← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Πέρικος, Αρ. Υπόθεσης: 10236/17, 20/1/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Πέρικος, Αρ. Υπόθεσης: 10236/17, 20/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10236/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. xxx Πέρικος Κατηγορούμενος ---------------- Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Η. Στεφάνου και κ. Γ. Νεάρχου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, επέφερε το θάνατο των T.Α. και Α.A.[1] (1η και 2η κατηγορία αντίστοιχα). Δεν παραδέχθηκε ενοχή. Ως παραδεκτά γεγονότα δηλώθηκαν τα ακόλουθα (Έγγραφα Α-Α8): στις 2.9.15 και περί ώρα 12:40 ο κατηγορούμενος οδηγούσε όχημα στο δρόμο Λεμεσού-Πλατρών με νότια κατεύθυνση. Ο T.A. οδηγούσε ενοικιαζόμενο όχημα με βόρεια κατεύθυνση με συνοδηγό τη σύζυγό του A.Α. Βρίσκονταν στην Κύπρο για διακοπές. Σε κάποιο σημείο, τα οχήματα συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Το ζεύγος τραυματίστηκε θανάσιμα. Στη σορό του T.Α. δεν εντοπίστηκε αλκοόλη. Τα θύματα έφεραν ζώνη ασφαλείας. Το όχημά τους, λόγω καταστροφής, δεν μπορούσε να ελεγχθεί μηχανικά. Στο όχημα του κατηγορούμενου το σύστημα πέδησης ήταν σε καλή κατάσταση, ενώ το σύστημα διεύθυνσης, λόγω καταστροφής, δεν μπορούσε να ελεγχθεί. Προς απόδειξη των κατηγοριών κατέθεσαν οι Αστ. xxx9 (ΜΚ1), Λοχ. xxx9 (ΜΚ2), Σ.Α. (ΜΚ3) και Η.Π. (ΜΚ4). Συνοψίζω τη μαρτυρία τους: Ο ΜΚ1 εξέτασε τη σκηνή του δυστυχήματος. Υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τεκμήριο 1). Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2). Το μετέτρεψε σε σχέδιο επί κλίμακος (Τεκμήριο 3). Φωτογράφισε τη σκηνή (Τεκμήριο 4). Ο δρόμος αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μια για κάθε κατεύθυνση. Στη μέση υπάρχει συνεχής άσπρη γραμμή. Η σύγκρουση έγινε στη λωρίδα των θυμάτων (σημείο Χ, Τεκμήριο 3). Δεν υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες. Βασίστηκε στα ευρήματα της σκηνής. Αντεξετάστηκε σε σχέση με ίχνος στο οδόστρωμα το οποίο απεικονίζεται με μπλε μελάνι στις φωτ. 8, 9 και 24 (Τεκμήριο 4). Δεν το κατέγραψε στα σχέδια. Εντοπίστηκε στην αντίθετη λωρίδα της πορείας των θυμάτων, πριν το σημείο σύγκρουσης ως η πορείας τους. Είναι παράλληλο αρχικά της διαχωριστικής γραμμής. Κατευθύνεται προς την περιοχή της σύγκρουσης. Καταλήγει μπροστά από το όχημα των θυμάτων σε περιοχή όπου υπάρχουν έντονα λάδια. Είναι ίχνος πλαγιολίσθησης. Τα ίχνη πλαγιολίσθησης δημιουργούνται από την τριβή των ελαστικών στο οδόστρωμα λόγω της ταχύτητας και μιας απότομης κίνησης (Τεκμήρια 5 και 6). Θέση της υπεράσπισης, ως αυτή τέθηκε στον ΜΚ1, ήταν ότι δεν αποκλείεται το ίχνος να προκλήθηκε όταν το όχημα των θυμάτων πλαγιολίσθησε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και στη συνέχεια να επανήλθε με αποτέλεσμα τη σύγκρουση. Απάντησε ότι αποκλείει το ενδεχόμενο το ίχνος να σχετίζεται με το δυστύχημα. Ο ΜΚ2 είναι ο εξεταστής. Υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τεκμήριο 9). Το όριο ταχύτητας είναι 65 χ.α.ω. Η ορατότητα ως η πορεία του κατηγορούμενου είναι 150 μέτρα και ως η πορεία των θυμάτων 300 μέτρα. Ο κατηγορούμενος στην κατάθεσή του ανέφερε ότι δεν θυμόταν κάτι για το δυστύχημα (Τεκμήριο 10). Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τη στιγμή της σύγκρουσης επιχειρούσε να προσπεράσει άλλο όχημα. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το δυστύχημα οφείλεται σε επικίνδυνη οδήγηση, πέραν του γεγονότος ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στην αντίθετη λωρίδα της πορείας του. Τα θύματα ήρθαν στην Κύπρο δύο-τρεις μέρες πριν το δυστύχημα. Στη χώρα τους οδηγούν στην αντίθετη λωρίδα. Ρωτήθηκε αν, ως εξεταστής της υπόθεσης, τον απασχόλησε το ενδεχόμενο τα θύματα να οδηγούσαν στην αντίθετη λωρίδα. Απάντησε: «Υπάρχει αυτή η πιθανότητα». Η ΜΚ3 υιοθέτησε την κατάθεσή της (Τεκμήριο 11). Ήταν συνοδηγός σε όχημα που οδηγούσε ο σύζυγός της. Στις 12:15 περίπου είδε το όχημα του κατηγορούμενου. Ήταν επίμονα πίσω τους για δέκα μέτρα προσπαθώντας να τους προσπεράσει. Ήταν σε πολύ κοντινή απόσταση από το όχημά τους. Προσπέρασε το όχημά τους σε στροφή. Προσπέρασε και το προπορευόμενο όχημα. Θα χαρακτήριζε τη στροφή απότομη, κλειστή και χωρίς ορατότητα. Τόσο η ίδια όσο και ο κατηγορούμενος έκαναν στάση στην Τριμίκλινη. Αφού αναχώρησε, αντιλήφθηκε το όχημα του κατηγορούμενου να βρίσκεται επίμονα πίσω τους σε κοντινή απόσταση, προσπαθώντας να τους προσπεράσει. Μετά από λίγα μέτρα, σε σημείο όπου υπήρχε δεξιά κλειστή στροφή, τους προσπέρασε με ταχύτητα. Παρέμεινε για μερικά δευτερόλεπτα μπροστά τους. Ο κατηγορούμενος άνοιξε ελάχιστα την πόρτα του, αμέσως την έκλεισε και προσπέρασε το προπορευόμενο όχημα. Στην προσπάθειά του να προσπεράσει ανέπτυξε ταχύτητα. Ο σύζυγός της οδηγούσε με ταχύτητα 50-60 χ.α.ω. Μετά έχασε οπτική επαφή. Είδε για τελευταία φορά το όχημα του κατηγορούμενου «ενάμιση με δύο λεπτά» πριν αντιληφθεί τη σκηνή του δυστυχήματος. Εκεί βρίσκονταν και άλλα άτομα που σταμάτησαν για να βοηθήσουν. Αναχώρησε από τη σκηνή, χωρίς να κατέβει. Όταν έφθασε στο σπίτι ενημέρωσε την αστυνομία. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι η ταχύτητα του συζύγου της ήταν 50-60 χ.α.ω. Μπορεί να ήταν και 45 χ.α.ω. Χρειάστηκαν περίπου δέκα λεπτά να οδηγήσουν από την Τριμίκλινη μέχρι τη σκηνή του δυστυχήματος. Μετά από σειρά ερωτήσεων επανατοποθετήθηκε ότι είδε για τελευταία φορά το όχημα του κατηγορούμενου «γύρω στα πέντε λεπτά» πριν από το σημείο του δυστυχήματος. Δεν θυμάται σε ποια ακριβώς στροφή ο κατηγορούμενος τους προσπέρασε. Ο δρόμος έχει πολλές στροφές και «σε πολλές περιπτώσεις αμέσως μετά τη στροφή υπάρχουν διακεκομμένες γραμμές και επιτρέπεται και το προσπέρασμα». Δεν θυμάται αν στα σημεία όπου ο κατηγορούμενος τους προσπέρασε απαγορεύεται το προσπέρασμα. Ο ΜΚ4 υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τεκμήριο 12). Οδηγούσε με ταχύτητα περίπου 50 χ.α.ω. Το όχημα των θυμάτων προπορευόταν στην αριστερή λωρίδα σε απόσταση περίπου 50 μέτρων. Δεν θυμάται για πόση απόσταση βρισκόταν πίσω τους. Σε κάποιο σημείο, λόγω μιας ανοικτής δεξιάς στροφής και της απόστασης μεταξύ τους, έχασε οπτική επαφή. Ο δρόμος είναι ανηφορικός και μετά κατηφορικός. Ακολούθως είδε οχήματα με αντίθετη κατεύθυνση να αναβοσβήνουν τα φώτα τους. Πέρασε τη στροφή και προχώρησε ευθεία. Είδε τα οχήματα ακινητοποιημένα. Δεν είδε πως έγινε το δυστύχημα. Είδε για τελευταία φορά το όχημα των θυμάτων περίπου 500 μέτρα πριν το σημείο του δυστυχήματος. Υπολογίζει ότι «λογικά» η ταχύτητα των θυμάτων θα ήταν 55 χ.α.ω. Δεν γνωρίζει αν το όχημά τους ανέπτυξε ταχύτητα λόγω της κλίσης (σκαμπανεβάσματος) του δρόμου. Δεν γνωρίζει σε ποια λωρίδα οδηγείτο το όχημά τους όταν έγινε το δυστύχημα. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή κρίθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής. Κατέθεσαν ο Θ.M. (ΜΥ1) και ο Α.Α. (ΜΥ2). Ο ΜΥ1 είναι μηχανολόγος μηχανικός. Ειδικεύεται στη μελέτη τροχαίων ατυχημάτων. Βασίστηκε στο σχέδιο επί κλίμακος και τις φωτογραφίες της αστυνομίας (Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα). Δεν επισκέφθηκε τη σκηνή. Ετοίμασε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 13) και απεικονίσεις των οχημάτων κατά τη σύγκρουση (Τεκμήρια 14α-γ). Παρέπεμψε σε σχετική βιβλιογραφία (Τεκμήριο 15). Απουσιάζει από το σχέδιο επί κλίμακος (Τεκμήριο 3) το ίχνος πλαγιολίσθησης που εντοπίζεται στη λωρίδα του κατηγορούμενου (φωτ. 3, 5, 6, 8, 9, 24, Τεκμήριο 4). Σχετίζεται με το δυστύχημα καθότι καταλήγει στην περιοχή της σύγκρουσης. Το ίχνος θα μπορούσε να προκληθεί «μόνο» από το όχημα των θυμάτων λόγω απότομης αλλαγής της πορείας του προς τα αριστερά. Το πιθανότερο σενάριο είναι αυτό να κινείτο στην αντίθετη λωρίδα. Ο κατηγορούμενος, για να αποφύγει τον κίνδυνο μετωπικής σύγκρουσης, εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα. Το όχημα των θυμάτων κινήθηκε απότομα αριστερά για να βγει από τη λανθασμένη λωρίδα. Αποτέλεσμα ήταν τα οχήματα να συγκρουστούν στην αριστερή λωρίδα της πορείας των θυμάτων. Ο ΜΥ2 είναι κλινικός ψυχολόγος. Ετοίμασε έκθεση (Τεκμήριο 20). Τον Σεπτέμβριο του 2019 είχε δύο κλινικές συνεντεύξεις με τον κατηγορούμενο για να αξιολογήσει την ψυχολογική του κατάσταση. Έγιναν τρεις κλινικές δοκιμασίες. Ο κατηγορούμενος παρουσιάζει μετατραυματικό στρες και καταθλιπτική διαταραχή. Η απώλεια μνήμης είναι σύνηθες σύμπτωμα. Τα κατάλοιπα παραμένουν. Με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι δύο πλευρές αγόρευσαν. Η κατηγορούσα αρχή εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί η ενοχή του κατηγορούμενου καθότι το σημείο σύγκρουσης εντοπίστηκε στην αντίθετη λωρίδα ως η πορεία του. Επικαλέστηκε το τεκμήριο της συνέχειας σε συνάρτηση με τη μαρτυρία της ΜΚ3. Αντίθετα, η υπεράσπιση διερωτήθηκε αν είναι βέβαιο ότι αμέσως πριν τη σύγκρουση το όχημα των θυμάτων οδηγείτο στην ορθή λωρίδα λαμβάνοντας υπόψη το ίχνος πλαγιολίσθησης που εντοπίστηκε στη σκηνή. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν έχοντας υπόψη τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας (Λ.Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 27/17, ημερ. 21.11.17, Brierley v. Αστυνομίας

(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα και ν' απορρίψει άλλο (Βασιλειάδης ν. Δημήτριος Γ. Σπύρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 123/09, ημερ. 14.10.15). Εκ προοιμίου σημειώνω ότι οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής μου έκαναν καλή εντύπωση. Ο ΜΚ1 επεξήγησε με πληρότητα τις ενέργειές του όταν εξέταζε τη σκηνή. Κατέθεσε σχετικά τεκμήρια. Περιέγραψε λεπτομερώς το σχέδιο επί κλίμακος (Τεκμήριο 3). Υποστήριξε τα ευρήματά του παραπέμποντας σε φωτογραφίες (Τεκμήριο 4). Ο ΜΚ2 επεξήγησε τις ενέργειες για τη διερεύνηση του δυστυχήματος. Η αντεξέταση περιορίστηκε κυρίως σε διευκρινιστικές ερωτήσεις. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε. Η ΜΚ3 θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει με ειλικρίνεια τα όσα αντιλήφθηκε σε σχέση με το όχημα του κατηγορούμενου πριν τη σύγκρουση. Ουδεμία τάση καταφυγής στο ψεύδος παρατηρήθηκε. Η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε. Ο ΜΚ4 θεωρώ ότι με ειλικρίνεια ανέφερε όσα αντιλήφθηκε σε σχέση με το όχημα των θυμάτων πριν το δυστύχημα. Απαντούσε στις ερωτήσεις με συνοχή. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Συνεπώς, το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία τους. Ιδιαίτερη αναφορά σ' αυτές γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Ο ΜΥ1 και ο ΜΥ2 κλήθηκαν ως εμπειρογνώμονες. Τα ακαδημαϊκά τους προσόντα και η πείρα τους δεν αμφισβητήθηκαν. Καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα (Περσιάνη v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση 194/12, ημερ. 20.3.18, Daria v. Βλαβή
(2012)1 Α.Α.Δ. 1111). Ο ΜΥ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε τις ερωτήσεις αιτιολογημένα. Παρέπεμπε σε σχετικά τεκμήρια και βιβλιογραφία για να υποστηρίξει τις θέσεις του. Ιδιαίτερη αναφορά στη μαρτυρία του γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Η μαρτυρία του ΜΥ2 παρουσιάζει αδυναμίες που δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να βασιστεί σ' αυτή. Κλήθηκε επανειλημμένως από την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει τις κλινικές δοκιμασίες στις οποίες βασίστηκε για να καταλήξει στα συμπεράσματά του. Δεν το έπραξε. Η θέση του ότι, ακόμα και χωρίς αυτές, η κλινική παρατήρηση του κατηγορούμενου θα οδηγούσαν σε ταυτόσημα αποτελέσματα δεν επαρκεί. Οι κλινικές δοκιμασίες, σύμφωνα με τον ίδιο, βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα. Το γεγονός ότι δεν προσκομίστηκαν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιόν του τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να αξιολογήσει τα συμπεράσματά του. Η αξιολόγηση δε του κατηγορούμενου έγινε τέσσερα χρόνια μετά που έδωσε κατάθεση στην οποία αναφέρει ότι απώλεσε τη μνήμη του (Τεκμήριο 10). Τέλος, η θέση του ότι αν ο κατηγορούμενος ένιωθε ότι ευθυνόταν για το δυστύχημα θα το παραδεχόταν δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τελικός κριτής αξιοπιστίας και ενοχής (ή μη) ενός κατηγορούμενου είναι το Δικαστήριο (Νικολάου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390). Ο κατηγορούμενος επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής. Στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 10) αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Δεν θυμάται τι έγινε μετά. Οι ισχυρισμοί του δεν τέθηκαν στη βάσανο της αντεξέτασης. Συνεπώς δεν μπορεί να τους προσδοθεί βαρύτητα (Kireev v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 273/17, ημερ. 22.4.19, Assad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 164/16, ημερ. 6.12.17). Προτού καταγραφούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου, σημειώνω τα ακόλουθα: Αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΥ1, διαπιστώνεται ότι και οι δύο ανέφεραν ότι το ίχνος που απεικονίζεται στις φωτ. 8, 9 και 24 (Τεκμήριο 4) είναι ίχνος πλαγιολίσθησης. Η διαφορά στη μαρτυρία τους είναι κατά πόσον σχετίζεται με το δυστύχημα. Αναφορά στις θέσεις τους γίνεται σε μεταγενέστερο στάδιο. Παρενθετικά σημειώνω ότι ο ΜΥ1 αντεξετάστηκε εκτενώς σε σχέση με την αναγνώριση ιχνών πλαγιολίσθησης (Τεκμήρια 16-19). Οι υποβολές της κατηγορούσας αρχής ότι δεν πρόκειται για ίχνος πλαγιολίσθησης έρχονται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΚ1. Άλλες ομοιότητες που προκύπτουν από τη μαρτυρία τους είναι: πρώτον, το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων (σημείο Χ, Τεκμήριο 3), δεύτερον, η ταχύτητα τους κατά τη σύγκρουση είναι άγνωστη και τρίτον, το όχημα των θυμάτων μετά τη σύγκρουση με το άλλο όχημα συγκρούστηκε στο κιγκλίδωμα (φωτ. 17, Τεκμήριο 4). Εκεί που εντοπίζεται διαφορά στη μαρτυρία τους είναι σε σχέση με το κατά πόσον το όχημα του κατηγορούμενου, μετά τη σύγκρουση με το άλλο όχημα, συγκρούστηκε στο κιγκλίδωμα. Ο ΜΚ1 τοποθετήθηκε «με βεβαιότητα» ότι δεν συγκρούστηκε. Δεν θα μπορούσε, ανέφερε, το όχημα βάσει της πορείας του να συγκρουστεί στο κιγκλίδωμα και μετά να μετακινηθεί προς τα πίσω στην τελική του θέση. Του υποβλήθηκε ότι τα συντρίμμια και λάδια που κατευθύνονται προς το κιγκλίδωμα καταδεικνύουν τη σύγκρουση (φωτ. 26 και 27, Τεκμήριο 4). Απάντησε: «Εγώ θεωρώ ότι το [όχημα του κατηγορούμενου] δεν χτύπησε στο κιγκλίδωμα ασχέτως αν υπάρχει μεταφορά των εξαρτημάτων και των λαδιών.». Συμφώνησε ότι, μετά τη σύγκρουση, η μετακίνηση του οχήματος εξαρτάται από παράγοντες, όπως η ταχύτητα και η αντοχή του κιγκλιδώματος. Άλλοι παράγοντες είναι η ακριβής γωνία της σύγκρουσης, η ορμή των οχημάτων και η διαμόρφωση του οχήματος (λόγω ζημιών) μετά την αρχική σύγκρουση. Παράγοντες που δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα της θέσης του. Εν τέλει του ζητήθηκε να επεξηγήσει τη ζημιά και τα λάδια στο κιγκλίδωμα. Εμμένοντας στη θέση του, απάντησε ότι υπάρχουν λάδια «του συγκεκριμένου οχήματος ή του άλλου οχήματος» συνεπεία της σύγκρουσης στο κιγκλίδωμα. Δεν μπορεί να δώσει εξήγηση, πρόσθεσε. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη θέση του ότι το όχημα του κατηγορούμενου αποκλείεται να κτύπησε στο κιγκλίδωμα. Αντίθετα, θέση του ΜΥ1 ήταν ότι το όχημα του κατηγορούμενου συγκρούστηκε με το κιγκλίδωμα. Συνεπεία της εν λόγω σύγκρουσης το όχημα του κατηγορούμενου κινήθηκε προς τα πίσω και περιστράφηκε δεξιόστροφα. Παρέπεμψε σε φωτογραφίες στις οποίες φαίνεται μια γραμμή από λάδια να κατευθύνεται προς το κιγκλίδωμα όπου υπάρχει παραμόρφωση στο κιγκλίδωμα (φωτ. 26-28, Τεκμήριο 4). Δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια δεδομένα ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητά της θέσης του. Το γεγονός και μόνο ότι στις φωτογραφίες παρουσιάζεται το όχημα του κατηγορούμενου πλησίον σημείου όπου υπάρχει ζημιά στο κιγκλίδωμα και λάδια δεν είναι αρκετό για να ταυτοποιηθεί η εν λόγω ζημιά με σύγκρουση του συγκεκριμένου, και όχι οποιουδήποτε άλλου, οχήματος. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη θέση του. Διαφορά στη μαρτυρία τους εντοπίζεται και σε σχέση με την κλίση του οχήματος των θυμάτων τη στιγμή της σύγκρουσης με το άλλο όχημα. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι το όχημα ήταν σε ευθεία πορεία και η σύγκρουση υπό μικρή γωνία. Αντίθετα, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι το όχημα ήταν υπό γωνία (Τεκμήρια 7 και 8). Παρέπεμψαν και οι δύο στις ζημιές των οχημάτων για να καταλήξουν στα συμπεράσματά τους. Δεν υποστήριξαν εντούτοις τις θέσεις τους με οποιοδήποτε επιστημονικό κριτήριο που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να ελέγξει την ορθότητά τους. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σ' αυτές. Οι φωτογραφίες Α και Β παρέμειναν ως τεκμήρια προς αναγνώριση και άρα η μαρτυρία τους ανενεργή (Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας, των παραδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων, τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: Στις 2.9.15 και περί ώρα 12:40 ο κατηγορούμενος οδηγούσε όχημα στο δρόμο Λεμεσού-Πλατρών με νότια κατεύθυνση. Ο T.A. οδηγούσε ενοικιαζόμενο όχημα με αντίθετη κατεύθυνση, με συνοδηγό τη σύζυγό του A.Α. Έφεραν ζώνη ασφαλείας. Τα οχήματα συγκρούστηκαν μεταξύ τους παρά το ύψος του χωριού Άλασσα. Το σημείο σύγκρουσης εντοπίστηκε στη λωρίδα των θυμάτων (σημείο Χ, Τεκμήριο 3). Το όχημα των θυμάτων μετά τη σύγκρουση με το άλλο όχημα, συγκρούστηκε στο κιγκλίδωμα (φωτ. 17, Τεκμήριο 4). Τα θύματα τραυματίστηκαν θανάσιμα. Ο δρόμος αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μια για κάθε κατεύθυνση. Οι λωρίδες διαχωρίζονται από συνεχή άσπρη γραμμή. Η ορατότητα ως η πορεία του κατηγορούμενου ήταν 150 και ως η πορεία των θυμάτων
  1. Το όριο ταχύτητας ήταν 65 χ.α.ω. Η ταχύτητα των οχημάτων είναι άγνωστη. Πριν το σημείο σύγκρουσης ως η πορεία των θυμάτων, εντοπίστηκε ίχνος πλαγιολίσθησης στην αντίθετη λωρίδα, δηλαδή στη λωρίδα του κατηγορούμενου (φωτ. 8, 9 και 24, Τεκμήριο 4). Το ίχνος αρχικά είναι παράλληλο της διαχωριστικής γραμμής. Καταλήγει μπροστά από το όχημα των θυμάτων. Δεν καταγράφεται στο σχέδιο της αστυνομίας. Στη σορό του T.Α. δεν εντοπίστηκε αλκοόλη ή φάρμακα. Το όχημά του, λόγω καταστροφής, δεν μπορούσε να ελεγχθεί μηχανικά. Στο όχημα του κατηγορούμενου το σύστημα πέδησης ήταν σε καλή κατάσταση, ενώ το σύστημα διεύθυνσης, λόγω καταστροφής, δεν μπορούσε να ελεγχθεί. Ο κατηγορούμενος περί ώρα 12:15 προσπέρασε το όχημα της ΜΚ3 και ακόμα ένα όχημα σε σημείο όπου υπάρχει στροφή. Μετά από στάση των οχημάτων του κατηγορούμενου και της ΜΚ3 στην Τριμίκλινη, ο κατηγορούμενος προσπέρασε τα δύο οχήματα σε σημείο όπου υπάρχει στροφή. Πέντε λεπτά περίπου πριν αντιληφθεί το δυστύχημα, το όχημα του κατηγορούμενου θεάθηκε για τελευταία φορά από την ΜΚ
  2. Τα θύματα, πριν το δυστύχημα, οδηγούσαν στην αριστερή λωρίδα της πορείας τους. Σε απόσταση 500 μέτρων περίπου πριν το σημείο του δυστυχήματος, το όχημα των θυμάτων θεάθηκε για τελευταία φορά από τον ΜΚ
  3. Το κύριο ερώτημα είναι κατά πόσον η προσκομισθείσα μαρτυρία στοιχειοθετεί πέραν από κάθε λογική αμφιβολία το αδίκημα του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 210 προνοεί ότι όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος. Οι όροι «αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη» υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ίδιου αδικήματος. Το άρθρο δεν προσδιορίζει τι αποτελεί κάθε πράξη. Αφήνεται στο Δικαστήριο να το ερμηνεύσει με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Η επικίνδυνη οδήγηση απαιτεί τουλάχιστον κάποια παράλειψη ή λάθος (Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 233). Πρέπει να αποδειχθεί λανθασμένη ενέργεια, η οποία δεν εξομοιώνεται με την οδήγηση χωρίς της δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (Συλλούρης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 189/16, ημερ. 20.12.16). Η απερισκεψία υποδηλώνει αδιαφορία για την ασφάλεια των υπόλοιπων χρηστών του δρόμου (Ζυπίτης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220). Δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη συμπεριφορά απλώς με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, δηλαδή αυτής που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο οδηγό (Γενικός Εισαγγελέας v. Χρυσοστόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 473). Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, υποκειμενικό στοιχείο. Αλόγιστη πράξη σημαίνει την πράξη ή συμπεριφορά η οποία δεν είναι, υπό τις περιστάσεις, λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής (Clarke v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 734). Ένα σημαντικό ζήτημα είναι κατά πόσον το ίχνος πλαγιολίσθησης που εντοπίστηκε στη σκηνή σχετίζεται με το δυστύχημα. Ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος ανέφερε επ' αυτού: «.λόγω εμπειρίας βλέπεις κατά την άφιξή σου στη σκηνή αν πρέπει να δοθεί σημασία.» σε κάποιο ίχνος. Ερωτηθείς αν έγιναν εξετάσεις για το εν λόγω ίχνος, απάντησε: «Φυσικά έγιναν εξετάσεις και έκρινα ότι, υπό τις περιστάσεις, το συγκεκριμένο ίχνος δεν είχε σχέση με το δυστύχημα». Σε κανένα σημείο δεν διευκρινίζει τι εξετάσεις έγιναν. Απέκλεισε το ενδεχόμενο να προκλήθηκε από το όχημα των θυμάτων καθότι σε τέτοια περίπτωση θα υπήρχαν και άλλα ίχνη στην άσφαλτο αφού το ίχνος τελειώνει 12 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης. Όμως, σύμφωνα με τον ίδιο, αν ένα όχημα θα αφήσει ίχνος στο οδόστρωμα εξαρτάται από την ταχύτητά του. Ταχύτητα η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι άγνωστη. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη θέση του ότι αποκλείεται το ίχνος πλαγιολίσθησης να σχετίζεται με το δυστύχημα. Αντίθετα, ο ΜΥ1 αναφέρει στην έκθεσή του ότι το ίχνος πλαγιολίσθησης θα μπορούσε να προκληθεί «μόνο» από το όχημα των θυμάτων. Και αυτό διότι καταλήγουν στην περιοχή της σύγκρουσης (Τεκμήριο 13). Η θέση που προέβαλε, και μάλιστα με απόλυτη βεβαιότητα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εξέτασε το ίχνος μόνο μέσα από φωτογραφίες. Η ακριβής θέση του στο οδόστρωμα είναι άγνωστη αφού δεν τοποθετήθηκε στο σχέδιο της αστυνομίας. Θέση του ήταν ότι το ίχνος είναι πρόσφατο διότι στην αρχή είναι αμυδρό και στο σημείο όπου τα ίχνη τέμνονται υπάρχει εμφανές μαύρισμα. Αν είχε συμβεί πριν το δυστύχημα, ανέφερε, θα είχε εξαφανιστεί λόγω της τροχαίας κίνησης. Η θέση του ότι το ίχνος θα εξαφανιζόταν λόγω της τροχαίας κίνησης στηρίζεται σε άγνωστα δεδομένα. Είναι άγνωστο κατά πόσον η τροχαία κίνηση θα ήταν τέτοιου βαθμού που σίγουρα θα αλλοίωνε το ίχνος. Συνεπώς δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια ώστε να μπορεί να εξεταστεί η ορθότητα των θέσεών του. Εν ολίγοις, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ότι το ίχνος προκλήθηκε από το όχημα των θυμάτων. Ούτε όμως μπορεί να το αποκλείσει. Ανεξαρτήτως της διαπίστωσης αυτής, η κατηγορούσα αρχή εισηγείται ότι με βάση το τεκμήριο της συνέχειας η μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ4 είναι αρκετή για να αποδειχθεί η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν από κάθε λογική αμφιβολία. Η απόδειξη της ύπαρξης μιας κατάστασης πραγμάτων σε μια ορισμένη στιγμή παρέχει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ύπαρξη της ίδιας κατάστασης συνεχίστηκε μέχρι τον ουσιώδη χρόνο που εξετάζει το Δικαστήριο (Nanoka Ltd v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 471). Εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στη μαρτυρία της ΜΚ3 εντοπίζονται αδυναμίες -χωρίς να επηρεάζεται η αξιοπιστία της- σε σχέση με τις εκτιμήσεις της όσον αφορά την οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Πρώτον, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με «μεγάλη ταχύτητα». Η αναφορά της σε ταχύτητα όπως η ίδια την εκτίμησε, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στην απουσία μαρτυρίας ειδικού (Κυπριανού v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816, Γενικός Εισαγγελέας v. Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Εξάλλου, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να οδηγούσε εντός του επιτρεπόμενου ορίου. Δεύτερον, στην κυρίως εξέταση ανέφερε ότι είδε το όχημα του κατηγορούμενου για τελευταία φορά «ενάμιση με δύο λεπτά» πριν αντιληφθεί το δυστύχημα. Αντεξεταζόμενη -μετά από σειρά ερωτήσεων- επανατοποθετήθηκε αναφέροντας ότι είδε το όχημα του κατηγορούμενου για τελευταία φορά «γύρω στα πέντε λεπτά» πριν αντιληφθεί το δυστύχημα. Δεν προσδιορίστηκε η απόσταση. Τρίτον, δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί σε ποιες στροφές τους προσπέρασε ο κατηγορούμενος ή αν στα σημεία όπου τους προσπέρασε απαγορεύεται το προσπέρασμα. Από τη μαρτυρία της προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα με σκοπό να προσπεράσει προπορευόμενα οχήματα. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος τη στιγμή της σύγκρουσης επιχειρούσε κάτι ανάλογο. Η διασύνδεση επομένως της οδικής συμπεριφοράς του πριν το δυστύχημα με τις συνθήκες του δυστυχήματος, μέσω του τεκμηρίου της συνέχειας, δεν στοιχειοθετείται. Ούτε όμως μπορεί να διασυνδεθεί η μαρτυρία του ΜΚ4 σε σχέση με την οδική συμπεριφορά των θυμάτων, μέσω του τεκμηρίου της συνέχειας, με τις συνθήκες του δυστυχήματος. Ανέφερε ότι για όσο χρόνο οδηγούσε πίσω από το όχημα των θυμάτων αυτό κινείτο στην αριστερή λωρίδα της πορείας του. Στη μαρτυρία του εντοπίζονται αδυναμίες, οι οποίες δεν επηρεάζουν την αξιοπιστία του. Τις παραθέτω. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει την απόσταση που ήταν πίσω από το όχημα των θυμάτων. Έχασε οπτική επαφή περίπου 500 μέτρα πριν το δυστύχημα. Δεν μπορεί να γνωρίζει σε ποια λωρίδα κινείτο από εκείνη τη στιγμή μέχρι τη σύγκρουση. Η αναφορά του σε ταχύτητα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή στην απουσία μαρτυρίας εμπειρογνώμονα (Κυπριανού (ανωτέρω)). Ούτε έχει παρατεθεί το απαραίτητο γνωσιολογικό υπόβαθρο που να επιτρέπει στο μάρτυρα να προβεί σε υπολογισμό της (Ηλία v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 133/16, ημερ. 29.3.19). Εξάλλου, με ειλικρίνεια ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με την ταχύτητα του οχήματος των θυμάτων: «.δεν ξέρω λόγω του σκαμπανεβάσματος του δρόμου, αν δηλαδή το αυτοκίνητο του βάρους του αυτοκινήτου ανέπτυξε.». Συνοψίζοντας, οι αδυναμίες στη μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ4 δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να καταλήξει, με βάση το τεκμήριο της συνέχειας, σε ευρήματα ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος. Το δε ίχνος πλαγιολίσθησης που εντοπίστηκε δεν αποκλείεται να προκλήθηκε από το όχημα των θυμάτων. Συνακόλουθα δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ενοχής του κατηγορούμενου βάσει περιστατικής μαρτυρίας. Η ενοχή του κατηγορούμενου πρέπει να προκύπτει από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102). Η ενοχή πρέπει να μη μπορεί να συμβιβαστεί με άλλη λογική ερμηνεία (Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Στην προκειμένη περίπτωση ελλείπουν τα στοιχεία αυτά. Πέραν των αδυναμιών στη μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ4, το ίχνος που εντοπίστηκε στη σκηνή δεν αποκλείει την πιθανότητα να προκλήθηκε από το όχημα των θυμάτων πριν τη σύγκρουση. Η πιθανότητα αυτή ενδεχομένως να δικαιολογεί το λόγο για τον οποίο ο κατηγορούμενος οδηγούσε στην αντίθετη λωρίδα της πορείας του. Η κατηγορούσα αρχή είχε το βάρος να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν από κάθε λογική αμφιβολία. Αναδύεται, υπό τις περιστάσεις, εύλογη αμφιβολία κατά πόσον η συμπεριφορά του εμπίπτει εντός του άρθρου 210. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι, δεν επιτρέπονται (Κλεάνθους v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 236/18, ημερ. 11.1.19). Συνεπώς, τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών δεν αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final Αναφορά: άρθρο 210, Ποινικός Κώδικας [1] Άρθρο 210, Ποινικού Κώδικα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.