← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Η.Μ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8941/18, 30/7/2020

Δημοκρατία ν. Η.Μ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8941/18, 30/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2020:10 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Γ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8941/18 Δημοκρατία ν.

  1. Η.Μ.
  2. Ε.Γ.
  3. Y.I.D. Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - 30.07.2020 Για τη Δημοκρατία: κα Χρ. Κυθραίωτου Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενος 1: παρών Π Ο Ι Ν Η (Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 1) Το Κακουργιοδικείο Λεμεσού κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας βρήκε ένοχο σήμερα τον κατηγορούμενο 1 (που στο εξής θα αναφέρεται ως κατηγορούμενος), ηλικίας σήμερα 40 περίπου ετών σε σοβαρές κατηγορίες ως εμφαίνονται στην καταδικαστική μας απόφαση. Πιο σοβαρές βεβαίως είναι οι κατηγορίες που αφορούν σε απόπειρα φόνου δύο Αστυνομικών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Οι κατηγορίες έχουν ως νομική βάση το άρθρο 214(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 1 και 2). Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος είχε παραδεχτεί σε προγενέστερη ημερομηνία τις κατηγορίες 3 - 7 και 10 - 13 που αφορούν σε κατοχή, μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α και σε κατοχή, μεταφορά και χρήση εκρηκτικών υλών. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στις σοβαρές κατηγορίες της απόπειρας φόνου και σε άλλες, δεν συνιστά, σε καμιά περίπτωση, επιβαρυντικό παράγοντα. Εκεί όμως που υπάρχει παραδοχή, αυτή συνιστά μετριαστικό παράγοντα (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας

(2002)2 Α.Α.Δ. 28, Δημήτρης Βασιλείου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 110/14, απόφαση ημερομηνίας 15.06.2015 και Η.Ε. ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ. 137/18 (σχ. με 50/18), απόφαση ημερομηνίας 08.04.2020). Στην τελευταία αυτή απόφαση ποινή φυλάκισης 7 ετών που επιβλήθηκε, κατόπιν ακρόασης, σε κατηγορούμενο, για άλλο βεβαίως αδίκημα, αυξήθηκε σε 10 χρόνια. Τονίστηκε όμως πως η ποινή φυλάκισης των 7 ετών θα ήταν αρμόζουσα σε περίπτωση παραδοχής. Ο κατηγορούμενος εδώ είχε κάθε δικαίωμα να αρνηθεί τις κατηγορίες και το Δικαστήριο καθήκον να εξετάσει κατά πόσο αυτός διέπραξε τα αδικήματα που του καταλογίζονται. Τελικά το Δικαστήριο τον βρήκε ένοχο στις κατηγορίες για τις οποίες έγινε αναφορά πιο πάνω. Στις κατηγορίες που παραδέχθηκε και συνεργάστηκε με τις Αστυνομικές Αρχές, θα τον κρίνουμε με μεγαλύτερη επιείκεια. Το αδίκημα που αφορά σε απόπειρα φόνου είναι από τα πλέον σοβαρά αδικήματα, και αυτό αντανακλάται από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή, που είναι αυτή της φυλάκισης διά βίου. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου, τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για τη διενέργεια της εγκληματικής πράξης (βλ. Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930). Όσον αφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων, θεωρούμε σκόπιμο να παραπέμψουμε και στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, όπου στις σελίδες 402 - 403 λέχθηκαν τα ακόλουθα ενδιαφέροντα από τον αείμνηστο Ι. Πογιατζή: «Σχετικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο νόμος προνοεί για τη διάπραξή του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει στην κοινωνία και οι οποίες δυνατόν είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης.» Θα παραθέσουμε σε γενικές γραμμές τα γεγονότα όπως τα έχουμε βρει στην καταδικαστική μας απόφαση. Με οδηγίες του κατηγορούμενου διευθετείται συνάντηση μεταξύ του ιδίου και των κατηγορουμένων 2 και 3 σε όχημα ενοικιάσεως στον Ύψωνα της επαρχίας Λεμεσού. Εντός του αυτοκινήτου ενοικιάσεως, ο κατηγορούμενος ευρισκόμενος στα πίσω καθίσματα του αυτοκινήτου, κατέχει έμφορτο αυτόματο πυροβόλο όπλο το οποίο μάλιστα έχει ρυθμισμένο για να ρίχνει βολές κατά ριπάς. Σε κάποιο χρονικό σημείο, υπηρεσιακό όχημα της Αστυνομίας με οδηγό το Μ.Κ.3 και συνοδηγό το Μ.Κ.4, σταθμεύει πλησίον του αυτοκινήτου ενοικιάσεως για να διενεργήσουν στο αυτοκίνητο ενοικιάσεως συνήθη έλεγχο. Μόλις ο Μ.Κ.4 κατεβαίνει από το υπηρεσιακό όχημα και κάνει ένα, δύο τρία βήματα κατευθυνόμενος προς το αυτοκίνητο ενοικιάσεως, ο κατηγορούμενος χωρίς δεύτερη σκέψη πυροβολεί από μικρή απόσταση προς το μέρος του για να τον φονεύσει, και εξοντώσει έτσι το εμπόδιο στην παράνομη δραστηριότητα του. Ο κατηγορούμενος, τραυματίζει εξαιρετικά σοβαρά το Μ.Κ.4, ο οποίος κινδύνευσε να πεθάνει. Μάλιστα μεταφέρεται σε καταστολή στο Ισραήλ για θεραπεία. Ο τελευταίος, πριν σωριαστεί αιμόφυρτος στο έδαφος προλαβαίνει και ανταποδίδει τα πυρά με το υπηρεσιακό του πιστόλι. Ο κατηγορούμενος ούτε και τότε κάνει δεύτερες σκέψεις και συνεχίζει να πυροβολεί. Γνωρίζει πολύ καλά πως έχει στα χέρια του ένα ισχυρό έμφορτο πυροβόλο όπλο και συνεχίζει τη μάχη που ο ίδιος άρχισε. Πυροβολεί αδιακρίτως τόσο προς το μέρος του Μ.Κ.4 όσο και προς το μέρος του υπηρεσιακού οχήματος στο οποίο βρίσκεται στη θέση του οδηγού ο Μ.Κ.3. Ο τελευταίος οδηγεί το υπηρεσιακό όχημα σε μια προσπάθεια του να ανακόψει την πορεία του αυτοκινήτου ενοικιάσεως το οποίο προσπαθεί να απομακρυνθεί από το μέρος. Ο κατηγορούμενος όμως είναι αποφασισμένος για όλα. Συνεχίζει να πυροβολεί προς το υπηρεσιακό όχημα και ενόσω αυτό είναι εν κινήσει. Τραυματίζει και τον οδηγό, ευτυχώς λιγότερο σοβαρά, ο οποίος εγκαταλείπει την προσπάθεια ανακοπής. Τελικά ο κατηγορούμενος καταφέρνει να απομακρυνθεί αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες των παράνομων πράξεων του. Ακολούθως κρύβει επιμελώς το όπλο με το οποίο αποπειράθηκε να φονεύσει τους δύο Αστυνομικούς και αρνείται να παραδοθεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους. Για δύο ημέρες καταζητείται, για να συλληφθεί τελικά από την Αστυνομία στις 08.05.2018 κατόπιν επεισοδιακής καταδίωξης, ως λεπτομερώς περιγράφεται στην καταδικαστική μας απόφαση. Προκύπτει από τα πιο πάνω, πως οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, για τα οποία ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης δια βίου, είναι άκρως επιβαρυντικές για τον κατηγορούμενο και θα λέγαμε ότι η συγκεκριμένη υπόθεση είναι από τις σοβαρότερες του είδους με αποτέλεσμα τα αδικήματα της απόπειρας φόνου να καθίστανται εξαιρετικά σοβαρά. Η εν γένει συμπεριφορά του κατηγορούμενου στις 05.05.2018 δεν αντιστρατευόταν μόνο το έργο των Αστυνομικών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, οι οποίοι είναι όργανα του Νόμου και της Τάξης αλλά, δυστυχώς, συνιστούσε και πράξη που στόχευε στη θανάτωση τους οι οποίοι γλίτωσαν από ευτυχείς συγκυρίες, ίσως και από το γεγονός ότι ο Μ.Κ.4 Ε/Αστ. Γεωργίου (ως ήταν τότε) ανταπέδωσε νόμιμα τα πυρά με το υπηρεσιακό του πιστόλι. Για το τελευταίο αυτό θέμα θεωρούμε σκόπιμο να παραπέμψουμε στην Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 όπου λέχθηκε πως δεν συνιστά μετριαστικό παράγοντα «το γεγονός ότι αστυνομικός εκτελώντας υπό τις περιστάσεις το καθήκον του πυροβόλησε εναντίον των ληστών». Να σημειώσουμε εδώ ότι ο κατηγορούμενος πυροβόλησε πρώτος ενώ στην υπόθεση Ιωάννου (πιο πάνω) οι ληστές δεν χρησιμοποίησαν τα όπλα που κατείχαν. Εάν δε αναλογισθούμε και το κίνητρο του κατηγορουμένου, που ήταν να αποφύγει τις συνέπειες του Νόμου τόσο από την παράνομη κατοχή έμφορτου πυροβόλου όπλου, αυτόματο τυφέκιο AK47, KALASHNIKOV (το οποίο θα χρησιμοποιούσε για τη διάπραξη άλλων αδικημάτων), όσο και από το γεγονός ότι ήταν καταζητούμενο πρόσωπο για άλλα σοβαρά αδικήματα, τότε δεν μπορούμε παρά να πούμε ότι αυτός ενήργησε αδίστακτα και η συμπεριφορά του αποκαλύπτει άνθρωπο εξαιρετικά επικίνδυνο για το κοινωνικό σύνολο. Ο κατηγορούμενος με τις ενέργειες και τη συμπεριφορά του στις 05.05.2018, ουσιαστικά επιτέθηκε στους Φορείς Εξουσίας του Δικαίου. Είναι οι ίδιοι Φορείς οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την προστασία των δύο του παιδιών, του ιδίου και της οικογένειας του. Δυστυχώς, ο κατηγορούμενος από νεαρή ηλικία πήρε λάθος δρόμο με αποτέλεσμα να έχει στο ενεργητικό του πλούσια εγκληματική δράση. Παραδέχθηκε πως πριν από τη σύλληψη του και για μεγάλο χρονικό διάστημα (από το 2011 - 2012 περίπου μέχρι το 2016 περίπου), πωλούσε ναρκωτικά. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε με την προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, «εδούλευκα τζιαι λλίο μαριχουάνα, χόρτο». Διευκρίνισε πως αυτό το έκανε για να συντηρεί τα παιδιά του αφού «έφκαλλε» €70 - €100 την ημέρα. Στο παρελθόν υπήρξε και ο ίδιος χρήστης ναρκωτικών (χόρτο, crystal), αλλά, ως ανέφερε, τώρα δεν είναι. Αντιμαχόμενος το δίκαιο και την έννομη τάξη κατέχει παράνομα έμφορτο πυροβόλο τυφέκιο (KALASHNIKOV) το οποίο μετέφερε από τα κατεχόμενα στις ελεύθερες περιοχές. Κατέχει ακόμη εξαιρετικά μεγάλη ποσότητα εκρηκτικής ύλης, τύπου «SEMTEX Η» (βάρους 7 κιλών και 892 γραμμαρίων). Να αναφέρουμε εδώ ότι πρόκειται για εκρηκτική ύλη υψηλής ισχύος με ταχύτητα εκρήξεως 7400 μέτρα/δευτερόλεπτο, η οποία χρησιμοποιείται για επίγειες και υποβρύχιες εκρήξεις. Ο κατηγορούμενος ενίοτε δίδει και σε τρίτο πρόσωπο τέτοια εκρηκτική ύλη, όχι ευκαταφρόνητου βάρους, 700 γραμμαρίων, με τους κινδύνους που ενέχει μια τέτοια ενέργεια. Κατέχει ακόμη ηλεκτρικό πυροκροτητή, πυροσωλήνα στρατιωτικής χειροβομβίδας και 251 πλήρη φυσίγγια πυροβόλου όπλου. Σε θεληματική του κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, παραδέχθηκε πως είχε διαφορές με το Μ.Π. @ Χ. και με το φίλο του Χ., το Λ. @ Λ. Οι διαφορές αυτές αφορούσαν σε ναρκωτικά. Συγκεκριμένα, ως ο ίδιος ανέφερε, ο Χ. του «εγέλασε» σε μια δοσοληψία με ναρκωτικά που ήρθαν από τα κατεχόμενα, με αποτέλεσμα να χάσει το χρηματικό ποσό των €4.370. Περαιτέρω, ως ανέφερε, «οι Χ. και Λ. έμπαιναν μες τις δουλειές του στην Πάφο» αφού πωλούσαν ναρκωτικά σε πολύ χαμηλή τιμή, με αποτέλεσμα να χάσει αρκετούς πελάτες. Έτσι, για να τους εκδικηθεί δεν διστάζει να απαγάγει το Χ. και να ρίξει πυροβολισμούς στην οικία του με το KALASHNIKOV για να τον εκφοβίσει. Για να μην αποκαλυφθεί η εγκληματική του δραστηριότητα, τοποθετεί ύφασμα στο πυροβόλο όπλο για να μαζεύει τους κάλυκες. Η εγκληματική του δραστηριότητα έχει και συνέχεια. Κατασκευάζει βόμβα χρησιμοποιώντας εκρηκτική ύλη SEMTEX Η, και μποτίλια υγραερίου την οποία τοποθετεί σε αυτούς που θεωρεί εμπόδιο στην «επαγγελματική του δραστηριότητα» ή σε αυτούς που θέλει να εκδικηθεί. Η βόμβα εκρήγνυται και προκαλεί σημαντικές ζημιές τόσο στην οικία του Φ. και της Α. (εσωτερικά-εξωτερικά), όσο και σε παρακείμενη οικία αλλά και σε αυτοκίνητο. Τελικά, η εγκληματική του δράση κορυφώνεται στις 05.05.2018 με τις δύο απόπειρες φόνου που διέπραξε με έμφορτο KALASHNIKOV εναντίον δύο Αστυνομικών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Στην Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556 λέχθηκε ότι «Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεση της μέγιστο έγκλημα.». Εμείς, θα προσθέσουμε ότι το ίδιο ισχύει και για την απόπειρα αφαίρεσης της. Επαναλαμβάνουμε πως είναι από ευτυχείς συγκυρίες που ο κατηγορούμενος δεν αφαίρεσε τελικά τις δύο ανθρώπινες ζωές. Υπάρχει όμως άλλο ένα επιβαρυντικό στοιχείο εδώ στις απόπειρες φόνου, αφού ο κατηγορούμενος, ως ελέχθη, προσπάθησε να αφαιρέσει τη ζωή από δύο ανθρώπους οι οποίοι κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτελούσαν εντεταλμένη υπηρεσία ως όργανα της τάξης. Δυστυχώς, τα αδικήματα που στρέφονται εναντίον της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής του ανθρώπου, όχι μόνο δεν παρουσιάζουν κάμψη αλλά συνεχίζουν να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Αυτό άλλωστε φαίνεται και από τις αρκετές υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Στη Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, λέχθηκε πως η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την ανύψωση των ποινών. Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Hamisi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, απόφαση ημερομηνίας 05.10.2016, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον κ. Α.Ρ. Λιάτσο: «Πάγια νομολογιακή αρχή επιβεβαιώνει ότι επιβάλλεται η καταφυγή από τα δικαστήρια σε αυστηρότερες ποινές όταν διαπιστώνεται αυξητική τάση, επιμονή ή έξαρση στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων. Αυξητική τάση η οποία επιβεβαιώνεται μέσα από τον αριθμό των υποθέσεων που παρουσιάζονται ενώπιον του δικαστηρίου, στοιχείο που είναι σε θέση να γνωρίζει το ίδιο το δικαστήριο. Επομένως, όπως σημειώνεται και στην Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551, 557-558, «.. είναι επιτρεπτό για τα δικαστήρια να λαμβάνουν δικαστική γνώση της έξαρσης στην οποία βρίσκεται η διάπραξη αδικημάτων σε μια δεδομένη εποχή. Δικαστική δε γνώση, σημαίνει γνώση σε σχέση με την οποία δεν απαιτείται απόδειξη ή κατάδειξη με μαρτυρία ή άλλο τρόπο στοιχειοθέτησης. ... Συνάγεται, επομένως, ότι ένα ποινικό δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του χωρίς μαρτυρία, την έξαρση στην οποία βρίσκεται η διάπραξη ενός αδικήματος ή είδους αδικημάτων ως θέμα δικαστικής γνώσης, βασιζόμενο είτε στη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται οι υποθέσεις αυτής της φύσης ενώπιόν του, ή ενώπιον άλλων δικαστηρίων και του Εφετείου, καθώς και γενικότερα.» Πληθώρα αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσεως που ο κατηγορούμενος, στην παρούσα υπόθεση, διέπραξε. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Στην απόφαση Στέλιος Μαυρολουκά ν. Δημοκατίας Ποινική Έφεση 212/13, απόφαση ημερ. 05.02.2015, τονίστηκε ότι η προηγηθείσα νομολογιακή προσέγγιση είναι χρήσιμη προς την κατεύθυνση ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών λόγων, αλλά και καθορισμού του γενικότερου πλαισίου της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Παραπομπή σε δικαστικό προηγούμενο, ιδίως στις περιπτώσεις όπου επιβάλλεται ποινή φυλάκισης, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα και εξαλείφει την οποιανδήποτε υπόνοια για αυθαιρεσία ή τυχόν αίσθημα αδικίας του καταδικασθέντα. Στην Αναστασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. σελ. 492, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε κατηγορία απόπειρας φόνου. Το Κακουργιοδικείο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 13 ετών. Ο κατηγορούμενος εφεσίβαλε και την ποινή ως «κραυγαλέα υπερβολική». Επικαλέστηκε την υπόθεση Ονησίλλου (πιο πάνω), όπου εκεί επιβλήθηκε για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας ποινή φυλάκισης 15 ετών. Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση ανέφερε τα ακόλουθα: «Η υπόθεση Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556, την οποία επικαλέσθηκε ο δικηγόρος του εφεσείοντος, όπου το Εφετείο επέβαλε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε ετών για ανθρωποκτονία, διαφοροποιείται από την περίπτωση του εφεσείοντος. Εκεί, η εγκληματική ενέργεια του εφεσείοντος, η οποία τον οδήγησε να σκοτώσει τη φίλη του, είχε ως γενεσιουργό αιτία την έντονη συζήτηση την οποία είχαν μεταξύ τους, στα πλαίσια της οποίας το θύμα γνωστοποίησε στον εφεσείοντα την πρόθεση άμεσης διακοπής του δεσμού τους αντιδρώντας αρνητικά στις παρακλήσεις του να του δώσει "πίστωση χρόνου". Εδώ, ο εφεσείων ενήργησε εντελώς απρόκλητα.» Στη Wasel ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 682, ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν λευκού ποινικού μητρώου, βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε κατηγορίες που αφορούσαν σε απόπειρα φόνου και σε πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Στην κατηγορία της απόπειρας φόνου του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 14 ετών. Ο κατηγορούμενος εφεσίβαλε την ποινή ως έκδηλα υπερβολική. Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση ανέφερε τα ακόλουθα: «Υποβάλλεται εισήγηση ότι η ποινή φυλάκισης των 14 ετών στην κατηγορία της απόπειρας φόνου είναι έκδηλα υπερβολική. Ενόψει των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών του εφεσείοντα και του γεγονότος ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη τους πιο πάνω παράγοντες τους οποίους στάθμισε με την εγγενή σοβαρότητα των αδικημάτων, την προμελετημένη και καλά σχεδιασμένη ενέργεια των δραστών, τον βάναυσο τρόπο εκτέλεσης του εγκλήματος και τα σοβαρά κατάλοιπα στην υγεία των θυμάτων. Παράλληλα το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη και τον παράγοντα της αποτροπής ο οποίος καθηκόντως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο σε ιδιαίτερα σοβαρές υποθέσεις, όπως η παρούσα και σταθερά να αποστέλλεται το μήνυμα ότι οι εγκληματίες οι οποίοι αδίστακτα είναι έτοιμοι να αφαιρέσουν ακόμα και τη ζωή συνανθρώπου τους πρέπει να τιμωρούνται παραδειγματικά. Δεν έχουμε διακρίνει οποιοδήποτε σφάλμα αρχής στην επιμέτρηση της ποινής ούτε συμμεριζόμαστε την άποψη ότι η ποινή είναι έκδηλα υπερβολική.» Στην Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 560, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας για απόπειρα φόνου του Δικαστή Μαυρονικόλα και της θυγατέρας του Μαρίνας. Πρωτόδικα του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 ετών. Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση του κατηγορουμένου κατά της ποινής, ανέφερε πως το Κακουργιοδικείο έδωσε την δέουσα βαρύτητα στις προσωπικές του συνθήκες γι' αυτό και δεν του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δια βίου. Θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: «Το Κακουργιοδικείο έδωσε την πρέπουσα βαρύτητα στις προσωπικές του συνθήκες, άλλως δεν θα είχε νόημα η επιβολή ποινής που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, δηλαδή ποινής άλλης από εκείνης της φυλάκισης δια βίου. Το έγκλημα που διέπραξε ο Ανδρέας Ονουφρίου είναι φρικαλέο. Επεδίωξε το θάνατο δύο ανθρώπων εμφορούμενος από τα πιο ευτελή κίνητρα. Η σοβαρότητα του εγκλήματός του δεν περιορίζεται ως εκεί. Επεκτείνεται σε υπονόμευση του βάθρου της Πολιτείας. Ο εφεσείων δυναμίτισε το θεμέλιο της Δικαιοσύνης, το συνεκτικό ιστό της κοινωνίας, τον πυρήνα της κοινωνικής οργάνωσης.» Στην Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/2015, απόφαση ημερομηνίας 12.06.2019, το Εφετείο επικύρωσε διαδοχικές ποινές φυλάκισης συνολικού ύψους 20 ετών που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο για δύο απόπειρες φόνου και για άλλα ποινικά αδικήματα. Συγκεκριμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιβάλει 10ετή ποινή φυλάκισης σε κάθε κατηγορία απόπειρας φόνου και διέταξε όπως οι ποινές είναι διαδοχικές. Κατέστησε σαφές πως αν δεν είχε να εξετάσει θέμα επιβολής διαδοχικών ποινών, οι ποινές που θα επέβαλλε στον κατηγορούμενο στις απόπειρες φόνου, θα ήταν αυστηρότερες. Σημειώνεται ακόμη ότι στην εν λόγω υπόθεση ουδείς είχε τραυματιστεί, εν αντιθέσει με εδώ. Το Εφετείο ανέφερε πως το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει παραδεχθεί τα αδικήματα που διέπραξε και το γεγονός ότι είχε βεβαρημένο ποινικό μητρώο, του στέρησε την επιείκεια που θα μπορούσε να είχε. Σοβαρές είναι και οι κατηγορίες που αφορούν σε κατοχή, χρήση και μεταφορά έμφορτου πυροβόλου όπλου. Το ίδιο ισχύει και για τις κατηγορίες που αφορούν σε εκρηκτικές ύλες, κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε και βρέθηκε ένοχος. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Chrony
(2006)2 Α.Α.Δ. 117, ο κατηγορούμενος, νεαρός Ουκρανός, κατείχε παράνομα τυφέκιο και δυο σφαίρες του διαμετρήματος του τυφεκίου. Πρωτόδικα του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 μηνών μετά από ακροαματική διαδικασία. Το Εφετείο θεώρησε ότι η ποινή των 10 μηνών απέληγε να ήταν «όχι μόνο ούτε απομακρυσμένα άκρως επιεικής αλλά βοερά ανεπαρκής ως εντελώς έξω από τα ορθά πλαίσια, όσο πλατιά και αν προσπαθήσει κάποιος να τα δει». Τελικά αντικατέστησε την ποινή των 10 μηνών με ποινή φυλάκισης 4 ετών, με το σκεπτικό ότι «Η κατοχή πυροβόλου όπλου, και μάλιστα και πυρομαχικών, συνιστά εν δυνάμει κίνδυνο περαιτέρω σοβαρής παρανομίας και απειλής». Στη δική μας περίπτωση οι κίνδυνοι από την κατοχή έμφορτου πυροβόλου όπλου, πήραν σάρκα και οστά αφού ο κατηγορούμενος με αυτό επεδίωξε να φονεύσει δύο αστυνομικούς κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Στην Πέγκερος ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143, ο κατηγορούμενος ήταν λοχίας στην Αστυνομική Δύναμη. Κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακρόασης, σε μια κατηγορία που αφορούσε σε κατοχή εκρηκτικής ύλης τύπου «SEMTEX H». Η ποσότητα ήταν μόλις 195 γραμμάρια. Στη δική μας περίπτωση πλησιάζει τα 8 κιλά. Και εκεί λέχθηκε ότι η εν λόγω εκρηκτική ύλη είναι η πλέον ισχυρή εκρηκτική ύλη. Ο κατηγορούμενος ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών αφού λήφθηκε εις βάρος του και η αστυνομική του ιδιότητα. Εδώ, επαναλαμβάνουμε, ο κατηγορούμενος κατείχε μαζί με την εκρηκτική ύλη SEMTEX H, ηλεκτρικό πυροκροτητή, πυροσωλήνα στρατιωτικής χειροβομβίδας και 251 πλήρη φυσίγγια πυροβόλου όπλου. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου πως τα εκρηκτικά του τα έδωσαν κάποιοι Τούρκοι επειδή του όφειλαν χρήματα για να τα πωλήσει «και πιάσει πίσω τα χρήματα του». Με άλλα λόγια παραδέχθηκε πως θα διοχέτευε σε τρίτα πρόσωπα έναντι αμοιβής τις εν λόγω εκρηκτικές ύλες με τους απρόβλεπτους κινδύνους που ενέχει μια τέτοια ενέργεια. Τέλος, ιδιαίτερα σοβαρά είναι και τα αδικήματα που αφορούν σε τοποθέτηση βόμβας (εκρηκτικών υλών), σε κακόβουλη ζημιά σε περιουσία και σε απαγωγή, αδικήματα που επίσης διέπραξε ο κατηγορούμενος. Με οδηγίες του Δικαστηρίου έχει ετοιμαστεί έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με την κοινωνικοοικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε αυτολεξεί: «Ο κ. Η.Μ. γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λεμεσό και είναι ο μεγαλύτερος από 4 αδέλφια. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν 8 ετών και έκτοτε δεν διατηρεί οποιαδήποτε επαφή με τον πατέρα του. Η μητέρα, η οποία εργαζόταν ως κομμώτρια προχώρησε σε δεύτερο γάμο. Όπως ο ίδιος αναφέρει, ο πατριός του ουδέποτε τον αποδέχτηκε, ασκούσε φυσική και ψυχολογική βία με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει την οικογένεια του σε ηλικία 14 ετών. Για μεγάλο διάστημα ήταν άστεγος, διέμενε σε εγκατελειμμένα κτίρια, νεκροταφεία και ταράτσες βιώνοντας τη σκληρή καθημερινότητα. Οι σχέσεις με τα μέλη της οικογένειας του δεν περιγράφονται καλές. Φοίτησε μέχρι τη Β' Γυμνασίου και στη συνέχεια στην Τεχνική Σχολή για περίπου 6 μήνες στον κλάδο μηχανικών. Δεν ολοκλήρωσε τη φοίτηση του λόγω της δύσκολης οικονομικής του κατάστασης. Από την ηλικία των 14 ετών άρχισε να εργάζεται ως υδραυλικός, οικοδόμος και φρουρός ασφαλείας σε νυχτερινά κέντρα. Σύμφωνα με τον ίδιο, είχε καταβάλει προσπάθειες να εργοδοτηθεί στη δημόσια υπηρεσία (ταχυδρομείο, δημαρχείο). Όπως ισχυρίζεται και ζητά να καταγραφεί «Ζητούσα επίμονα να εργαστώ σε διάφορους κυβερνητικούς οργανισμούς και μου έκλειναν τις πόρτες, ενώ την ίδια ώρα προσλάμβαναν άτομα τα οποία είχαν γνωριμίες. Ζητούσα επίσης δάνειο για να αγοράσω σπίτι όταν η γυναίκα μου ήταν έγκυος και με απέρριψαν. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να νοιώσω απελπισία και να οδηγηθώ σε παράνομες δραστηριότητες. Η ίδια η κυβέρνηση με οδήγησε σε αυτό». Από την ηλικία των 30 ετών μέχρι και τη σύλληψη του εργαζόταν σε νυχτερινά κέντρα όπως αναφέρει. Άρχισε χρήση ουσιών σε ηλικία 30 ετών αλλά αναφέρεται ότι είναι πια καθαρός και συμμετέχει στο πρόγραμμα απεξάρτησης των φυλακών. Το 2010 γνώρισε τη συμβία του με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, το μικρότερο από τα οποία βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού και υποβάλλεται σε καθημερινές θεραπείες. Το ζεύγος στην παρούσα φάση βρίσκεται σε διάσταση αλλά υπάρχει επικοινωνία με τα παιδιά τα οποία τον επισκέπτονται συστηματικά στο χώρο των φυλακών μαζί με τη μητέρα τους. Τον ανησυχεί η κατάσταση του μικρότερου του παιδιού το οποίο δεν μιλά και επιθυμεί όπως συμβάλει στη μετάβαση του παιδιού του στο εξωτερικό για θεραπείες. Παρουσιάζει όπως αναφέρει, πέτρα στη χολή και αναμένει να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις.» Έχουμε καθήκον να λάβουμε υπόψη και λαμβάνουμε υπόψη και τις οικογενειακές, προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής (Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 221). Την ίδια στιγμή γνωρίζουμε τη Νομολογία που υποδεικνύει ότι σε περιπτώσεις όπου έχουν διαπραχθεί σοβαρής φύσεως αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση, όπως εδώ, οι προσωπικές περιστάσεις των παραβατών έχουν περιορισμένο ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής αφού δεν πρέπει να εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής σε τέτοιου είδους υποθέσεις (Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Γνωρίζουμε ακόμη πως «Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη.» (Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135). Δεν αγνοούμε ότι ο κατηγορούμενος είναι πατέρας δύο ανήλικων παιδιών, και ότι το ένα από αυτά έχει σοβαρό πρόβλημα υγείας. Δεν αγνοούμε ούτε τις συνέπειες που θα έχει η ποινή φυλάκισης στα παιδιά του, και ιδίως σ' αυτό που έχει σοβαρό πρόβλημα υγείας. Στην υπόθεση Celik and Others ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 391, 394, οι κατηγορούμενοι ήταν προστάτες πολυμελών οικογενειών και το Εφετείο δεν επενέβη στο ύψος της επιβληθείσας ποινής. Το ίδιο έγινε και στην υπόθεση Μακρή ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 42 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 47: «Δεν ευσταθεί ούτε το επιχείρημα, ότι δεν τονίστηκαν στο δικαστήριο οι επιπτώσεις στην αλλοδαπή σύζυγό του και στο μικρό βρέφος, από τυχόν φυλάκιση του Εφεσείοντος. Από τη στιγμή που η ύπαρξη των δύο μελών της οικογένειας του Εφεσείοντος αναφέρθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο, το θέμα ήταν υπόψη του δικαστηρίου και αξιολογήθηκε μέσα στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής.» Ο κατηγορούμενος δήλωσε στη λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας και έχει καταγραφεί μετά από δική του απαίτηση στην έκθεση που ετοιμάστηκε, πως ζήτησε επίμονα στο παρελθόν να εργοδοτηθεί σε κυβερνητικούς οργανισμούς, οι οποίοι του έκλειναν τις πόρτες ενώ ταυτόχρονα προσελάμβαναν άτομα που είχαν γνωριμίες. Δεν αμφισβητούμε βεβαίως τις πιο πάνω θέσεις του, όμως θα πρέπει να πούμε το αυτονόητο πως σε καμιά περίπτωση τα πιο πάνω δεν δικαιολογούν εγκληματική συμπεριφορά και δεν είναι ορθό ο κατηγορούμενος να επιρρίπτει την ευθύνη «στην ίδια την κυβέρνηση» για τα πολλά και σοβαρά εγκλήματα που ο ίδιος διέπραξε επειδή δεν τον διόρισε σε κυβερνητικό οργανισμό. Ο κατηγορούμενος, δυστυχώς, είχε δύσκολα παιδικά χρόνια και δεν μεγάλωσε μέσα σε ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον. Θα δώσουμε κάποια βαρύτητα και σε αυτόν τον παράγοντα. Από την άλλη όμως, θα πρέπει να επαναλάβουμε αυτά που είπε ο αείμνηστος Σ. Νικήτας στην υπόθεση Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77, ότι δηλαδή η δυστυχία που πλήττει ένα άνθρωπο στην παιδική του ηλικία δεν αποτελεί μόνιμη ασπίδα κατά της παρανομίας. Λαμβάνουμε υπόψη όσα ανέφερε ο κ. Σιαηλής με την εμπεριστατωμένη αγόρευσή του. Θα δώσουμε βαρύτητα και στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ευθύς εξ αρχής μετά τη σύλληψη του ότι κατείχε παράνομα και χρησιμοποίησε παράνομα το έμφορτο πυροβόλο όπλο. Έδωσε βεβαίως δικαιολογίες οι οποίες έχουν καταρριφθεί από το Κακουργιοδικείο. Συνεργάστηκε ακόμη στο να εντοπιστεί το εν λόγω όπλο καθώς και οι εκρηκτικές ύλες. Δεν αγνοούμε ούτε τις απολογίες του κατηγορουμένου, κυρίως προς τον Μ.Κ.4 τον οποίο τραυμάτισε εξαιρετικά σοβαρά. Κάποια βαρύτητα θα δώσουμε και στο χρόνο που έχει διαρρεύσει από την ημερομηνία διάπραξης των σοβαρών αδικημάτων. Ως ελέχθη, σε ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα όπως αυτά που διέπραξε στις 05.05.2018 ο κατηγορούμενος, οφείλουμε να αποδώσουμε βαρύνουσα σημασία στο στοιχείο της αποτροπής. Για το θέμα αυτό θεωρούμε σκόπιμο να παραπέμψουμε στην υπόθεση Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 176/18 (Σχ.202/18), απόφαση ημερομηνίας 11.01.2019 όπου το Εφετείο αυξάνοντας την ποινή φυλάκισης που επέβαλε το Κακουργιοδικείο από 10 σε 15 χρόνια για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας στον 73χρονο παιδοκτόνο, τόνισε τα ακόλουθα: «Εν κατακλείδι, κρίνουμε πως το Κακουργιοδικείο παρέλειψε αφενός να αποδώσει βαρύνουσα σημασία στο στοιχείο της αποτροπής που είναι αναγκαία και επιτακτική λόγω της ιδιαίτερης σοβαρότητας του εγκλήματος, τόσο ως προς την ίδια τη φύση του, όσο και ως προς την βιαιότητα και την αναλγησία που χαρακτηρίζει τη διάπραξή του και αφετέρου να επιμετρήσει την ποινή υπό το πρίσμα της πραγματιστικής θεώρησης όπως εξηγήθηκε ανωτέρω. Το αποτέλεσμα ήταν όντως να δοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στο θέμα της ηλικίας και οι προσωπικές περιστάσεις να αναδειχθούν σε ουσιώδη και καθοριστικό παράγοντα.» Ελέχθη από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ο κατηγορούμενος έχει μία προηγούμενη καταδίκη που αφορά σε ναρκωτικές και άλλες ουσίες, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν αρκετά χρόνια πριν, και συγκεκριμένα το 2013. Καταδικάστηκε, κατόπιν παραδοχής του, στις 14.01.2020 και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης η μεγαλύτερη εκ των οποίων ήταν δύο μήνες. Γνωρίζουμε τη νομολογία που αφορά στο πώς πρέπει να προσεγγίζονται οι προηγούμενες καταδίκες ενός κατηγορουμένου, αφού είναι γνωστό ότι ουδείς τιμωρείται δύο φορές για το ίδιο αδίκημα. Αφού λάβαμε υπόψη τη φύση των αδικημάτων και την ημερομηνία που αυτά έχουν διαπραχθεί, αποφασίσαμε να δώσουμε πολύ μικρή βαρύτητα στην προηγούμενη του καταδίκη. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ο καθορισμός της ποινής είναι δικό μας έργο. Έχουμε προβληματιστεί όχι για το είδος της ποινής αλλά για το ύψος της. Εδώ, ο κατηγορούμενος με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του έδειξε πως όχι μόνο δεν σέβεται την ανθρώπινη ζωή, αλλά ότι είναι έτοιμος να την αφαιρέσει ανά πάσα στιγμή από οποιονδήποτε ήθελε σταθεί εμπόδιο στην παράνομη δραστηριότητα του. Αποπειράθηκε να φονεύσει με έμφορτο πυροβόλο όπλο δύο ανθρώπους, μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου οι οποίοι έτυχε τη δεδομένη στιγμή να ασκούν τα καθήκοντα που τους ανέθεσε η Πολιτεία. Ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να αποφύγει τις συνέπειες του Νόμου ήταν έτοιμος για όλα. Πυροβολεί, με ριπές, από τα πίσω καθίσματα του αυτοκινήτου ενοικιάσεως τους δύο αστυνομικούς τους οποίους και τραυματίζει, τον ένα εξαιρετικά σοβαρά αφού αυτός δέχτηκε σφαίρα στη δεξιά πλευρά, η οποία τραυμάτισε τον δεξιό του πνεύμονα και το συκώτι. Η σφαίρα βγήκε από την πλάτη του. Παρουσίασε ακατάσχετη αιμορραγία με αποτέλεσμα να του αφαιρεθεί το 40% του συκωτιού του για να μπορέσει να ελεγχθεί η αιμορραγία και αντιμετωπιστούν έτσι τα υπόλοιπα τραύματα του. Ως ελέχθη, κινδύνευσε να πεθάνει. Ευτυχώς σήμερα δεν αντιμετωπίζει ιδιαίτερα προβλήματα υγείας. Ο κατηγορούμενος πυροβολεί και το αστυνομικό όχημα. Σταμάτησε να πυροβολεί μόνο όταν κατάφερε να διαφύγει. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «σταμάτησα να πυροβολώ γιατί είδα ότι μπόρεσα να φύγω ας πούμε». Οι βολίδες διαπερνούν σχεδόν εξ επαφής το γυαλί του ανεμοθώρακα του οχήματος ενοικιάσεως και χωρίς να εξοστρακιστούν χτυπούν απευθείας πάνω στο στόχο τους. Ο τρόπος και η άκρως επικίνδυνη αποφασιστικότητα με την οποία πυροβολούσε, και μάλιστα από μικρή απόσταση, τους δύο Αστυνομικούς και το όχημα τους με πρόθεση να τους φονεύσει, προκαλεί φρίκη. Έχοντας μάλιστα ενώπιον μας και τα άλλα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος, επαναλαμβάνουμε για άλλη μια φορά ότι αυτός είναι άτομο εξαιρετικά επικίνδυνο με αποτέλεσμα ο εγκλεισμός του στη φυλακή για μεγάλο χρονικό διάστημα να είναι απαραίτητος για την προστασία της κοινωνίας. Ο κατηγορούμενος είπε και επανέλαβε αρκετές φορές ενώπιον μας ότι μετά τη σύλληψη του αποφάσισε να εγκαταλείψει το δρόμο της παρανομίας και να γίνει νομοταγής πολίτης. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «θέλω να αλλάξω ζωή, να κάνω καινούρια ζωή να βγω να πάω να δουλέψω να πάρω την κόρη μου για θεραπείες». Παρόμοια πρόθεση εκφράστηκε από τον κατηγορούμενο και στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, 116. Το Εφετείο σημείωσε σχετικά: «Ο κατηγορούμενος διακήρυξε την πρόθεση του να αποζημιώσει τα θύματα των αδικημάτων πού διέπραξε και να αλλάξει ζωή. Αυτό είναι το καθήκον του και πρέπει να δεί ότι θα το επιτελέσει για το καλό το δικό του και του κοινωνικού συνόλου.» Εμείς ευχόμαστε να τηρήσει την υπόσχεση που έδωσε στα παιδιά του και στον εαυτό του, και συνάμα του υπενθυμίζουμε ότι η καλή διαγωγή και ο σεβασμός στους Νόμους ακόμη και από τις φυλακές αμείβεται με μείωση, αναστολή και μετατροπή των ποινών που επιβάλλουν τα Κυπριακά Δικαστήρια. Ως ελέχθη, ο Νόμος για τα αδικήματα της απόπειρας φόνου, προβλέπει ποινή φυλάκισης δια βίου. Για το πότε πρέπει να επιβάλλεται τέτοια ποινή παραπέμπουμε στην υπόθεση Pernell κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1998)2 Α.Α.Δ. 417 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ενδιαφέροντα στις σελίδες 431-433 από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική: «Όπως αναφέρεται στην Attorney-General's Reference No. 32 of 1996
(1996)Crim.L.R. 917, το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο, υπό το φως του συνόλου των γεγονότων, "... it appeared that the offender was likely to represent a serious danger to the public for an indeterminate time". (Ελεύθερη μετάφραση: "... όταν ο παραβάτης φαίνεται, κατά λογική πρόβλεψη, να παριστάνει σοβαρό κίνδυνο για το κοινό, για ακαθόριστο χρόνο".) Η πρώτη αγγλική απόφαση, στην οποία γίνεται ο συσχετισμός μεταξύ της ποινής ισόβιας κάθειρξης και των κινδύνων που εγκυμονεί η απόλυση του καταδικασθέντος για το κοινό, είναι η Rowland Jack Forster Hodgson 52 Cr. App. R. 113. Η αρχή που υιοθετείται έτυχε εφαρμογής σε μεγάλο αριθμό μεταγενέστερων αποφάσεων - (βλ., μεταξύ άλλων Wilkinson 5 Cr. App. R. (S.) 105· De Havilland 5 Cr.App.R.(S.) 109· Attorney-General's Reference No. 76 of 1996
(1996)Crim.L.R. 670). Και στην Κύπρο, όπως αποκαλύπτει η νομολογία, συνυπολογίζονται οι κίνδυνοι, που ενέχει για το κοινό η απόλυση του καταδικασθέντος, στην επιβολή του ανωτάτου ορίου ποινής που προβλέπει ο νόμος. Στην Kyriacos Georghiou Kakouris v. The Police
(1972)2 C.L.R. 42, ο Τριανταφυλλίδης, Π., εκδίδοντας την απόφαση του Εφετείου, ανέφερε τα ακόλουθα, ως προς το πότε είναι παραδεκτή η επιβολή της ανώτατης ποινής:- (σελ. 44) "Indeed, such a sentence could have been imposed only if all hope of reforming the Appellant and protecting society from him, by any lesser period of imprisonment, had been lost; ..." (Ελεύθερη μετάφραση: «Πράγματι, τέτοια ποινή (νοείται το ανώτατο όριο) μπορούσε να είχε επιβληθεί μόνο εάν κάθε ελπίδα για αναμόρφωση του Εφεσείοντα και προστασία της κοινωνίας από τον ίδιο, με την επιβολή οποιασδήποτε χαμηλότερης ποινής φυλάκισης, είχε εκλείψει. ...») Όπως αναφέραμε στην Antoniou v. Police
(1983)2 C.L.R. 319, διακρίνονται δύο περιπτώσεις, στις οποίες δικαιολογείται η επιβολή του ανώτατου ορίου ποινής, το οποίο προβλέπει ο νόμος:- (σελ. 323) "When the nature of the crime is such as to call for exceptional measures of deterrence in the interest of social order firstly and secondly whenever the criminal record of the accused is such as to shun all hope of reform. In other words whenever the past record of the accused makes him an irredeemable recidivist." (Ελεύθερη μετάφραση: «Όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια, ώστε να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, πρώτο, και δεύτερο, οποτεδήποτε το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι τέτοιο, ώστε να αποκλείει κάθε ελπίδα αναμόρφωσης. Με άλλα λόγια, οποτεδήποτε το μητρώο του κατηγορουμένου τον αποκαλύπτει ως αδιόρθωτο καθ' έξιν εγκληματία.») Στη δεύτερη περίπτωση, οδηγό αποτελεί η Kyriacos Georghiou Kakouris v. The Police (ανωτέρω). Στην Antoniou v. Police (ανωτέρω), τονίζεται ότι τα δικαστήρια είναι, γενικά, απρόθυμα να διαγράψουν νεαρά πρόσωπα, εκτός εάν κάθε ελπίδα για αναμόρφωσή τους έχει εκλείψει. Προκύπτει από την Antoniou v. Police (ανωτέρω), ότι μπορεί να επιβληθεί το ανώτατο όριο ποινής, το οποίο προβλέπει ο νόμος, ανεξάρτητα από τους κινδύνους που εγκυμονεί για το κοινό η απόλυση του καταδικασθέντος σε μελλοντικό στάδιο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις· εκείνες στις οποίες η φύση του εγκλήματος είναι τόσο σοβαρή και η ανάγκη για την αποτροπή επανάληψής του από τον ίδιο ή άλλους στον κοινωνικό χώρο τόσο μεγάλη, ώστε να δικαιολογείται η υιοθέτησή του.» Στην πιο πάνω υπόθεση το Εφετείο αφού έλαβε υπόψη του τα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιον του και ιδιαίτερα το νεαρό της ηλικίας των κατηγορουμένων, σε συνδυασμό με το λευκό τους ποινικό μητρώο, αποφάσισε να αντικαταστήσει την ποινή φυλάκισης δια βίου με ποινή φυλάκισης 25 ετών. Αποφασίσαμε να αποφύγουμε την ποινή φυλάκισης δια βίου αφού λάβαμε υπόψη μας την ηλικία και τις οικογενειακές-προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, στις οποίες έκανε αναφορά ο ευπαίδευτος συνήγορος του. Τα πολλά και σοβαρά αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε, δεν πηγάζουν από το ίδιο επεισόδιο αλλά από διαφορετικά. Ούτε βεβαίως είναι ομοειδή. Ως εκ τούτου, δικαιολογείται η επιβολή διαδοχικών ποινών. Γνωρίζουμε βεβαίως πως στο τέλος η συνολική ποινή δεν θα πρέπει να είναι υπερβολική. Παραπέμπουμε στην Παπασυμεού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 523, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 529 και 530: «Όσον αφορά την απόφαση του Κακουργιοδικείου όπως η ποινή φυλάκισης 3 χρόνων που επέβαλε στον εφεσείοντα για την κατοχή πυροβόλου όπλου, είναι συνεχόμενη με την ποινή φυλάκισης 7 χρόνων, που του επέβαλε για την καλλιέργεια, κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια των 205 φυτών κάνναβης, θεωρούμε ότι αυτή είναι, επίσης, ορθή και δεν παραβιάζει την αρχή της συνολικότητας της ποινής. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, διαδοχικές ποινές δεν πρέπει να επιβάλλονται σε κατηγορίες που συνιστούν ενιαία συμπεριφορά. Στην αντίθετη περίπτωση, δικαιολογείται η επιβολή διαδοχικών ποινών, νοουμένου ότι το σύνολό τους είναι ανάλογο με τη σοβαρότητα των επιμέρους κατηγοριών. (Βλ., μεταξύ άλλων, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323 και Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421). Στην περίπτωση του εφεσείοντος, είναι ξακάθαρο ότι τα αδικήματα της κατοχής πυροβόλου όπλου, αφενός, και της καλλιέργειας, κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια 205 φυτών κάνναβης, αφετέρου, είναι εντελώς διαφορετικά και δεν συνιστούν ενιαία εκ μέρους του συμπεριφορά. Αντίθετα, συνιστούν δύο διαφορετικές και ανεξάρτητες συμπεριφορές. Περαιτέρω, το σύνολο των δύο ποινών, ήτοι η δεκαετής φυλάκιση, δεν θεωρούμε ότι παραβιάζει την αρχή της συνολικότητας της ποινής. Συνακόλουθα, η δεκαετής σωρευτική ποινή που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, με κανένα τρόπο, ως έκδηλα υπερβολική.» Στην Κέρκης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 433 εξετάστηκε και πάλι το θέμα της επιβολής διαδοχικών ποινών. Στις σελίδα 439 και 440 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Το θέμα της επιβολής διαδοχικών ποινών απασχόλησε κατ' επανάληψη το Ανώτατο Δικαστήριο. Στη Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, γίνεται αναφορά σε αγγλική νομολογία, όπου παρέχονται για το ζήτημα αυτό κατευθυντήριες γραμμές. Βασική αρχή είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές για κατηγορίες που, ουσιαστικά, αποτελούν μέρος μιας ενιαίας συμπεριφοράς και τούτο, για να μην οδηγείται η συνολική ποινή που επιβάλλεται σε υπερβολή. Ταυτόχρονα, το σύνολο των διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται πρέπει να είναι ανάλογο με τη σοβαρότητα των επί μέρους κατηγοριών. Με άλλα λόγια, η συνολική ποινή δεν πρέπει να είναι υπερβολική - (βλ. Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443).» Καθιστούμε σαφές πως αν δεν είχαμε να εξετάσουμε θέμα επιβολής διαδοχικών ποινών, οι ποινές που θα επιβάλλαμε στον κατηγορούμενο θα ήταν αυστηρότερες. Κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές, τις οποίες και επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο: Ξεκινούμε με το επεισόδιο στον Ύψωνα της επαρχίας Λεμεσού που έλαβε χώρα στις 05.05.
  1. Πρόκειται για τις κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5, 6 και
  2. Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 13 ετών. Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 13 ετών. Στις κατηγορίες 3, 4, 5, 6 και 7 δεν επιβάλλουμε ποινή αφού τα γεγονότα αυτών ουσιαστικά εμπεριέχονται στα γεγονότα της 1ης και 2ης κατηγορίας, στις οποίες ήδη έχουμε επιβάλει ποινή (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 34). Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης του επεισοδίου στον Ύψωνα της επαρχίας Λεμεσού να συντρέχουν (κατηγορίες 1 και 2). Συνεχίζουμε με την παράνομη δραστηριότητα του κατηγορούμενου στην τοποθεσία «Κουντουριές» του χωριού Αγίου Μάμα, της επαρχίας Λεμεσού. Πρόκειται για τις κατηγορίες 10, 11, 12 και
  1. Εδώ, ο κατηγορούμενος κατείχε παράνομα στις 08.05.2018 εκρηκτικές ύλες, ως λεπτομερώς περιγράφονται στις κατηγορίες. Αφού λάβαμε υπόψη το σύνολο των εκρηκτικών υλών που ο κατηγορούμενος κατείχε στις 08.05.2018, αποφασίσαμε να επιβάλουμε ποινή μόνο στην κατηγορία που αφορά στην εκρηκτική ύλη «SEMTEX H», βάρους 7 κιλών και 892 γραμμαρίων (11η κατηγορία). Δεν επιβάλλουμε ποινή ούτε στην κατηγορία 40 που αφορά και πάλι σε εκρηκτική ύλη «SEMTEX Η», βάρους 700 γραμμαρίων, που ο κατηγορούμενος έδωσε εντός του έτους 2016 σε τρίτο πρόσωπο. Ως ελέχθη η εν λόγω εκρηκτική ύλη «SEMTEX H» είναι μια εξαιρετικά ισχυρή εκρηκτική ύλη η οποία χρησιμοποιείται για επίγειες και υποβρύχιες εκρήξεις. Το βάρος αυτής είναι εξαιρετικά μεγάλο. Μάλιστα, ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να πωλήσει την εν λόγω εκρηκτική ύλη, με τους κινδύνους που εγκυμονεί κάτι τέτοιο. Αφού λάβαμε υπόψη την παραδοχή του και τη συνεργασία του στην εξιχνίαση των πιο πάνω αδικημάτων, κρίνουμε ως αρμόζουσα την ποινή φυλάκισης των 3 ετών την οποία και του επιβάλλουμε στην 11η κατηγορία. Ουδεμία ποινή στις κατηγορίες 10, 12 και
  2. Η πιο πάνω ποινή των 3 ετών θα είναι διαδοχική των ποινών των 13 ετών για τις οποίες έγινε αναφορά πιο πάνω. Όσον αφορά στις κατηγορίες 14, 16, 17, 18, 19 και 20 που αφορούν στο Μ.Π. @ Χ., αποφασίσαμε να επιβάλουμε και επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 2 ετών μόνο στην 18η κατηγορία. Στις υπόλοιπες κατηγορίες δεν επιβάλλουμε ποινή. Η ποινή φυλάκισης των 2 ετών θα είναι διαδοχική όλων των πιο πάνω ποινών φυλάκισης. Όσον αφορά στην παράνομη δραστηριότητα του κατηγορουμένου που έλαβε χώρα στις 25.11.2017 η οποία αφορά, ανάμεσα σε άλλα, απόπειρα καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες κατά παράβαση του άρθρου 325 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 2 ετών μόνο στην 29η κατηγορία. Στις άλλες κατηγορίες που αφορούν στην παράνομη δραστηριότητα του στις 25.11.2017, δεν επιβάλλουμε ποινή (κατηγορίες 30 - 34). Η ποινή φυλάκισης των 2 ετών θα είναι διαδοχική όλων των πιο πάνω ποινών φυλάκισης. Με άλλα λόγια ο κατηγορούμενος θα εκτίσει συνολική ποινή φυλάκισης 20 ετών. Noείται ότι οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση και δη από τις 08.05.
  3. €360 έξοδα να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Τα Τεκμήρια να διατεθούν ως η δήλωση της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία έχει καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν σήμερα. (Υπ.) ............... Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. (Υπ.) ............... Γ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.