κουτσόφτα στις 26/2/2020 (βλέπε Τεκμήριο Β). Η εισήγηση στο σημείωμα ανέφερε ότι, ποτέ προηγουμένως δεν προέκυψε η πρόθεση του 1ου κατηγορούμενου να καταθέσει εναντίον του 2ου κατηγορούμενου, με λεπτομέρειες μάλιστα που δεν είχαν έρθει μέχρι τη στιγμή εκείνη εις γνώση της Αστυνομίας κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε πως η εν λόγω εξέλιξη, η αιφνίδια δηλαδή ανακάλυψη περαιτέρω μαρτυρίας στην υπόθεση μετά τη λήψη της απόφασης αναστολής, επαρκεί ώστε ο Γενικός Εισαγγελέας να ανακαλέσει την προηγουμένως εκφρασθείσα γνώμη του περί διακοπής της διαδικασίας εναντίον του 2ου κατηγορούμενου. Ήταν περαιτέρω η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι, αφ' ης στιγμής ο εκπρόσωπος της ουδέποτε βασίστηκε στην απόφαση αναστολής για να ζητήσει από το Δικαστήριο την απαλλαγή του 2ου κατηγορούμενου, το Δικαστήριο δεν πρέπει να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο. Η διακοπή της διαδικασίας δεν ολοκληρώθηκε, διότι αυτή τελειούται με την άδεια του Δικαστηρίου. Ας σημειωθεί, ότι κατά την πορεία της ακρόασης της υπόθεσης και μεταγενέστερα της ανάκλησης της αναστολής, η κατηγορούσα αρχή πράγματι ζήτησε την έκδοση κλήσης μάρτυρα για τον 1ο κατηγορούμενο και έχει ήδη εκφράσει την πρόθεσή της να τον προσκομίσει ως μάρτυρα κατηγορίας στην υπόθεση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Υπεράσπιση διαφώνησε κάθετα. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι, με ειλημμένη την άνευ όρων απόφαση αναστολής της ποινικής δίωξης του κατηγορούμενου 2 εκ του Γενικού Εισαγγελέα, ημερομηνίας 13/2/2020, και με γνώμονα πως η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον κατηγορούμενο, ο οποίος ας σημειωθεί ότι ήταν τότε κρατούμενος, η ορθή ερμηνεία των άρθρων 113.2 του Συντάγματος και 154 του Κεφ. 155 επιτάσσει όπως το Δικαστήριο απαλλάξει τον κατηγορούμενο, ασχέτως της εξήγησης που δόθηκε μεταγενέστερα και στις 10/7/2020 από την κατηγορούσα αρχή. Συνέχισε ότι, η ανάκληση της απόφασης αναστολής είναι έννοια νομικά άγνωστη καθότι δεν παρέχεται εκ του Νόμου τέτοια δυνατότητα. Εισηγήθηκε πως η απόφαση ανάκλησης της αναστολής προκαλεί ζημιά και ανυποληψία στο νομικό σύστημα, μέρος του οποίου είναι και ο θεσμός του Γενικού Εισαγγελέα, αφού δίδει την εντύπωση πως οι αποφάσεις του δεν είναι τελικές, αλλά δυνατό να μεταβάλλονται χωρίς αιτιολογία. Αναφέρθηκε στην R v Bloomfield [1997] 1 Cr. App. R. 135 όπου κρίθηκε πως υπήρξε κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, αφού ο Εισαγγελέας της υπόθεσης είχε δηλώσει ανεπίσημα στον συνήγορο υπεράσπισης πως πρότεινε να μην προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία εναντίον του. Αυτή η πρόταση είχε επαναληφθεί ενώπιον του Δικαστή της υπόθεσης στο γραφείο του και τότε το ζήτημα κατόπιν αιτήματος της Εισαγγελίας αναβλήθηκε για άλλη μέρα για να μην προσκομιστούν αποδεικτικά στοιχεία. Υπό αυτές τις συνθήκες, η συνέχιση της ποινικής διαδικασίας εναντίον του κατηγορούμενου κρίθηκε πως αποτελούσε κατάχρησή της. Πόσο μάλλον εν προκειμένω, συνέχισε ο ισχυρισμός, όπου υπάρχει γραπτή, ρητή και άνευ όρων απόφαση αναστολής στο ανώτατο επίπεδο χωρίς να ανακληθεί ποτέ γραπτώς και η ανάκληση αυτή να κοινοποιηθεί καθηκόντως στον κατηγορούμενο. Β. Η νομική πτυχή Αναφέρω εξαρχής ότι, η έρευνα μου δεν κατέδειξε προηγούμενο παρόμοιο χειρισμό υπόθεσης εκ της Κατηγορούσας Αρχής ενώπιον κυπριακού Δικαστηρίου. Συνεπώς, δεν οδηγήθηκα- ούτε παραπέμφθηκα από τους συνηγόρους των μερών- σε σχετική κυπριακή νομολογία. Β
- Θα εξετάσω αρχικά τον ισχυρισμό του συνήγορου Υπεράσπισης ότι το Δικαστήριο, με τα δοσμένα δεδομένα δεν έχει άλλη επιλογή παρά να απαλλάξει τον κατηγορούμενο. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνηται και συνεχίζει ή διακόπτει οιανδήποτε ποινική διαδικασία είναι ανέλεγκτη από τα Δικαστήρια (βλ. Police v. Athienitis
(1983)2 C.L.R. 194 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388). Και τούτο πρέπει πάντα να γίνεται προς το δημόσιο συμφέρον (βλ. τηρουμένων των αναλογιών, Αναφορικά με τον Αντρέα Τρύφωνος, Αιτ. 1/2016, ημερ. 30/1/2017). Εάν, όμως, όπως και η απόφαση αναστολής, έτσι και η απόφαση ανάκλησης της αναστολής παρέμενε ανέλεγκτη από το Δικαστήριο, τότε η διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας - όχι απλώς η έναρξη ή η λήξη, αλλά η τρέχουσα δικαστική διαδικασία - θα εξαρτάτο απόλυτα και ανέλεγκτα από τον Γενικό Εισαγγελέα και η εξουσία και καθήκον του Δικαστηρίου να ρυθμίσει την ενώπιον του διαδικασία, προς περιστολή κατάχρησης, θα καθίστατο γράμμα κενό (βλ., μεταξύ άλλων, Λώρη Ηρακλέους (ανωτέρω)). Το άρθρο 113.2του Συντάγματος προνοεί: «Ο γενικός εισαγγελεύς της Δημοκρατίας έχει εξουσίαν κατά την κρίσιν αυτού προς το δημόσιον συμφέρον να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνηται και συνεχίζει ή διακόπτει οιανδήποτε διαδικασίαν ή διατάσσει δίωξιν καθ' οιουδήποτε προσώπου εν τη Δημοκρατία δι' οιονδήποτε αδίκημα. Η τοιαύτη εξουσία δύναται να ασκείται υπό του γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας είτε αυτοπροσώπως είτε δι' υπαλλήλων υπαγομένων εις αυτόν ενεργούντων υπό και συμφώνως προς τας οδηγίας αυτού.» Το άρθρο 154 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 προνοεί τον τρόπο με τον οποίο η αναστολή ποινικής δίωξης εκ του Γενικού Εισαγγελέα γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο: «154.-
(1)Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία και σε οποιοδήποτε στάδιο αυτής πριν από την απόφαση ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δύναται να καταχωρήσει αναστολή δίωξης, είτε ανακοινώνοντας αυτό στο Δικαστήριο είτε πληροφορώντας το Δικαστήριο γραπτώς ότι η Δημοκρατία προτίθεται να διακόψει τη διαδικασία και για αυτό ο κατηγορούμενος αμέσως απαλλάσσεται ως προς το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο για το οποίο καταχωρείται η αναστολή δίωξης.» Διαφωνώ με την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης. Κατά την ορθή ερμηνεία των πιο πάνω άρθρων απαιτείται δικαστική πράξη. Για την οποία απαιτείται ρητή τοποθέτηση εκ της κατηγορούσας αρχής. Ελλείψει προφορικής ανακοίνωσης αναστολής ή καταχώρισης γραπτής αναστολής στο Δικαστήριο από τον Γενικό Εισαγγελέα ή από υπάλληλό του που ενεργεί υπό και σύμφωνα με τις οδηγίες αυτού, δεν τελειούται δικαστικά η αναστολή και ο κατηγορούμενος δεν δύναται να απαλλαχθεί του κατηγορητηρίου. Τούτη η ερμηνεία είναι η φυσική απόρροια του ότι, η εξουσία λήψης τέτοιας απόφασης ανήκει, αποκλειστικά και ανέλεγκτα, στο Γενικό Εισαγγελέα. Και όταν αυτό συμβεί, το Δικαστήριο οφείλει να απαλλάξει τον κατηγορούμενο, άνευ ετέρου. Εάν δεν ήταν έτσι τα πράγματα, θα διακυβευόταν η αποκλειστική, συνταγματικά κατοχυρωμένη και ανέλεγκτη εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα να διακόπτει, μεταξύ άλλων, ποινική διαδικασία εναντίον οποιουδήποτε κατηγορούμενου. Η εξουσία αυτή του Γενικού Εισαγγελέα είναι μάλιστα τόσο ευρεία, που δεν απαιτείται να δοθούν οποιεσδήποτε εξηγήσεις στο Δικαστήριο για το λόγο της διακοπής ποινικής δίωξης, πριν το Δικαστήριο απαλλάξει τον κατηγορούμενο (βλ. Athienitis (ανωτέρω)). Θεωρώ ότι, από τη στιγμή που η πρωτότυπη επιστολή αναστολής εκ του Γενικού Εισαγγελέα δεν καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο από τον εκπρόσωπο του Γενικού Εισαγγελέα και αυτός δεν ζήτησε ρητώς τη διακοπή της υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να απαλλάξει τον κατηγορούμενο βάσει των προαναφερθέντων άρθρων. Η απλή ενημέρωση του Δικαστηρίου περί της, παραδεκτώς, δοθείσας αναστολής μέσω της επιστολής που στάληκε στον δικηγόρο του Κατηγορούμενου ημερ.13/2/2020 δεν επαρκεί, διότι δεν μπορεί, από μόνη της, να ενεργοποιήσει την εξουσία του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 154
(1)του Κεφ.155, να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το κατηγορητήριο. Βάσει των πιο πάνω, απορρίπτω το σχετικό επιχείρημα της Υπεράσπισης. Σύμφωνα με την ορθή συνδυαστική ερμηνεία των άρθρων 113
(2)του Συντάγματος και 154
(1)του Κεφ. 155, η απαλλαγή κατηγορούμενου από το κατηγορητήριο είναι δικαστική πράξη, η δικαιοδοσία για την οποία γεννάται κατόπιν ανακοίνωσης αναστολής της ποινικής δίωξης, ενώπιον Δικαστηρίου, εκ του Γενικού Εισαγγελέα ή εκ των υπαλλήλων του ή υπαλλήλων υπαγομένων εις αυτόν, ενεργούντων υπό και συμφώνως προς τας οδηγίες του. Β.2. Προχωρώ να εξετάσω το θέμα της πιθανής κατάχρησης της διαδικασίας. Στην παλαιά Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές· ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Λέχθηκε επίσης ότι, η εξουσία του Δικαστηρίου για έλεγχο των διαδικασιών ενώπιόν του αποτελεί συστατικό στοιχείο της αυτονομίας και της αυτοτέλειας της Δικαστικής Εξουσίας. Η άσκηση της εξουσίας αυτής δικαιολογείται μόνο όταν αναντίλεκτα προκύπτει ότι η συνέχιση συγκεκριμένης διαδικασίας θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, δηλαδή χρήση τους για σκοπούς άλλους από εκείνους, για τους οποίους τις προορίζει ο Νόμος. Αναφέρθηκε περαιτέρω ότι, η δικαιοδοσία είναι σύμφυτη και αποβλέπει, σε τελευταία ανάλυση, στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στις συνεκδικασθείσες Ποιν. Εφ.348/2018 και 349/2018 Δημοκρατίας ν. Ηλιάδη κ.ά., ημερ. 31/5/2019, σημειώθηκαν τα εξής σχετικά: «Αποτελεί αξίωμα του Δικαίου ότι υπέρτατο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προώθηση της Δικαιοσύνης και η παρεμπόδιση πρόκλησης αδικίας. Στο πλαίσιο του προαναφερθέντος καθήκοντος έχει αναγνωριστεί, με πάγια νομολογία, ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία αναστολής ή απόρριψης υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν αυτή απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Υπό την προϋπόθεση όμως ότι, επειδή η υπό αναφορά εξουσία συνιστά κατ΄ εξαίρεση δικαιοδοσία, η άσκηση της πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση, το οποίο έχει και το βάρος απόδειξης της κατάχρησης βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 όπου γίνεται ευρεία επισκόπηση της μέχρι τότε κυπριακής και αγγλικής νομολογιας και η οποία - μαζί με την απόφαση στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 - θεωρείται σταθμός για το ζήτημα. Σε βαθμό που οι νομολογιακές αρχές που αποκρυσταλλώθηκαν στην εν λόγω απόφαση να επαναλαμβάνονται σε όλες τις μεταγενέστερες αποφάσεις. Όπως στις Εμπεδοκλής κ.α. (Αρ.3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529, Μεταφορές Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.α.
(2013)2 Α.Α.Δ. 591, Σπύρου ν. Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Εφ. 223/2014 ημερ. 11.11.2015, Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου ν. Χριστοφίδης, ECLI:CY:AD:2016:B137, Ποιν. Εφ. 4/2014 ημερ. 3.3.2016, Παναγιώτου Λτδ ν. Plyntex Public Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2017:B291, Ποιν. Εφ. 11/2015 ημερ. 11.9.2017 και άλλες.» Αφού πρόκειται για σύμφυτη δικαστική εξουσία, το ζήτημα της κατάχρησης μπορεί να εγερθεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, όπως εν προκειμένω. Πάντως, το Δικαστήριο προτού προχωρήσει σε απόρριψη, θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης (βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου v. Χριστοφίδης Ποινική Έφεση 4/2014, ημερ. 3.3.2016). Στη Δημοκρατία ν. Λώρη Ηρακλέους (αρ. 2)
(1994)2 ΑΑΔ 225, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι τίποτε δεν περιορίζει τη σύμφυτη εξουσία του πρωτόδικου Δικαστηρίου να ρυθμίσει την ενώπιον του ποινική διαδικασία. Σημειώθηκε περαιτέρω οτι: «Στην άσκηση των συνταγματικών του αρμοδιοτήτων, ο Γενικός Εισαγγελέας δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο [βλ. Police v. Athienitis
(1983)2 C.L.R. 194]. Τα όρια όμως των αρμοδιοτήτων του δεν επεκτείνονται πέραν εκείνων που του παρέχει το Άρθρο 113.2 και ο νόμος [βλ. σε σχέση με το δικαίωμα έφεσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Λαζαρίδη κ.α.
(1992)2 Α.Α.Δ. 8. Θα ήταν εν πάση περιπτώσει παράδοξο, δοθείσας της φύσης του λειτουργήματος του, αν παρεχόταν οποιαδήποτε εξουσία στο Γενικό Εισαγγελέα που θα περιόριζε τις εξουσίες του δικαστηρίου να εξετάζει, στο στάδιο που κρίνει επιβεβλημένο, θέματα που άπτονται της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου. Στην ποινική δίκη ο Γενικός Εισαγγελέας (και οι εκπρόσωποί του) υπέχει ρόλο δημόσιου κατηγόρου και εκπροσωπεί τη μια από τις δύο πλευρές που αντιπαρατάσσονται στο πλαίσιο του δικαιΐκου μας συστήματος, ενώπιον του δικαστηρίου με αντίστοιχους ρόλους για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου.» Στην υπόθεση Εμπεδοκλή (πιο πάνω), υποδείχθηκε πως, «η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων». Στην αγγλική Hui Chi-Ming v. R [1992] 1 AC 34 P.C. η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως "something so unfair and wrong that the court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respects a regular proceeding".» Στην υπόθεση Chu Piu ‑ Wing v. Attorney General
(1984)HKLR 441, λέχθηκε ότι "there is a clear public interest to be observed in holding officials of state to promises made by them in full understanding of what is entailed by the bargain". Στην εν λόγω υπόθεση, υπήρξε σαφή μνεία στην παράγραφο 10.1 του Code for Crown Prosecutors: "People should be able to rely on decisions taken by the CPS. Normally if the CPS tells a suspect or Defendant that there will not be a prosecution ot that the prosecution has been stopped, that is the end of the matter and the case will not start again. But occasionally, there are special reasons why the CPS will restart the prosecution, particularly if the case is serious". Στην παράγραφο10.2 του Code for Crown Prosecutors: "There reasons include (
- a)Rare cases where a new look at the original decision shows that it was clearly wrong and should not be allowed to stand; (
- b)Cases which are stopped so that more evidence which is likely to become available in the fairly near future and be collected and prepared. In these cases the CPS will tell the Defendant that the prosecution may well start again; (
- c)Cases which are stopped because of a lack of evidence, but where more significant evidence is discovered later". Ο LJ Staughton κατέληξε, "it seems to us that whether or not there was prejudice, it would bring the administration of justice into disrepute if the CPS where able to treat the Court as if it where at its beck and call, free to tell it one day that it was not going to prosecute, and another day that it was". Στις συνεκδικαζόμενες ποινικές εφέσεις Ηλιάδη (ανωτέρω), αναφέρθηκε πως οι τρεις ποινικές διαδικασίες που καταχωρίστηκαν εναντίον του ιδίου κατηγορούμενου για τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια αδικήματα επηρέασαν, αφ΄εαυτών, δυσμενώς τον κατηγορούμενο, προσωπικά, οικογενειακά και οικονομικά. Ως αναφέρθηκε στην Ηλιάδης (ανωτέρω) με αναφορά στην R. v Babos, 2014 SCC 16 [2014] 1 S.C.R.E. 309 το δημόσιο συμφέρον απαιτεί την προσαγωγή κάθε αδικοπραγούντα ενώπιον της δικαιοσύνης, αλλά δεν επιτρέπει την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας για σκοπούς εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος. Έτσι, η απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας υπ' αρ. 284/2017 Δημοκρατία ν. Ηλιάδης κ.ά., ημερ. 14/12/2018 περί κατάχρησης της διαδικασίας εκ της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και 2, επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην απόφαση του ίδιου Κακουργιοδικείου που ακολούθησε, σε σχέση με τους εναπομείναντες Κατηγορούμενους 3-7 στην ίδια υπόθεση ημερ. 19/3/2020 κρίθηκε ότι, η καταχώριση αρχικά δύο υποθέσεων στις οποίες οι κατηγορούμενοι 3-7 χρησιμοποιήθηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας εναντίον των πρώην κατηγορουμένων 1 και 2, είτε ως μάρτυρες επί του κατηγορητηρίου είτε ως μάρτυρες στη ζωντανή δίκη που ακολούθησε, ενώ στην τρίτη υπόθεση διώχθηκαν οι ίδιοι ως κατηγορούμενοι, αποτελούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Με αναφορά στην Beckford [1996] 1 Cr App R 94 σημειώθηκαν τα εξής από το Κακουργιοδικείο: «Στην ίδια υπόθεση σημειώθηκε ότι η δικαιοδοσία για αναστολή μπορεί να ασκηθεί σε πολλές, διαφορετικές περιπτώσεις αλλά από τη νομολογία προκύπτουν δύο κύριες τάσεις. Η πρώτη είναι όταν το Δικαστήριο διαγνώσει ότι ο κατηγορούμενος δεν δύναται να έχει δίκαιη δίκη και η δεύτερη όταν θα είναι άδικο για τον κατηγορούμενο να αντιμετωπίσει την επικείμενη δίκη. Η πρώτη τάση επικεντρώνεται περισσότερο στο διαδικαστικό και συνάμα ουσιαστικό μέρος της δίκης. Δηλαδή όταν είναι εξ υπαρχής, αδύνατο, ο κατηγορούμενος να έχει μια δίκαιη δίκη, τότε η διαδικασία, χωρίς άλλο, διακόπτεται. Δεν τίθεται καν ζήτημα εξισορρόπησης των αντιμαχόμενων συμφερόντων των δύο πλευρών. Η δεύτερη αφορά την υποχρέωση του Δικαστηρίου να προστατεύσει την ακεραιότητα του όλου συστήματος ποινικής δικαιοσύνης. Εδώ το Δικαστήριο, θα διακόψει τη διαδικασία (ακόμα και αν τα εχέγγυα για δίκαιη δίκη διασφαλίζονται) όταν, από το σύνολο των περιστάσεων, καταλήξει ότι η διεξαγωγή δίκης θα πλήξει το αίσθημα δικαιοσύνης (justice) και ευταξίας (propriety) του Δικαστηρίου (βλ. Maxwell [2011] 4 All ER 941). Σχετική επ΄ αυτού είναι η Latiff [1996] 1 WLR 104 στην οποία, τονίστηκε πως στη δεύτερη περίπτωση κατάχρησης, θα πρέπει το Δικαστήριο να εξισορροπεί το δημόσιο συμφέρον που θέλει τη διασφάλιση, όπως αυτοί, που κατηγορούνται για σοβαρά εγκλήματα, να προσάγονται σε δίκη με το αντιμαχόμενο δημόσιο συμφέρον, όπως, μη δίδεται η εντύπωση ότι ο «σκοπός αγιάζει τα μέσα» (the end justifies any means) - (βλ. επίσης Warren v. A.G for Jersey [2012] 1 AC 22 και R v. Babos [2014] 1 SCR 309) - στις οποίες, εύστοχα παραπέμπει ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, κ. Κέκκος.» Και πιο κάτω στην ίδια υπόθεση σημειώνεται η εξής νομική ανάλυση, την οποία υιοθετώ και για σκοπούς της παρούσας: «Πολύ σημαντικό είναι να τονισθεί ότι η σύμφυτη αυτή εξουσία του Δικαστηρίου δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως απευθείας μέσο πειθάρχησης είτε της Αστυνομίας είτε της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Ex parte Belsham
(1992)94 Cr. App R, 382, R v. Horseferry Road Magistrates Court ex parte Bennett [1993] 3 All ER 138, 151 και Ahmed [2011] EWCA Crim. 184). Μπορεί ωστόσο το Δικαστήριο να μην επιτρέψει στην Κατηγορούσα Αρχή να αποκτήσει αθέμιτο πλεονέκτημα, εδραζόμενο σε καταχρηστική συμπεριφορά, αποφαινόμενο, ότι, τέτοια συμπεριφορά υπό τις περιστάσεις, συνιστά και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Belsham, ανωτέρω). Απώτερος σκοπός είναι η προστασία του κύρους και της υπόληψης του όλου συστήματος απονομής δικαιοσύνης (βλ. Ahmed, (ανωτέρω) και Warren, [ανωτέρω]). [....] ... μια ίσως από τις κορυφαίες υποθέσεις που αφορούν ξεκάθαρη υπόσχεση μη δίωξης είναι η R v. Hamza [2007] 1 Cr.App.R. 27. Στην υπόθεση αυτή, αναγνωρίστηκε ότι σε περίπτωση που ένας κατηγορούμενος παρακινείται (induced) να πιστέψει ότι δεν θα διωχθεί, αυτό δύναται να αποτελέσει βάση για διακοπή της διαδικασίας λόγω κατάχρησης. Ωστόσο η διαδικασία δεν θα διακοπεί εκτός αν (α) υπήρξε αδιαμφισβήτητη (unequivocal) παράσταση μη δίωξης από τους υπεύθυνους των ανακρίσεων ή την Κατηγορούσα Αρχή και (β) ο κατηγορούμενος ενήργησε στη βάση αυτής της παράστασης κατά τρόπο δυσμενή για τον ίδιο. Το Δικαστήριο, πηγαίνοντας ένα βήμα παρά πέρα, τόνισε - απορρίπτοντας ουσιαστικά την αρχή (test) του κοινοδικαίου της (legitimate) έννομης προσδοκίας - πως, ακόμα και σε τέτοια περίπτωση, μπορεί και πάλι να προχωρήσει η δίωξη αν αποδειχθεί ότι, ήρθαν στην επιφάνεια γεγονότα που δεν ήταν υπόψη της Κατηγορούσας Αρχής, όταν έγινε η παράσταση (βλ. επίσης R v. Killick [2012] 1 Cr.App.R. 10 και R v. L.G [2018] EWCA Crim 736, στην οποία επιβεβαιώθηκε επιπλέον ότι η διακοπή της διαδικασίας για κατάχρηση αποτελεί εξαιρετική θεραπεία (exceptional remedy) και δεν αποτελεί μέτρο για τιμωρία κάποιας παράλειψης της Κατηγορούσας Αρχής). Σχετική επ' αυτού είναι και η R v. Crawley [2014] EWCA Crim. 1028). Στην R. Downey [2014] EW Misc 7 (CCrimC), αναφέρθηκε, ότι, στον τομέα της κατάχρησης, το Δικαστήριο ασχολείται με ζητήματα δικαιοσύνης (considerations of fairness) και θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερο να ανταποκριθεί, αναλόγως των περιστάσεων, της κάθε υπόθεσης. Η αναφορά έγινε για να τονισθεί - με ρητή παραπομπή - ότι οι αποφάσεις Bloomfield [1997] 1 Cr.App.R. 135 και Hamza, (ανωτέρω), δεν έθεσαν κάποια άκαμπτα κριτήρια/κανόνες που θα πρέπει απαρεγκλίτως να τυγχάνουν καθολικής εφαρμογής σε κάθε υπόθεση. [....] Σε ό,τι αφορά το «δυσμενή επηρεασμό» που κατά κανόνα, φαίνεται να υφίσταται ως προϋπόθεση για επιτυχή επίκληση κατάχρησης διαδικασίας, δεν υπάρχουν στεγανά. Το τι συνιστά δυσμενή επηρεασμό, θα πρέπει να κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στην ex parte Bennett, μάλιστα, κρίθηκε, ότι, η απόδειξη επηρεασμού/προκατάληψης (prejudice) στο άτομο είναι αχρείαστη, σε περιπτώσεις που σχετίζονται με αδικία (unfairness) υπό την έννοια, ότι, η διωκτική διαδικασία οδηγεί το σύστημα απονομής δικαιοσύνης σε ανυποληψία (βλ. Bloomfield (ανωτέρω) και R v. Anna Gripton [2010] EWCA Crim 2260). Στην Dean, (ανωτέρω), η επανειλημμένη συνεργασία του με την Αστυνομία (σε συνδυασμό ίσως με το νεαρό της ηλικίας του), θεωρήθηκε, ότι, τον επηρέασε δυσμενώς. Ομοίως, όπως αναφέρεται στη σελ.47 παράγραφο 2.45 του προαναφερθέντος συγγράμματος Abuse of Process in Criminal Proceedings, ένας κατηγορούμενος, ο οποίος ενεργεί ως εν δυνάμει μάρτυρας κατηγορίας παραχωρώντας κατάθεση όπου εμπλέκει άλλο πρόσωπο, μπορεί να θεωρηθεί, ότι επηρεάστηκε δυσμενώς. Δεν χρειάζεται δηλαδή οπωσδήποτε, αυτά που αναφέρει να εμπλέκουν εκτενώς, ευθέως και ουσιωδώς τον ίδιο σε αδίκημα. Ο δυσμενής επηρεασμός μπορεί να επέλθει ποικιλοτρόπως, είτε από μια μεμονωμένη πράξη/παράλειψη ή από σωρευτική συνάρτηση πολλών παραγόντων.» Περαιτέρω, στη Regina v. Robert Norma
(2016)EWCA Crim. 1564 υιοθετήθηκε η εξής αρχή: "It is well established that the court has the power to stay proceedings in two categories of case, namely (
- i)where it will be impossible to give the accused a fair trial, and (
- ii)where it offends the court's sense of justice and propriety to be asked to try the accused in the particular circumstances of the case (R v Maxwell [2011] 1 WLR 1837 per Lord Dyson SCJ at paragraph [13]). We are concerned with the second category. It is not suggested that the appellant's trial was in any way unfair. Within the second category fall cases where the police or prosecuting authorities have been engaged in misconduct in bringing the accused before the court for trial. In such cases the court is concerned to protect the integrity of the criminal justice system. A stay will be granted where the court concludes that in all the circumstances a trial will offend the court's sense of propriety and justice (per Lord Lowry in R v Horseferry Road Magistrates Court, ex pte Bennett [1994] 1 AC 42, 74G) or will undermine confidence in the criminal justice system and bring it into disrepute (per Lord Steyn in R v Latif [1996] 1 WLR 104, 112F)." Γ. Κρίση του Δικαστηρίου Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, καταλήγω στα εξής συμπεράσματα: · Η εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας, μετά την λήψη απόφασης αναστολής εκ του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 13/02/2020 και μετά την κοινοποίηση αυτής στα μέρη, με το αιτιολογικό ότι προέκυψαν νέα δεδομένα στην υπόθεση στις 24/02/2020, ήτοι ο 1ος κατηγορούμενος συμφώνησε να μαρτυρήσει εναντίον του 2ου κατηγορούμενου, αναφέροντας μάλιστα κάποιες λεπτομέρειες για τη δράση του τελευταίου, δεν αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. · Ο Γενικός Εισαγγελέας έδωσε γραπτώς οδηγίες για την ανάκληση της αναστολής, με τη φράση «Ανακαλείται η πρόθεση περί αναστολής» ημερ. 26/2/2020, κατόπιν της θέσεως ενώπιον του, αφενός της επιστολής της Ανώτερης Υπαστυνόμου Ρ. Σούπερμαν ημερ. 25/02/2020 προς το Βοηθό Αρχηγό Αστυνομίας και αφετέρου του σημειώματος του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι προέκυψαν νέα δεδομένα στην υπόθεση. · Η παρούσα δικαστική διαδικασία οπωσδήποτε έχει για τον κατηγορούμενο, όπως οποιαδήποτε ποινική διαδικασία έχει για οποιοδήποτε κατηγορούμενο, αυταπόδεικτες δυσμενείς συνέπειες - είναι χρονοβόρα, ψυχοφθόρα και δαπανηρή (βλ. Ηλιάδης (ανωτέρω)). Πράγματι, ο 2ος κατηγορούμενος ερχόταν στο Δικαστήριο στις 26/02/2020, με την εύλογη προσδοκία, αν όχι βεβαιότητα, της απαλλαγής του, αφού είχε ήδη λάβει, μέσω του δικηγόρου του, την απόφαση αναστολής. Ας σημειωθεί μάλιστα ότι, ο Κατηγορούμενος ήταν τότε κρατούμενος και βρέθηκε προ του γεγονότος ότι η κατηγορούσα αρχή δεν θα διέκοπτε την δίωξη. Έτσι, παρέμεινε υπό κράτηση. · Παρά τις δυσμενείς συνέπειες που προέκυψαν στον κατηγορούμενο από την ανάκληση της απόφασης αναστολής, κρίνω ότι υπήρχαν εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούσαν τέτοια αλλαγή στάσης εκ του Γενικού Εισαγγελέα. Το βάρος απόδειξης εξαιρετικών περιστάσεων ανήκει στην Κατηγορούσα Αρχή. Το ότι η υπόθεση είναι, εξ όψεως, σοβαρή δεν αποτελεί ειδική περίσταση (Βλ. Ηλιάδης (ανωτερω), απόφαση Λ. Παραπαρίνου, Δ.Α.Δ.) Ούτε αποτελεί ειδική περίσταση ότι, το δημόσιο συμφέρον απαιτεί την προσαγωγή των αδικοπραγούντων ενώπιον της δικαιοσύνης (βλ. R v. Beedie
(1998)Q.B. 356). Ο Εφεσείων δεν απαιτείται να αποδείξει ότι θα ήταν άδικο να συνεχίσει η δίκη του. · Εν προκειμένω, αποδείχτηκαν εξαιρετικές περιστάσεις εκ της κατηγορούσας αρχής. Ανάγονται στο ότι, μεταγενέστερα της λήψης της απόφασης αναστολής, και στις 24/2/2020 η Αστυνομία έλαβε, για πρώτη φορά, πληροφόρηση από τον 1ο κατηγορούμενο ότι αυτός έχει πρόθεση να μαρτυρήσει εναντίον του 2ου κατηγορούμενου, αναφέροντας μάλιστα κάποιες λεπτομέρειες για τη δράση του τελευταίου. · Τίποτε, βεβαίως, δεν θα απέτρεπε την Κατηγορούσα Αρχή να αναστείλει την παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με την απόφαση αναστολής και να καταχωρίσει αργότερα νέα εναντίον του 2ου κατηγορούμενου. Και σε εκείνη την περίπτωση, όπως και εδώ, θα μπορούσε να εγερθεί θέμα κατάχρησης της διαδικασίας, και το Δικαστήριο θα το αποφάσιζε στη βάση των εκεί δεδομένων, όπως πράττει και εδώ δια της παρούσας απόφασης. · Στην Jordan Antoine v. The Queen
(2014)EWCA 1971, σημειώθηκε ότι για να ανασταλεί η ποινική διαδικασία λόγω κατάχρησης δεν θα είναι, πάντοτε αρκετό, να έχουν παρατηρηθεί σοβαρά λάθη εκ της Κατηγορούσας Αρχής. Πρέπει τα λάθη αυτά να προσβάλουν το αίσθημα δικαιοσύνης και ευπρέπειας του Δικαστηρίου ή να υπονομεύεται η εμπιστοσύνη του κοινού στο σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Αντιθέτως, η αναστολή, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα εκείνης της υπόθεσης, θα έθετε το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης σε ανυποληψία. ("The court's sense of justice and propriety was not offended nor was public confidence in the criminal justice system undermined. On the contrary, a stay would have brought the criminal justice system into disrepute" (para. 33)). · Εν προκειμένω, η αλλαγή στάσης της κατηγορούσας αρχής δεν αναγόταν σε λάθος αλλά σε αντικειμενικά στοιχεία στα χέρια της Αστυνομίας που προέκυψαν μεταγενέστερα και τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προς κρίση. · Τα ερωτήματα που απομένει να απαντηθούν είναι εάν με την αλλαγή στάσης εκ της κατηγορούσας αρχής υπονομεύεται το αίσθημα δικαιοσύνης και ευπρέπειας του Δικαστηρίου ή υπονομεύεται η εμπιστοσύνη του κοινού στο σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. · Η απάντηση και στα δύο ερωτήματα είναι, κατά την κρίση μου, αρνητική. Τα στοιχεία που προέκυψαν μεταγενέστερα της απόφασης αναστολής, είναι τόσο καταλυτικά, που αξίζει, προς το δημόσιο συμφέρον να συνεχιστεί η ποινική δίωξη εναντίον του 2ου κατηγορουμένου. Το ότι τα στοιχεία αυτά ανακαλύφθηκαν μεταγενέστερα της λήψης της απόφασης αναστολής εκ του Γενικού Εισαγγελέα είναι πράγματι ατυχές. Εν τούτοις, με την ύπαρξη τους ως δεδομένη, η συνέχιση της ποινικής διαδικασίας εναντίον του 2ου κατηγορούμενου δεν είναι καταχρηστική. · Η εμπιστοσύνη του κοινού στο σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, μέρος του οποίου είναι και ο Γενικός Εισαγγελέας, δεν υπονομεύεται με αυτή την αλλαγή στάσης εκ της κατηγορούσας αρχής, αλλά αντίθετα ενισχύεται. Δ. Κατάληξη Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η συνέχιση της ποινικής διαδικασίας εναντίον του κατηγορούμενου δεν είναι καταχρηστική. Η ακρόαση αυτής θα προχωρήσει κανονικά. ( Υπ.) Μ.Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο