← Κύπρος

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. TATIANA GRIGORIEVNA METAXA JEWELLERS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2684/18, 14/12/2020

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. TATIANA GRIGORIEVNA METAXA JEWELLERS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2684/18, 14/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B277 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Αναγνώστου, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2684/18 ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον-

  1. TATIANA GRIGORIEVNA METAXA JEWELLERS LTD
  2. XXXXX ΠΟΥΠΑΖΗ
  3. XXXXX ΜΕΤΑΞΑ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 14 Δεκεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Βαλανίδης Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κα. Γ. Γυψιώτη Κατηγορούμενη 2: Απούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζουν κατηγορίες για παραβάσεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν. 95(I)/2000), όπως έχει τροποποιηθεί (ο «Νόμος») και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών (οι «Κανονισμοί»). Συγκεκριμένα, από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: (α) Οι κατηγορίες 1 και 2 στρέφονται εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 3 και αφορούν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής ποσού ΦΠΑ που φαίνεται ως καταβλητέος σε φορολογικές δηλώσεις για καθορισμένες φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/01/2015 - 30/06/2015, συνολικού ύψους €3.564,
  4. (β) Οι κατηγορίες 3 - 5 στρέφονται εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2 και αφορούν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής ποσού ΦΠΑ που φαίνεται ως καταβλητέος σε φορολογικές δηλώσεις για καθορισμένες φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/04/2016 - 31/12/2016, συνολικού ύψους €12.920,
  5. (γ) Οι κατηγορίες 6 - 10 στρέφονται εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2 και αφορούν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικής δήλωσης για καθορισμένες φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/01/2017 - 31/03/
  6. (δ) Οι κατηγορίες 11 - 13 στρέφονται εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2 και αφορούν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής ποσού πρόσθετου φόρου και τόκου, συνολικού ύψους €2.126,54, που επιβλήθηκαν λόγω παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής του ποσού φόρου που δηλώθηκε σε φορολογική δήλωση για καθορισμένες φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/04/2016 - 31/12/
  7. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δήλωσαν μη παραδοχή στις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε σε σχέση με αυτούς για Ακρόαση ενώ, καθ' όσον αφορά την Κατηγορούμενη 3 η υπόθεση απορρίφθηκε στις 15/04/2019 λόγω μη επίδοσης του κατηγορητηρίου σε αυτήν και η τελευταία απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Σημειώνεται ότι στις 12/10/2020, για τους λόγους που φαίνονται στο πρακτικό του Δικαστηρίου εκείνης της ημέρας, παραχωρήθηκε άδεια στην Κατηγορούσα Αρχή να προχωρήσει σε ακρόαση της παρούσας υπόθεσης στην απουσία της Κατηγορούμενης 2 δυνάμει των προνοιών του άρθρου 89

(1)του Κεφ. 155. Ως εκ τούτου, η ακροαματική διαδικασία προχώρησε σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 στην απουσία της Κατηγορούμενης 2, με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 να εκπροσωπούνται στη διαδικασία από δικηγόρο. Β. Προσαχθείσα Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 1 μάρτυρα, τον κ. XXXXX Μιχαήλ, λειτουργό στην υπηρεσία ΦΠΑ, ενώ για την πλευρά της υπεράσπισης ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε. Ο κ. Μιχαήλ (Μ.Κ.1) υιοθέτησε, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α) και, περαιτέρω, κατέθεσε συνολικά 3 Τεκμήρια. Η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από την υπεράσπιση ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και 2 προς αντίκρουση της. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, είναι εξουσιοδοτημένος από τον Έφορο Φορολογίας να ασκεί εκ μέρους του τα καθήκοντα και τις εξουσίες που ανατίθενται σε αυτόν δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας. Είναι στην μονάδα φορολογικών δηλώσεων και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με οτιδήποτε έχει σχέση με τον χειρισμό και έλεγχο φορολογικών δηλώσεων ΦΠΑ, την καταγραφή δεδομένων στο μηχανογραφικό σύστημα, τον έλεγχο και υπολογισμό του φόρου, του πρόσθετου φόρου, των επιβαρύνσεων και τόκων. Ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη 1 είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο Φ.Π.Α. με αριθμό XXXXX520Η από τις 19/09/2014 μέχρι και τις 12/01/2018, όπου και ακυρώθηκε, κατόπιν αιτήματός της, η εγγραφή της από το σχετικό μητρώο. Η Κατηγορούμενη 1 όφειλε, βάσει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, όπως το αργότερο μέχρι την 10η ημέρα, μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος κάθε φορολογικής περιόδου, να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις οι οποίες να περιέχουν όλα τα εκ του Νόμου απαραίτητα στοιχεία και να καταβάλλει τον οφειλόμενο φόρο αναφορικά με όλες τις παραδόσεις και πωλήσεις αγαθών ή και παροχές υπηρεσιών που είχαν πραγματοποιηθεί κατά την διάρκεια της εκάστοτε φορολογικής περιόδου. Ανέφερε επίσης ότι, με βάση την νομοθεσία, εάν το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο δεν έχει καταβάλει το ποσό του Φ.Π.Α. που πρέπει να αποδοθεί για τη συγκεκριμένη φορολογική περίοδο, τότε επιβάλλεται πρόσθετος φόρος ίσος προς 10% επί του οφειλόμενου Φ.Π.Α. Στο ποσό αυτό του πρόσθετου φόρου προστίθεται και νόμιμος τόκος από την ημερομηνία που το εν λόγω ποσό κατέστη πληρωτέο. Περαιτέρω, σε περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί από το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο εμπρόθεσμα η φορολογική δήλωση επιβάλλεται και χρηματική επιβάρυνση. Αφού εξήγησε τον τρόπο υποβολής των φορολογικών δηλώσεων ΦΠΑ στο Τμήμα Φορολογίας καθώς και τη διαδικασία πληρωμής του οφειλόμενου φόρου προς την υπηρεσία ΦΠΑ, κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, δέσμη πιστοποιητικών του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία, σύμφωνα με τα οποία η Κατηγορούμενη 2 ήταν διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 από τις 17/06/2016 αδιάλειπτα μέχρι τις 12/07/2019, όπου και παύθηκε από αξιωματούχος της εν λόγω εταιρείας. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήρια 2
(1)- 2
(5)τις φορολογικές δηλώσεις που υπέβαλε η Κατηγορούμενη 1 για τις αντίστοιχες φορολογικές περιόδους που αναφέρονται στις κατηγορίες 1 - 5 εξηγώντας παράλληλα το περιεχόμενό τους. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 πιστοποιητικό του Εφόρου Φορολογίας (που ετοιμάστηκε δυνάμει του άρθρου 43 και της παραγράφου 10
(1)του 10ου Παραρτήματος του Νόμου) αναφορικά με την εγγραφή της Κατηγορούμενης 1 στο μητρώο ΦΠΑ, τη μη εμπρόθεσμη καταβολή ΦΠΑ που φαίνεται σε φορολογικές δηλώσεις που υποβλήθηκαν από την Κατηγορούμενη 1, της παράλειψης καταβολής πρόσθετου φόρου και τόκου για τις αντίστοιχες περιόδους καθώς και της παράλειψης εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικών δηλώσεων. Αφότου επεξήγησε το περιεχόμενο του εν λόγω πιστοποιητικού, ανέφερε ότι τα στοιχεία των φορολογικών δηλώσεων έχουν καταχωριστεί και στο μηχανογραφημένο σύστημα του ΦΠΑ το οποίο είναι προγραμματισμένο να υπολογίζει και τους αναλογούντες τόκους, πρόσθετο φόρο και χρηματικές επιβαρύνσεις, για τα οποία μάλιστα προέβηκε και ο ίδιος σε ξεχωριστό έλεγχο επιβεβαιώνοντας τα εν λόγω στοιχεία ως ορθά. Σημείωσε ότι οι Κατηγορούμενοι έχουν εξοφλήσει, εκπρόθεσμα, τα ποσά που αναφέρονται στην 1η και 2η κατηγορία, διευκρινίζοντας ότι το ποσό της 1ης κατηγορίας καταβλήθηκε στις 17/06/2016 και 19/10/2018 ενώ το ποσό της 2η κατηγορίας καταβλήθηκε στις 17/06/2016, 19/10/2018 και 31/10/2018. Τέλος, ανέφερε ότι δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε άλλο ποσό έναντι των οφειλόμενων ποσών που αναφέρονται στο πιστοποιητικό (Τεκμήριο 3). Γ. Αξιολόγηση Μαρτυρίας και Ευρήματα Ως έχει νομολογηθεί, προτού η μαρτυρία χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων θα πρέπει να αξιολογείται από το Δικαστήριο στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί αν είναι ή όχι αξιόπιστη (Τσεκούρα ν. Δημοκρατία
(2012)2 ΑΑΔ 563), με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου και να μην αποδεικνύει οτιδήποτε (Αθανασίου και Άλλος ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας αποτελεί κατεξοχήν έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου που βλέπει και παρακολουθεί τους μάρτυρες ενώ καταθέτουν κατά τη διάρκεια της δίκης και είναι αυτονόητο ότι το Δικαστήριο πρέπει να αξιολογεί κάθε μαρτυρία μάρτυρα που κατατίθεται ενώπιον του για να καταλήξει αν θα την αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή αν θα την απορρίψει ενώ για κανένα λόγο δεν μπορεί να αγνοεί μαρτυρία, με την απουσία κρίσης αναφορικά με το κατά πόσο ουσιώδης μάρτυρας είπε ή όχι την αλήθεια να αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό (Στέγη Ευγηρίας «Αρχαγγέλου Μιχαήλ» Καϊμακλίου ν. Παπαγεωργίου, ECLI:CY:AD:2020:A94, Πολ. Έφεση 77/2013 ημ. 9/3/2020). Όπως επίσης έχει καθοριστεί από την νομολογία, η αξιολόγηση μάρτυρα κρίνεται με βάση σχετικές παραμέτρους όπως η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A267, Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω την προσκομισθείσα μαρτυρία. Ως προαναφέρθηκε, στο Δικαστήριο κατέθεσε μόνο ένας μάρτυρας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, η μαρτυρία του οποίου παρέμεινε αναντίλεκτη (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολ. Έφεση 335/2009 ημ. 17/10/2014 και Αντρέου ν. Δήμου Λάρνακας ECLI:CY:AD:2014:B272, Ποιν. Έφεση 68/11, ημ. 16/04/2014). Περαιτέρω, στο χρόνο που είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τον Μ.Κ.1 στο εδώλιο του μάρτυρα, ο τελευταίος μου έκανε πολύ θετική εντύπωση εφόσον ήταν απόλυτα πειστικός στα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο, δημιούργησε την εικόνα ειλικρινούς ανθρώπου ο οποίος κατέθεσε με ευθύτητα, αμεσότητα, απλότητα και πειστικότητα για τα όσα γνωρίζει σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, τα οποία προέρχονται από την άσκηση των καθηκόντων του στην υπηρεσία ΦΠΑ αλλά και από τα Τεκμήρια που κατέθεσε, χωρίς να περιπέσει σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις ή ασάφειες αλλά αντίθετα υπήρξε σταθερός σε αυτά που κατέθεσε στο Δικαστήριο, τα οποία έχουν λογική συνοχή, είναι αληθοφανή και τα οποία, στην μεγαλύτερη τους έκταση, υποστηρίζονται από τα Τεκμήρια που κατέθεσε. Επομένως, δεν διατηρώ την παραμικρή αμφιβολία ότι ο Μ.Κ.1 ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια και, συναφώς, η μαρτυρία του κρίνεται ως ειλικρινής και αξιόπιστη και γι' αυτό την αποδέχομαι στην ολότητά της. Κατά συνέπεια, τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.1 και τα όσα προκύπτουν από τα κατατεθέντα από αυτόν Τεκμήρια καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Δ. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 βρίσκεται επί των ώμων της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363 Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν κατηγορίες που αφορούν την παράλειψη καταβολής στον Έφορο Φορολογίας των ποσών που αναφέρονται ανωτέρω και τα οποία φαίνονται σε αντίστοιχες φορολογικές δηλώσεις για διάφορες φορολογικές περιόδους. Πρόκειται για τις κατηγορίες 1 έως 5, με τη διάκριση που γίνεται ανωτέρω ως προς τα πρόσωπα εναντίον των οποίων στρέφονται. Νομική βάση των κατηγοριών αυτών είναι τα άρθρα 46
(9),
(20)
(1)και 48 του Νόμου. Το άρθρο 46
(9)του Νόμου που διέπει τις εν λόγω κατηγορίες διαλαμβάνει ότι: «
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες €8.543,01 ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος του άρθρου 46
(9)του Νόμου που αφορά τις πιο πάνω κατηγορίες είναι: (α) η παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α, (β) ο οποίος είναι καταβλητέος δυνάμει φορολογικής δήλωσης και (γ) δεν καταβλήθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Το άρθρο 20
(1)του Νόμου αναφέρει ότι: «Καταβολή με αναφορά σε φορολογικές περιόδους και έκπτωση του φόρου εισροών έναντι του φόρου εκροών 20.—
(1)Κάθε υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο αποδίδει λογαριασμό και καταβάλλει Φ.Π.Α., σε σχέση με τις συναλλαγές που πραγματοποιεί και σε σχέση με απόκτηση από το εν λόγω πρόσωπο οποιωνδήποτε αγαθών από άλλα κράτη μέλη, αναφορικά με τέτοιες περιόδους (που στον παρόντα Νόμο αναφέρονται ως "καθορισμένες φορολογικές περίοδοι") σε τέτοιο χρόνο και με τέτοιο τρόπο που μπορεί να καθορίζεται από ή με βάση Κανονισμούς και τέτοιοι Κανονισμοί μπορούν να προβλέπουν διαφορετικά για διαφορετικές περιστάσεις.» Συνεπώς, το άρθρο 20
(1)του Νόμου υποβάλλει υποχρέωση στο υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο[1], όπως είναι η 1η κατηγορούμενη, να αποδίδει λογαριασμό και να καταβάλλει ΦΠΑ σε σχέση με τις συναλλαγές που πραγματοποιεί αναφορικά με τις φορολογικές περιόδους οι οποίες καθορίζονται με βάση τους σχετικούς Κανονισμούς. Σχετικές με τα προαναφερόμενα αδικήματα των κατηγοριών 1 - 5 είναι και ακόλουθες οι πρόνοιες των άρθρων 17
(1)και 29
(2)της Κ.Δ.Π. 314/2001, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έκθεση αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών: «17.
(1)Κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο ή που ήταν ή απαιτείται να είναι εγγεγραμμένο οφείλει, σε σχέση με κάθε περίοδο τριμήνου ή στην περίπτωση προσώπου που είναι εγγεγραμμένο, κάθε περίοδο 3 μηνών που λήγει κατά τις ημερομηνίες που γνωστοποιούνται είτε στο πιστοποιητικό εγγραφής που εκδίδεται σε αυτό το πρόσωπο ή διαφορετικά, όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος της περιόδου με την οποία σχετίζεται, να υποβάλει στον ΄Εφορο φορολογική δήλωση σε έντυπο που καθορίζεται με Γνωστοποίηση του Εφόρου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στην οποία να δηλώνεται το ποσό του Φ.Π.Α. που οφείλει να καταβάλει από αυτό και η οποία να περιέχει πλήρεις πληροφορίες σε σχέση με τα άλλα θέματα που καθορίζονται στο έντυπο και δήλωση, υπογραμμένη από αυτό, ότι η φορολογική δήλωση είναι αληθής και πλήρης 29
(2)Οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει υποχρέωση να υποβάλει φορολογική δήλωση, οφείλει να καταβάλει στον ΄Εφορο το ποσό Φ.Π.Α. που είναι καταβλητέο σε σχέση με την περίοδο στην οποία αφορά η φορολογική δήλωση όχι αργότερα από την τελευταία ημέρα κατά την οποία απαιτείται να υποβληθεί η φορολογική δήλωση.» Στη βάση των ανωτέρω και μέσα από την αξιόπιστη και αναντίλεκτη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής καθώς και από τα ευρήματα του Δικαστηρίου που εξάγονται από αυτήν, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης μέχρι και της 5ης κατηγορίας. Έχει δηλαδή αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η Κατηγορούμενη 1, ως υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο εν τη εννοία του Νόμου, υπέβαλε τις σχετικές φορολογικές δηλώσεις για τις περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/01/2015 μέχρι 31/12/2016 (Τεκμήρια 2
(1)μέχρι 2
(5)). Έχει επίσης αποδειχθεί, μέσω των εν λόγω φορολογικών δηλώσεων, ο καταβλητέος φόρος που δηλώθηκε από την Κατηγορούμενη 1 και ότι η τελευταία παρέλειψε να καταβάλει εμπρόθεσμα το ΦΠΑ που δηλώθηκε, σύμφωνα με τους Κανονισμούς. Τα προαναφερόμενα επιβεβαιώνονται και από το Πιστοποιητικό (Τεκμήριο 3) που κατατέθηκε δυνάμει της παραγράφου 10
(1)του Δέκατου Παραρτήματος του Νόμου, η οποία δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ορίζοντας ότι το εν λόγω Πιστοποιητικό αποτελεί επαρκή απόδειξη του γεγονότος που επιβεβαιώνει μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Κατά συνέπεια, η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην 1η μέχρι και την 5η κατηγορία. Όσον αφορά τις κατηγορίες 6 έως 10, νομική βάση των εν λόγω κατηγοριών είναι τα προαναφερόμενα άρθρα 20
(1), 48 του Νόμου και το άρθρο 17
(1)των Κανονισμών, καθώς επίσης και το άρθρο 46
(10)του Νόμου που προνοεί ότι: «
(10)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες €8.543,01 ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος του άρθρου 46
(10)του Νόμου που αφορά τις πιο πάνω κατηγορίες είναι: (α) η παράλειψη υποβολής φορολογικής δήλωσης για καθορισμένη φορολογική περίοδο και (β) η μη υποβολή της εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Ενόψει των ανωτέρω και μέσα από την αξιόπιστη και αναντίλεκτη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής καθώς και από τα ευρήματα του Δικαστηρίου που εξάγονται από αυτήν, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 6ης μέχρι και της 10ης κατηγορίας. Έχει δηλαδή αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να υποβάλει εμπρόθεσμα τις φορολογικές δηλώσεις για τις αντίστοιχες φορολογικές περιόδους που αναφέρονται στις εν λόγω κατηγορίες, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του Πιστοποιητικού (Τεκμήριο 3). Κατά συνέπεια, η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην 6η μέχρι και την 10η κατηγορία. Όσον αφορά τις κατηγορίες 11 έως 13, νομική βάση των εν λόγω κατηγοριών είναι τα προαναφερόμενα άρθρα 46
(9)20
(1), 48 του Νόμου και τα άρθρα 17
(1)και 29
(2)των Κανονισμών, καθώς επίσης και το άρθρο 46 (10 Α) του Νόμου που προνοεί ότι: «(10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού.» Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος του άρθρου 46 (10Α) του Νόμου είναι: (α) η παράλειψη καταβολής πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου, (β) που επιβλήθηκαν δυνάμει των διατάξεων του Νόμου ή των Κανονισμών. Στη βάση των ανωτέρω και μέσα από την αξιόπιστη και αναντίλεκτη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής καθώς και από τα ευρήματα του Δικαστηρίου που εξάγονται από αυτήν, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 11ης μέχρι και της 13ης κατηγορίας. Έχει δηλαδή αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει πρόσθετο φόρο και τόκο που επιβλήθηκε λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής ποσού ΦΠΑ που οφείλετο σύμφωνα με φορολογικές δηλώσεις ΦΠΑ για τις περιόδους που αναφέρονται στις εν λόγω κατηγορίες, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του Πιστοποιητικού (Τεκμήριο 3). Κατά συνέπεια, η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην 11η μέχρι και την 13η κατηγορία. Αναφορικά τώρα με την ποινική ευθύνη της Κατηγορούμενης 2, η οποία αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 3 μέχρι 13 υπό την ιδιότητά της ως διευθύντρια της Κατηγορούμενης 1 για τις περιόδους που αφορούν οι εν λόγω κατηγορίες, αυτή ρυθμίζεται από το άρθρο 48 του Νόμου το οποίο διαλαμβάνει ότι: «48.—
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος.» Επιπρόσθετα, από το περιεχόμενο του άρθρου 48 του Νόμου, αναμφίβολα προκύπτει ότι η ποινική ευθύνη του συμβούλου ή διευθύνοντα αξιωματούχου (στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε διευθυντής, γραμματέας κλπ) ενός νομικού προσώπου είναι απόλυτη και είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ύπαρξη ή ανυπαρξία ένοχης διάνοιας (mens rea). Πρόκειται για απόλυτο αδίκημα (absolute offence) και, επομένως, εφόσον διαπραχθεί αδίκημα από το νομικό πρόσωπο, τότε την ευθύνη για το εν λόγω αδίκημα φέρει και ο σύμβουλος ή διευθύνων αξιωματούχος του. Αρκεί δηλαδή να αποδειχθεί ότι κατά τον επίδικο χρόνο το φυσικό πρόσωπο έφερε την ιδιότητα του συμβούλου ή του διευθύνοντα αξιωματούχου του νομικού προσώπου που διέπραξε αδίκημα που αναφέρεται στο Νόμο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σπύρου Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ.276/2015 ημ. 12/04/2017, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σολωμονίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 323/2015 ημ. 18/12/2018, Λίνος Μελάς κ.α. ν Δημοκρατία
(2008)2 Α.Α.Δ. 412 και Μαρκίδης ν Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ. 316). Πρόκειται για ευθύνη προσωπική και εκπηγάζει από την ίδια την ιδιότητα του συμβούλου ή του διευθύνοντα αξιωματούχου του νομικού προσώπου που διέπραξε το αδίκημα που αναφέρεται στο Νόμο, χωρίς να συνδέεται ή προϋποθέτει οποιαδήποτε ενεργό συμμετοχή του στη διαχείριση των υποθέσεων του νομικού προσώπου. Ως προκύπτει από τα πιο πάνω, για να αποδειχθεί η ποινική ευθύνη της Κατηγορούμενης 2, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, πέραν των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων, και το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη 2 ήταν διευθυντής, κατά τον ουσιώδη χρόνο, της Κατηγορούμενης
  1. Το γεγονός ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη 2, έχει αναλυθεί ανωτέρω. Περαιτέρω, όπως προκύπτει μέσα από την αξιόπιστη και αναντίλεκτη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής καθώς και από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η Κατηγορούμενη 2 ήταν διευθύντρια της Κατηγορούμενης 1 κατά το χρόνο τέλεσης των αδικημάτων που αναφέρονται στις κατηγορίες που της προσάπτονται (σχετικό είναι το Τεκμήριο 1). Κατά συνέπεια, η Κατηγορούμενη 2 κρίνεται ένοχη στην 3η μέχρι και την 13η κατηγορία. Ε. Κατάληξη Κατ' ακολουθία των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, καταλήγω ότι η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έχει επιτύχει να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία όλων των κατηγοριών που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης και, ως εκ τούτου, η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1 μέχρι και 13 και η Κατηγορούμενη 2 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 3 μέχρι και
  2. (Υπ.) ............................... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Νόμου «είναι κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο ή που απαιτείται να είναι εγγεγραμμένο με βάση τον παρόντα Νόμο.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.