← Κύπρος

Η Δημοκρατία ν. Gherghinoiu, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 98/2020, 19/5/2020

Η Δημοκρατία ν. Gherghinoiu, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 98/2020, 19/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2020:5 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ηλ. Γεωργίου Π.Ε.Δ Κ. Κωνσταντίνου Α.Ε.Δ Δ. Θεοδώρου Ε.Δ Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 98/2020 Η Δημοκρατία V. XXX Gherghinoiu --------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 19/05/2020 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ο. Σοφοκλέους Για τον κατηγορούμενο: κα Ε. Αντωνιάδου‑Φράγκου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος, μετά από δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες 1 και 6 του κατηγορητηρίου. Τούτος, αρχικά, αντιμετώπιζε και τις κατηγορίες 2, 3, 4, 5, 7 και 8, οι οποίες, ωστόσο, στις 23/03/2020, κατόπιν σχετικής απόφασης του Γενικού Εισαγγελέα, διακόπηκαν. Η κατηγορία 1 αφορά στο αδίκημα της διενέργειας πράξης που σκοπεύει στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 228 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και η κατηγορία 6, στο αδίκημα της μεταφοράς μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας ή της αυλής της, κατά παράβαση των άρθρων 82

(2), 85 και 86 του ανωτέρω νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος, την 01/01/2020, στη Λεμεσό, με σκοπό πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, τραυμάτισε, με τη χρήση ενός μαχαιριού, παράνομα τον XXX Nechifor από την Ρουμανία (στο εξής «ο παραπονούμενος»). Όσο δε αφορά στις λεπτομέρειες αδικήματος της έκτης κατηγορίας, αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι ότι, στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, μετέφερε ένα μαχαίρι που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας του και της αυλής της. Στο πλαίσιο της επ' ακροατηρίω διαδικασίας που ακολούθησε, κατόπιν σχετικού αιτήματος της υπεράσπισης για να δοθούν περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με την έκτη κατηγορία, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, συμμορφούμενη με την απαίτηση της υπεράσπισης, ενημέρωσε το Δικαστήριο και την υπεράσπιση ότι η έκτη κατηγορία αφορά στη μεταφορά μαχαιριού με λεπίδα μήκους 14 εκατοστών, μαχαίρι το οποίο και χρησιμοποιήθηκε για τον τραυματισμό του παραπονούμενου για τον οποίο ο κατηγορούμενος κατηγορείται στην πρώτη κατηγορία. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο, με την υπεράσπιση να δηλώνει πλήρη συμφωνία με το περιεχόμενο τους. Δεν θεωρούμε απαραίτητο να προβούμε σε λεπτομερή καταγραφή των όσων επί του σχετικού εγγράφου καταγράφονται. Ακολουθεί συνοπτική παράθεση τους. Ο κατηγορούμενος διατηρούσε δεσμό με τη Mirela XXX για 20 χρόνια (στο εξής «η Mirela»). Κάποιο από τον χρόνο αυτό τον πέρασαν μαζί στη Κύπρο. Πριν από δύο χρόνια, αμφότεροι βρίσκονταν στη Ρουμανία, όπου και ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε για απλήρωτες διατροφές προς εξαρτώμενα του και φυλακίστηκε, για τον σκοπό αυτό, για έναν χρόνο. Η παραπονούμενη, εγκατέλειψε τότε τη Ρουμανία και επέστρεψε στην Κύπρο και αποφάσισε να διακόψει τη σχέση της με τον κατηγορούμενο, στη βάση του ότι τούτος ήταν βίαιος έναντι της, η δε σχέση τους ήταν προβληματική. Συνέχισε ωστόσο να του στέλνει χρήματα και να τον βοηθά οικονομικά. Όταν ο κατηγορούμενος αποφυλακίστηκε, επέστρεψε και αυτός στην Κύπρο και άρχισε να ψάχνει τη Mirela, την οποία και εντόπισε στην εργασία της, και άρχισε, δια απειλών και εκφοβισμού, να απαιτεί από αυτήν χρήματα για να καταβάλει το ενοίκιό του στην Κύπρο. Στο πλαίσιο της επαφής του αυτής, αντιλήφθηκε ότι η Mirela είχε πλέον συνάψει σχέση με τον παραπονούμενο και τότε άρχισε να στέλνει, τόσο σ' αυτήν, όσο και στον παραπονούμενο απειλητικά μηνύματα. Την 01/01/2020, και περί η ώρα 1:00 π.μ., η Mirela και ο παραπονούμενος άκουσαν θόρυβο προερχόμενο από την εξώπορτα της οικίας τους, ως αν κάποιος να προσπαθούσε, χρησιμοποιώντας το χερούλι της, να την ανοίξει. Ο παραπονούμενος, αφού πρώτα άναψε το φως, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω και είδε εκεί τον κατηγορούμενο, ο οποίος αμέσως του επιτέθηκε με μαχαίρι με λεπίδα μήκους 14 εκατοστών, τραυματίζοντας τον στην αριστερή μαστική χώρα στο κατώτερο πλάγιο θωρακικό τοίχωμα, προκαλώντας του θλαστικό τραύμα μήκους 7 εκατοστών, το οποίο αντιμετωπίστηκε δια συρραφής και το οποίο δεν του προκάλεσε οποιοδήποτε πρόβλημα στην αναπνοή, με την κατάσταση του να κρίνεται σταθερή σε σχέση με όσα όργανα του εξετάστηκαν. Αμέσως μετά τον τραυματισμό του, ο παραπονούμενος έσπρωξε μακριά τον κατηγορούμενο και προσπάθησε να εισέλθει εκ νέου στην οικία του, πλην όμως, τη δεδομένη στιγμή, ο κατηγορούμενος άρχισε να χτυπά το γυάλινο μέρος της πόρτας στην προσπάθεια του να την κρατήσει ανοικτή, με αποτέλεσμα τούτο να σπάσει. Την ίδια στιγμή, στο σημείο κατέφτασε και η Mirela η οποία άρχισε να φωνάζει, γεγονός που προκάλεσε την κινητοποίηση των γειτόνων, κινητοποίηση η οποία προκάλεσε τη φυγή του κατηγορουμένου από τη σκηνή. Ακολούθως, ενημερώθηκε, σχετικά, η αστυνομία, η οποία και κατέφθασε στη σκηνή εντοπίζοντας τον παραπονούμενο να κάθεται σε καρέκλα στην κουζίνα βοηθητικής οικίας και να φέρει τραύμα στην κοιλιακή του χώρα. Τραύμα, τη δεδομένη στιγμή, έφερε και η Mirela, στο δε πάτωμα της σκηνής υπήρχαν αίματα παντού, ενώ παραπλεύρως της εξώπορτας υπήρχαν γυαλιά θρυμματισμένα. Στη σκηνή, η οποία αμέσως τέθηκε υπό φρούρηση, έξω από την οικία εντοπίστηκε μια αποκομμένη λεπίδα μαχαιριού μήκους 14 εκατοστών, ενώ εντός της οικίας βρέθηκε μια άσπρη λαβή μαχαιριού, η οποία βρισκόταν εντός μιας τσάντας. Περί τις 1:20, το ίδιο πρωί, εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος στην οδό Νίκου Καζαντζάκη, ο οποίος προσπαθούσε να κρυφτεί σε αυλή παρακείμενης οικίας. Μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της αστυνομίας, άρχισε να τρέχει με σκοπό να διαφύγει, πλην όμως ανακόπηκε και ακινητοποιήθηκε και άρχισε να αντιδρά στην προσπάθεια σύλληψης του. Κατά την επίστηση της προσοχής του, από τους αστυνομικούς, στον νόμο, τούτος απάντησε «συγγνώμη μάστρε» και σε σωματική έρευνα που ακολούθησε, εντοπίστηκε επ' αυτού ένας σουγιάς με λεπίδα μήκους 8 εκατοστών ο οποίος και παραλήφθηκε ως τεκμήριο. Όταν ενημερώθηκε περί του ότι με τη μεταφορά του συγκεκριμένου σουγιά διέπραττε ποινικό αδίκημα, ο κατηγορούμενος απάντησε «δεν το ήξερα». Ερωτηθείς ακολούθως αν χρησιμοποίησε τον συγκεκριμένο σουγιά, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι με αυτόν μαχαίρωσε τον παραπονούμενο. Του επιστήθηκε εκ νέου η προσοχή του στον νόμο και αυτός απάντησε «συγγνώμη». Επειδή ο κατηγορούμενος ήταν τραυματισμένος, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Παρεμβάλλουμε στο σημείο αυτό, για να σημειώσουμε ότι ο κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε κατηγορία για κατοχή ή μεταφορά μαχαιριού (σουγιά) με λεπίδα 8 εκ.. Επανερχόμενοι στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, κατά την ιατρική εξέταση του παραπονούμενου, διεφάνη ότι τούτος έφερε θλαστικό τραύμα στο αριστερό φρύδι, θλαστικό τραύμα στη δεξιά πηχεοκαρπική παλαμική επιφάνεια στην ωλένια περιοχή και θλαστικό τραύμα στο αριστερό κατώτερο πλάγιο θωρακικό τοίχωμα. Όλα αντιμετωπίστηκαν με συρραφή και παραπέμφθηκε στο ακτινολογικό τμήμα όπου και διαφάνηκε, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, ότι το τραύμα στη θωρακική μαστική χώρα, το οποίο αποτελεί και το μόνο τραύμα που του προκάλεσε ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της διάπραξης του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, και επομένως, και το μόνο που θα μας απασχολήσει, δεν επέφερε οποιοδήποτε πρόβλημα στην αναπνοή του και ότι, σε σχέση με τα όργανα του για τα οποία εξετάστηκε, η κατάσταση του ήταν σταθερή. Όσο δε αφορά στον κατηγορούμενο, τούτος έφερε θλαστικά τραύματα στα δύο του χέρια τα οποία προκλήθηκαν από τα σπασμένα γυαλιά της πόρτας. Για την αντιμετώπιση τους έγινε συρραφή τους και απολύθηκε. Στο πλαίσιο της εξέτασης του Ινστιτούτου Γενετικής και Νευρολογίας επί των τεκμηρίων που ανευρέθηκαν στη σκηνή, διαφάνηκε ότι, (α) επί της αποκομμένης λεπίδας μήκους 14 εκατοστών που βρέθηκε στην αυλή της οικίας του παραπονούμενου, ανευρέθηκε αίμα του παραπονούμενου, (β) επί της λαβής μαχαιριού που βρέθηκε εντός της οικίας, εντοπίστηκε αίμα του παραπονούμενου, (γ) επί του σουγιά που ήταν στην κατοχή του κατηγορουμένου ανευρέθηκε γενετικό υλικό του κατηγορουμένου και (δ) επί της τσάντας εντός της οποίας βρισκόταν η λαβή του μαχαιριού, εντοπίστηκε μεικτό γενετικό υλικό με δότες, τόσο τον κατηγορούμενο, όσο και τον παραπονούμενο. Το ίδιο πρωί και περί τις 7:32 ο κατηγορούμενος συνελήφθη και κατά την επίστηση της προσοχής του στον νόμο, απάντησε «λυπάμαι, αλλά δεν φταίω εγώ. Το λάθος είναι δικό τους». Την ίδια μέρα ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού όπου και τέθηκε υπό κράτηση για περίοδο 8 ημερών και σε μεταγενέστερο στάδιο παραπέμφθηκε για δίκη ενώπιον του παρόντος Κακουργιοδικείου. Από τις 08/01/2020, όταν και ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε για δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου, τούτος τελεί υπό κράτηση. Πρόκειται για πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. Στο πλαίσιο της αγόρευσης της για μετριασμό της ποινής, η συνήγορος του κατηγορουμένου, υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, η οποία είχε ετοιμαστεί για σκοπούς εξέτασης αιτήματος του για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, δηλώνοντας, συναφώς, ότι, το περιεχόμενο της επαρκεί και για σκοπούς της διαδικασίας της επιβολής της ποινής. Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 53 ετών, ο οποίος γεννήθηκε στη Ρουμανία και τη δεδομένη στιγμή βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές. Πρόκειται για πρόσωπο το οποίο βρίσκεται σε διάσταση με την πρώην σύζυγο του και είναι οικοδόμος στο επάγγελμα, με εισοδήματα τα οποία, όταν ήταν ελεύθερος, ανέρχονταν στα €65 ημερησίως. Στη βάση των όσων ο κατηγορούμενος ανέφερε στη λειτουργό, δεν έχει οποιαδήποτε χρέη ή αποταμιεύσεις ή οποιασδήποτε μορφής κινητή ή ακίνητη περιουσία. Είναι ο 5ος από 6 αδέλφια και αμφότεροι οι γονείς του έχουν αποβιώσει. Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός, η δε μητέρα του οικοκυρά. Οι σχέσεις των μελών της οικογένειας του περιγράφηκαν από τον ίδιο ως καλές. Μετά την αποφοίτηση του από το λύκειο, φοίτησε για 3 χρόνια σε τεχνική σχολή και εκπαιδεύτηκε ως τεχνικός εξόρυξης πετρελαίου, τομέα στον οποίο και εργάστηκε από το 1986 μέχρι και το 2000. Ακολούθως, άρχισε να εργάζεται ως οικοδόμος, επάγγελμα το οποίο εξασκεί και στην χώρα μας από όταν και πρωτοήρθε. Στο πλαίσιο γάμου που είχε τελέσει το 1985, ο οποίος ακολούθως λύθηκε, απέκτησε δύο παιδιά, με τη μεγαλύτερη κόρη, η οποία είναι έγγαμη, να διαμένει και να εργάζεται στην Αμερική, ενώ η μικρότερη, η οποία βρίσκεται σε διάσταση, τα τελευταία δύο χρόνια να ζει στη Σκωτία. Η συνήγορος του κατηγορουμένου, πάντα στο πλαίσιο της αγόρευσης της για μετριασμό της ποινής του, ζήτησε από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το γεγονός ότι πρόκειται για πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, ο οποίος το συγκεκριμένο βράδυ δεν επισκέφθηκε την οικία του παραπονούμενου με σκοπό να προκαλέσει οποιοδήποτε επεισόδιο. Επί τούτου, ως ανέφερε, ο κατηγορούμενος, έχοντας προηγουμένως καταναλώσει λίγο αλκοόλ, το οποίο ωστόσο επηρέασε τις αντιδράσεις του και συνέτεινε στο να παρουσιάσει τη μετέπειτα συμπεριφορά του, επισκέφθηκε την οικία του παραπονούμενου με σκοπό να ζητήσει πίσω τον σκύλο του, ο οποίος βρισκόταν υπό τη φύλαξη της Μιρέλας και τούτο συνεπεία του ότι μετά την επιστροφή του στη Κύπρο ένιωθε μοναξιά. Κάτω από την ψυχική αυτή συναισθηματική φόρτιση, εξαιτίας, τόσο του χωρισμού του με τη Mirela, όσο και της μοναξιάς την οποία ένιωθε, όταν αντίκρισε τον παραπονούμενο μπροστά του μετά που ο τελευταίος άνοιξε την εξώπορτα της οικίας με σκοπό να τον διώξει, αποφάσισε να προβεί σε χρήση μαχαιριού που μετέφερε μαζί του (το οποίο αποτελεί κοινό τόπο ότι πρόκειται για το μαχαίρι του οποίου η μήκους 14 εκατοστών μυτερή λεπίδα αποκόπηκε από τη λαβής της) εναντίον του παραπονούμενου, προκαλώντας του το πιο πάνω αναφερόμενο τραύμα. Η δε μεταφορά του μαχαιριού αυτού, σύμφωνα πάντα με τη συνήγορο του κατηγορουμένου, δεν έγινε με σκοπό να χρησιμοποιηθεί τούτο σε οποιοδήποτε επεισόδιο το δεδομένο βράδυ, αλλά στο πλαίσιο μιας πρακτικής του κατηγορουμένου να μεταφέρει το μαχαίρι για δική του αυτοπροστασία, αν ποτέ τούτο χρειαστεί. Εκείνο που η συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε από το Δικαστήριο να συνυπολογίσει, και τούτο μετριαστικά γι' αυτόν, είναι ότι αμέσως μετά τη σύλληψη του συνεργάστηκε με την αστυνομία και παραδέχθηκε ότι τραυμάτισε τον παραπονούμενο με μαχαίρι, καθώς επίσης και ότι μετέφερε τούτο παράνομα. Ζήτησε ακόμα όπως, οι αναφερόμενες στα γεγονότα απειλές του κατηγορουμένου τόσο εναντίον της Μιρέλας, όσο και εναντίον του παραπονούμενου, εκληφθούν ως κενές περιεχομένου και ότι ποτέ δεν εννοούσε τούτες και το όλο επεισόδιο που οδήγησε στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης, δεν συσχετίζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με αυτές, θέση την οποία η Κατηγορούσα Αρχή δεν αμφισβήτησε. Στο πλαίσιο της αγόρευσης της, η συνήγορος του κατηγορουμένου παρέπεμψε το Δικαστήριο σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία, κατά την ίδια, θα μπορούσε να κριθεί καθοδηγητική για σκοπούς επιλογής του είδους και ύψους της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο στην πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η σοβαρότητα του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας προκύπτει από την προβλεπόμενη στον νόμο γι' αυτό ποινή, που δεν είναι άλλη από αυτήν της ποινής φυλάκισης δια βίου, αλλά και από την ίδια τη φύση του, που θέλει το πρόσωπο που το διαπράττει να ενεργεί επί σκοπό πρόκληση βαριάς σωματική βλάβης σε άλλο συνάνθρωπό του. Όσο δε αφορά στο αδίκημα της έκτης κατηγορίας, τούτο, στη βάση των προνοιών του Άρθρου 82
(2), τιμωρείται με ποινή φυλάκισης ενός χρόνου, αλλά η σοβαρότητά του προκύπτει και από τις συνήθεις συνέπειες που η διάπραξή του επιφέρει, μιας και είναι ηλίου φαεινότερο ότι, πολύ πιο εύκολα, σε μια διένεξη, θα χρησιμοποιηθεί μαχαίρι από κάποιο που το έχει στη κατοχή του, παρά από κάποιο που δεν το έχει, με τις συνέπειες της χρήσης του να είναι, αρκετές φορές, τραγικές. Αδικήματα τα οποία διαπράττονται με άσκηση βίας, πλήττουν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια του προσώπου που δέχεται την επίθεση. Ενέργειες άσκησης βίας με σκοπό την επικράτηση ή για λόγους εκδίκησης ή τιμωρίας, δεν γίνονται δεκτές από την κοινωνία μας και θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Ως αναφέρθηκε, και τούτο από ανασκόπηση της σχετικής με τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος νομολογίας[1], τα αδικήματα της απρόκλητης βίας αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήρια με επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ακόμα και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. Εκείνο δε που προκύπτει από τη εν προκειμένω νομολογία, είναι ότι η επιλογή της ποινής φυλάκισης σε πρόσωπα που κρίνονται ένοχα των αδικημάτων της πρώτης αλλά και της έκτης κατηγορίας, ως θέμα αρχής, δεν αποτελεί λανθασμένη επιλογή. Τουναντίον, στη βάση πάντα της ίδιας νομολογίας, τούτη είναι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται. Πιο συγκεκριμένα, στην υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, αναγνωρίστηκε ότι η έλλειψη προσχεδιασμού ή προμελέτης του εγκλήματος[2] έτεινε να μετριάσει τη σοβαρότητα του, ιδιαίτερα εκεί όπου η απόφαση του να προβεί σε χρήση μαχαιριού για να τραυματίσει τον παραπονούμενο έγινε «στην έξαψη της στιγμής και κάτω από τη συναισθηματική φόρτιση που τα γεγονότα των αμέσως προηγούμενων ημερών επεσώρευσαν». Στη ίδια υπόθεση υποδείχθηκε, ακόμα, ότι, «η αποτροπή ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνιστάμενες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing», και δεύτερο, στην αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων, το στοιχείο το αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους». Τέλος, πάντα στη βάση των όσων αποφασίστηκαν στην υπόθεση Πισκόπου (ανωτέρω), το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας έχει αναγνωριστεί ως ένα από τα πλέον σοβαρά αδικήματα που στοιχειοθετεί ο Ποινικός Κώδικας, μιας και ποινικοποιεί σοβαρές πράξεις βίας, οι οποίες επιφέρουν δυσμενείς συνέπειες στο θύμα και οι οποίες, λόγω των επιθετικών μέσων που συνήθως χρησιμοποιούνται, μεταξύ των οποίων και το μαχαίρι, είναι δυνατό να επιφέρουν σοβαρά πλήγματα στη σωματική ακεραιότητα και υγεία του θύματος. Η επιβολή της ποινής αποτελεί ένα ουσιώδες μέρος της ποινικής διαδικασίας, το μέγιστο εργαλείο στα χέρια του Δικαστηρίου για την προώθηση των αρχών του ποινικού δικαίου. Είναι πράγματι ένα πολύ δύσκολο και λεπτό καθήκον το οποίο θα πρέπει να ασκείται με τη μέγιστη προσοχή. Όταν το Δικαστήριο αποφασίζει για το είδος και το ύψος της ποινής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του μεγάλο αριθμό παραγόντων, οι οποίοι πολλές φορές συγκρούονται μεταξύ τους και θα πρέπει να ζυγίζει αυτούς με τέτοιο τρόπο που να καθιστά την ποινική διαδικασία κοινωνικά αποδεκτή διατηρώντας έτσι την πίστη του κοινού στον νόμο και στην απονομή της δικαιοσύνης. Είναι πρωτίστως μια διαδικασία η οποία εμπεριέχει την άσκηση διακριτικών εξουσιών η οποία δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται καθορισμένη (standardised), καθότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει ποτέ να είναι τυφλή στο μονοπάτι της (βλ. Sentencing in Cyprus, Γεώργιου Π. Πική, 2nd edition, σελ. 2). Τελικός κριτής αναφορικά με το είδος αλλά και το ύψος της ποινής είναι το Δικαστήριο το οποίο θα επιλέξει τούτην αφού λάβει υπόψη του όλα τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση αλλά και το πρόσωπο του κατηγορουμένου. Η ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί μπροστά στην ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση κατηγορουμένων που διέπραξαν συγκεκριμένης φύσης αδικήματα. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου σε κάθε περίπτωση να επιβάλει τέτοια ποινή που να αρμόζει και στο πρόσωπο του κατηγορούμενου. Οι προσωπικές περιστάσεις, καθώς επίσης και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε ένα αδίκημα είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όταν όμως καθίσταται ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τότε οι πιο πάνω παράγοντες υποχωρούν μπροστά στην εν λόγω ανάγκη. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με τη διαδικασία της εξατομίκευσης της ποινής, υπό την έννοια ότι δεν θα πρέπει τούτη να απολήγει στην εξουδετέρωση, είτε της σοβαρότητας του αδικήματος, είτε του στοιχείου της αποτροπής (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ 304). Στρεφόμενοι τώρα στην υπό κρίση υπόθεση, και πάντα στα πλαίσια μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουμε στην παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλιέται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (βλ. Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Εδώ η παραδοχή του κατηγορούμενου είναι άμεση και συνοδεύεται από έκφραση μεταμέλειας. Βαρύτητα δίνουμε και στη συνεργασία του με την Αστυνομία. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, ως τούτες αναφέρθησαν από την συνήγορο του, αλλά και ως προβάλλουν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τη συνήγορό του. Στο πλαίσιο αυτό, συνυπολογίζουμε το γεγονός ότι ενώπιον μας έχουμε ένα άντρα, ηλικίας 53 ετών, διαζευγμένο, πατέρα 2 ενηλίκων τέκνων, ο οποίος διαμένει μόνιμα στην Κύπρο και επαγγέλλεται τον οικοδόμο, με μέσες, για τα Κυπριακά δεδομένα, οικονομικές μηνιαίες απολαβές, και γενικότερα με προσωπικές συνθήκες που δεν εκφεύγουν των συνήθων συνθηκών ενός μέσου πολίτη της χώρας μας. Συνυπολογίζουμε, φυσικά, ότι πρόκειται για αλλοδαπό πρόσωπο στο οποίο θα επιβληθεί ποινή σε ξένη χώρα, χωρίς να μας διαφεύγει ότι αρκετά χρόνια της ζωής του έζησε στη χώρα μας. Λαμβάνουμε, επίσης, υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα αυτό της πρώτης κατηγορίας. Προς τούτο, μετριαστικά γι' αυτό, συνυπολογίζουμε το γεγονός της απουσίας προσχεδιασμού στον τρόπο δράσης του, καθώς επίσης και το ότι η απόφαση του να χρησιμοποιήσει το μαχαίρι και να πλήξει τον παραπονούμενο είναι απόφαση που λήφθηκε τη δεδομένη στιγμή, στη βάση της συναισθηματικής φόρτισης υπό την οποία τελούσε λόγω της μοναξιάς που περνούσε, αλλά και του γεγονότος ότι ο παραπονούμενος είχε συνάψει σχέση με τη Mirela, προηγούμενο δεσμό του ιδίου. Από την άλλη, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε ως ανωτέρω εντελώς απρόκλητα, δεν μπορεί παρά να αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα, ο οποίος επίσης συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο. Δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, πέραν της συναισθηματικής φόρτισης υπό την οποία τελούσε, βρισκόταν και υπό την επήρεια αλκοόλ, η οποία συνέτεινε στο να πράξει ως έπραξε. Πρόκειται για αναγνωρισμένο νομολογιακά μετριαστικό παράγοντα, ο οποίος, ωστόσο, δεν υπέχει καταλυτικής σημασίας εκεί που η κατανάλωση αλκοόλ γίνεται ιδία βουλήσει του κατηγορουμένου, ως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση. Ένας άλλος παράγοντας ο οποίος συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο, κατά τη γνώμη μας επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο, είναι το σημείο στο οποίο επέφερε το τραύμα στον παραπονούμενο σε συνδυασμό με το μήκος της λεπίδας του μαχαιριού που χρησιμοποίησε. Δεν χρειάζεται κάποιος να είναι εμπειρογνώμονας για να μπορέσει να αντιληφθεί τις πιθανές συνέπειες μιας τέτοιας ενέργειας. Πλήξη με λεπίδα μαχαιριού μήκους 14 εκατοστών στη μαστική θωρακική περιοχή κάποιου, πίσω από την οποία βρίσκονται ζωτικά όργανά του, εμπεριέχει, αδιαμφισβήτητα, το κίνδυνο να πληγούν και αυτά, με τις συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης, πολλές φορές να είναι τραγικές. Θα τολμούσαμε να πούμε ότι, είναι εντελώς από τύχη που το τραύμα του παραπονούμενου του προκάλεσε μόνο θλάση, η οποία και αντιμετωπίστηκε επιτυχώς απλά με συρραφή του. Την ίδια στιγμή, όμως, συνυπολογίζεται, και τούτο μετριαστικά για τον κατηγορούμενο, ότι, ανεξαρτήτως των λόγων που τούτο συνέβη, ο τραυματισμός του παραπονούμενου δεν του προκάλεσε οποιαδήποτε μόνιμη ζημιά και αντιμετωπίστηκε, επαρκώς, απλά με τη συρραφή του, υποδεικνύοντας ωστόσο ότι πρόκειται για τραύμα μήκους 7 εκατοστών. Δεν μπορούμε ακόμα να μην συνυπολογίσουμε, και τούτο προς όφελος του κατηγορουμένου το γεγονός ότι, στη βάση των όσο έχουν τεθεί ενώπιον μας, η διάπραξη των αδικημάτων της πρώτης και έκτης κατηγορίας, φαίνεται να αποτελούν ένα μεμονωμένο παραβατικό γεγονός στον πολύχρονο βίο του. Στο πλαίσιο της άντλησης καθοδήγησης από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με τον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν, στο παρελθόν, αδικοπραγούντες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ανηύραμε τις πιο κάτω αποφάσεις στις οποίες και θα γίνει συνοπτική αναφορά. Στην υπόθεση Φαναρτζής ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. σελίδα 43, στον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν ηλικίας 46 ετών, και ο οποίος εντελώς απρόκλητα επιτέθηκε στον κατηγορούμενο και του κατάφερε επανειλημμένα χτυπήματα με μαχαίρι στο πρόσωπο, τη ράχη και σε άλλα μέρη του σώματος του, και η επιθετικότητα του ανεκόπη μόνο μετά από επέμβαση τρίτου προσώπου, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών, η οποία και επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Πισκόπου (ανωτέρω), στον κατηγορούμενο, ηλικίας 48 ετών με λευκό ποινικό μητρώο, με απουσία προσχεδιασμού ή προμελέτης, και κατόπιν παραδοχής του αδικήματος αμέσως μετά τη διάπραξη του, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών, η οποία δεν κρίθηκε ως έκδηλα υπερβολική από το Ανώτατο Δικαστήριο. Κρίνεται, φυσικά, σημαντικό να αναφερθεί ότι, συνεπεία του τραύματος από σουγιά στον λαιμό και στον μηρό του παραπονούμενου, τραυματίστηκε ο νωτιαίος μυελός του με αποτέλεσμα να προκληθεί σ' αυτόν τετραπληγία. Στην υπόθεση Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 468, στον κατηγορούμενο ο οποίος με μαχαίρι τραυμάτισε φρουρό ασφάλειας σε κέντρο αναψυχής όταν ο τελευταίος, κατόπιν οδηγιών του εργοδότη του, τον απέβαλε από το κέντρο, στη βάση της απουσίας οργάνωσης και σχεδιασμού, αλλά και της παραδοχής του, έστω και σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, καθώς επίσης και προγενέστερης της διάπραξης του αδικήματος κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3½ ετών, η οποία δεν κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως έκδηλα υπερβολική. Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 800, στον κατηγορούμενο, ηλικίας 17 ετών, ο οποίος εντελώς απρόκλητα έπληξε επανειλημμένα με μαχαίρι τον παραπονούμενο καθ' ον χρόνο ο τελευταίος τον μετέφερε, ως πελάτη, στο ταξί του, προκαλώντας του τραύματα στον αριστερό αντιβραχίονα, στον αριστερό ώμο, στον αριστερό βραχίονα, στο ημιθωράκιο και στον τράχηλο, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Σημειώνεται, φυσικά, ότι η ηλικία του κατηγορούμενου αποτέλεσε σοβαρότατο μετριαστικό παράγοντα. Στην υπόθεση Παρούτη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 446, για τραύμα που προκλήθηκε δια του καρφώματος εξ επαφής βέλους στην πλάτη της παραπονούμενης, το οποίο έπληξε τον 12ο θωρακικό σπόνδυλο της, επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης 3 ετών, η οποία και επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Ioja ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 624, η ποινή φυλάκισης 2½ ετών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, ο οποίος έπληξε με μαχαίρι της κουζίνας τον παραπονούμενο όταν ο τελευταίος μαζί με άλλα δύο πρόσωπα εισήλθε παράνομα στο διαμέρισμα του πρώτου και απαιτούσε από αυτόν να του καταβάλει συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, μειώθηκε σε 12 μήνες, εν όψει της ισχυρότατης πρόκλησης την οποία δέχτηκε, στην οποία, κρίθηκε, ότι, το Κακουργιοδικείο δεν προσέδωσε τη δέουσα βαρύτητα. Τέλος, στην υπόθεση Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397, στους τρεις κατηγορουμένους, ηλικίας 56, 29 και 24 ετών, για αδικήματα, μεταξύ άλλων, και αυτού της πρώτης κατηγορίας της παρούσας υπόθεσης, με θύματα αστυνομικούς, όταν οι τελευταίοι, με πολιτική περιβολή, εισήλθαν νόμιμα στην οικία των κατηγορουμένων με σκοπό την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, το Ανώτατο Δικαστήριο, συνυπολογίζοντας και την απουσία οποιουδήποτε προσχεδιασμού, μείωσε τις ποινές που τους επιβλήθηκαν πρωτοδίκως, περιορίζοντάς τες, για το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, σε φυλάκιση μεταξύ 2½ και 3½ ετών. Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, κρίνουμε ότι οι μετριαστικοί παράγοντες του κατηγορούμενου δεν είναι τέτοιας έκτασης και φύσης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, εν όψει και της εν γένει σοβαρότητας αμφότερων των αδικημάτων που διέπραξε τούτος, και ειδικότερα, του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας. Είμαστε της άποψης ότι, οποιαδήποτε ποινή, πλην της στερητικής της ελευθερίας, δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις, να διέπει την ποινή. Τουναντίον κρίνουμε ότι, τυχόν επιλογή άλλου είδους ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι πρόκειται για αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της βίας και αδικήματα τα οποία παρουσιάζουν έξαρση, με αποτέλεσμα η αποτρεπτικότητα της ποινής να μην αποσκοπεί μόνο στην συνέτιση του ενώπιον του Δικαστηρίου κατηγορουμένου, αλλά και του οποιοδήποτε φιλόδοξου παραβάτη που καραδοκεί να διαπράξει παρόμοιας φύσης αδικήματα. Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες και έχοντας κατά νου τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, την αναγκαιότητα η ποινή που θα επιβληθεί να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, χωρίς να παραγνωρίζετε η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, κρίνουμε ότι η πρέπουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που πρέπει να επιβληθεί σ' αυτόν είναι αυτή της φυλάκισης. Ως εκ των ανωτέρω, επιβάλλεται στο κατηγορούμενο: (α) Στην 1η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 2 ετών. (β) Στην 6η κατηγορία, καμία ποινή, καθότι τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημά στο οποίο αφορά, περικλείονται στα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι, η συνήγορος του κατηγορουμένου δεν εισηγήθηκε την διαταγή της αναστολής της εκτέλεσης της όποιας τυχόν ποινή φυλάκισης θα επιβαλλόταν σ' αυτόν. Και ορθά κατά τη γνώμη μας. Και τούτο γιατί, όλοι οι παράγοντες του κατηγορούμενου, που υπέχουν σημασίας κατά την εξέταση του εν προκειμένω ζητήματος, δεν είναι τέτοιοι που θα δικαιολογούσαν την οποιαδήποτε διαταγή για αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση ως προς το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, σχετικές είναι οι πιο κάτω υποθέσεις. (Βλ. Δημήτριου v. Δημοκρατίας
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339, 341). Νοείται ότι η ποινή φυλάκισης των δύο ετών, μειώνεται για το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, και δη από 08.01.
  1. Στη βάση των προνοιών του Άρθρου 85 του Ποινικού Κώδικα, τα τεκμήρια, μαχαίρια, λαβή και λεπίδα κατάσχονται, τα δε λοιπά τεκμήρια να καταστραφούν. (Υπ.)............... Ηλ. Γεωργίου Π.Ε.Δ. (Υπ.)............... Κ. Κωνσταντίνου Α.Ε.Δ. (Υπ.)................ Δ. Θεοδώρου Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΘ [1] Πρόκειται για τη νομολογία στην οποία θα γίνει ειδική αναφορά κατωτέρω στα πλαίσια παράθεσης ενδεικτικών ποινών που επιβλήθηκαν σε αδικοπραγούντες του αδικήματός της πρώτης κατηγορίας. [2] Πρόκειται για το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 228 (α) του Κεφ.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.