ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Υπόθεσης: 18808/16, 14/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18808/16 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον ΧΧΧΧΧΧΧ ΜΙΧΑΗΛ Κατηγορούμενος ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14 Ιουλίου, 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γιάννος Αργυρού με κα Έλενα Σιαηλή και κα Κάλια Πελεγγάρη Για τον Κατηγορούμενο : κ. Νίκος Νικολαίδης Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των Άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, απέσπασε από τον παραπονούμενο - ΜΚ1, το χρηματικό ποσό των 5.700 ευρώ, των ψευδών παραστάσεων συνιστάμενων στην ουσία και στο αποτέλεσμα, στο ότι ο κατηγορούμενος προσποιήθηκε ψευδώς ότι θα μιλούσε με 5 γιατρούς που συνεργάζεται και οι οποίοι αφού μελετούσαν την περίπτωση της κόρης του παραπονούμενου, που έπασχε από διπολική διαταραχή, θα της παρείχαν βότανα για θεραπεία, με αποτέλεσμα να του δώσει το πιο πάνω χρηματικό ποσό, ενώ στην πραγματικότητα, ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα πιο πάνω λεχθέντα ήταν ψευδή. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, σχετικά είναι τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» << Άρθρο 298:-
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων>>. Από το λεκτικο των άρθρων 297 και 298 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
- Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
- Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
- Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
- Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με τα υπό αναφορά αδικήματα, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθούν αυτά πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold σελ. 775 ανωτέρω όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Μικροαντιφάσεις, που αφορούν σε δευτερεύοντα θέματα και επουσιώδεις λεπτομέρειες, ως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, (βλέπε υπόθεση Κ. Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166) στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία που κατά τα άλλα είναι πειστική και καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων. Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Μάρτυρας που προσέρχεται στο εδώλιο του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονας, αυτός επιτελεί ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλείται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει με τις γνώσεις και τις εμπειρίες του και την επιστημονική του κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία(Anastassiades v.Republic
(1977)2 C.L.R.97,Kouppis v.Republic
(1977)2 C.L.R.361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).>> Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.>> Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. - ν - ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v.Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013). ΄΄ Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας............................................................................................................................................................................................ Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση. ΄΄ Ως προς την αποδεικτική βαρύτητα θέσης που προβάλλεται και που δεν έχει υποβληθεί, σχετική ειναι η πρόσφατη απόφαση Δώρος Πολυκάρπου - Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149,2015, ημερομηνίας 25/4/2017, στην οποία αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα από την έντιμη Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Τάσια Ψαρά - Μιλτιάδου: ΄΄Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει. 'Οπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδηισχυρισμό.(βλ.επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599 και Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Ομοίως, αντιφατική υποβολή με τις θέσεις που προωθούνται εν τέλει ενόρκως ουσιωδώς πλήττουν την αξιοπιστία της όλης εκδοχής ενός μάρτυρα.΄΄ Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, θα παραθέσει τον πυρήνα κάθε μάρτυρα ξεχωριστά και με γνώμονα και ωδοδείκτη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, θα αξιολογήσει τη μαρτυρία ενός εκάστου μάρτυρα, για να εξαχθούν τα ανάλογα ευρήματα και συμπεράσματα, εκεί όπου χρειάζονται. Ο ΜΚ 1 είναι ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση, όπου στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, στην κυρίως εξέτασή του, υιοθέτησε το τεκμήριο
- Ο πυρήνας της κατάθεσής του, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να παραθέσει αυτολεξεί το περιεχόμενό της, κάνει αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκε με τον κατηγορούμενο, την εξιστόρηση του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει η κόρη του, αλλά και τη διευθέτηση που έγινε και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δόθηκε από τον ΜΚ 1 το πιο πάνω χρηματικό ποσό στον κατηγορούμενο, όπου και στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης και αντεξέτασης, αναφέρθηκε και στη σχετική απόδειξη που δόθηκε για το πιο πάνω ποσό και που αφορούσε τα αντικείμενα που δόθηκαν από τον κατηγορούμενο στον ΜΚ 1, όπως αναγράφονται στη σχετική απόδειξη. Στη σχετικά σύντομη κύρια εξέτασή του, ο ΜΚ1 έδωσε κάποιες διευκρινίσεις και διανθήσεις αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκε με τον κατηγορούμενο, την προηγούμενη επαγγελματική του δραστηριότητα, αλλά και ό, τι αφορούσε γενικά τον πυρήνα της υπόθεσης, δηλαδή τις ισχυριζόμενες ψευδείς υποσχέσεις και παραστάσεις που ο κατηγορούμενος έδωσε σε αυτόν και που είχαν ως κοινό πυρήνα και άξονα το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε η κόρη του. Στην αντεξέτασή του ο παραπονούμενος, στα αρχικά στάδια της αντεξέτασής του, παρέμεινε σχετικά σταθερός στην εκδοχή του. Παρόλα αυτά όμως, από ένα σημείο και μετά και κυρίως όπως φαίνεται στις σελίδες 8 και 9 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 4 Μαρτίου του 2020 και κυρίως από τη σελίδα 10 και μετά, ο ΜΚ 1, ουσιαστικά ανέφερε ότι η κατάθεση αυτή γράφτηκε από τον αστυφύλακα και δεν συμφώνησε σε πληθώρα αναφορών και εκδοχών του που ανέφερε στην κατάθεσή του, παρουσιάζοντας μια διαφορετική εικόνα όσον αφορά τη θυγατέρα του, ήτοι ότι ουσιαστικά δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα υγείας και ότι ουσιαστικά το πρόβλημά της, κυρίως ενέπιπτε στη σφαίρα του σχολικού περιβάλλοντος, όντας εκπαιδευτικός η ίδια και την πίεση που δέχεται και τον σχετικό αντίκτυπο που είχε σε αυτήν. Ο ΜΚ 2, ουσιαστικά ανέφερε, καταθέτοντας και σχετικά τεκμήρια, την κατάθεση του κατηγορουμένου, αλλά και λοιπά τεκμήρια, όπως είναι τα τεκμήρια 3 έως 7, αναγνωρίζοντας τον κατηγορούμενο, λέγοντας ότι η κατάθεση του κατηγορούμενου ήταν αφηγηματική, χωρίς ερωταπαντήσεις, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε η κατάθεση του κατηγορούμενου και τον τρόπο που αυτή λήφθηκε, αρνούμενος σχετικές υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως αντικείμενο τον τρόπο που λήφθηκε η κατάθεση και το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορούμενου. Ο ΜΚ 3, ως γιατρός ψυχίατρος και σχετικός εμπειρογνώμονας, τα προσόντα του οποίου δεν έχουν αμφισβητηθεί, έκανε σχετική αναφορά στην παρακολούθηση της ασθενούς, που είναι η κόρη του ΜΚ 1, στο είδος της ασθενείας που αντιμετωπίζει και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που αυτή λαμβάνει, κάνοντας ο ίδιος σχετικές διαβαθμίσεις αναφορικά με την ασθένεια που υπάρχει και τον τρόπο αντιμετώπισης της ασθενείας, ανάλογα με την περίπτωση, κάνοντας ειδική αναφορά επίσης ως προς την αποτελεσματικότητα και την αναγκαιότητα των φαρμάκων που αυτή λαμβάνει, με βάση τη συνταγογράφηση που γίνεται, σε αντιδιαστολή και αντιπαραβολή όσον αφορά τις βιταμίνες, για τις οποίες ρωτήθηκε τόσο κατά την κυρίως εξέταση, όσο και κατά την αντεξέταση. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΚ 3, η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεσή της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του, έκρινε ότι είχε καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματά του, αυτός επέλεξε όπωςκαταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος, αρχικά υιοθέτησε την κατάθεσή του, στην οποία και εκείνος με τη σειρά του κάνει αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκε με τον ΜΚ 1 και τις συνθήκες και τους λόγους για τους οποίους έλαβε το χρηματικό ποσό, το οποίο ουσιαστικά είναι παραδεκτό, δίνοντας τη δική του εκδοχή αναφορικά με τις βιταμίνες που πουλήθηκαν στον ΜΚ 1, αλλά και τι έλαβε χώρα μετά από αυτό, που ως διαφαίνεται, υπήρχε παρεξήγηση μεταξύ του ΜΚ 1 και του κατηγορούμενου αναφορικά με την αποτελεσματικότητα των εν λόγω βιταμινών, αρνούμενος ουσιαστικά, την οποιανδήποτε εμπλοκή του στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος. Αντεξεταζόμενος σήμερα, ο κατηγορούμενος και αυτός με την σειρά του αποστασιοποιήθηκε από την κατάθεσή του ως προς τις συνθήκες και τους λόγους που έδωσε την κατάθεσή του και ουσιαστικά αυτό που έκανε ο κατηγορούμενος σήμερα, είναι ότι προέβαλε την εκδοχή ότι αυτό που έκανε, είναι ότι πώλησε μόνο βιταμίνες στον ΜΚ
- Όσον αφορά τον ΜΚ 1, το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και τις λεπτομέρειες του αδικήματος, το βάρος απόδειξης και στο ότι η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει τις ψευδείς παραστάσεις όπως αναφέρει στις λεπτομέρειες του αδικήματος, προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις: Πράγματι, διαφαίνεται ότι στην κυρίως εξέταση και στα πολύ αρχικά στάδια της αντεξέτασης, υπήρχε μια σχετική σταθερότητα στην εκδοχή του. Παρόλα αυτά όμως, στην αντεξέτασή του, και κυρίως όπως φαίνεται και όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, από τις σελίδες 8 και 9 και κυρίως από τη σελίδα 10 και εντεύθεν των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 4 Μαρτίου του 2020, ο ΜΚ 1 αποστασιοποιήθηκε πλήρως όχι μόνο ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε η κατάθεσή του, αλλά και στο περιεχόμενο της κατάθεσής του. Όπως διαφαίνεται μέσα από τα πρακτικά της διαδικασίας και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, ο ΜΚ 1 ουσιαστικά αποστασιοποιήθηκε πλήρως, αποδομώντας πλήρως την εκδοχή που παρουσίασε για να στηρίξει η Κατηγορούσα Αρχή την εκδοχή της, που ο πυρήνας αυτής ήταν οι ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές αναφέρονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Ο πυρήνας και ένα από τα αναγκαία συστατικά στοιχεία, είναι ουσιαστικά η διασύνδεση του προβλήματος υγείας της θυγατέρας του, σε συνδυασμό με τα αντικείμενα που πώλησε ο κατηγορούμενος στον ΜΚ 1 και αυτή η εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή και η κατά 180 μοίρες στροφή στην εκδοχή του, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι δεν είναι από τις περιπτώσεις που είναι κάποιες μικροαντιφάσεις που όχι μόνο δεν κλονίζουν, αλλά αντίθετα, ενισχύουν την αξιοπιστία του μάρτυρα. Αυτή η στροφή στη στάση του ΜΚ 1, αποστέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να έχει ενώπιόν του εκείνο το σταθερό και στερεό μαρτυρικό υπόβαθρο για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα για το τι έλαβε χώρα και τι ουσιαστικά διαμείφθηκε μεταξύ του ΜΚ 1 και του κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα, ο ΜΚ 1, προφανώς μη αποδεχόμενος το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει η θυγατέρα του, αποδόμησε την όλη εκδοχή του και μαρτυρία του και ουσιαστικά, την κατάθεσή του. Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα να επιδοκιμάσω και να συγχαρώ τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής για τη στάση που κράτησε στον ΜΚ1, αλλά και που αναγνώρισε αυτήν την ιδιάζουσα ψυχοσύνθεση του ΜΚ 1 και που δεν τον κήρυξε ως εχθρικό και που ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, εύστοχα αντιμετώπισε αυτό το πρόβλημα, το οποίο αιτιολόγησε και δικαιολόγησε, διότι ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής κράτησε υπεύθυνη στάση απέναντι στο Δικαστήριο και δεν επικεντρώθηκε σε ένα έργο διωκτικό, αλλά αναγνώρισε την ιδιάζουσα ψυχοσύνθεση του ΜΚ 1, την οποία και το Δικαστήριο πράγματι εντόπισε. Πράγματι, το Δικαστήριο παρακολουθώντας με ιδιαίτερη προσοχή τον ΜΚ 1 κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, παρασυρόμενος συναισθηματικά ο ΜΚ 1 ως πατέρας και μη μπορώντας να αποδεχθεί το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει η θυγατέρα του, για την οποία είναι και περήφανος, όπως είναι και κάθε πατέρας, αποδόμησε την εκδοχή του. Αλλά αυτό όμως ουσιαστικά, μόνο μοιραίο μπορεί να αποβεί για το οικοδόμημα της Κατηγορούσας Αρχής, διότι δεν προσφέρει στο Δικαστήριο, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, εκείνο το στερεό υπόβαθρο για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα, έχοντας υπόψη ότι ο πυρήνας της υπόθεσης και κυρίως ένα από τα συστατικά στοιχεία που ήταν απολύτως συνδεδεμένο για να αποδειχθεί η επίδικη κατηγορία, είναι και το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε η θυγατέρα του. Αναφορικά με τον ΜΚ 2, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να αναφέρει πολλά, διότι το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα για την ανεξαρτησία και αμεροληψία του και δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το Δικαστήριο το επιλήψιμο είτε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ΜΚ 2, είτε στη δια ζώσης μαρτυρία του και ούτε έχει εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο μεροληψίας εναντίον του κατηγορούμενου ή υπέρ του ΜΚ 1 και δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι εκτέλεσε πλημμελώς ή μεροληπτικά τα καθήκοντά του. Ούτε το Δικαστήριο έχει εντοπίσει οποιανδήποτε κατάχρηση της διαδικασίας ή εσκεμμένη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας διαδικασίας και έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνο το υπόβαθρο που δικαιολογεί και αιτιολογεί τις προσπάθειες που έγιναν για να επιδοθεί το κατηγορητήριο και τον χρόνο που καταχωρήθηκε αυτή και ούτε διαπιστώνεται οποιανδήποτε βλάβη στα δικαιώματα του κατηγορουμένου, έχοντας υπόψη ότι κάποια διαφοροποίηση που υπάρχει ανάμεσα στην επίδικη κατηγορία και στην κατηγορία που αρχικά κατηγορήθηκε, διότι ο κατηγορούμενος γνώριζε επακριβώς την κατηγορία που αντιμετώπιζε και χάραξε τη γραμμή υπεράσπισής του. Ως προς τον ΜΚ 3, χωρίς κανέναν δισταγμό, το Δικαστήριο αποδέχεται την ιδιότητά του ως εμπειρογνώμονα και μέσα από τη μαρτυρία του ΜΚ3, καταδεικνύεται ότι πράγματι, η θυγατέρα του ΜΚ1 αντιμετώπιζε το συγκεκριμένο νόσημα και λάμβανε τη συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή που ανέφερε και η μαρτυρία του ουσιαστικά, καταδεικνύει την αναγκαιότητα συνέχισης της λήψεως της φαρμακευτικής αγωγής που ο ίδιος συστήνει, που πρέπει να λαμβάνεται αδιάληπτα και που σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αποκαθίσταται με οποιαδήποτε συμπληρώματα διατροφής ή βιταμινών και αυτό αναμφίβολα, αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο, χωρίς κανέναν δισταγμό, απορρίπτεται παντελώς η εκδοχή του, διότι ο μάρτυρας αυτός, δηλαδή ο κατηγορούμενος, προσπάθησε να οχυρωθεί, προφανώς για να υπερασπίσει τον εαυτό του σε μια ενδεχόμενη άλλη διαδικασία αστικής ή άλλης φύσεως και που θα είχε ως αντικείμενο την επιστροφή του χρηματικού ποσού και κρίνεται παντελώς αναξιόπιστος όσον αφορά αναφορές του αναφορικά με την εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή που προέβαλε σήμερα αναφορικά με τις συνθήκες λήψεως της κατάθεσής του και ουσιαστικά αποστασιοποιούμενος και αυτός με τη σειρά του της κατάθεσής του. Καμιά απολύτως βαρύτητα δεν έχει η κατάθεσή του και η μαρτυρία του και ως προς το τεκμήριο 12, χωρίς δισταγμό, δεν έχει καμιά απολύτως αποδεικτική βαρύτητα, διότι δεν υποδείχθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας. Η μη αποδοχή της μαρτυρίας του κατηγορουμένου, σίγουρα δεν προσθέτει οτιδήποτε στην παρούσα υπόθεση, είτε στο οικοδόμημα της Κατηγορούσας Αρχής, που πρέπει με μαρτυρία αξιόπιστη και σταθερή να αποδειχθεί η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, πράμα που για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δηλαδή η μη σταθερότητα της εκδοχής του ΜΚ 1 και κυρίως η στροφή που έκανε ο ΜΚ 1 κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης όπως πιο πάνω αναφέρθηκε και η αποδόμηση της κατάθεσης και της εκδοχής του, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια στο Δικαστήριο στο να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα, που να καταδεικνύουν την ενοχή του κατηγορουμένου αναφορικά με τον πυρήνα της υπόθεσης και κυρίως όσον αφορά τις ψευδείς παραστάσεις, σε συνδυασμό με το πρόβλημα υγείας της θυγατέρας του ΜΚ 1 και των αντικειμένων που πώλησε ο κατηγορούμενος στον ΜΚ 1 και αυτός είναι ο λόγος που ο κατηγορούμενος αθωώνεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει, δηλαδή λόγω ακριβώς αυτής της μη σταθερής πορείας και μαρτυρίας του ΜΚ 1, έχοντας υπόψη το τι έπρεπε να αποδειχθεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, έχοντας υπόψη και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και τις λεπτομέρειες του αδικήματος της επίδικης κατηγορίας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο κατηγορούμενος αθωώνεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο