← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Αρ. Παραπομπής: 239/20, 6/2/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Αρ. Παραπομπής: 239/20, 6/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B238 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ Αρ. Παραπομπής: 239/20 Ημερομηνία: 06/02/2020 Ώρα Έναρξης: 11:10 Ώρα Λήξης: 11:40 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: Κος Κουτσόφτας με κα Γρηγορίου (ασκούμενη) Για Κατηγορούμενο 1: Κος Γεωργίου Για Κατηγορούμενο 1: Κος Γιαλελής με κα Νικολάου Κατηγορούμενοι 1 & 2 παρόντες [Στενοτυπημένα πρακτικά λαμβάνει η κα XXXXX Μιχαήλ] Η μεταφράστρια, XXXXX Πίττα, ορκίζεται να μεταφράζει πιστά από τα ελληνικά στα αγγλικά και αντίστροφα. ΑΠΟΦΑΣΗ Δικαστήριο: Οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν συνολικά 5 κατηγορίες, ως φαίνεται στο κατηγορητήριο, με σοβαρότερες αυτήν της απόπειρας φόνου και των πράξεων που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Στις λεπτομέρειες αδικημάτων των κατηγοριών αυτών αναφέρεται πως οι κατηγορούμενοι στις 20 Νοεμβρίου 2017 μαζί με τον XXXXX Ιωσήφ, άλλως XXXXX, αποπειράθηκαν να επιφέρουν παράνομα τον θάνατο του XXXXX Παναγιώτου, παραπονούμενου, άλλως XXXXX, από τη Λευκωσία. Μετά την παραπομπή τους σε απευθείας δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 05/03/2020, η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε αίτημα όπως το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική εξουσία του διατάξει την κράτησή τους μέχρι την έναρξη της δίκης τους στο Κακουργιοδικείο. Η κυρία Κληρίδου βάσισε το αίτημά της για κράτηση επί των δύο από τους τρεις πυλώνες που είναι δυνατόν να δικαιολογήσουν τέτοια κράτηση. Στην πιθανότητα μη προσέλευσής τους στη δίκη τους και στην πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων στην περίπτωση που αφεθούν ελεύθεροι. Τα όσα ανέφερε η Κατηγορούσα Αρχή και τα όσα προς υπεράσπιση ανέφεραν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων είναι καταγραμμένα στα πρακτικά και θα αναφερθώ σ' αυτά στο βαθμό και έκταση που χρειάζεται, ώστε να αιτιολογήσω την παρούσα απόφασή μου. Σημειώνω εξ' αρχής και έχω πάντα κατά νου, όπως οι δικηγόροι υπεράσπισης με κάλεσαν, ότι πράγματι σε διαδικασίες όπως η παρούσα η κράτηση κατηγορούμενου είναι η εξαίρεση. Ο κανόνας, ως προκύπτει από τα Άρθρα 11 και 12 του Συντάγματος, είναι η απελευθέρωση εκάστου με ή χωρίς όρους. Μόνο στις περιπτώσεις εκείνες όπου η κράτηση κατηγορούμενου δικαιολογείται από τα καλά καθιερωμένα κριτήρια της νομολογίας πρέπει η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκείται εναντίον της απελευθέρωσης. Ταυτόχρονα πρέπει να διατηρείται κατά νου ότι το τεκμήριο της αθωότητας είναι μαχητό και πρέπει να σταθμίζεται με το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία κάθε κατηγορούμενου στη δίκη του και την καταδίκη κάθε ενόχου για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα. Συνοπτικά αναφέρω πως η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ενώπιόν μου ήταν πως υπάρχει πιθανότητα μη προσέλευσης των κατηγορουμένων 1 και 2 στη δίκη τους, διότι τα αδικήματά τους είναι σοβαρά, διότι οι ποινές σε περίπτωση καταδίκης προοιωνίζονται αυστηρές, αλλά και διότι μέσα από το μαρτυρικό υλικό, δέσμη Τεκμήριων A, προκύπτει σαφώς πιθανότητα καταδίκης. Έγινε αναφορά στα κυανούν 2, 4, 35, 67, 76, 148, 223, 228, 149, 176, 183, 206, 230 και 241. Ο κύριος Πελεκάνος και ο κύριος Δημητρίου για τους κατηγορούμενους 1 και 2 αντίστοιχα, αντέτειναν πως η πιθανότητα καταδίκης δεν προκύπτει από το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό, γιατί η μαρτυρία του κατηγορούμενου βρίθει αντιφάσεων, σε σημείο που η ισχύς της είναι μηδαμινή. Υπογραμμίστηκε το αλλότριο κίνητρο της καταγγελίας του παραπονούμενου και υπογραμμίστηκε επίσης πως τα όσα ανέφερε στις αρχικές καταθέσεις του το 2017, αλλά και στις πιο πρόσφατες καταθέσεις του το 2020, είναι ψεύδη και μυθοπλασίες επί των οποίων το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασίσει απόφαση για την κράτησή τους. Παρέδωσαν και οι δύο συνήγοροι στο Δικαστήριο εκτενείς γραπτές αγορεύσεις και νομολογία, των οποίων διεξήλθα. Σημείωσαν,δε, πως η εξήγηση που δόθηκε από τον παραπονούμενο για το διιστάμενο των καταθέσεων του το 2017 και το 2020 δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής και έτσι είναι απορριπτέα από το Δικαστήριο. Έχοντας αυτά κατά νου, σημειώνω πως η εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση διατάγματος κράτησης κατηγορούμενου μέχρι την ημερομηνία της δίκης του βασίζεται στα Άρθρα 48 και 157.1 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας

(1997)2 Α.Α.Δ 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση οποιουδήποτε κατηγορούμενου και είναι οι εξής: Η πιθανότητα και κίνδυνος μη προσέλευσης στη δίκη του, η πιθανότητα και κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων από αυτών και τέλος, η πιθανότητα και ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων από αυτόν. Ο καθένας από αυτούς τους λόγους δυνατόν κατ΄ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι απαραίτητη η συνδρομή όλων για να διαταχτεί η κράτηση, αρκεί η διαζευκτική πλήρωσή τους (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ σελίδα 7). Ως προς την πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων αναφέρω τα εξής που σημειώθηκαν στη Χαμπή Αντώνης Φανιέρος και Άλλος ν. Αστυνομίας και Άλλου
(2011)2 Α.Α.Δ. 472: ''Η νομολογία μας είναι σαφής αναφορικά με το ζήτημα επηρεασμού μαρτύρων. Αυτό που εξετάζει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο οι φόβοι της Αστυνομίας για επηρεασμό μαρτύρων είναι εύλογα δικαιολογημένοι, με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα. Ο δικαιολογημένος φόβος ότι ο κατηγορούμενος θα επέμβει με την πορεία της δικαιοσύνης είναι επιτρεπτός λόγος για την κράτησή του. Γενική δήλωση ότι ο κατηγορούμενος θα επέμβει στην πορεία της δικαιοσύνης δεν είναι αρκετή. Θα πρέπει προς τούτο να δοθεί μαρτυρία που υποστηρίζει τη δήλωση. Από τη στιγμή που διαπιστώνεται η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων δεν παρέχεται πεδίο εξέτασης της εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορούμενου με εγγύηση.'' Εν προκειμένω, απουσιάζει οποιαδήποτε μαρτυρία από το μαρτυρικό υλικό που μου δόθηκε η οποία να υποστηρίζει την πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Η σχετική θέση της Κατηγορούσας Αρχής προέκυψε ως συμπέρασμα από την υπάρχουσα μαρτυρία, ότι δηλαδή οι κατηγορούμενοι και ο παραπονούμενος είναι άσπονδοι φίλοι και υπήρχαν συνευρέσεις και συνομιλίες μεταξύ τους στο παρελθόν και έτσι είναι δυνατόν στην περίπτωση που οι κατηγορούμενοι αφεθούν ελεύθεροι να τον επηρεάσουν ακόμη και σήμερα. Τούτο το συμπέρασμα, στη βάση της νομολογίας μας, δεν είναι επαρκές, διότι χρειάζεται μαρτυρία που να υποστηρίζει τη θέση πως υπάρχει πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων, μαρτυρία η οποία στην παρούσα περίπτωση απουσιάζει. Έτσι το αίτημα κράτησης, στο βαθμό που εδράζεται στην πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων, απορρίπτεται. Ως προς την πιθανότητα μη προσέλευσης κατηγορούμενου στη δίκη του, αυτή σταθμίζεται βάσει τριών επιμέρους παραγόντων. Στη σοβαρότητα των κατηγοριών που φαίνονται στο κατηγορητήριο, στην πιθανότητα καταδίκης στη βάση του μαρτυρικού υλικού που δίδεται στο Δικαστήριο και στην επιβολή αυστηρής ποινής στην περίπτωση καταδίκης. Αυτοί οι τρεις παράγοντες αποτελούν βασικούς δείκτες σε σχέση με την πιθανότητα προσέλευσης κάθε κατηγορούμενου στη δίκη του. Στην υπόθεση Θεοδωρίδης Δαυίδ και Άλλοι ν. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139 επισημάνθηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία ανάλογα αυξημένο είναι και το κίνητρο του κατηγορούμενου να διαφύγει της δικαιοσύνης (βλ. μεταξύ άλλων Κρασοπούλης Αναστάσιος και άλλοι ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 450, Ποινικές Εφέσεις 119/12, 122/12, 123/12, 124/12. Δεν πρέπει να διαφεύγει όμως πως, όπως αναφέρθηκε στην Θεοφάνους και άλλοι ν. Δημοκρατίας
(2002), οι πιο πάνω παράγοντες δεν είναι οι μόνοι που προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Συνεκτιμώνται και λαμβάνονται υπ' όψιν σε κάθε περίπτωση τόσο οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, όσο και ο μεσολαβούντας χρόνος μέχρι την έναρξη της δίκης του από το Κακουργιοδικείο. Η νομολογία, ευθυγραμμισμένη ως προς τον βαθμό και έκταση που το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει το ενώπιον του μαρτυρικό υλικό, υποδεικνύει πως η μαρτυρία εξετάζεται σ' αυτό το στάδιο από το παραπέμπον Δικαστήριο μόνο εξ όψεως, αντικειμενικά, χωρίς να αξιολογείται η βαρύτητά της ή η αξιοπιστία της και με ζητούμενο αν από αυτήν προκύπτει ευλόγως το ενδεχόμενο καταδίκης των κατηγορουμένων ( βλ. μεταξύ άλλων Κουννάς Ανδρέας Ηλία και Άλλος ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423 και Ευριπίδου Γιώργος και Άλλος ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337). Η Κατηγορούσα Αρχή και η Υπεράσπιση συμφωνούν επί των νομικών αρχών. Διαφωνούν επί του τρόπου εφαρμογής τους στα γεγονότα της υπόθεσης, αλλά και επί της έκτασης που το Δικαστήριο πρέπει να εγκύψει επί των ενώπιόν του γεγονότων. Η Κατηγορούσα Αρχή ισχυρίζεται πως τα όσα υπάρχουν στο μαρτυρικό υλικό είναι αρκετά, ώστε να προκύπτει εύλογα το ενδεχόμενο καταδίκης. Η Υπεράσπιση, από την άλλη, λέει πως όχι μόνο δεν είναι αρκετά, αλλά και ότι η εκδοχή του παραπονούμενου, βάσει της μεταγενέστερης παραδοχής του για προγενέστερα ψεύδη στην Αστυνομία και η γελοία, όπως χαρακτηρίστηκε, εξήγηση που δίνει για τα προηγούμενα ψεύδη, είναι εκ προοιμίου σπιλωμένη. Ενέκυψα επί του μαρτυρικού υλικού με διάθεση επισκόπησης παρά διύλισης. Είναι δεδομένο πως ο παραπονούμενος έδωσε διαφορετικές εκδοχές στην Αστυνομία για το ποιος τον πυροβόλησε. - Στο κυανούν 1, ημερομηνίας 20/11/2017, ημερομηνία της απόπειρας εναντίον του και μόλις βγήκε από το χειρουργείο, ανέφερε πως δεν ξέρει ποιος τον πυροβόλησε. - Στο κυανούν 2, ημερολόγιο ενεργείας του ΤΑΕ, ημερομηνίας 21/01/2017, αναφέρεται πως ο παραπονούμενος έδωσε προφορικά μία περιγραφή του δράστη. - Στο κυανούν 35, ημερολόγιο ενεργείας του ΤΑΕ, ημερομηνίας 22/11/2017, αναφέρεται πως ο παραπονούμενος είπε ότι γνωρίζει το άτομο που τον πυροβόλησε και έδωσε μία περιγραφή, η οποία δεν συνάδει απόλυτα με την προαναφερθείσα και είπε περαιτέρω πως για όλα φταίει «η κομμώτρια» που φαίνεται μέσα από τις καταθέσεις τρίτων προσώπων, κυανούν 179 και 183, πως είναι ο κατηγορούμενος
  1. - Στο κυανούν 39, ημερολόγιο ενεργείας του ΤΑΕ, ημερομηνίας 22/11/2017, ο παραπονούμενος εξηγεί πως ο δράστης του είναι γνώριμη φυσιογνωμία και τον είδε ξανά έναν μήνα περίπου πριν την απόπειρα εναντίον του το 2017, έξω από την πολυκατοικία του, όπου πίστευε ότι ήθελε τότε να τον πυροβολήσει, αλλά δεν το έπραξε, διότι είδε ότι συνοδεύετο από μία κοπέλα. - Στο κυανούν 61 και στις 29/11/2017 ο παραπονούμενος ανέφερε πως το πρόσωπο της φωτογραφίας που του υποδείχθηκε και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο είναι ο δράστης που τον πυροβόλησε. Κοιτάζοντας τη φωτογραφία είναι εμφανές πως το πρόσωπο που απεικονίζεται σε αυτήν δεν είναι ο κατηγορούμενος
  2. - Στην πιο πρόσφατη κατάθεση του κυανούν 148 και ημερομηνίας 27/01/2020, ο παραπονούμενος δηλώνει πως αποφάσισε να αποκαλύψει την ταυτότητα του φερόμενου ως εκτελεστή του στις 20/11/2017 και υπόδειξε τον κατηγορούμενο 2 διότι ''παρόλο που είχα κάνει μια συμφωνία με αυτούς που ευθύνονται για την απόπειρα εναντίον μου'', ειδοποιήθηκε πως υπήρχαν πληροφορίες για πιθανούς εκτελεστές και πως το όνομά του ήταν μέσα στους πιθανούς στόχους. Προχωρεί και εξηγεί σε τι συνίστατο αυτή η συμφωνία. Εξηγεί επίσης πως υπέδειξε λανθασμένο άτομο στην Αστυνομία στις 29/11/2017 στη φωτογραφία, διότι ήθελε να συμφιλιωθεί με τα άτομα που πίστευε ότι ευθύνονταν για την απόπειρα εναντίον του. Αναφέρει ότι, ο πρώτος κατηγορούμενος παραδέχθηκε στον ίδιο πως ο πρώτος κατηγορούμενος έβαλε τον δεύτερο κατηγορούμενο να τον σκοτώσει και ότι οι δύο, παραπονούμενος και πρώτος κατηγορούμενος, συμφιλιώθηκαν για μία περίοδο. Είπε επίσης στην εν λόγω κατάθεση πως δεχόταν πιέσεις από τρίτο πρόσωπο να μην μιλήσει, διότι υπήρχε κίνδυνος για νέα απόπειρα εναντίον του. Είπε πως πράγματι επήλθε ειρήνη με τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος του επιβεβαίωσε αυτοπροσώπως ότι αυτός ήταν που έβαλε τον κατηγορούμενο 2 να τον σκοτώσει. Τούτο, συνεχίζει, του επιβεβαίωσε και ο Ιωσήφ Ιωσήφ, το πρόσωπο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία. Συγκεκριμένα του είπε ότι αυτός με τον κατηγορούμενο 1 ήταν τα πρόσωπα που έβαλαν τον κατηγορούμενο 2 να τον σκοτώσει. Παραδέχεται πως είπε ψέματα για το άτομο που υπέδειξε στη φωτογραφία, γιατί ήθελε να συμφιλιωθεί τόσο με τον κατηγορούμενο 1, όσο και με το τρίτο πρόσωπο. Αναφέρει, επίσης, πως ο μάρτυρας κατηγορίας 35 του είπε πως μετά την απόπειρα τον προσέγγισε ο κατηγορούμενος 1 για να τελειώσει τη δουλειά που άρχισε ο κατηγορούμενος 2, δηλαδή να τον σκοτώσει, αλλά αυτός αρνήθηκε. - Στο κυανούν 223, ο παραπονούμενος δίδει μαρτυρία ότι ήξερε από την πρώτη στιγμή ότι αυτός που τον πυροβόλησε ήταν ο κατηγορούμενος 2, επιβεβαιώνοντας έτσι πως όλες οι καταθέσεις του περί το 2017 ήταν ψευδείς. Είπε πως είπε ψέματα για τη φωτογραφία, διότι τρίτο πρόσωπο τον διαβεβαίωνε πως όταν θα έβγαινε από τη φυλακή θα έκανε ειρήνη με τον κατηγορούμενο 1 και να μην μιλήσει και να κάνει υπομονή, όπως και έγινε. Μέχρι που η Αστυνομία έλαβε πληροφορίες, ως αναφέρονται στο κυανούν 179, για νέο κύκλο δολοφονιών και ενημέρωσε όλους τους πιθανούς στόχους, συμπεριλαμβανομένου και του παραπονούμενου, όπως και ο ίδιος άλλωστε ο παραπονούμενος επιβεβαιώνει στο κυανούν
  3. Στη βάση όλων των πιο πάνω, δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο ίδιος ο παραπονούμενος χαρακτηρίζει ως μη αληθείς τις πληροφορίες που έδωσε στην Αστυνομία το 2017 ως προς τον εκτελεστή του, ο οποίος είπε το 2020 πως ήταν ο κατηγορούμενος
  4. Δίδει όμως εξηγήσεις ως προς τους λόγους που τον ώθησαν στις διαφορετικές εκδοχές και φαίνονται στο κυανούν 148, όπως τις προανέφερα. Σύμφωνα με το ''βάρος'' (βλ. El Wahel ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 508) ή τη ''δύναμη'', (βλ. Ευριπίδου Γιώργος και Άλλος ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 33)7 ή την ''ισχύ'' (βλ.Φώτος Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 45), της ενώπιόν μου μαρτυρίας, εξ όψεως και αντικειμενικά, θεωρώ πως πιθανή καταδίκη και των δύο κατηγορουμένων εύλογα προκύπτει από το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό. Δεν είναι η περίπτωση όπου η μαρτυρία είναι ασαφής, ασύνδετη ή σκόρπια. Η μαρτυρία του παραπονούμενου δεν είναι ούτε, για παράδειγμα, αμιγώς εξ ακοής ούτε και αποκλειστικά περιστασιακή χωρίς επαρκείς συνδετικούς κρίκους, ώστε να χαρακτηριστεί ως ποιοτικά φτωχή για να στηρίξει καταδίκη. Είναι μαρτυρία του ιδίου του θύματος, καταπελτική και για τους δύο κατηγορούμενους και αν αυτός κριθεί, στο κατάλληλο στάδιο και από το Κακουργιοδικείο, αξιόπιστος δυνατόν να εδραιώσει καταδίκη των κατηγορουμένων 1 και
  1. Αν έκρινα σ' αυτό το στάδιο, και δεδομένου του περιορισμένου μου ρόλου, τις εξηγήσεις που ο παραπονούμενος έδωσε το 2020 είτε επαρκείς είτε ανεπαρκείς, είτε πειστικές είτε μη πειστικές, όπως με κάλεσε η Υπεράσπιση, θα έπραττα αυτό που η νομολογία απαγορεύει, θα υπεισερχόμουν δηλαδή σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο αποκλειστικά του Κακουργιοδικείου και στο κατάλληλο στάδιο. Η κρίση μου περί επάρκειας της μαρτυρίας για εδραίωση πιθανότητας καταδίκης δεν στηρίζεται μόνο στη μαρτυρία του ιδίου του παραπονούμενου, αλλά επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας 35, στο κυανούν 149, ο οποίος αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος 1 του πρότεινε να τελειώσει τη δουλειά που άρχισε ο κατηγορούμενος 2 και αυτός αρνήθηκε. Βάσει όλων των πιο πάνω, κρίνω πως η ενώπιόν μου μαρτυρία είναι επαρκής, ώστε αντικειμενικά, εξ όψεως και εύλογα να προκύπτει από αυτήν πιθανότητα καταδίκης. Προς τούτο έλαβα υπ' όψιν μου και την Καλλής Αντωνίου ‑ Ποινική Έφεση 319/15, ημερομηνίας 21/12/2015, στην οποία με παρέπεμψε ο κύριος Πελεκάνος. Διαπιστώνω πως εκεί η μόνη μαρτυρία που υπήρχε εναντίον του κατηγορούμενου, ήταν η δήλωση του θύματος της ισχυριζόμενης απόπειρας φόνου, την οποία έκανε σε τρία διαφορετικά πρόσωπα, ότι τον έπαιξε ο Καλλής Αντωνίου. Το Εφετείο, στη βάση αυτής της περιορισμένης μαρτυρίας και μόνο, έκρινε πως ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε, με βάση το μαρτυρικό υλικό, ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης. Αφέθηκε, βεβαίως, τελικά ελεύθερος υπό όρους από το Εφετείο, λόγω των προσωπικών περιστατικών του, που κρίθηκε πως δεν υποδείκνυαν προφίλ φυγόδικου. Οφείλω σ' αυτό το σημείο να πω και το εξής: Δεν ενστερνίζομαι τη θέση των συνήγορων Υπεράσπισης πως η παρούσα είναι κλασσική περίπτωση ψευδούς καταγγελίας εναντίον δύο πολιτών, στη βάση της οποίας θα εγκλειστούν άδικα στη φυλακή, και πρέπει να δοθεί από το Δικαστήριο ένα ηχηρό μήνυμα προς την κοινωνία ότι τούτο δεν μπορεί να γίνει ανεκτό. Η κάθε περίπτωση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών και έτσι έπραξα και εδώ, όπως προανέφερα. Οφείλω να εξετάσω και τα προσωπικά περιστατικά και των δύο κατηγορουμένων, όπως εκτέθηκαν ενώπιόν μου. Ο κατηγορούμενος 1 είναι Κύπριος πολίτης, διαμένει στην Κύπρο και έχει τρία παιδιά. Καταζητείτο από την Αστυνομία το 2010 ‑ 2014, οπόταν και επανήλθε στη Δημοκρατία, επανασυνελήφθη και παρέμεινε υπό κράτηση μέχρι την απαλλαγή του από αρμόδιο Δικαστήριο. Σχετική είναι η Αλέξης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 62/14, ημερομηνίας 09/04/2014, με Εφεσείοντα τον σήμερα ενώπιόν μου κατηγορούμενο
  2. Το Εφετείο εκεί δεν επενέβηκε στον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική ευχέρειά του και διέταξε την κράτηση του Εφεσείοντα μέχρι τη δίκη του από το Κακουργιοδικείο. Εκεί, το μόνο αμφισβητούμενο θέμα ήταν εάν η παραδεκτά οικειοθελής επιστροφή του Εφεσείοντα στην Κύπρο αποτελούσε εχέγγυο μη διαφυγής. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως όχι και η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Εφετείο. Ο κατηγορούμενος 2 είναι από τη Σλοβακία και διαμένει στην Κύπρο για τουλάχιστον 5 χρόνια- η Υπεράσπιση εισηγήθηκε για 10- έχει εδώ συμβία και ανήλικο παιδί που φοιτά σε δημοτικό σχολείο της Λευκωσίας. Κρατείται ως υπόδικος για την υπόθεση 15517/19, της οποίας η εκδίκαση ήδη άρχισε από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας. Το ότι, επομένως, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν προσωπικούς δεσμούς με την Κύπρο πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο. Το ερώτημα είναι αν οι δεσμοί αυτοί είναι επαρκείς ώστε να εκμηδενίσουν την πιθανότητα φυγοδικίας τους. Φρονώ πως η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική και εξηγώ. Η σοβαρότητα των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και 3 είναι μεγάλη και όσο σοβαρότερο το αδίκημα, τόσο μεγαλύτερο και το κίνητρο φυγοδικίας. Οι σχέσεις μεταξύ κατηγορουμένων και παραπονούμενου είναι ευμετάβλητες και ασταθείς, χωρίς να μπορεί να προβλεφθεί πού δυνατόν να καταλήξουν. Ο κατηγορούμενος 1 διέφυγε στο παρελθόν από την Κύπρο, ενώ γνώριζε ότι εξεταζόταν εναντίον του ποινική υπόθεση και επέστρεψε μετά από 4 χρόνια ( βλ. Μαυρομιχάλης (ανωτέρω)). Ο κατηγορούμενος 2 είναι υπόδικος για άλλη ποινική υπόθεση που εκδικάζεται από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, όμως αυτό μπορεί να αλλάξει ανά πάσα στιγμή και για οποιονδήποτε λόγο. Έτσι ο κίνδυνος φυγοδικίας του ελλοχεύει αν αυτό συμβεί. Το ότι στη χώρα του, τη Σλοβακία, καταζητείται από την Αστυνομία, ως ανέφερε η Κατηγορούσα Αρχή, δεν ελέγχεται ως λόγος μη διαφυγής του από την Κύπρο προς οποιονδήποτε άλλο περιορισμό. Η, δε, πιθανότητα φυγοδικίας μέσω των κατεχομένων, δηλαδή των μη ελεγχόμενων από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχών, όπου η Δημοκρατία δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο, δεν είναι απίθανη, ακόμα και αν επιβληθεί όρος για παράδοση των ταξιδιωτικών εγγράφων τους στην Αστυνομία. Στη βάση όλων των πιο πάνω ''οι εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης'', για να χρησιμοποιήσω τη φράση που χρησιμοποιήθηκε στη Φώτος Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 45, στην οποία με παρέπεμψαν οι συνήγοροι Υπεράσπισης, δείχνουν πως ο κίνδυνος φυγοδικίας τους δεν δύναται να εξουδετερωθεί όσο αυστηροί όροι και αν επιβληθούν. Θα εξετάσω τέλος τον χρόνο που θα διαρρεύσει μέχρι την εμφάνισή τους στο Κακουργιοδικείο. Είναι περίπου ένας μήνας. Κρίνω πως αυτός δεν είναι τόσο υπερβολικός που να μπορεί να υπερφαλαγγίσει την πλήρωση των προϋποθέσεων που προανέφερα ή το γενικό συμφέρον της κοινωνίας στην προσέλευσή τους στη δίκη τους. Λαμβάνοντας όλα αυτά υπ' όψιν καταλήγω σε συμπέρασμα πως οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν μπορούν να παραμείνουν ελεύθεροι και διατάσσω όπως παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι την έναρξη της υπόθεσής τους στο Κακουργιοδικείο στις 05/03/2020 και ώρα 09:00. Τέλος Ακρόασης (Υπ.) Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Διευκρινιστικά Σημεία: ‑‑ Ο ομιλητής διακόπτεται από κάποιο άλλο άτομο ... Ο ομιλητής διακόπτει τη σκέψη του (...) Δεν κατέστη δυνατή η καταγραφή του προφορικού λόγου ΒΕΒΑΙΩΣΗ Εγώ, η XXXXX Μιχαήλ, στενοτυπίστρια, πιστοποιώ ότι το παρόν κείμενο είναι η πλήρης και ακριβής μεταγραφή των στενοτυπημένων πρακτικών που πήρα, όσο καλύτερα μπορούσα, στην παρούσα υπόθεση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.