← Κύπρος

HOT PANCAKES LTD ν. MURPHY, Αρ. Υπόθεσης:4445/2020, 11/12/2020

HOT PANCAKES LTD ν. MURPHY, Αρ. Υπόθεσης:4445/2020, 11/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B276 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:4445/2020 HOT PANCAKES LTD Παραπονούμενη -εναντίον- XXXXX XXXXX MURPHY Κατηγορούμενη Μονομερής αίτηση ημερ. 19/11/2020 Ημερομηνία: 11 Δεκεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη / Αιτήτρια: κ. Τσαρδελλής για ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε στις 26/10/2020 και στρέφεται εναντίον της Κατηγορούμενης η οποία, ως προκύπτει από τον τίτλο του κατηγορητηρίου καθώς και από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, είναι Βρετανίδα υπήκοος που έχει τη συνήθη μόνιμη διαμονή της στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, η Κατηγορούμενη βρίσκεται αντιμέτωπη με συνολικά 19 κατηγορίες, εκ των οποίων η πρώτη αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154), άλλες αφορούν το αδίκημα της πλαστογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333 και 335 του Κεφ. 154 (2η, 3η, 5η, 7η, 9η και 12η κατηγορία), της κατάρτισης πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 334 και 335 (11η κατηγορία) και της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 Κεφ. 154 και οι υπόλοιπες κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της Κυκλοφορίας Πλαστού Εγγράφου κατά παράβαση του άρθρου 339 του Κεφ. 154 (4η, 6η, 8η, 10η, 13η, 15η 16η, 17η, 18η και 19η κατηγορία). Στις 19/11/2020 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση (εφεξής η «Αίτηση»), με την οποία η Παραπονούμενη αιτείται άδεια ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου για επίδοση του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης και άλλων συναφών εγγράφων στην Κατηγορούμενη στη διεύθυνση διαμονής της στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η Αίτηση εδράζεται στο άρθρο 46 του Κεφ. 155, στη Σύμβαση που καταρτίστηκε από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο Πρωτόκολλο αυτής που κυρώθηκε με το Νόμο 25(ΙΙΙ)/2004 (εφεξής η «Σύμβαση»), στον Περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμο του 2001 (Ν.23(Ι)/2001)(εφεξής ο «Νόμος») ως επίσης και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου από το γραφείο που εκπροσωπεί την Παραπονούμενη, στην οποία αναφέρεται ότι η Κατηγορούμενη ήταν συνεργάτης της Παραπονούμενης και με τις αξιόποινες πράξεις που της αποδίδονται με το υπό κρίση κατηγορητήριο προκάλεσε ζημιά στην Παραπονούμενη και ενήργησε με απώτερο σκοπό να ιδιοποιηθεί την περιουσία της. Αναφέρεται επίσης ότι η Κατηγορούμενη είναι Βρετανίδα υπήκοος με συνήθη μόνιμη διαμονή της στο Ηνωμένο Βασίλειο και προβάλλεται ότι παρά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να δεσμεύεται και να εφαρμόζει τις συνθήκες ή/και οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέχρι τις 31/12/2020. Στις 4/12/2020 που ήταν ορισμένη η Αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο έθεσε στο συνήγορο της Παραπονούμενης το ερώτημα κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και αν το παρόν Δικαστήριο έχει εξουσία να το εκδώσει σε μια ιδιωτική ποινική υπόθεση όπως η παρούσα. Αγορεύοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, ο συνήγορος της Παραπονούμενης υποστήριξε, κατ' αρχάς, ότι ο Νόμος εφαρμόζεται τόσο σε ποινικές υποθέσεις που καταχωρούνται από τη Δημοκρατία, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, όσο και σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, εφόσον, από την συνδυαστική εφαρμογή του άρθρου 2 του Νόμου και του άρθρου 2 του Κεφ. 155, προκύπτει ότι στον όρο «διαδικασία» που αναφέρεται στον τίτλο του άρθρου 4 του Νόμου περιλαμβάνεται οποιαδήποτε διαδικασία που εγείρεται ενώπιον του Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων και η παρούσα. Υποστήριξε επίσης ότι, μέσω της Πράξης του Συμβουλίου με την οποία καταρτίστηκε η Σύμβαση, την οποία συνυπογράφει χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη το Ηνωμένο Βασίλειο - ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης -, παρέχεται δικαιοδοσία στο παρόν Δικαστήριο να επιτρέψει την επίδοση του υπό κρίση κατηγορητηρίου στην Κατηγορούμενη στο Ηνωμένο Βασίλειο εφόσον το Ηνωμένο Βασίλειο, συνυπογράφοντας τη Σύμβαση, αποδέχτηκε την επίδοση διαδικαστικών εγγράφων εντός της δικαιοδοσίας του για διαδικασίες που εκκρεμούν σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καταλήγοντας, κάλεσε το Δικαστήριο να διαφοροποιηθεί από άλλες αποφάσεις αδελφών Δικαστών που δεν επέτρεψαν την επίδοση κατηγορητηρίου ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης εκτός δικαιοδοσίας και εισηγήθηκε ότι το άρθρο 4 του Νόμου παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να επιτρέψει την επίδοση του κατηγορητηρίου εκτός δικαιοδοσίας, η οποία επεκτάθηκε με τη Σύμβαση και σε επιδόσεις κατηγορητηρίων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ξεκινώντας από τις πρόνοιες του άρθρου 46 του Κεφ. 155 θεωρώ ότι αυτές δεν παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να επιτρέψει την επίδοση του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης εκτός δικαιοδοσίας. Άλλωστε, τέτοια εισήγηση δεν υπήρξε κατά την αγόρευση του δικηγόρου της Παραπονούμενης, παρόλο που σχετική αναφορά στο ρηθέν άρθρο γίνεται στη νομική βάση της Αίτησης. Και πολύ σωστά εφόσον, ως ρητά αναφέρεται στις πρόνοιες του άρθρου 46 του Κεφ. 155 και ως με σαφήνεια προκύπτει από τα νομολογηθένα στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Ζολώτα κ.α. ECLI:CY:AD:2019:A288, Πολ. Έφεση 381/2017 ημ. 9/7/2019, αυτό αφορά και ρυθμίζει τον τρόπο επίδοσης κατηγορητηρίου «οπουδήποτε στη Δημοκρατία». Προχωρώντας στην εξέταση των προνοιών της Σύμβασης και του Νόμου, επί των οποίων ουσιαστικά επικεντρώθηκε η επιχειρηματολογία του συνηγόρου της Παραπονούμενης προς υποστήριξη της αιτούμενης θεραπείας, θα πρέπει αρχικά να σημειωθεί ότι ο σκοπός για τον οποίο καταρτίστηκε η Σύμβαση ήταν για να βελτιωθούν οι κανόνες που διέπουν την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι σε αυτό το πλαίσιο που εντάσσεται ο Νόμος, ο οποίος αποσκοπεί στη διευκόλυνση κατά κύριο λόγο της εφαρμογής της Σύμβασης για αμοιβαία συνδρομή σε ποινικά θέματα, που η Δημοκρατία έχει ήδη κυρώσει αλλά και για διευκόλυνση της εφαρμογής άλλων διμερών συμβάσεων (βλ. την Μιχάλη Ζολώτα, Πολ. ECLI:CY:AD:2017:A203, Αίτηση 345/2016, ημ. 31/05/2017 (απόφαση πλειοψηφίας)). Όπως περαιτέρω υποδείχθηκε στην Αναφορικά με την Αίτηση του Ζολώτα κ.α. ECLI:CY:AD:2019:A288, Πολ. Έφεση 381/2017 ημ. 9/7/2019 «Αυτός [ο Νόμος] έχει θεσπιστεί, ακριβώς, προς εξυπηρέτηση, από την άποψη του ημεδαπού δικαίου, του σκοπού που και ο ίδιος ο τίτλος του προσδιορίζει: τη «Διεθνή Συνεργασία σε Ποινικά Θέματα». Επομένως, ο συγκεκριμένος αυτός Νόμος είναι, οπωσδήποτε, άμεσα σχετικός με τη Σύμβαση, εξ ου και η ομοιότητα που έχουν τα δύο νομοθετήματα ως προς τον τίτλο τους, αν και, σε κάθε περίπτωση, το περιεχόμενό τους είναι που ενδιαφέρει. Οι διαπιστώσεις αυτές ενισχύονται, χωρίς να αφήνεται και οποιαδήποτε αμφιβολία περί τούτου, από τις πρόνοιες του άρθρου 15

(1)(α)(γ) του Νόμου [.]» Καθ' όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του Νόμου, προνοείται ότι αυτός εφαρμόζεται σε ότι αφορά αιτήματα (μεταξύ άλλων) από ή προς όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. άρθρο 15
(1)(α) του Νόμου) επιβάλλοντας έτσι υποχρέωση στην Κυπριακή Δημοκρατία για παροχή νομικής αρωγής, αλλά, δημιουργώντας, ταυτόχρονα και για την ίδια τη δυνατότητα να απευθυνθεί σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να τυγχάνει παρόμοιας αρωγής. Πρόδηλα, ο Νόμος εφαρμόζεται, αντιστοίχως, και στην περίπτωση που αίτημα υποβάλλεται με αναφορά στη Σύμβαση, δεδομένης και της ειδικής πρόνοιας στην παράγραφο (γ) του άρθρου 15
(1)του Νόμου (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Ζολώτα κ.α. ECLI:CY:AD:2019:A288, Πολ. Έφεση 381/2017 ημ. 9/7/2019). Όπως επίσης προβλέπεται στο άρθρο 2 του Νόμου «"αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας σημαίνει τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως"» που είναι και η αρμόδια αρχή η οποία έχει, εκ του Νόμου, εξουσία να προβαίνει στην υποβολή αιτημάτων για νομική αρωγή στις περιπτώσεις που προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 4
(1)του Νόμου (βλ. Ζολώτα Πολ. 381/2017 (ανωτέρω)), το οποίο προνοεί ότι: «Σύμφωνα με διευθετήσεις που έχουν γίνει από αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας δύναται να επιδοθεί σε πρόσωπο που βρίσκεται σε ξένη χώρα - (α) Κλητήριο κατηγορουμένου, (β) κλήση μάρτυρα, για εμφάνιση του ενώπιον Δικαστηρίου της Δημοκρατίας.» Παρεμβάλλω εδώ τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν στην απόφαση Ζολώτα Πολ. 381/2017 (ανωτέρω) ως προς την αναφορά που γίνεται στο πιο πάνω άρθρο σε «διευθετήσεις που έχουν γίνει από αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας», στην οποία διευκρινίστηκε ότι: «Προς αποφυγή οποιασδήποτε παρανόησης, σημειώνεται ότι, με την αναφορά στο πιο πάνω άρθρο σε: «διευθετήσεις που έχουν γίνει από αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας», εμφανώς, εννοείται η υποβολή εγγράφου αιτήματος, προς την αρμόδια αρχή ξένης χώρας, για νομική αρωγή επί συγκεκριμένων θεμάτων, όπως αυτά που εξειδικεύονται στις παραγράφους (α) και (β) του άρθρου 4
(1)του Νόμου. Σαφώς, δε σημαίνει ότι η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας προβαίνει η ίδια στη σύναψη διεθνούς σύμβασης, ως προς τούτο. Αυτό είναι ευθύνη της Κυπριακής Δημοκρατίας, (΄Αρθρο 169 του Συντάγματος).» Στα πιο πάνω θα πρέπει να σημειωθεί και ο τίτλος που φέρει το άρθρο 4 του Νόμου, στον οποίο αναφέρεται: «Επίδοση σε ξένη χώρα εγγράφων της διαδικασίας της Δημοκρατίας». Στο άρθρο 2 του Νόμου αναφέρεται ότι ο όρος «διαδικασία» σημαίνει ποινική διαδικασία όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στον Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο και «Δημοκρατία» σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία. Στον Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο ο όρος «ποινική διαδικασία» αναφέρεται ότι σημαίνει οποιαδήποτε διαδικασία που εγείρεται ενώπιον του Δικαστηρίου εναντίον οποιουδήποτε προσώπου προς τιμωρία του για ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε κατά παράβαση οποιουδήποτε νομοθετήματος. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, εφόσον με την υπό κρίση Αίτηση επιζητείται ουσιαστικά η επέκταση της ποινικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε αλλοδαπό υπήκοο που διαμένει στην επικράτεια άλλου κράτους, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να σημειωθεί πως τέτοια επέκταση θα πρέπει να γίνεται με προσοχή και μόνο όπου ρητά επιτρέπεται δια νόμου, τηρουμένων παράλληλα των αρχών της αμοιβαιότητας και του σεβασμού μεταξύ των κυρίαρχων κρατών οι οποίες οριοθετούν τέτοια επέκταση εκεί όπου είναι επιτρεπτή στο κράτος που τη ζητά και αποδεκτή από το κράτος στο οποίο επεκτείνεται. Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η απόφαση στην Ευθυμίου Μπουλούτα κ.α., ECLI:CY:AD:2017:A377, Πολ. Έφεση 51/2016 ημ. 26/10/2017, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τίθεται όμως και μια άλλη πτυχή. Οι διακρατικές συμφωνίες αναφερόμενες σε παροχή συνδρομής σε θέματα ποινικού δικαίου, θεωρούμε ότι συνιστούν, αμοιβαία συγκεκριμένη, ειδική εκχώρηση της εξουσίας των επί προσώπων - υπηκόων τους, στα πλαίσια της «εδαφικής τους κυριαρχίας» (territorial sovereignty), της οποίας ο σεβασμός αποτελεί μια από τις θεμελιώδεις βάσεις των διεθνών σχέσεων. Επέμβαση στην κυριαρχία είναι αποδεκτή μόνο όταν το συμβαλλόμενο κράτος ρητά συγκατατίθεται αναφορικά με τον τρόπο που τρίτο κράτος μπορεί να αποκτήσει εξουσία επί του εδάφους του. Με την ενεργοποίηση προνοιών διεθνών συνθηκών το συμβαλλόμενο κράτος, επεκτείνει τη δικαιοδοσία του συνεπικουρούμενο συνήθως με τη συνδρομή των αρχών του παραχωρούντος κράτους.» Είναι, λοιπόν, μέσα σε αυτά τα πλαίσια που στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Erishan Kurazov από τη Ρωσία, Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D183, Αίτηση 39/15 ημ. 17/3/2015 ο Δ. Ναθαναήλ (ως ήταν τότε) διατύπωσε τις αμφιβολίες του στο κατά πόσο η Ρωσική Συνθήκη δύναται να εφαρμοστεί σε μια ιδιωτική ποινική υπόθεση, αναφέροντας σχετικά τα ακόλουθα: «Να σημειωθεί δε και το εξής: είναι πολύ αμφίβολο αν η Συνθήκη έχει καθόλου εφαρμογή στα υπό κρίση δεδομένα. Η Συνθήκη είναι διακρατική, μεταξύ της Δημοκρατίας και της τότε Ε.Σ.Σ.Δ., και συμφώνως του Άρθρου 4 αυτής, η παροχή νομικής συνδρομής μεταξύ των συμβαλλομένων μερών γίνεται μέσω της διπλωματικής οδού και από τις αρχές των μερών («theauthorities of the Contracting Parties shall communicate with each other through diplomatic channels»). Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 5, η παραγγελία νομικής συνδρομής υποβάλλεται από την «παραγγέλουσα αρχή» προς την «παραγγελόμενη αρχή». Η παρούσα υπόθεση αφορά ιδιωτική ποινική δίωξη και, επομένως, όχι τις αρχές των συμβαλλομένων μελών.» Υπό το φως των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, κρίνω ότι ούτε η Σύμβαση ούτε ο Νόμος εφαρμόζονται στην υπό κρίση περίπτωση ώστε να παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να αποδώσει την αιτούμενη θεραπεία εφόσον, τόσο η Σύμβαση όσο και ο Νόμος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εφαρμόζονται σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, αλλά εφαρμόζονται μόνο σε εκείνες τις ποινικές υποθέσεις που προωθούνται εκ μέρους των διωκτικών αρχών της Δημοκρατίας. Η κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου προκύπτει αναπόδραστα μέσα από τον σκοπό που εξυπηρετούν η Σύμβαση και ο Νόμος, σε συσχετισμό με τις ίδιες τις πρόνοιες που περιλαμβάνονται σε αυτά. Συγκεκριμένα, καθ' όσον αφορά την επίδοση διαδικαστικών εγγράφων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η βελτίωση της αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων επιδιώκεται μεταξύ των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης[1] με την εμπλοκή των «αρμόδιων αρχών» (και όχι ιδιωτών), που στην περίπτωση της Σύμβασης (βλ. άρθρο 5
(2)της Σύμβασης) είναι οι «αρχές της Δημοκρατίας» που αναφέρονται στο άρθρο 4 του Ν.25(ΙΙΙ)/2004 και στην περίπτωση του Νόμου (βλ. άρθρο 4
(1)του Νόμου) είναι ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης (βλ. άρθρο 2 του Νόμου), ενώ παράλληλα επιτρέπεται με τη Σύμβαση σε ένα κράτος μέλος (και όχι σε ιδιώτη) να επιδώσει μέσω ταχυδρομείου τα διαδικαστικά έγγραφα σε πρόσωπο που βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος (βλ. άρθρο 5
(1)της Σύμβασης). Από την άλλη, ουδεμία πρόνοια του Νόμου ή της Σύμβασης παρέχει αντίστοιχη δυνατότητα σε ιδιώτη κατήγορο που διαμένει σε ένα κράτος μέλος να επιδίδει διαδικαστικά έγγραφα σε υπηκόους που διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος χρησιμοποιώντας τις πρόνοιες του Νόμου ή της Σύμβασης. Κατά συνέπεια, και δεδομένων των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω αναφορικά με την αρχή της αμοιβαιότητας και του σεβασμού μεταξύ των κυρίαρχων κρατών (βλ. Ευθυμίου Μπουλούτα, ανωτέρω), η παροχή προς την Παραπονούμενη της αιτούμενης θεραπείας θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση στην εδαφική κυριαρχία του Ηνωμένου Βασιλείου εφόσον τέτοια δυνατότητα δεν παρέχεται ρητά είτε στο Νόμο ή στη Σύμβαση, πλήττοντας παράλληλα την ως άνω αρχή της αμοιβαιότητας σε περίπτωση μιας τέτοιας επέμβασης αλλά και στο ενδεχόμενο που στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν παρέχεται αντίστοιχο δικαίωμα καταχώρισης και προώθησης ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων όπως, υπό προϋποθέσεις συμβαίνει ή θα έπρεπε να συμβαίνει, στην Κυπριακή Δημοκρατία[2]. Συνακόλουθα, δεν αποδέχομαι την θέση που προβλήθηκε από πλευράς Παραπονούμενης ότι ο Νόμος εφαρμόζεται και σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις. Πέραν των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, η αποσπασματική ερμηνεία που αποδόθηκε κατά την επιχειρηματολογία του συνηγόρου της Παραπονούμενης στον όρο «διαδικασία» που αναφέρεται στον τίτλο του άρθρου 4
(1)του Νόμου δεν μπορεί να στηρίξει την αιτούμενη θεραπεία εφόσον, κατά πρώτον, στον τίτλο του ρηθέντος άρθρου δεν γίνεται αναφορά απλώς σε «διαδικασία» αλλά σε «διαδικασία της Δημοκρατίας». Κατά δεύτερον, το άρθρο 4
(1)του Νόμου προνοεί για «διευθετήσεις που έχουν γίνει από αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας», με το οποίο «εμφανώς, εννοείται η υποβολή εγγράφου αιτήματος, προς την αρμόδια αρχή ξένης χώρας, για νομική αρωγή επί συγκεκριμένων θεμάτων», το οποίο υποβάλλεται από την αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας που είναι ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως (βλ. Ζολώτα Πολ. 381/2017 (ανωτέρω)). Κατά συνέπεια, κρίνω ότι το άρθρο 4 του Νόμου εφαρμόζεται σε ποινική διαδικασία που εγείρεται από την Κυπριακή Δημοκρατία και όχι από ιδιώτη, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση. Η Αίτηση βασίζεται, επίσης, και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Αυτό όμως είναι χωρίς πραγματικό υπόβαθρο εφόσον ο ευπαίδευτος συνήγορος της Παραπονούμενης δεν παρέπεμψε το Δικαστήριο σε οποιαδήποτε συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου η οποία να επιτρέπει την επίδοση του κατηγορητηρίου ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης σε αλλοδαπό υπήκοο εκτός δικαιοδοσίας (βλ., κατ' αναλογία, την Ντίνος Φιλίππου ν. Maricasa Estate Ltd κ.α. ECLI:CY:AD:2015:B518, Ποιν. Έφεση 61/2013 ημ. 10/07/2015). Ως εκ των ανωτέρω, η Αίτηση είναι προδήλως αβάσιμη και ως τέτοια απορρίπτεται. (Υπ)......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. το προοίμιο της Σύμβασης όπου αναφέρεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης είναι τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βλ. επίσης το άρθρο 15
(1)(α) του Νόμου. [2] Όπως εύστοχα παρατηρείται από τον Δ. Πασχαλίδη στην υπόθεση Alexander Gorbachev κ.α. ν. Andrei Guryev κ.α. ημ. 11/01/2016: «Το δικαίωμα στην καταχώρηση ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων δεν είναι και δεν πρέπει να είναι ανεξέλεγκτο αφού η ιδιωτική ποινική δίωξη είναι απλά μια «χρήσιμη συνταγματική εγγύηση εναντίον της παράλειψης ή άρνησης των αρμόδιων αρχών να διώξουν αδικοπραγούντες λόγω ιδιοτροπίας, διαφθοράς ή μεροληψίας» Gouriet v. Union of Post Office Workers and Others [1977] 3 All E.R., 70, 97 H.L, Ttofinis v. Theocharides and Another
(1983)2 CLR 363, Αίπεια Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd κ.α.
(1997)2 ΑΑΔ 434 και Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522. Η συνειδητή επιλογή να παρακάμπτονται οι αρχές που είναι επιφορτισμένες με το καθήκον διερεύνησης και δίωξης ποινικών αδικημάτων και να καταχωρούνται, χωρίς περιορισμό, ποινικές υποθέσεις για το κάθε τι, δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου, να είναι αυτό που εννοούσε το Δικαστήριο όταν ανέλυε, στις πιο πάνω υποθέσεις, το δικαίωμα στην καταχώρηση ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.