← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ντίση, Αριθμός Υπόθεσης: 8879/16, 26/8/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ντίση, Αριθμός Υπόθεσης: 8879/16, 26/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B252 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ Αριθμός Υπόθεσης: 8879/16 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX Ντίση Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 26/08/2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Κα Ε. Κληρίδου Για τον Κατηγορούμενο: Κος Β. Ακάμας Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Τα επίδικα θέματα Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι, στις 24 Απριλίου του 2013 στην Ανθούπολη σε χώρο στάθμευσης περιπτέρου οδήγησε το αυτοκίνητό του με αριθμούς εγγραφής XXXXX03 με τέτοιο αλόγιστο και βεβιασμένο και αμελή τρόπο ώστε να ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη στον XXXXXX, Ε. XXXXXX της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, κατά παράβαση των άρθρων 236(α) και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία) και ότι εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά στα αυτοκίνητα με αριθμούς εγγραφής XXXXXX και XXXXXX, περιουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία). Η παρούσα υπόθεση προέκυψε από την προσπάθεια αστυνομικών της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών να ανακόψουν το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος λόγω του ότι είχαν λάβει πληροφορία από ανώτερό τους ότι, αυτό μετέφερε ναρκωτικά. Ο κατηγορούμενος προσπαθώντας να διαφύγει της ανακοπής, κατ' ισχυρισμό της κατηγορούσας αρχής, διέπραξε τα πιο πάνω αδικήματα. B. Η μαρτυρία και η αξιολόγησή της Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός, με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Για την Κατηγορούσα Αρχή έδωσαν μαρτυρία συνολικά τέσσερις μάρτυρες, η Λοχίας XXXXXX, Χ. XXXXXX (ΜΚ1), ο Αστ. XXXXXX, Ε. XXXXXX (ΜΚ2), ο Α/Αστ. XXXXXX, Ν. XXXXXX (ΜΚ3) και ο Αστ. XXXXXX, Ι. XXXXXX (ΜΚ4). Ο κατηγορούμενος, ως είχε δικαίωμα, τήρησε σιωπή. Η ΜΚ1 ήταν η εξεταστής της υπόθεσης. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, Τεκμήριο 1, ήταν η αστυνομικός που έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, στην οποία αυτός απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις με τη φράση «ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο» και κατηγόρησε γραπτώς αυτόν για τα αδικήματα της κακόβουλης ζημιάς σε κυβερνητικά οχήματα και της επίθεσης και πρόκλησης σωματικής βλάβης στον Αστ. XXXXXX. Ο κατηγορούμενος απάντησε «δεν παραδέχομαι καμία κατηγορία». Κατά την αντεξέτασή της, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί αρκετές λεπτομέρειες της υπόθεσης λόγω του διαρρεύσαντα χρόνου μεταξύ του 2013 και της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο το
  1. Είπε πάντως θετικά πως επισκέφθηκε τον χώρο στάθμευσης του περιπτέρου στο οποίο έγινε η επίδικη ανακοπή, αλλά δεν διερεύνησε εάν η τοποθεσία αυτή ήταν ιδιωτικός χώρος. Δεν θυμόταν ποια αυτοκίνητα οδηγούσαν οι αστυνομικοί της ΥΚΑΝ, δεν θυμόταν τις περιστάσεις υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος τελικά ακινητοποιήθηκε και ούτε θυμόταν πόση ώρα μετά την άφιξή του κατηγορούμενου στο σταθμό, του έλαβε κατάθεση. Έλαβε πάντως κατάθεση και από κάποιον Ανδρέα Λούη, συνοδηγό του κατηγορούμενου, Τεκμήριο
  2. Ο Λούης, όπως ανέφερε η ΜΚ1, φαίνεται να τραυματίστηκε από το συμβάν, αλλά ουδέποτε έκανε σχετικό παράπονο, ώστε να διερευνηθεί. Για όσα η ΜΚ1 μαρτύρησε θετικά, την κρίνω ως αξιόπιστη μάρτυρα. Ήταν ειλικρινής, σαφής στις τοποθετήσεις της, χωρίς υπεκφυγές και μαρτύρησε καθηκόντως ως εξεταστής της υπόθεσης. Ο ΜΚ2 ανέφερε στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 8, ότι, την επίδικη μέρα και ενώ βρισκόταν καθήκον λήφθηκε πληροφορία ότι το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος μετέφερε ναρκωτικά. Το όχημα εντοπίστηκε στον δρόμο Λευκωσίας ‑ Παλαιχωρίου με κατεύθυνση από Εργάτες προς Ανθούπολη και το έθεσε υπό παρακολούθηση μαζί με άλλους συναδέλφους. Για τον εντοπισμό του οχήματος πληροφορήθηκε ο Λοχίας XXXXXX που έδωσε οδηγίες όπως ανακοπεί με την πρώτη ευκαιρία. Όταν το όχημά του κατηγορούμενου σταμάτησε σε περίπτερο πλησίον του Αστυνομικού Σταθμού Λακατάμιας, τρία υπηρεσιακά οχήματα τον προσέγγισαν. Το δικό του όχημα, XXXXXX με αρ. εγγραφής XXXXXX, το στάθμευσε κάθετα μπροστά από το ύποπτο όχημα, ενώ τα άλλα δύο οχήματα στάθμευσαν δεξιά και πίσω από αυτό. Ο ΜΚ2 εξήλθε του οχήματός του και κατευθύνθηκε προς τον οδηγό του φωνάζοντας «Αστυνομία σταμάτα». Ακολούθως το όχημα του κατηγορούμενου ξεκίνησε και ενώ χτύπησε διαδοχικά στα δύο υπηρεσιακά οχήματα έστρεψε το όχημά του προς το μέρος του ΜΚ
  3. Ο ΜΚ2 φοβήθηκε ότι θα τον χτυπήσει και έτσι πήδηξε αριστερά για να τον αποφύγει. Το όχημα του κατηγορούμενου τράπηκε σε φυγή με κατεύθυνση προς Ανθούπολη και καταδιωκόταν από άλλο υπηρεσιακό όχημα. Στη συνέχεια, ο ΜΚ2 έτρεξε προς το όχημά του και ακολούθησε με αυτό το όχημα του κατηγορούμενου, το οποίο έχασε τον έλεγχο παρά τα φώτα της συμβολής Λευκωσίας ‑ Παλαιχωρίου με την οδό Αγίου Γεωργίου στην Ανθούπολη και ακινητοποιήθηκε αριστερά σε ανάχωμα. Από το περιστατικό, το όχημά του υπέστη ζημιές, αλλά ο ίδιος δεν τραυματίστηκε. Εξήγησε στο Δικαστήριο, πως κατά την προσπάθεια ανακοπής του οχήματος του κατηγορούμενου ο ίδιος στεκόταν μεταξύ του οχήματος του ΜΚ3, με αρ. εγγραφής KRY695 και του κατηγορούμενου. Είχε με το όχημα του κατηγορούμενου οπτική επαφή και εκκινώντας χτύπησε στο αριστερό φτερό του οχήματος του ΜΚ3, στο πίσω αριστερό φτερό και προφυλακτήρα του δικού του οχήματος και αφού ο κατηγορούμενος κατευθυνόταν προς τα πάνω του, έβαλε τα χέρια του στο καπό και πήδηξε για να τον αποφύγει. Το όχημά του είχε ζημιές στο πίσω αριστερό φτερό και στον προφυλακτήρα. Δεν γνωρίζει από ποιον λήφθηκε η πληροφορία ότι, ο κατηγορούμενος μετέφερε ναρκωτικά. Η πληροφορία του μεταβιβάστηκε από τον Λοχία XXXXXX, XXXXXX που ήταν ο υπεύθυνός τους. Δέχτηκε πως υπάρχει σχετικό έντυπο καταγραφής των πληροφοριών που λαμβάνονται, αλλά στην περίπτωση αυτή δεν το είδε με τα μάτια του. Η πληροφορία που έλαβε από τον Λοχία XXXXXX ήταν απλώς ότι, το KMX303 μεταφέρει ναρκωτικά. Ο ίδιος δεν προέβη σε διερεύνηση ως προς την ιδιοκτησία του εν λόγω οχήματος, αλλά θεωρεί ότι αυτή η διερεύνηση έγινε, διότι γίνεται ως θέμα αρχής κατόπιν λήψης οποιασδήποτε πληροφορίας. Όταν ρωτήθηκε εάν δημιουργήθηκε στον ίδιο προσωπικά οποιαδήποτε εύλογη υπόνοια ότι, με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου διαπράττονταν αδικήματα ή αν ο κατηγορούμενος έδωσε τέτοια αφορμή απάντησε, «σύμφωνα με την πληροφορία το εν λόγω όχημα το τοποθετήσαμε στην περιοχή που αναφερόταν η πληροφορία και ανακόπηκε για έρευνα» (σελίδα 23 στενοτυπημένων πρακτικών, ημερ. 25/2/2020). Παραδέχθηκε τελικά ότι, η εύλογη υπόνοια του δημιουργήθηκε λόγω της πληροφορίας που ο Λοχίας 2626 του έδωσε οδηγίες να διερευνήσει. Πρόσθεσε ότι, σκοπός της περικύκλωσης του οχήματος του κατηγορούμενου από τους Μάρτυρες Κατηγορίας ήταν να ερευνήσουν το όχημα. Τοποθέτησαν τα αυτοκίνητά τους με τέτοιο τρόπο ώστε, αν ο κατηγορούμενος τους αντιλαμβανόταν και προσπαθούσε να διαφύγει να μην μπορέσει, αλλά μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία τους ξεκίνησε, χτύπησε τα δύο οχήματα και παραλίγο να τραυματίσει τον ίδιο. Στις υποβολές ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε πληροφορία, ούτε οποιαδήποτε εύλογη υπόνοια απάντησε αρνητικά. Ούτε και συμφώνησε πως οι τοποθετήσεις του είχαν οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Είπε πως τα αυτοκίνητα της αστυνομίας δεν έφεραν φάρους και οι αστυνομικοί δεν φορούσαν στολή. Οι αστυνομικοί ήταν τέσσερα άτομα σε τρία υπηρεσιακά οχήματα. Αρνήθηκε ότι ήταν το δικό του όχημα που χτύπησε το όχημα του κατηγορούμενου, αφού ο ίδιος ήταν εκτός του οχήματος, όταν ο κατηγορούμενος ξεκίνησε για να φύγει. Είδε ότι ο κατηγορούμενος έχασε τον έλεγχο και ακινητοποιήθηκε στο ανάχωμα από περίπου 150 μέτρα μακριά. Έφτασε στο σημείο όπου ο κατηγορούμενος ακινητοποιήθηκε, μετά τον ΜΚ
  4. Δεν ήταν σε θέση να πει αν ο χώρος στάθμευσης του περιπτέρου ήταν δημόσιος ή ιδιωτικός. Ανέφερε πάντως πως το κοινό είχε ελεύθερη πρόσβαση σε αυτόν. Ο κατηγορούμενος, είπε, δεν έδωσε την ευκαιρία στους αστυνομικούς να του υποδείξουν την αστυνομική τους ταυτότητα. Αντιθέτως, όταν άκουσε ότι ήταν Αστυνομία εκκίνησε, χτύπησε στα αυτοκίνητά τους και έφυγε. Ο ΜΚ2 μου άφησε άριστη εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Μαρτυρούσε με ηρεμία και πλήρως σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και η μαρτυρία του συνήδε με τη λογική και την ουσία της μαρτυρίας των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας. Τον κρίνω ως απόλυτα αξιόπιστο μάρτυρα αφού θεωρώ πως εάν βασιστώ στα λεγόμενα του θα είμαι σε θέση να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα για την υπόθεση. Ο ΜΚ3 στην κατάθεσή, Τεκμήριο 10, του ανέφερε τα εξής: Κατά τον επίδικο χρόνο και περί ώρα 18:25 εντοπίστηκε παρά το Grammar School με κατεύθυνση τη Λευκωσία, το όχημα του κατηγορούμενου για το οποίο υπήρχε πληροφορία ότι μετέφερε ναρκωτικά. Αφού ενημερώθηκε ο Λοχίας XXXXX δόθηκαν οδηγίες για να ανακοπεί. Το όχημα XXXXX03 σταμάτησε σε περίπτερο απέναντι από τον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας και τον προσέγγισαν τρία υπηρεσιακά οχήματα. Ο ΜΚ2 κατέβηκε από το υπηρεσιακό του όχημα, πλησίασε τον οδηγό του επίδικου οχήματος, δηλαδή τον κατηγορούμενο και φώναξε «Αστυνομία σταμάτα». Ο κατηγορούμενος δεν συμμορφώθηκε, χτύπησε αρχικά στον μπροστινό αριστερό τροχό και φτερό του αυτοκινήτου που ο ΜΚ3 οδηγούσε και ακολούθως χτύπησε στο πισινό αριστερό φτερό του αυτοκινήτου του ΜΚ
  5. Πέρασε πολύ κοντά από τον ΜΚ2, που ήταν πεζός και κατευθύνθηκε προς Λευκωσία. Ο ΜΚ3 τον ακολούθησε, όντας συνεχώς από πίσω του και χωρίς να χάσει οπτική επαφή μαζί του και είδε πως ο κατηγορούμενος έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, ανέβηκε αριστερά σε ανάχωμα και ακινητοποιήθηκε, χωρίς να χτυπήσει πουθενά. Αμέσως, ο ΜΚ3 σταμάτησε το όχημά του, πλησίασε το όχημα του κατηγορούμενου στο οποίο οι επιβαίνοντες ακόμα βρίσκονταν στις θέσεις τους, και αφού υπέδειξε στον οδηγό την αστυνομική του ταυτότητα τον κάλεσε να κατεβεί από το αυτοκίνητο. Έκανε έρευνα σε αυτό χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε πως ο ίδιος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX95 μάρκας Mercedes. Επιβεβαίωσε τη θέση των ζημιών των οχημάτων ως τις ανέφερε στην κατάθεσή του και ως τις ανέφερε ο ΜΚ2 στο Δικαστήριο. Επιβεβαίωσε επίσης πως ο ΜΚ2 ήταν πεζός μπροστά από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου χωρίς να θυμάται την επακριβή του θέση. Θυμόταν, πάντως, πως μετακινήθηκε απότομα για να γλιτώσει. Αντεξεταζόμενος σε σχέση με την πληροφορία που τους δόθηκε, δεν ήταν σε θέση να πει συγκεκριμένα από ποιον δόθηκε, σε ποιον δόθηκε, ποιο ήταν το περιεχόμενό της ή πότε. Είπε γενικά πως δόθηκε σε όλους στην ομάδα μέσω του ασυρμάτου. Πιθανολόγησε πως η πληροφορία ανέφερε πως το επίδικο όχημα συχνάζει στην περιοχή του Grammar School. Αρνήθηκε πεισματικά ότι δεν υπήρχε τέτοια πληροφορία. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να πέταξε ναρκωτικά από το αυτοκίνητό του κατά τη στιγμή της διαφυγής του και να μην τον είδε. Επιβεβαίωσε τη θέση της Υπεράσπισης πως κατά τη σύλληψη του κατηγορούμενου, δεν του ανέφερε το λόγο της σύλληψής του, ούτε επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο. Διερωτήθηκε για την αναγκαιότητα των πιο πάνω, αφού είναι «λογικό», όπως είπε, κάποιος να αντιληφθεί γιατί συλλαμβάνεται, όταν ήδη χτύπησε δύο αυτοκίνητα και εγκατέλειψε τη σκηνή με πιθανότητα να τραυματίσει πεζούς. Ο κατηγορούμενος κατάλαβε αμέσως τον λόγο της σύλληψής του, είπε, και δεν χρειαζόταν να του τον πει. Ως θέμα αρχής ανέφερε πως κατά τον χρόνο της σύλληψης αναφέρει στον ύποπτο τα δικαιώματά του, αλλά εν προκειμένω δεν θυμάται θετικά να έκανε κάτι τέτοιο, ούτε αν έβαλε χειροπέδες στον κατηγορούμενο. Ως προς τον χώρο όπου αποπειράθηκε να γίνει η ανακοπή ανέφερε πως το parking του περιπτέρου είναι ενωμένο με τον δρόμο και δεν γνωρίζει αν ο χώρος εκείνος είναι ιδιωτικός ή δημόσιος. Κατά τα λοιπά, οι τοποθετήσεις του ΜΚ3 συνήδαν με τις ουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας των λοιπών Μαρτύρων Κατηγορίας. Ο ΜΚ3 μαρτύρησε με σαφήνεια και χωρίς υπεκφυγές, καθηκόντως και χωρίς να μου δώσει την εντύπωση ότι εξυπηρετούσε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο, ως του υπεβλήθη. Ανέφερε τα όσα θυμόταν θετικά και για τα υπόλοιπα σημείωσε ειλικρινά πως δεν θυμάται λόγω του ότι το επίδικο αδίκημα διεπράχθη το
  6. Τον κρίνω ως πλήρως αξιόπιστο μάρτυρα. Ο ΜΚ4 στην κατάθεσή του στο Δικαστήριο, Τεκμήριο 11, ανέφερε πως την επίδικη μέρα ανέλαβε καθήκον και μετέβηκε για εντοπισμό του επίδικου οχήματος στην Επαρχία Λευκωσίας μετά από πληροφορία ότι αυτό μετέφερε ναρκωτικά. Αφού το όχημα εντοπίστηκε, έλαβε οδηγίες μέσω ασυρμάτου από τον Λοχία XXXXX όπως αυτό ανακοπεί και ερευνηθεί. Επέβαινε συνοδηγός σε υπηρεσιακό όχημα που οδηγούσε ο αστυνομικός 3006 και στάθμευσε το αυτοκίνητό του στην αριστερή πλευρά του επίδικου οχήματος. Τότε, ο ΜΚ4 κατέβηκε από αυτό και κατευθύνθηκε προς την πόρτα του συνοδηγού ανοίγοντάς την και φωνάζοντας «Αστυνομία σταμάτα». Το ίδιο έπραξε και ο ΜΚ2 σε σχέση με την πόρτα του οδηγού. Ο κατηγορούμενος εκκίνησε το όχημά του και κατευθύνθηκε προς τον ΜΚ2 χτυπώντας στο υπηρεσιακό του όχημα και διαφεύγοντας. Ο ΜΚ4 αντεξεταζόμενος, μεταξύ άλλων, περί της πληροφορίας που ο Λοχίας XXXXX τους μεταβίβασε και ποία η εύλογη υπόνοια που τους δημιουργήθηκε, ώστε να ανακοπεί το όχημα του κατηγορούμενου και να ερευνηθεί, ανέφερε τα εξής: «Είχα οδηγίες να ανακοπεί το όχημα και να κάνουμε έρευνα του οχήματος μετά που πληροφορία για ναρκωτικά» (σελίδα 31 στενοτυπημένων πρακτικών, ημερ. 11/3/2020) και «είχαμε οδηγίες προφορικές και μέσω ασυρμάτου από τον Λοχία XXXXX να ανακόψουμε για έλεγχο και τούτο πράξαμε» (σελίδα 31-32 των πιο πάνω πρακτικών). Κατά τα λοιπά, ο ΜΚ4 επιβεβαίωσε σε όλες τους τις ουσιώδεις πτυχές τα γεγονότα που ανέφεραν οι ΜΚ2 και ΜΚ3 τόσο σε σχέση με την τοποθέτηση των οχημάτων κατά την ανακοπή, όσο και σε σχέση με την απουσία φάρων και στολών, αλλά και σε σχέση με το ότι δεν υπήρξε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο στις ενέργειές του. Οι διαφοροποιήσεις των τοποθετήσεών του, με αυτές των ΜΚ2 και 3 ήταν ασήμαντες και επουσιώδεις. Κάποια επιμέρους θέματα δεν τα θυμόταν, ως είναι φυσικό για συμβάν που συνέβηκε 7 χρόνια πριν τη μαρτυρία του, αλλά τα όσα ήταν πράγματι σημαντικά για την υπόθεση, τα θυμόταν πολύ καλά και έδινε σαφείς απαντήσεις χωρίς υπεκφυγές. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι, είναι αξιόπιστος μάρτυρας και πως κατέθεσε καθηκόντως και αμερόληπτα όσα βίωσε την επίδικη μέρα. Τον κρίνω ως πλήρως αξιόπιστο μάρτυρα. Ως προαναφέρθηκε, κρίνω τους ΜΚ2, 3 και 4 ως αξιόπιστους μάρτυρες. Κάποιες μικρές και επουσιώδεις διαφορές που προκύπτουν από τις μαρτυρίες τους είναι, κατά την άποψη μου, ένδειξη ότι ήταν μάρτυρες της αλήθειας παρά το αντίθετο, αφού ως είναι ανθρώπινο, η μνήμη, έκφραση και η αντίληψη καθενός μπορεί να διαφέρει, χωρίς απαραίτητα να διαφέρουν και τα ουσιώδη, για την υπόθεση, γεγονότα που ο καθείς αναφέρει. Ο κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκε, τήρησε σιωπή, ενώ στην κατάθεσή του Τεκμήριο 2, δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Γ. Ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης προβαίνω σε ευρήματα ως εξής: Ενώ ο κατηγορούμενος οδηγούσε την 24/4/2013 το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX03 στην Ανθούπολη της Επαρχίας Λευκωσίας, έγινε προσπάθεια ανακοπής του, προς το σκοπό έρευνας του, από τους ΜΚ2 και 3 που οδηγούσαν υπηρεσιακά οχήματα της ΥΚΑΝ με αριθμούς εγγραφής XXXXX19 και XXXXX95 και από ένα άλλο υπηρεσιακό όχημα, στο οποίο επέβαιναν οι ΜΚ4 ως συνοδηγός και ο αστυνομικός XXXXX, ως οδηγός. Οι εν λόγω αστυνομικοί ενήργησαν με σκοπό την ανακοπή και έρευνα του οχήματος του κατηγορούμενου, κατόπιν πληροφορίας ότι το εν λόγω όχημα μετέφερε ναρκωτικά, η οποία τους διαβιβάστηκε από τον Λοχία τους XXXXX. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου από ποιον δόθηκε αρχικά αυτή η πληροφορία, σε ποιον δόθηκε, ποιο ήταν το περιεχόμενό της ή πότε. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε οικειοθελώς σε χώρο στάθμευσης του περιπτέρου «Drive Through Kiosk», όπου το κοινό είχε ελεύθερη πρόσβαση. Οι αστυνομικοί τοποθέτησαν τα οχήματά τους με τρόπο που θα ήταν δύσκολο για τον κατηγορούμενο να διαφύγει. Εν τούτοις και παρά το ότι ο ΜΚ2 και ΜΚ4 κατέβηκαν από τα οχήματά τους και φώναξαν «Αστυνομία σταμάτα» ο κατηγορούμενος εκκίνησε το όχημά του με σκοπό να διαφύγει. Στην προσπάθεια του αυτή, χτύπησε τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής XXXXX19 και XXXXX95 προκαλώντας σε αυτά υλικές ζημιές. Περαιτέρω ο ΜΚ2, ο οποίος στεκόταν πεζός ανάμεσα στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και το αυτοκίνητο του ΜΚ3, χρειάστηκε να ελιχθεί με ταχύτητα και να πηδήσει έξω από την πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου, ώστε να αποφύγει τον τραυματισμό του. Το διαφυγέν όχημά του κατηγορούμενου τελικά έχασε τον έλεγχο και ανατράπηκε σε ανάχωμα του δρόμου Λευκωσίας ‑ Παλαιχωρίου με κατεύθυνση προς Λευκωσία και απέναντι από το φούρνο «Ζορμπά». Ο ΜΚ3, ο οποίος ουδέποτε έχασε οπτική επαφή με το όχημα του κατηγορούμενου από τη στιγμή της διαφυγής του μέχρι τη στιγμή της ανατροπής του, ήταν ο αστυνομικός που τελικά συνέλαβε τον κατηγορούμενο. Κατά τη σύλληψη του κατηγορούμενου, ο ΜΚ3 δεν του ανέφερε το λόγο της σύλληψής του, ούτε επίστησε την προσοχή του στον Νόμο. Έκανε έρευνα στο όχημα του κατηγορούμενου χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Δ. Νομική πτυχή Θα κρίνω κατά προτεραιότητα, λόγω της σπουδαιότητας που παρουσιάζει στην υπόθεση, το κατά πόσο η ανακοπή του οχήματος του κατηγορούμενου, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ήταν νόμιμη. Το άρθρο 28
(1)(β) του περί Αστυνομίας Νόμου, Ν. 73(Ι)/2004 και το άρθρο 29
(2)(β) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 παρέχουν εξουσία σε αστυνομικό να ερευνήσει ανακοπέν μεταφορικό μέσο, το οποίο έχει εύλογη αιτία να υποψιάζεται ότι χρησιμοποιείται κατά τη διάπραξη αδικήματος ή στο οποίο δυνατόν να βρίσκεται ελεγχόμενο φάρμακο. Το πρωταρχικό ερώτημα που θεωρώ ότι, προκύπτει εν προκειμένω είναι εάν η ύπαρξη πληροφορίας, η οποία μεταβιβάστηκε στους ΜΚ2, 3 και 4 από τον Λοχία 2626, πως το όχημα του κατηγορούμενου διακινούσε ναρκωτικά, είναι επαρκής για να στοιχειοθετηθεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η απαιτούμενη εύλογη υπόνοια ώστε όχημα να ανακοπεί νόμιμα για έλεγχο, στη βάση του άρθρου 28
(1)(β) του περί Αστυνομίας Νόμου, Ν. 73(Ι)/2004και του άρθρου 29
(2)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/77. Δηλαδή, η μαρτυρία περί απλής ύπαρξης της πληροφορίας που διαβιβάστηκε στους ΜΚ2, 3 και 4 από τον Λοχία τους, απογυμνωμένη περιεχομένου, χωρίς ο εν λόγω Λοχίας να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο, αλλά και χωρίς οι ΜΚ2, 3 και 4 να αναφέρουν οποιοδήποτε άλλο πραγματικό γεγονός, το οποίο ήγειρε στο μυαλό τους υποψίες ότι το επίδικο όχημα χρησιμοποιείτο για τη διάπραξη αδικήματος, λ.χ. ο τρόπος ή η ταχύτητα οδήγησης, επαρκεί για να στοιχειοθετήσει την απαραίτητη εύλογη υπόνοια για ανακοπή οποιουδήποτε οχήματος και έρευνας σε αυτό, βάσει των προαναφερθέντων άρθρων; Χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τη νομολογία σε σχέση με την εύλογη υποψία που πρέπει να δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου ώστε να εκδώσει ένταλμα έρευνας προς διερεύνηση αδικήματος ναρκωτικών. Η αναφορά στον όρκο του ομνύοντα αστυνομικού, μιας απλής πληροφορίας χωρίς αναφορά σε οποιαδήποτε άλλα γεγονότα που να την υποστηρίζουν, δεν καθιστά αυτήν, αυτόματα και άνευ ετέρου, άξια διερεύνησης. Πρέπει να καταδεικνύεται μία αντικειμενική σύνδεση της πληροφορίας με τον ερευνόμενο ή με το ερευνόμενο όχημα ( βλ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ , Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:D354, Αίτηση Αρ. 149/2019, 9/9/2019 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ , Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:D385, Αίτηση Αρ. 146/2019, 23/9/2019). Στην περίπτωση της απογυμνωμένης περιεχομένου πληροφορίας, όπως εν προκειμένω, η οποία στερείται υποστήριξης από άλλα αντικειμενικά γεγονότα που προκύπτουν από την υπόθεση, δεν δύναται να στοιειοθετηθεί εκείνη η εύλογη υπόνοια που πρέπει η Αστυνομία να αποδείξει, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, ώστε η ανακοπή για έλεγχο του οχήματος να κριθούν ως, εκ των υστέρων, νόμιμα. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Kirnouyian
(1996)2 ΑΑΔ 126 λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:. « Η ανακοπή οχήματος δεν επάγεται αναπόφευκτα τέτοια στέρηση [της προσωπικής ελευθερίας του κατηγορουμένου, κατά παράβαση του άρθρου 11 Συντάγματος]. Σειρά αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τέμνει μεταξύ της στέρησης της προσωπικής ελευθερίας που διασφαλίζει το άρθρο 5
(1)της Σύμβασης και του απλού περιορισμού των κινήσεων που σταθερά κρίνεται πως δε συνιστά παραβίαση αυτού του δικαιώματος, (βλ. Engel and Others, Eur.Court H.R. Series A, Vol. 22, Guzzardi Eur.Court H.R. Series A. Vol. 39, Morphou Gendarmerie v. Michael 2 R.S.C.C. 103, Hojemeister v. Federal Republic of Germany European Commission of Human Rights, ημερομηνίας 6 Ιουλίου 1981, που αναφέρεται στη μονογραφία του J.L. Murdoch -Article 5 of the European Convention of Human Rights - The protection of liberty and security of person 1994. ........... Το άρθρο 21
(1)(α)(ιι) του περί Αστυνομίας Νόμου, Κεφ. 285 παρέχει σε μέλος της Αστυνομικής Δύναμης εξουσία να σταματά, κρατεί και ερευνά πρόσωπο που υποψιάζεται ότι προβαίνει σε ενέργειες ή ότι κατέχει οτιδήποτε για τα οποία χρειάζεται άδεια δυνάμει νόμου και να ζητά την προσαγωγή αυτής της άδειας. Η παράγραφος 1(β) του ιδίου άρθρου παρέχει εξουσία σε μέλος της αστυνομικής δύναμης να σταματά και να ερευνά μεταφορικά μέσα τα οποία έχει εύλογη αιτία να υποψιάζεται ότι χρησιμοποιούνται κατά τη διάπραξη αδικήματος. Το άρθρο 29
(2)(β) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 (Ν. 29/77), παρέχει σε αστυφύλακα, ο οποίος έχει εύλογη αιτία να υποπτεύεται ότι πρόσωπο κατέχει ελεγχόμενο φάρμακο κατά παράβαση του νόμου ή των κανονισμών, εξουσία να ερευνήσει όχημα ή σκάφος στο οποίο υποπτεύεται ότι το φάρμακο δυνατό να βρίσκεται "και προς το σκοπό τούτο να απαιτήσει όπως το πρόσωπο το έχον υπό τον έλεγχο αυτού το ρηθέν όχημα ή σκάφος σταματήσει τούτο". Η ανακοπή λοιπόν και η ακινητοποίηση οχήματος, με σκοπό την έρευνα, διενεργούμενη εντός των ορίων των πιο πάνω άρθρων, δεν συνιστά στέρηση της προσωπικής ελευθερίας· όσο και εάν ενδεχομένως συνεπάγεται, ανάλογα με τα περιστατικά, κάποιο περιορισμό των κινήσεων.» (Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Παρομοίως, στη Δημοκρατία ν. Στεφάνου
(2010)2 Α.Α.Δ 172, το Εφετείο ανέφερε πως ο τρόπος οδήγησης, η ταχύτητα αυτής και οι κινήσεις του εφεσίβλητου με τη τσάντα στην πλάτη και με μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού στη συγκεκριμένη περιοχή, όπου οι αστυνομικοί είχαν ειδικά μεταβεί για σκοπούς υπόθεσης ναρκωτικών, ήταν στοιχεία τα οποία συνολικά θεωρούμενα, επαρκούσαν ώστε να στοιχειοθετηθεί η νομικά απαραίτητη εύλογη υποψία για ανακοπή της μοτοσυκλέτας του εφεσίβλητου. Εν προκειμένω, σύμφωνα με τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας υπήρχε πληροφορία που τους δόθηκε από τον Λοχία τους ότι, το όχημα του κατηγορούμενου μετέφερε ναρκωτικά. Καμία άλλη μαρτυρία δεν δόθηκε αναφορικά με την προέλευση της πληροφορίας, σε ποιον δόθηκε αρχικά, ποιο ήταν το περιεχόμενό της ή πότε. Είναι αυτή η πραγματική μαρτυρία επαρκής ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να κρίνει το εύλογο ή μη της υποψίας για ανακοπή του οχήματος; Ειδικά με γνώμονα ότι, κατά την έρευνα που έγινε στο επίδικο όχημα μεταγενέστερα της ανακοπής, δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο; Μπορεί δηλαδή το Δικαστήριο, χωρίς να γνωρίζει τα γεγονότα επί των οποίων βασίστηκε η υποψία της αστυνομίας, να κρίνει, εκ των υστέρων, το εύλογο ή μη αυτής; Είναι επαρκές για την Αστυνομία να επικαλεστεί «πληροφορία», χωρίς να προσάξει στο Δικαστήριο λεπτομέρειες αυτής; Θεωρώ πως η απάντηση είναι αρνητική. Το Δικαστήριο είναι ο τελικός νομικός κριτής της νομιμότητας των ενεργειών της Αστυνομίας. Κανένας κρατικός αξιωματούχος δεν έχει εξουσία να ενεργεί με τρόπο αντίθετο προς τις επιταγές των Νόμων της Πολιτείας. Αφ' ης στιγμής το ζήτημα ηγέρθηκε από την Υπεράσπιση κατά τη διάρκεια της δίκης, και σχετικές ερωτήσεις και υποβολές τέθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας καθιστώντας το θέμα της εύλογης υπόνοιας επίδικο, η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να προσάξει μαρτυρία που θα ικανοποιούσε το Δικαστήριο ότι η υποψία της αστυνομίας πως το όχημα του κατηγορούμενου μετέφερε ναρκωτικά, ήταν πράγματι εύλογη. Δεν το έπραξε. Οι μάρτυρες κατηγορίας ενήργησαν, κατά τον επίδικο χρόνο, καθηκόντως και κατ΄εντολή του ανωτέρου τους, Λοχία XXXXX. Εν τούτοις, για να μπορούσαν οι ενέργειες τους να κριθούν από το Δικαστήριο, εκ των υστέρων, ως νόμιμες, η μαρτυρία που δόθηκε δεν αρκεί. Ε. Κατάληξη Ως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ως του προσάπτεται στο κατηγορητήριο, ήταν αποτέλεσμα της προσπάθειας του να διαφύγει της παράνομης ανακοπής. Η μαρτυρία, δηλαδή, που άκουσα και η οποία στήριξε τα ευρήματα του Δικαστηρίου, από το χρονικό σημείο της ανακοπής και μετέπειτα, πρέπει να αγνοηθεί και να αποκλειστεί λόγω του παράνομου της ανακοπής (βλ. τηρουμένων των αναλογιών Δημοκρατία ν. Αεροπόρου κ.ά.
(1998)2 ΑΑΔ 87 και Δημοκρατία ν. Συμιανού κ.ά (Αρ. 2)
(1999)2 ΑΑΔ 537). Δεν μου διαφεύγει ότι, στην περίπτωση που εξασφαλίζεται μαρτυρία, κατά παράβαση νομοθετικών προνοιών και όχι κατά παράβαση συνταγματικά κατοχυρωμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία αποδοχής της ως μαρτυρία στην υπόθεση, έχοντας κατά νου τα λοιπά περιστατικά της υπόθεσης και νοουμένου ότι δεν επηρεάζεται το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη ή άλλο ανθρώπινο του δικαίωμα με βάση το Σύνταγμα (βλ. Michael ν. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2006)2 ΑΑΔ 411). Μάλιστα όσο πιο μεγάλη η αποδεικτική αξία της μαρτυρίας που σκοπείται να αποκλειστεί, τόσο πιο δύσκολος καθίσταται ο αποκλεισμός της. Ο δυσμενής επηρεασμός στον κατηγορούμενο από την αποδοχή της μαρτυρίας πρέπει να ζυγίζεται με την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας εάν αυτή γίνει αποδεκτή (βλ. David Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186). Δεν νοείται, κατά την κρίση μου, η ανακοπή, η οποία έγινε με σκοπό τον έλεγχο για ανεύρεση ναρκωτικών, να είναι παράνομη, αλλά οι ενέργειες του κατηγορούμενου που αποσκοπούσαν στη διαφυγή από αυτή, να του αποδώσουν ποινική ευθύνη. Διότι ελλείψει της ανακοπής, δεν θα μπορούσαν να είχαν διαπραχθεί τα επίδικα αδικήματα. Τα δύο είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Δεδομένης αυτής μου της κατάληξης, παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος ηγέρθηκε στην υπόθεση. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται του Κατηγορητηρίου. (Υπ.) Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.