Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Βασιλείου, Αρ. Υπόθεσης: 3106/17, 8/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3106/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. xxx Βασιλείου Κατηγορούμενη ---------------- Ημερομηνία: 8 Ιανουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Γιασκούρη Για την Κατηγορούμενη: κ. Κ. Σωτήρη Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η (ex tempore) Η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι οδηγούσε μοτοποδήλατο χωρίς ασφαλιστική κάλυψη[1] και χωρίς άδεια οδήγησης[2] (1η και 2η κατηγορία αντίστοιχα). Κατέθεσαν ο Αστ. xxx5 (ΜΚ1), ο Αστ. xxx9 (ΜΚ2) και ο Δ.Ε. (ΜΚ3). Ως παραδεκτά γεγονότα δηλώθηκαν τα ακόλουθα: στις 16.6.15 και ώρα 03:30 έγινε ατύχημα στην οδό Μακαρίου Γ' στον Ύψωνα. Η κατηγορούμενη δεν είχε ασφαλιστική κάλυψη ή άδεια οδήγησης. Ο ΜΚ3 και η κατηγορούμενη τραυματίστηκαν. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τεκμήριο 1). Βρήκε στη σκηνή του ατυχήματος τον ΜΚ3, 17 ετών, και την κατηγορούμενη τραυματισμένους στο έδαφος. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι οδηγούσε μοτοποδήλατο. Η κατηγορούμενη ήταν πεζή. «Κάποιο άγνωστό του αυτοκίνητο χωρίς να συγκρατήσει αριθμούς εγγραφής ή κάποια άλλη περιγραφή» του έκοψε το δρόμο με αποτέλεσμα να κτυπήσει την κατηγορούμενη. Η κατηγορούμενη ανέφερε ότι ήταν πεζή και την κτύπησε το μοτοποδήλατο. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τεκμήριο 2). Ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο 3). Την ίδια μέρα (16.6.15) ο ΜΚ3 στο νοσοκομείο του ανέφερε ότι οδηγούσε μοτοποδήλατο. Η κατηγορούμενη ήταν πεζή. Όχημα «μάρκας Golf χρώματος μαύρου» του ανέκοψε την πορεία του. Έχασε τον έλεγχο του μοτοποδήλατου και κτύπησε την κατηγορούμενη. Την επόμενη μέρα έλαβε κατάθεση από τον ΜΚ3 στον αστυνομικό σταθμό στην παρουσία της μητέρας του (Τεκμήριο 4). Σ' αυτή ανέφερε ότι η κατηγορούμενη ήταν συνεπιβάτης. Αρνήθηκε ότι περιέγραψε το όχημα ως «μάρκας Golf». Στις 3.7.15 ο ΜΚ3 προέβη σε νέα κατάθεση στην οποία ανέφερε ότι η κατηγορούμενη ήταν οδηγός (Τεκμήριο 6). Η κατηγορούμενη νοσηλεύτηκε στην εντατική σε σοβαρή κατάσταση. Μεταφέρθηκε στο Γ.Ν. Λευκωσίας. Έλαβε ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 5) απ' αυτή στο νοσοκομείο. Δεν θυμόταν κάτι για το ατύχημα. Ο ΜΚ3 υιοθέτησε μέρος της κατάθεσής του, ημερ. 17.6.15 (Τεκμήριο 4). Διαφώνησε με τις ακόλουθες αναφορές στην κατάθεσή του: πρώτον, «στις 16.6.15 και περί ώρα 03:30 οδηγούσα το μοτοποδήλατο [αριθμοί εγγραφής] βόρεια στην οδό Μακαρίου Γ' στον Ύψωνα. Μαζί συνεπιβάτης στο μοτοποδήλατο ήταν η φίλη μου [κατηγορούμενη]». Δεύτερον, «. [όχημα] μπήκε στην πλευρά που οδηγούσα εγώ και μου ανέκοψε την πορεία μου. Εγώ μόλις το αντιλήφθηκε αυτό προσπάθησα να τον αποφύγω και έκανα ελιγμό προς τα αριστερά, σύμφωνα με την πορεία μου, στην προσπάθεια μου αυτή έχασα τον έλεγχο του μοτοποδήλατου μου και κατευθύνθηκα αριστερά προς το περιτοίχισμα οικίας.». Τρίτον, «η ταχύτητα μου την ώρα του δυστυχήματος ήταν περίπου τριάντα χιλιόμετρα ανά ώρα». Υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερ. 3.7.15 (Τεκμήριο 6). Σ' αυτή αναφέρει ότι η κατηγορούμενη του ζήτησε να οδηγήσει το μοτοποδήλατο, όμως ο ίδιος αρνήθηκε. Της επέτρεψε επειδή επέμενε. Η κατηγορούμενη ήταν στη θέση του οδηγού και ο ίδιος πίσω της. Αφού οδήγησε λίγα μέτρα της είπε να σταματήσει για να οδηγήσει ο ίδιος, όμως εκείνη συνέχισε. Λόγω του οχήματος που αναφέρει στην προηγούμενη κατάθεσή του, η κατηγορούμενη έχασε τον έλεγχο και προκλήθηκε ατύχημα. Κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε ότι στη σκηνή είχαν μια σύντομη συζήτηση με την κατηγορούμενη. Συμφώνησαν να «τα καλύψουν» και να πουν ότι οδηγούσε ο ίδιος καθότι η κατηγορούμενη δεν είχε ασφάλεια ή άδεια οδήγησης. Φοβόταν μήπως το μάθουν οι γονείς της. Τέλη του 2017 παραδέχθηκε ενοχή ότι επέτρεψε στην κατηγορούμενη να οδηγήσει. Του επιβλήθηκε ποινή. Δεν νομίζει να είναι τυχαίο, πρόσθεσε. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, κρίθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία. Επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Δεν πρόσφερε άλλη μαρτυρία. Η κατηγορούμενη στην ανώμοτη δήλωσή της ανέφερε: «Κύριε Δικαστά, δεν είχα ούτε άδεια, ούτε ασφάλεια. Απλά θέλω να σας επισημάνω ότι δεν έχω οδηγήσει ποτέ στη ζωή μου μοτοσυκλέτα. Συγκεκριμένα δεν ήταν κάτι που ήθελα δηλαδή να επιδιώξω. Τραυματίστηκα πάρα πολύ σοβαρά εκείνο το βράδυ, με κατάγματα στον αυχένα, στο κεφάλι, στο μάτι, στα δάκτυλα, στο χέρι και δεν ήμουν σε θέση να αντιληφθώ το οτιδήποτε και να μιλήσω. Οι γονείς μου δεν μου επέτρεπαν να βγαίνω έξω από το σπίτι μετά τα μεσάνυχτα και εάν έβγαινα, αυτό ήταν κρυφά. Δηλαδή το συγκεκριμένο βράδυ ήταν κρυφά. Θέλω να πω ότι το συγκεκριμένο βράδυ οδηγούσε ο [ΜΚ3].» Μετά το πέρας της ακρόασης, οι δύο πλευρές αγόρευσαν. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν, έχοντας υπόψη τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας (Λ.Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 27/17, ημερ. 21.11.17, Brierley v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 μου έκαναν καλή εντύπωση. Ο ΜΚ1 μετέφερε στο Δικαστήριο τα όσα, σύμφωνα με τον ίδιο, του λέχθηκαν από τον ΜΚ3 και την κατηγορούμενη. Ο ΜΚ2 επεξήγησε λεπτομερώς τις ενέργειές του, καταθέτοντας σχετικά τεκμήρια. Η αξιοπιστία τους δεν αμφισβητήθηκε. Η αντεξέτασή τους αφορούσε κυρίως διευκρινιστικές ερωτήσεις. Ουδεμία τάση υπερβολής ή αντίφαση διαπιστώθηκε. Συνεπώς, το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία τους. Σε σχέση με τον ΜΚ3, σημειώνω ότι προηγούμενη αντιφατική κατάθεση δεν καθιστά τη μαρτυρία εκ προοιμίου αναξιόπιστη (Πουτζιουρής κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309). Τα κριτήρια αποτίμησης των αντιφάσεων σχετίζονται άμεσα με τους λόγους προβολής διιστάμενων θέσεων (Σκορδέλλη v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 101/13 κ.ά., ημερ. 6.6.16). Το τελικό κριτήριο είναι η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια και η ετοιμότητά του να καταλήγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος (Τεβλετιάν v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 512). Ο ΜΚ3 προέβαλε τρεις εκδοχές. Εκδοχές οι οποίες δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Στη σκηνή του ατυχήματος ανέφερε στην αστυνομία ότι οδηγούσε ο ίδιος και η κατηγορούμενη ήταν πεζή. Την επόμενη μέρα στην κατάθεσή του ανέφερε ότι οδηγούσε ο ίδιος και η κατηγορούμενη ήταν συνεπιβάτης (Τεκμήριο 4). Σε δεύτερη κατάθεσή του, δύο εβδομάδες περίπου αργότερα, ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν συνεπιβάτης και η κατηγορούμενη ήταν οδηγός (Τεκμήριο 6). Εν ολίγοις, ο ΜΚ3 ισχυρίστηκε αρχικά ότι η κατηγορούμενη ήταν πεζή, στη συνέχεια ότι ήταν συνεπιβάτης και εν τέλει ότι ήταν οδηγός. Στις δύο πρώτες εκδοχές τοποθετεί τον εαυτό του στη θέση του οδηγού. Υπό τις περιστάσεις η νομολογία επιτάσσει όπως η μαρτυρία του αντικριστεί με ιδιαίτερη προσοχή (Κουσουλίδης v. Αστυνομία, Ποινική Έφεση 10/18, ημερ. 9.11.8). Εξετάζοντας τις τρεις εκδοχές του, πέραν των αντιφατικών θέσεων του ως προς το ποιος οδηγούσε το μοτοποδήλατο, διαπιστώνονται αδυναμίες. Διαπιστώνεται αδυναμία όσον αφορά τη μαρτυρία του για το εμπλεκόμενο όχημα. Και στις τρεις εκδοχές θέση του ήταν ότι στο ατύχημα ενεπλάκη κάποιο όχημα. Συμφώνησε αντεξεταζόμενος ότι τη μέρα του ατυχήματος είπε στην αστυνομία ότι το όχημα ήταν «μάρκας Golf χρώματος μαύρου». Την επόμενη μέρα του ατυχήματος στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 4) ανέφερε ότι επρόκειτο για: «ένα αυτοκίνητο σκούρου χρώματος του οποίου άλλα χαρακτηριστικά δεν μπορώ να θυμηθώ γιατί δεν τα διέκρινα». Στη δεύτερη κατάθεσή του (Τεκμήριο 6) δύο εβδομάδες αργότερα παραπέμπει στην περιγραφή που έδωσε στην πρώτη κατάθεση. Αντεξεταζόμενος επ' αυτών των διαφορών απάντησε ότι δεν θυμάται τι είπε τη μέρα του ατυχήματος και ότι απαντούσε ανάλογα με τις ερωτήσεις που του έκαναν. Ουδεμία πειστική εξήγηση δόθηκε για ποιο λόγο ενώ αρχικά ανέφερε όχημα συγκριμένης μάρκας και χρώματος, την αμέσως επόμενη μέρα περιορίστηκε να αναφέρει ότι πρόκειται για όχημα σκούρου χρώματος. Η δικαιολογία που προέβαλε, ήτοι ότι απαντούσε ανάλογα με τις ερωτήσεις που του έκανε η αστυνομία, δεν φαίνεται να ευσταθεί αφού αναφορά στο όχημα γίνεται και στις δύο καταθέσεις. Εντοπίζονται και άλλες αδυναμίες. Ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι στη σκηνή του ατυχήματος είπε στην αστυνομία ότι η κατηγορούμενη ήταν πεζή επειδή ήταν σοκαρισμένος και δεν ήξερε πως να «το καλύψει». Ουδεμία όμως επεξήγηση έδωσε για ποιο λόγο την επόμενη μέρα, αυτοαναιρούμενος, είπε στην κατάθεσή του ότι η κατηγορούμενη ήταν συνεπιβάτης (Τεκμήριο 4). Οι εκδοχές που προέβαλε, ιδωμένες συνολικά, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν ότι ήθελε να προστατεύσει την κατηγορούμενη από τους γονείς της, ως ο ισχυρισμός του. Πώς προστάτευε την κατηγορούμενη όταν ανέφερε αρχικά ότι ήταν πεζή και την αμέσως επόμενη μέρα ότι ήταν συνεπιβάτης; Πώς προστάτευε την κατηγορούμενη όταν αρχικά ανέφερε ότι το εμπλεκόμενο όχημα ήταν συγκεκριμένης μάρκας και χρώματος και την αμέσως επόμενη μέρα ότι επρόκειτο απλώς για όχημα σκούρου χρώματος; Τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν παρά να προβληματίσουν. Κενό παρουσιάζεται και στη δεύτερη κατάθεσή του (Τεκμήριο 6) ως προς τον λόγο για τον οποίο αποφάσισε να προβεί σ' αυτή. Στην κατάθεσή του λέει: «Ο λόγος για τον οποίο ανέφερα στην προηγούμενη μου κατάθεση ότι οδηγούσα εγώ είναι γιατί η [κατηγορούμενη] με παρακάλεσε να το κάνω αυτό γιατί φοβόταν την αντίδραση των γονέων της. Γι' αυτό αποφάσισα να πω την αλήθεια». Στη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου είπε ότι αποφάσισε να πει την αλήθεια μετά από συνομιλία με τους γονείς του μια ή δύο μέρες μετά που έδωσε την πρώτη κατάθεση (Τεκμήριο 4). Μέχρι τη δεύτερη κατάθεσή του (Τεκμήριο 6) παρήλθαν δύο εβδομάδες περίπου. Σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του ήταν εμφανής η προσπάθειά του να δικαιολογήσει την παρέλευση του χρόνου αυτού. Επικαλέστηκε ότι ήταν ανήλικος, ότι ήθελε λίγες μέρες για να αντιληφθεί ότι έπρεπε να πει την αλήθεια λόγω συναισθηματισμού, λόγω άγνοιας, ότι δεν ήταν έτοιμος, ότι ήταν σοκαρισμένος, ότι τον βοήθησαν οι γονείς του να πει την αλήθεια γιατί «δεν ήταν έτοιμος να αλλάξει την κατάθεσή του», ότι συνειδητοποίησε τελικά ότι είναι λάθος να λέμε ψέματα. Θεωρώ ότι προέβαλε τους ισχυρισμούς αυτούς, ιδιαίτερα στην αντεξέτασή του, στην προσπάθειά του να προωθήσει την εκδοχή του και να δικαιολογήσει το χρόνο που παρήλθε. Σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης απαντούσε με υπεκφυγές. Παραδείγματος χάριν, του υποβλήθηκε ότι οι διαφορετικές εκδοχές που προέβαλε δείχνουν ότι αλλάζει εύκολα γνώμη. Απάντησε ότι ήταν ανήλικος και ότι έπρεπε να μιλήσει με τους γονείς του για να καταλάβει το λάθος του. Ερωτηθείς αμέσως μετά αν κάνει ό,τι του λένε οι γονείς του, απάντησε: «Όχι, αλλά οι γονείς μου εμάθαν με να λαλώ την αλήθκεια και αυτό δεν είναι λάθος, είμαι περήφανος διότι με έμαθαν να λέω την αλήθεια οι γονιοί μου». Ερωτηθείς κατά πόσον θα άλλαζε την κατάθεσή του αν οι γονείς του δεν του έλεγαν να πει την αλήθεια, απάντησε: «Ευχαριστώ που έχω τους σωστούς γονιούς». Σε άλλη ενότητα της αντεξέτασης, ρωτήθηκε κατά πόσον τραυματίστηκε σοβαρά από το ατύχημα. Απάντησε ότι δεν μπορεί να κάνει διάγνωση του εαυτού του. Οι αδυναμίες στη μαρτυρία του είναι σε τέτοια έκταση και βαθμό που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σ' αυτή. Η κατηγορούμενη προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Οι αρχές που διέπουν την προσέγγισή της εμπεριέχονται στην πλούσια νομολογία του Εφετείου.[3] Αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον της (Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129). Η ανώμοτη δήλωση εξετάζεται μέσα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας (Ζωδιάτη v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 236/17, ημερ. 9.7.19). Σ' αυτή μπορεί να δοθεί το βάρος που το Δικαστήριο κρίνει ότι της αξίζει, αλλά δεν μπορεί να της δοθεί η ίδια αξία που έχει μια ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση. Η αποδεικτική της αξία είναι μάλλον πειστική, παρά αποδεικτική. Μ' αυτή δεν μπορούν να αποδειχθούν γεγονότα τα οποία μόνο με μαρτυρία αποδεικνύονται (Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ v. Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις 102/14 κ.ά., ημερ. 23.10.15). Αναγνωρίζεται ως κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο αφού μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας κάτω από μια διαφορετική σκοπιά (Χρίστου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 46/17, ημερ. 19.7.129). Έχει ως βάση την κοινή λογική. Αξιολογώντας την ανώμοτη δήλωση υπό το φως των σχετικών νομικών αρχών, οι ισχυρισμοί της ότι δεν είχε ασφάλεια ή άδεια οδήγησης και ότι τραυματίστηκε λόγω του ατυχήματος επιβεβαιώνονται από τα παραδεκτά γεγονότα. Ο ισχυρισμός της ότι οδηγούσε ο ΜΚ3 δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί αφού δεν υπάρχει (αξιόπιστη) μαρτυρία προς τούτο. Οι ισχυρισμοί της ότι δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί ή να μιλήσει μετά το ατύχημα, ότι ουδέποτε οδήγησε μοτοσυκλέτα στη ζωή της και ότι βγήκε κρυφά από το σπίτι δεν επιβεβαιώνονται από τη μαρτυρία. Προτού καταγραφούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου, σημειώνω τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι στη σκηνή του ατυχήματος ο ΜΚ3 του είπε ότι οδηγούσε το μοτοποδήλατο. Ο ΜΚ2 κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι στο νοσοκομείο ο ΜΚ3 του είπε ότι το εμπλεκόμενο όχημα ήταν «μάρκας Golf χρώματος μαύρου». Πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία. Η εξ ακοής μαρτυρία δεν απορρίπτεται για το μόνο λόγο ότι είναι εξ ακοής, ούτε όμως γίνεται αυτόματα αποδεκτή για το αληθές του περιεχομένου της. Προσδίδεται σ' αυτή η δέουσα βαρύτητα υπό το φως των σχετικών νομικών αρχών (άρθρα 24 και 27, Κεφ. 9, Ανδρέου v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 152, Τουμάζου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 142/14, ημερ. 17.12.15). Η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία τους σε σχέση με την εξ ακοής μαρτυρία. Ο ΜΚ3 αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε τις αναφορές τους. Κρίνεται, υπό τις περιστάσεις, ότι μπορεί να δοθεί βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία. Η υπεράσπιση, κατά την αντεξέταση του ΜΚ3, υπέβαλε σ' αυτόν ότι τη μέρα του ατυχήματος συνομίλησε με τρίτο πρόσωπο σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης όπου ο ΜΚ3 είχε πει ότι οδηγούσε ο ίδιος. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι αποδέχεται ότι είπε ότι οδηγούσε. Έπρεπε να πει ένα ψέμα, πρόσθεσε, για να «προωθήσει» και να «προστατεύσει» τα ψέματα που είπε στην αστυνομία. Είναι άγνωστες κάτω από ποιες περιστάσεις περιήλθε στην κατοχή της υπεράσπισης η συνομιλία, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή έγινε και ποια η σχέση μεταξύ του ΜΚ3 και της συνομιλήτριας (βλ. κατ' αναλογία Ρ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 253/17, ημερ. 28.2.19). Υπό τις περιστάσεις, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προδώσει βαρύτητα σ' αυτή. Στην ανώμοτη δήλωσή της η κατηγορούμενη επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της κατάθεσής της (Τεκμήριο 5). Η ανώμοτη δήλωση έχει ήδη αξιολογηθεί από το Δικαστήριο. Ουδεμία βαρύτητα μπορεί να προσδοθεί στους υπόλοιπους ισχυρισμούς της κατάθεσή της καθότι η κατηγορούμενη δεν αντεξετάστηκε επ' αυτούς. Στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας και των παραδεκτών γεγονότων, τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: στις 16.6.15 και ώρα 03:30 προκλήθηκε ατύχημα στην οδό Μακαρίου Γ' στον Ύψωνα. Τραυματίστηκαν ο ΜΚ3 και η κατηγορούμενη. Στη σκηνή ο ΜΚ3 είπε στον ΜΚ1 ότι οδηγούσε μοτοποδήλατο όταν άγνωστο όχημα ανέκοψε την πορεία του με αποτέλεσμα να κτυπήσει την κατηγορούμενη η οποία ήταν πεζή. Την ίδια μέρα στο νοσοκομείο ο ΜΚ3 είπε στον ΜΚ2 ότι οδηγούσε μοτοποδήλατο όταν όχημα «μάρκας Golf χρώματος μαύρου» του ανέκοψε την πορεία του με αποτέλεσμα να κτυπήσει την κατηγορούμενη. Την επόμενη μέρα ο ΜΚ3 είπε στην κατάθεσή του ότι η κατηγορούμενη ήταν συνεπιβάτης και αρνήθηκε ότι περιέγραψε το όχημα ως «μάρκας Golf». Στις 3.7.15 ο ΜΚ3 είπε στην κατάθεσή του ότι η κατηγορούμενη ήταν οδηγός. Η κατηγορούμενη δεν είχε ασφαλιστική κάλυψη και δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης. Μοναδικό θέμα προς εξέταση είναι κατά πόσον οδηγούσε η κατηγορούμενη. Η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Κουσουλίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 10/18, ημερ. 9.11.18). Στην παρούσα υπόθεση απουσιάζει αξιόπιστη μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη οδηγούσε το μοτοποδήλατο. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι, δεν επιτρέπονται (Hiscock v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 183/15, ημερ. 19.10.17). Ό,τι επιτρέπεται είναι η εξαγωγή αδιαμφισβήτητων συμπερασμάτων από αποδεδειγμένα γεγονότα. Η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες. Συνεπώς, αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final Αναφορά: Οδήγηση χωρίς ασφαλιστική κάλυψη κ.ά. [1] Άρθρο 3, Ν.96(I)/00 [2] Άρθρο 49, Ν.94(Ι)/01 [3] Κόλιας v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 106/15, ημερ. 17.5.18, Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 96/16, ημερ. 28.11.17, Α.Δ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 91/14, ημερ. 22.6.16 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο