Δημοκρατία ν. Ρόνεη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14015/19, 16/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2020:8 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Γ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14015/19 Δημοκρατία ν.
- XXX Ρόνεη
- XXX Ανδρέου
- XXX Παπαδόπουλου Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - 16.07.2020 Για τη Δημοκρατία: κα Χ. Καραολίδου Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Γ. Νεάρχου Κατηγορούμενος 3 παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (ex tempore) Κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης της Μ.Κ.18 επιχειρήθηκε η κατάθεση δέσμης εγγράφων που, σύμφωνα με τη Μ.Κ.18, αποτελούν έντυπα που υποστηρίζουν αίτημα των Κυπριακών Αρχών, που είναι το κράτος έκδοσης Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας, προς τις Αρχές της Ολλανδίας. Το ως άνω αίτημα προσέκρουσε στην ένσταση του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης. Προς τούτο, κλήθηκαν και αγόρευσαν και οι δύο συνήγοροι. Η ένσταση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου 3 εδράζεται στους εξής λόγους: 1) Παραβιάζονται τα άρθρα 7 και 94 του Κεφ. 155, το άρθρο 12.5 (β) του Συντάγματος και του άρθρου 7.2 της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Μαΐου 2012 σχετικά με το δικαίωμα της υπεράσπισης για πρόσβαση στο υλικό της δικογραφίας και γενικότερα με το δικαίωμα ενημέρωσης της στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. 2) Η Κατηγορούσα Αρχή επέδειξε καθυστέρηση στην παρουσίαση μαρτυρίας η οποία παραπέμπει σε κατ' ισχυρισμό γεγονότα που έλαβαν χώρα τον Απρίλιο του
- 3) Υπάρχει ο κίνδυνος πρόκλησης σημαντικής καθυστέρησης στην διεκπεραίωση της υπόθεσης, αφού ενδέχεται να χρειαστεί η επανακλήτευση μαρτύρων που ήδη κατέθεσαν στο Δικαστήριο. 4) Επιχειρείται η εισαγωγή μαρτυρίας που είναι άγνωστη στην Υπεράσπιση. 5) Επιχειρείται η κατάθεση εξ ακοής μαρτυρίας. Στην πορεία της αγόρευσης, ο συνήγορος Υπεράσπισης απέσυρε τους λόγους υπ' αρ. 4 και 5, με αποτέλεσμα η ένσταση του να περιορίζεται στους λόγους 1, 2 και
- Με βάση τα όσα έχει αναπτύξει ο κ. Νεάρχου επικαλούμενος και νομολογία, είναι η θέση του ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί η κατάθεση της σκοπούμενης δέσμης εγγράφων (Ένδειξη Ψ1). Στην αγόρευση της η εκπρόσωπος της κατηγορούσας Αρχής ισχυρίστηκε ότι το αίτημα της υπεράσπισης που σχετίζεται με παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη, εγείρεται πρόωρα. Είναι ακόμη η θέση της κας Καραολίδου ότι η υπεράσπιση δεν εξειδικεύει τί είναι αυτό που θα προκαλέσει επηρεασμό της δίκαιης δίκης και πώς αυτό θα συμβεί σε περίπτωση που επιτραπεί η κατάθεση της συγκεκριμένης δέσμης εγγράφων. Επίσης, σύμφωνα με την κα Καραολίδου, το αποτέλεσμα, δηλαδή η απάντηση στο αίτημα των Κυπριακών αρχών, έχει ήδη διαβιβαστεί στην Υπεράσπιση από πολύ προηγουμένως και ως εκ τούτου δεν τίθεται οποιαδήποτε καθυστέρηση. Με βάση τα όσα ανέφερε, η κατάθεση των εν λόγω εγγράφων γίνεται για σκοπούς πληρότητας και ήταν πολύ καλά γνωστό στην υπεράσπιση η ύπαρξη του αιτήματος, αφού ήδη είχε γνώση της απάντησης. Με παραπομπή σε νομολογία, η κα Καραολίδου ζήτησε απόρριψη της ένστασης και κατ' επέκταση να επιτραπεί η κατάθεση της εν λόγω δέσμης εγγράφων (Ένδειξη Ψ1) ως Τεκμήριο. Έχουμε μελετήσει με προσοχή τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις και των δύο πλευρών και έχουμε λάβει υπόψη για σκοπούς εξέτασης της ένστασης τα όσα η Μ.Κ.18 έχει αναφέρει σε σχέση με τα έγγραφα που επιδιώκει να καταθέσει καθώς και τα ίδια τα έγγραφα. Εξ όσων μπορεί να γίνει αντιληπτό, η ουσία της ένστασης αφορά άρνηση κατάθεσης δέσμης εγγράφων, που η Μ.Κ.18 έχει στην κατοχή της, επειδή ενδεχομένως να επηρεαστεί το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη με αναφορά στα άρθρα 7 και 94 του Κεφ. 155, 12.5 (β) του Συντάγματος και του άρθρου 7.2 της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ. Το άρθρο 7 του Κεφ. 155 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει, τηρουμένων των προϋποθέσεων που καθορίζει το ίδιο το άρθρο, κατόπιν αιτήματος της Υπεράσπισης, διάταγμα με το οποίο να παρέχεται πρόσβαση στην Υπεράσπιση σε μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης, προκειμένου να διασφαλιστεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας και η προετοιμασία της υπεράσπισης του κατηγορουμένου. Από τη στιγμή που στην προκειμένη περίπτωση δεν ζητείται η συνδρομή του Δικαστηρίου για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, η επίκληση του εν λόγω άρθρου θεωρούμε πως δεν βρίσκει έρεισμα στην ένσταση της υπεράσπισης. Εδώ, να σημειωθεί ότι οι πρόνοιες του άρθρου 7 ευθυγραμμίζονται με τα άρθρα 12 και 30 του Συντάγματος και παράλληλα εναρμονίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία επικυρώθηκε με τον Νόμο 39/62 τα οποία προβάλλουν την υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να αποκαλύπτει το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης και να μεριμνά ώστε η υπεράσπιση να έχει πρόσβαση σ' αυτό (Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα (Αρ.2)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1718 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 1249). Κάτω από το ίδιο πνεύμα κυμαίνονται και οι πρόνοιες του άρθρου 94 του Κεφ. 155 και 7.2 της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ. Σε τελευταία ανάλυση θα λέγαμε, με κάθε ταπεινότητα, ότι οι διατάξεις των άρθρων αυτών καλύπτονται από τις πρόνοιες 7 του Κεφ.
- Η υπόθεση Κορέλλης στην οποία μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης και μνημονεύεται στις πιο πάνω υποθέσεις, δεν βοηθά τη νομική επιχειρηματολογία του, αφού ασχολείται με το κατά πόσο θα πρέπει να εκδοθεί ή όχι διάταγμα δυνάμει του άρθρου
- Η Υπεράσπιση ισχυρίζεται πως, σε περίπτωση που επιτραπεί η κατάθεση της επίμαχης δέσμης εγγράφων, ενδεχομένως να επηρεαστεί το δικαίωμα του κατηγορούμενου να τύχει δίκαιης δίκης. Στην υπόθεση Δημοκρατίας v. Ford κ.ά. (Αρ.2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232, τονίστηκε ότι η παραβίαση του πιο πάνω δικαιώματος πρέπει να προκύπτει ως ουσιαστικό γεγονός μετά από το συσχετισμό του συνόλου των γεγονότων της υπόθεσης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Mansour ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 465, στην οποία υιοθετήθηκε το σκεπτικό της Πουμπουρής ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το κατά πόσο η δίκη είναι δίκαιη, αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης και αποφασίζεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο. Η διαπίστωση της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη δεν εξετάζεται αόριστα ή αφηρημένα (in abstracto) αλλά in cocreto. Ο δε κατηγορούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπιση του. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Mansour (πιο πάνω), Σκορδέλλη κ.ά. ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 101 - 104/2013 ημερομηνίας 6/6/2016, Μιλτιάδους ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 290/2014 ημερομηνίας 14/11/2016 και Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 505. Συνεπώς, η μελέτη της προαναφερόμενης νομολογίας, καθιστά αντιληπτό ότι το καταλληλότερο στάδιο για να εγερθεί θέμα παραβίασης του δικαιώματος δίκαιης δίκης είναι μετά την προσκόμιση του μαρτυρικού υλικού της υπόθεσης, περιλαμβανομένου και αυτού που υποστηρίζει την εκδοχή του κατηγορούμενου που κατευθύνει την γραμμή της υπεράσπισης. Όπως έχει λεχθεί, μόνο στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης μπορεί να διαπιστωθεί εάν η δίκη υπήρξε ή όχι δίκαιη. Στην υπό κρίση περίπτωση, είναι προφανές ότι ο λόγος επί του οποίου εδράζεται η ένσταση, ηγέρθη πρόωρα. Περαιτέρω, στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης δεν έχει εξειδικεύσει τι ακριβώς είναι αυτό που θα προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη και ούτε πώς αυτό θα συμβεί, όπως ορθά εισηγήθηκε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής. Κατά τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζεται και η εισήγηση της Υπεράσπισης σε σχέση με την καθυστέρηση η οποία, ως επίσης έχει νομολογηθεί, άπτεται του ζητήματος παραβίασης του δικαιώματος δίκαιης δίκης αφού παραπέμπει στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης έξω από την Συνταγματική αρχή του εύλογου χρόνου. Σε κάθε περίπτωση σημειώνουμε τη δήλωση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ότι συγκατατίθεται στην επανακλήτευση μαρτύρων, εάν η Υπεράσπιση το επιθυμεί, παρά το ότι η Υπεράσπιση δήλωσε ότι δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα στο παρόν στάδιο. Τέλος, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας, συμπεριλαμβανομένων και των δηλώσεων των συνηγόρων, προκύπτει ότι έγγραφα άμεσα σχετικά με τα έγγραφα των οποίων η κατάθεση επιδιώκεται, έχουν ήδη παραδοθεί από προηγούμενο στάδιο στην Υπεράσπιση και δη η απάντηση στην Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η ένσταση απορρίπτεται. Συνακόλουθα, η δέσμη εγγράφων (Ένδειξη Ψ1) δύναται να κατατεθεί ως Τεκμήριο. (Υπ.) ............... Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. (Υπ.) ............... Γ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο