Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθ.: 16460/16, 10/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 16460/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον xxxxx Χαραλάμπους Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 10.01.2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Αναστασίου Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Πατσαλίδου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος είναι αντιμέτωπος με τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 3. Συγκεκριμένα στην κατηγορία υπ' αρ.1 κατηγορείται ότι στις 03.12.14 στην χχχχχ της Επαρχίας Λεμεσού κατείχε πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ, δηλαδή το ΔΟΚΟ με αρ. εγγραφής 126607 χωρίς άδεια απόκτησης και κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5
(1)(α) και 51 Πρώτο Παράρτημα του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, N.113(Ι)/04όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «Ν.113(Ι)/04»). Στην κατηγορία υπ' αρ.3 κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο είχε στην κατοχή του 6 πλήρη φυσίγγια κυνηγετικού όπλου διαμετρήματος 12 χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση του άρθρου 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ. 54 όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «Κεφ. 54»). Το κατηγορητήριο περιελάμβανε 6 κατηγορίες, ωστόσο ο Κατηγορούμενος με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 22.11.19 αθωώθηκε στα αδικήματα των κατηγοριών με αρ.2, 4 και 6 και κλήθηκε σε απολογία σε σχέση μόνο με τα αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 1 και 3 τα οποία περιγράφηκαν πιο πάνω. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε 10 μάρτυρες και κατατέθηκαν 25 Τεκμήρια. Ο Κατηγορούμενος, μετά την κλήση του σε απολογία, επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες. Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατά την τελική της αγόρευση υποστήριξε ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει τον τελευταίο ένοχο. Στην αντίπερα όχθη η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου είχε διαφορετική άποψη υποστηρίζοντας ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν δικαιολογεί την καταδίκη του Κατηγορούμενου. Το σύνολο της επιχειρηματολογίας που ανέπτυξαν οι συνήγοροι έχει μελετηθεί και αναφορά σε συγκεκριμένα ζητήματα που έχουν τεθεί θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsierkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ 35). Ο Μ.Κ.1 κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό χχχχχ. Σύμφωνα με τη γραπτή κατάθεση του - Τεκμήριο 1, στις 04.12.14 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2). Κατά την αντεξέταση του η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου υπέδειξε ότι η διεύθυνση που καταγράφηκε στις γραπτές κατηγορίες (Τεκμήριο 2) ότι έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν δεν είναι ορθή. Ο Μ.Κ.1 απάντησε στην προαναφερόμενη επισήμανση λέγοντας ότι δεν θυμάται τη διεύθυνση. Ο Μ.Κ.2 υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9 την κατάθεση του (Τεκμήριο 3). Σε αυτήν ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 03.12.14 και περί ώρα 04:05 και ενώ ήταν καθήκον στον Αστυνομικό Σταθμό xxxxx δέχθηκε τηλεφώνημα από την Γ. Αρέστη η οποία ανέφερε ότι χρειαζόταν άμεσα περίπολο στην οικία της διότι αντιμετώπιζε πρόβλημα. Παράλληλα λήφθηκε πληροφορία από το ΚΕΜ Λεμεσού ότι στην ίδια οδό που βρίσκεται η οικία της Αρέστη ακούστηκε πυροβολισμός. Μετέβηκε στον εν λόγω χώρο, όπου εντόπισε την Αρέστη με τον Κατηγορούμενο ο οποίος είναι συμβίος της. Η Αρέστη ανέφερε ότι είχαν μεταβεί στην οικία της ο εν διαστάσει σύζυγος της με τον αδελφό του και την πρώην σύζυγο του Κατηγορούμενου και κατευθύνθηκαν στην κύρια είσοδο της οικίας της. Εκεί άρχισαν να φωνάζουν και να την απειλούν, ενώ σε κάποια στιγμή ξεκίνησαν να χτυπούν την πόρτα με αποτέλεσμα να προκαλέσουν σε αυτήν ζημιά. Από έλεγχο που διενήργησε ο Μ.Κ.2 εντόπισε εμφανή βουλώματα στο εξωτερικό μέρος της πόρτας. Κατά τον εν λόγω έλεγχο διαπίστωσε επίσης ότι στο πάνω εσωτερικό μέρος της πόρτας υπήρχε τρύπα η οποία φαινόταν εκ πρώτης όψεως ότι προκλήθηκε από σφαίρα πυροβόλου όπλου. Η Αρέστη ανέφερε ότι η εν λόγω τρύπα προϋπήρχε κατά την ενοικίαση της οικίας από τον ιδιοκτήτη της. Κατόπιν συγκατάθεσης της ερεύνησε την οικία της στην παρουσία της και στην παρουσία του Κατηγορούμενου. Στα πλαίσια της έρευνας του εντόπισε στον πάγκο της κουζίνας ένα κυνηγετικό όπλο με αρ.102750956 μάρκας BAIKAL επί του οποίου υπήρχε ρούχινη θήκη εντός της οποίας υπήρχαν 6 πλήρη φυσίγγια. Παρέλαβε τα πιο πάνω ως Τεκμήρια και έθεσε τη σκηνή υπό φρούρηση. Κατά τη φρούρηση της σκηνής από τον ίδιο δεν εισήλθε εντός αυτής οποιοδήποτε μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Στις 05.12.14 παρέλαβε από τον Αστ.χχχχ (Μ.Κ.8) στο ΤΑΕ Λεμεσού τα ακόλουθα Τεκμήρια τα οποία ήταν συσκευασμένα:
- Πλαστικό τεμάχιο (τάπα).
- Μεταλλικό τεμάχιο.
- Μεταλλικό τεμάχιο.
- Τεμάχιο μάλλινης τάπας.
- Τεμάχιο μεταλλικής τάπας. Τα προαναφερόμενα Τεκμήρια μαζί με τα Τεκμήρια που παρέλαβε ο ίδιος από τη σκηνή, τα παρέδωσε στις 11.12.14 στον Α/Αστ.χχχχ (Μ.Κ.3) για να τα μεταφέρει στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο για εξέταση. Στη δια ζώσης μαρτυρία του κατέθεσε ως Τεκμήρια 4 - 10 τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν στη σκηνή του επίδικου επεισοδίου. Ειδικότερα όσον αφορά το όπλο με αρ.102750456, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 4, ο Μ.Κ.2 κλήθηκε να σχολιάσει το γεγονός ότι στην κατάθεση του Τεκμήριο 3 αναφέρεται σε κυνηγετικό όπλο με αρ.
- Ο μάρτυς ανέφερε επί του προκειμένου ότι δεν έχει να σχολιάσει οτιδήποτε. Διευκρίνισε ωστόσο ότι το Τεκμήριο 4 είναι το όπλο που εντόπισε στον πάγκο της κουζίνας της οικίας της Αρέστη. Επιπρόσθετα, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι το Τεκμήριο 4 δεν ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του Κατηγορούμενου. Από εξετάσεις που διενήργησε για το συγκεκριμένο ζήτημα διαπίστωσε ότι δεν επιτράπηκε στον Κατηγορούμενο να εγγράψει το Τεκμήριο 4 διότι διέθετε ήδη 10 όπλα και έπρεπε ο Κατηγορούμενος, για να επιτραπεί η εγγραφή και άλλου όπλου, να εγκαταστήσει οπλοβαστό ή συναγερμό. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι έφθασε στη σκηνή του επεισοδίου 2 - 3 λεπτά μετά την κλήση που έγινε στον Αστυνομικό Σταθμό. Όταν έφθασε στην οικία της Αρέστη, βρίσκονταν εκεί μόνο η ίδια και ο Κατηγορούμενος. Δεν γνωρίζει από ποιον δόθηκε η πληροφορία στο ΚΕΜ για τη ρίψη πυροβολισμού. Ο χρόνος ωστόσο που λήφθηκε η πληροφορία στο ΚΕΜ συμπίπτει με τον χρόνο που έγινε το τηλεφώνημα της Αρέστη στον Αστυνομικό Σταθμό χχχχχ. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.2 δήλωσε ότι δεν γνωρίζει την ώρα του πυροβολισμού, ούτε και γνωρίζει πότε μετέβηκε στην οικία της Αρέστη ο Κατηγορούμενος. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της Αρέστη ότι η τρύπα που εντοπίστηκε στην πόρτα προϋπήρχε της ενοικίασης της οικίας από την ίδια, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι λήφθηκε κατάθεση από τον ιδιοκτήτη της οικίας ο οποίος δήλωσε ότι δεν υπήρχε η εν λόγω τρύπα πριν την ενοικίαση. Συμφώνησε ωστόσο με την κα. Πατσαλίδου ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πότε και πως δημιουργήθηκε η τρύπα στην πόρτα της οικίας της Αρέστη. Σε σχετικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορούμενου, ο Μ.Κ.2 απάντησε ότι δεν ερευνήθηκε το σπίτι του Κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο είχε εγκατεστημένο οπλοβαστό ή σύστημα συναγερμού. Όσον αφορά τον αριθμό του όπλου, ο μάρτυρας είπε ότι στην κατάθεση του κατέγραψε τον αριθμό που είδε στις κάννες του όπλου. Τέλος, συμφώνησε με την κα. Πατσαλίδου ότι το κάθε όπλο διαθέτει δικό του ξεχωριστό αριθμό. O M.K.3 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το περιεχόμενο της κατάθεσης του - Τεκμήριο 11, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.
- Σε αυτήν δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι στις 03.12.14 συνέλαβε δυνάμει εντάλματος σύλληψης τον Κατηγορούμενο και την ίδια ημερομηνία έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση. Στις 11.12.14 παρέλαβε από τον Μ.Κ.2 στον Αστυνομικό Σταθμό χχχχχ τα ακόλουθα τεκμήρια: Ένα ΔΟΚΟ με αρ.10270956 μάρκας BAIKAL. Έξι πλήρη κυνηγετικά φυσίγγια. Ένα πλαστικό τεμάχιο (τάπα). Ένα μεταλλικό τεμάχιο. Ένα μεταλλικό τεμάχιο. Ένα τεμάχιο μάλλινης τάπας. Ένα τεμάχιο μεταλλικής τάπας. Τα προαναφερόμενα τεκμήρια τα μετέφερε την ίδια μέρα στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο, όπου τα παρέδωσε στον Μ.Κ.
- Περαιτέρω, ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο. Αναγνώρισε τα Τεκμήρια 4 - 10 ως τα Τεκμήρια τα οποία παρέλαβε από τον Αστυνομικό Σταθμό χχχχχ και τα παρέδωσε στον Μ.Κ.6 στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο. Σε σχέση με τη διαδικασία παράδοσης τους ανέφερε ότι για τη μεταφορά των Τεκμηρίων ετοιμάζεται το έντυπο Αστ.161, το οποίο και κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Στο Τεκμήριο 13 και συγκεκριμένα στον αύξοντα αριθμό 1 καταγράφεται το ΔΟΚΟ που παρέλαβε από τον Μ.Κ.2, σε σχέση με το οποίο στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 11) κατέγραψε λανθασμένα τον αριθμό του. Συγκεκριμένα αντί να καταγράψει τον σωστό αριθμό που είναι 102750456 κατέγραψε λανθασμένα τον αριθμό
- Επίσης, ο Μ.Κ.3 αναφέρθηκε σε ακόμη ένα τυπογραφικό λάθος, αυτή τη φορά σε σχέση με το Τεκμήριο
- Διευκρίνισε ότι στο Τεκμήριο 11 περιγράφει το προαναφερόμενο Τεκμήριο ως μεταλλική τάπα ενώ πρόκειται για μάλλινη τάπα. Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι η ημερομηνία που είδε για πρώτη φορά τα Τεκμήρια 4 - 10 ήταν η ημερομηνία που τα παρέλαβε, δηλαδή η 11.12.
- Για την ετοιμασία της κατάθεσής του χρησιμοποίησε τα γεγονότα όπως αυτά ήταν αποθηκευμένα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Αστυνομικού Σταθμού τα οποία προφανώς είχαν καταγραφεί από τον ανακριτή της υπόθεσης - Μ.Κ.
- Στα εν λόγω γεγονότα είχε καταγραφεί λανθασμένα ο αριθμός του Τεκμηρίου 4 και γι΄ αυτό επαναλήφθηκε η λανθασμένη καταγραφή του και στην κατάθεσή του - Τεκμήριο
- Περαιτέρω, ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι κατά την ετοιμασία του Τεκμηρίου 13 προφανώς έλεγξε τον αριθμό του Τεκμηρίου 4 και γι΄ αυτό τον λόγο αναγράφεται σωστά ο αριθμός του επί του Τεκμηρίου
- Σε σχετικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορούμενου απάντησε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πως βρέθηκε στην κατοχή του Μ.Κ.2 το όπλο που περιγράφει στην κατάθεσή του - Τεκμήριο
- Όσον αφορά το Τεκμήριο 13 συμφώνησε με την κα. Πατσαλίδου ότι ετοιμάστηκε στις 07.12.
- Διερωτήθηκε η κα. Πατσαλίδου πως συνέταξε το Τεκμήριο 13 στις 07.12.14 περιγράφοντας σε αυτό τα Τεκμήρια 4 - 10, αφ΄ ης στιγμής η πρώτη φορά που είδε τα εν λόγω Τεκμήρια ήταν στις 11.12.
- Ο Μ.Κ.3 απάντησε ότι πιθανόν να σύνταξε το Τεκμήριο 13 όταν υπηρετούσε σε νυχτερινή βάρδια χωρίς να έχει ενώπιον του τα εν λόγω Τεκμήρια. Τέλος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι λόγω της τριβής που είχε με υποθέσεις του Κατηγορούμενου γνώριζε ότι ο τελευταίος διατηρούσε σχέση με την Αρέστη, χωρίς όμως να μπορεί να επιβεβαιώσει κατά πόσο την επίδικη ημερομηνία συμβίωναν ο Κατηγορούμενος και η Αρέστη. Ο Μ.Κ.4 επίσης υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9 την κατάθεσή του (Τεκμήριο 14) ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, στην κατάθεσή του ότι διατηρεί κατάστημα πώλησης ειδών κυνηγίου και όπλων. Ο Κατηγορούμενος περί το 2012 επισκέφθηκε το κατάστημα του και ενδιαφέρθηκε να αγοράσει ένα όπλο ΔΟΚΟ μάρκας BAIKAL. Επειδή ο ίδιος στο κατάστημα του διαθέτει μόνο δείγματα παράγγειλε το προαναφερόμενο όπλο από τη Λευκωσία. Έλαβε από τον Κατηγορούμενο όλα τα απαραίτητα για την εγγραφή του όπλου στοιχεία και ο Μ.Κ.10 προχώρησε στην εγγραφή του όπλου επ' ονόματι του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος πλήρωσε το τίμημα και του παραδόθηκε το όπλο. Παρά το ότι το όπλο του παραδόθηκε, δεν κατέστη τελικά δυνατή η εγγραφή του στο όνομα του διότι είχε ήδη 10 όπλα εγγεγραμμένα στο όνομα του και για να μπορούσε να εγγράψει και άλλο όπλο έπρεπε να εγκαταστήσει στην οικία του οπλοβαστό. Για τα προαναφερόμενα ενημερώθηκε ο Κατηγορούμενος από την Αστυνομία και τον Μ.Κ.
- Στη διά ζώσης μαρτυρία του και αφού του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 4, δήλωσε ότι είναι το ίδιο μοντέλο με εκείνο που πωλήθηκε στον Κατηγορούμενο. Δεν γνώριζε ωστόσο αν είναι αυτό καθαυτό το όπλο που πωλήθηκε, καθώς δεν ήξερε τον αριθμό του αφού δεν ήταν ο ίδιος που προέβη στην εγγραφή του όπλου. Ο ίδιος παρέδωσε το όπλο στον Κατηγορούμενο και απέστειλε στη Λευκωσία, στο κατάστημα από το οποίο προμηθεύτηκε το όπλο, τα στοιχεία του Κατηγορούμενου προκειμένου το τελευταίο να εγγραφεί στο όνομά του. Μετά πάροδο 1-2 εβδομάδων επικοινώνησε με τον υπεύθυνο του καταστήματος στη Λευκωσία για να πληροφορηθεί το τι συνέβηκε με την εγγραφή του όπλου. Τότε πληροφορήθηκε ότι δεν μπορούσε να εγγραφεί στο όνομα του Κατηγορούμενου διότι διέθετε πέραν των 10 όπλων και οι οδηγίες που δόθηκαν από την Αστυνομία ήταν ότι θα έπρεπε ο Κατηγορούμενος να εγκαταστήσει οπλοβαστό. Έκτοτε δεν είχε οποιαδήποτε άλλη ανάμειξη, καθώς ο Κατηγορούμενος επικοινωνούσε απευθείας με τον υπεύθυνο του καταστήματος στη Λευκωσία. Διευκρίνισε δε ότι όταν έλαβε την πληροφόρηση για το πρόβλημα που υπήρχε στην εγγραφή του όπλου ήταν μαζί με τον Κατηγορούμενο. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν γνωρίζει προσωπικά κατά πόσο κατά τον χρόνο αγοράς του όπλου ο Κατηγορούμενος διέθετε πέραν των 10 όπλων. Επίσης δεν γνωρίζει κατά πόσο δόθηκαν οποιεσδήποτε συγκεκριμένες οδηγίες από το Αρχηγείο Αστυνομίας στον Κατηγορούμενο για την εγγραφή του όπλου. Το μόνο που γνωρίζει είναι αυτό που του ειπώθηκε από τον υπεύθυνο του καταστήματος στη Λευκωσία όταν, μαζί με τον Κατηγορούμενο, τηλεφώνησαν του τελευταίου. Ο Μ.Κ.5 υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τεκμήριο 15), ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.
- Σε αυτή, μεταξύ άλλων, καταγράφηκε ότι είναι τοποθετημένος στο Γραφείο Πυροβόλων Όπλων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας. Από έλεγχο που διενήργησε στο μηχανογραφημένο σύστημα της Αστυνομίας διαπίστωσε ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του όπλου με αρ. εγγραφής 126607, αριθμός εργοστασίου 102750456, τύπου ΔΟΚΟ και μάρκας BAIKAL είναι ο χχχχχ Βασιλείου. Περαιτέρω, διαπίστωσε ότι την 01.09.11 το εν λόγω όπλο μεταβιβάστηκε στον Κατηγορούμενο, όμως η μεταβίβαση ακυρώθηκε. Από τον έλεγχο που διενήργησε διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος κατά την 01.09.11 είχε εγγεγραμμένα στο όνομα του 12 όπλα εκ των οποίων τα δύο ήταν αεροβόλα. Η μεταβίβαση πιθανόν να ακυρώθηκε διότι δεν μπορούσε να εγγράψει περισσότερα από 10 πυροβόλα όπλα στο όνομα του. Αναφερόμενος στα καθήκοντά του δήλωσε ότι σε αυτά περιλαμβάνονται οι εγγραφές, μεταβιβάσεις πυροβόλων και μη πυροβόλων όπλων, καθώς και άλλες γραφειακές εργασίες. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 έντυπο στο οποίο περιλαμβάνεται το ιστορικό των εγγραφών του Τεκμηρίου
- Σύμφωνα με αυτό ως πρώτος ιδιοκτήτης του όπλου παρουσιάζεται ο χχχχχ Βασιλείου και ακολούθως προκύπτει ότι υπήρξε την 01.09.11 μεταβίβαση του στον Κατηγορούμενο. Ωστόσο, αναγράφεται ότι η εν λόγω μεταβίβαση ακυρώθηκε ως λανθασμένη. Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι ουδέποτε είδε το όπλο, ούτε και ήταν παρών κατά την μεταβίβασή του, αφού στο συγκεκριμένο γραφείο υπηρετεί από το τέλος του
- Ο έλεγχος για το ιστορικό του όπλου διενεργήθηκε στις 27.02.15 στη βάση του αριθμού κατασκευής του όπλου όπως αυτός του δόθηκε. Σύμφωνα με το ιστορικό του όπλου εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του παρουσιάζεται ο χχχχχ Βασιλείου από τις 10.05.11 μέχρι και σήμερα, διότι ακυρώθηκε η μεταβίβασή του στον Κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου το μηχανογραφημένο σύστημα «επιστρέφει» το όπλο στον προηγούμενο ιδιοκτήτη. Ο Μ.Κ.5 συμφώνησε με την ευπαίδευτη συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο ακυρώθηκε η εγγραφή του όπλου επ΄ ονόματι του Κατηγορούμενου, ούτε και αν το γεγονός αυτό γνωστοποιήθηκε στον Κατηγορούμενο. Επίσης, δεν γνωρίζει κατά πόσο διενεργήθηκε έλεγχος στην οικία του Κατηγορούμενου προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπήρχε σε αυτή εγκατεστημένος οπλοβαστός ή σύστημα συναγερμού. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας συμφώνησε ότι δύο όπλα του ιδίου κατασκευαστή αποκλείεται να έχουν τον ίδιο αριθμό κατασκευής. Τέλος, σε σχέση με την ακύρωση της εγγραφής του όπλου επ΄ ονόματι του Κατηγορούμενου ο Μ.Κ.5 είπε ότι αυτή έγινε την ίδια ημερομηνία που έγινε και η εγγραφή του στο όνομα του Κατηγορούμενου. Στις περιπτώσεις όπου μία εγγραφή ακυρώνεται, πληροφορείται σχετικά ο οπλοπώλης έτσι ώστε το όπλο να μην μεταβιβαστεί και παραδοθεί στον αγοραστή αλλά να παραμείνει στον οπλοπώλη. Ο Μ.Κ.6 ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι υπηρετεί στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο. Ασχολείται με την εξέταση όπλων και πυρομαχικών και διαθέτει ειδικότητα σε σχέση με την αναγνώριση πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών. Για την παρούσα υπόθεση ετοίμασε Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας αναγνώρισε τα Τεκμήρια 4 - 10, ως τα Τεκμήρια που του παραδόθηκαν στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο για σκοπούς εξέτασής τους. Από την εξέταση που διενήργησε διαπίστωσε ότι τόσο το ΔΟΚΟ - Τεκμήριο 4, όσο και τα έξι πλήρη φυσίγγια κυνηγετικού όπλου διαμετρήματος 12 (Τεκμήριο 5) βρίσκονταν σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Συγκεκριμένα, ο Μ.Κ.6 πυροβόλησε για σκοπούς δοκιμών και τα έξι φυσίγγια με το Τεκμήριο
- Επεξηγώντας τη διαδικασία παράδοσης Τεκμηρίων στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο, ανέφερε ότι με την προσκόμισή τους παρουσιάζεται το έντυπο Αστ. 161 στο οποίο αναγράφονται τα προς εξέταση Τεκμήρια. Τα Τεκμήρια που παραδίδονται ελέγχονται την ίδια στιγμή ως προς το κατά πόσο συμβαδίζουν με αυτά που αναγράφονται στο σχετικό έντυπο. Για παράδειγμα στην προκείμενη περίπτωση έλεγξε κατά πόσο ο αριθμός κατασκευής του Τεκμηρίου 4 συμπίπτει με τον αριθμό που καταγράφηκε στο Τεκμήριο
- Αφού γίνει ο σχετικός έλεγχος, τότε υπογράφει στο έντυπο Αστ. 161 ως ο παραλήπτης τους σημειώνοντας ταυτόχρονα την ημερομηνία και ώρα παραλαβής. Ακολούθως τα Τεκμήρια καταγράφονται στο βιβλίο καταγραφής Τεκμηρίων που διατηρείται στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο. Με την ολοκλήρωση της εξέτασης και την ετοιμασία της σχετικής έκθεσης προσέρχεται στο Εργαστήριο είτε ο εξεταστής της υπόθεσης, είτε άλλος αστυνομικός από τον Σταθμό που διερευνά την υπόθεση και παραλαμβάνει τα Τεκμήρια υπογράφοντας στο προαναφερόμενο βιβλίο καταγραφής Τεκμηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση τα Τεκμήρια 4 - 10 μετά την εξέταση τους παραλήφθηκαν από τον Μ.Κ.7 στις 19.02.15 και ώρα 12:
- Η υπόλοιπη μαρτυρία του Μ.Κ.6 περιστράφηκε γύρω από το ζήτημα της ρίψης πυροβολισμού και της αποκοπής των καννών του Τεκμηρίου
- Σημειώνω ότι η εν λόγω μαρτυρία δεν σχετίζεται πλέον με τα επίδικα θέματα, ενόψει της αθώωσης και απαλλαγής του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες με αρ. 2, 4, 5 και
- Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι οι πληροφορίες που καταγράφει στο Τεκμήριο 17 σε σχέση με το που εντοπίστηκε το Τεκμήριο 4 προέρχονται από το Τεκμήριο 13 και ο ίδιος δεν έχει προσωπική γνώση για το που εντοπίστηκε το όπλο (Τεκμήριο 4). Αυτό το οποίο μπορούσε να διαβεβαιώσει είναι ότι το όπλο που εξέτασε είναι το Τεκμήριο
- Ο Μ.Κ.7 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του, Τεκμήριο 21, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.
- Ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην κατάθεση του ότι στις 19.02.15 παρέλαβε από τον Μ.Κ.6 τα ακόλουθα τεκμήρια: ΔΟΚΟ με αρ. εγγραφής 102750956 μάρκας BAIKAL. Έξι χρησιμοποιημένα κυνηγετικά φυσίγγια. Ένα πλαστικό τεμάχιο (τάπα). Ένα μεταλλικό τεμάχιο. Ένα μεταλλικό τεμάχιο. Ένα τεμάχιο μάλλινης τάπας. Ένα τεμάχιο μεταλλικής τάπας. Τα προαναφερόμενα τεκμήρια τα παρέδωσε στον Αστυνομικό Σταθμό χχχχχ στον Μ.Κ.
- Στη δια ζώσης μαρτυρία του αναγνώρισε στο Τεκμήριο 18 την υπογραφή του με την οποία διαβεβαίωσε ότι παρέλαβε τα Τεκμήρια που αναγράφονται σε αυτό από το Εγκληματολογικό Εργαστήριο. Περαιτέρω, αφού είδε το Τεκμήριο 18, δήλωσε ότι στην κατάθεση του (Τεκμήριο 21) κατέγραψε λάθος τον αριθμό του Τεκμηρίου 4 και συγκεκριμένα τους τελευταίους τρεις αριθμούς του αριθμού κατασκευής, τους οποίους κατέγραψε ως «956», ενώ το ορθό είναι «456». Επίσης, δήλωσε ότι κατέγραψε λανθασμένα και την ώρα παραλαβής των Τεκμηρίων. Πιο συγκεκριμένα κατέγραψε ως ώρα παραλαβής την 10:50, ενώ η ορθή ώρα είναι 12:
- Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε με ποιο κριτήριο αναγνώρισε ότι ο αριθμός του όπλου στην κατάθεση του (Τεκμήριο 21) είναι λανθασμένος. O Μ.Κ.7 απάντησε ότι έλαβε υπόψη του το Τεκμήριο 18 στο οποίο αναγράφεται ορθά ο αριθμός. Κατά την παραλαβή των Τεκμηρίων έγινε έλεγχος τόσο από τον αστυνομικό που του τα παρέδωσε, όσο και από τον ίδιο. Αναφορικά με τη λανθασμένη καταγραφή της ώρας, ο μάρτυρας είπε ότι καταγράφηκε λανθασμένα λόγω κεκτημένης ταχύτητας. Ο Μ.Κ.8 παρουσίασε ως Τεκμήριο 22 την κατάθεση του, την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.
- Δήλωσε σε αυτήν, ανάμεσα σε άλλα, ότι στις 13.01.14 στην παρουσία και καθ' υπόδειξη του Μ.Κ.6 φωτογράφισε τη σκηνή του επίδικου συμβάντος. Επίσης, από τη σκηνή παρέλαβε ως τεκμήρια ένα πλαστικό τεμάχιο (τάπα), ένα μεταλλικό τεμάχιο εντός ανεγειρόμενης οικοδομής, ένα μεταλλικό τεμάχιο εντός ανεγειρόμενης οικοδομής, ένα τεμάχιο μάλλινης τάπας και ένα τεμάχιο μάλλινης τάπας. Τα εν λόγω τεκμήρια τα εντόπισε στα σημεία 2, 4, 5, 6 και 7 αντίστοιχα τα οποία εμφαίνονται στις φωτογραφίες που έλαβε. Τα τεκμήρια τα συσκεύασε, τα σφράγισε και τα παρέδωσε στις 05.12.14 στον Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.8 περιγράφει στην κατάθεσή του τη διαδικασία που ακολούθησε προκειμένου να εκτυπώσει τις φωτογραφίες που έλαβε. Περαιτέρω, δήλωσε ότι εκτύπωσε 68 φωτογραφίες σε μεγέθυνση, τις οποίες και έδεσε σε σχήμα βιβλιαρίου. Κατά την προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι στην κατάθεση του η ημερομηνία 13.01.14 είναι λανθασμένη και η ορθή ημερομηνία που επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου συμβάντος είναι η 03.12.
- Αναγνώρισε τη δέσμη Τεκμηρίου 1 προς αναγνώριση ως τις φωτογραφίες που έλαβε στη σκηνή και εκτύπωσε αργότερα, τις οποίες και κατέθεσε ως δέσμη Τεκμηρίου
- Επίσης αναγνώρισε τα τεκμήρια που εντόπισε στα σημεία 2, 4, 5, 6 και 7 ως τα Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10 αντίστοιχα. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι η ημερομηνία 03.12.14 φαίνεται και σε όλες τις φωτογραφίες της δέσμης Τεκμηρίου 23 ως η ημερομηνία λήψης τους. O M.K.9 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9, τη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 24). Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι στις 03.12.14 και μεταξύ των ωρών 08:00 - 10:00 ανέλαβε χρέη φρούρησης της σκηνής του επίδικου χώρου. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του δεν εισήλθε στη σκηνή οποιοδήποτε αναρμόδιο πρόσωπο. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι αντικατέστησε στη φρούρηση της σκηνής τον Μ.Κ.
- Αντεξεταζόμενος συμφώνησε με την ευπαίδευτη συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι πέραν της φρούρησης της σκηνής δεν έπραξε οτιδήποτε άλλο σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Επίσης, συμφώνησε ότι δεν γνωρίζει ποια τεκμήρια παραλήφθηκαν από τη σκηνή και ποιοι τα παρέλαβαν. Ο Μ.Κ.10, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9 την κατάθεση του (Τεκμήριο 25) στην οποία, μεταξύ άλλων, δήλωσε ότι το όπλο μάρκας BAIKAL πωλήθηκε από τον συνεργάτη του στη Λεμεσό (Μ.Κ.4) στον Κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.4 ήταν και το πρόσωπο που παρέδωσε το όπλο στον Κατηγορούμενο, αφού προηγήθηκε η μεταβίβαση του όπλου επ' ονόματι του Κατηγορούμενου. Μετά τη μεταβίβαση και παράδοση του όπλου ενημερώθηκε από το Γραφείο Πυροβόλων Όπλων ότι ο Κατηγορούμενος, ενόψει του ότι κατείχε πέραν των 10 όπλων, θα έπρεπε να εγκαταστήσει οπλοβαστό στην κατοικία του. Οι προαναφερόμενες ενέργειες δεν έγιναν και ως εκ τούτου τα σχετικά έγγραφα που εκδόθηκαν από το εν λόγω Γραφείο ακυρώθηκαν. Στη δια ζώσης μαρτυρία του διευκρίνισε ότι ο αριθμός κατασκευής του όπλου που αναφέρει στην κατάθεση του είναι
- Αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 ως το όπλο που πωλήθηκε στον Κατηγορούμενο και υπέδειξε επ' αυτού τα σημεία στα οποία αναγράφεται ο αριθμός κατασκευής του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, εξ όσων θυμάται, όταν ενημέρωσε το γραφείο στη Λεμεσό για το πρόβλημα που προέκυψε με το όπλο μίλησε τόσο με τον Μ.Κ.4, όσο και με τον Κατηγορούμενο πληροφορώντας τους σχετικά. Για το εν λόγω πρόβλημα ενημερώθηκε λίγες μέρες μετά τη μεταβίβαση του και αμέσως μετά πληροφόρησε για τα πιο πάνω αναφερόμενα τον Μ.Κ.4 και τον Κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι για τον αριθμό κατασκευής του όπλου άντλησε πληροφόρηση από το βιβλίο πωλήσεως που διατηρείται στο κατάστημα στη Λεμεσό από το οποίο αγοράστηκε το συγκεκριμένο όπλο. Επίσης, ζήτησε τα στοιχεία του όπλου και από το αρχείο της Αστυνομίας. Κατά τον χρόνο της κατάθεσης του δεν ρωτήθηκε, ούτε και ο ίδιος αναφέρθηκε σε όπλο με συγκεκριμένους αριθμούς εγγραφής. Ενημερώθηκε ότι υπήρχε πρόβλημα με το συγκεκριμένο όπλο από τον Μ.Κ.4 αρκετό χρόνο μετά την κατάθεση του. Διευκρίνισε επίσης ότι κατά την κατάθεση του, ο αστυφύλακας που την έλαβε απλώς τον πληροφόρησε ότι υπήρχε πρόβλημα με κάποιο όπλο BAIKAL. Δεν γνωρίζει κατά πόσο η Αστυνομία ενημέρωσε απευθείας τον Κατηγορούμενο για το πρόβλημα που ανέκυψε με τη μεταβίβαση του όπλου. Ούτε γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος κατά τη δεδομένη στιγμή διέθετε ή όχι οπλοβαστό. Ο δικός τού ρόλος ολοκληρώθηκε με τη μεταβίβαση του όπλου στον Κατηγορούμενο. Το όπλο παραδόθηκε στον Κατηγορούμενο μαζί με τα επίσημα έγγραφα που αφορούσαν τη μεταβίβαση του. Πέραν τούτου, όταν πληροφορήθηκε για το ζήτημα που προέκυψε, θεώρησε πρέπον να ενημερώσει τον Μ.Κ.4 και τον Κατηγορούμενο, προκειμένου ο τελευταίος να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες. Η δική του γνώση περιορίζεται μέχρι αυτού του σημείου. Το τι έπραξε η Αστυνομία ή ο Κατηγορούμενος στη συνέχεια δεν είναι σε θέση να το γνωρίζει. Θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς όμως να ακολουθήσω τη σειρά παρουσίασης των μαρτύρων. Ενόψει του ότι αυτό το οποίο αμφισβητήθηκε έντονα από την Υπεράσπιση ήταν το ζήτημα του αριθμού εγγραφής του ΔΟΚΟ που παραλήφθηκε από την επίδικη σκηνή, θεωρώ ορθό όπως εξεταστεί κατά προτεραιότητα η μαρτυρία των μαρτύρων που είχαν σχέση με την παραλαβή και διακίνηση του ΔΟΚΟ και συγκεκριμένα των Μ.Κ.2, 3, 6 και
- Ο Μ.Κ.2, εξεταστής της υπόθεσης, ήταν το πρόσωπο που εντόπισε και παρέλαβε το ΔΟΚΟ από τον πάγκο της κουζίνας της οικίας της Αρέστη. Θεωρώ ότι κατέθεσε με αντικειμενικό και αμερόληπτο τρόπο μεταφέροντας στο Δικαστήριο όλα όσα περιήλθαν σε γνώση του στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Η θέση του μάρτυρα ότι μετέβηκε στην οικία της Αρέστη μετά από τηλεφωνική κλήση που δέχθηκε από την ίδια, ότι κατά την άφιξη του στην οικία της παρών ήταν και ο Κατηγορούμενος, καθώς και ότι από την έρευνα που διενήργησε εντός της οικίας εντόπισε στον πάγκο της κουζίνας ένα ΔΟΚΟ μάρκας BAIKAL το οποίο και παρέλαβε ως Τεκμήριο δεν αμφισβητήθηκε. Αυτό το οποίο αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση είναι κατά πόσο το ΔΟΚΟ που εντοπίστηκε στον πάγκο της κουζίνας είναι το Τεκμήριο
- Τούτο, διότι ο αριθμός κατασκευής του Τεκμηρίου 4 είναι 102750456, ενώ ο Μ.Κ.2 στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 3) ως αριθμό κατασκευής του όπλου που εντόπισε και παρέλαβε ως Τεκμήριο κατέγραψε τον αριθμό
- Είναι γεγονός ότι ο Μ.Κ.2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεσή του - Τεκμήριο 3 και όταν κλήθηκε να σχολιάσει το γεγονός ότι ο αριθμός κατασκευής του Τεκμηρίου 4 διαφέρει από τον αριθμό που κατέγραψε στο Τεκμήριο 3 απάντησε ότι δεν έχει να σχολιάσει οτιδήποτε. Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο ότι ο αριθμός κατασκευής του Τεκμηρίου 4 διαφέρει σε ένα ψηφίο από τον αριθμό κατασκευής του ΔΟΚΟ που ο Μ.Κ.2 κατέγραψε στην κατάθεσή του. Το προαναφερόμενο γεγονός δεν δημιουργεί, κατά την άποψη μου, ρήγμα στη μαρτυρία του Μ.Κ.2 και κατ΄ επέκταση στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Η απάντηση του Μ.Κ.2 όταν κλήθηκε να σχολιάσει τη διαφορά στον αριθμό κατασκευής του ΔΟΚΟ δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα και μικροσκοπικά, αλλά θα πρέπει να ενταχθεί στο συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε στη δίκη. Επισημαίνω, ότι ο Μ.Κ.2 σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι το Τεκμήριο 4 ήταν το ΔΟΚΟ που παρέλαβε από την σκηνή του επίδικου συμβάντος. Εξετάζοντας επομένως συνολικά τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε καθίσταται, κατά την άποψη μου, φανερό ότι ο Μ.Κ.2 κατέγραψε λανθασμένα τον αριθμό του επίδικου ΔΟΚΟ στο Τεκμήριο
- Αυτό προκύπτει από τα ακόλουθα αναντίλεκτα γεγονότα: Στο Τεκμήριο 2, γραπτή κατηγορία εναντίον του Κατηγορούμενου, ο τελευταίος κατηγορήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι κατείχε παράνομα το ΔΟΚΟ με αριθμό εγγραφής 126607, ως και οι λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 16 ο αριθμός εγγραφής όπλου 126607 αφορά το όπλο με αριθμό κατασκευής 102750456, ήτοι το Τεκμήριο
- Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία του Μ.Κ.5 ο αριθμός εγγραφής για το κάθε όπλο είναι μοναδικός. Περαιτέρω, σημειώνω ότι η γραπτή κατηγορία - Τεκμήριο 2, διατυπώθηκε στις 04.12.14, δηλαδή την επόμενη ημέρα του επίδικου συμβάντος. Ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση - Τεκμήριο 12, η οποία λήφθηκε στις 03.12.14, δηλαδή την ημερομηνία που έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν, στην ερώτηση υπ΄ αρ. 8 ρωτήθηκε για το ΔΟΚΟ με αρ. κατασκευής 102750456 ήτοι το Τεκμήριο
- Επισημαίνεται, ότι δεν ρωτήθηκε για οποιοδήποτε άλλο όπλο. Ο Μ.Κ.2 στην κατάθεση του - Τεκμήριο 3, ανέφερε ότι τα Τεκμήρια που ο ίδιος παρέλαβε από τη σκηνή, περιλαμβανομένου του επίδικου ΔΟΚΟ, τα παρέδωσε μαζί και με άλλα Τεκμήρια στον Μ.Κ.3 για να τα μεταφέρει στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο. Στο έντυπο Αστ.161 - Τεκμήριο 13, το οποίο υπογράφει ο Μ.Κ.3 και στο οποίο καταγράφονται τα Τεκμήρια που παρέδωσε στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο προς εξέταση, καταγράφεται και το επίδικο ΔΟΚΟ με αριθμό
- Επίσης, στο Τεκμήριο 18, βιβλίο καταγραφής τεκμηρίων του Εγκληματολογικού Εργαστηρίου, ο Μ.Κ.6 κατέγραψε ότι παρέλαβε το επίδικο ΔΟΚΟ με τον αριθμό κατασκευής 102750456 στις 11.12.
- Περαιτέρω, στο ίδιο Τεκμήριο ο Μ.Κ.7 κατέγραψε ότι παρέλαβε από το Εγκληματολογικό Εργαστήριο το Τεκμήριο 4 στις 19.02.
- Επιπρόσθετα, στη δέσμη Τεκμηρίου 19 και συγκεκριμένα στη φωτογραφία υπ΄ αρ. 4 στην καρτέλα που είναι τοποθετημένη στη σκανδάλη του επίδικου ΔΟΚΟ ως αριθμός κατασκευής του αναγράφεται ο αρ.
- Όλα τα προαναφερόμενα σε συνδυασμό και με τη μαρτυρία των Μ.Κ.3, 6 και 7, στο περιεχόμενο της οποίας θα αναφερθώ αμέσως πιο κάτω, αλλά και σε συνάρτηση με το γεγονός ότι μέσα από την αντεξέταση του Μ.Κ.2 δεν διαφάνηκε ότι ο τελευταίος αντικατέστησε το ΔΟΚΟ που παρέλαβε από την οικία της Αρέστη με το Τεκμήριο 4 ή ότι παρέλαβε άλλο ΔΟΚΟ και όχι το Τεκμήριο 4 ή ότι είχε οποιοδήποτε λόγο για να παραποιήσει την αλήθεια, δεικνύουν ότι το ΔΟΚΟ που παραλήφθηκε από την οικία της Αρέστη είναι το Τεκμήριο 4 και ότι ο Μ.Κ.2 κατέγραψε στην κατάθεση του λανθασμένα τον αριθμό κατασκευής του ως 102750956 αντί του ορθού που είναι
- Οι Μ.Κ.3, 6 και 7 θεωρώ επίσης ότι κατέθεσαν αντικειμενικά και αμερόληπτα. Μελετώντας τη μαρτυρία τους δεν έχω διαπιστώσει ότι αυτή υπαγορεύθηκε από αλλότρια κίνητρα. Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι κάτι τέτοιο δεν τέθηκε ευθέως από την Υπεράσπιση, αλλά ούτε και αναδύεται μέσα από τη μαρτυρία τους ότι οι εν λόγω μάρτυρες είχαν οποιοδήποτε λόγο για να καταθέσουν εις βάρος του Κατηγορούμενου. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι τόσο ο Μ.Κ.3 όσο και ο Μ.Κ.7 στις καταθέσεις τους, Τεκμήρια 11 και 21 αντίστοιχα, τις οποίες υιοθέτησαν ως μέρος της κυρίως εξέτασής τους, κατέγραψαν τον αριθμό κατασκευής του Τεκμηρίου 4 ως
- Τόσο ο Μ.Κ.3, όσο και ο Μ.Κ.7 δήλωσαν ότι κατέγραψαν στις καταθέσεις τους λανθασμένα τον αριθμό κατασκευής του Τεκμηρίου 4 και επεξήγησαν για ποιο λόγο είναι βέβαιοι ότι ο ορθός αριθμός κατασκευής είναι
- Η προαναφερόμενη δήλωση των Μ.Κ.3 και 7 δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση τους. Όπως ήδη ανέφερα πιο πάνω δεν διαφάνηκε μέσα από τη μαρτυρία τους ότι είχαν οποιοδήποτε λόγο ή κίνητρο για να αλλοιώσουν την αλήθεια. Το γεγονός ότι πρόκειται περί λανθασμένης καταγραφής υποστηρίζεται, πέραν των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.2, και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.6 κλήθηκε για να καταθέσει τόσο ως εμπειρογνώμονας, όσο και ως μάρτυρας γεγονότων σε σχέση με την παραλαβή των Τεκμηρίων 4-10 από τον Μ.Κ.3 και την παράδοση τους στον Μ.Κ.
- Ως προς το καθήκον του εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα έναντι του Δικαστηρίου αναφέρονται τα ακόλουθα στο σύγγραμμα των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» σελ. 580-581: «Tο καθήκον των πραγματογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία τους έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να δώσουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης (Παναγρίτη ν Χαραλάμπους, ΠΕ320/08, ημ. 15.3.12, Σαρρής ν Καλλέγιας και Πιττάλης και Άλλων ν Ianira Enterprises Ltd και Άλλων
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 814, Philippou v Odysseos
(1989)1 CLR1).» Η εμπειρογνωμοσύνη του Μ.Κ.6 δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Σημειώνω ωστόσο ότι το μεγαλύτερο μέρος της επιστημονικής μαρτυρίας του Μ.Κ.6 εκφεύγει των επίδικων θεμάτων, ενόψει της αθώωσης του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες 2, 4, 5 και
- Αυτό το οποίο απομένει από την μαρτυρία του Μ.Κ.6 υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα σε σχέση με τα επίδικα θέματα είναι ότι τόσο το ΔΟΚΟ - Τεκμήριο 4, όσο και τα φυσίγγια κυνηγετικού όπλου διαμετρήματος 12 (Τεκμήριο 5) ήταν σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Αναφορικά τώρα με τη μαρτυρία του επί των γεγονότων, ο Μ.Κ.6 ήταν το πρόσωπο που παρέλαβε στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο τα Τεκμήρια 4-10 από τον Μ.Κ.3 στις 11.12.14 και ακολούθως τα παρέδωσε στον Μ.Κ.7 στις 19.02.
- Οι δηλώσεις του Μ.Κ.6 περί παραλαβής και παράδοσης των Τεκμηρίων 4-10, καθώς και η θέση του ότι το ΔΟΚΟ που παρέλαβε, εξέτασε και ακολούθως επέστρεψε ήταν το Τεκμήριο 4 δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Σε αυτό το σημείο, επισημαίνω ότι δεν αμφισβητήθηκε και η θέση του Μ.Κ.3 ότι στις 11.12.14 παρέλαβε από τον Μ.Κ.2 το Τεκμήριο 4 και την ίδια ημέρα το παρέδωσε στον Μ.Κ.
- Ομοίως, αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση του Μ.Κ.7 ότι στις 19.02.15 στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο παρέλαβε από τον Μ.Κ.6 το Τεκμήριο
- Όλα τα προαναφερόμενα επιμαρτυρούνται και από τα Τεκμήρια 13, 18 και
- Επιπρόσθετα, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση ότι τα φυσίγγια που πυροβολήθηκαν από τον Μ.Κ.6 ήταν αυτά που εντοπίστηκαν στη ρούχινη θήκη που ήταν τοποθετημένη στο Τεκμήριο
- Η συνολική αντίκρυση της μαρτυρίας των Μ.Κ.2, 3, 6 και 7 δεικνύει ότι το ΔΟΚΟ που εντοπίστηκε και παραλήφθηκε από τον Μ.Κ.2 από την οικία της Αρέστη είναι το Τεκμήριο
- Συνεπώς, η λανθασμένη καταγραφή του αρ. κατασκευής του Τεκμηρίου 4 στις καταθέσεις των Μ.Κ.2, 3 και 7 δεν προκαλεί ρωγμή στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, ούτε και δημιουργεί αμφιβολία ως προς το ότι το ΔΟΚΟ που εντοπίστηκε από τον Μ.Κ.2 στον πάγκο της κουζίνας της οικίας της Αρέστη είναι το Τεκμήριο
- Κατά συνέπεια η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι διασπάστηκε η αλυσίδα διακίνησης του όποιου όπλου κατασχέθηκε στην οικία της Αρέστη, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ειδικά όσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι στην προφορική μαρτυρία του ανέφερε ότι η πρώτη φορά που είδε τα Τεκμήρια τα οποία μετέφερε στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 4, ήταν στις 11.12.
- Η Υπεράσπιση επιχείρησε να καταδείξει ότι η συγκεκριμένη δήλωση του Μ.Κ.3 συγκρούεται με το Τεκμήριο 13, το οποίο ετοίμασε ο ίδιος και φέρει ως ημερομηνία την 07.12.
- Θεωρώ ότι το εν λόγω ζήτημα δεν είναι ικανό για να προκαλέσει ρήγμα στη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Όντως το Τεκμήριο 13 φέρει ημερομηνία 07.12.14, η ουσία όμως έγκειται, κατά την άποψη μου, στο γεγονός ότι ο Μ.Κ.3 στις 11.12.14 μετέφερε το Τεκμήριο 4 στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο παραδίδοντας το στον Μ.Κ.
- Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω αυτό το γεγονός επιβεβαιώθηκε από τον Μ.Κ.6 και επιμαρτυρείται από το Τεκμήριο 18 και τη φωτογραφία με αρ. 4 της δέσμης Τεκμηρίου
- Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία των Μ.Κ.2, 3, 6 και 7 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ.4 θεωρώ ότι κατέθεσε με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο. Ήταν το πρόσωπο το οποίο πώλησε και παρέδωσε στον Κατηγορούμενο ένα όπλο τύπου ΔΟΚΟ και μάρκας BAIKAL. Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε στο προαναφερόμενο γεγονός, καθώς και στο ότι μετά την πώληση και παράδοση του όπλου στον Κατηγορούμενο, ενημερώθηκε από τον Μ.Κ.10 ότι προέκυψε πρόβλημα με την εγγραφή του όπλου επ' ονόματι του Κατηγορούμενου. Παράλληλα, ο Μ.Κ.4 δήλωσε ότι δεν θυμόταν τον αριθμό κατασκευής του όπλου, πλην όμως αναγνώρισε ότι το όπλο που πωλήθηκε στον Κατηγορούμενο ήταν ίδιο μοντέλο με το Τεκμήριο
- Η δήλωση του Μ.Κ.4 σε σχέση με τα όσα πληροφορήθηκε από τον Μ.Κ.10 αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Σύμφωνα με το άρθρο 24
(1)του Κεφ.9 μία εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται απλά και μόνο διότι είναι εξ ακοής. Η βαρύτητα ωστόσο που μπορεί να δοθεί σε μία εξ ακοής μαρτυρία εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης (βλ. άρθρο 27 του Κεφ.9). Η δήλωση του Μ.Κ.4 σε σχέση με τα όσα πληροφορήθηκε από τον Μ.Κ.10, θεωρώ ότι θα πρέπει να διαχωρισθεί σε δύο μέρη και συγκεκριμένα στην πληροφόρηση για τη μη εγγραφή του Τεκμηρίου 4 επ' ονόματι του Κατηγορούμενου και τον λόγο για τη μη εγγραφή του. Στο πρώτο σκέλος της εξ ακοής μαρτυρίας θεωρώ ότι μπορεί να δοθεί βαρύτητα, καθώς η εν λόγω δήλωση επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 16 και τη μαρτυρία του Μ.Κ.5 ο οποίος υπηρετεί στο αρμόδιο τμήμα της Αστυνομίας, ήτοι στο Γραφείο Πυροβόλων Όπλων. Το δεύτερο όμως σκέλος, στερείται αποδεικτικής δύναμης. Αυτό, γιατί η πληροφορία που δόθηκε στον Μ.Κ.4 από τον Μ.Κ.10 προέρχεται από την Αστυνομία και ο Μ.Κ.5, ο οποίος ως αναφέρθηκε υπηρετεί στο αρμόδιο γραφείο της Αστυνομίας, δεν ήταν σε θέση να δηλώσει με βεβαιότητα τον λόγο για τον οποίο δεν κατέστη δυνατή η εγγραφή του Τεκμηρίου 4 στο όνομα του Κατηγορούμενου. Επομένως, το πρόσωπο που θα μπορούσε να επιβεβαιώσει την αρχική δήλωση δεν ήταν σε θέση να το πράξει και ως εκ τούτου δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στη συγκεκριμένη πτυχή της μαρτυρίας του Μ.Κ.4. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του Μ.Κ.4, με εξαίρεση το προαναφερόμενο μέρος της, κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Mohamed ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 266 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας
(2014)2 Α.Α.Δ 307). Ο Μ.Κ.5, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, υπηρετεί στο Γραφείο Πυροβόλων Όπλων. Ο μάρτυρας επεξήγησε τα καθήκοντα του και δήλωσε ότι μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του διενήργησε έρευνα σε σχέση με το ιστορικό του Τεκμηρίου
- Το αποτέλεσμα της έρευνας του κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο της έρευνας και γενικότερα την αντικειμενικότητα και αμεροληψία του Μ.Κ.
- Ο τελευταίος με ειλικρίνεια δήλωσε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα τον λόγο για τον οποίο ακυρώθηκε η εγγραφή του όπλου στο όνομα του Κατηγορούμενου και ξεκαθάρισε ότι αποτελεί δική του υπόθεση ότι η ακύρωση οφείλεται στο γεγονός ότι κατά τον δεδομένο χρόνο ο Κατηγορούμενος είχε ήδη εγγεγραμμένα στο όνομα του άλλα δώδεκα όπλα. Η μαρτυρία του Μ.Κ.5 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη, με εξαίρεση τα όσα δήλωσε σε σχέση με τον λόγο για τον οποίο ακυρώθηκε η εγγραφή του Τεκμηρίου 4 στο όνομα του Κατηγορούμενου (Mohamed ν. Δημοκρατίας και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Η συγκεκριμένη δήλωση αποτελεί ένα υποθετικό συμπέρασμα του μάρτυρα, για το οποίο ευθαρσώς δήλωσε ότι δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Είναι καλά γνωστό ότι οι μάρτυρες, κατά κανόνα, δεν επιτρέπεται να διατυπώνουν προσωπικές απόψεις ή συμπεράσματα. Υπάρχουν ασφαλώς εξαιρέσεις στον συγκεκριμένο κανόνα, οι οποίες όμως στην προκείμενη περίπτωση δεν συντρέχουν. (Βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» ανωτέρω σελ. 605-608) Η μαρτυρία των Μ.Κ.1, 8 και 9 υπήρξε τυπική. Ο Μ.Κ.1 ήταν το πρόσωπο που κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2), ο Μ.Κ.8 περισυνέλλεξε τα Τεκμήρια 6 - 10 και έλαβε φωτογραφίες από τη σκηνή του επίδικου συμβάντος (δέσμη Τεκμηρίου 23) και ο Μ.Κ.9 ανέλαβε χρέη φρούρησης της σκηνής του επίδικου χώρου. Η μαρτυρία τους δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης, παρά μόνο τέθηκαν ερωτήσεις διευκρινιστικού χαρακτήρα. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία τους κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ.10 ήταν ο οπλοπώλης στην κατοχή του οποίου βρισκόταν το Τεκμήριο 4 πριν την πώληση και παράδοση του στον Κατηγορούμενο μέσω του Μ.Κ.
- Η μαρτυρία του Μ.Κ.10 στα ουσιώδη σημεία της επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία των Μ.Κ.4 και 5, καθώς και από το Τεκμήριο
- Αναφέρομαι συγκεκριμένα στο ότι πωλήθηκε και παραδόθηκε το Τεκμήριο 4 στον Κατηγορούμενο, ότι έγινε μεταβίβαση του όπλου στον Κατηγορούμενο και ότι η εν λόγω μεταβίβαση ακυρώθηκε. Επίσης, η θέση του μάρτυρα ότι για την ακύρωση της μεταβίβασης ενημέρωσε τον Μ.Κ.4 και τον Κατηγορούμενο επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Σημειώνω ότι η συγκεκριμένη θέση του Μ.Κ.10 δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του, αλλά ο μάρτυρας παρέμεινε σταθερός και κατηγορηματικός στη θέση του ότι ενημερώθηκε ο Κατηγορούμενος για το ζήτημα που προέκυψε με την εγγραφή του όπλου στο όνομα του και τη μετέπειτα ακύρωσή της. Δεν παραβλέπω ότι ο Μ.Κ.10 κατά την αντεξέταση του δήλωσε ότι όταν έδιδε την κατάθεση του στην Αστυνομία (Τεκμήριο 25) δεν γνώριζε για ποιο συγκεκριμένο όπλο έδιδε κατάθεση. Παρατηρώ, ότι η συγκεκριμένη δήλωση του μάρτυρα αναιρείται από την ίδια την κατάθεσή του (Τεκμήριο 25), καθώς είναι φανερό από το περιεχόμενο της, έστω κι αν δεν καταγράφηκε σε αυτήν είτε ο αριθμός εγγραφής, είτε ο αριθμός κατασκευής του όπλου, ότι η κατάθεση δόθηκε για συγκεκριμένο όπλο και δη για το Τεκμήριο
- Τούτο, διότι ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα πρόσωπα και ενέργειες που αφορούσαν την πώληση, εγγραφή και ακύρωση της εγγραφής του Τεκμηρίου
- Παρά την προαναφερόμενη αντίφαση, θεωρώ ότι δεν μπορεί να προκληθεί ρήγμα στη μαρτυρία του Μ.Κ.10, αφ' ης στιγμής ο τελευταίος στη δια ζώσης μαρτυρία του αναφέρθηκε συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 4, τα όσα δήλωσε συνάδουν με την κατάθεση του (Τεκμήριο 25) και δεν τέθηκε στον μάρτυρα η θέση ότι πώλησε και άλλο όπλο μάρκας BAIKAL στον Κατηγορούμενο. Συνεπώς, η παρατηρηθείσα αντίφαση είναι υπό τις περιστάσεις επουσιώδης και ως τέτοια δεν είναι ικανή να θέσει ζήτημα αξιοπιστίας του Μ.Κ.
- Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία του Μ.Κ.10, με εξαίρεση το μέρος της για το οποίο έγινε αναφορά αμέσως πιο πάνω, κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη (Mohamed ν. Δημοκρατίας και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Νομική πτυχή Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τα αδικήματα της κατοχής πυροβόλου όπλου και εκρηκτικών υλών. Σχετικό είναι το άρθρο 5
(1)(α) του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν.113(Ι)/04, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί και το άρθρο 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ.54, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, τα οποία παραθέτω αυτούσια: «5.-
(1)(α) Απαγορεύεται η απόκτηση ή η κατοχή, φύλαξη ή έλεγχος των πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών της Κατηγορίας Δ από οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός εάν είναι κάτοχος άδειας η οποία εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου
(4)από τον Αρχηγό Αστυνομίας κατά τον Τύπο Β του Δεύτερου Παραρτήματος.» «
(4)Πρόσωπο το οποίο - .......................................... (δ) μεταφέρει ή έχει στην κατοχή του· ......................................... ( (ζ) χρησιμοποιεί ή αποπειράται να χρησιμοποιήσει, οποιαδήποτε εκρηκτική ύλη χωρίς να είναι κάτοχος άδειας ή έγκρισης (το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει ο ίδιος), είναι ένοχο αδικήματος, και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. Οποιαδήποτε εκρηκτική ύλη σχετικά με την οποία υπάρχουν εύλογες υποψίες ότι διαπράχθηκε αδίκημα με βάση τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, δύναται να κατάσχεται από τον Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών και να καταστρέφεται, από αυτό με τη συγκατάθεση του προσώπου που θεωρείται ύποπτο για τη διάπραξη του αδικήματος ή να δημεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12Α.» Απαραίτητο συστατικό στοιχείο και των δύο αδικημάτων είναι η απόδειξη της κατοχής πυροβόλου όπλου και εκρηκτικής ύλης αντίστοιχα. Η έννοια του πυροβόλου όπλου και της εκρηκτικής ύλης δίδεται στις αντίστοιχες νομοθεσίες (βλ. το άρθρο 2 του Ν.113(Ι)/2004 και του Κεφ.54 αντίστοιχα). Όσον αφορά την κατοχή, σύμφωνα με τη νομολογία, σημαίνει τον φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής. Η εν λόγω ερμηνεία αποδόθηκε στον όρο «κατοχή» σε υποθέσεις που αφορούν κατοχή ναρκωτικών ουσιών (βλ., μεταξύ άλλων, Oueiss v. The Republic
(1987)2 CLR 49 και Σιβιτανίδης κ.α ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ 166). Θεωρώ, ωστόσο ότι η προαναφερόμενη ερμηνεία τυγχάνει εφαρμογής και σε αδικήματα άλλων νομοθεσιών στα οποία περιλαμβάνεται ως συστατικό στοιχείο η κατοχή, εφόσον φυσικά δεν δίδεται διαφορετική ερμηνεία του εν λόγω όρου στο συγκεκριμένο νομοθέτημα. Στην προκειμένη περίπτωση στον Νόμο 113(Ι)/04, δεν δίδεται άλλη ειδική ερμηνεία του όρου κατοχή. Συνεπώς, η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για να στηρίξει καταδίκη. Αρκεί ο έλεγχος του αντικειμένου με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του. Η νομική έννοια του όρου «κατοχή» ερμηνεύθηκε με τον πιο πάνω τρόπο και στα πλαίσια του περί Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν.38/74, ο οποίος καταργήθηκε από τον Ν.113(Ι)/04. Το αδίκημα που δημιουργούσε το άρθρο 4
(1)
(2)(β) του καταργηθέντος Ν.38/74είναι επί της ουσίας το ίδιο με το αδίκημα του άρθρου 5
(1)(α) του Ν.113(Ι)/04. Στην υπόθεση Ιωάννου άλλως «Τίτος» κ.α ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 409 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τον όρο «κατοχή» στο αδίκημα του άρθρου 4
(1)
(2)(β) του καταργηθέντος Ν.38/74τα οποία, κατά την κρίση μου, εφαρμόζονται απόλυτα και στην παρούσα υπόθεση ενόψει της ταύτισης των δύο αδικημάτων: «Η έννοια του όρου "κατοχή", από τη νομική της σκοπιά, προβλημάτισε το δικαστήριο. Όπως και την Υπεράσπιση που έδωσε βάρος στη φυσική επαφή με τα αντικείμενα ως συστατικού της κατοχής. Το αδίκημα δημιουργεί το άρθρ. 4
(1)
(2)(β) του περί Πυροβόλων Όπλων Νόμου αρ. 38/74. Το Κακουργιοδικείο υιοθέτησε την περικοπή από τον Archbold, έκδοση 1994, reissue, παραγ. 24-5, που αφορά παρόμοιες διατάξεις της αγγλικής νομοθεσίας (Firearms Act 1968, άρθρ. 1). Παραθέτουμε την ίδια περικοπή, αλλά από την έκδοση 1998, σελ. 1799, παραγ. 24-6: "The purpose of section 1 is to regulate and license not only those who keep firearms where they live but also those who have them under their control; for example, where an owner keeps his firearm (s) at the home of a relative for safe custody. An owner might not have physical possession of the firearms, but may still possess them for the purposes of section 1: Sullivan v. Earl of Caithness
(1976)Q.B. 966, 62 Cr. App. R. 105, D.C.; Hall v. Cotton and Treadwell
(1987)Q.B. 504, 83 Cr. App. R. 257, D.C. In the latter case, the court held that the concept of possession embraced both proprietary and custodial possession, and so on the particular facts of that case (see post, &24-88) both the owner and the temporary recipient of the shot guns were held to be in possession for the purposes of the Act." Δεν είναι διαφορετική η αντιμετώπιση του θέματος από την κυπριακή δικαιοσύνη. Η έννοια της κατοχής είναι αρκετά ευρεία για να καλύψει τις περιπτώσεις φύλαξης οπλισμού σε υποστατικό τρίτου εφόσον ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχο του. Η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για να στηρίξει καταδίκη. Είναι μέσα σε αυτό το πνεύμα που αποφασίστηκε και η υπόθεση Mixis v. Republic
(1962)C.L.R. 111. Ο εφεσείων, του οποίου η καταδίκη για κατοχή πιστολιού επικυρώθηκε, το φύλαγε στο σπίτι τρίτου προσώπου: Βλ. επίσης Chronias v. Police
(1962)C.L.R. 304.» Το εννοιολογικό πλαίσιο του όρου κατοχή, όπως διαγράφηκε πιο πάνω, στην περίπτωση των εκρηκτικών υλών βρίσκει και νομοθετικό έρεισμα. Συγκεκριμένα στο άρθρο 4
(5)του Κεφ.54 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Για τους σκοπούς του εδαφίου
(4)- (α) "έχει στην κατοχή του" περιλαμβάνει όχι μόνο το να έχει στη δική του προσωπική κατοχή, αλλά επίσης και να έχει εν γνώσει του στην πραγματική κατοχή ή φύλαξη οποιουδήποτε άλλου προσώπου, ή να έχει οτιδήποτε σε οποιοδήποτε τόπο (είτε που ανήκει σε ή κατέχεται από κάποιο ή όχι) για τη χρήση ή το όφελος κάποιου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου και αν υπάρχουν δύο ή περισσότερα πρόσωπα και οποιοδήποτε ή περισσότερα από αυτά με τη γνώση και συναίνεση των υπολοίπων έχει ή έχουν οτιδήποτε στη φύλαξή του ή φύλαξή τους ή κατοχή, αυτό θεωρείται και εκλαμβάνεται ότι βρίσκεται στη φύλαξη και κατοχή καθενός και όλων αυτών·» Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Kατηγορούσα Aρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, (Charitonos a.o. v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 401). Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε ανωτέρω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στις Toumba v. The Republic
(1984)2 C.L.R 110 και Charalambous a.a. v. The Republic
(1985)2 C.L.R 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορούμενου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Ευρήματα Έχοντας αξιολογήσει και μελετήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο των Τεκμηρίων καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Κατηγορούμενος αγόρασε το όπλο τύπου ΔΟΚΟ μάρκας BAIKAL με αριθμό εγγραφής 126607 και αριθμό κατασκευής
- Το όπλο μεταβιβάστηκε στον Κατηγορούμενο την 01.09.11 και την ίδια ημερομηνία ακυρώθηκε η μεταβίβασή του, ως επίσης και τα έγγραφα ασφαλείας του όπλου. Στις 03.12.14 και περί ώρα 04:05 η Γ. Αρέστη τηλεφώνησε στον Αστυνομικό Σταθμό χχχχχ ζητώντας όπως σταλεί περίπολο στην οικία της, διότι αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα. Μετά πάροδο 2-3 λεπτών κατέφθασε στην οικία της Αρέστη ο Μ.Κ.2 ο οποίος εντόπισε εκεί την Αρέστη και τον Κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.2 στην έρευνα που διενήργησε εντός της οικίας της προαναφερόμενης, κατόπιν συγκατάθεσής της και στην παρουσία της ιδίας και του Κατηγορούμενου, εντόπισε στον πάγκο της κουζίνας το όπλο μάρκας BAIKAL με αριθμό εγγραφής 126607 και αριθμό κατασκευής 102750456, το οποίο και παρέλαβε ως Τεκμήριο. Περαιτέρω, επί του εν λόγω όπλου υπήρχε ρούχινη θήκη εντός της οποίας υπήρχαν 6 πλήρη φυσίγγια κυνηγετικού όπλου διαμετρήματος
- Ο Μ.Κ.2, καθώς και οι Μ.Κ.3 και 7 στις καταθέσεις τους κατέγραψαν λανθασμένα τον αρ. εγγραφής του όπλου μάρκας BAIKAL ως 102750956 αντί του ορθού
- Το όπλο και τα φυσίγγια στάλθηκαν για εξέταση στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο. Από την διενεργηθείσα εξέταση προέκυψε ότι τόσο το όπλο, όσο και τα φυσίγγια βρίσκονταν σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Τέλος αποτελεί εύρημά μου ότι ο Κατηγορούμενος και η Αρέστη γνωρίζονταν μεταξύ τους, εφόσον κατά το παρελθόν συμβίωναν. Συμπεράσματα Στη βάση της αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας και των ευρημάτων του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι στις 03.12.14 εντοπίστηκε το όπλο μάρκας BAIKAL με αριθμό εγγραφής 126607 και αριθμό κατασκευής 102750456 (Τεκμήριο 4) στην οικία της Αρέστη. Το εν λόγω όπλο είναι πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ σύμφωνα με το άρθρο 2 και το Πρώτο Παράρτημα του Ν.113(Ι)/
- Περαιτέρω, αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι εντοπίστηκαν επί του εν λόγω όπλου σε ρούχινη θήκη 6 πλήρη φυσίγγια κυνηγετικού όπλου διαμετρήματος 12 (Τεκμήριο 5) τα οποία αποτελούν εκρηκτική ύλη σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ.
- Το επόμενο συστατικό στοιχείο, το οποίο είναι κοινό στα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, είναι η κατοχή του πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ και των εκρηκτικών υλών αντίστοιχα. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω η κατοχή συνίσταται στον φυσικό έλεγχο των αντικειμένων με ταυτόχρονη γνώση της φύσης τους. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτά βρίσκονταν στην κατοχή ή τον έλεγχό του. Σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία το πυροβόλο όπλο και τα φυσίγγια εντοπίστηκαν στην οικία της Αρέστη. Αυτό το γεγονός δεν οδηγεί, χωρίς άλλο, στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος δεν κατείχε τα επίδικα αντικείμενα. Η κατοχή, όπως αναφέρθηκε στην ανάπτυξη της νομικής πτυχής, εξυπακούει τον φυσικό έλεγχο ο οποίος δεν ισοδυναμεί με την πραγματική ή φυσική κατοχή ενός αντικειμένου. Ο φυσικός έλεγχος μπορεί να υπάρξει και στις περιπτώσεις που ένα αντικείμενο δεν εντοπίζεται σε υποστατικό το οποίο ανήκει ή κατέχεται από τον Κατηγορούμενο (Ιωάννου άλλως "Τίτος" κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Στην προκείμενη περίπτωση θεωρώ ότι ο Κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του, υπό τη νομική έννοια του όρου, τα επίδικα αντικείμενα. Τούτο προκύπτει από τα εξής γεγονότα: Το όπλο αγοράστηκε από τον Κατηγορούμενο και παραδόθηκε σε αυτόν. Σημειώνεται ότι ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 12) απάντησε σε σχετική ερώτηση ότι είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης του επίδικου όπλου. Συνεπώς, γνώριζε τη φύση του, αλλά και ότι τελεί υπό τον έλεγχο του. Κατά την άφιξη της Αστυνομίας και τον εντοπισμό του όπλου στον πάγκο της κουζίνας της οικίας της Αρέστη ο Κατηγορούμενος ήταν παρών. Επισημαίνω ότι η καταγγελία της Αρέστη, ένεκα της οποίας μετέβηκε περίπολο της Αστυνομίας στην οικία της, έγινε στις 04:05, η Αστυνομία κατέφθασε 2-3 λεπτά αργότερα και ο Κατηγορούμενος ήταν ήδη παρών. Η παρουσία του Κατηγορούμενου στην οικία της Αρέστη στις 04:05, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι κατά το παρελθόν συμβίωναν καθιστά εμφανές ότι ο Κατηγορούμενος και η Αρέστη γνωρίζονταν και διατηρούσαν επαφή, έστω και αν δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο και κατά τον επίδικο χρόνο συμβίωναν. Επομένως, ο Κατηγορούμενος διέθετε τον φυσικό έλεγχο του όπλου. Τα φυσίγγια εντοπίστηκαν επίσης στην οικία της Αρέστη, καθώς βρίσκονταν σε ρούχινη θήκη επί του επίδικου όπλου. Όσα αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω για την κατοχή του όπλου, εφαρμόζονται mutatis mutandis και στα φυσίγγια. Όλα τα προαναφερόμενα σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει ότι η κατοχή του επίδικου όπλου παραχωρήθηκε από τον Κατηγορούμενο στην Αρέστη ή ότι ο Κατηγορούμενος απώλεσε με οποιοδήποτε τρόπο την κατοχή του, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το επίδικο όπλο ως επίσης και τα φυσίγγια βρίσκονταν κατά τον επίδικο χρόνο στην κατοχή του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω, δεν χωρεί αμφιβολία ως προς το ότι ο Κατηγορούμενος δεν διέθετε άδεια κατοχής του επίδικου όπλου. Το Τεκμήριο 16 ξεκάθαρα δηλώνει ότι η μεταβίβαση του όπλου στο όνομα του Κατηγορούμενου ακυρώθηκε και επομένως ο τελευταίος δεν ήταν κάτοχος σχετικής άδειας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Για το εν λόγω γεγονός ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε από τον Μ.Κ.10 μέσω του Μ.Κ.
- Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου επικαλέστηκε τα άρθρα 47
(1), 48
(1)και 5
(6)του Ν.113(Ι)/2004 τονίζοντας ότι είναι καίριας σημασίας σε σχέση με την απόδειξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Η κα Πατσαλίδου επισήμανε, κατά την αγόρευση της, ότι δεν επιδόθηκε γραπτή ειδοποίηση στον Κατηγορούμενο συμφώνως του άρθρου 48
(1). Περαιτέρω, τόνισε ότι ενώ σύμφωνα με τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής η εγγραφή στο όνομα του Κατηγορούμενου ακυρώθηκε την 01.09.11, εντούτοις το όπλο δεν κατασχέθηκε μέχρι και τις 03.12.14 παρά τη σχετική πρόνοια του άρθρου 47
(3). Με κάθε σεβασμό, η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ξεκινώντας από το ζήτημα της επίδοσης γραπτής ειδοποίησης, σημειώνω ότι με βάση το άρθρο 48
(1)η υποχρέωση για επίδοση γραπτής ειδοποίησης υφίσταται στις περιπτώσεις άρνησης έκδοσης, ανάκλησης ή τροποποίησης άδειας ή πιστοποιητικού ή δελτίου. Εν προκειμένω δεν υπήρξε άρνηση έκδοσης ή ανάκληση ή τροποποίηση, αλλά ακύρωση. Η ακύρωση διακρίνεται από την ανάκληση και τούτο είναι ευδιάκριτο στον Ν.113(Ι)/2004. Σχετικά είναι τα εδάφια
(5)και
(6)του άρθρου 5, όπου στο μεν εδάφιο
(5)ρυθμίζεται η εξουσία του Αρχηγού Αστυνομίας να τροποποιεί, αναστέλλει ή ανακαλεί ισχύουσα άδεια, ενώ στο εδάφιο
(6)ορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες μία άδεια θεωρείται άκυρη. Επομένως, δεν εφαρμόζεται η πρόνοια του άρθρου 48
(1), εφόσον στην παρούσα υπόθεση ακυρώθηκε η μεταβίβαση του όπλου στον Κατηγορούμενο την 01.09.11 με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να μην είναι ο ιδιοκτήτης του όπλου (βλ. Τεκμήριο 16 και άρθρο 5
(6)(β) και (γ)). Από την άλλη, το ότι δεν έγινε κατάσχεση του όπλου δυνάμει του άρθρου 47
(3)του Ν.113(Ι)/2004 δεν αναιρεί την ποινική ευθύνη του Κατηγορούμενου. Άλλωστε, δυνάμει του άρθρου 47
(1)(α) του Ν.113(Ι)/2004 η πρωταρχική ευθύνη για την παράδοση του όπλου ήταν στους δικούς του ώμους. Σε σχέση τώρα με τα φυσίγγια, το άρθρο 4 του Κεφ.54 εναποθέτει στον Κατηγορούμενο το βάρος απόδειξης ότι κατά τον επίδικο χρόνο διέθετε άδεια κατοχής τους. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι διέθετε σχετική άδεια. Η θέση της κας Πατσαλίδου ότι τα φυσίγγια ήταν επιτρεπόμενα από το Νόμο δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αφορά την κατοχή εκρηκτικών υλών άνευ αδείας και όχι την κατοχή απαγορευμένων εκρηκτικών υλών. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 3. (Υπ.) .................... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal / Final Αναφορά: Κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ και εκρηκτικών υλών cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο