ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Αριθμός Υπόθεσης: 8846/17, 28/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B251 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ Αριθμός Υπόθεσης: 8846/17 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXXX ΣΤΑΥΡΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 28/08/2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Κα Ε. Κληρίδου Για τον Κατηγορούμενο: Κος M. Χριστοφόρου για Πελαγία Χριστοδούλου Βράχας ΔΕΠΕ Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Το εγειρόμενο ζήτημα και οι τοποθετήσεις των μερών Με κατηγορητήριο που περιλαμβάνει δύο κατηγορίες ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι χειρουργός ιατρός, κατηγορείται πως μεταξύ των ημερομηνιών 17/8/10 και 14/9/10 στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας έθεσε σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο, διότι ενέργησε με αλόγιστο, βεβιασμένο και αμελή τρόπο κατά τη χειρουργική εγχείρηση και μετεγχειρητική θεραπεία του XXXXX Γεωργιάδη, τέως από τη Λευκωσία, κατά παράβαση του άρθρου 236(ε) και 235 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία) και ότι προκάλεσε το θάνατο στον XXXXX Γεωργιάδη με απερίσκεπτη και αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια και χωρίς πρόθεση, δηλαδή ενήργησε τόσο κατά τη διάρκεια της εγχείρησης, όσο και στη μετεγχειρητική θεραπεία του θανόντα αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα, κατά παράβαση των άρθρων 210 και 213 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (2η κατηγορία). Ενώ η ακρόαση της υπόθεσης προχωρούσε κανονικά ενώπιον του Δικαστηρίου, ο δικηγόρος του κατηγορούμενου έλαβε επιστολή αναστολής της ποινικής δίωξης του κατηγορούμενου στην υπόθεση ημερομηνίας 20 Φεβρουαρίου του 2020 (στο εξής «η απόφαση αναστολής») η οποία ανέφερε ότι, με βάση την επιστολή των δικηγόρων του κατηγορούμενου ημερομηνίας 14/1/2020 και κατόπιν μελέτης των λόγων που αυτοί προέβαλαν και των απόψεων της Αστυνομίας, ο Γενικός Εισαγγελέας αποφάσισε την αναστολή της ποινικής δίωξης στην υπόθεση. Η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε και στην Εισαγγελέα της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας. Στις 27/2/2020, που η υπόθεση ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δεν ζήτησε τη διακοπή της υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου, δυνάμει της απόφασης αναστολής, αλλά ανέφερε πως έλαβε, δια τηλεφώνου, προφορικές οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία για συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας. Δεν αμφισβήτησε πάντως ότι λήφθηκε απόφαση αναστολής, ούτε ότι αυτή κοινοποιήθηκε τόσο στους δικηγόρους του κατηγορούμενου όσο και στην κατηγορούσα αρχή. Επιβεβαίωσε, ότι η Υπεράσπιση εισηγήθηκε την αναστολή της δίωξης για σειρά λόγων και οι απόψεις της κατηγορούσας αρχής ήταν προς τούτο θετικές (χωρίς να αναφερθούν οι λόγοι της Υπεράσπισης ή ποιες ήταν οι απόψεις της αστυνομίας). Ο συνήγορος Υπεράσπισης ανέφερε ότι αυτή η συμπεριφορά ήταν πρωτόγνωρη εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής και επιφυλάχθηκε να εγείρει ζήτημα δίκαιης δίκης σε κατοπινό στάδιο. Διερωτήθηκε, μάλιστα, από ποιον δόθηκαν οδηγίες που υπερβαίνουν την εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα για διακοπή της διαδικασίας, ως περιέχετο στη γραπτή απόφαση αναστολής. Η ακρόαση της υπόθεσης συνεχίστηκε. Το Δικαστήριο έθεσε σε μεταγενέστερη δικάσιμο και πριν την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής προς τους συνήγορους των μερών το ερώτημα, κατά πόσο με δεδομένη την απόφαση αναστολής, η οποία όμως ουδέποτε δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή στο Δικαστήριο ζητώντας την απαλλαγή του κατηγορούμενου, η προφορική ανάκληση αυτής συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Κατά πόσο δηλαδή η συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας εναντίον του κατηγορούμενου μετά από την ανάκληση της αναστολής είναι καταχρηστική. Κατά την τοποθέτηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής επί του θέματος, έγινε παραδεκτό πως το Δικαστήριο μπορεί και αυτεπάγγελτα να εγείρει ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας ενώ έχει ευρύτατη εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής υπόθεσης να την τερματίσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο εφόσον κρίνει ότι η συνέχισή της συνιστά κατάχρηση. Υποστηρίχθηκε, όμως, πως η εξουσία αυτή ασκείται κατ' εξαίρεση και με φειδώ και όπου διαπιστώνεται ότι η συνέχισή της θα προκαλέσει έκδηλη αδικία και θα επηρεάσει δυσμενώς τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος εν προκειμένω ουδόλως επηρεάστηκε από τη συμπεριφορά της Κατηγορούσας Αρχής, συνέχισε η εισήγηση, αφού από τις 24 Φεβρουαρίου 2020 που οι συνήγοροι του έλαβαν την απόφαση αναστολής μέχρι και τις 27 Φεβρουαρίου που η αναστολή αυτή ανακλήθηκε προφορικά μεσολάβησαν μόνο τρεις μέρες. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής παραδέχθηκε πως η αποστολή της επιστολής αναστολής ήταν ένα λάθος. Δεν δικαιολογείται, είπε, αυτό το λάθος σε καμία περίπτωση, αλλά δεν παραβιάστηκε κατά τη θέση της οποιοδήποτε από τα δικαιώματα του κατηγορούμενου ώστε να δημιουργείται κατάχρηση της ποινικής διαδικασίας. Η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα να διακόπτει οποιανδήποτε διαδικασία κατοχυρώνεται από το άρθρο 113.2 του Συντάγματος και η εξουσία του αυτή δεν περιορίζεται, ούτε συνιστά κατάχρηση η ανάκληση της απόφασης αναστολής, η οποία παρόλο που κοινοποιήθηκε στα μέρη, ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε ώστε το Δικαστήριο να διακόψει την υπόθεση βάσει του άρθρου 154 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Η θέση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη. Υποστήριξε πως η απόφαση αναστολής δόθηκε άνευ όρων και χωρίς καμία επιφύλαξη, κάτι το οποίο πράγματι ευσταθεί. Ήταν η θέση του πως αφ' ης στιγμής ο Γενικός Εισαγγελέας αποφάσισε την αναστολή της ποινικής δίωξης στην υπόθεση, απέστειλε σχετική επιστολή στους συνήγορους του κατηγορούμενου με κοινοποίηση αυτής στην Εισαγγελία της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας, αλλά και ότι η ανάκληση αυτής δεν δόθηκε γραπτώς από τον Γενικό Εισαγγελέα, αλλά προφορικά από τη Νομική Υπηρεσία, ενώ ο κατηγορούμενος ανέμενε ευλόγως την απαλλαγή του, η κατηγορούσα αρχή καταχράστηκε τη δικαστική διαδικασία. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι, το σωρευτικό αποτέλεσμα της ορθής ερμηνείας του άρθρου 113.2 του Συντάγματος και του άρθρου 154
(1)του Κεφ. 155 είναι ότι, το Δικαστήριο με τα δοσμένα δεδομένα οφείλει να απαλλάξει τον κατηγορούμενο. Αφού η κατηγορούσα αρχή δέχθηκε ότι λήφθηκε απόφαση αναστολής και δέχθηκε, επίσης, ότι αυτή ανακλήθηκε αργότερα προφορικά, το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να απαλλάξει τον κατηγορούμενο. Το γεγονός ότι η Κατηγορούσα Αρχή ουδέποτε ζήτησε ενώπιον Δικαστηρίου την απαλλαγή του κατηγορούμενου, είναι άνευ σημασίας. Υποστηρίχθηκε πως ο Γενικός Εισαγγελέας μπορεί να αλλάξει όσες φορές θέλει εντός του γραφείου του την απόφασή του. Εφόσον όμως αυτή κοινοποιηθεί στον κατηγορούμενο και επιβεβαιωθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο οφείλει να απαλλάξει τον κατηγορούμενο. Συνέχισε ότι, πράττοντας με αυτό τον τρόπο η κατηγορούσα αρχή έθεσε σε ανυποληψία τον θεσμό του Γενικού Εισαγγελέα και απέκτησε αθέμιτο πλεονέκτημα απέναντι της Υπεράσπισης, διότι θα μπορούσε να επανακαταχωρήσει την υπόθεση κατόπιν της αναστολής, αλλά τότε η επανακαταχώρηση θα υπόκειτο σε δικαστικό έλεγχο και στον κίνδυνο απόρριψής της λόγω κατάχρησης της διαδικασίας. Απέφυγε μάλιστα οποιεσδήποτε σχετικές ενστάσεις της Υπεράσπισης που θα μπορούσαν να εγερθούν στα αρχικά στάδια της επανακαταχώρησης. Αναφέρθηκε στην R v Bloomfield [1997] 1 Cr. App. R. 135 όπου κρίθηκε πως υπήρξε κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, αφού ο Εισαγγελέας της υπόθεσης είχε δηλώσει ανεπίσημα στον συνήγορο υπεράσπισης πως πρότεινε να μην προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία εναντίον του. Αυτή η πρόταση είχε επαναληφθεί ενώπιον του Δικαστή της υπόθεσης στο γραφείο του και τότε το ζήτημα κατόπιν αιτήματος της Εισαγγελίας αναβλήθηκε για άλλη μέρα για να μην προσκομιστούν αποδεικτικά στοιχεία. Κατά την επόμενη δικάσιμο, η Εισαγγελία ανέφερε ότι η υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου θα προχωρούσε. Υπό αυτές τις συνθήκες, έκρινε το Αγγλικό Εφετείο, η συνέχιση της ποινικής διαδικασίας εναντίον του κατηγορούμενου αποτελούσε κατάχρησή της. Πόσο μάλλον εδώ, υποστηρίζει ο κύριος Χριστοφόρου, όπου υπάρχει γραπτή, ρητή και άνευ όρων απόφαση αναστολής στο ανώτατο επίπεδο χωρίς να ανακληθεί ποτέ γραπτώς και η ανάκληση αυτή να κοινοποιηθεί καθηκόντως στον κατηγορούμενο. Β. Η νομική πτυχή Αναφέρω εξαρχής ότι, η έρευνα μου δεν κατέδειξε προηγούμενο παρόμοιο χειρισμό υπόθεσης εκ της Κατηγορούσας Αρχής ενώπιον κυπριακού Δικαστηρίου. Συνεπώς, δεν οδηγήθηκα- ούτε παραπέμφθηκα από τους συνηγόρους των μερών- σε σχετική κυπριακή νομολογία. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνηται και συνεχίζει ή διακόπτει οιανδήποτε ποινική διαδικασία είναι ανέλεγκτη από τα Δικαστήρια (βλ. Police v. Athienitis
(1983)2 C.L.R. 194 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388). Και τούτο πρέπει πάντα να γίνεται προς το δημόσιο συμφέρον (βλ. τηρουμένων των αναλογιών, Αναφορικά με τον Αντρέα Τρύφωνος, Αιτ. 1/2016, ημερ. 30/1/2017). Δεν είναι όμως αυτό που εξετάζεται εν προκειμένω. Εξετάζεται κατά πόσο η συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας εκ της κατηγορούσας αρχής είναι καταχρηστική, με δεδομένο ότι αυτή συνεχίστηκε μετά από προφορικές οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία, ενώ υπήρξε προηγουμένως γραπτή απόφαση αναστολής, η οποία κοινοποιήθηκε στα μέρη. Στην παλαιά Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές· ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Λέχθηκε επίσης ότι, η εξουσία του Δικαστηρίου για έλεγχο των διαδικασιών ενώπιόν του αποτελεί συστατικό στοιχείο της αυτονομίας και της αυτοτέλειας της Δικαστικής Εξουσίας. Η άσκηση της εξουσίας αυτής δικαιολογείται μόνο όταν αναντίλεκτα προκύπτει ότι η συνέχιση συγκεκριμένης διαδικασίας θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, δηλαδή χρήση τους για σκοπούς άλλους από εκείνους, για τους οποίους τις προορίζει ο Νόμος. Αναφέρθηκε περαιτέρω ότι, η δικαιοδοσία είναι σύμφυτη και αποβλέπει, σε τελευταία ανάλυση, στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στις συνεκδικασθείσες Ποιν. Εφ.348/2018 και 349/2018 Δημοκρατίας ν. Ηλιάδη κ.ά., ημερ. 31/5/2019, σημειώθηκαν τα εξής σχετικά: «Αποτελεί αξίωμα του Δικαίου ότι υπέρτατο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προώθηση της Δικαιοσύνης και η παρεμπόδιση πρόκλησης αδικίας. Στο πλαίσιο του προαναφερθέντος καθήκοντος έχει αναγνωριστεί, με πάγια νομολογία, ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία αναστολής ή απόρριψης υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν αυτή απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Υπό την προϋπόθεση όμως ότι, επειδή η υπό αναφορά εξουσία συνιστά κατ΄ εξαίρεση δικαιοδοσία, η άσκηση της πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση, το οποίο έχει και το βάρος απόδειξης της κατάχρησης βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 όπου γίνεται ευρεία επισκόπηση της μέχρι τότε κυπριακής και αγγλικής νομολογιας και η οποία - μαζί με την απόφαση στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 - θεωρείται σταθμός για το ζήτημα. Σε βαθμό που οι νομολογιακές αρχές που αποκρυσταλλώθηκαν στην εν λόγω απόφαση να επαναλαμβάνονται σε όλες τις μεταγενέστερες αποφάσεις. Όπως στις Εμπεδοκλής κ.α. (Αρ.3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529, Μεταφορές Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.α.
(2013)2 Α.Α.Δ. 591, Σπύρου ν. Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Εφ. 223/2014 ημερ. 11.11.2015, Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου ν. Χριστοφίδης, ECLI:CY:AD:2016:B137, Ποιν. Εφ. 4/2014 ημερ. 3.3.2016, Παναγιώτου Λτδ ν. Plyntex Public Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2017:B291, Ποιν. Εφ. 11/2015 ημερ. 11.9.2017 και άλλες.» Αφού πρόκειται για σύμφυτη δικαστική εξουσία, το ζήτημα της κατάχρησης μπορεί να εγερθεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, όπως εν προκειμένω. Πάντως, το Δικαστήριο προτού προχωρήσει σε απόρριψη, θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης (βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου v. Χριστοφίδης Ποινική Έφεση 4/2014, ημερ. 3.3.2016). Στη Δημοκρατία ν. Λώρη Ηρακλέους (αρ. 2)
(1994)2 ΑΑΔ 225, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι τίποτε δεν περιορίζει τη σύμφυτη εξουσία του πρωτόδικου Δικαστηρίου να ρυθμίσει την ενώπιον του ποινική διαδικασία. Σημειώθηκε περαιτέρω οτι: «Στην άσκηση των συνταγματικών του αρμοδιοτήτων, ο Γενικός Εισαγγελέας δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο [βλ. Police v. Athienitis
(1983)2 C.L.R. 194]. Τα όρια όμως των αρμοδιοτήτων του δεν επεκτείνονται πέραν εκείνων που του παρέχει το Άρθρο 113.2 και ο νόμος [βλ. σε σχέση με το δικαίωμα έφεσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Λαζαρίδη κ.α.
(1992)2 Α.Α.Δ. 8. Θα ήταν εν πάση περιπτώσει παράδοξο, δοθείσας της φύσης του λειτουργήματος του, αν παρεχόταν οποιαδήποτε εξουσία στο Γενικό Εισαγγελέα που θα περιόριζε τις εξουσίες του δικαστηρίου να εξετάζει, στο στάδιο που κρίνει επιβεβλημένο, θέματα που άπτονται της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου. Στην ποινική δίκη ο Γενικός Εισαγγελέας (και οι εκπρόσωποί του) υπέχει ρόλο δημόσιου κατηγόρου και εκπροσωπεί τη μια από τις δύο πλευρές που αντιπαρατάσσονται στο πλαίσιο του δικαιΐκου μας συστήματος, ενώπιον του δικαστηρίου με αντίστοιχους ρόλους για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου.» Στην υπόθεση Εμπεδοκλή (πιο πάνω), υποδείχθηκε πως, «η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων». Στην αγγλική Hui Chi-Ming v. R [1992] 1 AC 34 P.C. η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως "something so unfair and wrong that the court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respects a regular proceeding".» Στην υπόθεση Chu Piu ‑ Wing v. Attorney General
(1984)HKLR 441, λέχθηκε ότι "there is a clear public interest to be observed in holding officials of state to promises made by them in full understanding of what is entailed by the bargain". Στην εν λόγω υπόθεση, υπήρξε σαφή μνεία στην παράγραφο 10.1 του Code for Crown Prosecutors: "People should be able to rely on decisions taken by the CPS. Normally if the CPS tells a suspect or Defendant that there will not be a prosecution ot that the prosecution has been stopped, that is the end of the matter and the case will not start again. But occasionally, there are special reasons why the CPS will restart the prosecution, particularly if the case is serious". Στην παράγραφο10.2 του Code for Crown Prosecutors: "There reasons include (
- a)Rare cases where a new look at the original decision shows that it was clearly wrong and should not be allowed to stand; (
- b)Cases which are stopped so that more evidence which is likely to become available in the fairly near future and be collected and prepared. In these cases the CPS will tell the Defendant that the prosecution may well start again; (
- c)Cases which are stopped because of a lack of evidence, but where more significant evidence is discovered later". Ο LJ Staughton κατέληξε, "it seems to us that whether or not there was prejudice, it would bring the administration of justice into disrepute if the CPS where able to treat the Court as if it where at its beck and call, free to tell it one day that it was not going to prosecute, and another day that it was". Στις συνεκδικαζόμενες ποινικές εφέσεις Ηλιάδη (ανωτέρω), αναφέρθηκε πως οι τρεις ποινικές διαδικασίες που καταχωρίστηκαν εναντίον του ιδίου κατηγορούμενου για τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια αδικήματα επηρέασαν, αφ΄εαυτών, δυσμενώς τον κατηγορούμενο, προσωπικά, οικογενειακά και οικονομικά. Ως αναφέρθηκε στην Ηλιάδης (ανωτέρω) με αναφορά στην R. v Babos, 2014 SCC 16 [2014] 1 S.C.R.E. 309 το δημόσιο συμφέρον απαιτεί την προσαγωγή κάθε αδικοπραγούντα ενώπιον της δικαιοσύνης, αλλά δεν επιτρέπει την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας για σκοπούς εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος. Έτσι, η απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας υπ' αρ. 284/2017 Δημοκρατία ν. Ηλιάδης κ.ά., ημερ. 14/12/2018 περί κατάχρησης της διαδικασίας εκ της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και 2, επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην απόφαση του ίδιου Κακουργιοδικείου που ακολούθησε, σε σχέση με τους εναπομείναντες Κατηγορούμενους 3-7 στην ίδια υπόθεση ημερ. 19/3/2020 κρίθηκε ότι, η καταχώριση αρχικά δύο υποθέσεων στις οποίες οι κατηγορούμενοι 3-7 χρησιμοποιήθηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας εναντίον των πρώην κατηγορουμένων 1 και 2, είτε ως μάρτυρες επί του κατηγορητηρίου είτε ως μάρτυρες στη ζωντανή δίκη που ακολούθησε, ενώ στην τρίτη υπόθεση διώχθηκαν οι ίδιοι ως κατηγορούμενοι, αποτελούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Με αναφορά στην Beckford [1996] 1 Cr App R 94 σημειώθηκαν τα εξής από το Κακουργιοδικείο: «Στην ίδια υπόθεση σημειώθηκε ότι η δικαιοδοσία για αναστολή μπορεί να ασκηθεί σε πολλές, διαφορετικές περιπτώσεις αλλά από τη νομολογία προκύπτουν δύο κύριες τάσεις. Η πρώτη είναι όταν το Δικαστήριο διαγνώσει ότι ο κατηγορούμενος δεν δύναται να έχει δίκαιη δίκη και η δεύτερη όταν θα είναι άδικο για τον κατηγορούμενο να αντιμετωπίσει την επικείμενη δίκη. Η πρώτη τάση επικεντρώνεται περισσότερο στο διαδικαστικό και συνάμα ουσιαστικό μέρος της δίκης. Δηλαδή όταν είναι εξ υπαρχής, αδύνατο, ο κατηγορούμενος να έχει μια δίκαιη δίκη, τότε η διαδικασία, χωρίς άλλο, διακόπτεται. Δεν τίθεται καν ζήτημα εξισορρόπησης των αντιμαχόμενων συμφερόντων των δύο πλευρών. Η δεύτερη αφορά την υποχρέωση του Δικαστηρίου να προστατεύσει την ακεραιότητα του όλου συστήματος ποινικής δικαιοσύνης. Εδώ το Δικαστήριο, θα διακόψει τη διαδικασία (ακόμα και αν τα εχέγγυα για δίκαιη δίκη διασφαλίζονται) όταν, από το σύνολο των περιστάσεων, καταλήξει ότι η διεξαγωγή δίκης θα πλήξει το αίσθημα δικαιοσύνης (justice) και ευταξίας (propriety) του Δικαστηρίου (βλ. Maxwell [2011] 4 All ER 941). Σχετική επ΄ αυτού είναι η Latiff [1996] 1 WLR 104 στην οποία, τονίστηκε πως στη δεύτερη περίπτωση κατάχρησης, θα πρέπει το Δικαστήριο να εξισορροπεί το δημόσιο συμφέρον που θέλει τη διασφάλιση, όπως αυτοί, που κατηγορούνται για σοβαρά εγκλήματα, να προσάγονται σε δίκη με το αντιμαχόμενο δημόσιο συμφέρον, όπως, μη δίδεται η εντύπωση ότι ο «σκοπός αγιάζει τα μέσα» (the end justifies any means) - (βλ. επίσης Warren v. A.G for Jersey [2012] 1 AC 22 και R v. Babos [2014] 1 SCR 309) - στις οποίες, εύστοχα παραπέμπει ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, κ. Κέκκος.» Και πιο κάτω στην ίδια υπόθεση σημειώνεται η εξής νομική ανάλυση, την οποία υιοθετώ και για σκοπούς της παρούσας: «Πολύ σημαντικό είναι να τονισθεί ότι η σύμφυτη αυτή εξουσία του Δικαστηρίου δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως απευθείας μέσο πειθάρχησης είτε της Αστυνομίας είτε της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Ex parte Belsham
(1992)94 Cr. App R, 382, R v. Horseferry Road Magistrates Court ex parte Bennett [1993] 3 All ER 138, 151 και Ahmed [2011] EWCA Crim. 184). Μπορεί ωστόσο το Δικαστήριο να μην επιτρέψει στην Κατηγορούσα Αρχή να αποκτήσει αθέμιτο πλεονέκτημα, εδραζόμενο σε καταχρηστική συμπεριφορά, αποφαινόμενο, ότι, τέτοια συμπεριφορά υπό τις περιστάσεις, συνιστά και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Belsham, ανωτέρω). Απώτερος σκοπός είναι η προστασία του κύρους και της υπόληψης του όλου συστήματος απονομής δικαιοσύνης (βλ. Ahmed, (ανωτέρω) και Warren, [ανωτέρω]). [....] ... μια ίσως από τις κορυφαίες υποθέσεις που αφορούν ξεκάθαρη υπόσχεση μη δίωξης είναι η R v. Hamza [2007] 1 Cr.App.R. 27. Στην υπόθεση αυτή, αναγνωρίστηκε ότι σε περίπτωση που ένας κατηγορούμενος παρακινείται (induced) να πιστέψει ότι δεν θα διωχθεί, αυτό δύναται να αποτελέσει βάση για διακοπή της διαδικασίας λόγω κατάχρησης. Ωστόσο η διαδικασία δεν θα διακοπεί εκτός αν (α) υπήρξε αδιαμφισβήτητη (unequivocal) παράσταση μη δίωξης από τους υπεύθυνους των ανακρίσεων ή την Κατηγορούσα Αρχή και (β) ο κατηγορούμενος ενήργησε στη βάση αυτής της παράστασης κατά τρόπο δυσμενή για τον ίδιο. Το Δικαστήριο, πηγαίνοντας ένα βήμα παρά πέρα, τόνισε - απορρίπτοντας ουσιαστικά την αρχή (test) του κοινοδικαίου της (legitimate) έννομης προσδοκίας - πως, ακόμα και σε τέτοια περίπτωση, μπορεί και πάλι να προχωρήσει η δίωξη αν αποδειχθεί ότι, ήρθαν στην επιφάνεια γεγονότα που δεν ήταν υπόψη της Κατηγορούσας Αρχής, όταν έγινε η παράσταση (βλ. επίσης R v. Killick [2012] 1 Cr.App.R. 10 και R v. L.G [2018] EWCA Crim 736, στην οποία επιβεβαιώθηκε επιπλέον ότι η διακοπή της διαδικασίας για κατάχρηση αποτελεί εξαιρετική θεραπεία (exceptional remedy) και δεν αποτελεί μέτρο για τιμωρία κάποιας παράλειψης της Κατηγορούσας Αρχής). Σχετική επ' αυτού είναι και η R v. Crawley [2014] EWCA Crim. 1028). Στην R. Downey [2014] EW Misc 7 (CCrimC), αναφέρθηκε, ότι, στον τομέα της κατάχρησης, το Δικαστήριο ασχολείται με ζητήματα δικαιοσύνης (considerations of fairness) και θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερο να ανταποκριθεί, αναλόγως των περιστάσεων, της κάθε υπόθεσης. Η αναφορά έγινε για να τονισθεί - με ρητή παραπομπή - ότι οι αποφάσεις Bloomfield [1997] 1 Cr.App.R. 135 και Hamza, (ανωτέρω), δεν έθεσαν κάποια άκαμπτα κριτήρια/κανόνες που θα πρέπει απαρεγκλίτως να τυγχάνουν καθολικής εφαρμογής σε κάθε υπόθεση. [....] Σε ό,τι αφορά το «δυσμενή επηρεασμό» που κατά κανόνα, φαίνεται να υφίσταται ως προϋπόθεση για επιτυχή επίκληση κατάχρησης διαδικασίας, δεν υπάρχουν στεγανά. Το τι συνιστά δυσμενή επηρεασμό, θα πρέπει να κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στην ex parte Bennett, μάλιστα, κρίθηκε, ότι, η απόδειξη επηρεασμού/προκατάληψης (prejudice) στο άτομο είναι αχρείαστη, σε περιπτώσεις που σχετίζονται με αδικία (unfairness) υπό την έννοια, ότι, η διωκτική διαδικασία οδηγεί το σύστημα απονομής δικαιοσύνης σε ανυποληψία (βλ. Bloomfield (ανωτέρω) και R v. Anna Gripton [2010] EWCA Crim 2260). Στην Dean, (ανωτέρω), η επανειλημμένη συνεργασία του με την Αστυνομία (σε συνδυασμό ίσως με το νεαρό της ηλικίας του), θεωρήθηκε, ότι, τον επηρέασε δυσμενώς. Ομοίως, όπως αναφέρεται στη σελ.47 παράγραφο 2.45 του προαναφερθέντος συγγράμματος Abuse of Process in Criminal Proceedings, ένας κατηγορούμενος, ο οποίος ενεργεί ως εν δυνάμει μάρτυρας κατηγορίας παραχωρώντας κατάθεση όπου εμπλέκει άλλο πρόσωπο, μπορεί να θεωρηθεί, ότι επηρεάστηκε δυσμενώς. Δεν χρειάζεται δηλαδή οπωσδήποτε, αυτά που αναφέρει να εμπλέκουν εκτενώς, ευθέως και ουσιωδώς τον ίδιο σε αδίκημα. Ο δυσμενής επηρεασμός μπορεί να επέλθει ποικιλοτρόπως, είτε από μια μεμονωμένη πράξη/παράλειψη ή από σωρευτική συνάρτηση πολλών παραγόντων.» Περαιτέρω, στη Regina v. Robert Norma
(2016)EWCA Crim. 1564 υιοθετήθηκε η εξής αρχή: "It is well established that the court has the power to stay proceedings in two categories of case, namely (
- i)where it will be impossible to give the accused a fair trial, and (
- ii)where it offends the court's sense of justice and propriety to be asked to try the accused in the particular circumstances of the case (R v Maxwell [2011] 1 WLR 1837 per Lord Dyson SCJ at paragraph [13]). We are concerned with the second category. It is not suggested that the appellant's trial was in any way unfair. Within the second category fall cases where the police or prosecuting authorities have been engaged in misconduct in bringing the accused before the court for trial. In such cases the court is concerned to protect the integrity of the criminal justice system. A stay will be granted where the court concludes that in all the circumstances a trial will offend the court's sense of propriety and justice (per Lord Lowry in R v Horseferry Road Magistrates Court, ex pte Bennett [1994] 1 AC 42, 74G) or will undermine confidence in the criminal justice system and bring it into disrepute (per Lord Steyn in R v Latif [1996] 1 WLR 104, 112F)." Γ. Κρίση του Δικαστηρίου Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, καταλήγω στα εξής συμπεράσματα: · Η εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας, μετά την λήψη απόφασης αναστολής εκ του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 20/02/2020 και μετά την κοινοποίηση αυτής στα μέρη, με το δικαιολογητικό ότι πρόκειτο περί λάθους, κάτι το οποίο δεν αναφέρθηκε εξαρχής αλλά μόνο όταν το Δικαστήριο ζήτησε τις τοποθετήσεις των μερών, αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. · Ενώ η απόφαση αναστολής ήταν άνευ όρων και επιφυλάξεων λήφθηκαν μεταγενέστερα νέες, εκ διαμέτρου αντίθετες, προφορικές οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία, · Ενώ πριν την απόφαση αναστολής εκ του Γενικού Εισαγγελέα και πριν την ενημέρωση της Υπεράσπισης για την απόφαση περί αναστολής, η δικαστική διαδικασία ήταν καθ' όλα κανονική, η συνέχισή της, μετά την ανάκληση της απόφασης αναστολής, κατέστη άδικη για τον κατηγορούμενο. · Ενώ ο κατηγορούμενος ερχόταν στο Δικαστήριο στις 27/02/2020, με την εύλογη προσδοκία, αν όχι βεβαιότητα, της απαλλαγής του, αφού είχε ήδη λάβει την επιστολή αναστολής ημερ. 20/2/2020 βρέθηκε προ του απρόβλεπτου γεγονότος ότι η κατηγορούσα αρχή δεν θα διέκοπτε την δίωξη βάσει αυτής, αλλά θα την συνέχιζε βάσει νεοτέρων αντίθετων προφορικών οδηγιών. · Η παρούσα δικαστική διαδικασία οπωσδήποτε έχει για τον κατηγορούμενο, όπως οποιαδήποτε ποινική διαδικασία έχει για οποιοδήποτε κατηγορούμενο, αυταπόδεικτες δυσμενείς συνέπειες - είναι χρονοβόρα, ψυχοφθόρα και δαπανηρή (βλ. Ηλιάδης (ανωτέρω)). Ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι ενώ τα αδικήματα διεπράχθηκαν, κατ΄ισχυρισμό, το 2010, η ποινική δίωξη καταχωρίστηκε για πρώτη φορά το 2017. · Εξάλλου, στη Bloomfield [1997] 1 Cr.App.R. 135 κρίθηκε ότι, όταν η συμπεριφορά της Κατηγορούσας Αρχής οδηγεί την απονομή δικαιοσύνης σε ανυποληψία, αυτό είναι αρκετό για διακοπή της διαδικασίας και δεν έχει σημασία αν ο κατηγορούμενος επηρεάζεται δυσμενώς ή όχι. · Στη Hamza και Bloomfield (ανωτέρω) οι υποσχέσεις της κατηγορούσας αρχής στον κατηγορούμενο ήταν προφορικές. Εν προκειμένω, οι διαβεβαιώσεις διακοπής προς τον κατηγορούμενο ήταν αδιαμφισβήτητα γραπτές. Υπήρχε γραπτή απόφαση αναστολής, υπογεγγραμμένη από τον μόνο, προς τούτο, αρμόδιο πολιτειακό αξιωματούχο-τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και γραπτή κοινοποίησή της στα μέρη. · Εάν, όπως και η απόφαση αναστολής, έτσι και η απόφαση ανάκλησης της αναστολής παρέμενε ανέλεγκτη από το Δικαστήριο, τότε η διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας - όχι απλώς η έναρξη ή η λήξη, αλλά η τρέχουσα δικαστική διαδικασία - θα εξαρτάτο απόλυτα και ανέλεγκτα από τον Γενικό Εισαγγελέα και η εξουσία και καθήκον του Δικαστηρίου να ρυθμίσει την ενώπιον του διαδικασία, προς περιστολή κατάχρησης, θα καθίστατο γράμμα κενό (βλ. Λώρη Ηρακλέους (ανωτέρω)). · Οποιαδήποτε ανέλεγκτη εξουσία συνοδεύεται και από αυξημένη ευθύνη. Εν προκειμένω, η αναφορά περί λάθους δεν επαρκεί ώστε να προκύψει κακοπιστία εκ της Κατηγορούσας Αρχής (η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν απαιτείται), εντούτοις προκύπτει από αυτήν, δυνητική ή/και φαινόμενη αυθαιρεσία, η οποία δεν έχει θέση σε σύστημα απονομής της δικαιοσύνης σε ένα κράτος δικαίου. · Τίποτε, βεβαίως, δεν θα απέτρεπε την Κατηγορούσα Αρχή να αναστείλει την παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με την απόφαση αναστολής και να καταχωρίσει αργότερα νέα, με ταυτόσημες κατηγορίες. Σε τέτοια περίπτωση, και με όλα τα άλλα δεδομένα να παραμένουν τα ίδια, ενδεχομένως και πάλι να προέκυπτε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Μάλιστα η κατάχρηση ενδεχομένως να προέκυπτε και ευκολότερα με την καταχώριση νέου κατηγορητηρίου, εάν μεσολαβούσε κάποιο χρονικό διάστημα μέχρι την επανακαταχώριση, κατά τη διάρκεια του οποίου ο Κατηγορούμενος πίστευε ότι δεν θα αντιμετωπίσει νέα δίωξη για τα ίδια θέματα και οι προσωπικές του περιστάσεις είχαν αλλάξει (βλ. R. V.Townsend Dearsley and Bretscher [1997] 2 Cr App R 540). · Δεν δόθηκε, εν προκειμένω, οποιαδήποτε εξήγηση για την αλλαγή στάσης εκ της κατηγορούσας αρχής. Η αναφορά περί λάθους δεν επαρκεί. Η τυχόν περαιτέρω εξήγηση, θα ήταν ουσιώδης, αφού θα λαμβάνετο υπόψη ώστε να κριθεί εάν, όλων των δεδομένων συνυπολογιζομένων, υπήρχαν εξαιρετικές περιστάσεις, δυνάμει των οποίων, η ποινική δίωξη θα μπορούσε να συνεχίσει. · Το βάρος απόδειξης εξαιρετικών περιστάσεων ανήκει στην Κατηγορούσα Αρχή. Ο Εφεσείων δεν απαιτείται να αποδείξει ότι θα ήταν άδικο να συνεχίσει η δίκη του. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την αλλαγή στάσης, ώστε το Δικαστήριο να δύναται να αποφασίσει κατά πόσο η ανάκληση της αναστολής λήφθηκε βάσει συγκεκριμένων ειδικών περιστάσεων. Το ότι η υπόθεση είναι, εξ όψεως, σοβαρή δεν αποτελεί ειδική περίσταση (Βλ. Ηλιάδης (ανωτερω), απόφαση Λ. Παραπαρίνου, Δ.Α.Δ.) Ούτε αποτελεί ειδική περίσταση ότι, το δημόσιο συμφέρον απαιτεί την προσαγωγή των αδικοπραγούντων ενώπιον της δικαιοσύνης ( βλ. R v. Beedie
(1998)Q.B. 356). · Στην Jordan Antoine v. The Queen
(2014)EWCA 1971, σημειώθηκε ότι για να ανασταλεί η ποινική διαδικασία λόγω κατάχρησης δεν θα είναι, πάντοτε αρκετό, να έχουν παρατηρηθεί σοβαρά λάθη εκ της Κατηγορούσας Αρχής. Πρέπει τα λάθη αυτά να προσβάλουν το αίσθημα δικαιοσύνης και ευπρέπειας του Δικαστηρίου ή να υπονομεύεται η εμπιστοσύνη του κοινού στο σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Αντιθέτως, η αναστολή, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα εκείνης της υπόθεσης, θα έθετε το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης σε ανυποληψία. ("The court's sense of justice and propriety was not offended nor was public confidence in the criminal justice system undermined. On the contrary, a stay would have brought the criminal justice system into disrepute" (para. 33)). · Εν προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε δεν δόθηκε οποιαδήποτε περαιτέρω εξήγηση για το λάθος που εμφιλοχώρησε κατά την αλλαγή στάσης της κατηγορούσας αρχής και την ανάκληση της απόφασης αναστολής. · Το ερώτημα που απομένει να απαντηθεί είναι εάν τούτο το σοβαρό λάθος προσβάλει το αίσθημα δικαιοσύνης και ευπρέπειας του Δικαστηρίου ή υπονομεύει την εμπιστοσύνη του κοινού στο σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. · Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι θετική. Φρονώ πως δεν είναι δίκαιο για οποιονδήποτε κατηγορούμενο, ενώ έχει ήδη ληφθεί απόφαση αναστολής της υπόθεσης του εκ του Γενικού Εισαγγελέα, απόφαση ανέλεγκτη από το Δικαστήριο, και η οποία έχει κοινοποιηθεί στα μέρη, να ανακαλείται προφορικά χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμένη εξήγηση προς τούτο. · Θεωρώ πως και η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι θετική. Το Δικαστήριο οφείλει να περιφρουρήσει το κύρος της ποινικής διαδικασίας στην αντίληψη του κοινού. Κρίνω ότι, ο μέσος εχέφρονας πολίτης που γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης, θα έχανε την εμπιστοσύνη του στο σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, μέρος του οποίου είναι και ο Γενικός Εισαγγελέας, γνωρίζοντας ότι, ενώ λήφθηκε απόφαση αναστολής και κοινοποιήθηκε γραπτώς στον κατηγορούμενο, αργότερα, και προφορικά, ανακλήθηκε, με την, μεταγενέστερα δοθείσα, αιτιολογία ότι επρόκειτο περί λάθους, ενώ είχαν ήδη ληφθεί και οι απόψεις της αστυνομίας για να ληφθεί η απόφαση αναστολής · Η ανακοπή της συγκεκριμένης διαδικασίας σε αυτό το στάδιο από το Δικαστήριο δεν θα διακυβεύσει την αξιοπιστία της δικαστικής διαδικασίας, αλλά αντίθετα θα διαφυλάξει το κύρος του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης στην αντίληψη του κοινού. Δ. Κατάληξη Με βάση όλα τα πιο πάνω και με την κατάληξη δεδομένη, παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος ηγέρθηκε στην υπόθεση. Η συνέχιση της ποινικής διαδικασίας εναντίον του κατηγορούμενου κρίνεται ως καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας και ανακόπτεται. Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται του κατηγορητηρίου. ( Υπ.) Μ.Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο