Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Timis, Αρ. Υπόθεσης: 16090/19, 19/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16090/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Και ΧΧΧΧΧΧΧΧ Timis Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 19 Μαϊου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χριστίνα Θεμιστοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κα Άντρη Ιωάννου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες: Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα των πράξεων που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του Άρθρου 228 (ζ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο της πρώτης κατηγορίας παράνομα έριξε καυστικό υγρό στα μάτια του παραπονουμένου. Η δεύτερη κατηγορία αφορά πάλι το αδίκημα των πράξεων που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, αλλά με παραπομπή στο εδάφιο α του ιδίου άρθρου και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο της δεύτερης κατηγορίας, με σκοπό πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης στον παραπονούμενο, παράνομα τραυμάτισε τον πιο πάνω με τη χρήση μαχαιριού. Η τρίτη κατηγορία, παρόλο που είναι ουσιαστικά συναφής με τη δεύτερη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του Άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο με τη δεύτερη κατηγορία, ο Κατηγορούμενος παράνομα προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στον Παραπονούμενο. Η τέταρτη κατηγορία αφορά τη μεταφορά αμφίστομου μαχαιριού, στην οποία ο κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή και γι' αυτό θα γίνει ειδική αναφορά σε κατοπινό στάδιο της διαδικασίας. Θα συμφωνήσω με την ευπαίδευτη συνήγορο του κατηγορουμένου ότι είναι μια σοβαρή υπόθεση, βέβαια όμως, χωρίς να υποβαθμίσω τη σοβαρότητα της υπόθεσης, δεν θα συμφωνήσω ότι είναι μια δύσκολη υπόθεση, για τους λόγους που θα εξηγήσω. Συγκεκριμένα και οι δύο πλευρές και ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος ουσιαστικά παρέπεμψαν στο οπτικοακουστικό υλικό και κυρίως οπτικό υλικό που προβλήθηκε στην ακροαματική διαδικασία, συμφωνώντας με το περιεχόμενο των καταγραφών που γίνονται σε αυτό, δίνοντας όμως διαφορετική ερμηνεία και εκδοχή για το τι προηγήθηκε και τι λέχθηκε μεταξύ των δύο και ασφαλώς ποιες ήταν οι προθέσεις τους. Το Δικαστήριο δεν θα παραθέσει αυτολεξεί το σύνολο της μαρτυρίας στην παρούσα περίπτωση, αλλά θα παραθέσει τον πυρήνα της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή των μαρτύρων 1 εώς 4 και του κατηγορουμένου. Ο μάρτυρας 1 είναι ο ανακριτής της υπόθεσης, στην οποία αναφέρθηκε στις ενέργειες που έχει προβεί στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, καθώς επίσης προέβαλε με τον ανάλογο αναγκαίο εξοπλισμό το οπτικό υλικό που εξασφαλίστηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, δίνοντας τις δικές του εξηγήσεις αναφορικά με τις έρευνες που έχει κάνει, αλλά και το τι περιήλθε στην αντίληψή του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, καταθέτοντας επίσης και τα τεκμήρια που συλλέχθησαν στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Ο ΜΚ 2 είναι ο παραπονούμενος, που ουσιαστικά η μαρτυρία του, πέραν βεβαίως της υιοθέτησης των όσων καταγράφησαν στο οπτικό υλικό, κάνει αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκε στις δύο επίδικες μέρες με τον κατηγορούμενο και σύμφωνα με την εκδοχή του, δέχθηκε την επίθεση από τον κατηγορούμενο τη μια φορά με το μαχαίρι, που κατατέθηκε ως τεκμήριο, με το οποίο τραυματίστηκε στο χέρι, όπως αναφέρθηκε και στο ιατρικό πιστοποιητικό, αλλά και τη δεύτερη μέρα, όπου ο κατηγορούμενος του εκτόξευσε καυστικό υγρό, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο μάτι. Δεν δέχτηκε ο παραπονούμενος την οποιανδήποτε πρόκληση εκ μέρους του, δηλαδή δεν δέχθηκε ότι ήταν προκλητικός και δεν δέχθηκε ότι ο kατηγορούμενος τελούσε σε κατάσταση άμυνας. Οι ΜΚ 3 και 4 έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονες για τα τραύματα του παραπονουμένου, όπου ο μεν πρώτος μάρτυρας, ο ΜΚ 3 δηλαδή, για τα τραύματα του pαραπονουμένου στο χέρι, αναγνωρίζοντας το Τεκμήριο 6, που αρχικά κατατέθηκε ως tεκμήριο Δ προς aναγνώριση και η ΜΚ 4 ως προς το τραύμα του αραπονουμένου στο μάτι. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της πιο πάνω μάρτυρος, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεσή της και το Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματά του, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Χωρίς το Δικαστήριο πάλι να παραθέτει αυτολεξεί το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, παρά μόνο το Δικαστήριο θα αναφέρει τον πυρήνα των εκδοχών του κατηγορουμένου, ως προς το γεγονός με το υγρό, ανέφερε ότι η πρόθεσή του ήταν να περιλούσει το υγρό για σκοπούς καθαρισμού και για αποφυγή της δυσοσμίας που υπήρχε στο μέρος, λέγοντας χαρακτηριστικά «Δυστυχώς κατά λάθος το υγρό βρήκε τον παραπονούμενο» και ευχόταν να μην γινόταν αυτό. Ως προς το περιστατικό με το μαχαίρι, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι τελούσε υπό καθεστώς άμυνας και φόβου, λόγω των απειλών και προηγούμενης προκλητικής συμπεριφοράς του παραπονουμένου, λέγοντας επίσης χαρακτηριστικά ότι ήταν πάνω στα νεύρα του και επειδή τον απείλησε ο παραπονούμενος, νόμισε ότι θα τον χτυπούσε με το αντικείμενο που κρατούσε ο παραπονούμενος. Αναφέρθηκε επίσης και στις ενέργειες που έκανε με το να καταγγείλει το περιστατικό στην Αστυνομία, αλλά και γενικά στη συνεργασία που είχε με τις αστυνομικές αρχές, τονίζοντας ότι δεν είχε σκοπό πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης στον Παραπονούμενο με το μαχαίρι. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, σχετική είναι η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 228(ζ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄Όποιος, με σκοπό ακρωτηριασμού, παραμόρφωσης, πρόκλησης αναπηρίας ή βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλο ή με σκοπό αντίστασης εναντίον της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης οποιουδήποτε προσώπου ή αποτροπής αυτής- (ζ) χύνει παράνομα ή ρίχνει τέτοιο υγρό ή τέτοια ύλη εναντίον ή σε άλλο, ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τοποθετεί τέτοιο υγρό ή τέτοια ύλη στο σώμα οποιουδήποτε προσώπου, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου.΄΄ Επί του προκειμένου, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της σχετικής κατηγορίας, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος, με σκοπό να προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη στον παραπονούμνο, με τη χρήση του καυστικού υγρού πέτυχε το σκοπό του. Για να θεωρηθεί πως έχει στοιχειοθετηθεί το συγκεκριμένο αδίκημα, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος, έχοντας ειδική πρόθεση να προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη στον παραπονούμενο, χρησιμοποίησε για το σκοπό αυτό το καυστικό υγρό και περαιτέρω, ότι συνεπεία αυτής της χρήσης προκάλεσε στο θύμα βαριά σωματική βλάβη. Θα πρέπει δηλαδή, η βαριά σωματική βλάβη να είναι το αποτέλεσμα της παραπάνω ενέργειας του κατηγορούμενου (βλ. μεταξύ άλλων και την Παρούτη v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 446). Δηλαδή θα πρέπει να υπάρχει σχέση αιτίου αιτιατού. Στην υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, αναφέρθηκε ότι η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος που καθορίζει το άρθρο 228 (α) του Ποινικού Κώδικα. Ως προς το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, σχετική είναι η νομοθετική πρόνοια του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄Όποιος, με σκοπό ακρωτηριασμού, παραμόρφωσης, πρόκλησης αναπηρίας ή βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλο ή με σκοπό αντίστασης εναντίον της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης οποιουδήποτε προσώπου ή αποτροπής αυτής- (α) με οποιοδήποτε μέσο τραυματίζει παράνομα ή προκαλεί βαριά σωματική βλάβη σε άλλο ή είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου.΄΄ Ως προς τον τρόπο στοιχειοθέτησης της δεύτερης κατηγορίας, ισχύουν τα ίδια με τα όσα αναφέρθηκαν για την πρώτη κατηγορία, με την εξής διαφοροποίηση, ήτοι ότι εκεί όπου γινόταν αναφορά για το καυστικό υγρό, ισχύουν τα ίδια με το μαχαίρι. Η νομοθετική διάταξη που διέπει την τρίτη κατηγορία, είναι αυτή του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: <<Όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές>>. Με βάση την πιο πάνω νομοθετική διάταξη, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α) η πρόκληση Β) με παράνομη ενέργεια του αδικοπραγούντα Γ) βαριάς σωματικής βλάβης Δ) σε άλλο πρόσωπο Επίσης, μέσα από το λεκτικό της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης, προκύπτει ότι για την διάπραξη του αδικήματος δεν απαιτείται ειδική πρόθεση. Είναι αρκετό για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, η βαριά σωματική βλάβη να είναι το αποτέλεσμα της παράνομης ενέργειας του αδικοπραγούντα. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, «βαριά σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη που ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό ή επικίνδυνη σωματική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή μόνιμη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται μέχρι τη μόνιμη παραμόρφωση ή τη μόνιμη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωματικού οργάνου, μεμβράνης ή αίσθησης». Η πλευρά της υπεράσπισης, προέβαλε για την δεύτερη κατηγορία ότι τελούσε σε κατάσταση αυτοάμυνας. Η αυτοάμυνα δεν αναφέρεται ρητά στον Ποινικό Κώδικα, Κεφ. 154. Καλύπτεται όμως από το φάσμα των προνοιών του άρθρου 17 του Κεφ. 154 που καθιστά την αναγκαιότητα (necessity) υπεράσπιση. Οι αυθεντίες έχουν καθιερώσει πως η αυτοάμυνα δεν είναι υπεράσπιση, υπό την έννοια ότι το αποδεικτικό βάρος δεν μετατίθεται στον κατηγορούμενο να την αποδείξει. Εφόσον έχει εγερθεί κατά τη δίκη εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να καταρρίψει τη θέση του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Μαραγκός ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 251: "Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι υπό τέτοιες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη. Πρέπει να λεχθεί, ότι μια τέτοια θεώρηση λειτουργεί προς όφελος κατηγορούμενου γιατί με την έγερση του θέματος, αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της κατηγορούσας αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαιοπραγία". Το ερώτημα είναι κατά πόσο η βία η οποία χρησιμοποιήθηκε υπό τας περιστάσεις ήταν λογική και στην κρίση του ερωτήματος λαμβάνεται υπόψη ποια ήταν η διανοητική κατάσταση (mental state) του κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι η αναγκαία ή νόμιμη άμυνα καθορίζεται από τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα αναλύεται με κάθε λεπτομέρεια στην υπόθεση Palmer v. The Queen [1971] A.C. 814. Η ουσία του ζητήματος είναι ότι δεν αναμένεται από το πρόσωπο το οποίο αμύνεται να ζυγίσει επακριβώς και να καθορίσει το ακριβές μέτρο αντίδρασης. Είναι κατανοητό ότι βρίσκεται υπό άμυνα, υπό συνθήκες κατά τις οποίες το πρόσωπο του βρίσκεται υπό κίνδυνο και αν αντιδράσει κατά τρόπο που ειλικρινώς και ενστικτωδώς πιστεύει ότι ήταν αναγκαίο τότε η πράξη του περιλαμβάνεται στην έννοια της άμυνας. Στην υπόθεση R. v. Julien
(1969)2 All E.R. 856 αναφέρεται πως δεν αναμένεται στην κάθε περίπτωση ότι το πρόσωπο το οποίο απειλείται πρέπει να τραπεί σε φυγή η δε μη υποχώρηση του κατηγορούμενου είναι μόνο ένα στοιχείο των συλλογισμών που θα κρίνουν κατά πόσο ενήργησε λογικά και μέσα στα πλαίσια αυτοάμυνας. Στο άρθρο 17 προνοείται ότι: «Πράξη ή παράλειψη, που διαφορετικά θα συνιστούσε ποινικό αδίκημα, δυνατόν να μη καταλογιστεί σε αυτόν που διέπραξε, αν αυτός μπορέσει να αποδείξει ότι αυτή έγινε ή παραλείφθηκε μόνο για αποτροπή συνεπειών διαφορετικά αναπότρεπτων, οι οποίες, αν δεν αποτραπούν θα επιφέρουν σε αυτό ή σε πρόσωπα τα οποία αυτός έχει υποχρέωση να προστατεύσει, αναπότρεπτο και ανεπανόρθωτο κακό, ότι η πράξη δεν υπερέβη το εύλογα αναγκαίο με αυτό, επίσης ότι το κακό που προκλήθηκε από αυτόν δεν ήταν δυσανάλογο με εκείνο το οποίο αποτράπηκε». Η αυτοάμυνα δεν αποτελεί υπεράσπιση με την αυστηρή έννοια του όρου. Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι κάτω από ορισμένες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη. Η θεώρηση αυτή λειτουργεί προς όφελος του κατηγορούμενου γιατί με την έγερση του θέματος, αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της Κατηγορούσας Αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαιοπραγία. Βλ. Μαραγκός ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.ΑΔ. 251, στην οποία υιοθετήθηκαν οι αγγλικές αποφάσεις R. ν. Wheeler
(1967)3 All E.R. 829, 830 και Lobell
(1957)1 Q.B.D. 547. To ερώτημα πάντοτε είναι κατά πόσο η βία που χρησιμοποίησε υπό τις περιστάσεις ένας κατηγορούμενος ήταν εύλογα αναγκαία. Μεταξύ των περιστάσεων εξετάζεται και η διανοητική κατάσταση (mental state) του κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η αναγκαία ή νόμιμη άμυνα καθορίζεται από τις συνθήκες και περιστάσεις κάθε περίπτωσης. Βλ. Μαραγκός (πιο πάνω), Miliotis ν. Police
(1971)2 C.L.R 292, Maifoshis ν. Police
(1978)2 C.L.R 9, R. ν. Julien
(1969)2 All E.R. 856, Palmer v. R.
(1971)55 Cr. App. R. 223, R. v. Shannon
(1980)71 Cr. App. R. 192, Δημακόπουλος v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 170. To θέμα της αυτοάμυνας όπως προ4νοείται στο άρθρο 7.3 του Συντάγματος, στο άρθρο 17 του Ποινικού Κώδικα και στη Νομολογία, ως αναφερόμενο σε ενέργεια προς αποφυγή ανάλογης και άλλως αναπότρεπτης συνέπειας, εξετάστηκε σε έκταση από τη Ανώτατο Δικαστήριο στη Γεώργιος Βασιλείου Νικολάου και άλλος V Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 482 εκτενή αποσπάσματα της οποίας καταγράφονται στη συνέχεια. «Εκ των πραγμάτων, η έννοια της "εύλογα" αναγκαίας βίας μόνο αντικειμενική μπορεί να είναι, αφού ο ίδιος ο όρος "εύλογα" εισηγείται διαμόρφωση αντικειμενικής κρίσης εκ μέρους του δικαστηρίου ως κριτή των γεγονότων. Επειδή όμως ακριβώς το θέμα αφορά κρίση επί των γεγονότων, και μάλιστα σε συνάρτηση προς το λογικό της αντίδρασης προσώπου ισχυριζομένου ότι ευρέθη στην ανάγκη να υπερασπίσει τον εαυτό του, το υποκειμενικό στοιχείο της δικής του τοποθέτησης στην εξεταζόμενη κατάσταση πραγμάτων οπωσδήποτε υπεισέρχεται στο θέμα, μαζί με όλα τα άλλα δεδομένα. Όχι όμως ασφαλώς υπό τη μορφή του αν ο ίδιος ο κατηγορούμενος έκρινε ότι η χρησιμοποιηθείσα βία ήταν εύλογα αναγκαία, αλλά ώστε η δική του λογική αντίληψη των πραγμάτων να ληφθεί υπ' όψη, μαζί με όλα τα άλλα στοιχεία, για να αποφασισθεί αν ήταν εύλογα αναγκαία - "... that which was reasonable in the light of the circumstances as they reaonably appeared to the accused ...", όπως το διατύπωσε o Edmund Davies, L.J. (ως ήτο τότε), στην Mclnnes [1969] 55 Cr. App. R. 551, o. 562, στην οποία ακολουθήθηκε από το Court of Appeal η Julien [1969] 53 Cr. App ,R. 407 και υιοθετήθηκε η κλασσική διατύπωση της αρχής της αυτοάμυνας από τον Lord Morris στην Palmer ν. R. [1971] A.C. 814 (P.C.), στις σελίδες 831-832: "In their Lordships' view the defence of self-defence is one which can be and will be readily understood by any jury. It is a straightforward conception. It involves no abstruse legal thought. It requires no set words by way of explanation. No formula need be employed in reference to it. Only common sense is needed for its understanding. It is both good law and good sense that a man who is attacked may defend himself. It is both good law and good sense that he may do, but may only do, what is reasonably necessary. But everything will depend upon the particular facts and circumstances. Of these a jury can decide. It may in some cases be only sensible and clearly possible to take some simple avoiding action. Some attacks may be serious and dangerous. Others may not be. If there is some relatively minor attack it would not be common sense to permit some action of retaliation which was wholly out of proportion to the necessities of the situation. If an attack is serious so that it puts someone in immediate peril then immediate defensive action may be necessary. If the moment is one of crisis for someone in imminent danger he may have to avert the danger by some instant reaction. If the attack is all over and no sort of peril remains then the employment of force may be by way of revenge or punishment or by way of paying off an old score or may be pure aggression. There may no longer be any link with a necessity of defence. Of all these matters the good sense of a jury will be the arbiter. There are no prescribed words which must be employed in or adopted in a summing up. All that is needed is a clear exposition, in relation to the particular facts of the case, of the conception of necessary self-defence. If there has been no attack then clearly there will have been no need for defence. If there has been attack so that defence is reasonably necessary it will be recognised that a person defending himself cannot weigh to a nicety the exact measure of his necessaiy defensive action. If a juiy thought that in a moment of unexpected anguish a person attacked had only done what he honestly and instinctively thought was necessary that would be most potent evidence that only reasonable defensive action had been taken. A jury will be told that the defence of self-defence, where the evidence makes its raising possible, will only fail if the prosecution show beyond doubt that what the accused did was not by way of self-defence. But their Lordships consider, in agreement with the approach in the De Freitas case [1960] 2 W.I.R. 523, that if the prosecution have shown that what was done was not done in self-defence then that issue is eliminated from the case. If the jury consider that an accused acted in self-defence or if the jury are in doubt as to this then they will acquit. The defence of self-defence either succeeds so as to result in an acquittal or it is disproved in which case as a defence it is rejected. In a homicide case the circumstances may be such that it will become an issue as to whether there was provocation so that the verdict might be one of manslaughter. Any other possible issues will remain. If in any case the view is possible that the intent necessary to constitute the crime of murder was lacking then that matter would be left to the jury." Ο συσχετισμός του αντικειμενικού κρμηρίου προς τις περιστάσεις συνοψίζεται και από τον Lord Diplock στην Reference under s 48A of the Criminal Appeal (Northern Ireland) Act 1968 (No 1 of 1975) [1976] 2 All E.R. 937 στη σ. 947, σε συνάρτηση προς την ανάλογη υπεράσπιση της χρήσης εύλογα αναγκαίας βίας για την αποτροπή εγκλήματος: "The form in which the jury would have to ask themselves the question in a trial for an offence against the person in which this defence was raised by the accused, would be: are we satisfied that no reasonable man (a) with knowledge of such facts as were known to the accused or reasonably believed by him to exist (b) in the circumstances and time available to him for reflection (c) could be of opinion that the prevention of the risk of harm to which others might be exposed if the suspect were allowed to escape, justified exposing the suspect to the risk of harm to him that might result from the kind of force that the accused contemplated using? H Shannon [1980] 71 Cr. App. R. 192, όχι μόνο δεν διαφοροποιεί τη θέση αυτή αλλά την ακολουθεί. Όπως παρατήρησε ο Ormrod, L.J. σχολιάζοντας το απόσπασμα από την απόφαση του Lord Morris στην Palmer ν. R στις σελίδες 195-196: "The whole tenor of this statement of the law is directed to the distinction which has to be drawn between acts which are essentially defensive in character and acts which are essentially offensive, punitive, or retaliatory in character. Attack may be the best form of defence, but not necessarily in law. Counter-attack within limits is permissible; but going over to the offensive when the real danger is over is another thing." Και το κριτήριο για τη διαπίστωση εκείνη παραμένει, στο τέλος της ημέρας, αντικειμενικό, ως προς το εύλογο της βίας που χρησιμοποιήθηκε, λαμβανομένων υπ' όψη όλων των περιστάσεων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Συνεπώς, ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, ήτοι ο Μ.Κ. 1 θα κριθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Οι Μ.Κ. 3 και 4 που προσήλθαν στο εδώλιο του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονες, αυτοί επιτελούν ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλούνται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσουν με τις γνώσεις και τις εμπειρίες τους και την επιστημονική τους κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία(Anastassiades v.Republic
(1977)2 C.L.R.97,Kouppis v.Republic
(1977)2 C.L.R.361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).>> Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.>> Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. - ν - ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v.Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013). ΄΄ Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας............................................................................................................................................................................................ Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση. ΄΄ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που εκτέθηκαν για το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας και παρακολουθώντας με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις: Ο ΜΚ 1, ως ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης οτιδήποτε το επιλήψιμο, είτε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, είτε στη δια ζώσης του μαρτυρία και ούτε έχει εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο που να κλονίζει είτε την αντικειμενικότητα, ανεξαρτησία, αμεροληψία ή πληρότητα των ενεργειών του που έχει προβεί ως ανακριτής της υπόθεσης και γενικά παρέπεμπε στο οπτικό υλικό το οποίο ανέλυσε και επεξήγησε στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Κατ' επέκταση, ο ΜΚ 1 ως ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Αναφορικά με τους ΜΚ 3 και 4, το Δικαστήριο, χωρίς κανένα ενδοιασμό, αποδέχεται ότι είναι εμπειρογνώμονες στα αντικείμενα τα οποία έδωσαν μαρτυρία και στο περιεχόμενο της μαρτυρίας τους και ως εμπειρογνώμονες το Δικαστήριο έχει πειστεί για την επάρκεια των γνώσεων, εμπειριών τους και την επιστημοσύνη τους. Το Δικαστήριο επίσης έχει πειστεί για την αντικειμενικότητα, ανεξαρτησία και αμεροληψία τους και το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα για τα όσα ανέφεραν, τόσο στα έγγραφα τα οποία τους υποδείχτηκαν και αναγνώρισαν στο Δικαστήριο, αλλά και τα όσα ανέφεραν προφορικά στην ακροαματική διαδικασία. Κατ' επέκταση, από τη μια, μέσα από τη μαρτυρία της ΜΚ 4, αποδεικνύεται και αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι από καυστικό υγρό ο παραπονούμενος είχε τα τραύματα που ανέφερε και περιέγραψε στο μάτι, πλην όμως ταυτόχρονα αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα ότι πλέον η κατάσταση της υγείας του ματιού του παραπονουμένου έχει αποκατασταθεί, αφού δεν υπάρχει πλέον μόνιμη βλάβη, καθότι η βλάβη ήταν, ναι μεν σοβαρή με την έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά αργότερα αποκαταστάθηκε. Όσον αφορά τον ΜΚ 3, η μαρτυρία του επικεντρώθηκε στα τραύματα που υπέστηκε ο παραπονούμενος από το περιστατικό με το μαχαίρι και που καταγράφονται στο Τεκμήριο 26, δηλαδή το θλαστικό τραύμα ραχιαίας επιφάνειας δεξιού αντιβραχίονα και έγινε σχετική χειρουργική επέμβαση και είχε διατομή του εκτείνοντα τένοντα, του παράμεσου και ημιδιατομής του εκτείνοντα τένοντα, του μέσου και αντίχειρα και τοποθετήθηκε νάρθηκας και εξήλθε ο παραπονούμενος δύο μέρες αργότερα και τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου και ασφαλώς πρόκεινται για βαριά σωματική βλάβη, λόγω της σοβαρότητας τους. Όσον αφορά τώρα τον παραπονούμενο και τον κατηγορούμενο, χωρίς κανένα ενδοιασμό το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι τα κλειδιά της υπόθεσης, διότι ήταν οι αρνητικοί πρωταγωνιστές των δύο επίδικων περιστατικών. Το Δικαστήριο τους έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη παρατηρητικότητα και προσοχή κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, λόγω ακριβώς του πρωταγωνιστικού τους ρόλου και αποτελεί θλιβερή διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι και οι δύο μάρτυρες σε ένα βαθμό είπαν μεν την αλήθεια, αλλά και σε ένα βαθμό προσπάθησαν να προσαρμόσουν την εκδοχή τους, η οποία από τη μια ο παραπονούμενος είχε έντονα το στοιχείο της υπερβολής και της μεροληψίας εναντίον του κατηγορουμένου, ήταν έκδηλη κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, φτάνοντας μάλιστα σε σημείο να μεγαλοποιήσει τραυματισμούς, όπως π.χ. στο μάτι του, που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη μαρτυρία της ΜΚ
- Το ίδιο ισχύει και για τους τραυματισμούς με το μαχαίρι. Από την άλλη όμως και ο κατηγορούμενος προσπάθησε να οχυρωθεί πίσω από τον μανδύα της αυτοάμυνας, αλλά και άλλων γεγονότων που προσπαθούσε να πει στο Δικαστήριο ότι δεν είχε σκοπό να τραυματίσει τον κατηγορούμενο, θέσεις οι οποίες δεν πείθουν το Δικαστήριο για τους λόγους που θα εξηγήσω. Το Δικαστήριο λαμβάνει πλήρη διαφώτιση και καθοδήγηση ως μέρος της πραγματικής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον Δικαστηρίου το οπτικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, όπου φαίνονται ξεκάθαρα οι κινήσεις και των δύο. Συγκεκριμένα, όσον αφορά το περιστατικό με το μαχαίρι, διαπιστώνει το Δικαστήριο τα εξής: Βλέποντας τη στάση των σωμάτων του παραπονουμένου και του κατηγορουμένου, τις κινήσεις τους, τις προθέσεις τους και το ύφος τους, καταδεικνύεται ότι από τη μια μεν ο κατηγορούμενος είχε πράγματι, με βάση τις κινήσεις που έκανε, αλλά και το μεγάλο μέγεθος του μαχαιριού που είχε, επιθετική στάση εναντίον του παραπονουμένου, που αναμφίβολα, έχοντας υπ' όψιν και το είδος του αντικειμένου που κρατούσε ο παραπονούμενος, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να κριθεί ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε άμυνα, αλλά το αντίθετο, τελούσε σε πλεονεκτικότερη θέση με τον παραπονούμενο, έχοντας υπ' όψιν το είδος και το μήκος του μαχαιριού που κρατούσε. Όμως, διαπίστωσα ότι ο παραπονούμενος είχε προκλητική στάση απέναντι στον κατηγορούμενο, καθότι ο τρόπος που κρατούσε το αντικείμενο, είτε ήταν λουρί σκύλου, είτε αλυσίδα, είτε σχοινί, που δεν έχει καμία σημασία αυτό, οι κινήσεις του σώματος του ήταν τέτοιες που στριφογυρίζοντας εκείνο το αντικείμενο ήταν έντονα προκλητικός προς τον κατηγορούμενο. Δέχομαι ότι μεταξύ των δύο αρνητικών πρωταγωνιστών υπήρξαν διαφορές και μάλιστα ότι ο παραπονούμενος πίεζε και εκβίαζε τον κατηγορούμενο σε προγενέστερο στάδιο, αναζητώντας από αυτόν χρήματα και αυτό αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου όσον αφορά το στοιχείο της πρόκλησης, τόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά και προγενέστερα, από πλευράς παραπονουμένου εναντίον του κατηγορουμένου. Κατ' αναλογία, ισχύουν και τα ίδια με το περιστατικό με το καυστικό υγρό και εξηγώ: Δεν αποδέχομαι τη θέση του κατηγορουμένου ότι η πρόθεσή του ήταν να απολυμάνει τον χώρο από ακαθαρσίες και από δυσοσμία, διότι οι κινήσεις που φαίνονται από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και την αντίδραση του παραπονουμένου, αποδέχομαι ότι είχε τον σκοπό αυτόν, της πρόκλησης βλάβης στον \παραπονούμενο, όμως πάλι το Δικαστήριο αποδέχεται το στοιχείο της πρόκλησης από πλευράς του παραπονουμένου, τόσο κατά την επίδικη μέρα, αλλά και προγενέστερα, λόγω των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω, χωρίς αυτό βέβαια να αποτελεί άλλοθι για τον κατηγορούμενο, ούτε δικαιολογία, αλλά υπάρχει εν μέρει κάποια αιτιολογία. Τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι του ανέφεραν στην Αστυνομία, ότι ακόμα και ότι η αστυνομία φοβάται τον παραπονούμενο, δεν γίνονται αποδεχτά από το Δικαστήριο, διότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να διανοηθεί ότι μια αστυνομική δύναμη Κύπρου φοβάται τον παραπονούμενο. Κατ' επέκταση, το Δικαστήριο, μέσα από τα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα και αξιολόγηση, κρίνει ότι, κατά τους ουσιώδεις χρόνους και τόπους, ο κατηγορούμενος, επί σκοπού, προκάλεσε τα τραύματα που προκάλεσε στον παραπονούμενο και στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1 εώς 3, την μεν μια φορά με την χρήση καυστικού υγρού, την άλλη με μαχαίρι. Όσον αφορά βεβαίως την τέταρτη κατηγορία, αυτή ούτως ή αλλιώς έχει γίνει παραδοχή και φαίνονται μέσα από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δηλαδή ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της μαχαιροφορίας, δηλαδή του μαχαιριού που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο και με το οποίο τραυμάτισε τον παραπονούμενο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1 εώς
- Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. Subject: Criminal/Final Αναφορά: Πράξεις που αποσκοπούν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης και βαριά σωματική βλάβη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο