Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χ΄΄Σωκράτους, Αρ. Υπόθεσης: 25048/16, 22/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 25048/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και ΧΧΧΧΧΧΧΧ Χ΄΄Σωκράτους Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 22 Μαϊου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γιάννος Αργυρού με κα Έλενα Σιαηλή και κα Κάλια Πελεγγάρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δημήτρης Λοχίας Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράλειψης εγγραφής γνωστοποίησης στον επίτροπο προστασίας δεδομένων προσωπικών χαρακτήρα τη σύσταση και λειτουργία επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 7 και 26
(1)(α)
(2)του περί επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (προστασία του ατόμου) νόμου 138
(1)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 12ην Ιουλίου 2013 στη Λεμεσό, ενώ επεξεργάστηκε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, παρέλειψε να γνωστοποιήσει στον επίτροπο προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τη σύσταση και λειτουργία επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Μ.Κ. 1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 1, στην οποία αναφέρει ότι στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και τον κατηγόρησε γραπτώς, όπου στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε ως τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα τα σχετικά έγγραφα. Ανέφερε ότι είναι ο εξεταστής της υπόθεσης, ότι υπήρχαν τεκμήρια, όπως αριθμός ηλεκτονικών υπολογιστών και κάμερες CCTV, τα οποία επιστράφησαν στους νόμιμους δικαιούχους, όπως φαίνονται στο τεκμήριο
- Αρχικά υπήρχε πληροφορία ότι στο επίδικο υποστατικό διεξαγόταν παράνομος ηλεκτρονικός τζόγος, όπου στην έρευνα που ακολούθησε παραλήφθηκε αριθμός ηλεκτρονικών υπολογιστών και στάληκαν στο δικανικό εργαστήριο για έλεγχο για να εντοπιστούν τυχόν παράνομα παιγνίδια, το εργαστήριο δεν εντόπισε οτιδήποτε και τα τεκμήρια επιστράφησαν στους νόμιμους ιδιοκτήτες και δεν υπήρχε μαρτυρία από θαμώνες. Από το υποστατικό παραλήφθηκε και ένα κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, που σύμφωνα με την μαρτυρία του αστυνομικού που ήταν στην έρευνα, λάμβανε πλάνα σε δημόσιο χώρο, χωρίς να έχει άδεια το υποστατικό για αυτό. Στο μέρος κατά την έρευνα, υπήρχε μέλος της αστυνομίας, εξειδικευμένος στον έλεγχο τέτοιου είδους μηχανημάτων, ο οποίος σύμφωνα με την κατάθεση του, οι κάμερες λάμβαναν πλάνα σε δημόσιο χώρο, χωρίς όμως να μπορεί να παρέμβει στον σκληρό δίσκο το μέλος της αστυνομίας. Δεν ήταν παρούσα στην έρευνα για να δει πόσο εύρος κάυπταν στον χώρο οι κάμερες. Αντεξεταζόμενη, διευκρίνησε ότι ήταν ο Μ.Κ. 5 ότι ήταν παρών στην έρευνα και δεν μπορούσε να παρέμβει στον σκληρό δίσκο και παρέπεμπε σε αυτόν τον μάρτυρα σε υποβολές ότι δεν υπήρχε σκληρός δίσκος. Η Μ.Κ. 2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, αναγνώρισε και υιοθέτησε το τεκμήριο 5, που είναι η απάντηση στην αστυνομία του γραφείου επιτρόπου προστασίας προσωπικών δεδομένων όπου εργάζεται η ίδια ως διοικητική λειτουργός. Στο τεκμήριο 5 αναφέρει ότι ο ιδιοκτήτης του υποστατικού που αναγράφεται στην επιστολή, δεν έχει υποβάλει μέχρι τις 26/2/2015 γνωστοποίηση σύστασης και λειτουργίας αρχείου/έναρξης επεξεργασίας στο γραφείο επιτρόπου προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος, κατά ή πριν τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας υπόθεσης, δεν είχε γνωστοποιήσει γραπτώς στον επίτροπο την οποιαδήποτε σύσταση, λήφθηκε όμως στις 19/6/2017 από άλλο πρόσωπο. Σύμφωνα με την μάρτυρα, το γραφείο του επιτρόπου προβαίνει σε συστάσεις για το που μπορούν να τοποθετηθούν οι κάμερες, σύμφωνα με την νομοθεσία και είναι παράνομη η καταγραφή κάμερας σε δημόσιο δρόμο χωρίς γνωστοποίηση, παρά μόνο έπρεπε να καταγράφει μπροστά στην είσοδο. Για την ίδια, δεν έχει σημασία εάν ο καταγραφέας κινήσεων σε δημόσιο δρόμο αποτύπωνε σε μνήμη μηχανική ή όχι τις δημόσιες κινήσεις, διότι κατά την ίδια είναι πάλι καταγραφή και μπορούσε κάποιος να παρακολουθεί άτομα μέσω μιας οθόνης και να μην γνώριζαν αυτό τα άτομα που παρακολουθούνταν ότι καταγράφονταν, που ακόμα και να μην ενίστατο κάποιο άτομο από αυτήν την καταγραφή, η παρανομία υφίστατο σε περίπτωση μη γνωστοποίησης στον επίτροπο. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι είναι με βάση τον επίδικο νόμο που έκανε την αναφορά της ότι υπήρχε η απαγόρευση τοποθέτησης καμερών με βάση την νομοθεσία, διευκρινίζοντας ότι ο νόμος αυτός δεν προνοούσε κάτι ειδικά για τις κάμερες, αλλά αυτό ήταν ερμηνεία του γραφείου του επιτρόπου. Συμφώνησε σε παράδειγμα που της υποδείχθηκε ότι όταν ένας κρατάα το κινητό του τηλέφωνο και έχει ενεργοποιημένη την κάμερα μόνο, για να δημιουργηθεί αρχείο πρέπει να πατηθεί το record για να αποθηκευθούν στο αρχείο του κινητού. Στην επανεξέταση της διευκρίνησε ότι ειδικά για το θέμα των καμερών θα έπρεπε να γίνει γνωστοποίηση στον επίτροπο για να ελεγχθούν τα σημεία τοποθέτησης τους, δεν υπάρχει όμως ανάγκη γνωστοποίησης εάν κάποιος φωτογραφίζει με το κινητό του, υπάρχει παρανομία εάν κάποιος βιντεοσκοπεί στον δρόμο και γίνεται αποθήκευση, δεν υπάρχει παρανομία και υποχρέωση γνωστοποίησης στο παραδειγμα που ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση της. Ο Μ.Κ. 3 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την έκθεση του, ήτοι το τεκμήριο 6, στην οποία αναφέρει ότο έχει εξετάσει τρεις κάμερες κλειστού κυκλώματος και ήταν σε λειτουργίσιμη κατάσταση, καθώς επίσης εξέτασε και ένα σύστημα διαχείρισης εικόνας, που επίσης ήταν σε λειτουργίσιμη κατάσταση (DVR), το οποίο όμως δεν διαθέτει μονάδα αποθήκευσης (σκληρό δίσκο). Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, επανέλαβε τα περί τροφοδοσίας των καμερών και του DVR και ότι αυτά ήταν σε λειτουργίσιμη κατάσταση και γενικά την διαδικασία που ακολούθησε κατά την εξέταση που έκανε. Ανέφερε επίσης ότι σε ένα DVR είτε υπάρχει σκηρός δίσκος, είτε δεν υπάρχει, μπορεί κάποιος να δει εικόνα όταν τοποθετηθούν κάμερες, η διαφορά είναι ότι όταν υπάρχει εγκατεστημένος σκληρός δίσκος στον καταγραφέα, μπορεί να γίνει καταγραφή των εικόνων που λαμβάνει. Στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε εγκατεστημένος σκληρός δίσκος, άρα δεν μπορούσε να γίνει καταγραφή των εικόνων, αλλά μπορούσε κάποιος να δει ζωντανά τις εικόνες που λάμβαναν οι κάμερες. Ο Μ.Κ. 3 δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ. 4 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 7, στην οποία αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα μαζί μεε άλλους αστυνομικούς, εισήλθαν στο επίδικο υποστατικό δυνάμει Δικαστικού εντάλματος έρευνας μετά από πληροφορία ότι εκεί βρίσκονταν εγκατεστημένοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές που μετατρέπονταν σε παράνομες μηχανές τυχερού παιγνιδιού, όπου εκεί εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν ως τεκμήρια διάφορα χρηματικά ποσά, οι κάμερες, το DVR και άλλοι σκληροί δίσκοι. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι οι κάμερες ήταν στον εξωτερικό χώρο του υποστατικού και έβλεπαν πεζοδρόμιο και δρόμο και το μόνιτορ ήταν μέσα στο γραφείο. Ο Μ.Κ. 4 δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ. 5 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 8, στην οποία κάνει αναφορά ότι στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης παράνομου στοιχήματος και κατοχή κλειστού κυκλώματος σε δημόσιο μέρος χωρίς την ανάρτηση οποιασδήποτε πινακίδας σε σχέση με αυτό, παρέλαβε τα τεκμήρια που αφορούσαν αυτές τις υποθέσεις, έλαβε ανακριτική κατάθεση από άλλο άτομο και παρέδωσε ακολούθως σε άλο αστυφύλακα τα σχετικά τεκμήρια. Ο Μ.Κ. 5 δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ. 6 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 9, στην οποία αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα, κλήθηκε να μεταβεί στο επίδικο υποστατικό για να αποσυνδέσει ένα κλειστό κύκλωμα βιντεοπαρακολούθησης, πράγμα που έπραξε στην παρουσία της υπεύθυνης του υποστατικού και με υπόδειξη συγκεκριμένου αστυφύλακα, η δε υπεύθυνη εξέφρασε άγνοια κατά πόσο στο κλειστό κύκλωμα υπήρχε κωδικός. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της αναφέρθηκε στις γνώσεις και τις εμπειρίες του σε θέματα καμερών και DVR και άλλων συναφών θεμάτων. Ανέφερε ότι οι κάμερες που ήταν εγκατεστημένες στο επίδικο υποστατικό λάμβαναν πλάνα σε πεζοδρόμιο και δημόσιο χώρο, χωρίς να ξέρει εάν τα κατέγραφαν, περιγράφοντας επίσης τον τρόπο λειτουργίας των καμερών και DVR που εντόπισε στο επίδικο υποστατικό, αφού ήταν σε λειτουργίσιμη κατάσταση. Ανέφερε επίσης ότι για να μπορέσει κάποιος να δει αν υπάρχουν δεδομένα αποθηκευμένα πάνω στο μηχάνημα πρέπει να έχει τον κωδικό εισόδου του μηχανήματος για να του επιτρέψει να εξερευνήσει το μενού. Χωρίς τον κωδικό εισόδου, ο μόνος τρόπος για να εξεταστεί κατά πόσο είχε αποθηκευμένα δεδομένα, είναι να πάει στο εργαστήριο της αστυνομίας στη Λευκωσία που εξετάζει τέτοια τεκμήρια, που μπορούν με άλλους τρόπους, κάποτε και χωρίς κωδικούς, να δουν ένα δίσκο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την στιγμή που η υπάλληλος δεν ήξερε τον κωδικό του DVR, δεν ήταν δυνατή η εξέταση κατά πόσο αποθηκεύονταν πλάνα, αν και τα καθήκοντα του περιορίζονταν στην αποσύνδεση των εν λόγω τεκμηρίων, ως ο μόνος τεχνικός της αστυνομίας την δεδομένη στιγμή. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι είχε καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως παραμέινει σιωπηλός και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το Δικαστήριο θα παραθέσει το νομικό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση υπόθεση, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, διότι ο υπό εξέταση νόμος έχει καταργηθεί με τον νόμο 125
(1)/
- «΄Ερμηνεία
- Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια- «αρχείο δεδομένοι προσωπικού χαρακτήρα» ή «αρχείο» σημαίνει το διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία είναι προσιτά με βάση συγκεκριμένα κριτήρια, «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» ή «δεδομένα» σημαίνει κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε υποκείμενο των δεδομένων που βρίσκεται εν ζωή. Δε λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δε δύνανται πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων, «εκτελών την επεξεργασία» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο που επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, αλλά δεν περιλαμβάνει εργοδοτούμενο του υπεύθυνου επεξεργασίας, ο οποίος επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της σχέσης εργοδότησής του, «επεξεργασία» ή «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» σημαίνει κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από οποιοδήποτε πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και που εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και περιλαμβάνει τη συλλογή, καταχώριση, οργάνωση, διατήρηση, αποθήκευση, τροποποίηση, εξαγωγή, χρήση, διαβίβαση, διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, τη συσχέτιση ή το συνδυασμό, τη διασύνδεση, το κλείδωμα, τη διαγραφή ή την καταστροφή, «Επίτροπος Προστασίας των Δεδομένων» ή «Επίτροπος» σημαίνει τον Επίτροπο που διορίζεται δυνάμει του άρθρου 18, «υπεύθυνος επεξεργασίας» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο που καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, Πεδίο εφαρμογής 3.—
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται στην αυτοματοποιημένη εν όλω ή εν μέρει επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο.
(2)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία πραγματοποιείται από φυσικό πρόσωπο για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών.
(3)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται σε κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον αυτή εκτελείται- (α) Από υπεύθυνο επεξεργασίας εγκατεστημένο στη Δημοκρατία ή σε τόπο, όπου βάσει του δημόσιου διεθνούς δικαίου, εφαρμόζεται το κυπριακό δίκαιο· Γνωστοποίηση προς τον Επίτροπο 7.—
(1)Ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να γνωστοποιήσει εγγράφως στον Επίτροπο τη σύσταση και λειτουργία αρχείου ή την έναρξη επεξεργασίας.
(6)Ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης δυνάμει του εδαφίου
(1)στις περιπτώσεις όπου- (α) Η επεξεργασία πραγματοποιείται αποκλειστικά για σκοπούς που συνδέονται άμεσα με τη σχέση εργασίας ή έργου και είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρέωσης που επιβάλλει ο νόμος ή για την εκτέλεση της σύμβασης και το υποκείμενο των δεδομένων έχει προηγουμένως ενημερωθεί, (β) η επεξεργασία αφορά πελάτες ή προμηθευτές, του υπεύθυνου επεξεργασίας εφόσον τα δεδομένα δε διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους. Για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης, τα δικαστήρια και οι δημόσιες αρχές δε λογίζονται ως τρίτοι, εφόσον τη διαβίβαση ή κοινοποίηση επιβάλλει νόμος ή δικαστική απόφαση. Δεν απαλλάσσονται από την υποχρέωση γνωστοποίησης οι ασφαλιστικές εταιρείες για όλους τους κλάδους ασφάλισης, οι φαρμακευτικές εταιρείες, οι εταιρείες εμπορίας πληροφοριών και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όπως οι τράπεζες και οι εταιρείες έκδοσης πιστωτικών καρτών. (γ) η επεξεργασία γίνεται από ίδρυμα, σωματείο, εταιρεία ή πολιτικά κόμματα και αφορά δεδομένα των μελών τους, εφόσον τα μέλη αυτά έχουν δώσει τη συγκατάθεση τους και τα δεδομένα δε διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους. Δε λογίζονται τρίτοι τα μέλη εφόσον η διαβίβαση γίνεται προς αυτούς για τους σκοπούς των πιο πάνω ιδρυμάτων, σωματείων, εταιρειών ή πολιτικών κομμάτων, ούτε τα δικαστήρια και οι δημόσιες αρχές, εφόσον τη διαβίβαση επιβάλλει νόμος ή δικαστική απόφαση, (δ) η επεξεργασία γίνεται από ιατρούς ή άλλα πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες υγείας και αφορά ιατρικά δεδομένα, εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεσμεύεται από το ιατρικό απόρρητο ή άλλο απόρρητο που προβλέπει νόμος ή κώδικας δεοντολογίας και τα δεδομένα δε διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους. Δεν εμπίπτουν στην απαλλαγή της παρούσας διάταξης τα πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες υγείας, όπως κλινικές, νοσοκομεία, κέντρα υγείας, κέντρα αποθεραπείας και αποτοξίνωσης, ασφαλιστικά ταμεία και ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς και οι υπεύθυνοι επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όταν η επεξεργασία διεξάγεται στο πλαίσιο προγραμμάτων τηλεϊατρικής ή παροχής ιατρικών υπηρεσιών μέσω δικτύου. (ε) η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους και αφορά την παροχή νομικών υπηρεσιών προς πελάτες τους, εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεσμεύεται από υποχρέωση απορρήτου που προβλέπει νόμος και τα δεδομένα δε διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους, εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση εντολής του πελάτη. Αδικήματα και ποινές 26.—
(1)Διαπράττει αδίκημα- (α) Όποιος παραλείπει να γνωστοποιήσει στον Επίτροπο, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 7, τη σύσταση και λειτουργία αρχείου, την εκτέλεση επεξεργασίας ή οποιαδήποτε ουσιαστική μεταβολή πληροφορίας που δηλώνεται στη γνωστοποίηση δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 7,
(2)Αν ο υπαίτιος των πράξεων που αναφέρονται στις παραγράφους (α) έως (ε) του εδαφίου
(1)είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ή να βλάψει τρίτο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι πέντε ετών ή χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδων λιρών ή και με τις δύο αυτές ποινές.΄΄ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459) και συνεπώς η Μ.Κ. 1 θα αξιολογηθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Η Μ.Κ. 1 ως ανακριτής και ως μάρτυρας άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, η μάρτυρας δεν δίσταζε να παραπέμψει σε άλλη μαρτυρία, όπως π.χ. στον Μ.Κ. 5 για ζητήματα που δεν γνώριζε, όπως π.χ. η ύπαρξη ή όχι σκληρού δίσκου, έδινε μαρτυρία με απλό, μεστό και αυθόρμητο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές, ενδοιασμούς ή ασάφειες και έπεισε το Δικαστήριο για την φιλαλήθεια, αντιμενικότητα, ανεξαρτησία και αμεροληψία της ως προς τις ενέργειες που είχε προβεί ως ανακριτής, χωρίς να εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο και συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 5, το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό, αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη, όχι μόνο επειδή δεν έχει αντεξεταστεί, αλλά και επειδή η μαρτυρία του ήταν αμιγώς τυπικής φύσεως και είχε να κάνει μόνο με την παραλαβή τεκμηρίων, η διακίνηση των οποίων δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι έγινε νομότυπα, καθώς επίσης και στην λήψη ανακριτικής κατάθεσης τρίτου ατόμου. Τηρουμένων των αναλογιών με την αξιολόγηση του Μ.Κ. 5, ισχύουν τα ίδια και με τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ. 4 ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων του για την κατάσχεση των τεκμηρίων και μετά από εκτέλεση εντάλματος έρευνας μετά από πληροφορία που υπήρχε ότι στο επίδικο υποστατικό διεξάγονταν παράνομα παιγνίδια, που δεν είναι αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Το μόνο επιπρόσθετο στοιχείο που προκύπτει από την μαρτυρία του Μ.Κ. 4, είναι το γεγονός ότι οι κάμερες έβλεπαν σε δημόσιο δρόμο και πεζοδρόμιο, στο εξωτερικό μέρος του μαγαζιού και το μόνιτορ ήταν εντός αυτού, γεγονότα τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί και που αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου και ως προς την νομική προέκταση αυτών, θα γίνει ειδική αξιολόγηση πιο κάτω. Συνεπώς και η μαρτυρία του Μ.Κ. 4 γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αληθή και αξιόπιστη, πέρας βεβαίως της πολύ καλής θετικής εικόνας που άφησε ο μάρτυρας κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, χωρίς να εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο στην μαρτυρία του ή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Τηρουμένων των αναλογιών με τα όσα αναφέρθηκαν με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ. 4, ισχύουν τα ίδια και με τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 3 και 6, με τις εξής διευκρινίνσεις, επισημάνσεις και διαφοροποιήσεις ως προς την μαρτυρία που έδωσαν, την οποία το Δικαστήριο αποδέχεται ως αληθή και αξιόπιστη και κατ΄ επέκταση αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου τα πιο κάτω, η νομική προέκταση των οποίων θα αξιολογηθεί πιο κάτω. Συγκεκριμένα, από την μαρτυρία του Μ.Κ. 3, προκύπτουν ως ευρήματα και συμπεράσματα ότι δεν υπήρχε σκληρός δίσκος και δεν μπορούσε να γίνει αποθήκευση σε οποιαδήποτε μονάδα των πλάνων που έβλεπαν στο δημόσιο μέρος, ήτοι στο πεζοδρόμιο και στον δρόμο, παρά μόνο έδειχναν οι κάμερες σε ζωντανό μόνο χρόνο τα εν λόγω πλάνα. Από την μαρτυρία του Μ.Κ. 6 προκύπτουν ως ευρήματα και συμπεράσματα ότι χωρίς κωδικό πρόσβασης, που δεν υπήρχε, δεν μπορούσε να ελεγχθεί και συνεπώς δεν ελέγχθηκε κατά πόσο αποθηκεύονταν τα πλάνα, έχοντας υπόψη ότι το πρόσωπο που ερωτήθηκε για αυτό, που δεν ήταν ο κατηγορούμενος αλλά άλλο άτομο, εξέφρασε άγνοια περί τούτου. Κατά τα λοιπά, ο μάρτυρας κλητεύθηκε στην σκηνή ως εμπειρογνώμονας - τεχνικός, τα προσόντα του οποίου δεν έχουν αμφισβητηθεί και γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονα - τεχνικού σε θέματα καμερών, DVR και συναφών θεμάτων και τα καθήκοντα του επικεντρώνονταν κυρίως στην αποσύνδεση αυτών στο επίδικο υποστατικό, παραπέμποντας στο εργαστήριο της αστυνομίας για τα περαιτέρω, καταδεικνύοντας έτσι την αντικειμενικότητα του, πράγμα που έπραξε δηλώνοντας άγνοια και όταν ερωτήθηκε κατά πόσο λαμβάνονταν πλάνα σε σημόσιο χώρο. Ως προς την μαρτυρία της Μ.Κ. 2, αυτή έχει τις δικές της ιδιομορφίες, έχοντας υπόψη την ιδιότητα και τα καθήκοντα της στο γραφείο επιτρόπου προστασίας προωπικών δεδομένων. Συγκεκριμένα η μάρτυρας αυτή ήταν η μόνη που υπέστη κάποιου είδους ουσιαστική αντεξέταση, που όμως ήταν αμιγώς νομικού περιεχομένου και που είχεως άξονα την νομική ερμηνεία και προέκταση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, που εν πολλοίς δεν έχουν αμφισβητηθεί και που έχουν αποκρυσταλλωθεί ως ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, ως πιο πάνω αναφέρθησαν και κατ΄ επέκταση το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της εν λόγω μάρτυρος, κυρίως ως προς τις απόψεις και ερμηνείες της αναφορικά με την επίδικη νομοθεσία, υπό το πρίσμα βεβαίως των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Με κάθε σεβασμό προς την μάρτυρα, η ερμηνεία που έδωσε επί νομικών θεμάτων και κυρίως επί του θέματος των καμερών και πότε υπάρχει παρανομία ή όχι και πότε υποχρέωση γνωστοποίησης ή όχι, δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο για τους λόγους που θα αξιολογηθούν πιο κάτω, προβαίνοντας ταυτόχρονα το Δικαστήριο στην δική του αξιολόγηση και νομική ερμηνεία επί του θέματος, υπό το πρίσμα πάντα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, έχοντας βεβαίως πάντα κατά νου το γράμμα του νόμου. Συγκεκριμένα, μέσα από την ορολογία του νόμου, στην λέξη ΄΄αρχείο΄΄, το Δικαστήριο κρίνει ότι στην παρούσα περίπτωση δεν έχουμε τέτοια μορφή αρχείου, ούτε ΄΄διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα΄΄ ως είναι η ορολογία του νόμου και μάλιστα στην παρούσα περίπτωση, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν, ούτε αποτελούσαν αντικείμενο ΄΄επεξεργασίας΄΄, διότι δεν υπήρχε αποθήκευση των πλάνων που λαμβάνονταν από τις κάμερες στον δημόσιο δρόμο και πεζοδρόμιο, παρά μόνο υπήρχε ζωντανή παρακολούθηση σε πραγματικό χρόνο, χωρίς δυνατότητες record, rewind, pause κλπ και συνεπώς ούτε ΄΄πληροφορία΄΄ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η απλή ζωντανή παρακολούθηση σε δημόσιο χώρο, ενώ αν υπήρχαν οι πιο πάνω δυνατότητες, βεβαίως τα δεδομένα της παρούσας υποθέσεις θα άλλαζαν άρδην ως προς την νομική προέκταση αυτών και συνεπώς ούτε ΄΄πληροφορία΄΄ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, διότι πολύ απλά είναι το ίδιο που ισχύει με το να βλέπει κάποιος με τα δικά του ματιά σε δημόσιο δρόμο και συνεπώς δεν γίνεται ούτε αποδεκτή η θέση της ότι υπάρχει παρανομία επειδή το πρόσωπο κάποιου θα λαμβάνονταν με αυτά τα δεδομένα από τις κάμερες χωρίς να το γνωρίζει σε δημόσιο δρόμο. Βεβαίως θα άλλαζαν άρδην οι νομικές προεκτάσεις εάν τα πλάνα και γενικά πρόσωπα, λαμβάνονταν και μάλιστα χωρίς την συγκατάθεση ατόμου ή ατόμων στον ιδιωτικό τους χώρο, π.χ. στο σπίτι τους, που βεβαίως δεν έχουμε τέτοια περίπτωση στην παρούσα υπόθεση. Κατ΄ επέκταση, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την θέση και την ερμηνεία της μάρτυρος ότι υπάρχει ΄΄καταγραφή΄΄ ακόμα και με την μη ύπαρξη των πιο πάνω δυνατοτήτων, ανεξαρτήτως της προβολής ή όχι οποιασδήποτε ένστασης από τον οποιονδήποτε, διότι πολύ απλά υπήρχε απλή απεικόνιση πλάνων από τιςτις κάμερες σε ζωντανό και μόνο χρόνο (real time - live), χωρίς οποιαδήποτε καταγραφή, διότι καταγραφή σημαίνει και απαιτεί κάτι παραπάνω από απλή απεικόνιση πλάνων από τιςτις κάμερες σε ζωντανό και μόνο χρόνο (real time - live) που να έχει αν όχι μόνιμη, τουλάχιστον προσωρινή δυνατότητα αποθήκευσης και επεξεργασίας, μελέτης ή ακόμα και καταστροφής, αυτόβουλης ή όχι. Συνεπώς, από τη στιγμή που στην παρούσα περίπτωση δεν έχουμε ΄΄επεξεργασία΄΄, δεν μπορούμε να έχουμε ούτε ΄΄εκτελών την επεξεργασία΄΄, ως η σχετική ορολογία του νόμου, διότι στην ΄΄επεξεργασία΄΄ όπως την ορίζει η νομοθεσία, πέραν της γραμματικής ερμηνείας και σκοπού του νόμου, στον όρο ΄΄επεξεργασία΄΄, από τη στιγμή που δεν έχουμε μνήμη στην παρούσα περίπτωση, δηλαδή σκληρό δίσκο ή άλλο τεχνικό μέσο που να απομνημονεύει τα πλάνα που λαμβάνονταν σε δημόσιο χώρο, παρά μόνο ζωντανή μετάδοση πλάνων όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, συνεπώς δεν είναι δυνατό να υπήρχε στην παρούσα περίπτωση ούτε ΄΄συλλογή΄΄ ούτε ΄΄καταχώρηση΄΄ ούτε ΄΄οργάνωση΄΄ ούτε ΄΄διατήρηση΄΄ ούτε ΄΄αποθήκευση΄΄ ούτε ΄΄τροποποίηση΄΄ ούτε ΄΄εξαγωγή΄΄ ούτε ΄΄χρήση΄΄ ούτε ΄΄διαβίβαση΄΄ ούτε ΄΄διάδοση΄΄ ή ΄΄κάθε άλλης μορφής διάθεση΄΄, ΄΄την συσχέτιση΄΄ ή ΄΄τον συνδυασμό΄΄ ή ΄΄την διασύνδεση΄΄ ΄΄το κλείδωμα΄΄ ή ΄΄την διαγραφή΄΄ ή ΄΄την καταστροφή΄΄ όπως ο νόμος ορίζει και συνεπώς στην παρούσα περίπτωση δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρχει ΄΄υπεύθυνος επεξεργασίας΄΄ όπως ορίζεται στο νόμο που να ΄΄καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα΄΄. Επιπρόσθετα, λόγω των πιο πάνω ορολογιών και προϋποθέσεων του άρθρου 2 του νόμου, δεν εφαρμόζονται ούτε οι πρόνοιες του άρθρου 3
(1), διότι στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει ΄΄αυτοποιημένη εν όλω ή εν μέρει ή μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα΄΄ ως ο νόμος ορίζει, διότι στην παρούσα περίπτωση δεν περιλαμβάνονται οποιαδήποτε πλάνα σε ΄΄αρχείο΄΄, ούτε ΄΄πρόκειτο να περιληφθούν΄΄, ως ο νόμος απαιτεί, διότι στην παρούσα περίπτωση ήταν πλάνα μόνο σε ζωντανή μετάδοση, χωρίς μνήμη ή αρχείο ή δυνατότητες record, rewind, pause κλπ ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Από τη στιγμή λοιπόν που στην παρούσα περίπτωση δεν έχουμε ΄΄αρχείο΄΄ ως ο νόμος ορίζει, ούτε ΄΄επεξεργασία΄΄, ούτε ΄΄υπεύθυνο επεξεργασίας΄΄, δεν υπήρχε και η υποχρέωση του άρθρου 7
(1)για γνωστοποίηση σύστασης και λειτουργίας αρχείου και την έναρξη επεξεργασίας, ασχέτως του κατά πόσο γνώριζε ο κατηγορούμενος ή όχι τέτοια υποχρέωση. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, στην παρούσα περίπτωση και με βάση τα ευρήματα και συμπεράσματα ως πιο πάνω έχουν εκτεθεί, δεν έχουν αποδειχθεί οι απαιτήσεις που θέτει ο νομοθέτης με τις πιο πάνω ορολογίες και δεν μπορούν να υπαχθούν στις πιο πάνω ορολογίες και στις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος γιανα στοιχειοθετηθεί το υπό εξέταση αδίκημα ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο κατηγορούμενος αθωώνεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. Subject: Criminal/Final Αναφορά: Προσωπικά δεδομένα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο