← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. SABA ZADEH κ.α., Αρ. Υπόθ.: 10644/16, 29/7/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. SABA ZADEH κ.α., Αρ. Υπόθ.: 10644/16, 29/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 10644/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον 1.xxxx SABA ZADEH 2.xxxx FAZELI MOGHADDAME KISOMI Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 29.07.2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Λ. Μάρκου Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Ηλίας Στεφάνου με κ. Λ. Φιλοθέου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Ηλίας Κονναρής Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση των άρθρων 231 και 20 του Κεφ.154 (κατηγορία αρ.2). Επιπρόσθετα, ο Κατηγορούμενος 1 είναι αντιμέτωπος και με το αδίκημα της άσκησης βίας στην πρώην σύζυγο του, η οποία της προκάλεσε άμεσα πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3

(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν.119(Ι)/2000, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (κατηγορία αρ.4). Σημειώνεται ότι το κατηγορητήριο περιλάμβανε αρχικά πέντε συνολικά κατηγορίες, ωστόσο στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως οι Κατηγορούμενοι αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν των κατηγοριών με αρ.1 και 3, ενώ ο Κατηγορούμενος 2 αθωώθηκε και απαλλάχθηκε και στην κατηγορία με αρ.5. Μετά την κλήση των Κατηγορουμένων σε απολογία στα αδικήματα των κατηγοριών με αρ.2 και 4, ο μεν Κατηγορούμενος 1 προέβη σε ανώμοτη δήλωση, ο δε Κατηγορούμενος 2 άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Η Κατηγορούσα Αρχή για απόδειξη των κατηγοριών κάλεσε τέσσερις μάρτυρες και κατατέθηκαν 11 Τεκμήρια. Περαιτέρω, δηλώθηκαν ως παραδεκτά τα πιο κάτω γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 19 του Κεφ.9: Η Μ.Κ.3 έφερε εκδορές στο δεξί γόνατο, εκδορές στο δεξί χέρι και συγκεκριμένα περιοχή ονυχοφόρου φάλαγγας, μώλωπες στον δεξί αντιβραχίονα και δεξιά κνήμη και άλγος δεξιού γονάτου και δεξιάς κνήμης. Στις 18.02.2015 η Μ.Κ.3 παρέδωσε 10 ακτινογραφίες του συζύγου της - Μ.Κ.2 τις οποίες παρέλαβε από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ο Μ.Κ.2 έφερε κάκωση δεξιάς μετωποβρεγματικής χώρας, κάκωση αναφέρει αριστερά πλαγιοπλευράς με πόνο ευαισθησία στην ψηλάφηση, πόνο κνήμης, γονάτου, ακρόποδα δεξιά, θωρακικό αριστερής πλευράς, κάταγμα 5ης και 7ης πλευράς αριστερά και ποδοκνήμη δεξιά και κάταγμα έσω σφυρού. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και κρατήθηκε για νοσηλεία. Οι αγορεύσεις του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής και των συνηγόρων των Κατηγορουμένων 1 και 2 έχουν μελετηθεί και τις έχω κατά νου. Δεν θεωρώ σκόπιμη την παράθεση τους. Αναφορά στο περιεχόμενο τους θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsierkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μετά την παράθεση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα, θα ακολουθήσει η αξιολόγηση του. Σημειώνεται ότι η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ 35). Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9 τη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 1), ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι την 10.02.15 και περί ώρα 22:30 λήφθηκε στο Τ.Α.Ε τηλεφώνημα από το Τ.Ε.Π.Α του Γ.Ν. Λεμεσού ότι μεταφέρθηκαν χτυπημένοι μετά από αναφερόμενο καβγά οι Παραπονούμενοι - Μ.Κ.2 και
  1. Μετέβηκε στο Τ.Ε.Π.Α, όπου οι Μ.Κ.2 και 3 δήλωσαν ότι χτυπήθηκαν από τους Κατηγορούμενους 1 και
  2. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκαν ότι υπήρξε καβγάς λόγω μίας διαφοράς που προέκυψε με τη Μ.Κ.4, η οποία είναι θυγατέρα του Κατηγορούμενου 1 και της πρώην συζύγου του - Μ.Κ.
  3. Στη δια ζώσης μαρτυρία του, ο Μ.Κ.1 είπε ότι πέραν των καταθέσεων που έλαβε από τα άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα, μετέβη στη σκηνή του επίδικου συμβάντος και προσπάθησε να εξασφαλίσει μαρτυρία από γείτονες που ενδεχομένως να είδαν το επεισόδιο. Εντόπισε κάποιον γείτονα ο οποίος ανέφερε ότι είδε δύο πρόσωπα να χτυπούν τον γείτονά του (προφανώς εννοεί τον Μ.Κ.2). Τα δύο αυτά πρόσωπα στη συνέχεια επιβιβάστηκαν σε αυτοκίνητο και προσπάθησαν να αποχωρήσουν, ωστόσο ο γείτονας του, ενώ βρισκόταν στο έδαφος, σηκώθηκε και κυνήγησε το αυτοκίνητο, προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα του και το χτύπησε. Ο οδηγός του αυτοκινήτου στην προσπάθεια του να τον αποφύγει, τον χτύπησε. Επίσης, ο Μ.Κ.1 δήλωσε ότι ο προαναφερόμενος γείτονας δεν επιθυμούσε να δώσει γραπτή κατάθεση. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου 1, δήλωσε ότι ο γείτονας που έδωσε κατάθεση είπε ότι μαζί με τον Μ.Κ.2 βρισκόταν στον χώρο και η σύζυγος του - Μ.Κ.
  4. Ο Μ.Κ.1 συμφώνησε ότι η Μ.Κ.4 στην κατάθεση της (Τεκμήριο 11Α και 11Β) ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η ίδια τηλεφώνησε του πατέρα της - Κατηγορούμενου 1 για να την παραλάβει το επίδικο βράδυ, καθώς και ότι ο Μ.Κ.2 κατανάλωσε αλκοόλ. Στην υποβληθείσα θέση ότι ο Μ.Κ.2 ήταν μεθυσμένος, ο Μ.Κ.1 είπε ότι δεν είναι σε θέση να απαντήσει την εν λόγω ερώτηση. Κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου 2 δήλωσε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο και οι Κατηγορούμενοι μετέβηκαν σε αστυνομικό σταθμό μετά το επίδικο συμβάν. Ο γείτονας που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, είδε το επίδικο συμβάν δεν ανέφερε τις ενέργειες των Μ.Κ.3 και 4 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο κ. Κονναρής παρέπεμψε τον μάρτυρα στην κατάθεση της Μ.Κ.4 (Τεκμήριο 11Α και 11Β) και υπέδειξε, θέση με την οποία συμφώνησε ο Μ.Κ.1, ότι η Μ.Κ.4 εμπλέκει μόνο τον πατέρα της - Κατηγορούμενο 1 στον καβγά, ενώ για τον Κατηγορούμενο 2 λέει ότι προσπάθησε να τους χωρίσει. Τέλος, σε σχετική ερώτηση, απάντησε ότι από την κατάθεση της Μ.Κ.3 (Τεκμήριο 2Α και 2Β) δεν προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος 2 επιτέθηκε στη Μ.Κ.
  5. Ο Μ.Κ.1 θεωρώ ότι κατέθεσε αντικειμενικά και αμερόληπτα. Οι ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του δεν αμφισβητήθηκαν. Από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ωστόσο θεωρώ ότι θα πρέπει να αγνοηθεί εκείνο το μέρος της που αναφέρεται στις πληροφορίες που έλαβε από κάποιον γείτονα των Μ.Κ.2 και
  6. Ο συγκεκριμένος γείτονας, ο οποίος δεν κατονομάστηκε, δεν έδωσε κατάθεση στην αστυνομία, δεν κλήθηκε να προσφέρει μαρτυρία στο Δικαστήριο και δεν δόθηκαν από τον Μ.Κ.1 οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το εν λόγω πρόσωπο παρακολούθησε τα τεκταινόμενα κατά το επίδικο βράδυ. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 1 και 2 εισηγήθηκαν στις αγορεύσεις τους ότι θα πρέπει να γίνει δεκτή η προαναφερόμενη εξ ακοής μαρτυρία του Μ.Κ.
  7. Mε κάθε σεβασμό στην αντίθετη άποψη, στη βάση των δεδομένων που παρατέθηκαν πιο πάνω και έχοντας κατά νου τις πρόνοιες του άρθρου 27
(2)(α) και
(3)του Κεφ.9, θεωρώ ότι δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην εν λόγω εξ ακοής μαρτυρία. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι και οι Μ.Κ.2 - 3 αναφέρθηκαν σε κάποιο γείτονα τους, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας των όσων διαδραματίστηκαν και ο οποίος απεβίωσε. Οι Μ.Κ.2 και 3, όπως και ο Μ.Κ.1, δεν κατονόμασαν το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονταν. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία ότι οι Μ.Κ.2 και 3 και ο Μ.Κ.1 αναφέρονταν στο ίδιο πρόσωπο και κατά συνέπεια δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο γείτονας στον οποίο αναφέρθηκε ο Μ.Κ.1 δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο επειδή απεβίωσε. Με εξαίρεση επομένως το προαναφερόμενο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, η υπόλοιπη μαρτυρία του κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Mohamed ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 266 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας
(2014)2 Α.Α.Δ 307). Ο Μ.Κ.2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 5Α και 5Β). Σε αυτήν ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι διαμένει με τη σύζυγο του - Μ.Κ.3 και τη θυγατέρα της - Μ.Κ.4, την οποία απέκτησε από τον πρώτο γάμο της με τον Κατηγορούμενο
  1. Το επίδικο βράδυ ζήτησε από τη Μ.Κ.4 να μιλήσουν, διότι έφευγε συχνά με αγνώστους από το σπίτι τους και προκαλούσε ανησυχία στη μητέρα της - Μ.Κ.
  2. Αρχικά η συζήτηση τους ήταν ήρεμη, στη συνέχεια όμως η Μ.Κ.4 άρχισε να φωνάζει και να τον υβρίζει. Ακολούθως, πήγε στο δωμάτιο της και τηλεφώνησε του Κατηγορούμενου 1 λέγοντας του ότι της φώναζε ο Μ.Κ.2 και ζήτησε από τον Κατηγορούμενο 1 να έλθει να την παραλάβει από το σπίτι. Η Μ.Κ.4 εξήλθε του σπιτιού και μετά από 15 περίπου λεπτά, ο Μ.Κ.2 άκουσε ένα αυτοκίνητο να σταματά έξω από το σπίτι. Η Μ.Κ.3 του είπε ότι ήθελε να βγει έξω, διότι της τηλεφωνούσε η Μ.Κ.
  3. Δεν την άφησε όμως να βγει, διότι είδε από το παράθυρο ότι στο αυτοκίνητο ήταν ο Κατηγορούμενος 1 και προτίμησε να βγει ο ίδιος. Καθώς κατέβαινε τα σκαλιά και μιλούσε στον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος κατέβηκε από το αυτοκίνητο, κάτι του είπε ο τελευταίος και τον γρονθοκόπησε στο πρόσωπο. Ο Κατηγορούμενος 1 συνέχισε να τον χτυπά και μετά ήλθε ακόμη ένα πρόσωπο, ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος επίσης τον χτύπησε στο πρόσωπο και στα πόδια και μαζί οι δύο Κατηγορούμενοι τον κλωτσούσαν μέχρι που έπεσε στο έδαφος. Ακόμα και τότε συνέχισαν να τον κλωτσούν σε όλα τα μέλη του σώματος του. Ο ίδιος, απλώς προσπάθησε να προστατεύσει τον εαυτό του, χωρίς να χτυπήσει οποιονδήποτε. Σε κάποια στιγμή, ενώ βρισκόταν στο έδαφος στη μέση του δρόμου, οι Κατηγορούμενοι και η Μ.Κ.4 κατευθύνθηκαν στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1 και με οδηγό τον τελευταίο προχώρησαν λίγο πιο μπροστά από το σημείο που ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο. Η Μ.Κ.3 τον βοήθησε να σηκωθεί και ο Κατηγορούμενος 1, αφού προχώρησε λίγο με το αυτοκίνητο, έκανε επαναστροφή και κινήθηκε προς το σημείο που βρισκόταν ο Μ.Κ.2 με τη Μ.Κ.
  4. Σταμάτησε το αυτοκίνητο και άρχισε να αναβοσβήνει τα φώτα και να μαρσάρει. Στη συνέχεια προχώρησε και το αριστερό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου χτύπησε στο χέρι της Μ.Κ.3, ενώ το λάστιχο του αυτοκινήτου πέρασε πάνω από το δεξί πόδι του Μ.Κ.2 τραυματίζοντάς τον. Από τον πόνο που ένιωσε έπεσε ξανά στο έδαφος και δεν σηκώθηκε μέχρι την άφιξη του ασθενοφόρου. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ο Μ.Κ.2 διευκρίνισε ότι όταν κατέβαινε τα σκαλιά του σπιτιού του, το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1 ήταν σταθμευμένο απέναντι. Τον ρώτησε τι γυρεύει έξω από το σπίτι του, αν και γνώριζε για ποιο λόγο είχε έλθει. Ο Κατηγορούμενος 1 τον ρώτησε «θέλεις να χτυπήσεις την κόρη μου και την ξιτίμασες»; Τότε ο Κατηγορούμενος 1 τον ύβρισε και τον γρονθοκόπησε. Αντέδρασε και τον γρονθοκόπησε και ο ίδιος και στη συνέχεια υπήρξε συμπλοκή. Σε κάποια στιγμή ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα στον σπόνδυλο του, έχασε την ισορροπία του και γονάτισε. Ενώ βρισκόταν σε αυτή την θέση, τον χτυπούσαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 και η Μ.Κ.
  5. Ο Κατηγορούμενος 1 τον χτυπούσε με γροθιές και ο Κατηγορούμενος 2 τον κλωτσούσε. Ακολούθως, η Μ.Κ.4 είπε στους Κατηγορούμενους να τον αφήσουν και αποχώρησαν προς το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου
  6. Μέχρι αυτό το σημείο του είχαν προκληθεί τραύματα στο κεφάλι και είχε σπασμένα πλευρά. Η Μ.Κ.3 κατά τη διάρκεια του προαναφερόμενου επεισοδίου προσπαθούσε να τον προστατεύσει από τα χτυπήματα που δεχόταν. Όταν αποχώρησαν οι Κατηγορούμενοι και η Μ.Κ.4, η Μ.Κ.3 τον σήκωσε από το έδαφος. Προχώρησε προς το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1 και όταν έφθασε δίπλα του, ο Κατηγορούμενος 1 άνοιξε την πόρτα. Ο Μ.Κ.2 κλώτσησε, χωρίς όμως να τον πετύχει. Ο Κατηγορούμενος 1 έκλεισε την πόρτα και προχώρησε περί τα 300 - 400 μέτρα και στάθμευσε το αυτοκίνητο του. Τότε, κατέβηκε από το αυτοκίνητο ο Κατηγορούμενος 2 και τους απείλησε ότι θα τους διώξει από την Κύπρο. Στη συνέχεια μπήκε ξανά στο αυτοκίνητο, έκαναν επαναστροφή και σταμάτησαν στη μέση του δρόμου αναβοσβήνοντας τα φώτα του αυτοκινήτου και μαρσάροντας. Ο Κατηγορούμενος 1, αν και μπορούσε να φύγει από άλλο δρόμο, εντούτοις κινήθηκε προς το μέρος τους. Η Μ.Κ.3 βρισκόταν μπροστά του, έτρεξε προς το μέρος της και την έσπρωξε για να μην της χτυπήσει το αυτοκίνητο. Όπως την έσπρωξε, κινήθηκε το χέρι της και χτύπησε στο καθρεφτάκι του αυτοκινήτου. Ο Μ.Κ.2 δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί από τον δρόμο, με αποτέλεσμα ο τροχός του αυτοκινήτου να περάσει πάνω από το πόδι του και να τον τραυματίσει. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, ο Μ.Κ.2 απάντησε ότι εκτός από το περιστατικό με το αυτοκίνητο δεν είδε να τραυματίζεται σε άλλο σημείο από άλλο πρόσωπο η Μ.Κ.
  7. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι η Μ.Κ.4 είπε στη Μ.Κ.3 ότι ο Κατηγορούμενος 2 δήλωσε ότι περίμεναν 7 μήνες για να «κάνουμε την κίνηση που κάνουμε τώρα». Ο Μ.Κ.2 αντεξετάστηκε πρώτα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου
  8. Κατά την αντεξέταση του αρνήθηκε ότι το επίδικο βράδυ είχε καταναλώσει αλκοόλ, λέγοντας ότι ήπιε μόνο μία μπύρα. Ο κ. Κονναρής διερωτήθηκε για ποιο λόγο εξήλθε από το σπίτι του για να μιλήσει με τον Κατηγορούμενο 1, εφόσον γνώριζε ότι η Μ.Κ.4 τηλεφώνησε του Κατηγορούμενου 1 για να την παραλάβει από το σπίτι και ταυτόχρονα γνώριζε την ένταση που είχε προηγουμένως δημιουργηθεί μεταξύ του ίδιου και της Μ.Κ.4, την οποία η τελευταία μετέφερε στον πατέρα της - Κατηγορούμενο
  9. Ο Μ.Κ.2 απάντησε ότι η Μ.Κ.4 τους είπε ότι θα περίμενε τον Κατηγορούμενο 1 στο φαρμακείο που απέχει περί τα 200 μέτρα από το σπίτι και όχι έξω από το σπίτι. Στην υπόδειξη του συνηγόρου ότι στην κατάθεση του δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά σε φαρμακείο, ο Μ.Κ.2 είπε ότι η Μ.Κ.3 τηλεφώνησε στη Μ.Κ.4 και της είπε ότι περίμενε τον Κατηγορούμενο 1 έξω από το φαρμακείο. Στην επισήμανση του κ. Κονναρή ότι στην κατάθεση του δήλωσε ότι η Μ.Κ.4 τηλεφώνησε στη Μ.Κ.3, ο Μ.Κ.2 είπε ότι αρχικά τηλεφώνησε η Μ.Κ.3 και στη συνέχεια η Μ.Κ.4 λέγοντας στη Μ.Κ.3 ότι είναι έξω από το σπίτι μαζί με τους Κατηγορούμενους και της ζήτησε να μην εξέλθουν από το σπίτι. Την εν λόγω ενημέρωση την έλαβε από τη Μ.Κ.3 η οποία του είπε να μην βγει έξω από το σπίτι, διότι αυτό της ζήτησε η Μ.Κ.
  10. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.2 διευκρίνισε ότι ο λόγος που βγήκε από το σπίτι ήταν για να ζητήσει εξήγηση για την παρουσία του Κατηγορούμενου 1 έξω από το σπίτι του, από τη στιγμή που είχε παραλάβει τη Μ.Κ.4 από το φαρμακείο. Στην κατάθεση του δεν ανάφερε ότι τον χτύπησε και η Μ.Κ.4, διότι ήταν μικρή και του το ζήτησε η σύζυγος του και μητέρα της Μ.Κ.4, ήτοι η Μ.Κ.
  11. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, δεν τον είχε δει πριν τον χτυπήσει. Τον αντιλήφθηκε όταν τον χτύπησε από πίσω και στη συνέχεια ενώ ήταν γονατιστός, ο Κατηγορούμενος 2 ήταν στην αριστερή μεριά του και τον χτύπησε σπάζοντας τα πλευρά του. Ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2, ότι η μαρτυρία του στο Δικαστήριο δεν συνάδει με την κατάθεση του και ότι ο λόγος της διαφοροποίησης έγκειται στην προσπάθεια του να καταδικαστεί ο Κατηγορούμενος 2 για να αξιώσει αποζημιώσεις από αυτόν. Επίσης, αρνήθηκε τη θέση ότι ο Κατηγορούμενος 2 το μόνο που έκανε ήταν να προσπαθήσει να τους χωρίσει. Μάλιστα ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος 2 τον χτύπησε περισσότερο από τον Κατηγορούμενο
  12. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου 1 είπε ότι βρίσκεται στη Δημοκρατία εδώ και 16 - 17 χρόνια. Με τον Κατηγορούμενο 1 διατηρούσε στο παρελθόν φιλικές σχέσεις και για κάποια περίοδο φιλοξενήθηκε στο σπίτι του. Κατά τον επίδικο χρόνο, ο Κατηγορούμενος 1 γνώριζε τη διεύθυνση διαμονής του, καθώς συχνά παραλάμβανε τη θυγατέρα του - Μ.Κ.
  13. Ειδικότερα όσον αφορά το βράδυ της 10.02.15, ο Μ.Κ.2 είπε ότι έπινε μπύρα και δεν αρνήθηκε τη θέση του κ. Στεφάνου ότι οι ιατροί που τον εξέτασαν κατέγραψαν «απόπνοια αλκοόλης». Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι κατά τη συνομιλία που είχε με τη Μ.Κ.4 ήταν έντονος, επιθετικός, καθώς και ότι την ύβρισε. Αντιθέτως, ισχυρίστηκε ότι ήταν ήρεμος και διατήρησε την ψυχραιμία του παρά το ότι η Μ.Κ.4 ύβρισε τη μητέρα του. Μετά τη συζήτηση που είχε με τη Μ.Κ.4 και το τηλεφώνημα της τελευταίας προς τον Κατηγορούμενο 1, δεν μίλησε ξανά μαζί της το επίδικο βράδυ. Όταν εξήλθε από το σπίτι η Μ.Κ.4 και ανέμενε τον πατέρα της, ο ίδιος δεν είδε κατά πόσο ήταν έξω από το σπίτι, όμως η Μ.Κ.4 είπε στη Μ.Κ.3 ότι ανέμενε τον Κατηγορούμενο 1 έξω από το φαρμακείο. Στην απορία του κ. Στεφάνου, για ποιο λόγο ο ίδιος βγήκε έξω από το σπίτι του για να μιλήσει με τον Κατηγορούμενο 1, εφόσον ο τελευταίος ήλθε για να παραλάβει τη Μ.Κ.4 η οποία ήθελε να φύγει μαζί του, ο Μ.Κ.2 απάντησε διερωτώμενος τι γύρευε έξω από το σπίτι του από τη στιγμή που παρέλαβε τη Μ.Κ.4 και μπορούσε να αναχωρήσει από άλλους δρόμους. Περαιτέρω, δήλωσε ότι κόρναρε δύο - τρεις φορές και τηλεφωνούσε της Μ.Κ.
  14. Επίσης, παρατήρησε ότι η Μ.Κ.3 ήταν αναστατωμένη και πηγαινοερχόταν στο παράθυρο βλέποντας προς τα έξω. Αυτό του κίνησε την περιέργεια και είδε και ο ίδιος ότι ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1 απέναντι από το σπίτι του. Όταν βγήκε έξω από το σπίτι και είδε τον Κατηγορούμενο 1 δεν ήταν νευριασμένος, αλλά στη συνέχεια κάτι του είπε ο Κατηγορούμενος 1 και θύμωσε. Ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε ότι πρώτα αυτός επιχείρησε να χτυπήσει τον Κατηγορούμενο 1 και στη συνέχεια κινήθηκε εναντίον του και τον χτύπησε ο Κατηγορούμενος
  15. Ο Μ.Κ.2 επανέλαβε ότι τον χτύπησε με γροθιά ο Κατηγορούμενος 1, η γροθιά του όμως δεν ήταν δυνατή και στη συνέχεια ήλθε ο Κατηγορούμενος 2 και τον χτύπησε τραυματίζοντας τον. Μετά το δυνατό χτύπημα που ένιωσε στην πλάτη από τον Κατηγορούμενο 2, γονάτισε και οι Κατηγορούμενοι συνέχισαν να τον χτυπούν κλωτσώντας τον. Όταν έπεσε πλέον στο έδαφος άκουσε τη Μ.Κ.4 να λέει του Κατηγορούμενου 1 να φύγουν. Αρνήθηκε τη θέση του κ. Στεφάνου ότι και ο Κατηγορούμενος 2 προσπάθησε να τους χωρίσει μαζί με τις Μ.Κ.3 και 4 και επανέλαβε ότι ο Κατηγορούμενος 2 τον χτύπησε περισσότερο από τον Κατηγορούμενο
  16. Σε σχέση με το περιστατικό με το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1, ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε τη θέση ότι αρχικά παραμέρισε για να περάσει το αυτοκίνητο, στη συνέχεια όμως όταν το αυτοκίνητο περνούσε από δίπλα του επιτέθηκε μαζί με τη Μ.Κ.3 στο αυτοκίνητο με αποτέλεσμα να τραυματιστεί τόσο ο ίδιος όσο και η Μ.Κ.
  17. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι δεν έκλεισαν τον δρόμο του Κατηγορούμενου 1, ο οποίος σε κάθε περίπτωση, μπορούσε να αποχωρήσει από άλλες παρόδους. Τέλος, ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου 1 ότι ο λόγος για τον οποίο αποδίδει μεγαλύτερη ευθύνη στον Κατηγορούμενο 2 είναι διότι γνωρίζει ότι η οικονομική του κατάσταση είναι καλύτερη από αυτή του Κατηγορούμενου 1 και αποβλέπει στην επιδίκαση αποζημιώσεων στην αγωγή που καταχώρησε εναντίον τους. Έχοντας παρατηρήσει τον Μ.Κ.2 κατά τη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα και μελετώντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο Μ.Κ.2 δεν μετέφερε στο Δικαστήριο την πλήρη αλήθεια. Οδηγήθηκα στο προαναφερόμενο συμπέρασμα, διότι η προφορική του μαρτυρία παρουσιάζει σημαντικές διαφορές σε σχέση με την κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, σε ουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας του. Είναι σταθερή η θέση της νομολογίας ότι προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις δεν καθιστούν τη μαρτυρία ενός μάρτυρα εκ προοιμίου αναξιόπιστη. Ταυτόχρονα όμως τονίζεται στη νομολογία ότι οι αντιφατικές καταθέσεις δημιουργούν ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία του μάρτυρα και επιβάλλουν την προσέγγιση της μαρτυρίας του με μεγάλη επιφυλακτικότητα. (Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 172 και Σ.Σ. και Δημοκρατία ECLI:CY:AD:2019:B477, Ποιν. Έφεση 147/2016, ημερ. 20.11.2019). Συγκεκριμένα ήταν εμφανής η προσπάθεια τόσο του Μ.Κ.2, όσο και της Μ.Κ.3, όπως παρουσιάσουν τα γεγονότα με τέτοιο τρόπο ώστε να αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 2 μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για τα τραύματα που υπέστη ο Μ.Κ.
  1. Αυτό βρίσκεται σε διάσταση με την κατάθεση του, στην οποία αναφέρεται μεν ότι τον χτύπησε και ο Κατηγορούμενος 2, σε καμία όμως περίπτωση δεν αποδίδεται σε αυτόν ο βασικός ρόλος στο επίδικο συμβάν και στα τραύματα που δέχθηκε κατά την πρώτη φάση του επεισοδίου. Αυτό το οποίο, μέσα από την κατάθεση του, αποδίδει στον Κατηγορούμενο 2 είναι ότι τον χτύπησε μαζί με τον Κατηγορούμενο 1 στο πρόσωπο και στα πόδια και τον κλωτσούσαν και οι δύο Κατηγορούμενοι μέχρι που έπεσε στο έδαφος. Περαιτέρω, από την κατάθεση του συνάγεται ότι είδε τον Κατηγορούμενο 2, πριν ο τελευταίος τον χτυπήσει. Στη δια ζώσης μαρτυρία του έδωσε μία εντελώς διαφορετική περιγραφή, ισχυριζόμενος ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήλθε από πίσω και χωρίς να τον δει τον χτύπησε στον σπόνδυλο με αποτέλεσμα να γονατίσει στο έδαφος. Μάλιστα, δήλωσε με βεβαιότητα ότι το σπάσιμο των πλευρών του προκλήθηκε από χτυπήματα που του επέφερε ο Κατηγορούμενος 2 ο οποίος βρισκόταν στην αριστερή πλευρά του. Ασφαλώς, δεν αναμένεται σε μία κατάθεση να δοθούν όλες οι λεπτομέρειες ενός συμβάντος. Η παρούσα περίπτωση όμως δεν αφορά απλώς τη μη καταγραφή ορισμένων λεπτομερειών. Οι ισχυρισμοί του Μ.Κ.2 που προβλήθηκαν για πρώτη φορά στη δια ζώσης μαρτυρία του δεν αποτελούν, κατά την άποψη μου, λεπτομέρειες αλλά ουσιαστικότατες πτυχές του επίδικου συμβάντος σε σχέση με τις οποίες η κοινή λογική υπαγορεύει ότι θα έπρεπε να καταγραφούν στην κατάθεση του. Δεν αποτελεί για παράδειγμα λεπτομέρεια ο ισχυρισμός ότι ο Κατηγορούμενος 2 τον χτύπησε από πίσω στον σπόνδυλο χωρίς να τον δει, καθώς και ότι αυτός βρισκόταν στα αριστερά του και ήταν το πρόσωπο που με τα χτυπήματα του, του έσπασε τα πλευρά του. Επισημαίνω ότι οι τελευταίοι αυτοί ισχυρισμοί έρχονται σε σύγκρουση με τη θέση του ότι ο Κατηγορούμενος 2 τον χτύπησε στο πρόσωπο και στα πόδια. Περαιτέρω, η μαρτυρία του δεν υποστηρίζεται από τη Μ.Κ.4, η οποία περιορίστηκε να πει ότι σε κάποια στιγμή συμμετείχαν όλοι στον καβγά, χωρίς όμως να αποδίδει πρωταγωνιστικό ρόλο στον Κατηγορούμενο
  2. Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για τις διαφοροποιήσεις της μαρτυρίας του σε σχέση με την κατάθεσή του (Τεκμήρια 5Α και 5Β). Επιπρόσθετα, στην προσπάθεια του να δείξει ότι οι Κατηγορούμενοι επιζητούσαν την πρόκληση του επίδικου επεισοδίου, ο Μ.Κ.2 πρόβαλε για πρώτη φορά στην προφορική του μαρτυρία ουσιώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι και πάλι δεν απαντώνται στην κατάθεση του. Πιο συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι η Μ.Κ.4 ανέμενε τον Κατηγορούμενο 1 έξω από ένα φαρμακείο και όχι έξω από το σπίτι τους. Ο εν λόγω ισχυρισμός προβλήθηκε προφανώς για να δικαιολογηθεί η ενέργεια του να εξέλθει από το σπίτι του, προφασιζόμενος ότι ο Κατηγορούμενος 1 ενώ παρέλαβε τη Μ.Κ.4 από άλλο σημείο, εντούτοις δεν έφυγε αλλά ήλθε και στάθμευσε έξω από το σπίτι τους. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια προβλήθηκε για πρώτη φορά και ο ισχυρισμός ότι ο Κατηγορούμενος 1 κόρναρε κάποιες φορές ευρισκόμενος έξω από το σπίτι τους, όπως και ότι η Μ.Κ.4 τηλεφώνησε στην Μ.Κ.3 για να της πει ότι βρίσκονταν έξω από το σπίτι τους και να μην βγουν έξω. Όλοι οι πιο πάνω αναφερόμενοι ισχυρισμοί αποτελούν, κατά την άποψη μου, εκ των υστέρων σκέψεις του Μ.Κ.2 στην προσπάθεια του να πείσει ότι οι Κατηγορούμενοι είχαν σκοπό να του επιτεθούν. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός του ότι η Μ.Κ.4 ανέμενε τον Κατηγορούμενο 1 έξω από το φαρμακείο, ελέγχεται από τη δήλωση του ότι ο Κατηγορούμενος 1 γνώριζε το σπίτι καθώς παρέλαβε και κατά το παρελθόν από εκεί τη Μ.Κ.
  3. Εφόσον, επομένως ο Κατηγορούμενος 1 γνώριζε την διεύθυνση του σπιτιού του, ποιός ο λόγος να συναντήσει και να παραλάβει τη Μ.Κ.4 από το φαρμακείο. Αυτή τη λογική ανακολουθία επιχείρησε προφανώς να επισκιάσει η Μ.Κ.3 στη μαρτυρία της ισχυριζόμενη ότι δεν ήθελε να μάθει ο Κατηγορούμενος 1 τη διεύθυνση του σπιτιού της και γι΄ αυτό ζητούσε από τη Μ.Κ.4 να τον συναντά στο φαρμακείο. Η εν λόγω δήλωση της Μ.Κ.3 ανέδειξε όμως την αντιφατικότητα των θέσεων της ιδίας και του Μ.Κ.2 επί του εν λόγω ζητήματος και συνάμα κατέδειξε ότι πρόκειται για όψιμο ισχυρισμό που προβλήθηκε στην προσπάθεια των Μ.Κ.2 και 3 να πείσουν ότι οι Κατηγορούμενοι προσήλθαν με σκοπό να προκαλέσουν το επίδικο επεισόδιο. Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι η Μ.Κ.4 δεν επιβεβαίωσε ότι συναντούσε τον Κατηγορούμενο 1 στο φαρμακείο όταν την παραλάμβανε από το σπίτι των Μ.Κ.2 και 3 και ότι το ίδιο έγινε και το επίδικο βράδυ. Πέραν των πιο πάνω, όσον αφορά το ισχυριζόμενο τηλεφώνημα της Μ.Κ.4, η θέση του Μ.Κ.2 δεν επιβεβαιώθηκε ούτε από τη Μ.Κ.3, ούτε και από τη Μ.Κ.
  4. Όπως επίσης παρέμεινε μετέωρος και ο ισχυρισμός του ότι η Μ.Κ.4 είπε στη Μ.Κ.3 ότι ο Κατηγορούμενος 2 όταν βρίσκονταν στο αυτοκίνητο δήλωσε ότι ανέμεναν για 7 μήνες να κάνουν την κίνηση που έκαναν την επίδικη ημερομηνία. Ασαφής επίσης υπήρξε η μαρτυρία του και σε σχέση με τη δεύτερη φάση του επίδικου επεισοδίου. Τούτο, διότι στην κατάθεση του περιορίζεται να αναφέρει ότι όταν τον σήκωσε από το έδαφος η Μ.Κ.3, το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1 προχώρησε λίγο και στη συνέχεια έκανε επαναστροφή και κινήθηκε προς το μέρος τους. Στην προφορική του όμως μαρτυρία ισχυρίστηκε ότι τόσο ο ίδιος όσο και η Μ.Κ.3 κινήθηκαν προς το αυτοκίνητο και ότι μάλιστα ο ίδιος κλώτσησε προς το μέρος του αυτοκινήτου. Η διάσταση ως προς την περιγραφή του επεισοδίου είναι και πάλι εμφανής και ουσιώδης, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μία θολή εικόνα ως προς την εξέλιξη των γεγονότων. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν μπορώ να αποδώσω βαρύτητα στη μαρτυρία του Μ.Κ.2, η οποία απορρίπτεται. H Μ.Κ.3 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της τη γραπτή κατάθεση της (Τεκμήρια 2Α και 2Β) δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.
  5. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι νυμφευμένη με τον Μ.Κ.2, είναι πρώην σύζυγος του Κατηγορούμενου 1 με τον οποίο απέκτησαν μία θυγατέρα, ήτοι τη Μ.Κ.
  6. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό ανέφερε ότι περί ώρα 21:30 της 10.02.15, η Μ.Κ.4 επέστρεψε μετά από έξοδο στο σπίτι τους. Ο Μ.Κ.2 ανέλαβε να της μιλήσει συμβουλευτικά, αλλά η Μ.Κ.4 αντέδρασε φωνάζοντας και, αφού πήγε στο δωμάτιο της, τηλεφώνησε του Κατηγορούμενου 1 για να έρθει να την παραλάβει από το σπίτι τους και να μείνει μαζί του στο δικό του σπίτι. Μετά πάροδο είκοσι περίπου λεπτών άκουσε ένα αυτοκίνητο και από το παράθυρο παρατήρησε και είδε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1, ο οποίος ήταν έξω μαζί με τη Μ.Κ.
  7. Θέλησε να βγει και η ίδια για να τους μιλήσει, αλλά δεν την άφησε ο Μ.Κ.2 και βγήκε αυτός. Παρακολουθούσε από την πόρτα και είδε ότι όταν κατέβαινε τα σκαλιά ο Μ.Κ.2, ο Κατηγορούμενος 1 εξήλθε του αυτοκινήτου του, πλησίασε τον Μ.Κ.2 και τον χαστούκισε στο πρόσωπο, αφού προηγουμένως συζήτησαν έντονα. Ακολούθως υπήρξε συμπλοκή μεταξύ Κατηγορούμενου 1 και Μ.Κ.2 και στη συνέχεια ήλθε στη σκηνή και ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος επίσης χτυπούσε τον Μ.Κ.
  8. Στην προσπάθεια της να βοηθήσει τον Μ.Κ.2 δέχθηκε χτυπήματα στα χέρια και τα πόδια από τον Κατηγορούμενο
  9. Μετά από κάποια ώρα οι Κατηγορούμενοι και η Μ.Κ.4 προχώρησαν προς το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου
  10. Όταν εισήλθαν στο αυτοκίνητο έκαναν επαναστροφή, κατευθύνθηκαν προς το μέρος τους και επί σκοπώ χτύπησαν την ίδια με το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου στο χέρι και τον Μ.Κ.2 με το λάστιχο στο πόδι. Δια ζώσης η μάρτυρας διευκρίνισε ότι όταν έγινε η συμπλοκή του Κατηγορούμενου 1 με τον Μ.Κ.2 κινήθηκαν προς τη μέση του δρόμου και τότε κατέφθασε και ο Κατηγορούμενος 2 με τη Μ.Κ.
  11. Ο Κατηγορούμενος 2 χτύπησε τον Μ.Κ.2 και ο τελευταίος γονάτισε από το χτύπημα. Η ίδια προσπάθησε να συγκρατήσει τον Κατηγορούμενο 1, αλλά ο Κατηγορούμενος 2 συνέχισε να χτυπά με κλωτσιές και γροθιές τον Μ.Κ.2 τον οποίο χτύπησε και η Μ.Κ.
  12. Στη συνέχεια όμως η Μ.Κ.4 πήρε τον Κατηγορούμενο 1 από το χέρι και σταμάτησε ο καβγάς. Η Μ.Κ.3 διευκρίνισε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν είχε σκοπό να τη χτυπήσει, αλλά μέσα στη συμπλοκή δέχθηκε και η ίδια χτυπήματα. Αναφορικά με το περιστατικό με το αυτοκίνητο, η μάρτυρας επεξήγησε ότι αρχικά το αυτοκίνητο ξεκίνησε και προχώρησε μπροστά σε μικρή απόσταση και σταμάτησε. Κατέβηκε ο Κατηγορούμενος 2 και την απείλησε ότι δεν θα την αφήσει να μείνει στην Κύπρο και επέστρεψε στο αυτοκίνητο. Η ίδια κινήθηκε προς το μέρος τους για να ζητήσει εξηγήσεις, τότε το αυτοκίνητο έκανε επαναστροφή, αναβόσβησε τα φώτα του και με ταχύτητα κινήθηκε προς το μέρος τους. Η ίδια βρισκόταν περίπου στη μέση του δρόμου και πιο πίσω από αυτήν ο Μ.Κ.2, ο οποίος την έσπρωξε όταν το αυτοκίνητο ερχόταν κατά πάνω τους. Ένιωσε χτύπημα στο χέρι της, το οποίο κατάλαβε ότι προκλήθηκε από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου. Καταληκτικά δήλωσε ότι δεν εξετάστηκε στο Γ.Ν. Λεμεσού και επανέλαβε ότι οι Κατηγορούμενοι δεν είχαν σκοπό να την χτυπήσουν. Κατά την αντεξέταση της από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου 1, δήλωσε ότι ο τελευταίος κατά τον επίδικο χρόνο δεν γνώριζε επακριβώς που βρίσκεται το σπίτι της. Συμφώνησε με τον κ. Στεφάνου ότι το επίδικο βράδυ και πριν τη συζήτηση με τη Μ.Κ.4, ο Μ.Κ.2 κατανάλωσε μπύρες, όχι όμως ουίσκι. Στη συζήτηση που είχαν οι Μ.Κ.2 και 4, μόνον η τελευταία ύβρισε. Ο Μ.Κ.2 εκνευρίστηκε από τη συμπεριφορά της, χωρίς ωστόσο να την υβρίσει, ούτε και την απείλησε ότι θα την χτυπήσει. Λόγω της έντασης που δημιουργήθηκε, πρότεινε η ίδια στη Μ.Κ.4 να τηλεφωνήσει του Κατηγορούμενου 1 για να μείνει μαζί του. Ωστόσο, επειδή δεν ήθελε να μάθει ο Κατηγορούμενος 1 που ακριβώς βρίσκεται το σπίτι της, ζήτησε από την Μ.Κ.4 να τον συναντήσει στο φαρμακείο, πράγμα το οποίο και έγινε εξ' όσων της ανέφερε η Μ.Κ.
  13. Ο λόγος που κοίταξε από το παράθυρο, οπότε και είδε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1, ήταν διότι υπήρξαν κορναρίσματα και δεχόταν τηλεφωνήματα από το τηλέφωνο του Κατηγορούμενου 1 ή της Μ.Κ.
  14. Θέλησε η ίδια να βγει έξω και να μιλήσουν, όμως δεν την άφησε ο Μ.Κ.2 και βγήκε αυτός. Ο Μ.Κ.2 προσπάθησε να πει κάτι του Κατηγορούμενου 1 και χωρίς να γίνει συζήτηση, ο Κατηγορούμενος 1 τον χτύπησε. Η Μ.Κ.3 σε σχετικές ερωτήσεις του κ. Στεφάνου, απάντησε ότι ο Κατηγορούμενος 1, χωρίς να το επιδιώκει, της χτύπησε στην προσπάθεια της να τους χωρίσει από τη συμπλοκή που είχαν με τον Μ.Κ.
  15. Αναφορικά με το επεισόδιο με το αυτοκίνητο, η Μ.Κ.3 είπε ότι όταν έγινε η επαναστροφή στεκόταν, όπως η ίδια έβλεπε το αυτοκίνητο, προς την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου και αν δεν την έσπρωχνε ο Μ.Κ.2, τότε το αυτοκίνητο θα περνούσε από πάνω της. Διευκρίνισε ότι ο Μ.Κ.2 την έσπρωξε, όπως η ίδια έβλεπε το αυτοκίνητο, προς τα αριστερά. Αρνήθηκε τη θέση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου 1 ότι ο λόγος που έκανε επαναστροφή ο πελάτης του ήταν διότι δεν γνώριζε τους δρόμους στην περιοχή και ήθελε να φύγει από το σημείο από το οποίο έφθασε στο σπίτι της. Η μάρτυρας ανέφερε ότι υπήρχαν πάροδοι που μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο Κατηγορούμενος 1, ενώ, όπως της δήλωσε η Μ.Κ.4, ζήτησε από τον Κατηγορούμενο 1 να μην κάνουν επαναστροφή αλλά να φύγουν. Επίσης αρνήθηκε τη θέση του Κατηγορούμενου 1 ότι τραυματίστηκαν λόγω της ενέργειας τους να εισέλθουν μπροστά στο αυτοκίνητο για να το σταματήσουν. Ωστόσο παραδέχθηκε ότι ο Μ.Κ.2 προσπάθησε να σταματήσει το αυτοκίνητο, διότι είχε χτυπηθεί και ήθελε και ο ίδιος να τους χτυπήσει. Επίσης αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι το όλο συμβάν έγινε διότι ο Μ.Κ.2 ύβρισε τη Μ.Κ.4 και την απείλησε ότι θα την χτυπούσε. Αντεξεταζόμενη από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου 2, η Μ.Κ.3 είπε ότι δεν επιχειρεί να αλλοιώσει με τη δια ζώσης μαρτυρία της τα όσα δήλωσε στην κατάθεση της (Τεκμήριο 2Α και 2Β). Επίσης, αρνήθηκε ότι παραποιεί τα γεγονότα προκειμένου η μαρτυρία της να ομοιάζει με εκείνη του Μ.Κ.2 και παρέπεμψε σχετικά και στη Μ.Κ.
  16. Ο κ. Κονναρής υπέβαλε ότι ο Κατηγορούμενος 2 προσπάθησε να χωρίσει τον Κατηγορούμενο 1 και τον Μ.Κ.
  17. Η μάρτυρας αρνήθηκε λέγοντας ότι ο Κατηγορούμενος 2 χτύπησε τον Μ.Κ.2 περισσότερο από τον Κατηγορούμενο
  18. Περαιτέρω, αρνήθηκε τη θέση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2 ότι με τα όσα καταλογίζει στον Κατηγορούμενο 2 αποσκοπεί στην αποκόμιση οικονομικού οφέλους στα πλαίσια αστικής αγωγής που καταχωρήθηκε εναντίον του. Η μαρτυρία της Μ.Κ.3, όπως και αυτή του Μ.Κ.2, παρουσιάζει διαφοροποιήσεις από την κατάθεση της (Τεκμήριο 2Α και 2Β) την οποία, ειρήσθω εν παρόδω, υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέταση της. Οι εν λόγω διαφοροποιήσεις, αναφορά στις οποίες θα γίνει αμέσως πιο κάτω, αφορούν ουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας της με αποτέλεσμα να προκαλούν ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία της (Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας και Σ.Σ. και Δημοκρατία, ανωτέρω). Η μάρτυρας, στη δια ζώσης μαρτυρία της επιχείρησε, όπως και ο σύζυγος της - Μ.Κ.2, να αποδώσει στον Κατηγορούμενο 2 μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για τα τραύματα που προκλήθηκαν στον Μ.Κ.
  19. Αυτή η προσπάθεια της δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά ως προς τη γνησιότητα της μαρτυρίας της, καθώς στο Τεκμήριο 2Α και 2Β δεν αποδίδει τέτοια ευθύνη ή βαρύτητα στις ισχυριζόμενες πράξεις του Κατηγορούμενου
  20. Επισημαίνω ότι στην κατάθεση της περιορίζεται απλώς να αναφέρει ότι, αφού ξεκίνησε ο καβγάς μεταξύ του Κατηγορούμενου 1 και του Μ.Κ.2, έφθασε στον χώρο και ο Κατηγορούμενος 2 ο οποίος χτυπούσε μαζί με τον Κατηγορούμενο 1 τον Μ.Κ.2 με αποτέλεσμα να τον ρίξουν στο έδαφος. Επίσης, σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 για πρώτη φορά κατά την προφορική της μαρτυρία ισχυρίστηκε ότι την απείλησε ότι θα τη διώξει από την Κύπρο. Μάλιστα, η Μ.Κ.2 δήλωσε ότι θεώρησε πολύ σημαντικό το εν λόγω γεγονός και το ανέφερε στην κατάθεση της, αλλά, για λόγους που δεν γνωρίζει δεν καταγράφηκε. Παρά ταύτα, η μάρτυρας, όπως ήδη ανέφερα, υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέταση της ανεπιφύλακτα το περιεχόμενο της κατάθεσης της. Ισχυρίστηκε και η ίδια, όπως και ο Μ.Κ.2, για πρώτη φορά στην προφορική της μαρτυρία ότι υπήρξαν κορναρίσματα από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1, καθώς και ότι δεχόταν τηλεφωνήματα από το τηλέφωνο του Κατηγορούμενου 1 ή της Μ.Κ.
  21. Όλα τα προαναφερόμενα συνιστούν, κατά την άποψη μου, ουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας της Μ.Κ.3, οι οποίες λογικά θα έπρεπε να τεθούν στην κατάθεση της ή τουλάχιστον θα έπρεπε να δοθεί κάποια πειστική εξήγηση για την παράλειψη της να τους θέσει στην κατάθεση της. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός για κορναρίσματα από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1 και τηλεφωνήματα από το τηλέφωνο του Κατηγορούμενου 1 ή της Μ.Κ.4 δεν επιβεβαιώθηκε από τη Μ.Κ.4, παρά το ότι η Μ.Κ.3 παρέπεμψε σε αυτήν προς επιβεβαίωση της εκδοχής της. Επιπρόσθετα, στην κατάθεση της δεν ανέφερε σε οποιοδήποτε σημείο ότι η συνάντηση της Μ.Κ.4 με τον Κατηγορούμενο 1 θα γινόταν στο φαρμακείο και όχι έξω από το σπίτι τους. Η Μ.Κ.3 τόνισε ότι ο λόγος που ζήτησε από τη Μ.Κ.4 να συναντήσει τον Κατηγορούμενο 1 στο φαρμακείο ήταν διότι δεν ήθελε να μάθει που ακριβώς βρίσκεται το σπίτι τους. Ο εν λόγω ισχυρισμός της, πέραν του ότι δεν αναφέρεται στην κατάθεση της, δεν επιβεβαιώνεται από τη Μ.Κ.4 και διαψεύδεται από τον Μ.Κ.2, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος 1 γνώριζε που βρισκόταν το σπίτι τους καθώς παρέλαβε αρκετές φορές στο παρελθόν τη Μ.Κ.
  22. Όσον αφορά ειδικότερα το περιστατικό με το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1, η μαρτυρία της Μ.Κ.3 υπήρξε νεφελώδης. Ξεκινώ από τον ισχυρισμό της ότι η Μ.Κ.4 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο 1 να μην κάνει επαναστροφή. Προφανώς, ο εν λόγω ισχυρισμός, ο οποίος προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση της, εντάσσεται στην προσπάθεια της να δείξει ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε πρόθεση να χτυπήσει την ίδια και τον Μ.Κ.2 με το αυτοκίνητο του. Ο ουσιώδης αυτός ισχυρισμός όχι μόνο δεν προβλήθηκε στην κατάθεση της, αλλά ούτε και επιβεβαιώθηκε από τη Μ.Κ.
  23. Περαιτέρω, χαρακτηριστική της συγκεχυμένης εικόνας σε σχέση με το περιστατικό με το αυτοκίνητο είναι και η ακόλουθη στιχομυθία της Μ.Κ.3 με τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 1 την οποία θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια: «E. Πάει το αυτοκίνητο να φύει και είσαστε μέσα στη μέση του δρόμου και λες έκαναν συζητήσεις και τσακώνονταν καθώς έφευγε το αυτοκίνητο, άρα δηλαδή κάποιος εμπόδιζε το αυτοκίνητο να φύει. A. Κάποιος χτυπήθηκε και αιματώθηκε και φυσικό θα αντιδρούσε, ήταν αντίδραση που ήταν, ήθελε να κάνει άμυνα. E. Καταλαβαίνω τι έγινε πριν το δεύτερο συμβάν, επειδή ήταν σε εκείνη την κατάσταση ο σύζυγός σου προσπαθεί να σταματήσει το αυτοκίνητο να μην φύει, αυτό εννοείς; A. Ναι, μάλλον επειδή είχε χτυπηθεί, ήθελε να σταματήσει να τους χτυπήσει και αυτούς.» Η τελευταία απάντηση της Μ.Κ.3 δεν συνάδει με την εικόνα που προσπάθησε με τον Μ.Κ.2 να δημιουργήσει, ήτοι ότι απλώς στέκονταν στη μέση του δρόμου και το αυτοκίνητο κινήθηκε εναντίον τους με σκοπό να τους χτυπήσει. Εν κατακλείδι και ως μία γενικότερη παρατήρηση, σημειώνω ότι η προφορική μαρτυρία της Μ.Κ.3 άφησε την εντύπωση ότι προσαρμόστηκε προκειμένου να συνάδει με τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  24. Ενόψει όλων όσων έχουν αναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της, θεωρώ ότι ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί σε αυτή και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η θυγατέρα του Κατηγορούμενου 1 και της Μ.Κ.
  25. Η μάρτυρας, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9, υιοθέτησε την κατάθεση της (Τεκμήριο 11Α και 11Β), με εξαίρεση ορισμένα σημεία τα οποία θα παρατεθούν πιο κάτω. Στην κατάθεση της δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι ο Μ.Κ.2 - πατριός της προσπαθούσε να ελέγξει τη ζωή της και αυτό το γεγονός προκαλούσε συχνούς καβγάδες μεταξύ τους και ως εκ τούτου δεν έχουν καλές σχέσεις. Το επίδικο βράδυ, ο Μ.Κ.2 της ζήτησε να μιλήσουν. Άρχισε να της φωνάζει και της ζήτησε να πιάσει τα πράγματα της και να φύγει από το σπίτι. Επίσης, ύβρισε τόσο την ίδια όσο και τον πατέρα της - Κατηγορούμενο
  26. Τηλεφώνησε του Κατηγορούμενου 1 και του ζήτησε να έρθει να την παραλάβει. Ο Μ.Κ.2 όταν αντιλήφθηκε ότι τηλεφώνησε του Κατηγορούμενου 1 έγινε ακόμα πιο έξαλλος. Περίμενε τον Κατηγορούμενο 1 έξω από το σπίτι και όταν ήλθε, μπήκε στο αυτοκίνητο του και άρχισε να του εξιστορεί τι συνέβηκε με τον Μ.Κ.
  27. Στο αυτοκίνητο βρισκόταν και ο Κατηγορούμενος
  28. Καθώς εξηγούσε στον Κατηγορούμενο 1 τι προηγήθηκε με τον Μ.Κ.2, είδε τον τελευταίο να κινείται θυμωμένος προς το μέρος τους. Ο Κατηγορούμενος 1 κατέβηκε από το αυτοκίνητο και μέσα σε δευτερόλεπτα άρπαξε ο ένας τον άλλο. Δεν είδε ποιος εκ των δύο επιτέθηκε πρώτος. Αμέσως κατέβηκε από το αυτοκίνητο και τους ζήτησε να σταματήσουν να μαλώνουν. Στο σημείο ήλθε και η Μ.Κ.3 και ο Κατηγορούμενος 2 και προσπάθησαν και αυτοί να τους χωρίσουν. Επειδή δεν σταματούσαν, τράβηξε τον Κατηγορούμενο 1 μακριά από τον Μ.Κ.2 και πήγαν μαζί με τον Κατηγορούμενο 2 στο αυτοκίνητο. Ενώ κινούνταν το αυτοκίνητο, ο Μ.Κ.2 σηκώθηκε από το έδαφος, έτρεξε προς το μέρος τους και κλώτσησε την πόρτα του αυτοκινήτου φωνάζοντας. Ο Μ.Κ.2 στάθηκε στη μέση του δρόμου για να τους εμποδίσει. Παρά ταύτα κατάφεραν να περάσουν από δίπλα του και τότε άκουσε ένα θόρυβο και είδε ότι το καθρεφτάκι του οδηγού έλειπε. Όταν έγινε η συζήτηση με τον Μ.Κ.2, ο τελευταίος πρέπει να ήταν μεθυσμένος, διότι είδε ουίσκι δίπλα του και μύριζε αλκοόλ. Στην προφορική της μαρτυρία, η μάρτυρας είπε ότι υπάρχουν κάποιες λεπτομέρειες στην κατάθεση της που δεν αποτυπώνουν την αλήθεια. Συγκεκριμένα δήλωσε ότι ο Μ.Κ.2 ήταν αυτός που ξεκίνησε τον καβγά χτυπώντας τον Κατηγορούμενο 1 και ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήλθε στον χώρο του επεισοδίου για να τους χωρίσει, όμως σε κάποια στιγμή συμμετείχαν όλοι στον καβγά. Κληθείσα από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής να περιγράψει ακριβώς πως συμμετείχαν όλοι στον καβγά, απάντησε ότι δεν θυμόταν καθαρά, αλλά σε κάποια στιγμή, όπως χαρακτηριστικά είπε «δέρναμε ούλλοι». Καταληκτικά στην κυρίως εξέταση της η Μ.Κ.4 είπε ότι ο λόγος για τον οποίο διαφοροποιήθηκε από την κατάθεση της ήταν, διότι στην υπόθεση εμπλέκονται οι γονείς της και έπρεπε να πει την αλήθεια διαφορετικά δεν θα ένιωθε καλά. Αντεξεταζόμενη από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 1 δήλωσε ότι η Μ.Κ.3 διάβασε την κατάθεση της, όμως δεν συζήτησαν ακριβώς για το τι θα κατέθετε η ίδια στο Δικαστήριο. Γνώριζε το τι ειπώθηκε τις προηγούμενες δικασίμους, διότι το συζήτησαν με τη Μ.Κ.3 η οποία της ζήτησε να πει την αλήθεια, καθώς δεν υπήρχε άλλος μάρτυρας που να είδε τι συνέβη το επίδικο βράδυ. Πριν δώσει την κατάθεση της, συζήτησε με τους Κατηγορούμενους, αφού ήταν όλοι μαζί στο ίδιο αυτοκίνητο. Ωστόσο δεν συμφώνησαν τι θα έλεγαν. Η ίδια όμως ανέφερε πράγματα τα οποία ήταν προς όφελος του Κατηγορούμενου 1 και τώρα η Μ.Κ.3 της ζήτησε να πει την αλήθεια. Η μάρτυρας δήλωσε ότι γνωρίζει ότι ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχεται ότι χτύπησε τον Μ.Κ.
  29. Επίσης συμφώνησε με τον κ. Στεφάνου ότι στην κατάθεση της ανέφερε ότι δεν είδε ποιος ξεκίνησε τον καβγά, ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία της είπε ότι ο καβγάς ξεκίνησε από τον Μ.Κ.
  30. Διερωτήθηκε ο συνήγορος με ποιο τρόπο βοήθησε τον Κατηγορούμενο 1 με όσα ανέφερε στην κατάθεση της. Η Μ.Κ.4 απάντησε ότι δεν ανέφερε στην κατάθεση της ότι και ο Κατηγορούμενος 2 χτύπησε τον Μ.Κ.
  31. Διευκρίνισε ωστόσο ότι ο Κατηγορούμενος 2 αρχικά επιχείρησε να χωρίσει τον Κατηγορούμενο 1 και τον Μ.Κ.
  32. Η μάρτυρας κλήθηκε να εξηγήσει για ποιο λόγο ισχυρίζεται ότι ο Κατηγορούμενος 2 επιχείρησε στην αρχή να χωρίσει τον Κατηγορούμενο 1 και τον Μ.Κ.
  33. Αρχικά απάντησε ότι δεν γνωρίζει, στη συνέχεια όμως είπε ότι δεν ήταν νευριασμένος όταν εξήλθε από το αυτοκίνητο. Ερωτηθείσα κατά πόσο το αυτοκίνητο κινήθηκε επί σκοπώ προς το μέρος του Μ.Κ.2 για να τον τραυματίσει ή αν ο τελευταίος κινήθηκε προς το αυτοκίνητο στην προσπάθεια του να το χτυπήσει, η Μ.Κ.4 απάντησε ότι το μόνο που γνωρίζει είναι ότι ο Μ.Κ.2 βρισκόταν στη μέση του δρόμου, όπως και το αυτοκίνητο. Αντεξεταζόμενη από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 2, δήλωσε ότι όταν έδιδε την κατάθεση της δεν ήθελε να εμπλέξει στο όλο συμβάν τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος ήταν φίλος του Κατηγορούμενου
  34. Επανέλαβε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια, διότι της το ζήτησε η Μ.Κ.3 και δεν υπήρχε άλλος μάρτυρας που να είδε τι συνέβη και να μπορεί να καταθέσει. Επιπρόσθετα, είπε ότι προτού αποφασίσει να έλθει στο Δικαστήριο ρώτησε αν, με αυτά που θα πει, θα κινδυνεύει κάποιος να φυλακιστεί και η απάντηση που έλαβε ήταν αρνητική. Στην επισήμανση του κ. Κονναρή ότι για τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, αν κριθούν ένοχοι, διατρέχουν τον κίνδυνο φυλάκισης, η μάρτυρας δήλωσε ότι αν το γνώριζε δεν θα ερχόταν, όμως δεν μπορεί να ανακαλέσει αυτά τα οποία κατέθεσε δια ζώσης. Εν κατακλείδι, η Μ.Κ.4 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι ο Κατηγορούμενος 2 ουδέποτε επιτέθηκε στον Μ.Κ.2, αλλά απλώς προσπάθησε να χωρίσει τον Κατηγορούμενο 1 και τον Μ.Κ.
  35. Η Μ.Κ.4 ήταν εμφανές ότι ήταν συναισθηματικά φορτισμένη κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της. Υπενθυμίζεται ότι η Παραπονούμενη-Μ.Κ.3 είναι η μητέρα της και ο Κατηγορούμενος 1 ο πατέρας της. Το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας της συνίστατο στο κατά πόσο ο Κατηγορούμενος 2 συμμετείχε στον καβγά των Μ.Κ.2 και Κατηγορούμενου 1 και κατά πόσο χτύπησε και αυτός τον Μ.Κ.
  36. Επί του προκειμένου, η Μ.Κ.4 ανακάλεσε όσα κατέγραψε στην κατάθεση της και ισχυρίστηκε στη δια ζώσης μαρτυρία της ότι και ο Κατηγορούμενος 2 συμμετείχε στον καβγά και χτύπησε τον Μ.Κ.
  37. Ο ισχυρισμός της Μ.Κ.4 ότι δεν είπε στην κατάθεσή της (Τεκμήριο 11Α και 11Β) την πλήρη αλήθεια, δεν καθιστά εκ προοιμίου απαράδεκτη τη μαρτυρία της. Στη Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 225 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Νοουμένου ότι το δικαστήριο ικανοποιείται από τους λόγους που δίνει ο μάρτυρας γιατί να μην πει από την αρχή την αλήθεια, είναι επιτρεπτό για το δικαστήριο να δεχθεί τη μαρτυρία εκείνη που συνάδει με τη νέα ενοχοποιητική για τον κατηγορούμενο κατάθεση όπως αυτή υποστηρίζεται ενόρκως από το μάρτυρα.» Εγείρονται, κατά την άποψη μου, εύλογα ερωτηματικά ως προς το κατά πόσο αυτή η αλλαγή οφείλεται όντως στην απόφαση της Μ.Κ.4 να αναφέρει σε αυτό το στάδιο την αλήθεια. Η Μ.Κ.4 επεξήγησε ότι αποφάσισε να πει την αλήθεια, διότι αφενός στην κατάθεση της δήλωσε πράγματα που ήταν βοηθητικά για τον πατέρα της - Κατηγορούμενο 1 και αφετέρου η μητέρα της, Μ.Κ.3, την παρότρυνε να δώσει μαρτυρία, καθώς της ανέφερε ότι δεν υπήρχε άλλος μάρτυρας που να είδε τι πραγματικά συνέβη το επίδικο βράδυ. Η προαναφερόμενη εξήγηση δεν ήταν, κατά την άποψη μου, πειστική για τους λόγους που θα αναφέρω αμέσως πιο κάτω. Καταρχάς η διαφοροποίηση σε σχέση με την κατάθεση της, δεν αναίρεσε κάποια ευνοϊκή για τον Κατηγορούμενο 1-πατέρα της θέση ή διαφορετικά δεν επιβάρυνε καθ' οιονδήποτε τρόπο τον Κατηγορούμενο 1, αλλά τον Κατηγορούμενο 2, αναφορικά με τον οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Κ.2 και 3, υπήρξε αλλαγή πλεύσης ως προς τον βαθμό συμμετοχής και υπαιτιότητας του στο αδίκημα της κατηγορίας με αρ.
  1. Επιπρόσθετα, υπογραμμίζω ότι όχι μόνο δεν επιβάρυνε με την προφορική της μαρτυρία τη θέση του Κατηγορούμενου 1, αλλά αντιθέτως προέβαλε για πρώτη φορά μία ευνοϊκή για τον ίδιο θέση, λέγοντας ότι πρώτος επιτέθηκε ο Μ.Κ.2, ενώ στην κατάθεση της δήλωσε ότι δεν είδε ποιος επιτέθηκε πρώτος. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονιστεί ότι η Μ.Κ.4 δεν υποστήριξε ότι πριν την κατάθεση της ο Κατηγορούμενος 1 της ζήτησε να «καλύψει» τον φίλο του - Κατηγορούμενο 2, αφήνοντας τον εκτός του καβγά. Δήλωσε μεν ότι συζήτησαν στο αυτοκίνητο και πριν μεταβούν στην αστυνομία για το επίδικο συμβάν, σε καμία περίπτωση όμως συμφώνησαν τι θα έλεγαν στην αστυνομία. Συνεπώς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, δεν υπήρξε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση παρότρυνση του Κατηγορούμενου 1 ή του Κατηγορούμενου 2, ως προς το τι θα έλεγε στην κατάθεση της. Πέραν των πιο πάνω, ο ισχυρισμός της ότι ο Κατηγορούμενος 2 συμμετείχε στον καβγά και χτύπησε τον Μ.Κ.2 παρουσιάζει εγγενείς αδυναμίες. Συγκεκριμένα, η Μ.Κ.4 δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με ποιον τρόπο συμμετείχε ο Κατηγορούμενος 2 στον καβγά και πως χτύπησε τον Μ.Κ.
  2. Ενώ δήλωνε βέβαιη ότι ο Κατηγορούμενος 2 χτύπησε τον Μ.Κ.2 όταν κλήθηκε να διευκρινίσει το εν λόγω ζήτημα απάντησε ότι δεν θυμόταν καθαρά και το μόνο που θυμόταν ήταν ότι «σε κάποια φάση δέρναμε ούλλοι». Ταυτόχρονα, η Μ.Κ.4 ήταν απόλυτη ότι αρχικός σκοπός του Κατηγορούμενου 2 ήταν να χωρίσει τους Μ.Κ.2 και Κατηγορούμενο
  3. Επί τούτου σημειώνω ότι δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση η Μ.Κ.4 για το τι μεσολάβησε και ο ειρηνοποιός σκοπός του Κατηγορούμενου 2 μετατράπηκε σε επιθετική διάθεση εναντίον του Μ.Κ.
  4. Από την άλλη, στη μαρτυρία της κατ΄ επανάληψη δήλωσε ότι ήλθε για να καταθέσει επειδή της το ζήτησε η μητέρα της και αφού βεβαιώθηκε ότι με αυτά που θα κατέθετε δεν κινδυνεύουν οι Κατηγορούμενοι να φυλακιστούν. Ταυτόχρονα, παρουσιάστηκε ενημερωμένη από τη Μ.Κ.3 για το τι λέχθηκε κατά τις προηγούμενες δικασίμους και για τη γραμμή που ακολούθησε η Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση των Μ.Κ.2 και
  5. Τα προαναφερόμενα, μου δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο η μαρτυρία της, σε σχέση με τις διαφοροποιήσεις της, ήταν το αποτέλεσμα της δικής της ανάγκης για να πει την αλήθεια. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, η Μ.Κ.4 τελούσε υπό συναισθηματική φόρτιση. Αυτό το δεδομένο όμως, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τις αδυναμίες της μαρτυρίας της, όπως αυτές προσδιορίστηκαν πιο πάνω. Καταληκτικά, θεωρώ ότι η αξιοπιστία της έχει κλονιστεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην μπορεί να δοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία της. Ο Κατηγορούμενος 1 προέβη σε ανώμοτη δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας είναι το ακόλουθο: «1.Είμα ο κατηγορούμενος 1 στην παρούσα υπόθεση και διαμένω στην Κύπρο εδώ και 20 χρόνια. 2.Σχετικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχω περιγράψει το περιστατικό στην κατάθεσή μου το οποίο έχει κατατεθεί στην διαδικασία ως Τεκμήριο 3Α και 3Β, την οποία και υιοθετώ. 3.Επίσης θα ήθελα να αναφέρω ότι πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης είχα παραδεχτεί την πρόκληση του τραύματος του παραπονούμενου, xxxx Nourihellan στο δεξιό πλευρό του, ως αποτέλεσμα των κτυπημάτων μου. Είναι μία πράξη για την οποία μετάνιωσα από την πρώτη στιγμή και μετανιώνω μέχρι και σήμερα. Ειλικρινά απολογούμαι για το λάθος μου. Τελούσα υπό συναισθηματική φόρτιση λόγω των γεγονότων τα οποία μου περιέγραψε η κόρη μου στο αυτοκίνητό αλλά και είχα προκληθεί από τη συμπεριφορά του Παραπονούμενου που πρώτος πήγε να με κτυπήσει. Αυτά βέβαια δεν μπορούν να δικαιολογούν τον μετέπειτα τρόπο αντίδρασής μου. 4.Με κανένα τρόπο δεν κτύπησα, ούτε και είχα την οποιαδήποτε πρόθεση να κτυπήσω την πρώην σύζυγό μου κατά την συμπλοκή μου με τον Παραπονούμενο. Επίσης, δεν είχα καμία πρόθεση να κτυπήσω τον οποιοδήποτε όταν αναχωρούσε με το αυτοκίνητο από το σημείο. Οι όποιοι τραυματισμοί, έγιναν από τη συμπεριφορά των παραπονουμένων.» Στην κατάθεση του (Τεκμήρια 3Α και 3Β) ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ενώ βρισκόταν στο σπίτι του με τον Κατηγορούμενο 2 δέχθηκε τηλεφώνημα από τη Μ.Κ.4, η οποία του ζήτησε να την παραλάβει από το σπίτι των Μ.Κ.2 και 3 διότι ήθελε να την χτυπήσει ο Μ.Κ.
  6. Μετέβη με τον Κατηγορούμενο 2 στο σπίτι των Μ.Κ.2 και 3, όπου τον ανέμενε έξω από το σπίτι η Μ.Κ.4 η οποία εισήλθε στο αυτοκίνητο και του εξηγούσε τι προηγήθηκε με τον Μ.Κ.
  7. Ενώ μιλούσαν εξήλθε του σπιτιού ο Μ.Κ.2 και προσέγγισε το αυτοκίνητο φωνάζοντας. Τότε κατέβηκε και ο ίδιος από το αυτοκίνητο, ο Μ.Κ.2 προσπάθησε ανεπιτυχώς να τον χτυπήσει και ακολούθως χτύπησε τον Μ.Κ.2 με τα χέρια του. Στον χώρο του επεισοδίου ήλθαν η Μ.Κ.4, η Μ.Κ.3 και ο Κατηγορούμενος 2 οι οποίοι προσπάθησαν να σταματήσουν τον καβγά. Ο Μ.Κ.2 από τα χτυπήματα που δέχθηκε από τον ίδιο παρέμεινε στο έδαφος. Στη συνέχεια μαζί με τη Μ.Κ.4 και τον Κατηγορούμενο 2 εισήλθαν στο αυτοκίνητο για να φύγουν. Ο Μ.Κ.2 σηκώθηκε από το έδαφος και στάθηκε στη μέση του δρόμου για να τους εμποδίσει να φύγουν. Με προσοχή κατάφερε να περάσει από δίπλα του και, καθώς έφευγε, ο Μ.Κ.2 κλώτσησε το αυτοκίνητο και έσπασε το καθρεφτάκι του οδηγού. Η επιλογή ενός Κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός δεν δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 129). Η ανώμοτη δήλωση όπως και η σιωπή, σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (Onisiforou v. The Police
(1987)2 C.L.R. 261). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων. Ωστόσο, μπορεί από το περιεχόμενό της να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η αξία της είναι πειστική παρά αποδεικτική (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 96/16 ημερ. 28.11.17 και Ευθυμίου και Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 191/2016 ημεερ.06.11.18). Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 22 αναφέρθηκαν επίσης τα ακόλουθα σχετικά: «Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωώτητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.» Όσον αφορά την γραπτή του κατάθεση, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σε αυτή. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του Κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του Κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Ο Κατηγορούμενος 1, ως ήδη αναφέρθηκε, υιοθέτησε στην ανώμοτη δήλωση του την κατάθεση του. Σε αυτήν δήλωσε, ανάμεσα σε άλλα, ότι κατά την αναχώρηση του από το σπίτι των Μ.Κ.2 και 3, ο Μ.Κ.2 στάθηκε στη μέση του δρόμου για να εμποδίσει τη διέλευση του αυτοκινήτου. Με την εν λόγω δήλωση του, ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχεται ότι κατά τον χρόνο που οδηγούσε το αυτοκίνητο του ο Μ.Κ.2 είχε σταθεί στη μέση του δρόμου για να τους εμποδίσει και παρά ταύτα ο ίδιος συνέχισε την πορεία του. Συνεπώς, πρόκειται για δήλωση που μπορώ να λάβω υπόψη μου, ως δήλωση ενάντια στα συμφέροντα του Κατηγορούμενου 1 και η οποία δεν συγκρούεται με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Επίσης, η αναφορά του που περιλαμβάνεται στην ανώμοτη δήλωσή του ότι τελούσε υπό συναισθηματική φόρτιση, διαθέτει πειστική αξία. Η εν λόγω δήλωση βρίσκει έρεισμα σε γεγονότα τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί και αποτελούν κοινό έδαφος. Συγκεκριμένα, αποτελεί κοινό έδαφος ότι η Μ.Κ.4 ήταν αναστατωμένη λόγω της προηγηθείσας συζήτησης με τον Μ.Κ.2 και ότι σε αυτήν την κατάσταση τηλεφώνησε του Κατηγορούμενου 1 για να την παραλάβει από το σπίτι των Μ.Κ.2 και
  1. Επίσης, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Μ.Κ.2 είναι νυμφευμένος με την πρώην σύζυγό του Κατηγορούμενου 1, ήτοι την Μ.Κ.3, καθώς και ότι κατά το παρελθόν ο Μ.Κ.2 και ο Κατηγορούμενος 1 υπήρξαν φίλοι. Η κοινή ανθρώπινη εμπειρία υπαγορεύει ότι τα πιο πάνω δεδομένα είναι ικανά να προκαλέσουν συναισθηματική φόρτιση. Ευρήματα Έχοντας αξιολογήσει και μελετήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο των Τεκμηρίων, των παραδεκτών, αλλά και των μη αμφισβητούμενων γεγονότων καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Κατηγορούμενος 1 και η Μ.Κ.3 υπήρξαν σύζυγοι και μαζί απέκτησαν μία θυγατέρα, τη Μ.Κ.
  2. Η Μ.Κ.3 κατά τον επίδικο χρόνο και μέχρι σήμερα είναι νυμφευμένη με τον Μ.Κ.
  3. Ο Κατηγορούμενος 1 και ο Μ.Κ.2 γνωρίζονταν και κατά το παρελθόν υπήρξαν φίλοι. Η Μ.Κ.4, κατά τον επίδικο χρόνο, διέμενε με τους Μ.Κ.2 και
  4. Στις 10.02.15 ο Μ.Κ.2 είπε στη Μ.Κ.4, η οποία είχε επιστρέψει στο σπίτι μετά από έξοδο, ότι ήθελε να της μιλήσει. Η συζήτηση μεταξύ του Μ.Κ.2 και της Μ.Κ.4 ήταν έντονη. Η Μ.Κ.4, μετά την εν λόγω συζήτηση, αναστατωμένη τηλεφώνησε του Κατηγορούμενου 1 και του ζήτησε όπως την παραλάβει από το σπίτι των Μ.Κ.2 και 3 προκειμένου να μείνει μαζί του. Η Μ.Κ.4 εξήλθε του σπιτιού και όταν έφθασε ο Κατηγορούμενος 1 εισήλθε στο αυτοκίνητο του εντός του οποίου ήταν και ο Κατηγορούμενος
  5. Σε κάποια στιγμή, ο Μ.Κ.2 εξήλθε του σπιτιού του και κινήθηκε προς το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1 το οποίο ήταν σταθμευμένο απέναντι από το σπίτι των Μ.Κ.2 και
  6. Ο Κατηγορούμενος 1 επίσης εξήλθε του αυτοκινήτου του και ξεκίνησε ο μεταξύ τους καβγάς, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του Μ.Κ.
  7. Μετά την έναρξη του καβγά κατέφθασαν στη σκηνή οι Μ.Κ.3 και 4 και ο Κατηγορούμενος
  8. Ενώ ο Μ.Κ.2 βρισκόταν τραυματισμένος στο έδαφος, η Μ.Κ.4 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο 1 να σταματήσει τον καβγά και ο Κατηγορούμενος 1, η Μ.Κ.4 και ο Κατηγορούμενος 2 αποχώρησαν και εισήλθαν στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου
  9. Ο Κατηγορούμενος 1 εκκίνησε το αυτοκίνητο του και πραγματοποίησε επαναστροφή. Ο Μ.Κ.2 βρισκόταν στη μέση του δρόμου, μπροστά από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου
  10. Παρά ταύτα το αυτοκίνητο κινήθηκε προς την κατεύθυνση που στεκόταν ο Μ.Κ.2 και στην προσπάθεια του να διέλθει τραυμάτισε τον Μ.Κ.
  11. Ο Μ.Κ.2 μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γ.Ν. Λεμεσού, στο οποίο μετέβηκε και η Μ.Κ.
  12. Οι ιατροί που εξέτασαν τον Μ.Κ.2 διαπίστωσαν ότι μύριζε αλκοόλ. Οι Μ.Κ.2 και 3 έφεραν τα ακόλουθα τραύματα: Η Μ.Κ.3 έφερε εκδορές στο δεξί γόνατο, εκδορές στο δεξί χέρι και συγκεκριμένα περιοχή ονυχοφόρου φάλαγγας, μώλωπες στον δεξί αντιβραχίονα και δεξιά κνήμη και άλγος δεξιού γονάτου και δεξιάς κνήμης. Ο Μ.Κ.2 έφερε κάκωση δεξιάς μετωποβρεγματικής χώρας, κάκωση αναφέρει αριστερά πλαγιοπλευράς με πόνο ευαισθησία στην ψηλάφηση, πόνο κνήμης, γονάτου, ακρόποδα δεξιά, θωρακικό αριστερής πλευράς, κάταγμα 5ης και 7ης πλευράς αριστερά και ποδοκνήμη δεξιά και κάταγμα έσω σφυρού. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και κρατήθηκε για νοσηλεία. Νομική πτυχή Το άρθρο 231 του Κεφ.154 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές.» Τα συστατικά στοιχεία επομένως του αδικήματος συνίστανται στην (α) παράνομη (β) πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Η έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης αποδίδεται ως εξής στο άρθρο 4 του Κεφ.154: «"βαριά σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη που ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό ή επικίνδυνη σωματική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή μόνιμη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται μέχρι τη μόνιμη παραμόρφωση ή τη μόνιμη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωματικού οργάνου, μεμβράνης ή αίσθησης». Στην υπόθεση Αχτάρ ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 397 λέχθηκε ότι στην έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης αποδίδεται η συνήθης γραμματική έννοια. Περαιτέρω, στην ίδια απόφαση, ειπώθηκε ότι κατά τη σύγχρονη νομολογία δεν είναι αναγκαίο η βαριά σωματική βλάβη να είναι είτε μόνιμη, είτε επικίνδυνη. Επίσης, στο σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading Evidence and Practice, 2015, παράγραφος 19-258, αφού καταγράφεται ότι ως βαριά σωματική βλάβη χαρακτηρίζεται η πραγματικά σοβαρή σωματική βλάβη, υποδεικνύεται ότι είναι ανεπιθύμητο να επιχειρηθεί οποιοσδήποτε άλλος ορισμός της. Αρκεί η βλάβη να είναι βαριάς μορφής και να συνιστά όντως σοβαρή βλάβη στην υγεία του θύματος. Στην κατηγορία υπ' αρ.4 ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει το αδίκημα της βίας στην οικογένεια και συγκεκριμένα ότι επιτέθηκε στην πρώην σύζυγο του - Μ.Κ.2 και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Το άρθρο 243 του Κεφ.154 διαλαμβάνει τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης: «243. Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Στο άρθρο 3
(1)του Ν.119(Ι)/2000 η έννοια της βίας ορίζεται ως εξής: «3.—
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.» Περαιτέρω, το άρθρο 3
(4)του Ν.119(Ι)/2000 προνοεί τα ακόλουθα: «
(4)Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1)διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές.» Τα συστατικά στοιχεία επομένως του υπό αναφορά αδικήματος συνίστανται σε αυτά της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, με το επιπλέον στοιχείο ότι η βία θα πρέπει να ασκείται μεταξύ μελών της ιδίας οικογένειας. Στο άρθρο 2 του Ν.119(Ι)/2000 ως μέλη της οικογένειας καθορίζονται, μεταξύ άλλων: « (α) άντρας και γυναίκα που— (
  1. i)έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, ή (
  2. ii)συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο· (β) γονείς των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α)· (γ) τέκνα των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) ανεξάρτητα αν αυτά είναι φυσικά ή υιοθετημένα τέκνα του ενός ή και των δύο εν λόγω προσώπων καθώς και τα εγγόνια των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α)·» Επίθεση είναι η επιβολή παράνομης βίας στο πρόσωπο άλλου. Η ένοχη διάνοια (mens rea) που πρέπει να υπάρχει για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα είναι πρόθεση (intention) για επιβολή βίας στο πρόσωπο άλλου ή απερισκεψία (recklessness) ως προς το κατά πόσο θα επιβληθεί βία. Ειδικότερα τώρα για το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, πέραν της στοιχειοθέτησης της επίθεσης θα πρέπει να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι η επίθεση προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Σημειώνεται ότι δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι ιδιαίτερα σοβαρό (really serious) ή μόνιμου χαρακτήρα (Smith & Hogan's, Criminal Law, 13η έκδοση, σελίδα 646 - 647 και Archbold Pleading, Evidence & Practice in Criminal Cases, 37η έκδοση παρ. 2634). Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφ. 154. Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Kατηγορούσα Aρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, (Charitonos a.o. v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 401). Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοΐζου (βλέπε ανωτέρω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στις Toumba v. The Republic
(1984)2 C.L.R 110 και Charalambous a.a. v. The Republic
(1985)2 C.L.R 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορούμενου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Κατηγορία με αρ.2 Αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι είναι αντιμέτωποι με το εν λόγω αδίκημα. Σύμφωνα με τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα το επίδικο συμβάν εκδηλώθηκε σε δύο φάσεις με χρονική αλληλουχία. Η πρώτη φάση του επεισοδίου αφορούσε τον καβγά έξω από το σπίτι των Μ.Κ.2 και 3 και η δεύτερη φάση την πρόκληση τραυμάτων από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου
  1. Ξεκινώντας από τον καβγά, σημειώνω ότι ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ότι χτύπησε τον Μ.Κ.2 και του προκάλεσε τραύμα στο πλευρό του. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2, η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ότι συμμετείχε και αυτός στον καβγά χτυπώντας και τραυματίζοντας τον Μ.Κ.
  2. Μάλιστα, ο ισχυρισμός των Μ.Κ.2 και 3 ήταν ότι ο Κατηγορούμενος 2 προκάλεσε στον Μ.Κ.2 περισσότερα τραύματα από τον Κατηγορούμενο
  3. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Κ.2 - 4, η εν λόγω θέση δεν έγινε αποδεκτή. Επομένως, η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που βρίσκεται στους δικούς της ώμους και ως εκ τούτου δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος 2 διέπραξε το επίδικο αδίκημα. Η παρουσία του Κατηγορούμενου 2 στον χώρο του επίδικου συμβάντος, η φιλική σχέση του με τον Κατηγορούμενο 1 ο οποίος τη δεδομένη χρονική στιγμή καβγάδιζε με τον Μ.Κ.2, μπορεί να δημιουργούν υποψίες για εμπλοκή και του Κατηγορούμενου
  4. Στη βάση όμως υποψιών και χωρίς την ύπαρξη αξιόπιστης μαρτυρίας που να αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν μπορεί να καταδικαστεί ο Κατηγορούμενος
  5. Ούτε και στη δεύτερη φάση του επεισοδίου, θεωρώ ότι υπάρχει μαρτυρία που να οδηγεί σε εύρημα ενοχής του Κατηγορούμενου
  6. Το γεγονός ότι βρισκόταν στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1 δεν οδηγεί, στην απουσία άλλης μαρτυρίας, σε συμπέρασμα ότι συμμετείχε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην απόφαση του Κατηγορούμενου 1 να προχωρήσει με το αυτοκίνητο του ενώ βρισκόταν στη μέση του δρόμου ο Μ.Κ.
  7. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να δεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος 2 παρότρυνε ή συναίνεσε ή ότι είχε την ευκαιρία να αποτρέψει και δεν απέτρεψε τον Κατηγορούμενο 1 από το να προχωρήσει με το αυτοκίνητο ενώ είχε σταθεί στη μέση του δρόμου ο Μ.Κ.
  8. Η εισήγηση του ευπαίδευτου εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν απέτρεψε τον Κατηγορούμενο 1, με κάθε σεβασμό, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Πρόκειται για υποθετικό συμπέρασμα το οποίο προφανώς βασίζεται στο ότι ο Κατηγορούμενος 2 επέβαινε στο αυτοκίνητο, το οποίο τελικά τραυμάτισε τον Μ.Κ.
  9. Όπως ανέφερα και πιο πάνω το εν λόγω γεγονός δεν μπορεί από μόνο του να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος 2 συμμετείχε καθ' οιονδήποτε τρόπο στη δεύτερη φάση του επίδικου αδικήματος. Εξάλλου, σύμφωνα με την νομολογία, υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται όσο εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου v. Αστυνομίας, ανωτέρω). Όσον αφορά όμως τον Κατηγορούμενο 1 τα πράγματα, κατά την άποψη μου, διαφοροποιούνται. Σύμφωνα με τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος 1 κινήθηκε με το αυτοκίνητο του ενώ ο Μ.Κ.2 είχε σταθεί στη μέση του δρόμου. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν μπορεί μεν να εξαχθεί συμπέρασμα περί πρόθεσης του Κατηγορούμενου 1 να τραυματίσει με το αυτοκίνητο του τον Μ.Κ.
  10. Η ενέργεια ωστόσο του Κατηγορούμενου 1 να συνεχίσει την πορεία του αυτοκινήτου ήταν, κατά την κρίση μου, απερίσκεπτη. Ο προηγηθείς μεταξύ τους καβγάς με τη συνεπαγόμενη ένταση που προκάλεσε, σε συνδυασμό με το ότι ο Μ.Κ.2 στάθηκε στη μέση του δρόμου με προφανή σκοπό να εμποδίσει τη διέλευση του αυτοκινήτου, καθιστούσαν ορατό ή προβλεπτό τον κίνδυνο να επέλθει σύγκρουση σε ενδεχόμενη διέλευση του αυτοκινήτου. Ο Κατηγορούμενος 1 αγνόησε τον προαναφερόμενο προβλεπτό κίνδυνο και έλαβε το ρίσκο με το να προχωρήσει με το αυτοκίνητο του προς την κατεύθυνση που βρισκόταν ο Μ.Κ.2, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να τραυματιστεί. Υπό τις περιστάσεις, ο Κατηγορούμενος 1 όφειλε να μην αναλάβει το εν λόγω ρίσκο. Το αδίκημα του άρθρου 231 του Κεφ.154 δεν εμπεριέχει ως συστατικό στοιχείο την ειδική πρόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, όπως συμβαίνει με το αδίκημα που καθιερώνει το άρθρο 228 (α) του Κεφ.154, αλλά είναι αρκετό ο Κατηγορούμενος να διενήργησε συνειδητά την παράνομη πράξη που επέφερε τη βλάβη. Συνεπώς, το επίδικο αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί και απερίσκεπτα ή με αδιαφορία (recklessly). Στο σύγγραμμα Arcbold Criminal Pleading, Evidence and Practice 2015 στην παράγραφο 17-45 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «Thus, on a charge of wounding, or inflicting grievous bodily harm, contrary to section 20 of the Offences against the Person Act 1861 (post, §19-252), it is enough that the accused foresaw that some physical harm to some person, albeit of a minor character, might result from his action: ibid.; R. v. Savage; DPP v. Parmenter [1992] 1 A.C. 699, HL.» Περαιτέρω, στο ίδιο σύγγραμμα στην παράγραφο 17-51 καταγράφονται τα ακόλουθα σε σχέση με το πότε ένα πρόσωπο ενεργεί απερίσκεπτα: «In R. v. G., ante, it was held that a person acts recklessly with respect to (i) a circumstance when he is aware of a risk that it exists or will exist, and (ii) a result when he is aware of a risk that it will occur, and it is in the circumstances known to him, unreasonable to take the risk.» Κατά συνέπεια, σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 1, η ενοχή του στο αδίκημα της πρόκλησης της βαριάς σωματικής βλάβης στοιχειοθετείται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο τραυματισμός του Μ.Κ.2 τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη φάση του επίδικου επεισοδίου ήταν παράνομος, δηλαδή χωρίς έρεισμα στο νόμο. Όπως επεξηγείται μία πράξη είναι παράνομη όταν τελείται χωρίς νόμιμη δικαιολογία. (Archbold, Criminal Pleading Evidence and Practice 2015, παράγραφος 17-44). Επομένως, όταν, για παράδειγμα, αποδεικνύεται η υπεράσπιση της αυτοάμυνας (Αχτάρ ν. Αστυνομίας, ανωτέρω) η πράξη θεωρείται νόμιμη. Στην προκείμενη περίπτωση δεν εγέρθηκε τέτοιο ζήτημα από την Υπεράσπιση, ούτε και υποστηρίζεται κάτι τέτοιο από την αποδεκτή μαρτυρία. Τα τραύματα τώρα που υπέστη ο Μ.Κ.2 από τον Κατηγορούμενο 1 και το αυτοκίνητό του σαφώς εμπίπτουν στην έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης. Υπενθυμίζω ότι υπέστη, μεταξύ άλλων, κάταγμα πλευρών και έσω σφυρού. Επίσης, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και κρατήθηκε για νοσηλεία. Στην Evripides Christou v. The Police
(1972)2 C.L.R 38 αποφασίστηκε πως το κάταγμα παγίδας το οποίο ήταν επώδυνο και ανάγκασε το θύμα να παραμείνει στο Νοσοκομείο για δύο ημέρες ήταν σοβαρός τραυματισμός της άνεσης του θύματος και, συνεπώς, βαριά σωματική βλάβη εν τη εννοία του άρθρου
  1. Κατηγορία με αρ.4 Αναφορικά με το αδίκημα της κατηγορίας υπ'αρ.4 δεν προσάχθηκε αξιόπιστη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος 1 επιτέθηκε στη Μ.Κ.3 και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Το ότι η Μ.Κ.3 έφερε τραύματα είναι παραδεκτό γεγονός, ωστόσο δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τα εν λόγω τραύματα προκλήθηκαν από τον Κατηγορούμενο
  2. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος στο αδίκημα της κατηγορίας υπ' αρ.2 και αθωώνεται και απαλλάσσεται στο αδίκημα της κατηγορίας υπ'αρ.
  3. Ο δε Κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στο αδίκημα της κατηγορίας υπ' αρ.
  4. (Υπ.) ............... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.