Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 1530/18, 8/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Tάσου Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1530/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Kατηγορούσα Αρχή - ν - XXXX Κωνσταντίνου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 8 Ιανουαρίου, 2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δ. Ναπολέοντος Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Κονής Κατηγορούμενος Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της άσεμνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 176 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87 και 145
(1)/02. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την 18η Μάϊου 2017, στην XXXX, της Επαρχίας Λεμεσού, δημόσια τέλεσε άσεμνο πράξη, δηλαδή, ύψωσε το μεσαίο του δάκτυλο προς τον XXXX Αναστασίου από τη Λεμεσό. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία και για την απόδειξη της υπόθεσης της αστυνομίας η κατηγορούσα αρχή κάλεσε και κατέθεσαν στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες κατηγορίας, ήτοι η Αστ. XX XXXX Κυριακίδου (Μ.Κ.1) και ο κ. XXXX Αναστασίου, παραπονούμενος, (Μ.Κ.2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και μετά που εκλήθη σε απολογία και του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός προέβη σε ένορκη μαρτυρία. Η υπεράσπιση δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Κατά την ακροαματική δε διαδικασία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο σαν τεκμήρια από τους μάρτυρες κατηγορίας: Από την Μ.Κ. 1, η γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου, Τεκμήριο 1 και η γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε στον κατηγορούμενο από την Μ.Κ.1, Τεκμήριο
- ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η αστυφ. XX ΧXXX Κυριακίδου, η οποία διάβασε και υιοθέτησε τη γραπτή της κατάθεση, έγγραφο με την Ένδειξη Α, και υιοθέτησε το περιεχόμενο της ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Κατάθεσε επίσης χωρίς ένσταση, τη γραπτή κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο την 1.6.2017 ως Τεκμήριο 1 και την γραπτή κατηγορία που απήγγειλε στον κατηγορούμενο την 1.6.2017, ως Τεκμήριο
- Όπως ανέφερε δεν προέβη σε οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες. Η Μ.Κ.1 δεν αντεξετάστηκε και σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου ανέφερε ότι τον XXXX Κωνσταντίνου από τον οποίο έλαβε κατάθεση τον βλέπει στην αίθουσα του Δικαστηρίου σαν το πρόσωπο που βρισκόταν στο εδώλιο του κατηγορούμενου. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο παραπονούμενος XXXX Αναστασίου. Λόγω του ότι δεν ήταν σε θέση να διαβάσει το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης ημερομηνίας 19.5.2017 επειδή δεν αναγνώριζε την γραφή του αστυφύλακα, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να την αναγνώσει η ίδια, αίτημα στο οποίο δεν έφερε ένστασης ο συνήγορος υπεράσπισης. Περαιτέρω η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ζήτησε, λόγω του ότι μέρος του περιεχομένου της κατάθεσης του Μ.Κ.2 αφορούσε άσχετα γεγονότα με αυτά της παρούσας υπόθεσης, να μην ληφθούν υπόψη από αυτή τα όσα καταγράφονται: (α) στη πρώτη σελίδα από το σημείο στη 13η γραμμή που αρχίζει με τις λέξεις «την 3.4.2017» μέχρι και τη δεύτερη σελίδα στην 3η γραμμή των λέξεων «του δώσω σημασία», και (β) στη 2η σελίδα από το σημείο της 12ης γραμμής από το τέλος που αρχίζει με τις λέξεις «την μέρα» μέχρι τη 2η γραμμή της 3ης σελίδας που καταγράφονται οι λέξεις «να καταγγελθεί». Μετά την ανάγνωση του υπολοίπου μέρους της κατάθεσης του Μ.Κ.2 από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και κατόπιν σχετικής ερώτησης, ο Μ.Κ.2 υιοθέτησε πλήρως το εν λόγω περιεχόμενο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και εν συνεχεία την κατέθεσε. Αυτή σημειώθηκε ως έγγραφο με την Ένδειξη Β και σε αυτήν, μη συμπεριλαμβανομένων των πιο πάνω αποσπασμάτων που ζητήθηκε να μην ληφθούν υπόψη, αναφέρει τα εξής: «Διαμένω στη XXXX. Εδώ και αρκετό καιρό έχω πρόβλημα με τον γείτονα μου XXXX Κωνσταντίνου ο οποίος διαμένει στην οδό XXXX XXXX Αρ. XX, Β. Φάση, XXXX. Με αυτό τον άνθρωπο δεν έχω προσωπικά ούτε έχω να χωρίσω κάτι μαζί του. Απλά αυτός ο άνθρωπος είναι προβληματικός και δημιουργεί συνεχώς προβλήματα. Αυτός διαμένει μαζί με τη γυναίκα του, η οποία δεν θυμούμαι πώς ονομάζεται και με την κόρη του η οποία είναι ενήλικη και ούτε αυτής γνωρίζω το όνομα της. Το σπίτι του είναι τρία σπίτια πιο κάτω από το δικό μου στο αδιέξοδο του δρόμου στην πλευρά μου. Δουλεύει φορτηγατζής. Εγώ διαμένω μόνος μου. Μέχρι και σήμερα ουδέποτε μιλήσαμε ή συζητήσαμε. Σήμερα 19.5.2017 ο λόγος που ήρθα είναι επειδή χθες 18/5/2017 γύρω στις 6-7 το απόγευμα στεκόμουν έξω από το σπίτι μου, στην οδό XXXX XXXX και μιλούσα με κάποιους τεχνικούς της Samsung, συγκεκριμένα κάποιους επισκέπτες στην Κύπρο, ο ένας από την Αγγλία και ο άλλος Πολωνός. Ενώ στεκόμασταν στο καγκέλι του σπιτιού μου εγώ και οι δύο άλλοι στο πεζοδρόμιο και έβλεπαν προς το μέρος μου είδα τον XXXX Κωνσταντίνου να στέκεται σε απόσταση περίπου 20 μέτρα, έξω από το σπίτι του και χωρίς να πει κάτι γύρισε προς εμένα που τον κοίταζα και με κάβλιασε με το δάκτυλο του, δεν θυμάμαι με ποιο χέρι. Δεν είπα απολύτως τίποτε γιατί δεν ήθελα να δώσω έκταση στο επεισόδιο και να γίνω ρεζίλι στο ξένο κόσμο που ήταν εκεί. Όταν τελείωσα με τη συζήτηση μου, έφυγαν οι άνθρωποι αυτοί και εγώ μπήκα σπίτι. Ο λόγος που το καταγγέλω είναι επειδή θέλω να πάει δικαστήριο γιατί δεν ξέρω μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτός ο άνθρωπος και πραγματικά δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να κάνει. Θέλω να σου πω ότι οι επισκέπτες από την Samsung έφυγαν από την Κύπρο και επέστρεψαν στην Αγγλία. Αυτοί οι δύο όμως δεν είδαν τον XXXX Κωνσταντίνου που με καύλιαζε.» Αναγνώρισε στη συνέχεια τον κατηγορούμενο ως τον XXXX Κωνσταντίνου που κάνει αναφορά στην κατάθεση του, έγγραφο με την Ένδειξη Β, αλλά και στην κυρίως εξέταση του. Περαιτέρω πρόσθεσε ότι την ώρα που ο κατηγορούμενος σήκωσε το χέρι του και τον «κάυλιασε», αυτός ασχολείτο με το φορτηγό του. Στην αντεξέταση του ο Μ.Κ.2 απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου του κατηγορούμενου ανέφερε: Ότι ο λόγος που είπε στην κατάθεση του, Ένδειξη Β, πώς ο κατηγορούμενος δημιουργεί προβλήματα, είναι διότι η συμπεριφορά του απέναντί του ήταν πάντα επιθετική και φοβόταν μήπως κάνει κάτι παραπάνω. Όμως απέφευγε να πηγαίνει στην Αστυνομία, διότι θεωρούσε πως σε κάποιον χρόνο θα σταματήσει να είναι επιθετικός, να τον υβρίζει ή να κάμνει χειρονομίες ή να τον απειλεί ότι θα τον δείρει ή να του κάνει bulling, καθημερινά. Όταν όμως έγιναν κάποια γεγονότα θεώρησε ότι το θέμα άρχισε να γίνεται επικίνδυνο για αυτόν. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο εγγονός του κατηγορούμενου του είχε κάνει ζημιά πάνω στο αυτοκίνητο του, οπόταν θεώρησε ότι άρχισαν πλέον να τον ενοχλούν και εκτός από φραστικές εκφράσεις απέναντί του, άρχισαν να γίνονται και επιθετικοί, οπότε έπρεπε να πάει στην Αστυνομία. Πήγε έκανε την καταγγελία και τότε η Αστυνομία κάλεσε τον πατέρα του παιδιού. Το παιδί παραδέχτηκε ότι αυτό ήταν που έκανε την ζημιά και τότε είπε στον αστυνομικό ότι δεν ήθελε να κάνει οτιδήποτε άλλο γιατί ήταν μωρό 9 χρονών, τότε. Μάλιστα ο πατέρας του παιδιού του ζήτησε να του πεί πόσα ήταν η ζημιά του αυτοκινήτου για να την πληρώσει. Σε διευκρινιστική δε ερώτηση ανέφερε πώς δεν είναι ο κατηγορούμενος που του έκανε την ζημιά και ότι το παιδί που την έκανε είναι ο εγγονός του. Το σπίτι του κατηγορουμένου είναι το τρίτο σπίτι μετά το δικό του και η απόσταση που τα χωρίζει είναι περίπου 30 μέτρα, «κάπου τζιαμέ». Ότι ο λόγος που δεν πήγε να κάνει την καταγγελία για το επίδικο επεισόδιο την ίδια ημέρα που έλαβε χώρα, είναι διότι προβληματιζόταν αν έπρεπε να πάει. Μετά που το σκέφτηκε αποφάσισε ότι ήταν σωστό να κάνει την καταγγελία και γι αυτό πήγε την επόμενη ημέρα, αργά το απόγευμα. Σε υποβολή ότι ο λόγος που έκανε την καταγγελία είναι επειδή είχε προβλήματα με τον κατηγορούμενο κι όχι γιατί αυτός του έκανε την άσεμνη χειρονομία, απάντησε πώς τα γεγονότα είναι όπως τα αναφέρει στην κατάθεσή του. Ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς την ώρα που στεκόταν έξω από το σπίτι του διότι έχει περάσει αρκετός καιρός από το συμβάν. Σε υποβολή δε ότι στην γραπτή του κατάθεση αναφέρει ότι το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα γύρω στις 18:00 ή 19:00 το απόγευμα, απάντησε ότι έγινε μεταξύ 17:00‑18:00 και ότι δεν κρατούσε το ρολόι του να βλέπει. Ότι την στιγμή που έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν, που ήταν μεταξύ των ωρών 17.00 μέχρι 18.00, είχε φως και έβλεπε τον κατηγορούμενο. Η ώρα θα ήταν 17.00,«κάπου τζιαμέ». Αρνούμενος ότι στην γραπτή του κατάθεση αναφέρει πώς την στιγμή που είδε τον κατηγορούμενο να του κάνει την άσεμνη χειρονομία, αυτός (ο κατηγορούμενος) στεκόταν έξω από το καγκέλι του σπιτιού του, ανέφερε ότι είναι αυτό που είπε είναι πώς ήταν ο ίδιος που στεκόταν έξω από το καγκέλι του σπιτιού του. Αυτό δε αποδεικνύεται πώς είναι η αλήθεια διότι όταν στέκεται στο καγκέλι του δεν μπορεί να δει το καγκέλι του σπιτιού του κύριου XXXX (κατηγορούμενου). Ο λόγος δε είναι διότι το καγκέλι του κατηγορούμενου επειδή το σπίτι του είναι στην ίδια ευθεία με το δικό του, είναι αριστερά και δεν μπορεί να το δεί. Όμως όταν στέκεται στο καγκέλι του δικού του σπιτιού και βλέπει προς τα έξω, βλέπει το φορτηγό του κύριου XXXX (κατηγορούμενου) διότι είναι δεξιά του. Το φορτηγό του ο κατηγορούμενος το σταθμεύει στη δεξιά πλευρά και επειδή είναι «τρέιλα» με μεγάλο μήκος, το βλέπει όταν στέκει στο καγκέλι του. Την συγκεκριμένη ημέρα και επειδή ο κύριος XXXX (ο κατηγορούμενος) στεκόταν μπροστά από το φορτηγό και όχι πολύ κοντά σε αυτό, η απόσταση που είχε από το σημείο που αυτός στεκόταν, είναι περίπου 20 μέτρα, αν δεν είναι 20 και είναι 25 και είναι 18 δεν κρατούσε μέτρο να μετρήσει. Σε υποβολή ότι αυτό που είπε στη μαρτυρία του, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος στεκόταν στην απέναντι πλευρά του σπιτιού του καί «έσαζε» το φορτηγό του, το ανέφερε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι αυτό είναι καινούργιο κατασκεύασμα του, διαφώνησε και παραπέμποντας στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης επεσήμανε πώς αυτό είπε και σε αυτήν, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος στεκόταν μπροστά από το αυτοκίνητο του στην απέναντι πλευρά του σπιτιού του. Σε ερώτηση πώς είναι δυνατόν να είδε τον κατηγορούμενο να τον «καυλιάζει» αφού μπροστά του στεκόντουσαν οι δύο ξένοι του, απάντησε ότι όπως στεκόταν στο καγκέλι του σπιτιού του, οι άνθρωποι αυτοί εστέκοντο απέναντί του με πλάτη προς τον κύριο XXXX (τον κατηγορούμενο), γιατί το αυτοκίνητό τους ήταν προς το πρόσωπο του σπιτιού του, στην απέναντι πλευρά, οπότε ο ίδιος είχε πρόσωπο προς τον κύριο XXXX (τον κατηγορούμενο). Ότι είναι ηλικίας 60 ετών, φοράει γυαλιά και η τελευταία φορά που πήγε σε οπτικό για να εξετάσει τα μάτια του ήταν πριν 2 μήνες. Το πρόβλημα που έχει με την όραση του είναι αστιγματισμός πολύ χαμηλού βαθμού. Την ημέρα δε που είδε τον κατηγορούμενο να τον «καυλιάζει», δεν φορούσε τα γυαλιά του, αφού αυτά συνήθως τα χρησιμοποιά μόνο όταν διαβάζει. Δεν έχει πρόβλημα να βλέπει μακριά Σε υποβολή ότι το πρόβλημα που έχει με την όραση του επιβάλλει σε αυτόν να φορά συνεχώς τα γυαλιά του, απάντησε ότι αυτή η θέση είναι λανθασμένη και δεν την αποδέχεται. Όταν είδε τον κατηγορούμενο να τον «καυλιάζει», όπως αναφέρει και στην κατάθεση του, βρισκόταν σε απόσταση 20 μέτρων από αυτόν. Είδε που τον «κάυλιασε» όμως όπως λέει και στην κατάθεση του όταν ρωτήθηκε από τον αστυνομικό με πιο χέρι του έκανε ο κατηγορούμενος την χειρονομία αυτή, επειδή δεν θυμόταν και δεν ήθελε να πεί ψέματα, δεν προσδιόρισε ποιό χέρι χρησιμοποίησε. Σε υποβολή ότι ο λόγος που δεν θυμάται είναι επειδή ο κατηγορούμενος δεν τον «κάυλιασε» και ότι αν όντως τον είχε «καυλιάσει» θα έβλεπε με ποιο χέρι του έκανε την χειρονομία αυτή, επανέλαβε ότι είδε το χέρι του που τον «κάυλιασε», απλά δεν θυμόταν με ποιο χέρι. Σε ερώτηση αν θεωρεί φυσιολογικό χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε συζήτηση μεταξύ τους και χωρίς να του πει οτιδήποτε ο κατηγορούμενος να κάνει την κίνηση να τον «καυλιάσει», απάντησε ότι αν ληφθεί υπ' όψιν για πόσα χρόνια υπόκειται σε bulling από αυτόν τον άνθρωπο, είναι φυσιολογικό. Για αυτόν δε τον λόγο είχε κάνει αναφορά στην κατάθεση του σε γεγονότα που σαν άσχετα με την παρούσα υπόθεση, δεν θα ληφθούν υπόψη. Το έκανε για να δώσει μια εικόνα το τι επικρατούσε ή τι προσέγγιση ή τρόπο σκέψης ή τρόπο ενέργειας έχει ο κατηγορούμενος απέναντι του. Δεν τον προκάλεσε ποτέ του και όμως πολλές φορές είχε απαίσια συμπεριφορά απέναντί του. Απέφευγε να πάει στην Αστυνομία γιατί φοβόταν μήπως του κάνει κακό, διότι μένει μόνος του, όμως μετά που έλαβαν χώραν τα περιστατικά που ανέφερε προηγουμένως και που έγινε ζημιά στο αυτοκίνητό του, θεώρησε πως κινδυνεύει. Αρνούμενος ότι είπε πώς η απόσταση του σπιτιού του από το σπίτι του κατηγορούμενου είναι 30 μέτρα, επανέλαβε πώς αυτό που είπε είναι πώς 20 - 30 μέτρα ήταν η απόσταση που βρισκόταν ο κατηγορούμενος από τον ίδιο όταν τον είδε να τον «καυλιάζει». Σε υποβολή ότι αυτό που είπε είναι λάθος, διότι από το σπίτι του μέχρι το σπίτι του κατηγορούμενου μεσολαβούν άλλα τρία σπίτια με πλάτος 18 μέτρα περίπου το καθένα και ότι μόνο το οικόπεδο του κατηγορουμένου είναι 20 μέτρα πλάτος, απάντησε πώς ναι μέν το σπίτι του κατηγορούμενου είναι περίπου 18 μέτρα, όμως αυτός όταν του έκανε την χειρονομία, στεκόταν μπροστά από το φορτηγό του. Επειδή δε το φορτηγό του κατηγορούμενου είναι μακρύ, στο σημείο που το σταθμεύει ξεκινά από το σπίτι του καλύπτει το πλάτος του οικοπέδου του και μπαίνει και καλύπτει μέρος του άλλου σπιτιού, του διπλανού σπιτιού, 4 μέτρα περίπου. Διευκρίνισε δε ότι ο δρόμος, το πεζοδρόμιο, σταματά στο σπίτι του κύριου XXXX (κατηγορούμενου) αφήνοντας του ένα κομμάτι που μπαίνει μέσα στον δρόμο περίπου 4 μέτρα, οπόταν το φορτηγό του ξεκινά από «τζιαμέ» και έρχεται προς το μέρος του δικού του σπιτιού. Δεν είπε ότι το φορτηγό φτάνει μέχρι το σπίτι του. Ήταν το φορτηγό του κατηγορούμενου «τζιαί τζιείνος» στεκόταν σε μια απόσταση μπροστά από το φορτηγό. Είναι αυτή την απόσταση, δηλαδή την απόσταση από το σημείο που στεκόταν ο ίδιος μέχρι το σημείο που στεκόταν ο κατηγορούμενος, που προσδιόρισε σε περίπου 20‑30 μέτρα. Διευκρίνισε δε ότι ναι μεν τα οικόπεδα είναι περίπου τα ίδια, αλλά το πλάτος του οικοπέδου του κυρίου XXXX (κατηγορούμενου) δεν θα πρέπει να υπολογιστεί σε 18 μέτρα, πρέπει να αφαιρεθούν 4 μέτρα, διότι ο δρόμος σταματά, μετά είναι αδιέξοδος, δηλαδή το φορτηγό του δεν ξεκινά από την αρχή του οικοπέδου ξεκινά να είναι προς το μέρος του σπιτιού του από το τέλος του οικοπέδου του. Σε υποβολή ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα του και εφόσον όλα τα οικόπεδα είναι τα ίδια τότε από το σπίτι του ιδίου, μέχρι το σπίτι του κατηγορούμενου, με δεδομένο ότι μεσολαβούν άλλα τρία σπίτια, ήτοι με το δικό του τέσσερα, η απόσταση αυτή είναι 4 επί 18 κάνει περίπου 72 μέτρα, απάντησε ότι διαφωνεί. Αυτό διότι το καγκέλι του σπιτιού του είναι σε σημείο του οικοπέδου του περίπου 5 μέτρα προς την κατεύθυνση του σπιτιού του κυρίου XXXX. Τα υπόλοιπα 13 μέτρα ήταν προς τη δεξιά του πλευρά. Σε υποβολή ότι η απόσταση μεταξύ του ιδίου και του κατηγορούμενου όταν τον είδε όπως ισχυρίζεται να τον «καυλιάζει» δεν είναι 20 μέτρα, αλλά είναι άνω των 40 μέτρων, διαφώνησε λέγοντας ότι η θέση αυτή είναι λανθασμένη. Σε υποβολή ότι σαν ένας φυσιολογικός άνθρωπος θα έπρεπε όταν όπως ισχυρίζεται τον «κάυλιασε» ο κατηγορούμενος να αντιδράσει κι όχι απλά να μπεί στο σπίτι του χωρίς μάλιστα να πεί τίποτα στους ανθρώπους που ήταν εκεί, απάντησε ότι ο λόγος που δεν αντέδρασε και δεν είπε τίποτα, είναι επειδή όταν οι άνθρωποι της Samsung ήρθαν στην Κύπρο και τους παρουσιάστηκε κάποιο πρόβλημα με την κινητή τηλεφωνία και παρόλο που έφυγε με σύνταξη, του ζήτησαν οι συνάδελφοί του να τους βοηθήσει, διότι εργαζόταν στη CYTA ως τεχνικός με ειδικότητα στην κινητή τηλεφωνία και είχε αποκτήσει κάποιες ιδιαίτερες γνώσεις. Θεώρησε ότι οι άνθρωποι που τον επισκέφτηκαν ήταν τεχνικοί πολύ υψηλού επιπέδου και ότι θα ήταν μεγάλη προσβολή να τους μπλέξει σε ένα θέμα που αφορούσε τον ίδιο με τον κύριο XXXX (κατηγορούμενο). Ο λόγος δε που δεν πήγε αμέσως στην Αστυνομία είναι ότι ήθελε να σκεφτεί πόσο κινδύνευε, φοβούμενος τον τρόπο που αντιδρά ο κατηγορούμενος, ξέροντας τον χαρακτήρα του πώς είναι. Την επόμενη όμως αποφάσισε ότι έπρεπε να πάει στην Αστυνομία διότι δεν μπορούσε τούτη η συμπεριφορά του που υπήρχε εδώ και πολλά χρόνια, να συνεχιστεί. Σε ερώτηση πώς θα έμπλεκε τους ανθρώπους της Samsung αφού ο ίδιος είπε στην κατάθεσή του ότι δεν είδανε τίποτα, απάντησε ότι επειδή δεν είδανε τίποτα δεν έκρινε ορθό να τους πεί «Γυρίστε και κοιτάξετε που κάνει χειρονομία ο κύριος XXXX προς εμένα». Σε υποβολή δε ότι ο λόγος που δεν τους είπε τίποτα, είναι γιατί δεν έγινε οποιαδήποτε χειρονομία από τον κατηγορούμενο, αρνούμενος ταύτην, απάντησε ότι ισχύει αυτό που είχε πει στην κατάθεσή του. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΚ2, από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας Αρχής. Ο κατηγορούμενος στην ένορκη μαρτυρία του υιοθέτησε καταρχάς ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης ημερομηνίας 1.6.2017, Τεκμήριο 1, στην οποία αναφέρει τα εξής: «Διαμένω στο χωριό XXXX εδώ και 37 χρόνια. Ένας από τους γείτονες μου είναι ο XXXX Αναστασίου, ο οποίος διαμένει στην κατοικία με αρ. XX. Στις 18/5/2017 εγώ ήμουν δουλειά με το φορτηγό μου από η ώρα 04:00 το πρωί που ξεκίνησα και πήγα στην Λυσό της Πάφου όπου έκαμα δύο δρομολόγια. Η ώρα 18:00 επέστρεψα στο σπίτι μου. Εγώ μετά τις 18:00 έμεινα σπίτι μου και δεν είδα καθόλου τον XXXX. Στις 18.5.2017 δεν είδα τον XXXX και ούτε του έκαμα καμιά χειρονομία. Όσο για τις 11.4.2017 πάλι ήμουν δουλειά από η ώρα 04:00 το πρωί, που ξεκίνησα και πήγα στην Λυσό της Πάφου. Δεν είδα τον XXXX στον δρόμο μου.» Στη συνέχεια απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης ανέφερε τα εξής: Ότι την 18.5.2017 μετά που τελείωσε τη δουλειά του και σχόλασε στις 18:00, επέστρεψε στο σπίτι του και επειδή ήταν πολύ κουρασμένος έμεινε μέσα σε αυτό και δεν βγήκε καθόλου έξω. Ανέφερε επίσης ότι ο λόγος που δεν βγήκε έξω από το σπίτι του τη συγκεκριμένη μέρα, ήταν επειδή ένοιωθε πολύ κουρασμένος γιατί είχε κάνει δύο δρομολόγια στη Λυσό, της Πάφου. Αφού ήπιε ένα καφέ ξάπλωσε στον καναπέ του σπιτιού του για να ξεκουραστεί. Ότι ουδέποτε είχε οδηγηθεί στο Δικαστήριο από προηγούμενες καταγγελίες που έγιναν από τον γείτονα του (παραπονούμενο - ΜΚ2). Ότι την ώρα που επέστρεψε στο σπίτι του ήταν λίγο σκοτεινά, σχεδόν σκοτεινά αφού είχε φύγει ο ήλιος. Αυτό δε το θυμόταν καλά διότι άναψε τα φώτα του τρέιλερ για να πάει από τη δουλειά του στο σπίτι του για λόγους ασφάλειας. Την απόσταση από την είσοδο της κατοικίας του παραπονόυμενου - ΜΚ2 μέχρι την είσοδο του δικού του σπιτιού, ο ίδιος την υπολογίζει 55 μέτρα. Ότι ο ίδιος δεν βγήκε σε καμία στιγμή έξω από το σπίτι του και σε καμία περίπτωση και οποιαδήποτε στιγμή δεν «κάυλιασε» τον παραπονούμενο-ΜΙΚ
- Ο κατηγορούμενος στην αντεξέταση του απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ανέφερε τα εξής: Ότι τον παραπονούμενο XXXX Αναστασίου, ΜΚ2, τον γνωρίζει εδώ και 37-38 χρόνια όμως δεν έχει καμία σχέση μαζί του, απλά μένουν σε σπίτια τα οποία ενδιάμεσα υπάρχουν άλλα τρία σπίτια. Δεν έχει καμία επαφή μαζί του λόγω και της δουλειάς του, αφού η δουλειά του είναι πολύ κουραστική και το μόνο που κάνει κάποτε όταν επιστρέφει στο σπίτι του, είναι σέρβις του αυτοκινήτου του και τίποτε άλλο. Στα τόσα χρόνια που είναι γείτονες με τον παραπονούμενο - ΜΙΚ2, ούτε μίλησε μαζί του, ούτε τον επισκέφθηκε στο σπίτι του. Ότι στις 18.5.2017 μετά που σχόλασε από τη δουλειά του και επέστρεψε στο σπίτι του και επειδή είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει άναψε τα φώτα του αυτοκινήτου του. Σε υποβολή ότι στις 18.5.2017 όταν σχόλασε και επέστρεψε στο σπίτι του δεν είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει διότι τον μήνα Μάιο η ώρα που σκοτεινιάζει είναι 19:00 - 19:30, αρνήθηκε την εν λόγω υποβολή και πρόσθεσε ότι την ώρα εκείνη πήγε να νυχτώσει και άναψε τα φώτα όπως θυμάται, για να κυκλοφορεί στο δρόμο ασφαλισμένα διότι είναι επαγγελματίας. Το μόνο δε που έκανε όταν έφτασε στο σπίτι του ήταν να βάλει το αυτοκίνητο-τρέιλερ εκεί και να εισέλθει στο σπίτι του, χωρίς να κάνει οτιδήποτε άλλο. Σε υποβολή ότι στις 18.5.2017 και ενώ βρισκόταν σε απόσταση περίπου 20 μέτρων από τον παραπονούμενο - ΜΚ2, ύψωσε το μεσαίο του δάκτυλο προς αυτόν προχωρώντας στην άσεμνη πράξη για την οποία κατηγορείται, αρνήθηκε την εν λόγω υποβολή και επανέλαβε ότι ουδέποτε έκανε τέτοια πράξη και ότι την ώρα που σχόλασε ήταν και σκοτεινά, σχεδόν πήγαινε να σκοτεινιάσει γιατί είχε ανάψει τα φώτα του αυτοκινήτου του. Όταν δε μπήκε μέσα στο σπίτι του και επειδή η μέρα του ήταν πολύ κουραστική και ήθελε να ξεκουραστεί, δεν ξαναβγήκε από αυτό, προσθέτοντας ότι όταν οδηγά τόσες πολλές ώρες έχει συνήθως πρόβλημα με τα μάτια του. Σε υποβολή ότι η αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα είναι όπως την περιέγραψε ο παραπονούμενος - ΜΚ2, αρνούμενος αυτή επανέλαβε ότι η πραγματικότητα είναι όπως ο ίδιος την έχει περιγράψει και ότι όταν σχόλασε στις 18:00, μετέβη και μπήκε στο σπίτι του και δεν ξαναβγήκε αφού για τους επαγγελματίες οδηγούς είναι τόσο κουραστική η μέρα που δεν μπορούν να κάνουν οτιδήποτε άλλο εκτός από το να ξεκουραστούν. Κατάθεση στην αστυνομία έδωσε μετά που έκανε παράπονο ο XXXX Αναστασίου - ΜΚ
- Δεν υπήρξε επανεξέταση του κατηγορούμενου από τον συνήγορο υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου ανέφερε τα εξής: Σε ερώτηση ποιο είναι το ωράριο εργασίας του, ανέφερε αρχικά ότι το ωράριο του συνήθως όταν πάνε μακριά καθυστερούν να σχολάσουν. Στη συνέχεια ανέφερε ότι το ωράριο εργασίας του είναι μέχρι τις 18:00, μπορεί και 20:00, μπορεί και 21:
- Στη συνέχεια σε ερώτηση για να καθορίσει ποιο είναι το κανονικό του ωράριο, ανέφερε ότι αυτό είναι 8 ώρες την ημέρα και μετά από παλινδρομήσεις, διευκρίνισε ότι αυτό είναι από 07:00-15:00 ή από 04:00 μέχρι 13:00 και αυτό εξαρτάται, αφού όταν πάνε στη δουλειά τους μπορεί να σπάσει «το finisher» που βάζουν στην άσφαλτο. Σε ερώτηση να διευκρινίσει αν το καθημερινό κανονικό του ωράριο είναι από 07:00-15:00, απάντησε μονολεκτικά «Ναι». Ο συνήγορος υπεράσπισης όταν ερωτήθηκε αν επιθυμούσε να υποβάλει διευκρινιστική ερώτηση επί των ερωτήσεων του Δικαστηρίου, υπέβαλε ερώτηση η οποία όμως κρίθηκε ότι δεν πήγαζε από τις ερωτήσεις του Δικαστηρίου και στη συνέχεια δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να υποβάλει οποιαδήποτε άλλη ερώτηση. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής όταν ρωτήθηκε αν ήθελε να υποβάλει διευκρινιστική ερώτηση επί των ερωτήσεων του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να υποβάλει οποιαδήποτε διευκρινιστική ερώτηση. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Μετά το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας αγόρευσαν οι συνήγοροι των δύο πλευρών. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι επί τη βάσει των αρχών της νομολογίας η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Προς τούτο κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει τον παραπονούμενο - ΜΚ2, ως αξιόπιστο μάρτυρα και ότι τα όσα ανέφερε σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα είναι η αλήθεια. Αντίθετα ενόψει της μαρτυρίας του κατηγορούμενου αυτός θα πρέπει να κριθεί ως αναξιόπιστος και ότι τα όσα ανέφερε δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα. Αναφορικά με τη νομική πτυχή της υπόθεσης παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 493, στην οποία δίδεται η ερμηνεία της φράσης «δημόσιος χώρος» που αναφέρεται στο σχετικό άρθρο του Νόμου, ήτοι στο άρθρο 176 του Ποινικού Κώδικα. Τούτο διότι δυνάμει του εν λόγω άρθρου, η άσεμνη πράξη για να στοιχειοθετηθεί το υπό αναφορά αδίκημα πρέπει να τελεστεί σε δημόσιο χώρο. Παρέπεμψε επίσης στην υπόθεση 948/96, αναθεωρητική δικαιοδοσία Ανωτάτου Δικαστηρίου, Θάσου Θωμά ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 4.12.
- Σε σχέση όμως με την αναφορά της αυτή, επισημαίνω ότι έχω μελετήσει την εν λόγω υπόθεση, πλην όμως αυτή δεν πραγματεύεται την έννοια και ερμηνεία της φράσης «άσεμνη πράξη», αλλά την έννοια και ερμηνεία της φράσης «προσβολή της δημόσιας αιδούς» και αυτό στα πλαίσια όχι ποινικής υπόθεσης, αλλά στα πλαίσια προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, η οποία ασκήθηκε κατά απόφασης Επάρχου για μη παραχώρηση άδειας λειτουργίας μηχανής παιγνίου με οθόνη, στην οποία παρουσιάζονταν τραπουλόχαρτα που απεικόνιζαν γυναίκα και άντρα. Είναι δε εισήγηση της ότι η χειρονομία στην οποία προέβη ο κατηγορούμενος εις βάρος του παραπονούμενου, συνιστά άσεμνη πράξη η οποία τελέστηκε σε δημόσιο χώρο αφού αυτή έγινε σε δημόσια οδό. Για το ζήτημα δε της ερμηνείας της συγκεκριμένης χειρονομίας και στο κατά πόσο αυτή συνιστά «άσεμνη πράξη» δυνάμει του άρθρου 176, με παρέπεμψε στην πρωτόδικη απόφαση του αδελφού δικαστή κ. Γιώργου Βλάμη στην υπόθεση Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αριθμό 7746/14, Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γκαλίνα Ευσταθίου και συγκεκριμένα στις σελίδες 14 και 15, αυτής. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου στη δική του αγόρευση σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, εισηγήθηκε ότι αυτός που είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο είναι ο κατηγορούμενος και όχι ο παραπονούμενος. Είναι η θέση του προς υποστήριξη της εισήγησης του ότι ο παραπονούμενος περιέπεσε σε αντιφάσεις αφού δεν είναι λογικό από τη μια να δηλώνει στην γραπτή του κατάθεση ότι δεν έχει να χωρίσει τίποτα μαζί με τον κατηγορούμενο και από την άλλη να του αποδίδει προβληματική εις βάρος του συμπεριφορά. Δεν είναι λογικό από τη μια να δηλώνει ότι ουδέποτε συζήτησαν ή μίλησαν μεταξύ τους και από την άλλη να αποδίδει στον κατηγορούμενο ότι του έκανε bulling και προέβενε σε διάφορες ενέργειες εις βάρος του, που του προκαλούσαν φόβο. Στη συνέχεια όμως διαφοροποίησε τη θέση του δηλώνοντας ότι το bulling μπορεί να γίνει εις βάρος κάποιου προσώπου και χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε συνομιλία ή συζήτηση με αυτό, αλλά με άλλους τρόπους. Περαιτέρω επεσήμανε ότι στην ένορκη του μαρτυρία ο παραπονούμενος - ΜΚ2, διαφοροποίησε το χρονικό διάστημα που έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα με την ώρα που αναφέρει στην γραπτή του κατάθεση. Ήτοι ενώ στην γραπτή του κατάθεση έκανε αναφορά ότι τα επίδικα γεγονότα έλαβαν χώραν μεταξύ 18:00 και 19:00, στην ένορκη του μαρτυρία ανέφερε ότι αυτά έλαβαν χώραν μεταξύ 17:00 και 18:
- Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι με βάση τα όσα ο παραπονούμενος - ΜΚ2, ανέφερε σε σχέση με την απόσταση του δικού του σπιτιού μέχρι το σπίτι του κατηγορούμενου, αποδεικνύουν ότι δεν μπορεί η απόσταση αυτή να ήταν 20-30 μέτρα, αλλά σίγουρα ήταν πολύ μεγαλύτερη. Σε επισήμανση όμως από το Δικαστήριο ότι η απόσταση αυτή ουδεμία σχέση έχει με την απόσταση που έκανε αναφορά στην μαρτυρία του ο παραπονούμενος διότι αυτό που είχε πεί είναι πώς η απόσταση 20 - 30 μέτρα ήταν η απόσταση του ιδίου και του κατηγορούμενου, απέσυρε την εισήγηση αυτή. Ακόμα εισηγήθηκε πως ο παραπονούμενος - ΜΚ2 δεν είπε την αλήθεια σε σχέση με την κατ΄ ισχυρισμό άσεμνη χειρονομία του κατηγορούμενου προς το μέρος του καθότι αν γινόταν τέτοια ενέργεια από τον κατηγορούμενο το λογικό θα ήταν ο παραπονούμενος, εφόσον με βάση τη δική του θέση ο κατηγορούμενος επρόκειτο για επικίνδυνο άτομο και προβληματικό, να μεταβεί άμεσα στην αστυνομία για να προβεί στην καταγγελία και όχι να περιμένει μέχρι την επόμενη ημέρα. Τέλος εισηγήθηκε πώς ένα άλλο στοιχείο που δείχνει την αναλήθεια του παραπονούμενου - ΜΚ2, είναι ότι δεν θυμόταν με ποιο χέρι του έκανε την κατ΄ ισχυρισμό άσεμνη χειρονομία ο κατηγορούμενος και τούτο την αμέσως επόμενη των επίδικων γεγονότων. Συνακόλουθα είναι η εισήγηση του πως επειδή ο παραπονούμενος - ΜΚ2, περιέπεσε σε τέτοιες αντιφάσεις που τον καθιστούν αναξιόπιστο και συνακόλουθα τη μαρτυρία του έκθετη σε απόρριψη, θα πρέπει ο κατηγορούμενος να αθωωθεί. Ο συνήγορος υπεράσπισης στο τέλος της αγόρευσης του, δήλωσε πώς συμφωνεί πώς αν γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος προέβει στη συγκεκριμένη χειρονομία που του αποδίδεται, αυτή εμπίπτει στον ορισμό της άσεμνης πράξης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες ενώ έδιδαν ενόρκως μαρτυρία ενώπιον μου. Κρίνω δε ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία με δείκτη μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν οι μάρτυρες τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Όπως δε κατ' επανάλειψη έχει λεχθεί, η αξιολόγηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο, αφού το Δικαστήριο εξυφαίνοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καλείται να αναδείξει υπό το πρίσμα της πείρας του και της ανθρώπινης φύσης το αξιόπιστο ή μη μιας εκδοχής. Η προσπάθεια αυτή δεν γίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το ευρύτερο πλαίσιο της δίκης. Ναι μεν η αξιολόγηση είναι ατομική, όμως θα πρέπει τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα να συναρτώνται και να αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και λοιπή μαρτυρία και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Κακουρή κ.ά.,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 165. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Η παρούσα υπόθεση είναι από αυτές που θα κριθεί με γνώμονα την αξιοπιστία των εμπλεκομένων προσώπων που πρωταγωνίστησαν στο επίδικο επεισόδιο, δηλαδή του παραπονούμενου, ΜΚ2 και του κατηγορούμενου. Από την αξιολόγηση δε της αξιοπιστίας και του εξ αυτής εξαγομένου συμπεράσματος για το ποια μαρτυρία των εν λόγω προσώπων θα γίνει αποδεκτή, θα εξαχθούν τα ευρήματα και το πλαίσιο των επίδικων γεγονότων που θα αποτελέσουν την βάση για την τελική κατάληξη του Δικαστηρίου. Συνακόλουθα το Δικαστήριο καλείται να κρίνει ποια και σε ποια έκταση, εκ των εκ διαμέτρου αντιθέτων εκδοχών των μερών, θα αποδεχθεί. Έχοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον μου, αλλά και των όσων δια της ένορκης μαρτυρίας του έχει αναφέρει ο κατηγορούμενος. Η ΜΚ1 είναι η αστυφύλακας η οποία εξέτασε την καταγγελία του παραπονούμενου - ΜΚ2, εναντίον του κατηγορούμενου. Το αποτέλεσμα δε της διερεύνησης που έκανε ήταν να οδηγηθεί η καταγγελία ενώπιον του Δικαστηρίου με την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία της εστιάστηκε στις διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβη στα πλαίσια της διερεύνησης της καταγγελίας του παραπονούμενου - ΜΚ2, στην κατάθεση του Τεκμηρίου 1, ήτοι της γραπτής κατάθεσης που έλαβε από τον κατηγορούμενο και του Τεκμηρίου 2, ήτοι της γραπτής κατηγορίας που απήγγελε στον κατηγορούμενο. Δεν υπήρξε αντεξέταση της ΜΚ1 ως εκ τούτου η μαρτυρία της παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Συνακόλουθα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη τη μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος στην ολότητα της, η οποία όπως έχω ήδη αναφέρει καλύπτει τις αναντίλεκτες ενέργειες στις οποίες προέβη, καθώς επίσης και τα γεγονότα που περιήλθαν στην προσωπική της αντίληψη στα πλαίσια των εν λόγω ενεργειών. Ο παραπονούμενος - ΜΚ2, παρά την μακρά αντεξέταση που υπέστη από τον συνήγορο υπεράσπισης, κρίνω ότι δεν περιέπεσε σε τέτοιου βαθμού σοβαρότητας αντιφάσεις, παρά τη σχετική εισήγηση από πλευράς του συνηγόρου υπεράσπισης, που να τον καθιστούν αναξιόπιστο. Η μόνη διάσταση η οποία εντοπίζεται στα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΚ2 σε σχέση με τα όσα αναφέρει στην γραπτή του κατάθεση, ημερομηνίας 19.5.2017, έγγραφο με την Ένδειξη Β, εντοπίζεται στην ώρα που σύμφωνα με τον ίδιο έλαβε χώραν το επίδικο επεισόδιο. Συγκεκριμένα ενώ στην γραπτή του κατάθεση έγγραφο με την Ένδειξη Β, αναφέρει ότι το επίδικο επεισόδιο έλαβε χώραν «γύρω στις 6:00-7:00 το απόγευμα», στην ενώπιον μου μαρτυρία του και ειδικότερα στο στάδιο της αντεξέτασης, καθόρισε ως τον εν λόγω χρόνο το διάστημα μεταξύ των ωρών «5:00-6:00 μ.μ». Έδωσε όμως σαφή απάντηση ότι η διάσταση αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν κοιτούσε το ρολόι του όταν λάμβαναν χώρα τα γεγονότα που τον οδήγησαν στην καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου. Κρίνω ότι η εξήγηση που έδωσε είναι ευλογοφανής καθότι δεν αναμένει κάποιος από ένα πρόσωπο κατά τη στιγμή που λαμβάνει χώραν ένα γεγονός να καταγράφει στα πλαίσια της έντασης, της συναισθηματικής φόρτισης της στιγμής και της ταχύτητας που εξελίσσεται ένα γεγονός, να ελέγχει το ρολόι του για να σημειώνει την ώρα που έγινε. Πρόσθετα επισημαίνω ότι το ζήτημα της ώρας που έλαβεν χώραν το επίδικο επεισόδιο παρά το ότι απετέλεσε αντικείμενο αντεξέτασης σε έκταση, παρέμεινε χωρίς καμία προοπτική καθότι η θέση του ίδιου του κατηγορούμενου είναι ότι από την στιγμή που επέστρεψε στο σπίτι του από την εργασία του εισήλθε εντός της οικίας του και δεν βγήκε έξω ξανά. Συνακόλουθα το αν το επίδικο επεισόδιο έλαβεν χώραν μεταξύ των ωρών 6:00-7:00μ.μ. ή 5:00-6:00 μ.μ. και κατά πόσο ήταν σκοτάδι, ή είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει ή ήταν κατά τη διάρκεια της ημέρας, κρίνω ότι θα είχε σημασία εάν η θέση του κατηγορούμενου ήταν ότι ναι μεν είχε βγεί σε κάποια στιγμή στον δρόμο, αλλά οι συνθήκες φωτισμού ήταν τέτοιες, ήτοι είχε αρχίσει να βραδιάζει ή ήταν βράδυ, που δεν επέτρεπαν στον παραπονούμενο - ΜΚ2 να δει ευδιάκριτα τη χειρονομία ή οποιαδήποτε άλλη κίνηση ή ενέργεια του χεριού του, ενώ αυτός ευρισκόταν έξω από το σπίτι του στο δρόμο μπροστά από το φορτηγό του. Ακόμα δεν κρίνω ότι η αναφορά του παραπονούμενου - ΜΚ2 στην ενώπιον μου μαρτυρία του ότι το επίδικο επεισόδιο έλαβε χώραν μεταξύ των ωρών 5:00-6:00 το απόγευμα συνιστά αντίφαση με τα όσα δήλωσε στην κατάθεση του αφού η ώρα 6:00 μ.μ. καλύπτεται και από τις δύο αναφορές του. Εν κατακλείδι και σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα και κρίνοντας ότι μπορώ να έχω δικαστική - δικανική γνώση προς τούτο, αφού πρόκειται για επίσημα από το κράτος δημοσιευόμενα στοιχεία, που το σύνολο του κοινού έχει άμεση και ελεύθερη πρόσβαση και γνώση (βλ. Νικόλας Σταυρινόπουλος ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 263), έχω εντοπίσει στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Γεωργίας, Τμήμα Μετεωρολογίας τον επίσημο πίνακα που είναι δημοσιευμένος στη συγκεκριμένη ιστοσελίδα, με τις στατιστικές αναφορικά με τις ώρες ανατολής και δύσης του ηλίου κατά τη διάρκεια ενός χρονολογιακού έτους στην Κύπρο. Επισημαίνω ότι ο εν λόγω πίνακας αφορά χρόνους σε ώρες και πρώτα λεπτά της ώρας στη Λευκωσία. Για δε τη Λεμεσό με βάση επίσης τον συγκεκριμένο πίνακα και στοιχεία, προστίθεται στις ώρες που καταγράφονται στον εν λόγω πίνακα ένα λεπτό και δύο δευτερόλεπτα. Με βάση τον εν λόγω πίνακα στις 18 Μαΐου εκάστου χρονολογιακού έτους η ανατολή του ηλίου στις 18 Μαΐου είναι 04:41 π.μ και η δύση ηλίου 6:45 μ.μ., χρόνοι Λευκωσίας. Σε χρόνους δε Λεμεσού, η ανατολή 04:42,2 δεύτερα π.μ. και η δύση ηλίου 6:46,2 δεύτερα μ.μ. Επειδή δε στον εν λόγω πίνακα αναφέρεται ότι κατά την περίοδο που ισχύει η θερινή ώρα στην Κύπρο (δηλαδή από την τελευταία Κυριακή του Μάρτη μέχρι την τελευταία Κυριακή του Οκτώβρη) θα πρέπει να προστίθεται μία ώρα στις ενδείξεις που καταγράφονται, κατά την 18 Μαΐου 2017, ήτοι η ανατολή του ηλίου στη Λεμεσό, ήταν στις 05:42,2 δεύτερα π.μ. και η δύση του ηλίου την 7:46,2 δεύτερα μ.μ. Τα επίσημα αυτά στοιχεία καταδεικνύουν ότι, είτε το επίδικο επεισόδιο έλαβε χώραν μεταξύ των ωρών 5:00-6:00μ.μ. είτε 6:00-7:00μ.μ, σε καμία από τις δύο χρονικές περιόδους δεν είχε δύσει ο ήλιος. Από τη λοιπή μαρτυρία του ΜΚ2 δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε αντίφαση ή ασάφεια, αντιθέτως απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις ευθέως, με απόλυτη σιγουριά και με σεβασμό και πρωτοφανή, θα έλεγα, ευγένεια στις ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης. Ιδιαίτερη και θετική εντύπωση μου έκανε ο ΜΚ2 όταν έκανε αναφορά στο πρόσωπο του κατηγορούμενου. Τούτο διότι παρά την προκληθείσα μεταξύ τους διαφορά που οδήγησε την παρούσα υπόθεση ενώπιον μου, όποτε έκανε αναφορά στο πρόσωπο του κατηγορούμενου αναφερόταν σε αυτόν με τη φράση «ο κύριος XXXX». Αυτή η συμπεριφορά του παραπονούμενου στο εδώλιο ως μάρτυρας κατηγορίας κρίνω ότι αβίαστα δείχνει πρόσωπο που ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και όταν προέβη στη σχετική καταγγελία και έδωσε την κατάθεση του με την Ένδειξη Β, είπε την αλήθεια και σε καμία περίπτωση δεν προκύπτουν στοιχεία για από μέρους του τάσης εκδικητικότητας εναντίον του κατηγορούμενου. Άλλωστε κατά την αντεξέταση του σε κανένα σημείο δεν του υποβλήθηκε ότι είχε προηγηθεί οποιοδήποτε περιστατικό για το οποίο να του είχε δημιουργηθεί τάση και κίνητρο εκδίκησης προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου. Τέλος το γεγονός ότι ο παραπονούμενος - ΜΚ2, από την πρώτη στιγμή δήλωσε στην κατάθεση του, Ένδειξη Β, αλλά και επανέλαβε ενώπιον μου στην μαρτυρία του ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει με ποιο χέρι ο κατηγορούμενος του έκανε την συγκεκριμένη χειρονομία, δεν συμφωνώ ότι είναι στοιχείο που οδηγεί στο να κριθεί αναξιόπιστος και ότι δεν λέγει την αλήθεια. Τούτο διότι δυνάμει της λογικής ενός μέσου ανθρώπου το πιο εύκολο και απλό για τον παραπονούμενο θα ήταν να αναφέρει από την πρώτη στιγμή ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε είτε το δεξί, είτε το αριστερό του χέρι. Αντιθέτως και κρίνοντας ότι αυτός όσα είπε ανταποκρίνονται στην αλήθεια, με πάσα ειλικρίνεια δήλωσε ότι δεν μπορούσε να καθορίσει ποιο χέρι χρησιμοποίησε, γιατί δεν θυμόταν την λεπτομέρεια αυτή. Επίσης δεν αποδέχομαι ότι επειδή ο ΜΚ2 δεν ήταν σε θέση να καθορίσει με ακρίβεια την απόσταση που απείχε από αυτόν ο κατηγορούμενος όταν πάντοτε σύμφωνα με τη θέση του, του έκανε την συγκεκριμένη χειρονομία, είναι στοιχείο που καταδεικνύει ότι αυτός ήταν αναξιόπιστος. Ούτε και η αναφορά και οι υποβολές στο στάδιο της αντεξέτασης για το πλάτος των οικοπέδων που μεσολαβούσαν από την οικία του παραπονούμενου μέχρι την οικία του κατηγορούμενου, είναι στοιχείο που μπορεί να αποδείξει ότι η απόσταση που καθόρισε ο παραπονούμενος ήτοι 20-30 μέτρα που απείχε από αυτόν ο κατηγορούμενος, μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι δεν είναι αλήθεια. Ήταν σαφής και ξεκάθαρη η θέση του ότι η αναφορά του σε 20-30 μέτρα, τόσο στη γραπτή του κατάθεση έγγραφο με την Ένδειξη Β, όσο και στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του, αφορούσε όχι την απόσταση του σπιτιού του από το σπίτι του κατηγορούμενου, αλλά τη μεταξύ τους απόσταση κατά τον επίδικο χρόνο. Συνακόλουθα οι μαθηματικοί υπολογισμοί στους οποίους προέβη ο συνήγορος υπεράσπισης και οι δυνάμει τούτων υποβολές στον ΜΚ2 ότι η απόσταση που είδε τον κατηγορούμενο ήταν πολύ περισσότερη από τα 30 μέτρα, δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία που ο παραπονούμενος - ΜΚ2, έδωσε. Επισημαίνω ακόμη ότι και η θέση αυτή του συνηγόρου υπεράσπισης παρέμεινε χωρίς οποιαδήποτε προοπτική, καθότι όπως και πιο πάνω αναφέρω η θέση του ίδιου του κατηγορούμενου είναι ότι μετά που εισήλθε στην οικία του δεν ξαναβγήκε έξω από αυτή και ούτε συνάντησε ποτέ την επίδικη μέρα τον κατηγορούμενο, είτε για να συνομιλήσει μαζί του, είτε για να του κάνει την χειρονομία για την οποία κατηγορείται στην παρούσα υπόθεση. Πρόσθετα η θέση αυτή του συνηγόρου υπεράσπισης, ευρίσκεται σε πλήρη διάσταση με την θέση του ίδιου του κατηγορούμενου. Ακόμα όσον αφορά την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης πώς ενόψει της θέσης του παραπονούμενου-ΜΚ2, ότι ο κατηγορούμενος για μεγάλο χρονικό διάστημα του δημιουργούσε διάφορα προβλήματα θα έπρεπε αν όντως του είχε κάνει την άσεμνη χειρονομία την επίδικη μέρα να μετέβαινε άμεσα στην αστυνομία να προβεί σε καταγγελία και όχι να περιμένει την επόμενη μέρα να το πράξει, δεν συμφωνώ ότι είναι στοιχείο από το οποίο μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα πως αυτός είναι αναξιόπιστος. Κατά την αντεξέταση δε και όταν του υποβλήθηκε η σχετική θέση, με άμεση και σαφή απάντηση ανέφερε πως ο λόγος που δεν μετέβη την ίδια ημέρα στην αστυνομία ήταν διότι ήθελε κάποιο χρόνο για να αποφασίσει κατά πόσο θα προέβαινε στην ενέργεια αυτή, αφού η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου απέναντι του που είχε προηγηθεί, ήταν τέτοια που του δημιουργούσε φοβία για το τι επακόλουθα και συνέπειες θα μπορούσε να έχει μια τέτοια ενέργεια του. Διευκρίνισε δε ότι μετά από σκέψη και προβληματισμό αποφάσισε πως θα έπρεπε να προβεί στην καταγγελία με την προοπτική ο κατηγορούμενος να αποφασίσει να αλλάξει πλέον τρόπο συμπεριφοράς και ενεργειών έναντι του. Συνακόλουθα κρίνω τον ΜΚ2 ως μάρτυρα της αλήθειας και αξιόπιστο και κατ΄ επέκταση αποδέχομαι τη μαρτυρία του σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα ως αληθή. Υπομνήσκω στο σημείο αυτό, ότι η μαρτυρία του ΜΚ2, όπως και το μέρος και περιεχόμενο της κατάθεσης του Έγγραφο με την Ένδειξη Β, που αφορά γεγονότα που δεν έχουν σχέση με την παρούσα υπόθεση, δεν λαμβάνεται υπόψη. Αντίθετα με τον παραπονούμενο - ΜΚ2, ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Στην προσπάθεια του να αποδείξει την αθωότητα του, ενώ στην κατάθεση του, Τεκμήριο 1, ανέφερε μόνο ότι την επίδικη μέρα μετέβη από τη δουλειά του στο σπίτι του η ώρα 18:00 ήτοι 6:00 μ.μ. εντός του οποίου εισήλθε, χωρίς να δει καθόλου τον XXXX, παραπονούμενο και δεν ξαναβγήκε από αυτό και δεν του έκανε οποιαδήποτε χειρονομία, δεν έδωσε οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια ή περιγραφή των γεγονότων της επίδικης ημέρας. Στην ενώπιον του Δικαστηρίου όμως μαρτυρία του αναφέρθηκε και σε λεπτομέρειες που αφορούσαν τις συνθήκες φωτισμού που επικρατούσαν όταν σχόλασε από τη δουλειά του. Συγκεκρμένα αρχικά στην κυρίως εξέταση του είπε (παραθέτω αυτολεξεί τα όσα ανέφερε): «E. Κύριε μάρτυς, την ώρα που επιστρέψατε στο σπίτι σας είχε φως; Ήταν νύχτα; A. Ναι, ήταν λίγο σκοτεινά. Ήταν σκοτεινά σχεδόν, έτσι ήταν. Έφυγε ο ήλιος και ήταν λίγο σκοτεινά. Θυμάμαι καλά άψα και τα φώτα του τρέιλερ να έρτω σπίτι λόγω ασφάλειας.» Στη δε αντεξέταση του ανέφερε σε σχέση με το ίδιο ζήτημα τα εξής (παραθέτω αυτολεξεί τα όσα ανέφερε): «E. Εγώ σας υποβάλλω ότι δεν άρχισε να σκοτεινιάζει και ήταν μήνας Μάιος και γύρω στις 19:00‑19:30 αρχίζει να νυχτώνει. A. Όχι πάντα. Με το τρέιλερ όταν ερχόμαστε εκείνην την ώρα υπήρχε μια έτσι...πήγε να νυχτώσει και άναψα και τα φώτα θυμάμαι εγώ και που άναψα τα φώτα για να ερχόμαστε ασφαλισμένοι στον δρόμο, είμαστε επαγγελματίες το μόνο που έκανα είναι να βάλω το τρέιλερ εκεί και να μπω στο σπίτι μου, τίποτε άλλο δεν έκανα.» Επισημαίνω ότι στην πιο πάνω απάντηση του στην υποβολή που του έγινε δεν την αρνήθηκε, αλλά απάντησε με τη φράση «Όχι πάντα» και ότι «πήγε να νυχτώσει» σε αντίφαση με τα όσα αναφέρει στο πιο πάνω απόσπασμα στην κυρίως εξέταση του, ότι δηλαδή «ήταν σκοτεινά σχεδόν, έτσι ήταν». Είναι δε πασιφανές από τα πιο πάνω, ότι στην προσπάθεια του αυτή δεν ήταν ούτε και σταθερός για το κατά πόσο είχε νυχτώσει ή είχε αρχίσει να νυχτώνει η ήταν λίγο σκοτεινά η σχεδόν σκοτεινά. Ακόμα στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει και να πείσει το Δικαστήριο ότι την ώρα που σχόλασε την επίδικη μέρα επικρατούσαν συνθήκες σκότους, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου για το ποιο είναι το ωράριο εργασίας του και πότε είναι η ώρα που ολοκληρώνεται το ωράριο εργασίας του καθημερινά, αμφιταλαντευόμενος, αρχίζοντας από η ώρα 18:00 μπορεί και 20:00, μπορεί και 21:00, κατέληξε στο να αναφέρει ότι το καθημερινό και κανονικό ωράριο εργασίας του είναι από η ώρα 07:00 μέχρι 15:00 ή από η ώρα 04:00 το πρωί μέχρι η ώρα 13:00 το μεσημέρι. Στις απαντήσεις αυτές που έδωσε προς το Δικαστήριο επισημαίνω ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε διευκρινιστική ερώτηση τόσο από τον συνήγορο υπεράσπισης όσο και από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής. Συνακόλουθα η ώρα που είχε σχολάσει την 18.5.2017 και εφόσον δεν ανέφερε ότι υπήρξε κάποια αιτία που προκάλεσε καθυστέρηση, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό πώς ήταν η ώρα 6:00 μ.μ. Ακόμη και σε σχέση με την θέση του ότι την 18.5.2017, σχόλασε η ώρα 6.00 μ.μ. και ότι την ώρα που σχόλασε ήταν σκοτάδι η ότι σχεδόν είχε βραδυάσει, εκτός από το ότι αυτή έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τα όσα είπε σε σχέση με το καθημερινό ωράριο εργασίας του, έρχεται και σε πλήρη διάσταση με τις επίσημα δημοσιευόμενες στατιστικές και πιό πάνω αναφερόμενο πίνακα του Τμήματος Μετερεωλογίας του Υπουργείου Γεωργίας, αναφορικά με την ανατολή και δύση του ηλίου κατά την εν λόγω ημερομηνία. Όπως αναφέρεται στον εν λόγω Πίνακα στις 18 Μαΐου ο ήλιος στη Λεμεσό ανατέλλει την 05:42 και 2 δεύτερα π.μ. και δύει την 7:46 και 2 δεύτερα μ.μ. Χρόνος που πόρρω απέχει από την 6:00 μ.μ. που ο κατηγορούμενος καθόρισε ως ώρα που είχε δύσει ο ήλιος και είχε νυκτώσει η σχεδόν νυκτώσει. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ειλικρινής, δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και γι΄ αυτό η μαρτυρία του σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και την απορρίπτω. Εξ αυτής κάνω αποδεκτό μόνο ότι η οικία του ευρίσκεται στην οδό XXXX XXXX αριθμό XX, ήτοι είναι το τρίτο σπίτι μετά από το σπίτι του παραπονούμενου - ΜΚ2. Μαρτυρία η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί από την κατηγορούσα αρχή. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Έχοντας προβεί στην πιο πάνω αξιολόγηση των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον μου στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, αλλά και τα όσα δια της ένορκης μαρτυρίας του ανέφερε ο κατηγορούμενος, έχω καταλήξει στα πιο κάτω ευρήματα: Ο παραπονούμενος - ΜΚ2 και ο κατηγορούμενος διαμένουν για χρονικό διάστημα πέραν των 37 ετών, στον προσφυγικό συνοικισμό στην XXXX Βʹ Φάση, στην Επαρχία Λεμεσού. Συγκεκριμένα ο μεν παραπονούμενος - ΜΚ2 στην οικία που ευρίσκεται στην οδό XXXX XXXX αριθμός XX, ο δε κατηγορούμενος στην ίδια οδό στην οικία με αριθμό XX. Οι οικίες και των δύο ευρίσκονται στην ίδια πλευρά του δρόμου σε ευθεία γραμμή και όταν ο παραπονούμενος ίσταται στο σημείο που ευρίσκεται το καγκέλι της δικής του οικίας δεν μπορεί να δεί το σημείο που ευρίσκεται το καγκέλι της οικίας του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος έχει ως επάγγελμα αυτό του οδηγού φορτηγού, «τρέιλερ», το οποίο έχει μεγάλο μήκος και το σταθμεύει στη δεξιά πλευρά του δρόμου απέναντι από την οικία του, αλλά και την οικία του παραπονούμεου - ΜΚ2. Λόγω δε του μήκους του φορτηγού αυτού, όταν το σταθμεύει ο κατηγορούμενος, τούτο καταλαμβάνει και μέρος από το πλάτος του οικοπέδου της επόμενης προς την οικία του παραπονούμενου, οικίας. Όταν ο παραπονούμενος ίσταται στο σημείο έξω από το καγκέλι της οικίας του, έχει πλήρες οπτικό πεδίο προς το σημείο που ο κατηγορούμενος σταθμεύει το φορτηγό του, αφού ευρίσκεται στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Για λόγους που δεν αποτελούν σχετικά γεγονότα με την παρούσα υπόθεση, εξ ού και δεν προβαίνω στην διατύπωση ευρημάτων γι αυτά, μεταξύ παραπονούμενου - ΜΚ2 και κατηγορούμενου, εδώ και αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν υπάρχει σχέση καλής γειτονίας. Από πλευράς δε του παραπονούμενου, σύμφωνα με τα όσα έχουν αναφερθεί από τον παραπονούμενο ΜΚ - 2 στο στάδιο της αντεξέτασης του, είναι πρόδηλο ότι υπάρχουν συναισθήματα, δικαιολογημένα η αδικαιολόγητα δεν προβαίνω σε σχετικό εύρημα, φοβίας ότι ο κατηγορούμενος είναι δυνατό να του προκαλούσε κάποιο κακό και ότι του ασκούσε καταπίεση. Μέσα λοιπόν σε αυτό το σκηνικό και κλίμα σχέσεων, μεταξύ παραπονούμενου - ΜΚ2 και κατηγορούμενου, την 18.5.2017, γύρω στις 6:00 μ.μ. και σε συνθήκες φωτισμού ημέρας, ο παραπονούμενος - ΜΚ2, στεκόταν έξω από το σπίτι του, στην οδό XXXX XXXX αριθμός XX και μιλούσε με κάποιους τεχνικούς της Samsung, συγκεκριμένα κάποιους επισκέπτες στην Κύπρο, ο ένας από την Αγγλία και ο άλλος Πολωνός. Ενώ στεκόταν στο σημείο που βρίσκεται το καγκέλι του σπιτιού του και τα δύο άλλα δύο πρόσωπα στο πεζοδρόμιο και έβλεπαν προς το μέρος του, είδε τον κατηγορούμενο, ο οποίος στεκόταν μπροστά από το φορτηγό του που είχε σταθμεύσει στην απέναντι πλευρά του δρόμου, σε απόσταση περίπου 20 - 30 μέτρα από αυτόν. Σε κάποια στιγμή χωρίς προηγουμένως να λεχθεί κάτι μεταξύ τους, ο παραπονούμενος - ΜΚ2, είδε τον κατηγορούμενο να γυρίζει προς το μέρος του και να τον «καυλιάζει» με ένα από τα δύο του χέρια, με το να ανυψώσει το μεσαίο του δάκτυλο. Ο παραπονούμενος - ΜΚ2, δεν είπε απολύτως τίποτε και δεν αντέδρασε, γιατί δεν ήθελε να δώσει έκταση στο επεισόδιο εν όψει της παρουσίας των δύο άλλων προσώπων, τα οποία λόγω του ότι έβλεπαν προς το μέρος του και με την πλάτη γυρισμένη πρός το σημείο που βρισκόταν ο κατηγορούμενος, δεν είχαν δεί την ενέργεια του κατηγορούμενου. Όταν τελείωσε με τη συζήτηση που είχε με τα δύο πρόσωπα και μετά που αυτά έφυγαν, ο παραπονούμενος - ΜΚ2, εισήλθε εντός της οικίας του χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια γιατί ήθελε να προβληματιστεί κατά πόσο θα προχωρούσε σε καταγγελία του κατηγορούμενου στην αστυνομία για την χειρονομία που προέβει εις βάρος του. Αφού προβληματίστηκε αποφάσισε ότι θα έπρεπε να προβεί σε καταγγελία, ενέργεια στην οποία προέβει την επομένη του συμβάντος ημέρα, ήτοι στις 19.5.2017. Προς τούτο μετέβη στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας, κατά η περί την 13.50 της 19.5.2017, όπου και έδωσε γραπτή κατάθεση, ήτοι το έγγραφο με την Ένδειξη Β. Μετά την καταγγελία στην οποία προέβει ο παραπονούμενος - ΜΚ2, η αστυφύλακας ΜΚ1 έλαβε την 1.6.2017 γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο, αφού προηγουμένως του εξήγησε τα δικαιώματα του, ήτοι το Τεκμήριο 1. Στη συνέχεια η ίδια αστυφύλακας, ΜΚ1, κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο 2, για το αδίκημα της άσεμνης χειρονομίας, του οποίου την διάπραξη αυτός αρνήθηκε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στις δε Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97, καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι ότι δημόσια προέβηκε σε άσεμνη πράξη. Το αδίκημα αυτό στοιχειοθετείται από το άρθρο 176 του Κεφ.154, οι πρόνοιες του οποίου κατά λέξη αναφέρουν τα εξής: «Όποιος διενεργεί δημόσια άσεμνη πράξη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Από τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι για να διαπραχθεί το εν λόγω αδίκημα πρέπει στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος δημόσια να είχε προβεί σε πράξη που να θεωρείται άσεμνη εις βάρος του παραπονουμένου. Η έννοια του «δημόσια» σε ότι αφορά πράξεις που διενεργήθηκαν, δίδεται στο άρθρο 4 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της κείμενης νομοθεσίας. Ειδικότερα καλύπτει: (α) πράξεις που διενεργήθηκαν σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ορατές από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται ή όχι σε δημόσιο χώρο, (β) πράξεις που διενεργήθηκαν σε μη δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι πιθανόν να καταστούν ορατές από πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493, στην οποία με παρέπεμψε και η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, σημειώθηκε πως «δημόσιος χώρος» ή «δημόσιο υποστατικό» περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 του Κεφ.154, «δημόσια διάβαση» καλύπτει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση, που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό. Συγκεκριμένα αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, είναι ότι χειρονόμησε άσεμνα εις βάρος του παραπονούμενου - ΜΚ2. Ήτοι ενώ ο κατηγορούμενος την 18.5.2017, βρισκόταν ιστάμενος σε δημόσια οδό μπροστά από το φορτηγό του, που ήταν σταθμευμένο εντός της εν λόγω οδού και ενώ ο παραπονούμενος - ΜΚ2, βρίσκονταν έξω από το καγκέλι της οικίας του στο πεζοδρόμιο της ιδίας οδού απέναντι από τον κατηγορούμενο σε απόσταση 20 - 30 μέτρων από αυτόν, ο κατηγορούμενος χειρονόμησε εις βάρος του «καυλιάζοντας» τον. Η χειρονομία «καυλιάζω» είναι το ρήμα που πηγάζει από τη λέξη «καυλί» και καταδεικνύει μία ενέργεια που γίνεται από ένα πρόσωπο που στρέφεται προς άλλο. Σύμφωνα δε με το Ιστορικό - Ετυμολογικό Κοινό Λεξικό της Ελληνοκυπριακής και Τουρκοκυπριακής Διαλέκτου, των Ιάκωβου Χατζηπιερή και Ορχάν Καπατά, Έκδοση 2015, η λέξη «καυλί» σημαίνει το «οποιοσδήποτε αρχικός τρυφερός βλαστός» καυλός˙ υβριστικό σινιάλο με αναρτημένο το μεσαίο δάκτυλο του χεριού σε προκλητική στάση, (μτφ.) το αντρικό μόριο. Οι εν λόγω συγγραφείς προς ανάδειξη του αισχρού και υβριστικού χαρακτήρα της εν λόγω χειρονομίας - σινιάλου, παραθέτουν στη σελίδα 112 του συγγράμματος τους, από το σύγγραμμα Κυπρή 1989: 469, 2002:213 την εξής φράση: «Έβαλεν του καυλί τζιαί δεν αντράπην την μουτσούναν του.» Ακόμη σύμφωνα με το Ετυμολογικό Λεξικό της Ομιλουμένης Διαλέκτου, του Κυριάκου Χατζηιωάννου, 3η έκδοση, η λέξη «καυλί» σημαίνει το μεσαίο δάκτυλο ανορθωμένο. Περαιτέρω όπως εξηγείται στο Ερμηνευτικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, του κ. Γ. Μπαμπινιώτη, Γ ' Έκδοση, σελίδα 874, η πιο πάνω λέξη σημαίνει τη βάλανο του ανδρικού μορίου ή του ανδρικού γεννητικού οργάνου. Σύμφωνα με το ίδιο ερμηνευτικό λεξικό, στη σελίδα 293, η λέξη «άσεμνος» σημαίνει κάτι το αισχρό, πρόστυχο, χυδαίο, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη σεμνότητας και ευπρέπειας. Στο σημείο δε αυτό επισημαίνω ότι προς πίστη του, ο συνήγορος υπεράσπισης στο τέλος της αγόρευσης του, δήλωσε πώς συμφωνεί πώς αν αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος προέβει στη συγκεκριμένη χειρονομία που του αποδίδεται, αυτή εμπίπτει στον ορισμό της άσεμνης πράξης. ΤΕΛΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με τα πιο πάνω κατά νου και υπαγάγοντας τα ευρήματα μου στη νομική πτυχή της υπόθεσης έχω καταλήξει ότι: (α). Η ενέργεια, χειρονομία - σινιάλο, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση, ήτοι να ανορθώσει το μεσαίο δάκτυλο του ενός εκ των δύο χεριών του και να το στρέψει κατά του παραπονούμενου - ΜΚ2, ήτοι να τον «καυλιάσει», αποτελεί αισχρή και υβριστική ενέργεια που προσβάλλει τη δημόσια αιδώ, καθιστώντας την «άσεμνη πράξη». (β). Η χειρονομία δε αυτή, «άσεμνη πράξη», που πιο πάνω αναφέρεται, έγινε σε δημόσιο χώρο, ήτοι εντός της δημοσίας οδού XXXX XXXX, στη XXXX, της Επαρχίας Λεμεσού. Συνακόλουθα καθοδηγούμενος από τις πιο πάνω αρχές αναφορικά με το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε ποινικές υποθέσεις, καταλήγω ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση και η πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ενοχή του. Εν όψει της πιό πάνω κατάληξης μου, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στο αδίκημα της μοναδικής κατηγορίας που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση, ήτοι του αδικήματος της διενέργειας κατά τον χρόνο και στο μέρος που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας, ήτοι δημόσια, άσεμνης πράξης. (Υπ.) ...................................... Tάσος Κατσικίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final(Αναφορά: Ποινική - Τελική - άσεμνη πράξη) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο