Aναφορικά με την αίτηση του Χαραλάμπους ν. Αναφορικά με την Μονομερή Αίτηση του Αστυνομικού Διευθυντή Επαρχίας Λεμεσού, Αρ. Αίτησης: 76/20, 16/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 76/20 Αναφορικά με την Μονομερή Αίτηση του Αστυνομικού Διευθυντή Επαρχίας Λεμεσού ημερομηνίας 26.05.2020 και αναφορικά με το Διάταγμα Κράτησης Τεκμηρίου που εξέδωσε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 26.05.2020 και Aναφορικά με την αίτηση του xxxx Χαραλάμπους για την ακύρωση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 26.05.20 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης 76/20 και/ή για την επιστροφή και/ή παράδοση του επίδικου οχήματος Ημερομηνία: 16.07.20 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Ν. Καλλής για Δημήτρης Παναούτας & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον Καθ΄ου η αίτηση: κα Α. Αναστασίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 26.05.20, μετά από μονομερή αίτηση, εκδόθηκε διάταγμα για κατακράτηση από την Αστυνομία του επίδικου αυτοκινήτου ως Τεκμηρίου μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας που δύναται να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό. Το Δικαστήριο κατά την έκδοση του προαναφερόμενου διατάγματος, έδωσε οδηγίες όπως αυτό επιδοθεί στους συνιδιοκτήτες του αυτοκινήτου. Στις 04.06.20 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται το διάταγμα ημερ. 26.05.20 και η έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η Αστυνομία όπως επιστρέψει την κατοχή και ή παραδώσει το επίδικο αυτοκίνητο στον Αιτητή ως τον νόμιμο ιδιοκτήτη και ή δικαιούχο αυτού. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του Αιτητή στην οποία, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι η Αστυνομία προχώρησε σε κατάσχεση του επίδικου αυτοκινήτου στα πλαίσια διερεύνησης καταγγελίας που έγινε εις βάρος του. Για την εν λόγω καταγγελία καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση με αρ. 6999/20 Ε.Δ. Λεμεσού. Η κατακράτηση του επίδικου αυτοκινήτου δεν είναι αναγκαία, διότι δεν σχετίζεται με τα αδικήματα των κατηγοριών 1 - 4 της εν λόγω ποινικής υπόθεσης. Σε σχέση με το αδίκημα της κατηγορίας υπ΄ αρ. 5, ήτοι της κλοπής από πρόσωπα που έχουν συμφέρον, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι είναι συνιδιοκτήτης του επίδικου αυτοκινήτου το οποίο οδηγούσε με την συγκατάθεση της παραπονούμενης και ουδέποτε απέκτησε την κατοχή του με δόλιο ή παράνομο τρόπο. Επισυνάπτει ως Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα, το πιστοποιητικό ασφάλισης του αυτοκινήτου εκδομένο επ΄ ονόματί του και την άδεια κυκλοφορίας του οχήματος την οποία έκδωσε ο ίδιος. Σύμφωνα με πληροφόρηση που έλαβε από τους δικηγόρους του η κατακράτηση του επίδικου αυτοκινήτου δεν είναι απαραίτητη για τους σκοπούς της υπόθεσης 6999/20 Ε.Δ. Λεμεσού. Περαιτέρω, ενόψει του ότι η υπόθεση προγραμματίστηκε για ακρόαση στις 15.09.20, θα στερηθεί την κατοχή της ιδιοκτησίας του κατά τρόπο δυσανάλογο εφόσον μεσολαβεί μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Τέλος, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η καταγγελία που έγινε εις βάρος του είναι κακόπιστη, καθώς η παραπονούμενη απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα. Ο Καθ΄ου η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 26.06.20 στην οποία περιλαμβάνονται 4 λόγοι ένστασης. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται στο ότι το διάταγμα κατακράτησης ημερ. 26.05.20 εκδόθηκε νομότυπα και στο ότι ο Αιτητής δεν αποκαλύπτει επαρκείς λόγους για την έκδοση του αιτούμενου με την επίδικη αίτηση διατάγματος. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του xxxx στην οποία, ανάμεσα σε άλλα, ισχυρίζεται ότι είναι μέλος της ανακριτικής ομάδας της παρούσας υπόθεσης η οποία περιλαμβάνει και το αδίκημα της κλοπής από πρόσωπο που έχει συμφέρον προς το κλαπέν. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η παραπονούμενη συζούσε με τον Αιτητή την περίοδο Νοεμβρίου 2019 - Απριλίου 2020 και τον Φεβρουάριο του 2020 αγόρασε το επίδικο αυτοκίνητο. Κατέβαλε αποκλειστικά η ίδια το αντίτιμο για την αγορά του, ωστόσο μετά από πιέσεις του Αιτητή ενέγραψε το όχημα και επ΄ ονόματί του με τον όρο ότι και ο ίδιος θα ενέγραφε το δικό του όχημα επ΄ ονόματι και της παραπονούμενης. Ο Αιτητής δεν τήρησε την υπόσχεσή του και όταν σταμάτησαν να συζούν περί τα τέλη Απριλίου του 2020 κράτησε το επίδικο αυτοκίνητο και αρνήθηκε να της το επιστρέψει. Το επίδικο αυτοκίνητο αποτελεί το αντικείμενο σε σχέση με το οποίο υπάρχει μαρτυρία ότι διαπράχθηκε το αδίκημα της κλοπής από πρόσωπο που έχει συμφέρον σε αυτό και το οποίο περιλαμβάνεται στην υπόθεση με αρ. 6999/20 Ε.Δ. Λεμεσού. Ως εκ τούτου αποτελεί βασικό και αναγκαίο Τεκμήριο για την απόδειξη της προαναφερόμενης ποινικής υπόθεσης. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι κατά την έκδοση του διατάγματος ημερ. 26.05.20 υπήρξε απόκρυψη γεγονότων, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι στην ένορκη δήλωση που υποστήριξε την μονομερή αίτηση της Αστυνομίας προβλήθηκε η θέση ότι το επίδικο αυτοκίνητο ενεγράφηκε τόσο επ΄ ονόματι της παραπονούμενης όσο και επ΄ ονόματι του Αιτητή. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου αναφορικά με την κατάσχεση και κατακράτηση αντικειμένων περιλαμβάνεται στα άρθρα 27 και 32 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Για σκοπούς εύκολης παρακολούθησης παραθέτω αυτούσια τα άρθρα 27 και 32 του Κεφ.155: «27. Όταν δικαστής ικανοποιείται με ένορκη έγγραφη δήλωση ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι σε οποιοδήποτε τόπο υπάρχει- (α) οτιδήποτε στο οποίο ή σε σχέση με το οποίο διαπράχτηκε ποινικό αδίκημα ή υπάρχει υποψία ότι διαπράχτηκε ή (β) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή (γ) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, ο δικαστής δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο να εκδώσει ένταλμα (το οποίο αναφέρεται στο νόμο αυτό ως "ένταλμα έρευνας"), που εξουσιοδοτεί το πρόσωπο που κατονομάζεται σε αυτό- (ι) να ερευνήσει τον τόπο αυτό προς ανεύρεση οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος και να κατάσχει και μεταφέρει αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου από το οποίο εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας ή ενώπιον άλλου Δικαστηρίου για να τύχει αυτό μεταχείρισης σύμφωνα με το νόμο και (ιι) να συλλάβει και να προσαγάγει ενώπιον Δικαστή τον κάτοχο της οικίας ή του τόπου όπου βρέθηκε το πράγμα ή οποιοδήποτε πρόσωπο εντός ή πέριξ της οικίας αυτής ή του τόπου το οποίο κατέχει τέτοιο πράγμα, αν ο Δικαστής κρίνει σκόπιμο να διατάξει με αυτό τον τρόπο στο ένταλμα. 32.-
(1)Όταν, κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, κατασχεθεί οτιδήποτε και προσκομιστεί ενώπιον Δικαστή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 27, το πράγμα αυτό, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου αυτού, δύναται να κατακρατηθεί από τέτοιο πρόσωπο ως ο Δικαστής ήθελε ορίσει, λαμβανόμενης πάντοτε εύλογης φροντίδας για τη διατήρηση του μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό.
(2)Όταν οτιδήποτε που κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος έρευνας και προσκομίστηκε ενώπιον Δικαστή υπόκειται σε φθορά ή είναι επιβλαβές, το πράγμα αυτό δύναται αμέσως να διατεθεί με τέτοιο τρόπο όπως ο Δικαστής ήθελε ορίσει.
(3)Αν ο Δικαστής είναι της γνώμης ότι οτιδήποτε που κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος έρευνας δεν απαιτείται πλέον για οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, τότε εκτός αν εξουσιοδοτείται ή υποχρεώνεται από αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο Νόμο να διαθέσει αυτό διαφορετικά, διατάσσει- (α) όπως το πράγμα ή οποιοδήποτε μέρος του επιστραφεί στο πρόσωπο το οποίο φαίνεται στο Δικαστή ότι έχει δικαίωμα σε αυτό και, αν το εν λόγω πρόσωπο είναι ο κατηγορούμενος, όπως επιστραφεί στον ίδιο ή σε τέτοιο άλλο πρόσωπο ως ο κατηγορούμενος ήθελε ορίσει ή (β) όπως το πράγμα αυτό, αν ανήκει στον κατηγορούμενο, ή μέρος αυτού, χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή οποιωνδήποτε εξόδων ή αποζημιώσεων τα οποία ο κατηγορούμενος διατάχτηκε να πληρώσει.» Το άρθρο 32 του Κεφ.155 έτυχε εξέτασης στα πλαίσια της υπόθεσης CONCRETE MIX LTD v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(1991)2 Α.Α.Δ 360. Συγκεκριμένα ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Το άρθρο 32
(3)του νόμου αποτελεί τμήμα των διατάξεων της ποινικής δικονομίας που διέπουν και ρυθμίζουν την κατάσχεση αντικειμένων για τους σκοπούς των αστυνομικών ανακρίσεων, και την προσαγωγή τους ως μαρτυρία σε ποινική δίκη. Oι διατάξεις που αφορούν την κατάσχεση και κράτηση αντικειμένων (για ανακριτικούς και αποδεικτικούς σκοπούς) είναι ταξινομημένες με χρονολογική σειρά η οποία αντανακλά τα τρία ξεχωριστά στάδια που οριοθετούνται και ρυθμίζονται από το νόμο. Το άρθρο 27 διέπει την εξουσία για την κατάσχεση αντικειμένων. Αυτά μπορεί να κατασχεθούν κατά την εκτέλεση εντάλματος ερεύνης εφόσο η εξέτασή τους κρίνεται αναγκαία για τους σκοπούς της αστυνομικής έρευνας. Η κατάσχεση αντικειμένου, βάσει του άρθρου 27, παρέχει μόνο περιορισμένο δικαίωμα κράτησης, μέχρι την παρουσίασή του, το συντομότερο δυνατό, ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 32
(1)του νόμου. Κριτής της αναγκαιότητας της περαιτέρω κράτησης του αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας, είναι το Δικαστήριο. Οι πρόνοιες του άρθρου 32
(1)παρέχουν διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη κατασχεθέντος αντικειμένου από τις αστυνομικές Αρχές μέχρι και την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις αστυνομικές έρευνες. .......................... Οι διατάξεις του άρθρου 32
(1)παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη αντικειμένων από τις αστυνομικές Αρχές, που κατασχέθηκαν βάσει του άρθρου 27 για καθορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρι την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις ανακρίσεις. Η εξουσία η οποία παρέχεται από το άρθρο 32
(3)για αποδέσμευση των αντικειμένων από την αστυνομική φύλαξη, συναρτάται άμεσα με την προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με τη διατύπωση κατηγορίας εναντίον του. Η πρόσαψη κατηγορίας οριοθετεί το τρίτο στάδιο της διαδικασίας για την κράτηση κατασχεθέντων αντικειμένων.» Σημειώνω ότι η προαναφερόμενη ερμηνεία του άρθρου 32 του Κεφ.155 υιοθετήθηκε και σε πιο πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και συγκεκριμένα στις υποθέσεις ΗΣΑΪΑ κ.α ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(2013)2 Α.Α.Δ 669 και CH. & G. EMPORIUM CARS LTD v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποινική Έφεση 70/2015, ημερ. 12.7.2016. Όπως προκύπτει από την υπόθεση CONCRETE MIX LTD v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (ανωτέρω), η διαδικασία κατάσχεσης και κράτησης αντικειμένων διαιρείται σε τρία στάδια. Το πρώτο στάδιο ορίζεται στο άρθρο 27 του Κεφ.155 και αφορά την κατάσχεση αντικειμένων κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας. Το δεύτερο στάδιο αφορά την κράτηση και φύλαξη των εν λόγω αντικειμένων από τις αστυνομικές αρχές και ρυθμίζεται στο άρθρο 32
(1)του Κεφ.155. Κριτής της αναγκαιότητας για περαιτέρω κράτηση είναι, δυνάμει του άρθρου 32
(1), το Δικαστήριο. Τέλος, το τρίτο στάδιο αφορά την αποδέσμευση τους μετά την πρόσαψη κατηγορίας υπό την προϋπόθεση ότι η περαιτέρω κράτηση τους δεν απαιτείται για τους σκοπούς της εγερθείσας ποινικής δίωξης. Συμπεράσματα Στην προκείμενη περίπτωση βρισκόμαστε στο τρίτο στάδιο, όπως αυτό προσδιορίστηκε πιο πάνω. Τόσο από την υπό κρίση αίτηση όσο και από την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης προκύπτει ότι καταχωρήθηκε εναντίον του Αιτητή η υπόθεση με αρ.6999/20 Ε.Δ. Λεμεσού. Συγκεκριμένα αντίγραφο του κατηγορητηρίου της πιο πάνω υπόθεσης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 της αίτησης, ενώ ο Καθ'ου η αίτηση επικαλείται ως λόγο ένστασης με αρ.3 το προαναφερόμενο γεγονός, στο οποίο αναφέρεται και ο ενόρκως δηλών στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης. Η καταχώρηση της υπόθεσης με αρ.6999/20 Ε.Δ. Λεμεσού εγείρει, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, ένα ουσιώδες ζήτημα προς εξέταση. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 της αίτησης η εν λόγω ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε στις 25.05.20. Αυτό το γεγονός δεν αμφισβητήθηκε από τον Καθ'ου η αίτηση. Επομένως, κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης κατακράτησης ημερ. 26.05.20 και έκδοσης του διατάγματος ιδίας ημερομηνίας εκκρεμούσε ήδη η υπόθεση με αρ.6999/20, γεγονός για το οποίο δεν πληροφόρησε το Δικαστήριο ο Καθ'ου η αίτηση κατά την εξέταση της προαναφερόμενης αίτησης. Ως εκ τούτου, τίθεται, κατά την άποψή μου, ζήτημα παράβασης του καθήκοντος αποκάλυψης εκ μέρους του Καθ'ου η αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση, ως ήδη αναφέρθηκε, στηρίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 32
(3)του Κεφ.155 δυνάμει του οποίου το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει κατά πόσο οτιδήποτε που κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος έρευνας δεν απαιτείται πλέον για οποιαδήποτε ποινική διαδικασία και να διατάξει επομένως την αποδέσμευσή του. Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας ακύρωσης του διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίου που εκδόθηκε μονομερώς όταν διαπιστωθεί παράβαση του καθήκοντος πλήρους αποκάλυψης. Στην Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2010)1Α Α.Α.Δ 181 εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα. Συγκεκριμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο μετά από σχετική αίτηση ακύρωσε το διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων που εκδόθηκε μονομερώς, διότι διαπίστωσε μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων κατά τη μονομερή αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της δικαιοδοσίας έκδοσης του προνομιακού εντάλματος certiorari ανέφερε τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Το πρωτόδικο δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση διέταξε (α) την ακύρωση του διατάγματος κράτησης όσο και (β) την επιστροφή των τεκμηρίων. Αν περιοριζόταν το διάταγμα μόνο στην επιστροφή τους, τότε δε θα υπήρχε πρόβλημα εφόσον η εξουσία αυτή υπάρχει στο άρθρο 32
(3)και η λέξη «ακυρώνεται» δε θα πρόσθετε οτιδήποτε το ουσιαστικό. Όμως το πρωτόδικο δικαστήριο ακύρωσε το διάταγμα για το λόγο ότι τούτο είχε εκδοθεί σε μονομερή αίτηση κατά την οποία ο αιτητής (Αστυνομία) δεν είχε προβεί σε πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Από τη νομολογία που επικαλέστηκε ο πρωτόδικος δικαστής όπως επίσης και από αρκετή άλλη νομολογία, (βλ. μεταξύ άλλων Demstar v. Zim Israel Navigation
(1996)1 A.Α.Δ. 597, In re Manolis Christodoulides
(1985)1 C.L.R. 692 και Interpartemental Concern "Uralmetrom" v. Besuno Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 557, 559-560) είναι σαφές ότι σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Τέτοια γεγονότα είναι αυτά που αν τα είχε υπόψη το δικαστήριο, δυνατό να επηρέαζαν την απόφαση του αν θα εκδώσει ή όχι το αιτούμενο διάταγμα. Στην παρούσα υπόθεση αν ληφθεί υπόψη ότι αμέσως μετά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας και κατάσχεση των τεκμηρίων, η καθ' ης η αίτηση ζήτησε από την Αστυνομία να την πληροφορήσει πότε θα ζητούσε από το δικαστήριο την περαιτέρω κράτηση των τεκμηρίων διότι ήθελε να ακουστεί, ώφειλε να αποκαλύψει το γεγονός αυτό στο πρωτόδικο δικαστήριο. Σε παρόμοια διαδικασία η μονομερής αίτηση είχε επιδοθεί στην άλλη πλευρά με οδηγίες του Δικαστηρίου. (βλ. C.T. Tobacco Ltd κ.ά. v. Τμήματος Τελωνείων
(2003)2 Α.Α.Δ. 212). Επομένως, αν ο πρωτόδικος δικαστής γνώριζε για το ενδιαφέρον και αίτημα της καθ' ης η παρούσα αίτηση να ακουστεί, δυνατό να μην ενέκρινε την αίτηση για κράτηση των τεκμηρίων και να διέτασσε επίδοση της μονομερούς αίτησης. Καταλήγω λοιπόν ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε εξουσία να ακυρώσει το διάταγμά του που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση στην οποία αποκρύβηκαν ή να το θέσω διαφορετικά, δεν αποκαλύφθηκαν ουσιώδη γεγονότα.» Εν προκειμένω, θεωρώ ότι υπήρξε παράβαση του καθήκοντος αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Τούτο, διότι ο Καθ'ου η αίτηση δεν πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι καταχωρήθηκε στις 25.05.20 η υπόθεση με αρ.6999/
- Ε.Δ. Λεμεσού. Πρόκειται, κατά την άποψη μου, για ουσιώδες γεγονός το οποίο αν ήταν στη γνώση του Δικαστηρίου ενδεχομένως να επηρέαζε την απόφαση του για έκδοση του διατάγματος ημερ.26.05.
- Ο Καθ'ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση που υποστήριξε τη μονομερή αίτηση ημερ. 26.05.20 χαρακτήρισε τον νυν Αιτητή ως ύποπτο, δημιουργώντας έτσι την πεπλανημένη εικόνα ότι δεν είχε ασκηθεί κατά τον επίμαχο χρόνο ποινική δίωξη και επομένως ότι η κατακράτηση του αυτοκινήτου ήταν αναγκαία για το ανακριτικό έργο της Αστυνομίας. Στη βάση αυτών των δεδομένων, το Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια εκδίδοντας μονομερώς το σχετικό διάταγμα δυνάμει του άρθρου 32
(1)του Κεφ.155. Περαιτέρω, εάν αποκαλυπτόταν το εν λόγω γεγονός, θα εγειρόταν προς εξέταση και ζήτημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Τα άρθρα 25, 27 και 32 του Κεφ.155 επί των οποίων στηριζόταν η μονομερής αίτηση ημερ. 26.05.20 εντάσσονται στο Μέρος ΙΙ του Κεφ.155 που αφορά την ανάκριση ποινικών αδικημάτων και τη διαδικασία πριν από τη δίωξη. Όπως δε προκύπτει και από την CONCRETE MIX LTD v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (ανωτέρω), το άρθρο 32
(1)του Κεφ. 155 παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη κατασχεθέντος αντικειμένου για σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας. Συνεπώς, πρόκειται για στάδιο που προηγείται της καταχώρησης ποινικής υπόθεσης. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα (Χριστοφόρου v. Γρηγορίου
(1995)1 Α.Α.Δ 248). Είναι αδιανόητο ο Καθ΄ου η αίτηση να μην γνώριζε το γεγονός της καταχώρησης της υπόθεσης με αρ.6999/20 Ε.Δ. Λεμεσού ή να μην μπορούσε με εύλογη έρευνα να πληροφορηθεί για αυτό, εφόσον το κατηγορητήριο της εν λόγω υπόθεσης καταχωρήθηκε από τον ίδιο. Από την άλλη, δεν παραβλέπω το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε την προαναφερόμενη παράβαση στην υπό κρίση αίτηση. Αυτό το δεδομένο, δεν εμποδίζει ωστόσο το Δικαστήριο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως κατά πόσο υπήρξε απόκρυψη γεγονότων (Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1A A.A.Δ 734). Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, το διάταγμα ημερ.26.05.20 ακυρώνεται λόγω παράβασης του καθήκοντος πλήρους αποκάλυψης εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση. Όσον αφορά τα έξοδα, ενόψει του ότι το διάταγμα ακυρώθηκε για λόγο που δεν επικαλέστηκε ο Αιτητής θεωρώ δίκαιο και ορθό όπως μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .................... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο