Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Gulin, Αρ. Υπόθεσης: 11900/17, 29/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11900/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. XXXXXXX Gulin Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 29 Μαΐου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα Χρ. Θεμιστοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Η. Αγαθοκλέους Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Αυτή της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του Άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και την κατηγορία της άσκησης βίας, προκαλούσε ψυχική βλάβη, κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 3
(1)
(4)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119
(1)/2000 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 212
(1)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, δηλαδή στις 25 Μαΐου του 2017, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, παράνομα επιτέθηκε κατά της συζύγου και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 2η κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, άσκησε βία στη σύζυγο του, που προκάλεσε άμεσα ψυχική βλάβη σε αυτήν. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΜΚ 1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το τεκμήριο 2, στην οποία κάνει αναφορά ότι είναι παντρεμένη με τον κατηγορούμενο και από το γάμο τους απέκτησαν ένα παιδί, ηλικίας 2,5 ετών τότε. Αναφέρει ότι τα προβλήματα με τον κατηγορούμενο άρχισαν το καλοκαίρι του 2015, όταν έμαθε ότι την απατά. Άρχισε να γίνεται βίαιος και ανακάλυψε στο κινητό του τηλέφωνο μηνύματα που καταδύκνειαν την απιστία του κατηγορούμενου και ότι ο κατηγορούμενος επέστρεφε κάθε βράδυ στο σπίτι μεθυσμένος. Μια εβδομάδα πριν το επίδικο συμβάν, ήρθε από τη Ρωσία ο πεθερός της και διέμενε μαζί τους. Την επίδικη μέρα, όταν ξύπνησαν, το μωρό ήταν άρρωστο και έκανε εμετούς. Η ΜΚ 1 θεώρησε σωστό να μην το πάρει στο νηπιαγωγείο και ο κατηγορούμενος διαφώνησε και της απάντησε ότι το μωρό θα πάει στο νηπιαγωγείο και εάν έκανε εμετό θα πάει ο παππούς του να το πιάσει. Σε εκείνη τη στιγμή άρχισε να φωνάζει και ο πεθερός της, καταλογίζοντας της ότι δεν περιποιείται το μωρό σωστά, ούτε το ταΐζει σωστά και ότι δεν ξέρει να μαγειρεύει. Χωρίς η μάρτυρας να το καταλάβει και ενώ είχε γυρισμένη την πλάτη της, ήρθε από πίσω της ο κατηγορούμενος και την χτύπησε πολύ δυνατά με τα δύο του χέρια στα αυτιά. Με το χτύπημα η παραπονούμενη έχασε προς στιγμή τις αισθήσεις της για κλάσματα του δευτερολέπτου και γονάτισε στο πάτωμα. Μετά από λίγο, όταν η παραπονούμενη έφερε τις αισθήσεις της, άκουσε το μωρό να κλαίει, το πήρε στα χέρια της και ρώτησε τον πεθερό της με τη φράση «Βλέπεις τι κάνει ο γιος σου;» Τότε αυτός της απάντησε ότι είναι άρρωστη και ότι πρέπει να πάει σε γιατρό. Τότε η παραπονούμενη άρπαξε κάποια ρούχα του μωρού και το παιδί και έφυγε από το σπίτι και πήγε στην αστυνομία. Εξέφρασε το παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου, την επιθυμία της να χωρίσει και έχει ενημερώσει δικηγόρο και το γραφείο ευημερίας για το περιστατικό. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, περιέγραψε τα περιστατικά ψυχολογικής και σωματικής βίας που βίωσε και που δεχόταν από τον κατηγορούμενο. Περιέγραψε εκ νέου πως συνέβη το επίδικο περιστατικό, όπου χτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο και ποια ήταν η αντίδραση του κατηγορούμενου και του πεθερού της, ως επίσης και της ίδιας. Η ίδια κάθε φορά φοβόταν τις συνέπειες και δεν προέβαινε σε καταγγελίες, σε μια εκ των περιπτώσεων ο κατηγορούμενος κατακρατούσε το διαβατήριο του παιδιού τους για να μη φύγει με το παιδί από το σπίτι. Την επίδικη μέρα φοβήθηκε και ένιωθε ψυχολογική καταπίεση και η μόνη λύση στο αδιέξοδο που ένιωθε ήταν η αστυνομία, όπου πήγε με το παιδί της. Από το συμβάν είχε τάσεις λιποθυμίας και έπρεπε να πάει σε νευρολόγο που την εξέτασε, διότι είχε προβλήματα στο κεφάλι, όπου είχε πόνους. Μετά το συμβάν, ο κατηγορούμενος άλλαξε κλειδωνιά στο σπίτι και η παραπονούμενη διέμενε στο σπίτι φίλης της. Τότε δεν εργαζόταν ούτε είχε χρήματα. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στα διαχρονικά προβλήματα που υπήρχαν στις σχέσεις μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενου, αρνούμενη υποβληθείσες θέσεις ότι ήταν αυτή που δημιουργούσε τα προβλήματα, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να αποταθεί και να ζητήσει διαζύγιο, υπερασπιζόμενη τις θέσεις της για τα προβλήματα που της δημιούργησε ο κατηγορούμενος και τις απιστίες του. Επίσης, αναφέρθηκε στις διαδικασίες που εκκρεμούσαν ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, όπου αυτή αποδέχθηκε το διαζύγιο, αφού κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να συνεχιστεί ο γάμος. Δεν αποδεχόταν όμως τα όσα της καταλόγιζε ο κατηγορούμενος, ήτοι ότι είναι κακή μάνα κα ότι ήθελε ο κατηγορούμενος να μείνει το παιδί μαζί του. Ανάφερε ότι όταν καταχώρησε την έκθεση υπεράσπισης στο Οικογενειακό Δικαστήριο, ένα μήνα πριν το επίδικο συμβάν, νόμιζε ότι δεν ήθελε διαζύγιο, αλλά περνούσε άσχημα και δεν έπρεπε το παιδί να τα βλέπει αυτά. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να κοιμάται σε άλλο δωμάτιο λόγω της βίαιης συμπεριφοράς της, αντιστρέφοντας τα βέλη της και ειδικότερα προέβαλε αντίθετες συμπεριφορές, καθώς επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση περί εχθρικών συναισθημάτων λόγω του ότι ο κατηγορούμενος ήθελε διαζύγιο και αυτή όχι. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι η καταγγελία ήταν σκηνοθετημένη για να αποφύγει την επίδικη μέρα το ραντεβού στο γραφείο ευημερίας, υπερασπιζόμενη τις θέσεις και της εκδοχής της και ότι το παιδί ήταν άρρωστο και έκανε εμετούς και ήθελε να το καθαρίσει και ότι ζήτησε από τον πεθερό της να προσέχει το παιδί και ότι ο κατηγορούμενος την κατηγόρησε ότι είναι κακή μάνα. Ανάφερε ότι ζήτησε βοήθεια από τους γείτονες, κάλεσε την αστυνομία και επειδή δεν έρχονταν πήγε η ίδια στην αστυνομία. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι κατηγόρησε τον πεθερό της ότι κόλλησε το παιδί, λέγοντας ότι το παιδί είχε συνέχεια ιώσεις. Επίσης, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι εκείνη την ημέρα ήταν εκτός εαυτού και ότι κινείτο απειλητικά εναντίον του και βρίζοντας τον, εμμένοντας στην εκδοχή της, απορρίπτοντας ταυτόχρονα και τη θέση ότι ο κατηγορούμενος επενέβηκε στη μέση για να προστατεύσει τον πατέρα του που είχε προβλήματα υγείας, δίδοντας έμφαση στο διαφορετικό χώρο όπου βρισκόταν, αρνούμενη ταυτόχρονα υποβληθείσα θέση ότι ο πεθερός της έκλεισε τη μπαλκονόπορτα για να προστατευθεί. Αναφέρθηκε στο πως αντιλήφθηκε ότι ήταν ο κατηγορούμενος που τη χτύπησε από πίσω και ο πεθερός της ήταν μπροστά της και το παιδί κάπου κοντά της και τότε ο κατηγορούμενος έτρεχε στο διαμέρισμα, διότι όταν είναι νευρικός τρέχει πάνω - κάτω. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση για το πώς έφυγε την επίδικη μέρα από το σπίτι με τα πράγματα της, δίδοντας την δική της εκδοχή για το πώς έγιναν αυτά και με τη βοήθεια ποιων. Ερωτώμενη εάν είχε κάποιο σημάδι στα αυτά από το χτύπημα, ανάφερε ότι δεν μπορούσε να δει στα αυτιά και για πολλή καιρό είχε τάσεις λιποθυμίας, πονοκεφάλους και γι' αυτό πήγε σε νευρολόγο, αρνούμενη υποβληθείσα θέση ότι δεν είχε δεχθεί κάποιο χτύπημα. Ανάφερε ότι το νοσοκομείο θα έστελνε τα αποτελέσματα, λέγοντας ότι δεν ήξερε τι είπε το νοσοκομείο, απαντώντας σε υποβληθείσα θέση ότι το νοσοκομείο δεν βρήκε κάτι. Η ΜΚ 2 ανάφερε ότι είναι νευρολόγος, τα δε προσόντα της είναι παραδεκτά και αναγνώρισε και υιοθέτησε τα τεκμήρια 9-11, τα οποία αποτυπώνουν ότι η παραπονούμενη την επισκέφθηκε στις 8.6.17, παραπονούμενη για πονοκεφάλους και ζαλάδες και της συστήθηκε συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή δύο φορές την ημέρα, η οποία φαρμακευτική αγωγή βοηθούσε στην κυκλοφορία του αίματος και τη συγκέντρωση. Ανάφερε ότι η παραπονούμενη προέβαλε τη θέση ότι χτυπήθηκε από το σύζυγο της. Η μάρτυρας ανάφερε ότι πιθανόν εάν κάποιος χτυπηθεί με χαστούκι στα αυτιά να δικαιολογήσει ζαλάδες ή πονοκέφαλο και το κατά πόσο μπορεί να διαρκούσαν 10-14 μέρες, απάντησε ότι όλα είναι θεωρητικά, διότι δεν υπήρχε κάποια ενημέρωση που να δείχνει κάτι σοβαρό , δεν υπήρχε εξωτερικό αιμάτωμα, ως επίσης δεν υπήρχαν νευρολογικά συμπτώματα. Αντεξεταζόμενη ανάφερε ότι δεν είδε την παραπονούμενη μετά τις 8.6.17, δεν ρώτησε την παραπονούμενη εάν πήγε σε άλλο γιατρό και από τη στιγμή που δεν βλέπει νευρολογικά συμπτώματ,α δεν είχε λόγο να ζητήσει κάτι περαιτέρω, ενώ δε θυμόταν εάν η παραπονούμενη της περιέγραψε το χτύπημα. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της πιο πάνω μάρτυρος, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι είχε καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, κλήθηκε σε απολογία ο κατηγορούμενος και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του. επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο 5, στην οποία έκανε αναφορά στα προβλήματα που υπήρχαν στην έγγαμη συμβίωση με την παραπονούμενη από τότε που γεννήθηκε το παιδί τους, όπου μεταξύ άλλων ήταν οι υπερβολικές, κατά τον ίδιο, απαιτήσεις της παραπονούμενης, οι εξυβρίσεις της προς τον ίδιο στην παρουσία του παιδιού τους και τηλεφωνικώς, με αποτέλεσμα να καταχωρήσει ο ίδιος αίτηση διαζυγίου και το όνομα του παιδιού καταχωρήθηκε στο κατάλογο των προσώπων που απαγορεύεται η έξοδος τους από την Κυπριακή Δημοκρατία (stop list). Διαμένουν μεν μαζί, αλλά σε ξεχωριστά δωμάτια και ο ίδιος κλειδώνει την πόρτα, ανάφερε ότι έχει αποθηκεύσει ηχογραφήσεις στο κινητό του τηλεφωνικές και στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, που καταγράφονται οι εκρηκτικές συμπεριφορές της παραπονούμενης προς τον κατηγορούμενο, αλλά και στο παιδί τους. Ως προς την επίδικη ημέρα, ανάφερε ότι υπήρχε το πρωί προγραμματισμένη συνάντηση στο γραφείο ευημερίας, η οποία δεν έγινε, διότι η παραπονούμενη, χωρίς λόγο, άρχισε να φωνάζει στον πατέρα του, ο οποίος είχε προβλήματα υγείας και ο κατηγορούμενος μπήκε στη μέση, διότι η παραπονούμενη ήταν πολύ επιθετική και ο πατέρας του οπισθοχωρούσε. Εκείνη τη στιγμή, ήταν όλοι στο μπαλκόνι του διαμερίσματος και ο κατηγορούμενος φοβήθηκε μήπως ο πατέρας του πάθει κρίση και αυτός ήταν ο λόγος που μπήκε ανάμεσα τους. Μετά ηρέμησαν όλοι και τότε είδε την παραπονούμενη να κρατά μια βαλίτσα και το παιδί γυμνό και να φεύγει και να χτυπά σε δύο διαφορετικά διαμερίσματα, ένα σε κάθε όροφο, την ώρα που κατέβαινε και τότε ο κατηγορούμενος πήγε στην εργασία του και ειδοποίησε το γραφείο ευημερίας ότι λόγω του τσακωμού που προηγήθηκε η συνάντηση ακυρώνεται. Αρνήθηκε ότι χτύπησε την παραπονούμενη, εκφράζοντας τη θέση του ότι η παραπονούμενη χρειάζεται ψυχολόγο, ενώ εξέφρασε την επιθυμία του να χωρίσει και να ζήσει σε ησυχία και ηρεμία και θεωρεί την παραπονούμενη επικίνδυνη για το μωρό. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, ανάφερε ότι η συνάντηση που ήταν προγραμματισμένη στο γραφείο ευημερίας ήταν λόγω της δήλωσης του κατηγορούμενου στην αστυνομία ότι τον χτυπούσε η παραπονούμενη και τον γρονθοκοπούσε ενώ κρατούσε το παιδί τους και η παραπονούμενη πάθαινε νευρικό κλονισμό, με αποτέλεσμα ο ίδιος να πρέπει να κλειδώνεται στο δωμάτιο του. Στο γραφείο γυημερίας έχουν ξαναπάει στο παρελθόν και ήταν ενήμερο για τη συμπεριφορά της παραπονούμενης, κάλεσε επίσης την αστυνομία γι' αυτά τα θέματα και επισκέφθηκε μια συγκεκριμένη ψυχολόγο, αλλά δεν έγινε κατορθωτή η 2η συνάντηση με τη ψυχολόγο, λόγω της κατάστασης που επικρατούσε. Περιέγραψε τη σκηνή όπου μπήκε ανάμεσα στον πατερά του και την παραπονούμενη και αρνήθηκε ότι χτύπησε την παραπονούμενη και γενικά τις γυναίκες. Κατέθεσε ως τεκμήριο 13 δέσμη από μηνύματα που του έστελνε η παραπονούμενη και επικοινωνία που είχε ο ίδιος με το δικηγόρο του, αναφέρθηκε στις διαδικασίες που εκκρεμούν στο Οικογενειακό Δικαστήριο, αρνήθηκε ότι χτύπησε την παραπονούμενη και ότι αυτή λιποθύμησε, ανάφερε ότι την ημέρα που κλήθηκε στην αστυνομία δεν είχε το τηλέφωνο του για να επικοινωνήσει με το δικηγόρο του, ενημέρωσε όμως τον πατέρα του στο σπίτι ότι ήταν στην αστυνομία. Ανάφερε επίσης ότι ο πατέρας του ήρθε στην Κύπρο αφού του το ζήτησε η παραπονούμενη για να εξεύρει η ίδια εργασία και να μείνει κάποιος στο σπίτι με το παιδί. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσες θέσεις ότι στις σχέσεις του ζευγαριού, μετά την επίδικη ημέρα, όπου η παραπονούμενη επέτρεπε στον κατηγορούμενο να βλέπει το μωρό στον αστυνομικό σταθμό και όταν εκδόθηκε διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου για επικοινωνία, η παραπονούμενη δημιουργούσε προβλήματα, δίνοντας συγκεκριμένα παραδείγματα και αναγκάστηκε λόγω αυτών να τοποθετήσει κάμερα έξω από την πόρτα και προειδοποίησε την παραπονούμενη ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτό το υλικό εναντίον της, λέγοντας ότι έχει τέτοιο υλικό τόσο σε video, όσο και σε μηνύματα, το οποίο παρέδωσε στην αστυνομία και δεν πίστευε ότι θα βρισκόταν ως κατηγορούμενος σε αυτή τη θέση. Σήμερα η παραπονούμενη ηρέμησε και δεν υπάρχουν άλλες διαδικασίες που να εκκρεμού,ν αφού έχουν τελειώσει. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στις καταγγελίες που προέβηκε ο ίδιος στην αστυνομία για τις ισχυριζόμενες επιθέσεις της παραπονούμενης εναντίον του και την ενημέρωση που προέβηκε ο ίδιος προς το δικηγόρο του γι' αυτό το ζήτημα, με πρώτη καταγγελία να είναι στις 8.4.
- Αναφέρθηκε επίσης στην αίτηση διαζυγίου που καταχώρησε για τους λόγους που επεξήγησε όπως π.χ. τα χτυπήματα που δεχόταν από την παραπονούμενη και αναγκαζόταν να κλειδώνεται σε δωμάτιο. επαναλαμβανόμενος ότι υπήρχαν τα βίντεο γι' αυτά τα επεισόδια, αρνήθηκε τη θέση της παραπονούμενης ότι ερχόταν αργά το βράδυ μεθυσμένος, λέγοντας ότι εργαζόταν. Επίσης, αρνήθηκε τη σημερινή κατάσταση που επικρατεί με την επικοινωνία που έχει με το παιδί του, ανάφερε επίσης ότι ο λόγος που δεν έφευγε από το σπίτι τότε ήταν τα προβλήματα που υπήρχαν με την επιθετική συμπεριφορά της παραπονούμενης και ανάφερε ότι θεωρούσε ο ίδιος ότι η παραπονούμενη δεν μπορούσε να φροντίσει το παιδί και ότι θα έβλεπε ο ίδιος το παιδί μόνο από μακριά, αρνούμενος αντίθετες θέσεις περί του αντιθέτου. Αναφέρθηκε ως προς το περιστατικό για τη συμπεριφορά της παραπονούμενης στον πατέρα του, περιγράφοντας τη στάση και συμπεριφορά του πατέρα του, στο ότι μπήκε ο κατηγορούμενος ανάμεσα στον πατέρα του και την παραπονούμενη για να μην πλησιάζει άλλο η παραπονούμενη, η οποία φώναζε ότι τη χτύπησε ο κατηγορούμενος, ενώ αυτό δεν ίσχυε κατά τον κατηγορούμενο, διότι η παραπονούμενη θα είχε σημάδια εάν την χτυπούσε επειδή φορά μεγάλα σκουλαρίκια. Ανάφερε επίσης ότι για τη συμπεριφορά της παραπονούμενης ο κατηγορούμενος έστειλε γράμμα σε ψυχίατρο και ψυχολόγο, αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την εκδοχή της παραπονούμενης και αντεξετάστηκε επίσης όσον αφορά την αλληλογραφία που είχε με το δικηγόρο του και τις καταγγελίες που προέβηκε ο ίδιος στην αστυνομία εναντίον της παραπονούμενης. Η ΜΥ 1 στην κυρίως εξέταση της, αλλά και στην αντεξέταση της, αναφέρθηκε στα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της υπό την ιδιότητα της ως δικηγόρος του κατηγορούμενου και που αφορούσαν την επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο και τα παράπονα που είχε με την παραπονούμενη και αναφέρθηκε στα όσα έλαβαν χώρα στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού και στις καταγγελίες του κατηγορούμενου στην αστυνομία εναντίον της παραπονούμενης, καταθέτοντας προς αυτό το σκοπό τα τεκμήρια 15 -
- Επίσης, αναφέρθηκε στις νομικές συμβουλές που έδωσε στον κατηγορούμενο. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton ν. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, κεφάλαιο 154 προνοεί τα ακόλουθα: "Οποίος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχθηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον κώδικα αυτό προνοείτε βαρύτερη ποινή υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις 2 αυτές ποινές". Κοινή επίθεση συνιστά οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του. Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (Intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (R v. Rophe
(1953)36 Cr. APP. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E. R. 445 και Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση παρ. 2634 σελ 1071‑1072), ούτε βέβαια απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Το άρθρο 242 δε όσο αφορά το νοητικό στοιχείο το αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα ‑ παρανόμως‑ (unlawfully) (βλ. Δήμος Πετρόπουλος εναντίον Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελίδα 574). Καθιστά όμως ο ίδιος ο Νόμος με τις διατάξεις του Άρθρου 17 συγχωρητέα τη χρήση βίας προς αποτροπή μεγαλύτερου και ανεπανόρθωτου κακού σε άλλο πρόσωπο το οποίο ο ασκών τη βία έχει υποχρέωση να προστατεύσει νοουμένου ότι η βία η οποία ασκείται είναι εύλογη υπό τις συνθήκες και όχι δυσανάλογη προς το κακό το οποίο αποτρέπεται (βλ. Υπόθεση Πετρόπουλος (ανωτέρω). Βεβαίως θα πρέπει να αποδειχθεί και η ιδιότητα μέλους της οικογένειας εν τη εννοία του νόμου, στην δε δεύτερη κατηγορία και η απόδειξη ψυχικής βλάβης της παραπονούμενης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίες που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)» Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Μικροαντιφάσεις, που αφορούν σε δευτερεύοντα θέματα και επουσιώδεις λεπτομέρειες, ως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, (βλέπε υπόθεση Κ. Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166) στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία που κατά τα άλλα είναι πειστική και καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων. Μάρτυρας που προσέρχεται στο εδώλιο του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονας, αυτός επιτελεί ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλείται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει με τις γνώσεις και τις εμπειρίες του και την επιστημονική του κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: "Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία(Anastassiades v.Republic
(1977)2 C.L.R.97,Kouppis v.Republic
(1977)2 C.L.R.361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).» Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.» Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. - ν - ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: "Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v.Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013).» Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας............................................................................................................................................................................................ Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση. ΄΄ Ως προς την αποδεικτική βαρύτητα θέσης που προβάλλεται και που δεν έχει υποβληθεί, σχετική ειναι η πρόσφατη απόφαση Δώρος Πολυκάρπου - Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149,2015, ημερομηνίας 25/4/2017, στην οποία αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα από την έντιμη Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Τάσια Ψαρά - Μιλτιάδου: ΄΄Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει. 'Οπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδηισχυρισμό.(βλ.επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599 και Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Ομοίως, αντιφατική υποβολή με τις θέσεις που προωθούνται εν τέλει ενόρκως ουσιωδώς πλήττουν την αξιοπιστία της όλης εκδοχής ενός μάρτυρα.΄΄ Με γνώμονα και οδοδείκτη τις πιο πάνω νομικές και νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο θα προβεί στην σχετική αξιολόγηση και την αναγκαία εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων. Αναφορικά με τα τεκμήρια που παρέμειναν ως τεκμήρια προς αναγνώριση, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να αποδοθεί σε αυτά οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα. Αναμφίβολα, κλειδιά της υπόθεσης είναι ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη, που ήταν και οι πρωταγωνιστές του τι πραγματικά έλαβε χώρα την επίδικη μέρα. Τους έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο, τον τρόπο που απαντούσαν και γενικά όλες τις εκδοχές τους. Έχει αναλωθεί αρκετός χρόνος περιγράφοντας και οι δύο πλευρές τα προβλήματα που υπήρχαν πριν και μετά την επίδικη μέρα. Το Δικαστήριο επί αυτού του θέματος κρίνει ότι τα οποιαδήποτε προβλήματα υπήρχαν πριν και μετά την επίδικη ημέρα, λόγω ακριβώς του ότι δεν είναι επίδικα, δεν έχουν την οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα. Ασφαλέστατα, το Δικαστήριο συμμερίζεται ότι και οι δύο πλευρές προέβαλαν αυτές τις θέσεις για να καταδείξουν τα αλλότρια κίνητρα της άλλης πλευράς, αλλά και να προωθήσουν τη θέση ότι ουσιαστικά η κάθε πλευρά ήταν το θύμα στην παρούσα περίπτωση. Παρόλα αυτά όμως, λόγω του ότι αφορούσαν σε αρκετές περιπτώσεις διαδικασίες και θέματα που αποκλειστική δικαιοδοσία είχε το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού, οι οποίες διαδικασίες έχουν ολοκληρωθεί και παρέμεινε αναντίλεκτο αυτό το ζήτημα, το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε οποιαδήποτε αξιολόγηση αυτών, ούτε σε οποιαδήποτε κίνητρα και συμπεράσματα, αλλά το Δικαστήριο προβαίνει σε εύρημα και συμπέρασμα ότι ευτυχώς οι Δικαστικές διελκυστίνδες στο Οικογενειακό Δικαστήριο έληξαν, αλλά και ότι σήμερα υπάρχει αρμονία, διότι όπως ανάφερε και ο κατηγορούμενος, σήμερα η παραπονούμενη ηρέμησε και δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία περί του αντιθέτου γι' αυτό. Συνεπώς και τα όσα αναφέρθηκαν για καταγγελίες στην αστυνομία, ανεξαρτήτως εάν ήταν πριν ή μετά το επίδικο συμβάν δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, όχι μόνο επειδή δεν είναι επίδικο συμβάν, αλλά και επειδή ενδεχομένως να κληθεί το οποιοδήποτε Δικαστήριο να τις αξιολογήσει. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή την παραπονούμενη κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με ιδιαίτερη και επαυξημένη παρατηρητικότητα και προσοχή, λόγω της σοβαρότητας της υπόθεσης.Έχω παρακολουθήσει και τον τρόπο που απαντούσε και το περιεχόμενο της μαρτυρίας της. Έχω παρακολουθήσει επίσης και τη συμπεριφορά της που σε κάποιες περιπτώσεις ήταν συναισθηματικά φορτισμένη και το Δικαστήριο την παρακολούθησε με επαυξημένη προσοχή και επιφυλακτικότητα για να διαπιστώσει κατά πόσο ήταν προσποιητή αυτή η συμπεριφορά με τη συναισθηματική φόρτιση ή όχι. Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι η ΜΚ1 ανάφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο και δεν έχει εντοπίσει οποιεσδήποτε σοβαρές αντιφάσεις στη μαρτυρία της, έχει ικανοποιηθεί το Δικαστήριο λόγω της αμεσότητας και πηγαιότητας στον τρόπο που έδιδε μαρτυρία και δεν έχει αντιληφθεί το Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο υπερβολής στο να περιγράψει τα τραύματα και κυρίως, τις συνέπειες των τραυμάτων της, διότι δεν τα μεγαλοποίησε και τα συμπτώματα που ανάφερε και οι συνέπειες αυτών, έρχονταν σε μεγάλο βαθμό και ουσιαστικά ταυτίζονταν με τη μαρτυρία της ΜΚ 2, που θα αναφερθούν πιο κάτω. Το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα με τον τρόπο που έδιδε μαρτυρία και το πώς έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν, χωρίς να εντοπίσει οποιαδήποτε υπερβολή, ασάφεια ή κίνητρο με αποκλειστικό σκοπό την καταδίκη του κατηγορούμενου. Το παράπονο της ουσιαστικά ήταν άμεσο και υπήρχε σταθερότητα στην εκδοχή της. Έχω πειστεί απόλυτα ότι την επίδικη ημέρα το παιδί ήταν άρρωστο και αυτός ήταν ο λόγος που δεν ήθελε να το πάρει στο σχολείο. Έχω πειστεί το πώς αντιλήφθηκε η παραπονούμενη το χτύπημα του κατηγορούμενου στα αυτιά της, με αποτέλεσμα την πολύ σύντομη απώλεια των αισθήσεων της και ότι γονάτισε στο πάτωμα. Με αυτές τις επισημάνσεις, προκύπτει το ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία για το τι αποφάνθηκε το Νοσοκομείο, το τι εξετάσεις έγιναν στο Νοσοκομείο και τι ευρήματα υπήρχαν, αλλά έχοντας υπόψη τη μαρτυρία της ΜΚ 2 και την αξιολόγηση που θα ακολουθήσει, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό δεν είναι μοιραίο. Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει και τις πιο πάνω επισημάνσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη. Ως προς την ΜΚ 2, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί απόλυτα ότι ως εμπειρογνώμονας υπήρξε αντικειμενική, ανεξάρτητη και αμερόληπτη. Έχει πειστεί το Δικαστήριο ότι η μάρτυρας αυτή, ως εμπειρογνώμονας, παρέθεσε με σαφήνεια και λεπτομέρεια τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εξέταση της παραπονούμενης και δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε υπερβολή σε αυτά και αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι δεν υπήρχε κάκωση, ούτε αιμάτωμα και αυτό όσον αφορά τη φύση και έκταση των τραυμάτων της και την κλινική της κατάσταση που αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε νευρολογικό πρόβλημα και ότι χορήγησε στην παραπονούμενη τη συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή για την καλύτερη κυκλοφορία του αίματος, τις ζαλάδες και τη συγκέντρωση. Κατ' επέκταση το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της ΜΚ 2 ως αληθινή και αξιόπιστη. Στον αντίποδα, το Δικαστήριο όσον αφορά τον κατηγορούμενο, τον έχει παρακολουθήσει επίσης με ιδιαίτερα επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, λόγω ακριβώς του πρωταγωνιστικού του ρόλου, όπως συνέβηκε και με την παραπονούμενη. Το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει με τον τρόπο που έδινε μαρτυρία στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο που τα έλεγε και τις αντιδράσεις του και ο κατηγορούμενος δεν άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι η μαρτυρία του και κυρίως ο τρόπος που έδιδε μαρτυρία ήταν εμποτισμένη με το στοιχείο του δισταγμού, προβληματισμού και έντονου σκεπτικισμού. Υπήρχαν πολλές αντιφάσεις, που θα εξηγήσει το Δικαστήριο, αλλά και η απουσία υποβολών και θέσεων. Ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο εκείνες τις ηχογραφήσεις που είχε στο κινητό του και στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή για την οποιαδήποτε συμπεριφορά της παραπονούμενης, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να παραγνωρίζει την προηγούμενη αξιολόγηση που έγινε για άλλα μη επίδικα ζητήματα, αλλά το Δικαστήριο τα αναφέρει αυτά και αυτά που θα αναφέρω πιο κάτω για να καταδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε έντονη την προσπάθεια κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να αποδομήσει την εκδοχή και τον χαρακτήρα της παραπονούμενης, προβάλλοντας πολλές φορές νέες εκδοχές για να υποστηρίξει τη θέση του ότι ήταν το θύμα στην παρούσα περίπτωση, αλλά και των σκηνών βίας που υπήρχαν, αλλά και των προβλημάτων στην έγγαμη συμβίωση και το ότι υπήρχαν προβλήματα στην έγγαμη συμβίωση, φαίνεται ότι και οι δύο πλευρές συμφωνούν, αλλά με διαφορετική προσέγγιση. Συγκεκριμένα, δεν υποβλήθηκε η θέση ότι πήγαν σε συγκεκριμένη ψυχολόγο και ότι δεν έγινε κατορθωτή η δεύτερη συνάντηση λόγω της παρούσας καταγγελίας. Έγινε υποβολή θέσεων που πέραν της μη αποδεικτικής βαρύτητας, πλήττουν και την αξιοπιστία του, το ίδιο έγινε και με την αλληλογραφία που κατέθεσε και τα μηνύματα της παραπονούμενης προς τον κατηγορούμενο για να δώσει η παραπονούμενη τη δική της εκδοχή, συμπεριλαμβανομένων και των τεκμηρίων που κατατέθηκαν, όταν η πλευρά του κατηγορούμενου κλήθηκε σε απολογία. Ούτε υποβλήθηκε η θέση για τα γεγονότα που αφορούσαν επικοινωνία σε αστυνομικό σταθμό και το ίδιο για τις εκρηκτικές συμπεριφορές, για την επικοινωνία με το παιδί και τα όσα ανάφερε για προειδοποίηση της παραπονούμνης για την τοποθέτηση κάμερας. Ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι παρέδωσε το υλικό στην αστυνομία, ενώ στην κατάθεση του λέει ότι μπορεί να το παρουσιάσει στο Δικαστήριο εάν ζητηθεί, καταδεικνύοντας έτσι μια σοβαρή αντίθεση, διότι εδώ λέει ότι τα προσκομίζει στην αστυνομία. Ο κατηγορούμενος είπε ότι η παραπονούμενη φώναξε στον πατέρα του και όταν ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την αστοχία της αναφοράς του αυτής και με έντονο το στοιχείο του σκεπτικισμού και προβληματισμού όταν ερωτήθηκε τι ακριβώς του έλεγε η παραπονούμενη στον πατέρα του την επίδικη μέρα, ο κατηγορούμενος με αρκετό δισταγμό και προβληματισμό, είπε ότι οι λέξεις είναι εκεί καταγεγραμμένες και όταν πάλι ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση για να καταδείξει και να αποδείξει αυτό τον ισχυρισμό, ανάφερε ότι είναι με βρισιές, λέγοντας μάλιστα ότι δεν ξέρει τι έλεγε η παραπονούμενη, αποφεύγοντας προφανώς να απαντήσει σε ένα τέτοιο κρίσιμο για το επίδικο συμβάν και το Δικαστήριο κρίνει ότι το λογικό είναι ότι, εάν πράγματι αυτά έγιναν, να το θυμόταν, αφού επηρέαζε άμεσα τον πατέρα του και όχι να καταφεύγει σε γενικές απαντήσεις, όπως παραδείγματος χάριν έλεγε ΄΄αυτό ήταν το σύνηθες λεξιλόγιο΄΄ λέγοντας μάλιστα μετά ότι όταν φώναζε είναι υπό τύπο βρισιάς. Επίσης πρώτη φορά προέβαλε τη θέση ότι την επίδικη μέρα έτρεμαν τα χέρια του πατέρα του, προσπαθώντας προφανώς να εμπλουτίσει την εκδοχή του και να πείσει το Δικαστήριο. Άλλο στοιχείο ανακολουθίας στην εκδοχή του είναι το εξής: στην κατάθεση του λέει ότι πιστεύει ότι η παραπονούμενη χρειάζεται βοήθεια ψυχολόγου, ενώ στην αντεξέταση του είπε ότι έστειλε γράμμα σε ψυχίατρο και ψυχολόγο, χωρίς να προσκομιστεί η μαρτυρία του σχετικού εμπειρογνώμονα επί του θέματος. Είναι πραγματικά απορίας άξιο πώς σε αυτό το στάδιο, ο κατηγορούμενος, στη προφορική του μαρτυρία, να αναφέρει ότι η παραπονούμενη φώναζε ότι την χτύπησε στα αυτιά, προφανώς και αυτό έγινε σε μια προσπάθεια του κατηγορούμενου, που δεν έπεισε, ότι η αναφορά, η καταγγελία και η εκδοχή της παραπονούμενης ήταν ψευδής. Πρώτη φορά προέβαλε τη θέση και το επιχείρημα, υστερόβουλα βεβαίως, ότι εάν τη χτυπούσε θα είχε σημάδια επειδή φορά μεγάλα σκουλαρίκια και ούτε υποβλήθηκε στην παραπονούμενη αυτή η εκδοχή και επιχείρημα. Άλλη αντίφαση είναι ότι ενώ στην κατάθεση του λέει ότι μετά το περιστατικό είδε ξαφνικά την παραπονούμενη ντυμένη και με βαλίτσα στο χέρι, να πιάνει το μωρό γυμνό και να φεύγει, στην αντεξέταση είπε ότι η παραπονούμενη είχε ντυθεί και ήταν έτοιμη να φύγει, πέραν βεβαίως της υπερβολής και της μη πειστικής θέσης ότι η παραπονούμενη έφυγε με το παιδί γυμνό, εικόνα που βεβαίως ξενίζει και δεν πείθει. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη μαρτυρία του κατηγορούμενου και τα όσα έλαβαν χώρα την επίδικη μέρα. Τέλος, ως προς την ΜΥ1, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή υπήρξε αξιόπιστη μάρτυρας, υπό την έννοια ότι παράθεσε εκείνα τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη της ως δικηγόρος του κατηγορούμενου και τις Δικαστικές διαδικασίες που υπήρχαν στο Οικογενειακό Δικαστήριο, τις καταγγελίες στην αστυνομία, αλλά δεν έχουν αποδεικτική βαρύτητα, όχι μόνο λόγω της πιο πάνω αξιολόγησης που έγινε, αλλά και επειδή η μάρτυρας δεν ήταν αυτόπτης ή αυτήκοος μάρτυρας του επίδικου συμβάντος, σε αντίθεση με την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο. Η αναφορά της ότι δεν νομίζει ότι ο κατηγορούμενος δεν της έλεγε ψέματα, αλλά παραδεχόμενη ότι είναι δικής της εκδοχή, είναι σεβαστή μεν, αλλά όχι αποδεκτή, με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση. Στην παρούσα περίπτωση υπάρχει ένα κενό μαρτυρίας που επηρεάζει άμεσα την κατηγορία 2. Η απουσία μαρτυρίας από εμπειρογνώμονα αναφορικά με την ψυχική βλάβη της παραπονούμενης, χωρίς κανένα δισταγμό και αναμφίβολα αφήνει έκθετη προς απόρριψη την κατηγορία 2 και ο κατηγορούμενος αθώωνεται από την κατηγορία 2. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση που έγινε και τα ευρήματα και συμπεράσματα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του πρώτου αδικήματος, αφού αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα ότι την επίδικη μέρα ο κατηγορούμενος χτύπησε με τα χέρια του στα αυτιά την παραπονούμενη με αποτέλεσμα από το χτύπημα να χάσει για πολύ μικρό χρονικό διάστημα την πλήρη αίσθηση με το περιβάλλον, να γονατίσει για λίγο και από το χτύπημα αυτό είχε ζαλάδες και πονοκεφάλους, με αποτέλεσμα να λάβει σχετική φαρμακευτική αγωγή, που ευτυχώς όμως δεν υπήρχε κάκωση ή αιμάτωμα ή οποιοδήποτε άλλο νευρολογικό πρόβλημα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία 1 και αθωώνεται στην κατηγόρια 2. (Υπ.)............. Α. Φυλακτού Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κοινή Επίθεση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο