← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σακκάς κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20383/16, 31/7/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σακκάς κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20383/16, 31/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20383/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον

  1. ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ Σακκάς
  2. ΧΧΧΧΧΧΧΧ Nga Ημερομηνία: 31 Ιουλίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα Θεμιστοκλέους Για τον Κατηγορούμενο 1: αυτοπροσώπως Για την Κατηγορούμενη 2: κα Μ. Λαβίθια Κατηγορούμενος 1 παρών Κατηγορούμενη 2 απούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες που αφορούν συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και κατά παράβαση των άρθρων 2 και 5(δ)(ε) του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και την Εκμετάλλευση Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων, Νόμου 87(I)/2007 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, οι κατηγορούμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο που ήταν σε εφαρμογή ο πιο πάνω Νόμος και που καταργήθηκε με τον Νόμο 91(I)/2014, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή εμπορία ανήλικων προσώπων, δηλαδή των μαρτύρων 1 και 2 επί του κατηγορητηρίου, όπου στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας έδωσε μαρτυρία μόνο η μάρτυρας 1 επί του κατηγορητηρίου. Επίσης οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και των άρθρων 2, 3, 4

(1)(III)
(2)και 5(α) του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες, Νόμου 188(I)/2007 και όπου το ουσιαστικό αδίκημα, που είναι ότι κατά την ουσιώδη χρόνο και τόπο οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι η περιουσία, δηλαδή το χρηματικό ποσό των €10.100, αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, απέκτησαν και κατείχαν το πιο πάνω χρηματικό ποσό. Οι λοιπές κατηγορίες αφορούν εμπορία ανήλικων προσώπων κατά παράβαση των άρθρων 2 και 5(δ) και (ε) του πιο πάνω Νόμου και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων οι κατηγορούμενοι παρέλαβαν τις παραπονούμενες με σκοπό την εκμετάλλευσή τους μέσω δόλου, με σκοπό την εκμετάλλευσή τους μέσω μίας ευπαθούς θέσης τέτοιας φύσεως, ώστε οι παραπονούμενες να μην είχαν άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθούν στην κατάχρηση. Επίσης αντιμετωπίζουν κατηγορίες της εκμετάλλευσης στην εργασία κατά παράβαση των άρθρων 2 και 8(δ) του ίδιου Νόμου και συγκεκριμένα κατά τους ίδιους ουσιώδεις χρόνους και τόπους εκμεταλλεύτηκαν την εργασία των παραπονουμένων, τις οποίες υπέβαλαν σε υποχρεωτική εργασία μέσω δόλου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι υπηρετεί στο Τμήμα Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων, υιοθέτησε την κατάθεσή της, δηλαδή το Τεκμήριο 1, και έλαβε καταθέσεις από τις Μ.Κ.3 και 4 και από την άλλη παραπονούμενη, ως επίσης κατηγόρησε τον πρώην κατηγορούμενο 3, ο οποίος απεβίωσε και ο οποίος δεν έχει παραδεχθεί τις κατηγορίες. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής της αναφέρθηκε στα καθήκοντά της στο Τμήμα που υπηρετούσε και με ποιες υποθέσεις αυτό το Τμήμα ήταν επιφορτισμένο, καθώς επίσης αναφέρθηκε στις ενέργειες που αυτού προέβηκε στα πλαίσια της ανάκρισης της παρούσας υπόθεσης και την πορεία και τα στάδια που είχε το όλο ανακριτικό έργο. Επίσης κατέθεσε την κατάθεση της Μ.Κ.4 με διάφορα άλλα τεκμήρια, ως επίσης και την κατάθεση της άλλης παραπονούμενης, δηλαδή της μάρτυρος 2 επί του κατηγορητηρίου, η οποία δεν παρήλασε από το εδώλιο του μάρτυρα, καθώς επίσης και την κατάθεση της Μ.Κ.3 και τις γραπτές κατηγορίες που απαγγέλθηκαν στον πρώην κατηγορούμενο
  1. Περιέγραψε τη διαδικασία με την οποία ένα πρόσωπο αναγνωρίζεται ως θύμα εμπορίας προσώπων, βάσει διεθνών δεικτών και στην παρούσα περίπτωση οι παραπονούμενες ως θύματα εμπορίας προσώπων στην κατηγορία εκμετάλλευσης εργασίας και ειδικότερα στην περίπτωση της Μ.Κ.4 αναφέρθηκε στο γεγονός ότι το χωριό της είχε πληγεί από πλημμύρες και τότε ένα άτομο πήγε στο χωριό της και οργανώθηκε μία συνάντηση για να ρωτήσει ποιοι ενδιαφέρονται να εργαστούν στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στη Μαλαισία και στην Κύπρο, όπου στην Κύπρο ήταν περισσότερα τα χρήματα και θα μπορούσε να δανειστεί από τον ατζέντη της και να τα εξοφλήσει με τους μισθούς της, γνωρίζοντας οι αντζέντηδες προφανώς τις οικονομικές δυσκολίες και ανάγκες που υπήρχαν και όταν ήρθε στην Κύπρο η παραπονούμενη, οι δύο πρώτοι μισθοί που δόθηκαν στην παραπονούμενη δόθηκαν στους κατηγορούμενους για εξόφληση του ταμείου. Επίσης αναφέρθηκε στο πώς αναγνωρίστηκε ως θύμα εμπορίας προσώπων και το άλλο άτομο, το οποίο δεν έδωσε τελικώς μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέτασή της αναφέρθηκε επίσης στις ανεπιτυχείς προσπάθειες να εντοπίσει στοιχεία υπόπτων στο Βιετνάμ μέσω της Interpol, ως επίσης και άλλα στοιχεία εδώ στην Κύπρο. Αντεξεταζόμενη αναφέρθηκε στο ανακριτικό υλικό που συλλέχθηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και ειδικότερα στο περιεχόμενό του, τους ισχυρισμούς που προέβαλαν όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, στο νομικό καθεστώς των παραπονουμένων κατά τον ουσιώδη χρόνο και που η άδειά τους ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο της καταγγελίας και όταν της υποβλήθηκε αντίθετη θέση, παρέπεμψε στην καταγγελία που έγινε από το Γραφείο Εργασίας, απορρίπτοντας τη θέση ότι η καταγγελία έγινε από τις παραπονούμενες σε συνεργασία με την Μ.Κ.3 για να εξασφαλίσουν παρατεταμένη άδεια παραμονής στην Κύπρο. Κατέθεσε επίσης το Τεκμήριο 12, το οποίο ανέλυσε και περιέγραψε, καθώς επίσης αναφέρθηκε στην εμπλοκή του 1ου κατηγορούμενου, με βάση το μαρτυρικό υλικό, απορρίπτοντας υποβληθείσα θέση ότι οι καταγγελίες έγιναν με απώτερο σκοπό να παραμείνουν οι αλλοδαπές στην Κύπρο, λέγοντας ότι όταν έγιναν οι καταγγελίες οι καταγγέλλουσες είχαν άδεια παραμονής. Επίσης αναφέρθηκε στους λόγους που οι παραπονούμενες αφίχθηκαν στην Κύπρο, το δάνειο που σύναψε η παραπονούμενη για να έρθει στην Κύπρο, ανέφερε ότι η κατηγορούμενη μαζί με τον πρώην κατηγορούμενο 3 λειτουργούσαν ως αντζέντηδες χωρίς άδεια, αρνούμενοι αντίθετη υποβληθείσα θέση και γενικά αναφέρθηκε στις ενέργειες του έγιναν και που δεν έγιναν ως προς τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Η Μ.Κ.2 ως μέρος της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε την κατάθεσή της, δηλαδή το Τεκμήριο 17, στην οποία κάνει μίαν ιστορική αναδρομή για το νομικό καθεστώς των παραπονουμένων και τις ημερομηνίες άφιξής τους στην Κύπρο και τις ανανεώσεις τις άδειας παραμονής τους και γενικά στο νομικό καθεστώς των παραπονουμένων και ειδικότερα της παραπονούμενης. Στο ίδιο πλαίσιο και περιεχόμενο κινήθηκε και η συνέχιση της κυρίως εξέτασης και της αντεξέτασης. Η Μ.Κ.3 ως μέρος της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε την κατάθεσή της, δηλαδή το Τεκμήριο 10, στην οποία κάνει αναφορά στην επαγγελματική της απασχόληση, αλλά και την εργοδότηση των παραπονουμένων, στη συνεργασία που είχε με τον 1ο κατηγορούμενο, αλλά και τον πρώην κατηγορούμενο 3 για να τους βρουν κοπέλες από το εξωτερικό για να εργοδοτηθούν. Επίσης αναφέρθηκε στην αποδέσμευση της παραπονούμενης, την ένσταση που έκανε στο Γραφείο Εργασίας και την επικοινωνία που είχε με τον 1ο κατηγορούμενο όπως επιστρέψει πίσω η παραπονούμενη, καθώς επίσης και στο ζήτημα του διαβατηρίου της παραπονούμενης και τα ποσά που πλήρωσαν οι παραπονούμενες στη χώρα τους για να έρθουν στην Κύπρο και το ποσό που έμαθε ότι χρωστούσε η παραπονούμενη στους κατηγορούμενους και που πήραν για εξόφληση του δανείου. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής της αναγνώρισε τον 1ο κατηγορούμενο ως το άτομο με το οποίο συνεργαζόταν μαζί με τον πρώην κατηγορούμενο 3 για να φέρνουν κοπέλες, υπεραμυνόμενη τις θέσεις της ότι γνωρίζει τον 1ο κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν είχε κάποιαν επικοινωνία με τις παραπονούμενες όταν διακόπηκε η άδεια παραμονής τους και γενικά αναφέρθηκε στο καθεστώς των παραπονουμένων και την εμπλοκή σε αυτό το ζήτημα του Γραφείου Εργασίας, αρνούμενη υποβληθείσα θέση ότι προέβηκε το Γραφείο Εργασίας σε επανεξέταση για να παραμείνουν κοντά της για να εργοδοτηθούν. Επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ο 1ος κατηγορούμενος δεν ήταν ατζέντης, συμφώνησε ότι δεν κακομεταχειριζόταν τις παραπονούμενες, ως επίσης ανέφερε ότι τις πλήρωνε κανονικά και δούλευαν όπως προέβλεπαν τα συμβόλαια. Επίσης αναφέρθηκε στο τι έλαβε χώρα με την αποχώρηση της παραπονούμενης από κοντά της και την επαναπρόσληψη της, καθώς επίσης και τις σχέσεις που είχε με τις παραπονούμενες. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση της ανέφερε ότι ατζέντης ήταν ο πρώην κατηγορούμενος 3 και αν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα μιλούσαν με τον κατηγορούμενο 1 για να τους εξηγήσει η γυναίκα του, ήτοι η κατηγορούμενη 2, που γνώριζε τη γλώσσα και μόνο γι' αυτόν τον λόγο και για τίποτε άλλο. Η Μ.Κ.4 ως μέρος της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε την κατάθεσή της και σε αυτήν κάνει αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες συγκεκριμένο άτομο προσέγγισε τον τόπο διαμονής της που είχε πληγεί από πλημμύρες και το οποίο ρωτούσε τα άτομα εκεί αν υπάρχει ενδιαφέρον να εργαστούν στην Κύπρο κυρίως, αλλά και στη Μαλαισία, έναντι συγκεκριμένου τιμήματος και αφού προηγουμένως παρακολουθήσει μαθήματα επικοινωνίας στα αγγλικά. Ενημερώθηκε ότι βρέθηκε εργασία στην Κύπρο και ειδικότερα σε φούρνο με μεγαλύτερο μισθό, αλλά χρειαζόταν μεγαλύτερο ποσό και έτσι υποθήκευσε ακίνητη γη που ήταν στο όνομά της και στο όνομα του κουνιάδου της. Καθησυχάστηκε από συγκεκριμένο άτομο ότι το επιπλέον ποσό που θα δανειζόταν θα το κατέβαλλε όταν έπαιρνε τον μισθό της και έτσι συμφώνησε. Έτσι προγραμματίστηκε η πτήση της για την Κύπρο, όπου την παρέλαβε ο κατηγορούμενος 1 και πήγαν στο σπίτι του όπου διέμενε με την κατηγορούμενη 2, η οποία και της ετοίμασε ένα μικρό δωμάτιο με έναν μόνο νεροχύτη και εξοπλισμό για να φτιάχνει toffu. Είχε ένα μόνο κρεβάτι και το δωμάτιο ήταν βρώμικο, ασυγύριστο, δεν είχε μπάνιο, τουαλέτα, τηλεόραση, ψυγείο και κλιματισμό και εάν ήθελε να φάει ή να πιεί νερό έπρεπε να περιμένει την κατηγορούμενη 2, η οποία απουσίαζε τις πιο πολλές ώρες της ημέρας για μαθήματα οδήγησης, ενώ ο κατηγορούμενος 1 επέστρεφε πιο αργά. Όταν έμενε στο σπίτι βοηθούσε την κατηγορούμενη 2 στον κήπο, καθάριζε έξω στο σπίτι και έπλενε τα ρούχα του παιδιού της κατηγορούμενης
  2. Επειδή δεν ήταν γνώστης της περιοχής και έμενε στο δωμάτιο που της ετοίμασε. Μετά από τρεις μέρες διευθετήθηκε η μεταφορά της στον εργοδότη της, όπου ξεκίνησε η εργασία της την ίδια μέρα, όπου της έδειξαν πώς να εκτελεί συγκεκριμένες εργασίες και ακολούθησε η εμπλοκή του πρώην κατηγορούμενου 3 για να διεκπεραιωθούν τα έγγραφά της. Ακολούθησε η διευθέτηση που έγινε για να εξοφληθεί το δάνειο με μερική καταβολή του ποσού από τον μισθό της και η οποία διευθέτηση έγινε με τη σύμφωνη γνώμη της Μ.Κ.4 και της 2ης κατηγορούμενης. Ακολούθησε η λήξη της άδειας παραμονής της και η προσωρινή μετάβασή της στο σπίτι των κατηγορουμένων για δύο μέρες και η επάνοδός της στο σπίτι της Μ.Κ.3, όμως ο σύζυγος της Μ.Κ.3 την πρώτη φορά έδωσε το διαβατήριο στον κατηγορούμενο 1 και πριν φύγει η Μ.Κ.4 από το σπίτι των κατηγορουμένων ζήτησε το διαβατήριό της από την κατηγορούμενη 2, η οποία δεν της το έδωσε και τότε η Μ.Κ.4 έφυγε χωρίς να πει κάτι άλλο και γι' αυτό το ζήτημα πληροφόρησε την Μ.Κ.3, η οποία την καθησύχαζε για την άδεια παραμονής της. Το διαβατήριο της παραδόθηκε την πρώτη μέρα της κατάθεσής της και εξέφρασε την επιθυμία να μείνει στην Κύπρο και να εξοφλήσει το χρέος της στη χώρα της που οι δικοί της ζουν πολύ φτωχικά. Ανέφερε επίσης πως ό,τι της έλεγε η κατηγορούμενη 2 το πίστευε, επειδή είναι από τη χώρα της και ξέρει τη γλώσσα της και δεν έχει άλλο άτομο να την βοηθήσει. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής της περιέγραψε την οικονομική της κατάσταση στη χώρα της και όπου το σπίτι της πλήγηκε από πλημμύρες, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προσεγγίστηκε από συγκεκριμένο άτομο στο Βιετνάμ για να εργοδοτηθεί και ειδικότερα στην Κύπρο, αφού ο μισθός στην Κύπρο θα ήταν καλύτερος, κάνοντας επίσης αναφορά στα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και ειδικότερα αυτά που καταδεικνύουν τις προκαταβολές που έδωσε για να έρθει στην Κύπρο, τα αεροπορικά της εισιτήρια και την άδεια εισόδου της στην Κύπρο και περιέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέμενε στο σπίτι των κατηγορουμένων, στην αντιμισθία που έπαιρνε από την Μ.Κ.3, στην απόδοση μέρους του χρέους προς την 2η κατηγορούμενη και στην κατακράτηση του διαβατηρίου της. Αντεξεταζόμενη αναφέρθηκε στην παραμονή της στην Κύπρο και την επίσκεψή της στη χώρα της σε αυτό το διάστημα, στη γλώσσα επικοινωνίας της στην Κύπρο, στις συνθήκες διαμονής της στο σπίτι των κατηγορουμένων, στις ώρες που απουσίαζε η κατηγορούμενη 2 από το σπίτι και τον λόγο της απουσίας της, στην κατακράτηση του διαβατηρίου της, στις συνθήκες και τους λόγους που προέβηκε στην καταγγελία και ποια ήταν η εμπλοκή των κατηγορουμένων. Εξέφρασε άγνοια για το πού εκδόθηκαν τα εισιτήρια με τα οποία ήρθε στην Κύπρο και αναφέρθηκε στις συνθήκες και στους λόγους για τους οποίους ήρθε στην Κύπρο, τις συνθήκες εργασίας της και τις απολαβές της και τους λόγους για τους οποίους δεν έκανε καταγγελία στη χώρα της. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο το αλλότριο της καταγγελίας για να παραμείνει στην Κύπρο και να εργαστεί. Ο Μ.Κ.5 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε την κατάθεσή του, δηλαδή το Τεκμήριο 20, στην οποία καταγράφονται ευκρινώς και λεπτομερώς η πορεία διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, το ανακριτικό υλικό που συλλέχθηκε και ποιο ήταν το περιεχόμενό του και που ήταν μεταξύ άλλων οι ισχυρισμοί των εμπλεκόμενων μερών και στην κατακλείδα της κατάθεσης ‑ έκθεσής του, εξέφρασε την άποψη ότι δεν στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα στην Κύπρο και αν στοιχειοθετείται αδίκημα αυτό διαπράχθηκε στο Βιετνάμ. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Μ.Κ.5 η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεσή της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του έκρινε ότι είχε καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν σε αυτούς τα δικαιώματά τους, ο 1ος κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Η δε 2η κατηγορούμενη επέλεξε όπως παραμείνει σιωπηλή και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος 1 υιοθέτησε την κατάθεσή του και που ουσιαστικά είχε ως επίκεντρο το ότι βοήθησε τον πρώην κατηγορούμενο 3 υπό τύπο εξυπηρέτησης και δεν προέβηκε σε οποιανδήποτε πράξη που ενέχει το στοιχείο της εμπορίας ή εκμετάλλευσης προσώπων, είτε εκ μέρους του, είτε εκ μέρους της πρώην συμβίας του, δηλαδή της κατηγορούμενης 2, ως πράκτορες και έδωσε διευκρινίσεις ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ξεχάστηκε για λίγες μέρες το διαβατήριο της Μ.Κ.4 στο σπίτι του και πώς αυτό επιστράφηκε στην παραπονούμενη, αφού προηγήθηκε προσωρινή φιλοξενία της Μ.Κ.4 στο σπίτι του και επιστροφή της Μ.Κ.4 στην Μ.Κ.
  3. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε τον πρώην κατηγορούμενο 3, στον οποίο ήταν υποχρεωμένος, ως επίσης και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η διευθέτηση για να έρθει στην Κύπρο η Μ.Κ.4, στους λόγους που η Μ.Κ.4 φιλοξενήθηκε στο σπίτι του και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Μ.Κ.4 επέστρεψε στην Μ.Κ.3 και πώς το διαβατήριο της Μ.Κ.4 ξεχάστηκε στο σπίτι του, αλλά αυτό επιστράφηκε στην Μ.Κ.3 μετά από λίγες μέρες. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο το ψευδές των εκδοχών του και το αληθές της εκδοχής της Μ.Κ.
  4. Αναφέρθηκε στην γνωριμία του με τον πρώην κατηγορούμενο 3, στην επαγγελματική πορεία του ίδιου και στους τόπους διαμονής του, υπεραμύνθηκε της θέσης του ότι δεν είχε επαγγελματική σχέση με τον πρώην κατηγορούμενο 3 και αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο το ότι ενεργούσε ως ατζέντης, υπεραμυνόμενος της θέσης του ως προς το αλλότριο της καταγγελίας της Μ.Κ.4, επικαλούμενος παραδοχή της Μ.Κ.3 επί αυτού του θέματος. Επίσης αναφέρθηκε εκ νέου στις συνθήκες κάτω από τις οποίες του ζητήθηκε από τον πρώην κατηγορούμενο 3 η εξυπηρέτηση για να έρθει μία κοπέλα από το Βιετνάμ, όπως και έγινε με την Μ.Κ.4, επαναλαμβάνοντας τα ίδια που ανέφερε στην κατάθεσή του με την άφιξη της Μ.Κ.4 στην Κύπρο, την εργοδότηση της στην Μ.Κ.3, στην προσωρινή φιλοξενία της Μ.Κ.4 στο σπίτι του και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες επιστράφηκε το διαβατήριο στην Μ.Κ.4 και γενικά επανάλαβε τη θέση του ότι ουσιαστικά προέβαινε σε εξυπηρέτηση του πρώην κατηγορούμενου 3 και φιλοξένησε την Μ.Κ.4, περιγράφοντας και τον χώρο του σπιτιού του και τις συνθήκες και τους λόγους κάτω από τους οποίους φιλοξένησε την Μ.Κ.4 και πώς αποκόπηκε το εισιτήριο της Μ.Κ.4 με το οποίο αφίχθηκε στην Κύπρο και γενικά επανάλαβε τις θέσεις του και απέρριψε τις υποβληθείσες θέσεις της Κατηγορούσας Αρχής. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς τις κατηγορίες των συνωμοσιών, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134, το αδίκημα της συνωμοσίας του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα «συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328, O' Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28-4.». Η συμφωνία αποτελεί το actus reus και η πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης την ένοχη σκέψη mens rea. Και τα δύο στοιχεία είναι απαραίτητα για τη διάπραξη του αδικήματος. Η συμφωνία σπανίως αποδεικνύεται μέσω άμεσης μαρτυρίας, αλλά συνήθως με την εξαγωγή ευλόγων συμπερασμάτων από τη συντονισμένη δράση, είτε αυτή συνίσταται σε πράξεις, είτε σε δηλώσεις των κατηγορουμένων. Επισημαίνεται ότι το αδίκημα δεν συνίσταται στη συντονισμένη δράση, αλλά στην εξυπακουόμενη προηγούμενη συμφωνία και η συντονισμένη δράση συνιστά μαρτυρία για το αδίκημα της συνωμοσίας (Βλ. Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633). Ως προς την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κοινός πυρήνας των νομοθετικών ρυθμίσεων που ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι το ότι ως συστατικό στοιχείο είναι η γνώση από τον αδικοπραγούντα ότι το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, προέρχεται από αδίκημα που εμπίπτει στην εφαρμογή του πιο πάνω νόμου και κατ΄ επέκταση ο αδικοπραγών να το αποκτά ή να το κατέχει ή να το χρησιμοποιεί το εν λόγω χρηματικό ποσό. Το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τις υπό εξέταση κατηγορίες που διέπουν το ζήτημα της εμπορίας προσώπων είναι το ακόλουθο: «
  1. Όποιος στρατολογεί, μεταφέρει, μεταβιβάζει, υποθάλπτει ή παραλαμβάνει πρόσωπο, ανταλλάσσει ή μεταβιβάζει τον έλεγχο επί του προσώπου αυτού, με σκοπό την εκμετάλλευση του, μέσω- . (δ) δόλου ή απάτης, (ε) κατάχρησης εξουσίας ή μιας ευπαθούς θέσης τέτοιας φύσεως ώστε το εν λόγω προσώπου να μην έχει άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθεί στην κατάχρηση, . είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα πέντε έτη.»
  2. Όποιος εκμεταλλεύεται την εργασία ή τις υπηρεσίες προσώπου, το υποβάλλει σε καταναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία ή υπηρεσίες ή σε οποιασδήποτε μορφής δουλείας ή παρόμοιας πρακτικής ή υποτέλειας, μέσω- (ε) κατάχρησης εξουσίας ή μιας ευπαθούς θέσης τέτοιας φύσεως ώστε το εν λόγω πρόσωπο να μην έχει άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθεί στην κατάχρηση, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα έξι έτη και σε περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο είναι ανήλικος, σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη. Ο όρος «εμπορία προσώπων» ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Νόμου και «σηµαίνει τη στρατολόγηση, µεταφορά, µεταβίβαση, υπόθαλψη ή παραλαβή προσώπου, συµπεριλαµβανοµένης της ανταλλαγής ή µεταβίβασης του ελέγχου επί του προσώπου, µέσω απειλών ή χρήσης βίας ή άλλων µορφών εξαναγκασµού, απαγωγής, δόλου, εξαπάτησης, κατάχρησης εξουσίας ή εκµετάλλευσης της ευάλωτης θέσης του ή παροχής ή λήψης πληρωµών ή ωφεληµάτων για εξασφάλιση της συγκατάθεσης του προσώπου που ασκεί έλεγχο επί άλλου προσώπου µε σκοπό την εκµετάλλευση αυτού». Τόσο από το περιεχόμενο αλλά και από το πνεύμα του Νόμου, είναι πρόδηλο πως με το άρθρο 5 ο σκοπός και η φιλοσοφία αυτού είναι η προστασία προσώπων τα οποία καθίστανται θύματα εκμετάλλευσης και βρίσκονται σε μειονεκτική θέση. Στην Επεξηγηματική Έκθεση (Explanatory Report) που συνοδεύει τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πάταξη της Εμπορίας Ανθρώπων που υπογράφηκε από τη Δημοκρατία στη Βαρσοβία στις 16.5.05, η οποία περιλαμβάνεται στο προοίμιο του Ν.87(Ι)/07 ο οποίος αποσκοπεί στην καλύτερη εφαρμογή της, γίνεται μια χρήσιμη αναφορά στον όρο «εμπορία προσώπων» ως εξής: «
  3. In the definition, trafficking in human beings consists in a combination of three basic components, each to be found in a list given in the definition: - the action of: "recruitment, transportation, transfer, harbouring or receipt of persons"; - by means of: "the threat or use of force or other forms of coercion, of abduction, of fraud, of deception, of the abuse of power or of a position of vulnerability or of the giving or receiving of payments or benefits to achieve the consent of a person having control over another person"; - for the purpose of exploitation: "which includes, at a minimum, the exploitation of the prostitution of others or other forms of sexual exploitation, forced labour or services, slavery or practices similar to slavery, servitude or the removal of organs".» Χρήσιμη παραπομπή γίνεται στην πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ismail κ.ά., Ποιν. Έφ. 228-245/15 και 248-255/15, ημ. 17.10.16, η οποία αφορούσε μεταξύ άλλων κατηγορίες για το αδίκημα της εμπορίας ενήλικων προσώπων κατά παράβαση του άρθρου 5 του Ν.87(Ι)/
  4. Στην εν λόγω υπόθεση, στην απόφαση πλειοψηφίας, τονίστηκε πως ο Ν.87(Ι)/07θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης με Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής Συμβάσεων που έγιναν στα πλαίσια του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ακολούθως γίνεται αναφορά στο Πρωτόκολλο United Nations Office on Drugs and Crime («Issue Paper: Abuse of a position of vulnerability and other «means» within the definition of trafficking in persons», Νέα Υόρκη 2013) το οποίο αναφέρεται στον ορισμό της εμπορίας προσώπων με εξήγηση ότι υπάρχουν τρία συστατικά στοιχεία στην εμπορία προσώπων, όπως αυτά εκτίθενται και στην παρ. 74 της Επεξηγηματικής Έκθεσης της Σύμβασης ανωτέρω. Η πιο πάνω αποτελεί τη μοναδική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί παρόμοιων αδικημάτων εμπορίας ενήλικων προσώπων. Χρήσιμη καθοδήγηση αναφορικά με τα συστατικά των αδικημάτων της εμπορίας ενήλικων προσώπων και της εκμετάλλευσης στη εργασία δυνάμει του Ν.87(Ι)/07 προσφέρουν επίσης οι πρωτόδικες αποφάσεις του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, η τελική απόφαση στην Υπόθεση αρ. 23076/13, Δημοκρατία v. Naydenov, ημ. 3.7.14 και η ενδιάμεση απόφαση (εκ πρώτης όψεως) στην Υπόθεση αρ. 8707/15, Δημοκρατία v. Αντρέου κ.ά., ημ. 25.4.
  5. Θεωρώ επίσης ιδιαίτερα διαφωτιστική και τη νομολογία άλλων Ευρωπαϊκών Κρατών όσον αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή αυτών των δύο Νόμων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Συνεπώς, ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης θα κριθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Μικροαντιφάσεις, που αφορούν σε δευτερεύοντα θέματα και επουσιώδεις λεπτομέρειες, ως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, (βλέπε υπόθεση Κ. Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166) στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία που κατά τα άλλα είναι πειστική και καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων. Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Ως προς την αποδεικτική βαρύτητα θέσης που προβάλλεται και που δεν έχει υποβληθεί, σχετική ειναι η πρόσφατη απόφαση Δώρος Πολυκάρπου - Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149,2015, ημερομηνίας 25/4/2017, στην οποία αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα από την έντιμη Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Τάσια Ψαρά - Μιλτιάδου: ΄΄Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει. ΄Οπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό.(βλ. επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599 και Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Ομοίως, αντιφατική υποβολή με τις θέσεις που προωθούνται εν τέλει ενόρκως ουσιωδώς πλήττουν την αξιοπιστία της όλης εκδοχής ενός μάρτυρα.» Ως προς την δυνατότητα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας ως εξ΄ ακοής, το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση από την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ALI ABDULLAH HAZZAZ ASSAD - ν - Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 164/2016 ημερομηνίας 6/12/2017, όπου ο τέως Έντιμος Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Μύρων Νικολάτος, σταχυολογόντας και αναλύοντας τις αρχές που διέπουν αυτό το ζήτημα, αποφάσισε τα ακόλουθα, όπου και το πιο κάτω απόσπασμα, το οποίο παρατίθεται αυτούσιο: «Η αξιολόγηση της βαρύτητας εξ΄ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, γίνεται, προσεκτικά, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ΄ ακοής μαρτυρία (Δέστε Πολιτική Έφεση αρ. 6/2011, Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ v. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου, ημερ. 15.7.2016 και Ανδρέου κ.α. v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 152). Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεση και, ιδιαίτερα, το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί, ως μάρτυρας στη διαδικασία, το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ΄ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα (όπως στην παρούσα υπόθεση), το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επ' ακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση, κτλ. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 27
(2)του Κεφ. 9, δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί, σύμφωνα με τη Νομολογία μας. Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ΄ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το Δικαστήριο, είτε η εξ΄ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική είτε από γραπτή μαρτυρία (Δέστε Γεωργίου v. Στυλιανού
(2009)1 Α.Α.Δ. 70 και Μονός κ.α. v. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1002). Το άρθρο 27
(3)του Κεφ. 9 προνοεί ότι, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται σε εξ΄ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Πέραν των προαναφερομένων, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ΄ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης (Δέστε Ηλιάδη και Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 320 - 331). Η αποδοχή εξ΄ ακοής μαρτυρία, χωρίς οποιανδήποτε αναφορά σ' αυτήν, χωρίς οποιανδήποτε αξιολόγηση της βαρύτητας της, χωρίς να ληφθούν υπόψιν οι προαναφερόμενοι παράγοντες που επηρεάζουν τη βαρύτητα που θα της αποδοθεί, χωρίς να ληφθεί υπόψιν ότι στην προκείμενη περίπτωση ήταν μαρτυρία προερχόμενη από συγκατηγορούμενο και συνεργό του πρώτου Κατηγορούμενου - Εφεσείοντα με ίδιον συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης, και χωρίς σχετική αυτοπροειδοποίηση εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου για τον κίνδυνο αποδοχής τέτοιας μαρτυρίας, και με μόνο και καθοριστικό κριτήριο την καλή εντύπωση που έδωσε στο Δικαστήριο η ΜΚ10, έχει σοβαρές επιπτώσεις στη δίκαιη δίκη, σύμφωνα και με την Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Δέστε Al-Khawaja and Tahery v. The United Kingdom
(2012), 54 EHRR 23 (απόφαση ΕΔΔΑ) και R. v. Tahery (No. 2)
(2013)EWCA Crim 1053). (Δέστε επίσης Τουμαζή v. Dixit, Πολιτική Έφεση 27/4/2010, ημερ. 5.5.2015). Στις αποφάσεις Delta v . France
(1993)16 EHRR 574 και Saidi v. France
(1994)17 EHRR 251, του ΕΔΔΑ, αποφασίστηκε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6
(1)της ΕΣΔΑ κατά το ότι, η καταδικαστική (εθνική) απόφαση, είχε στηριχθεί κατά κύριο λόγο σε γραπτές καταθέσεις μαρτύρων που δεν παρουσιάστηκαν για αντεξέταση και οι οποίες συνιστούσαν τη μοναδική ή την κύρια μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου, με τρόπο που επηρεαζόταν ο πυρήνας του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη.΄΄ Με γνώμονα, πυξίδα και οδοδείκτη λοιπόν τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που τέθηκαν στην νομική πτυχή, αλλά και τις νομολογιακές αρχές που τέθηκαν πιο πάνω στην αρχή του κεφαλαίου της αξιολόγησης της μαρτυρίας, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου μάρτυρα. Ως προς τους Μ.Κ.1, 2 και 5, το Δικαστήριο χωρίς κανέναν δισταγμό αποδέχεται τις μαρτυρίες τους ως αληθινές και αξιόπιστες και το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα για την αντικειμενικότητα, ανεξαρτησία και αμεροληψία τους, χωρίς να διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιανδήποτε πρόθεση να μεροληπτήσουν υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε, ούτε έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιανδήποτε παρατυπία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή οτιδήποτε το επιλήψιμο κατά την ακροαματική διαδικασία. Ασφαλέστατα οι απόψεις τους κατά πόσο στοιχειοθετούνται ή όχι τα αδικήματα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι ουσιώδεις μάρτυρες για να αποδειχθούν ή όχι οι επίδικες κατηγορίες είναι κυρίως οι Μ.Κ.3 και
  1. Προχωρώντας λοιπόν στην αξιολόγηση αυτών των μαρτύρων, το Δικαστήριο προβαίνει στην πιο κάτω αξιολόγηση: Το Τεκμήριο 3 και συγκεκριμένα μέρος αυτού, είναι μία συμφωνία στην οποία αυτό που διαφαίνεται είναι μία αστικής φύσεως συμφωνία της Μ.Κ.4, που ήταν δανείου, και έχοντας υπόψη ότι αυτό θα εξοφλείτο σε 3 μήνες, δηλαδή σε σύντομο χρονικό διάστημα, δεν διακρίνεται οποιαδήποτε εκμετάλλευση. Οι κατηγορίες που αφορούν το πρόσωπο, δηλαδή την μάρτυρα 2 επί του κατηγορητηρίου, είναι έκθετες προς απόρριψη, όχι μόνο διότι είναι εξ ακοής μαρτυρία, αλλά επιπρόσθετα η παρουσία αυτού του ατόμου ήταν απαραίτητη για να αξιολογηθεί και να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα ως προς τις συνθήκες εργοδότησής της και άφιξής της στην Κύπρο, για να διαπιστωθεί κατά πόσο αυτό το άτομο ήταν θύμα εμπορίας και εκμετάλλευσης προσώπων. Η οποιαδήποτε αναφορά έγινε στην ακροαματική διαδικασία ήταν σποραδική, αποσπασματική, γενική, αόριστη και επιφανειακή, που δεν καλύπτει το πιο πάνω κενό. Το Τεκμήριο 12, μέρος αυτού, που είναι επιστολή της Μ.Κ.3, βασικά αιτείται παράταση ‑ βοήθεια από το Τμήμα Εργασίας για να εξοφλήσουν το δανειζόμενο ποσό, που αυτό το στοιχείο δεν αρκεί, και φέρει ημερομηνία Δεκέμβριο 2012 αυτή η επιστολή, πέραν του ότι το πρόβλημα που προϋπήρχε ήταν η έγκριση του Γραφείου Εργασίας για να εργοδοτεί την παραπονούμενη, ζήτημα δηλαδή άσχετο από την οποιανδήποτε δυνατότητα ή εμπλοκή των κατηγορουμένων. Η ιστορική διαδρομή της παρούσας υπόθεσης καταδεικνύει το εξής: Δηλαδή το μη λογικό της καταγγελίας και γενικά το αλλότριο της καταγγελίας. Δηλαδή με βάση το Τεκμήριο 17, που είναι η κατάθεση της Μ.Κ.2, η παραπονούμενη ήρθε στην Κύπρο στις 7 Μαΐου 2012 μετά από αίτηση του εργοδότη, δηλαδή της εταιρείας, της Μ.Κ.
  2. Η άδεια παραμονής είχε ισχύ μέχρι τις 30/07/2012 και στις 17 Μαΐου 2012 αιτήθηκε άδεια διαμονής και απασχόλησης και η οποία εκδόθηκε στις 11 Ιουνίου 2012 με ισχύ μέχρι 30/07/2012, ημερομηνία λήξεως της ισχύος της έγκρισης του αρμόδιου Υπουργείου ότι ο εργοδότης μπορεί να εργοδοτεί αλλοδαπούς. Μετά πάλι με διαδοχική αίτηση, ημερομηνίας 08/01/2013, η άδεια προσωρινής διαμονής ανανεώθηκε μέχρι τις 3 Μαρτίου
  3. Την επόμενη μέρα η παραπονούμενη, δηλαδή στις 09/01/2013, έδωσε κατάθεση. Στις 07/02/2013 η Αστυνομία ενημέρωσε τις αρμόδιες Υπηρεσίες, οι οποίες στις 09/04/2013, μετά από σχετική αίτηση εκδόθηκε στην παραπονούμενη προσωρινή άδεια διαμονής της ως θύμα εμπορίας προσώπων, με ισχύ μέχρι τις 14/08/2013 και η οποία ανανεωνόταν. Άρα η πορεία των αιτήσεων της παραπονούμενης, σε συνδυασμό με τις βραχύβιες ανανεώσεις που δίνονταν, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι άδειες δίνονταν από τις αρμόδιες Υπηρεσίες χωρίς να έχουν εμπλοκή βεβαίως οι κατηγορούμενοι, συνηγορούν στο ότι η παραπονούμενη μαζί με την Μ.Κ.3 καταστρατήγησαν τη Νομοθεσία και τις διαδικασίες για να πετύχουν την παραμονή της Μ.Κ.4 στην Κύπρο. Και όλα αυτά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι παραπονούμενες δήλωσαν ότι ήταν πολύ ευχαριστημένες με την Μ.Κ.3, άρα αυτό έρχεται να ενισχύσει ως λογικό συμπέρασμα και απόρροια στην κρίση του Δικαστηρίου ότι οι παραπονούμενες και η Μ.Κ.3 προέβησαν στις πιο πάνω ενέργειες για να καταστρατηγήσουν τις διαδικασίες και τις Νομοθεσίες για να παραμείνουν στην Κύπρο και να εξυπηρετήσουν οι παραπονούμενες και η Μ.Κ.3 της δικές τους επιθυμίες και ανάγκες. Δηλαδή δεν έχουμε μίαν εκμετάλλευση ή εμπορία προσώπων, αλλά μία στοχευμένη ενέργεια των παραπονουμένων και της Μ.Κ.3 να μπλέξουν τους κατηγορούμενους ως δράστες κυκλώματος εμπορίας και εκμετάλλευσης προσώπων. Εάν έγινε οποιοδήποτε αδίκημα, αυτό έγινε στο Βιετνάμ που δεν έχουμε οποιοδήποτε μαρτυρικό υπόβαθρο, αφού οι ενέργειες που έγιναν μέσω της Interpol απέβησαν άκαρπες. Διαπιστώθηκε πάντως ότι οι παραπονούμενες ήταν ευχαριστημένες με την Μ.Κ.
  4. Δεν πείθει το Δικαστήριο η θέση της Μ.Κ.3 ότι ανησύχησε για το ότι δίνονταν τα λεφτά του μισθού έναντι του δανείου και αν αυτό ήταν σωστό, διότι από τη μια το Δικαστήριο δεν έχει διαπιστώσει οτιδήποτε το μεμπτό στη συμφωνία δανείου και ειδικότερα το στοιχείο της πίεσης ή εκμετάλλευσης, αφού μαρτυρία από το Βιετνάμ δεν υπάρχει, αλλά και αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι οι παραπονούμενες και η Μ.Κ.3 στην κατά τα άλλα ομαλή τους συνεργασία επεδίωξαν με κάθε τρόπο την παράταση της παραμονής τους στην Κύπρο για να εξυπηρετήσουν το ίδιον τους όφελος. Αυτό που προκύπτει από τη Μ.Κ.3, είναι ότι αυτό που προείχε ως προτεραιότητα για την ίδια είναι η εξασφάλιση των αλλοδαπών, εξ ου και η ένσταση που έκανε η ίδια και η επανεργοδότηση της παραπονούμενης από την ίδια. Για το διαβατήριο αυτό που είπε είναι ότι ο κατηγορούμενος 1 της είπε ότι το ξέχασε και το έστειλε με τον πρώην κατηγορούμενο 3 και συνεπώς δεν έχει το Δικαστήριο ενώπιόν του κάποιο στοιχείο εκβιασμού ή παράνομης κατακράτησης του διαβατηρίου της παραπονούμενης. Επίσης αυτό που προκύπτει από τις παραδοχές της Μ.Κ.3, είναι ότι δεν κακομεταχειριζόταν τις παραπονούμενες, ως επίσης τις πλήρωνε κανονικά και εργάζονταν κανονικές ώρες με βάση συμβολαίου, άρα κανένα συστατικό στοιχείο εμπορίας ή εκμετάλλευσης προσώπων υπήρχε. Σίγουρα δεν είναι λογική η αναφορά της ότι με την παραπονούμενη δεν ήταν ευχαριστημένη, διότι σε κατοπινό στάδιο τη ζήτησε πίσω, εξ ου και έγινε και αυτό καταδεικνύει ότι οι Μ.Κ.3 και 4 προέβησαν στην επίδικη καταγγελία για τους λόγους που αξιολογήθηκαν πιο πάνω. Τόση ήταν η προσφυγή της στο ψεύδος, που ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν γιο, ενώ όπως διαφάνηκε και δεν αμφισβητήθηκε στην πορεία. οι κατηγορούμενοι είχαν κόρη και ήταν εμφανής η σύγχυση της Μ.Κ.3 όταν της υποβλήθηκε αυτή η θέση, που προσέφυγε σε απαντήσεις του τύπου ότι δεν θυμάται καλά λόγω της παρόδου του χρόνου. Επίσης προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία της Μ.Κ.3 ότι μόλις τέθηκε το ζήτημα του διαβατηρίου της παραπονούμενης, ο κατηγορούμενος 1 το έστειλε και αυτό δεν καταδεικνύει οποιανδήποτε δόλια κατακράτηση και εν τη απουσία οποιουδήποτε άλλου στοιχείου που να καταδεικνύει παράνομη κατακράτηση διαβατηρίου, ενισχύει τη θέση του κατηγορούμενου 1 ότι το είχε ξεχάσει, αποδυναμώνοντας ακόμα περισσότερο την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ως προς την εμπορία και εκμετάλλευση προσώπων. Επίσης προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία της Μ.Κ.3 ότι είχε τις παραπονούμενες ως οικογένεια, ως παραδέχθηκε και η ίδια και όπως ανέφερε την έλεγαν «μάμμα» και αυτό μάλιστα μέσα από μαρτυρία μάρτυρα της Κατηγορούσας Αρχής, αποσυνδέοντας πλήρως το οποιοδήποτε στοιχείο με εμπορία και εκμετάλλευση προσώπων, αλλά και απεναντίας καταδεικνύει τις πολύ καλές συνθήκες εργασίας των παραπονουμένων. Τέτοια ήταν η σύγχυσή της που δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα ποια ήταν η παραπονούμενη που ισχυρίζεται ότι την άφησαν κλειδωμένη στο σπίτι, όπως φαίνεται στα στενοτυπημένα πρακτικά ημερομηνίας 13/02/2020, στη σελίδα 8, όπου καταγράφεται επακριβώς η αμηχανία της και η εύκολη προσφυγή της στην ασάφεια, που μόνο κενά αφήνει. Ένα ακόμα στοιχείο που αποσυνδέει πλήρως το οικοδόμημα και την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, είναι αυτό που είπε στην κατακλείδα της μαρτυρίας της η Μ.Κ.3, ως αυτό φαίνεται στη σελίδα 9 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 13/02/2020, όπου η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι ατζέντης ήταν ο πρώην κατηγορούμενος 3 και με αυτόν είχε να κάνει και επικοινωνούσε η ίδια με τον κατηγορούμενο 1 μόνο αν υπήρχε πρόβλημα και για να τους εξηγήσει μέσω της κατηγορούμενης 2, που ήξερε τη γλώσσα, και όχι για οποιονδήποτε λόγο. Άρα αυτή η αναφορά σε καμία περίπτωση δεν διασυνδέει τους κατηγορούμενους 1 και 2 με οποιανδήποτε εμπορία και εκμετάλλευση προσώπων. Από τη μαρτυρία της Μ.Κ.4, αυτό που προκύπτει, ήταν μία εκ των προτέρων οικειοθελής συμφωνία να έρθει στην Κύπρο, με μεγαλύτερο μάλιστα μισθό από αυτόν που θα έπαιρνε στη Μαλαισία, διότι το ποσό που θα δανειζόταν θα το εξοφλούσε όταν θα έπαιρνε τον μισθό της, δηλαδή καμία πίεση ή εμπορία ή εκμετάλλευση προσώπου διαπιστώνεται. Το ότι έμεινε στο σπίτι, όπως λέει στην κατάθεσή της, επειδή δεν ήξερε την περιοχή, δεν σημαίνει ότι υπάρχει εμπορία ή εκμετάλλευση προσώπου, ούτε από το γεγονός ότι βοηθούσε στο σπίτι, στον κήπο και στο πλύσιμο των ρούχων του παιδιού της κατηγορούμενης
  5. Μέσα από την κατάθεση της Μ.Κ.4, αυτό που προκύπτει είναι η συμφωνία της παραπονούμενης να εξοφλήσει σταδιακά το δάνειο που είχε συμφωνηθεί, χωρίς να διαπιστωθεί κάποια πίεση ή στοιχείο που να παραπέμπει σε εμπορία ή εκμετάλλευση προσώπου. Το ότι δεν είχε χρήματα για τους δύο πρώτους μήνες δεν παραπέμπει σε εμπορία ή εκμετάλλευση προσώπου από μόνη της, διότι η Μ.Κ.4 συμφώνησε ελεύθερα από πριν για την αποπληρωμή του δανείου, χωρίς άλλο στοιχείο πίεσης ή καταπίεσης. Προκύπτει από την κατάθεση της Μ.Κ.4 ότι αυτό που επιθυμούσε είναι η παραμονή της στην Κύπρο για να πληρώσει το χρέος της στη χώρα της και να βοηθήσει τους δικούς της που περνούσαν φτωχικά και έδινε στη 2η κατηγορούμενη τα χρήματα που δανείστηκε, χωρίς οποιοδήποτε άλλο στοιχείο καταπίεσης. Η δε αναφορά της ότι η κατηγορούμενη 2 είναι από τη χώρα της και ότι μιλά τη γλώσσα της και ό,τι της έλεγε το πίστευε αφού δεν ξέρει άλλο άτομο να τη βοηθήσει, δεν προσθέτει οτιδήποτε στο πιο πάνω κενό. Η Μ.Κ.4 ήταν σε τέτοιαν σύγχυση, που ούτε καν ήξερε ποιος ήταν ο πράκτοράς την στην Κύπρο, παρά μόνο υπέδειξε τον κατηγορούμενο 1 ως το άτομο που την παρέλαβε από το αεροδρόμιο και εύκολα η μάρτυρας προσέφευγε σε γενικότητες, αποφεύγοντας να προβεί σε απαντήσεις θετικές και λεπτομερειακές και ήταν έντονο το ύφος της στο να αποφεύγει να απαντήσει. Δεν είναι λογικό να την αφήνουν κλειδωμένη στο σπίτι των κατηγορουμένων με το παιδί τους, διότι δεν είναι λογικό εάν προέκυπτε κάποια ανάγκη έκτακτη, όπως π.χ. κινδύνου, να μην μπορεί η Μ.Κ.4 να βγει έξω από το σπίτι με το παιδί τους και δεν είναι πειστικό να μένει σε ένα σπίτι μόνη της σε ένα δωμάτιο βρώμικο με το μικρό παιδί των κατηγορουμένων με ελεύθερη πρόσβαση στο σπίτι και να ισχυρίζεται ότι για να φάει ή να πάει στην τουαλέτα ή στο μπάνιο ή να πιεί νερό θα έπρεπε να περιμένει την κατηγορούμενη 2 και συνεπώς απορρίπτεται ως μη λογικό και ως μη πειστικό το σκηνικό που προσπάθησε να στήσει και που παρέπεμπε σε σκηνές παράνομου εγκλεισμού και το λογικό ήταν από τη στιγμή που έμενε μόνη με ένα μικρό παιδί και μάλιστα των κατηγορουμένων, να είχε ελευθερία κινήσεων στο σπίτι για να μπορεί να φροντίσει και τις ανάγκες ενός παιδιού, όπως φαγητό, νερό, τουαλέτα κλπ. Για πρώτη φορά προέβαλε στην κυρίως εξέτασή της, προφανώς υστερόβουλα και ψευδώς, τον ισχυρισμό ότι η κατηγορούμενη 2 κατακράτησε το διαβατήριό της ως "συμφωνία" για να της αποπληρώσει το δάνειο και αυτή η θέση προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο, προφανώς για να εμπλουτίσει την εκδοχή της και στο ίδιο μοτίβο κινήθηκαν και οι αναφορές της ότι έκανε ό,τι της ζητούσαν. Επιπρόσθετα δε ως προς το ζήτημα του διαβατηρίου, διαισθανόμενη το μη πειστικό της εκδοχής της κατά την αντεξέτασή της, ανέφερε ότι το διαβατήριο της το κρατούσε το αφεντικό της, δηλαδή ο σύζυγος της Μ.Κ.3 και όταν έμεινε για λίγες μέρες στο σπίτι των κατηγορουμένων ανέφερε ότι το διαβατήριο το κρατούσε η ίδια, ερχόμενη δηλαδή σε αντίθεση με τα όσα προσπάθησε να οικοδομήσει σε προηγούμενες της αναφορές, ενισχύοντας έτσι ως πιο πιθανή την αναφορά του κατηγορούμενου 1, ήτοι ότι ουσιαστικά αυτό ξεχάστηκε στο σπίτι του και με την πρώτη ευκαιρία της επιστράφηκε. Η Μ.Κ.4 μάλιστα έφτασε στο σημείο να αναφέρει ότι δεν ξέρει τι έγινε με το διαβατήριό της και «τι συνεννοήσεις έκανε μαζί τους», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, αποδομώντας την εκδοχή που παρουσίασε και που αξιολογήθηκε πιο πάνω, ήτοι ότι το διαβατήριο της παρακρατήθηκε μέχρι να εξοφληθεί το δάνειό της. Το αλλότριο κίνητρό της στο να προβεί στην επίδικη καταγγελία καταδεικνύεται και από την αναφορά της ότι προέβηκε στην καταγγελία όταν υπήρχε πρόβλημα με τα έγγραφα, αφού ανέφερε ότι η Μ.Κ.3 την προέτρεψε να πάει στην Αστυνομία για να κάνει παράπονο και συνεπώς ενισχύεται η εντύπωση ότι ουδέν πρόβλημα υπήρχε με τη διαμονή και συνθήκες εργασίας της Μ.Κ.4, αφού σε όλο το διάστημα που έμενε στην Κύπρο δεν προέβηκε σε οποιανδήποτε καταγγελία, που στη συντριπτική πλειοψηφία του χρόνου έμενε με την Μ.Κ.
  6. Παντελώς υστερόβουλη και μη πειστική είναι η αναφορά της ότι άλλοι συμπατριώτες της πληρώνουν λιγότερα χρήματα, αφού στην κατάθεσή της ανέφερε ότι το ποσό που δανείστηκε δεν ξέρει αν είναι πολλά ή λίγα και εν πάση περιπτώσει γι' αυτό το ποσό συμφώνησε οικειοθελώς και ήξερε ότι και ο μισθός της θα ήταν €650 μηνιαίως. Το αλλότριο κίνητρό της ενισχύεται και από την αναφορά της ότι επειδή πλήρωσε ήδη χρήματα στο Βιετνάμ και στην Κύπρο και έληξε η άδεια παραμονής της, έπρεπε να πάει στην Αστυνομία να παραπονεθεί. Το μη πειστικό της εκδοχής της, σε συνδυασμό με το αλλότριο κίνητρό της, διαφαίνεται και μέσα από τις απαντήσεις που έδωσε για τους λόγους που δεν προέβηκε σε παράπονο στη χώρα της όταν επέστρεψε για διακοπές, ενισχύοντας έτσι την εικόνα ότι αυτό που την ενδιαφέρει είναι η παραμονή της στην Κύπρο διά μέσου της επίδικης καταγγελίας, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να έχει παράπονο επειδή πλήρωσε το δάνειο που η ίδια η μάρτυρας οικειοθελώς σύναψε χωρίς πίεση ή καταπίεση. Μάλιστα η ίδια η Μ.Κ.4 στη σελίδα 27 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 25/06/2020, όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι προέβηκε στο παράπονο για να αποκτήσει άδεια παραμονής (βίζα), ανέφερε επί λέξη «Όχι μόνο γι' αυτό, αλλά είναι και για τα χρήματα», όπως ανέφερε, ζητήματα που ήδη αξιολογήθηκαν από το Δικαστήριο. Η μάρτυρας μάλιστα ανέφερε ότι κανένας δεν την πίεσε να έρθει στην Κύπρο και ήρθε για να βοηθήσει τους οικείους της στη χώρα της και τα υπόλοιπα χρήματα που χρειάζονταν για να έρθει θα τα πλήρωνε εδώ στην Κύπρο και συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι ελεύθερα ήρθε στην Κύπρο και ελεύθερα συμφώνησε να αποπληρώσει το δάνειό της, χωρίς μάλιστα πίεση να ακολουθήσει τους κανόνες της εταιρείας, όπως π.χ να μάθει αγγλικά και οικειοθελώς ήρθε στην Κύπρο, όπου θα είχε διπλάσιες απολαβές. Το αλλότριο κίνητρο της Μ.Κ.4 ενισχύεται και από το γεγονός ότι ανέφερε πως δεν είχε χρόνο να υποβάλει το παράπονο στη χώρα της όταν επέστρεψε για λίγο χρονικό διάστημα και αυτή η αναφορά δεν συνάδει με την κοινή λογική, αφού είναι λογικό και αναμενόμενο ένα θύμα εμπορίας και εκμετάλλευσης να προβεί σε καταγγελία στη χώρα της. Η δε αναφορά και δικαιολογία της ότι δεν το έπραξε επειδή ήταν άρρωστος ο σύζυγός της, ουδόλως έπεισε το Δικαστήριο. Δεν έπεισε η αναφορά της ότι δεν ήξερε τι ποσό θα πλήρωνε στην Κύπρο, διότι τέθηκε αυτό υστερόβουλα για πρώτη φορά στην αντεξέτασή της για να πείσει, ανεπιτυχώς, ότι ήταν θύμα εμπορίας και εκμετάλλευσης και ότι ουσιαστικά εργαζόταν χωρίς αμοιβή και αυτό ενισχύεται και από την αναφορά της ότι ο εργοδότης της δεν της έδινε αρκετά χρήματα, διότι η ίδια η Μ.Κ.4 παραδέχθηκε ότι ήρθε στην Κύπρο επειδή οι απολαβές θα ήταν περισσότερες απ' ότι στη Μαλαισία και ότι ο μισθός της, τον οποίο γνώριζε από πριν, καταβαλλόταν κανονικά και αυτό καταδεικνύει τις διαρκείς αμφιταλαντεύσεις της μάρτυρος, που στο μόνο πράγμα που ήταν σταθερή ήταν στην αστάθεια και συνεπής στην ασυνέπεια των εκδοχών της. Η μόνη πίεση που δέχτηκε, όπως ανέφερε η Μ.Κ.4, είναι από τον σύζυγό της και όχι από οποιοδήποτε άλλο άτομο, αφού και η ίδια ανέφερε ότι το μόνο άτομο που την πίεζε είναι ο σύζυγός της για να έρθει να εργαστεί, αποσυνδέοντας έτσι τους κατηγορούμενους από οποιοδήποτε στοιχείο πίεσης ή καταπίεσης. Πρώτη φορά υστερόβουλα και ψευδώς προέβαλε η Μ.Κ.4 ότι η Μ.Κ.3 την κακομεταχειριζόταν με πολύ σκληρό τρόπο, αφού αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα είπε η Μ.Κ.3, που η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε στο εδώλιο του μάρτυρα και αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο ότι λέχθηκε από την Μ.Κ.4 σε μία προσπάθεια εμπλουτισμού της εκδοχής της. Μάλιστα πρώτη φορά στην επανεξέτασή της διευκρίνισε ότι εξαπατήθηκε από τους κατηγορούμενους και αυτό έγινε σε μίαν απέλπιδα προσπάθεια να περισώσει ό,τι απέμεινε από τα ερείπια του οικοδομήματος της εκδοχής της που είχε παρουσιάσει και που κατακρημνίστηκε κατά την αντεξέτασή της, προβάλλοντας στο στάδιο της επανεξέτασης υπό τον μανδύα των διευκρινιστικών ερωτήσεων νέες καινοφανείς απαντήσεις και εκδοχές, που είχαν στόχο την ενοχοποίηση των κατηγορουμένων, οι οποίες εκδοχές κρίνονται από το Δικαστήριο ως άστοχες και υστερόβουλες, όπως π.χ οι αναφορές της ότι έδινε τα χρήματα στην κατηγορούμενη 2 και όταν τα έδινε έκλαιγε, θέση που κρίνεται ως άστοχη διότι αυτό που ουσιαστικά γινόταν ήταν η εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων και όχι η εμπορία και εκμετάλλευσή της. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση ουσιαστικά και νομοτελειακά κρίθηκε και η έκβαση της υπόθεσης, εν τούτοις για σκοπούς πληρότητας γίνεται και η αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου
  7. Μέσα από τη μαρτυρία του διαφάνηκε πλήρως για ποιον λόγο ξεχάστηκε το διαβατήριο της Μ.Κ.4 στο σπίτι του και ότι αυτό επιστράφηκε. Δεν αποδέχεται το Δικαστήριο τη θέση του ότι η Μ.Κ.3 παραδέχθηκε το αλλότριο της καταγγελίας, διότι αυτό δεν υποβλήθηκε μεν στην Μ.Κ.3, γίνεται όμως αποδεκτό από το Δικαστήριο το αλλότριο της καταγγελίας, λόγω της πιο πάνω αξιολόγησης που έγινε γι' αυτό το ζήτημα. Δηλαδή το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι η Μ.Κ.3 παραδέχθηκε το αλλότριο της καταγγελίας, αποδέχεται όμως το Δικαστήριο το αλλότριο της καταγγελίας, λόγω της πιο πάνω αξιολόγησης που έγινε. Κατά τα λοιπά η μαρτυρία του δεν είχε να προσθέσει οτιδήποτε άλλο στην ήδη αξιολογηθείσα μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας και ιδίως των Μ.Κ.3 και 4, που νομοτελειακά επιφέρουν την απόρριψη των κατηγοριών. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, οι κατηγορούμενοι αθωώνονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.)............. ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.