← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 19580/19, 11/8/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 19580/19, 11/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19580/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον XXXX Δημητρίου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 11.8.20 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Λ. Μάρκου Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Νεοφύτου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου κατά παράβαση των άρθρων 270 και 255 του Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας υπ΄ αρ. 2, ο Κατηγορούμενος μεταξύ της 14ης και 15ης Μαρτίου 2014 έκλεψε εννέα κιλά χρυσού αξίας €200.000 τα οποία του εμπιστεύθηκε ο xxxx Δημητρίου για να τα μεταφέρει στην εταιρεία Capella Manufacturing Ltd (στο εξής "Capella") στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο Κατηγορούμενος πώλησε την προαναφερόμενη ποσότητα χρυσού και οικειοποιήθηκε το ποσό των €200.
  2. Στις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο ότι μεταξύ του έτους 2013 και 15.03.14 έκλεψε 235 κιλά ασήμι αξίας €118.000, περιουσία που του εμπιστεύθηκε ο xxxx Δημητρίου για να την μεταφέρει και να την αποθηκεύσει στη Capella. Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 6ης κατηγορίας ο Κατηγορούμενος μεταξύ του έτους 2013 και 15.03.14 έκλεψε το χρηματικό ποσό των €239.035,63 το οποίο αποτελούσε εισπράξεις από πωλήσεις χρυσού και ασημιού που του εμπιστεύθηκε ο xxxx Δημητρίου για να τα μεταφέρει και να τα πωλήσει εκ μέρους του στη Capella. Σημειώνεται ότι αρχικά το κατηγορητήριο περιλάμβανε έξι κατηγορίες, ωστόσο οι κατηγορίες με αριθμό 1 και 3 διακόπηκαν στις 23.01.
  3. Περαιτέρω, στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως ο Κατηγορούμενος αθωώθηκε και απαλλάχθηκε στην κατηγορία υπ΄ αρ.
  4. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της παρουσίασε τρεις μάρτυρες και κατατέθηκαν 29 Τεκμήρια. Επίσης κατά την ακροαματική διαδικασία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 19 του Κεφ.9, τα ακόλουθα: « Η xxxx Λουκαΐδου, Εξεταστής Τελωνείων, παρέδωσε ορθά και νομότυπα τα έγγραφα που αποτελούν τη δέσμη Τεκμηρίου 11 και τα έγγραφα των Τεκμηρίων 12Α και 12Β. Περαιτέρω, από έρευνα που έγινε στο Αρχιτελωνείο μέσω του Ηλεκτρονικού Μητρώου Δηλώσεων εντοπίστηκαν οι ακόλουθες δηλώσεις ρευστών διαθεσίμων: Στις 30.03.13 κατά την άφιξη του στο αεροδρόμιο Πάφου ο Κατηγορούμενος προέβη σε δήλωση συναλλάγματος για το ποσό των €200.
  5. Η δήλωση έφερε αριθμό 18/
  6. Στις 10.04.13 η xxxx xxxx Limer κατά την άφιξη της στο αεροδρόμιο Πάφου προέβη στη δήλωση συναλλάγματος 30/2013 για το ποσό των €200.
  7. Στις 14.04.13 κατά την άφιξη του στο αεροδρόμιο Λάρνακας ο Κατηγορούμενος προέβη στη δήλωση συναλλάγματος με αριθμό 626/2013 για το ποσό των €250.
  8. Στις 19.05.13 κατά την άφιξη του στο αεροδρόμιο Πάφου ο Κατηγορούμενος προέβη σε δήλωση συναλλάγματος με αριθμό 43/2013 για το ποσό των €240.
  9. Ο Κατηγορούμενος διατηρούσε τον λογαριασμό με αρ.xxxxxx014 στην τράπεζα Societe Generale Bank Cyprus Ltd. Το Τεκμήριο 5Α απεικονίζει την κίνηση του προαναφερόμενου λογαριασμού για την περίοδο 01.01.13 - 30.06.
  10. Στον εν λόγω λογαριασμό έγιναν εμβάσματα από τη Capella κατά την πιο πάνω περίοδο για το συνολικό ποσό των €29.827,
  11. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι τα πιο πάνω ποσά αποτελούν προμήθειες που λάμβανε από την πιο πάνω αναφερόμενη εταιρεία από αγοραπωλησίες χρυσού. Η τράπεζα ζήτησε όπως προσκομίσει σχετικό συμβόλαιο και ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι δεν διέθετε συμβόλαιο. Μετά τα πιο πάνω δεν έγινε ξανά έμβασμα στον εν λόγω λογαριασμό από τη Capella. Ο xxxx Πολυδώρου, Βοηθός Τελωνείου, διενήργησε έλεγχο στις 14.03.14 στις αποσκευές του Κατηγορούμενου, διότι κατά την αναχώρησή του από το αεροδρόμιο Πάφου εντοπίστηκε στην ακτινοδιαγνωστική μηχανή ότι μετέφερε στις αποσκευές του ποσότητα χρυσού. Κατά τον έλεγχο ο Κατηγορούμενος παρουσίασε δύο τιμολόγια που αφορούσαν το χρυσοχοείο Marinos Demetriou Jewellery Ltd. Η ποσότητα χρυσού αποτελείτο από έξι κομμάτια άμορφης μάζας τα οποία δεν ζυγίστηκαν κατά τον τελωνειακό έλεγχο. Τα τιμολόγια που επέδειξε ο Κατηγορούμενος είναι αυτά που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 12Α. Στις 20.06.14 η διευθύντρια του καταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) που βρίσκεται στην οδό Αγ. Φυλάξεως 183 στη Λεμεσό παρέδωσε στην Αστυνομία κατάσταση κίνησης του λογαριασμού του Κατηγορούμενου για την περίοδο 01.01.13 - 20.06.14 αμφοτέρων των ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων, καθώς και έγγραφα που αφορούν την κίνηση και τις συναλλαγές που διενεργήθηκαν στον εν λόγω λογαριασμό κατά την πιο πάνω περίοδο. Η κατάσταση λογαριασμού μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα αποτελούνται συνολικά από έντεκα σελίδες και είναι το Τεκμήριο
  12. Στο εν λόγω Τεκμήριο περιλαμβάνονται δύο εξερχόμενα εμβάσματα που διενεργήθηκαν κατόπιν οδηγιών του Κατηγορούμενου στη Capella για το ποσό των €50.000 έκαστο. Ο Κατηγορούμενος διατηρεί στην Ελληνική Τράπεζα τρεις χρεωστικούς λογαριασμούς το χρεωστικό υπόλοιπο των οποίων στις 23.06.14 ανερχόταν στο ποσό των €328.
  13. Στους εν λόγω λογαριασμούς δεν υπάρχει οποιαδήποτε κίνηση εκτός από την χρέωση τόκων. Στην προαναφερόμενη Τράπεζα διατηρεί δύο λογαριασμούς ταμιευτηρίου ο πατέρας του Κατηγορούμενου. Στο λογαριασμό που αποτελεί το Τεκμήριο 4 πραγματοποιήθηκαν δύο εμβάσματα από τη Capella στις 15.01.14 για το ποσό των €3.500 και στις 22.01.14 για το ποσό των €4.708,
  14. Τα εν λόγω ποσά αναλήφθηκαν από τον δικαιούχο του λογαριασμού, δηλαδή τον πατέρα του Κατηγορούμενου. Στις 22.01.13 ο Κατηγορούμενος κατάγγειλε στο Τ.Α.Ε Λευκωσίας ότι την ίδια ημέρα και περί ώρα 17:40 στον δημοτικό χώρο στάθμευσης απέναντι από το "Holiday Inn" στη Λευκωσία τον πλησίασε άγνωστος νεαρός άνδρας αραβικής καταγωγής ο οποίος με σπαστά ελληνικά τον ρώτησε κατά πόσο επιθυμούσε να του πωλήσει αρώματα. Σχεδόν ταυτόχρονα δεύτερο πρόσωπο τον προσέγγισε από πίσω και τον άρπαξε από τον λαιμό με άγνωστο αντικείμενο, με αποτέλεσμα να πέσει λιπόθυμος στο έδαφος. Όταν επανέφερε τις αισθήσεις του διαπίστωσε ότι είχε κλαπεί η τσάντα ώμου του εντός της οποίας υπήρχαν €10.000 που αποτελούσαν περιουσία της Marinos Demetriou Jewellery Ltd. Διευκρινίζεται ότι ως παραδεκτό γεγονός είναι το γεγονός της καταγγελίας που προαναφερόμενου ισχυριζόμενου συμβάντος». Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής και η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου στις τελικές τους αγορεύσεις επικεντρώθηκαν στην ανάλυση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, προβάλλοντας εκ δια μέτρου αντίθετες προσεγγίσεις. Έχω κατά νου το σύνολο της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων και αναφορά σε συγκεκριμένες πτυχές θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (Ζαβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1Α Α.Α.Δ 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsierkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μετά την παράθεση της μαρτυρίας, θα ακολουθήσει η αξιολόγηση των μαρτύρων. Σημειώνεται ότι η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ 35). Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του Kεφ.9, τις καταθέσεις του ημερ. 11.10.16 και 07.10.19 (Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα). Σε αυτές αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 16.03.2014 ο Μ.Κ.2 και ο Κατηγορούμενος προσήλθαν στα γραφεία του Τ.Α.Ε Λεμεσού και κατήγγειλαν ότι ο Κατηγορούμενος υπήρξε θύμα ληστείας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Συγκεκριμένα, ενώ κατευθυνόταν πεζός από το αεροδρόμιο του Manchester προς το ξενοδοχείο του έπεσε θύμα ληστείας από πρόσωπο που μιλούσε ελληνικά με κυπριακή προφορά το οποίο υπό την απειλή όπλου τον κάλεσε να μην καταγγείλει οτιδήποτε στην αστυνομία, διότι διαφορετικά θα έκανε κακό στην οικογένεια του. Στις 20.03.2014 ο Μ.Κ.2 προσήλθε εκ νέου στα γραφεία του Τ.Α.Ε και δήλωσε ότι στις 17.03.2014 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο όπως μεταβούν μαζί στο Ηνωμένο Βασίλειο για να καταγγείλουν την ισχυριζόμενη ληστεία. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε και ανέφερε στον Μ.Κ.2 ότι θα του έδιδε το ποσό των €200.000 που αντιστοιχούσε στην αξία του χρυσού που κλάπηκε. Προς τούτο συναντήθηκαν στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου του Μ.Κ.2, αλλά ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Ο Μ.Κ.2 αποφάσισε να μεταβεί στο Ηνωμένο Βασίλειο για να καταγγείλει την υπόθεση και στο αεροδρόμιο συνάντησε τον Κατηγορούμενο ο οποίος του είπε ότι αποφάσισε τελικά να καταγγείλει την ισχυριζόμενη ληστεία. Παρά ταύτα, με την άφιξή τους στο αεροδρόμιο του Manchester, ο Μ.Κ.2 δεν ξαναείδε τον Κατηγορούμενο. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης εξασφαλίστηκαν διατάγματα αποκάλυψης των τραπεζικών λογαριασμών του Κατηγορούμενου και του πατέρα του, τα οποία ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Τεκμήρια 3 - 5A-Γ. Στο Τεκμήριο 2 ο Μ.Κ.1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο Κατηγορούμενος συνελήφθηκε στις 02.09.2019 κατόπιν ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του και παραδόθηκε στις αρχές της Δημοκρατίας στις 03.10.
  1. Κατά την ίδια ημερομηνία και συγκεκριμένα κατά την άφιξη του στο αεροδρόμιο Λάρνακας συνελήφθηκε δυνάμει εθνικού εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του. Σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού, ο Μ.Κ.1 επεξήγησε ότι η δέσμη Τεκμηρίου 3 αφορά λογαριασμό που διατηρούσε ο Κατηγορούμενος στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) και καλύπτει την περίοδο 01.01.2013 με 21.06.
  2. Κατά την εν λόγω περίοδο υπήρξαν εμβάσματα από τη Capella στον εν λόγω λογαριασμό συνολικού ύψους €201.
  3. Η δέσμη Τεκμηρίου 4 αφορά κατάσταση λογαριασμού του πατέρα του Κατηγορούμενου στην Ελληνική Τράπεζα και καλύπτει την περίοδο 01.01.2013 με 02.06.
  4. Στις εν λόγω καταστάσεις παρουσιάζονται δύο εμβάσματα από τη Capella προς τον εν λόγω λογαριασμό ύψους €3.500 και €4.078,
  5. Η δέσμη Τεκμηρίου 5Α - 5Γ αφορά τον λογαριασμό που διατηρούσε ο Κατηγορούμενος στην Societe Generale Bank Cyprus Ltd και καλύπτει την περίοδο 01.01.2013 με 30.06.
  6. Το συνολικό ύψος των εμβασμάτων από τη Capella στον εν λόγω λογαριασμό ανέρχεται στο ποσό των €29.827,
  7. Σε σχέση με τη δέσμη Τεκμηρίου 3, ο Μ.Κ.1 διευκρίνισε ότι υπήρξαν δύο εξερχόμενα εμβάσματα προς τη Capella εκ ποσού €50.000 το κάθε ένα. Το Τ.Α.Ε Λεμεσού, μέσω της Interpol Λευκωσίας, ζήτησε από την Interpol του Manchester όπως γίνουν εξετάσεις αναφορικά με τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι υπήρξε θύμα ληστείας. Ο Άγγλος αστυνομικός σε σχετικό σημείωμά του (Τεκμήριο 8) ανέφερε ότι ήταν απίθανο να γίνει τέτοια ληστεία καθώς στον χώρο του αεροδρομίου υπάρχει αρκετή αστυνόμευση και φωτισμός. Επίσης, από εξετάσεις που διενήργησε ο προαναφερόμενος αστυνομικός στη Capella, διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος μετέφερε χρυσό στην εν λόγω εταιρεία λέγοντάς τους ότι ανήκει στον ίδιο και μάλιστα έλαβε προκαταβολή σε μετρητά για τον χρυσό που παρέδωσε. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.1 δήλωσε ότι αρχικά είχε ζητηθεί όπως μεταβούν ανακριτές στο Ηνωμένο Βασίλειο προς λήψη καταθέσεων, πλην όμως το αίτημα δεν έγινε δεκτό και στη συνέχεια στάλθηκε αίτημα προς τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου για δικαστική συνδρομή με το οποίο ζητούνταν τέσσερεις καταθέσεις από συγκεκριμένα πρόσωπα και η λήψη καταστάσεων λογαριασμού από το λογιστήριο της Capella. Η δικαστική συνδρομή εκτελέστηκε με τη λήψη μόνο μίας κατάθεσης από τον διευθυντή παραγωγής της Capella (Τεκμήριο 10). Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι εκτελούσε και ο ίδιος αγοραπωλησίες χρυσού και προς τούτο συνεργαζόταν με τη Capella, ο Μ.Κ.1 δήλωσε ότι δεν προσκόμισε οποιεσδήποτε αποδείξεις είτε ο Κατηγορούμενος, είτε ο πατέρας του προς επιβεβαίωση του συγκεκριμένου ισχυρισμού τους. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως δέσμη Τεκμηρίου 11 τα έγγραφα τα οποία παρουσίασε ο Κατηγορούμενος στο τελωνείο Πάφου σε ορισμένες περιπτώσεις που μετέφερε χρυσό και ασήμι στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ως δέσμη Τεκμηρίου 12Α κατατέθηκαν τα έγγραφα που παρουσίασε ο Κατηγορούμενος κατά τη μετάβασή του στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 14.03.
  8. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο Κυπριακός Οργανισμός Σήμανσης Αντικειμένων Από Πολύτιμα Μέταλλα (Κ.Ο.Σ.Α.Π.Μ) πληροφόρησε, με σχετική επιστολή του (Τεκμήριο 14) προς τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού, ότι ο Μ.Κ.2 ως αδειοδοτημένος έμπορος πολύτιμων μετάλλων υποχρεούται να τηρεί μητρώο σε σχέση με τις αγορές που πραγματοποιεί. Ο εν λόγω Οργανισμός με την προαναφερόμενη επιστολή του δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει τις ποσότητες χρυσού και ασημιού που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Σε σχετική ερώτηση της κας Νεοφύτου απάντησε ότι σε κάποιες περιπτώσεις ο Μ.Κ.2 ήταν υπό διερεύνηση για θέματα κλεπταποδοχής, ωστόσο δεν γνωρίζει αν για οποιαδήποτε υπόθεση παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ή καταδικάστηκε. Περαιτέρω, δήλωσε ότι έλαβε πληροφόρηση από τον Έφορο Φορολογίας ότι ο Μ.Κ.2 μέχρι και το 2018 τελούσε υπό διερεύνηση από το Τμήμα Φορολογίας καθώς είχαν εντοπιστεί κάποιες περιπτώσεις που δεν δήλωνε το συνάλλαγμά του με αποτέλεσμα να του επιβληθούν προστίματα. Δήλωσε περαιτέρω ότι ζήτησε από τον Μ.Κ.2 όπως τον προμηθεύσει με καταστάσεις λογαριασμού που αφορούσαν τη συνεργασία του με τη Capella, χωρίς ωστόσο να παρουσιάσει μέχρι σήμερα ο,τιδήποτε. Ο Μ.Κ.1 συμφώνησε με την ευπαίδευτη συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι ο πελάτης της εξουσιοδότησε την αστυνομία όπως ερευνήσει τα e-mail που αντάλλαζε με τη Capella. Δεν θεωρήθηκε ωστόσο αναγκαία η εν λόγω διερεύνηση, διότι αυτό το οποίο εξέταζε ο ίδιος ήταν η κατ΄ ισχυρισμό ληστεία που διαπράχθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ερωτηθείς για το πώς η αστυνομία κατέληξε στην διατύπωση της 6ης κατηγορίας και συγκεκριμένα ότι ο Κατηγορούμενος έκλεψε το χρηματικό ποσό των €239.035,63, ο μάρτυρας απάντησε ότι το εν λόγω ποσό προκύπτει από το σύνολο των εμβασμάτων που έγιναν από τη Capella στους λογαριασμούς του Κατηγορούμενου χωρίς να υπάρχει σχετική εξουσιοδότηση από τον Μ.Κ.
  9. Σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι στο εν λόγω ποσό περιλαμβάνονται και οι €100.000 που επιστράφηκαν από τον Κατηγορούμενο στη Capella. Ο Μ.Κ.1 θεωρώ ότι υπήρξε αντικειμενικός και αμερόληπτος μάρτυρας. Ως εξεταστής της υπόθεσης εκπλήρωσε ακριβοδίκαια τα καθήκοντα του και μετέφερε στο Δικαστήριο τις ενέργειες στις οποίες προέβη. Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την ορθότητα των ενεργειών του Μ.Κ.
  10. Δεν παραβλέπω ότι ακροθιγώς εγέρθηκε ζήτημα παράλειψης εξέτασης του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Κατηγορούμενου και ειδικότερα της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που διατηρούσε με τη Capella. Το εν λόγω ζήτημα δεν μπορεί να προκαλέσει ρήγμα στη μαρτυρία του Μ.Κ.
  11. Ενδεχομένως να ήταν πληρέστερη η διερεύνηση της υπόθεσης αν γινόταν και η σχετική εξέταση, εφόσον η υπόθεση δεν περιορίστηκε μόνο στην ισχυριζόμενη ληστεία της 14.03.14 αλλά επεκτάθηκε στη συνολική περίοδο της συνεργασίας του Κατηγορούμενου με τον Μ.Κ.
  12. Το ουσιαστικό ωστόσο ερώτημα είναι κατά πόσο προκλήθηκε οποιαδήποτε αδικία εις βάρος του Κατηγορούμενου. Η απάντηση απερίφραστα είναι αρνητική. Καταρχάς δεν τέθηκε στον μάρτυρα οτιδήποτε συγκεκριμένο από τη σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει τη διερεύνηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση την Υπεράσπιση του Κατηγορούμενου. Σε κάθε περίπτωση, δεν υποστηρίχθηκε ότι η μη εξέταση της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας στέρησε τον Κατηγορούμενο της δυνατότητας να παρουσιάσει μαρτυρικό υλικό. Επισημαίνω ότι πρόκειται για το δικό του ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα, εάν το επιθυμούσε, να το παρουσιάσει κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Καταληκτικά, σημειώνω ότι παρακολουθώντας τον μάρτυρα δεν διαπίστωσα ότι η μαρτυρία του ήταν καθοδηγούμενη ή ότι αυτή διαμορφώθηκε προς εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων. Άλλωστε, επαναλαμβάνω ότι τέτοια θέση δεν προωθήθηκε από την Υπεράσπιση. Ως εκ των ανωτέρω, η μαρτυρία του κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ο Παραπονούμενος - Μ.Κ.2 έδωσε τέσσερις συνολικά καταθέσεις στην αστυνομία, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στην κατάθεσή του ημερ. 16.03.14 (Τεκμήριο 19 και 19Α) ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι γνώρισε τον Κατηγορούμενο προ 3 περίπου ετών και συμφώνησαν να του μεταφέρει ράβδους χρυσού στο Ηνωμένο Βασίλειο και συγκεκριμένα στη Capella. Η μεταφορά του χρυσού γινόταν ως εξής. Ενημέρωνε τον Κατηγορούμενο για την ποσότητα του χρυσού που θα μετέφερνε. Ο Κατηγορούμενος διευθετούσε την έκδοση αεροπορικού εισιτηρίου και μετέβαινε στο χρυσοχοείο του Μ.Κ.
  13. Εκεί ο Μ.Κ.2 του παρέδιδε τον χρυσό και ακολούθως τον μετέφερνε στο αεροδρόμιο. Ο Κατηγορούμενος του έστελνε μήνυμα στο κινητό του τηλέφωνο όταν επιβιβαζόταν στο αεροπλάνο, όταν έφθανε στο Ηνωμένο Βασίλειο, όταν παρέδιδε τον χρυσό και όταν επέστρεφε. Ο Κατηγορούμενος δεν μετέφερνε χρήματα στην Κύπρο, διότι οι συναλλαγές γίνονταν μέσω τράπεζας. Στις 14.03.14 παρέδωσε στον Κατηγορούμενο, 9 περίπου κιλά χρυσού αξίας περί τις €200.000 για να τα παραδώσει στη Capella. Μετέφερε τον Κατηγορούμενο στο αεροδρόμιο και ο τελευταίος του έστειλε μήνυμα ότι επιβιβάστηκε. Αργότερα την ίδια μέρα έγινε εμπρησμός του αυτοκινήτου του. Όταν προσήλθε στην αστυνομία για να καταγγείλει τον εμπρησμό παρέμεινε υπό κράτηση, διότι εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Λόγω αυτού του γεγονότος δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει με τον Κατηγορούμενο. Όταν πλέον απόκτησε πρόσβαση στο κινητό του, έστειλε μήνυμα στον Κατηγορούμενο χωρίς όμως να λάβει απάντηση. Μετέβηκε στο σπίτι του Κατηγορούμενου και εκεί η μητέρα του, του ανέφερε ότι τον αναζητούσε ο πατέρας του Κατηγορούμενου. Συναντήθηκαν με τον πατέρα του Κατηγορούμενου, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι ο Κατηγορούμενος έπεσε θύμα ληστείας και θα επικοινωνούσε μαζί του γύρω στις 21:
  14. Όντως ο Κατηγορούμενος επικοινώνησε μαζί του και του είπε ότι τον λήστεψαν στον δρόμο προς το ξενοδοχείο. Συγκεκριμένα τον προσέγγισαν δύο άτομα, ο ένας εκ των οποίων κρατούσε πιστόλι το οποίο το πρόταξε στον κρόταφο του. Περαιτέρω, του είπε ότι γνωρίζει τη διεύθυνση του και τα ονόματα των γονιών του και ότι αν κατάγγελλε την υπόθεση στην αστυνομία, θα σκότωναν τους γονείς του. Φοβήθηκε και τους παρέδωσε τον χρυσό. Στις παροτρύνσεις του Μ.Κ.2 να καταγγείλει το συμβάν στην αστυνομία, ο Κατηγορούμενος ήταν ανένδοτος λέγοντας ότι προέχει η ασφάλεια των γονιών του. Στη συμπληρωματική κατάθεση του ημερ. 20.03.14 (Τεκμήρια 16 και 16Α) ο Μ.Κ.2 δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι ο Κατηγορούμενος του είπε ότι θα του έδιδε το ποσό των €200.000 για να αποδείξει ότι το όνομα του είναι καθαρό. Συμφώνησαν να μεταβούν στον δικηγόρο του Μ.Κ.2 για να διευθετηθεί το ζήτημα. Στη συνάντηση ωστόσο ο Κατηγορούμενος δεν έφερε μαζί του χρήματα και αποχώρησε χωρίς να συμφωνηθεί οτιδήποτε. Ο Μ.Κ.2 διευθέτησε να μεταβεί στο Ηνωμένο Βασίλειο μαζί με τη σύζυγο του για να καταγγείλει την ισχυριζόμενη ληστεία. Στο αεροδρόμιο συναντήθηκε με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος του είπε ότι διευθέτησε την ασφάλεια των γονέων του και έτσι αποφάσισε να μεταβεί μαζί του στο Ηνωμένο Βασίλειο για να δώσει κατάθεση στην αστυνομία. Με την άφιξη τους ωστόσο στο Manchester δεν ξαναείδε τον Κατηγορούμενο. Στο αεροδρόμιο ανέφερε σε κάποιους αστυνομικούς την ισχυριζόμενη ληστεία. Την επόμενη μέρα προσήλθε στον αστυνομικό σταθμό που βρίσκεται πλησίον του αεροδρομίου. Εκεί κάποιος αστυνομικός με το όνομα xxxx τους πληροφόρησε ότι σε επικοινωνία που είχε με τη Capella ενημερώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος στις 15.03.14 μετέβηκε στο εργοστάσιο μεταφέροντας 4 κιλά χρυσού αξίας €96.
  15. Από το εν λόγω ποσό δόθηκε στον Κατηγορούμενο το ποσό των 15.000 στερλινών ως προκαταβολή. Σε σχέση με τη ληστεία, ο αστυνομικός ανέφερε ότι δεν μπορούσε να διερευνηθεί, εκτός και αν γινόταν καταγγελία από τον Κατηγορούμενο. Στις 19.03.14 πληροφορήθηκε από τον αστυνομικό xxxx ότι το εργοστάσιο δεν μπορούσε να του καταβάλει το ποσό των €96.000, διότι ο Κατηγορούμενος είχε δηλώσει ότι ο χρυσός ήταν δικός του. Πέραν του χρυσού, κατά διαστήματα ο Κατηγορούμενος μετέφερε για λογαριασμό του Μ.Κ.2 και καθαρό ασήμι. Τον τελευταίο χρόνο υπολογίζει ότι μετέφερε 250 κιλά ασήμι συνολικής αξίας €125.
  16. Επικοινώνησε με το λογιστήριο της Capella και πληροφορήθηκε ότι το ασήμι που υπήρχε κατατεθειμένο για λογαριασμό του ήταν πολύ λίγο και η αξία του δεν ξεπερνούσε τα €
  17. Από τα 250 κιλά ασήμι είχε δώσει οδηγίες μόνο μία φορά για να πωληθούν 14 κιλά αξίας €7.
  18. Στην κατάθεσή του ημερ. 23.08.14 (Τεκμήριο 20) δήλωσε ότι η διαδικασία που ακολουθείτο κατά την παράδοση του χρυσού ή ασημιού ήταν η εξής: Ο Κατηγορούμενος παρέδιδε στη Capella το πολύτιμο μέταλλο, γινόταν επεξεργασία στην παρουσία του και του παρέδιδαν δείγμα μετάλλου για αναλύσεις. Η διαδικασία της ανάλυσης χρειαζόταν 7-10 μέρες για να ολοκληρωθεί και ακολούθως η Capella προχωρούσε σε έμβασμα των χρημάτων που του όφειλε στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας του, Marinos Demetriou Jewellery Ltd. Ο Κατηγορούμενος μετέφερε μετρητά από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο μόνο δύο με τρεις φορές κατά την περίοδο που έγινε το «κούρεμα» και ήταν κλειστές οι τράπεζες. Το συνολικό ποσό που έκλεψε ο Κατηγορούμενος δεν είναι σε θέση να το γνωρίζει και θα μπορεί να το διαπιστώσει όταν λάβει από τη Capella τις καταστάσεις λογαριασμού. Όλα τα χρήματα που έλαβε ο Κατηγορούμενος, είτε σε μετρητά, είτε σε λογαριασμούς του από τη Capella είναι λεφτά που ανήκουν στον ίδιο. Ουδέποτε εξουσιοδότησε τη Capella να εμβάσει χρήματα από αγοραπωλησίες χρυσού σε λογαριασμούς του Κατηγορούμενου, ούτε και τον τελευταίο να λάβει χρήματα από αυτές τις αγοραπωλησίες. Στην τελευταία χρονικά κατάθεσή του ημερ. 07.10.19 (Τεκμήριο 15) δήλωσε ότι οι όποιες διαφορές με τον πρώην συνεργάτη του δεν αφορούν τον Κατηγορούμενο και ο λόγος που τις επικαλέστηκε ο τελευταίος ήταν για να στρέψει αλλού την προσοχή. Μετά το επίδικο συμβάν συνέχισε την συνεργασία του με τη Capella η οποία τερματίστηκε όταν έκλεισε η εν λόγω εταιρεία. Σε σχέση με την προέλευση των πολύτιμων μετάλλων, ανέφερε ότι ήταν από αγορές που πραγματοποιούσε η εταιρεία του ως αδειοδοτημένος έμπορος, καθώς και αγορές που πραγματοποιούσε ο ίδιος από άλλους συναδέλφους του χρυσοχόους. Αναφορικά με την τελευταία ποσότητα χρυσού που μετέφερε ο Κατηγορούμενος, η Capella δεν έμβασε στον λογαριασμό της εταιρείας του το ποσό των 30.000 στερλινών. Το μόνο ποσό που έλαβε σχετικά ήταν μία επιταγή από τους εκκαθαριστές της Capella για το ποσό των €2.000 ή €3.
  19. Στη διά ζώσης μαρτυρία του διευκρίνισε ότι η επικοινωνία με τη Capella γινόταν μέσω του Κατηγορούμενου, διότι ο ίδιος δεν μιλούσε Αγγλικά. Όταν συγκέντρωνε μία ποσότητα πολύτιμου μετάλλου ενημέρωνε τον Κατηγορούμενο για τα κιλά του μετάλλου και ακολούθως αυτός πληροφορούσε τη Capella και συμφωνούσαν την τιμή κλεισίματος του χρυσού η οποία μπορούσε να γίνει δύο φορές ημερησίως στις 11:00 και 15:
  20. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος ετοίμαζε τα έγγραφα που θα έπρεπε να επιδείξει στο τελωνείο για την μεταφορά του μετάλλου. Τα τιμολόγια που περιλαμβάνονται στη δέσμη Τεκμηρίου 11 είναι αυτά που ετοίμαζε ο Κατηγορούμενος, μετά από την δική του πληροφόρηση για την ποσότητα του μετάλλου, για να επιδειχθούν στο τελωνείο κατά τη μεταφορά του. Οι τιμές που αναγράφονται στα τιμολόγια είναι ενδεικτικές, αφού κατά το χρόνο κατάρτισής τους δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ακριβώς την αξία του μετάλλου. Τούτο, διότι ο χρυσός δεν ήταν καθαρός και επομένως θα έπρεπε να γίνει η επεξεργασία του στη Capella, να γίνει η ανάλυση του μετάλλου για να διαπιστωθεί πόση ήταν η καθαρότητα του χρυσού και ακολούθως, στη βάση της συμφωνημένης τιμής, να υπολογισθεί επ' ακριβώς το ποσό που θα έπρεπε να πληρωθεί από τη Capella. Για το αποτέλεσμα των αναλύσεων ενημερωνόταν από τον Κατηγορούμενο. Δεν έχει οπουδήποτε καταγεγραμμένες τις ποσότητες χρυσού που έδωσε στον Κατηγορούμενο για να τις μεταφέρει στη Capella. Επίσης σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο υπήρξε ανταπόκριση της Capella στο αίτημα του λογιστή του για να του δοθούν οι καταστάσεις που διατηρούσε η Capella σε σχέση με την εταιρεία του Marinos Demetriou Jewellery Ltd. Ο Μ.Κ.2 δήλωσε ότι η συμφωνία, όπως τα χρήματα από τις πωλήσεις των μετάλλων κατατίθενται μέσω εμβάσματος από τη Capella σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας του, έγινε από τον Κατηγορούμενο ο οποίος και του ζήτησε τον αριθμό λογαριασμoύ της εταιρείας του. Όσον αφορά το ασήμι διευκρίνισε ότι οι οδηγίες του ήταν όπως αυτό παραμένει κατατεθειμένο στη Capella, διότι σκοπός του ήταν να το πωλήσει όταν θα μετέβαιναν οι θυγατέρες του για σπουδές και θα είχε ανάγκη από χρήματα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι προκαταβολή δεν καταβαλλόταν σε κάθε περίπτωση μεταφοράς χρυσού στη Capella. Προκαταβολές δίδονταν ορισμένες φορές όταν χρειαζόταν ο ίδιος άμεσα χρήματα για να μπορέσει να αγοράσει άλλη ποσότητα χρυσού. Για την ανάγκη όπως δοθεί κάποιο ποσό προκαταβολικά, η Capella ενημερωνόταν από τον Κατηγορούμενο κατά την παράδοση του χρυσού. Για τα αποτελέσματα της ανάλυσης ενημερωνόταν από τον Κατηγορούμενο και στη βάση αυτής της ενημέρωσης υπολόγιζε τα χρήματα που θα έπρεπε να κατατεθούν στον λογαριασμό της εταιρείας του. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα της συνεργασίας του με τον Κατηγορούμενο δεν ήταν αρκετά ικανοποιημένος από τα ποσά που λάμβανε από τις πωλήσεις προς τη Capella. Ωστόσο, επειδή δεν ήταν σε θέση να ελέγξει την ποιότητα του χρυσού που αγόραζε, συνέχισε τη συνεργασία του με τη Capella. Η κα Νεοφύτου διερωτήθηκε για ποίο λόγο ο Μ.Κ.2 δεν ζήτησε από τον Κατηγορούμενο αντίγραφα των e-mail που η Capella έστειλε στον πελάτη της σε σχέση με τις αναλύσεις των μετάλλων. Ο Μ.Κ.2 απάντησε ότι ο Κατηγορούμενος είχε αποκτήσει την εμπιστοσύνη του δημιουργώντας φιλική σχέση μαζί του. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου υπέδειξε στον Μ.Κ.2 ότι εκτός από το έγγραφο των αναλύσεων, η Capella έδιδε στον Κατηγορούμενο και δείγμα μετάλλου για ανάλυση. Ο μάρτυρας συμφώνησε, δήλωσε όμως ότι δεν παρέδιδε το δείγμα μετάλλου για αναλύσεις στην Κύπρο. Διερωτήθηκε επίσης η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου πως αποφάσισε ο Μ.Κ.2 να συνεχίσει τη συνεργασία του με τη Capella από τη στιγμή που αρνήθηκε να του δώσει τις πληροφορίες που ζήτησε τόσο για το χρυσό όσο και για το ασήμι. Ο Μ.Κ.2 είπε ότι η Capella ήθελε να του δώσει πληροφορίες, αλλά δεν μπορούσε λόγω της εμπλοκής της αστυνομίας. Την πληροφόρηση ότι κλάπηκε το ασήμι την έλαβε στην Αγγλία από τον αστυνομικό που επικοινώνησε με τη Capella και του ανέφερε ότι το ασήμι που παρέμεινε αποθηκευμένο ήταν αξίας €700,
  21. Γνώριζε περίπου τη συνολική ποσότητα ασημιού που είχε δώσει στον Κατηγορούμενο για να τη μεταφέρει και να αποθηκευτεί στη Capella, αφού κάθε φορά που μετέφερνε ασήμι ο Κατηγορούμενος στη Capella τον πληροφορούσε για τη συνολική ποσότητα που βρίσκεται εκεί. Δεν έχει όμως κάπου καταγεγραμμένο το ασήμι, καθώς είχε εμπιστοσύνη στον Κατηγορούμενο. Επιπρόσθετα, δήλωσε ότι μόνο μία φορά έδωσε οδηγίες για να πωληθούν 14 κιλά ασήμι αξίας €7.000 και το σχετικό ποσό πρέπει να εμφαίνεται ως έμβασμα στον λογαριασμό της εταιρείας του. Η προαναφερόμενη πώληση έγινε περί τον Ιανουάριο του
  22. Η συνήγορος του Κατηγορούμενου υπέβαλε στον Μ.Κ.2 ότι συμφώνησε με τον Κατηγορούμενο όπως τα χρήματα που θα προέρχονταν από την πώληση ασημιού να κατατίθενται στον λογαριασμό του Κατηγορούμενου στην Εθνική Τράπεζα και στη συνέχεια ο τελευταίος να προχωρεί σε ανάληψη τους και να του τα παραδίδει. Η απάντηση του Μ.Κ.2 στην εν λόγω υποβολή ήταν αρνητική. Επίσης, αρνητική ήταν η απάντηση του μάρτυρα στη θέση της κας Νεοφύτου ότι τα ποσά που έγιναν έμβασμα στον λογαριασμό του πατέρα του Κατηγορούμενου ήταν κατόπιν οδηγιών του λόγω προβλημάτων που είχε με το Φ.Π.Α. Ο Μ.Κ.2 δεν αρνήθηκε ότι αντιμετώπισε πρόβλημα με το Φ.Π.Α, ωστόσο δήλωσε ότι αυτό το πρόβλημα δεν αφορούσε τον Κατηγορούμενο ή τον πατέρα του και ουδέποτε τους ανάμειξε. Επιπρόσθετα, ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε ότι ανέφερε στον Κατηγορούμενο ότι διαθέτει «μέσο» στην αστυνομία και ότι απείλησε τον Κατηγορούμενο. Συμφώνησε με την κα Νεοφύτου ότι κάποια συνεργάτιδα του έπεσε θύμα κλοπής Αρνήθηκε όμως ότι, ενόψει αυτής της κλοπής, ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να λαμβάνει προφυλάξεις κατά τη μεταφορά του χρυσού. Επίσης, αρνήθηκε ότι το προαναφερόμενο περιστατικό έλαβε χώρα την περίοδο που δεχόταν απειλές από πρώην συνεργάτη του. Σε σχέση με τον Κ.Ο.Σ.Α.Π.Μ, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι διατηρούσε φωτογραφικό αρχείο των μετάλλων που αγόρασε κατά τα έτη 2013 -
  23. Σήμερα, ωστόσο δεν το διατηρεί. Η υποχρέωση του ήταν να το διατηρήσει για ένα έτος και ως εκ τούτου το κατέστρεψε. Στην επισήμανση της κας Νεοφύτου ότι το εν λόγω αρχείο σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν του ζήτησε η αστυνομία να το παρουσιάσει. Ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε τη θέση ότι με βάση τη δέσμη Τεκμηρίου 11, τα ποσά που του μετέφερε ο Κατηγορούμενος σε μετρητά και τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 21 και 22) έχει πληρωθεί για το σύνολο του χρυσού που μεταφέρθηκε στη Capella. Στην υποβληθείσα θέση ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε του είπε ότι θα του έδιδε €200.000 για να «καθαρίσει» το όνομα του, ο μάρτυρας είπε ότι προέβη στη σχετική δήλωση και για τον λόγο αυτό επισκέφθηκαν τον δικηγόρο του. Τέλος, σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου απάντησε ότι όλα τα χρήματα που κατατέθηκαν στους λογαριασμούς του Κατηγορούμενου από τη Capella είναι δικά του και ο Κατηγορούμενος τα έκλεψε. Επίσης, του έκλεψε και την ποσότητα χρυσού που μετέφερε στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 14.03.
  24. Ο Μ.Κ.2 υπήρξε ο βασικός μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής, καθώς, ήταν το πρόσωπο στο οποίο ανήκε η εταιρεία Marinos Demetriou Jewellery Ltd και αυτός με τον οποίο είχε άμεση επαφή ο Κατηγορούμενος. Η μαρτυρία του Μ.Κ.2, παρά την εκτενή αντεξέταση του, σε μεγάλο μέρος της δεν αμφισβητήθηκε και αποτέλεσε επί της ουσίας κοινό έδαφος. Παραθέτω πιο κάτω, βασικά σημεία της μαρτυρίας του τα οποία αποτελούν κοινό έδαφος: Ο Κατηγορούμενος μετέφερνε για λογαριασμό της εταιρείας του Μ.Κ.2 πολύτιμα μέταλλα στο Ηνωμένο Βασίλειο και συγκεκριμένα στη Capella. Ο χρυσός που μεταφερόταν από τον Κατηγορούμενο στη Capella δεν ήταν καθαρός, καθώς ήταν αναμεμειγμένος και με άλλα μέταλλα. Στη Capella γινόταν επεξεργασία του χρυσού, έτσι ώστε να παραμείνει ο καθαρός χρυσός και ακολούθως μέσω ανάλυσης διακριβωνόταν ο ακριβής βαθμός της καθαρότητας του. Ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που επικοινωνούσε για λογαριασμό του Μ.Κ.2 με τη Capella. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο Κατηγορούμενος συμφωνούσε και την τιμή κλεισίματος του χρυσού. Στη βάση της συμφωνηθείσας τιμής κλεισίματος και του βαθμού καθαρότητας του χρυσού υπολογιζόταν η αξία του, η οποία και καταβαλλόταν στην εταιρεία του Μ.Κ.
  25. Για κάθε μεταφορά που πραγματοποιούσε ο Κατηγορούμενος λάμβανε το ποσό των €500,00 ως αμοιβή και επιπλέον τα έξοδα εισιτηρίου, διαμονής και διατροφής. Στις 14.03.14 ο Κατηγορούμενος μετέφερε περίπου 9 κιλά χρυσό στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά την τελευταία αυτή μεταφορά ισχυρίστηκε ότι έπεσε θύμα ληστείας. Πέραν των πιο πάνω αναφερόμενων σημείων που αποτελούν κοινό έδαφος, η μαρτυρία του Μ.Κ.2 αντικριζόμενη στην ολότητα της παρουσιάζει λογική συνοχή και σταθερότητα. Περαιτέρω, δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 σε σχέση με τη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και
  26. Στη δε αντεξέταση του, δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του, ούτε και προκλήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία του. Πιο κάτω θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα ουσιώδη σημεία της αντεξέτασης του Μ.Κ.2, ξεκινώντας από το ότι ο Μ.Κ.2 δεν γνώριζε το ακριβές ποσό χρημάτων που οικειοποιήθηκε ο Κατηγορούμενος. Η κα Νεοφύτου στην αγόρευση της επισήμανε το γεγονός αυτό ως ένδειξη αναξιοπιστίας. Με κάθε σεβασμό, η εισήγηση της δεν με βρίσκει σύμφωνο. Αντιθέτως, η ειλικρινής θέση του μάρτυρα ότι δεν γνώριζε το ακριβές ποσό χρημάτων που απέσπασε ο Κατηγορούμενος αποτελεί στοιχείο που, κατά την άποψη μου, προσμετρά στην αξιοπιστία του. Περαιτέρω, η θέση του Μ.Κ.2 βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Σημειώνω ότι η σχέση του Μ.Κ.2 με τον Κατηγορούμενο στηριζόταν στην εμπιστοσύνη που αναπτύχθηκε ανάμεσα τους και αποτελούσε απαραίτητο στοιχείο της μεταξύ τους συνεργασίας. Επισημαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος ήταν η «φωνή» του Μ.Κ.2 ο οποίος δεν μιλούσε ικανοποιητικά την Αγγλική γλώσσα. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με αναντίλεκτη μαρτυρία, ο Μ.Κ.2 έκδιδε τα τιμολόγια της εταιρείας του προς τη Capella στη βάση της πληροφόρησης που λάμβανε από τον Κατηγορούμενο. Τα δε τιμολόγια που εκδίδονταν πληρώνονταν κανονικά από τη Capella. Σε αυτό το σημείο τονίζω ότι δεν υφίσταται διάσταση επί του εν λόγω ζητήματος μεταξύ του Μ.Κ.2 και του Μ.Κ.
  27. Αυτό το οποίο δήλωσε ο Μ.Κ.3 ήταν ότι τα τιμολόγια που εκδίδονταν συμφωνούσαν με τα εμβάσματα. Ο Μ.Κ.2 δεν ανέφερε κάτι διαφορετικό. Άλλωστε, πριν το συμβάν της 14.03.14 ο Μ.Κ.2 δεν είχε οποιεσδήποτε ενδείξεις για να προβεί σε έλεγχο των ενεργειών του Κατηγορούμενου. Στη βάση επομένως των πιο πάνω, δικαιολογημένα ο Μ.Κ.2 δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε πρόβλημα στη συνεργασία του με τον Κατηγορούμενο και επίσης δικαιολογημένα δεν μπορούσε να αναφέρει το ποσό χρημάτων που θεωρούσε ότι οικειοποιήθηκε ο Κατηγορούμενος. Δεν παραγνωρίζω τη δήλωση του Μ.Κ.2 ότι ο Κατηγορούμενος έκλεψε όσα χρήματα έγιναν έμβασμα σε δικούς του λογαριασμούς από τη Capella. Αυτή η δήλωση έγινε όταν ο Μ.Κ.2 είχε πλέον υπόψη του τα Τεκμήρια 3 - 5Α - Γ. Η εν λόγω θέση του Μ.Κ.2 δεν μπορεί ασφαλώς να γίνει δεκτή. Αυτό, διότι αποτελεί συμπέρασμα και προσωπική γνώμη του Μ.Κ.
  28. Ως γνωστό οι μάρτυρες καταθέτουν επί γεγονότων και δεν επιτρέπεται η εκφορά γνώμης, πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων οι οποίες στην περίπτωση του Μ.Κ.2 δεν συντρέχουν («Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», έκδοση 2014 των κκ. Ηλιάδη και Σάντη σελ.605 -608). Σε ό,τι αφορά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 17.03.14 στο γραφείο του δικηγόρου του, θεωρώ ότι ο μάρτυρας υπήρξε πειστικός. Καταρχάς επισημαίνω ότι η πραγματοποίηση της εν λόγω συνάντησης αποτελεί κοινό έδαφος. Η θέση του Μ.Κ.2 ότι η αιτία της συνάντησης ήταν η δήλωση του Κατηγορούμενου ότι σκοπός του ήταν να του καταβάλει την αξία του χρυσού που μετέφερε στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 14.03.14, δεν κλονίστηκε και την αποδέχομαι. Πέραν του ότι ο Μ.Κ.2 υπήρξε, ως ήδη αναφέρθηκε, πειστικός και σταθερός στην εν λόγω θέση του, θεωρώ ότι η εκδοχή του συνάδει και με τα γεγονότα της υπόθεσης. Ποια η σκοπιμότητα πραγματοποίησης της εν λόγω συνάντησης, αν δεν υπήρχε η δήλωση του Κατηγορούμενου ότι προτίθετο να αποζημιώσει τον Μ.Κ.
  29. Παράλληλα σημειώνω ότι δεν προσφέρθηκε και οποιαδήποτε άλλη εξήγηση από την Υπεράσπιση, η οποία περιορίστηκε σε απλές υποβολές. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου μέσω της αντεξέτασης της και της αγόρευσης της έθιξε το ζήτημα της προέλευσης του χρυσού που παρέδιδε ο Μ.Κ.2 στον Κατηγορούμενο για να μεταφέρει ο τελευταίος στη Capella. Η κα Νεοφύτου ρώτησε τον Μ.Κ.2 κατά πόσο δήλωσε στον Κ.Ο.Σ.Α.Π.Μ την ποσότητα χρυσού που αγόρασε κατά την επίδικη περίοδο, με τον Μ.Κ.2 να επικαλείται το προνόμιο της μη αυτοενοχοποίησης και να μην απαντά την εν λόγω ερώτηση. Το εν λόγω ζήτημα θεωρώ ότι δεν μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι γνωστό ότι η αξιοπιστία κρίνεται στη βάση των επίδικων θεμάτων (Hasan και Ανδρέου Πολ. Έφεση 2/2011 ημερ.02.12.15 και Ρασπόπουλου ν. Μακρή Ποιν. Έφεση 287/2015 ημερ.11.06.17). Στην προκείμενη περίπτωση ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου. Η προέλευση της κλαπείσας περιουσίας δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος και επομένως, εκφεύγει, κατά την άποψη μου, των επιδίκων θεμάτων. Για το εν λόγω ζήτημα γίνεται εκτενέστερη ανάλυση πιο κάτω κατά την παράθεση των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, η άρνηση του μάρτυρα να απαντήσει στην εν λόγω ερώτηση δεν μπορεί να επηρεάσει την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Υπενθυμίζω άλλωστε ότι, με βάση το προνόμιο της μη αυτοενοχοποίησης, είχε το δικαίωμα να μην απαντήσει. Επί του ιδίου θέματος σημειώνω και τα εξής σε σχέση με το Τεκμήριο
  30. Στο εν λόγω Τεκμήριο και συγκεκριμένα στο Παράρτημα Ι δεν καταγράφεται η ποσότητα χρυσού και ασημιού που αγόρασε η εταιρεία του Μ.Κ.2 κατά την επίδικη περίοδο, όπως λανθασμένα ερμηνεύτηκε από την κα. Νεοφύτου. Το Παράρτημα Ι, όπως το ίδιο αναφέρει, καταγράφει τις ποσότητες κραμάτων ή δειγμάτων χρυσού και ασημιού που παρέδωσε η εταιρεία στον Κ.Ο.Σ.Α.Π.Μ για ανάλυση. Δεν αφορά επομένως τη συνολική ποσότητα χρυσού και ασημιού που αγόρασε η εταιρεία του Μ.Κ.2, αλλά μόνο την ποσότητα που παραδόθηκε για ανάλυση. Αυτή η ερμηνεία ενισχύεται και από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής στην οποία ρητά αναφέρεται ότι ο Κ.Ο.Σ.Α.Π.Μ δεν διαθέτει στοιχεία για τις αγορές που πραγματοποίησε η εταιρεία κατά την εν λόγω περίοδο. Παράλληλα, στο Τεκμήριο 14 επισημαίνεται η υποχρέωση των αγοραστών να διατηρούν επ' αόριστον βιβλίο καταγραφής αγορών. Συνεπώς, εναπόκειται στις διωκτικές αρχές, εάν το επιθυμούν, να διενεργήσουν έλεγχο στο εν λόγω βιβλίο για να διαπιστώσουν κατά πόσο έχει διαπραχθεί οποιοδήποτε αδίκημα από τον Μ.Κ.2 ή την εταιρεία του. Από την άλλη, δεν παραβλέπω ότι ο Μ.Κ.2 δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί στις ακριβείς ποσότητες χρυσού και ασημιού που παρέδωσε στον Κατηγορούμενο για να τις μεταφέρει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το ουσιώδες ωστόσο, κατά την άποψη μου, έγκειται στο ότι ο Κατηγορούμενος κατά κοινή ομολογία μετέφερε κατά την επίδικη περίοδο χρυσό και ασήμι στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τούτο επιβεβαιώνεται από τις δέσμες Τεκμηρίων 11 και 12Α και ειδικότερα όσον αφορά τον χρυσό και από τα παραδεκτά γεγονότα. Επιπρόσθετα, το όλο ζήτημα θα πρέπει να αντικριστεί υπό το πρίσμα της σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ του Μ.Κ.2 και του Κατηγορούμενου, για την οποία έγινε λόγος και πιο πάνω. Η ύπαρξη σχέσης εμπιστοσύνης είναι κοινά αποδεκτή, αφού και ο Κατηγορούμενος στην ανώμοτη δήλωση του αναφέρεται σε αυτή. Περαιτέρω, η θέση του μάρτυρα ότι εμπιστευόταν τον Κατηγορούμενο ήταν πειστική και βρίσκει έρεισμα σε αδιαμφισβήτητα γεγονότα, όπως για παράδειγμα ότι οι συνεννοήσεις με τη Capella γίνονταν από τον Κατηγορούμενο, καθώς ο ίδιος δεν γνώριζε καλά την Αγγλική γλώσσα. Ενδεικτικό επίσης της εμπιστοσύνης που έτρεφε ο Μ.Κ.2 στον Κατηγορούμενο είναι και το γεγονός ότι ο τελευταίος του μετέφερε σε μετρητά από το Ηνωμένο Βασίλειο το ποσό των €1.252.350 (βλ. Τεκμήριο 24). Στη βάση επομένως των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν είναι βαρύνουσας σημασίας το ότι ο Μ.Κ.2 δεν γνώριζε την ακριβή ποσότητα χρυσού και ασημιού. Με δεδομένη τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους και το γεγονός ότι μετά από πάροδο κάποιων ημερών από κάθε παράδοση χρυσού ακολουθούσε η έκδοση τιμολογίου, το όλο ζήτημα καθίσταται δευτερεύουσας σημασίας εφόσον το ζητούμενο για τον Μ.Κ.2 ήταν η πληρωμή για την πώληση του χρυσού και όχι η καταγραφή της ποσότητας του. Αναφορικά με το ασήμι, σημειώνω ότι ο Μ.Κ.2 παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι ουδέποτε έδωσε οδηγίες να πωληθεί. Οι περί αντιθέτου υποβολές της κας Νεοφύτου παρέμειναν μετέωρες, εφόσον δεν υποστηρίχθηκαν από μαρτυρία ούτε και προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να κλονίζει τη θέση του Μ.Κ.
  31. Η δήλωση τώρα του Μ.Κ.2 ότι πληροφορήθηκε ότι στη Capella παρέμεινε αποθηκευμένο ασήμι αξίας €700,00 αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία η αξιολόγηση της βαρύτητας της οποίας θα πρέπει να γίνει στη βάση των άρθρων 24 και 27 του Κεφ.
  32. Σύμφωνα με το άρθρο 24
(1)του Κεφ.9 μία εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται απλά και μόνο γιατί είναι εξ ακοής. Στο άρθρο 27 του Κεφ.9 καταγράφονται διάφοροι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας μίας εξ ακοής μαρτυρίας, η οποία αξιολόγηση κατά νομολογιακή επιταγή θα πρέπει να γίνεται με προσοχή (Assad v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση αρ. 164/16, ημερ. 06.12.17). Εν προκειμένω, θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία του Μ.Κ.
  1. Καταρχάς, παραμένει άγνωστος ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας. Πιο συγκεκριμένα δεν είναι ξεκάθαρο αν την εν λόγω πληροφορία την έλαβε ο ίδιος απ' ευθείας μέσω της Capella ή αν του τη μετέφερε ο Άγγλος αστυνομικός. Επίσης, δεν έχει κατονομαστεί το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση. Καλύπτεται επομένως, από μία αοριστία η εν λόγω εξ ακοής μαρτυρία καθιστώντας αδύνατη την αξιολόγηση της. Για τους ίδιους ουσιαστικά λόγους δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα και στην πληροφόρηση που έλαβε ο Μ.Κ.2 από κάποιο αστυνομικό ονόματι xxxx σε σχέση με ισχυριζόμενες δηλώσεις του Κατηγορούμενου όταν μετέβηκε στη Capella στις 15.03.
  2. Ένα άλλο ζήτημα που ήγειρε η Υπεράσπιση στην προσπάθεια της να πλήξει την αξιοπιστία του Μ.Κ.2 ήταν το γεγονός ότι συνέχισε με την εταιρεία του τη συνεργασία με τη Capella μετά τα επίδικα περιστατικά, παρά το ότι η τελευταία αρνήθηκε να δώσει οποιεσδήποτε πληροφορίες σε σχέση με αυτά. Καταρχάς, σημειώνω ότι δεν αμφισβητήθηκε η δήλωση τόσο του Μ.Κ.2 όσο και του Μ.Κ.3 ότι ζητήθηκαν από τη Capella πληροφορίες για τις καθαρές ποσότητες χρυσού που μετέφερε ο Κατηγορούμενος, ως επίσης και για το ασήμι. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης η θέση των πιο πάνω μαρτύρων ότι η Capella αρνήθηκε να παράσχει πληροφορίες, διότι είχε εμπλακεί η αστυνομία και το όλο ζήτημα ήταν υπό διερεύνηση. Επί του τελευταίου σημείου η κα Νεοφύτου τόνισε ότι η αστυνομία εμπλάκηκε σε μεταγενέστερο χρόνο, εννοώντας προφανώς το αίτημα για δικαστική συνδρομή. Διαφωνώ. Η επίσημη εμπλοκή της αστυνομίας μπορεί να έγινε μέσω του αιτήματος δικαστικής συνδρομής, πλην όμως δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Μ.Κ.2 και η σύζυγος του ανέφεραν στην Αγγλική αστυνομία τα καθέκαστα από τις 18.03.14 και ότι η Αγγλική αστυνομία επικοινώνησε με τη Capella (Τεκμήριο 8). Η συνέχιση της συνεργασίας της εταιρείας του Μ.Κ.2 με τη Capella μετά τα επίδικα γεγονότα, χωρίς να δοθούν οι πληροφορίες που ζητήθηκαν, θεωρώ ότι δεν αποτελεί στοιχείο που προκαλεί ρήγμα στη μαρτυρία του. Το γεγονός ότι κάποιος άλλος ευρισκόμενος στη θέση του Μ.Κ.2, ενδεχομένως να τερμάτιζε τη συνεργασία του με τη Capella δεν σημαίνει χωρίς άλλο ότι η ενέργεια του ήταν παράλογη ή ότι εγείρονται υποψίες ότι κάτι άλλο κρύβεται πίσω από αυτή την απόφαση. Ο Μ.Κ.2 δήλωσε ότι δεν είχε παράπονο από τη συνεργασία του με τη Capella και ότι ως αποκλειστικά υπεύθυνο για τα επίδικα γεγονότα θεωρεί τον Κατηγορούμενο. Αυτή ήταν η εκτίμηση του Μ.Κ.2 και δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να δεικνύει ότι υπήρχαν αλλότρια κίνητρα πίσω από αυτή την απόφαση. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου στην αγόρευση της τόνισε ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.2 δεν επιβεβαιώνεται από αυτή του Μ.Κ.3 στην οποία συχνά παρέπεμπε ο πρώτος. Καταρχάς είναι ορθή η θέση ότι σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας του που άπτονταν της αξίας και της ποσότητας των μετάλλων ο Μ.Κ.2 παρέπεμπε στη μαρτυρία του Μ.Κ.
  3. Αυτό το γεγονός από μόνο του, θεωρώ ότι δεν πλήττει την αξιοπιστία του Μ.Κ.
  4. Όπως ανέφερα και πιο πάνω οι ποσότητες των μετάλλων δεν είναι βαρύνουσας σημασίας, αφ' ης στιγμής είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο Κατηγορούμενος μετέφερνε πολύτιμα μέταλλα για λογαριασμό του Μ.Κ.2 στο Ηνωμένο Βασίλειο. Πέραν τούτου δεν έχω εντοπίσει οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις. Η θέση του Μ.Κ.3 ότι δεν διαπίστωσε την ύπαρξη ελλειμμάτων δεν βρίσκεται σε αντίθεση με όσα δήλωσε ο Μ.Κ.
  5. Όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, ο Μ.Κ.2 κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με τον Κατηγορούμενο δεν διαπίστωσε ότι υπήρχαν ελλείμματα, αφού έλεγχε τον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας του και τα εμβάσματα συμφωνούσαν με τα τιμολόγια. Είναι συμπερασματικά που αναφέρθηκε στα εμβάσματα που εντοπίστηκαν στους λογαριασμούς του Κατηγορούμενου και του πατέρα του ότι ήταν προϊόν κλοπής. Υπενθυμίζω ότι η εν λόγω θέση του Μ.Κ.2 δεν έγινε αποδεκτή. Αναφορικά με το κατά πόσο ο Μ.Κ.2 αντιμετώπιζε πρόβλημα με το Φ.Π.Α, όντως εντοπίζεται διαφοροποίηση στη θέση του Μ.Κ.2 και του Μ.Κ.
  6. Πρόκειται όμως για επουσιώδες ζήτημα. Ο Μ.Κ.3 επεξήγησε ότι οι πωλήσεις προς τη Capella δεν έφεραν Φ.Π.Α, καθώς ήταν πωλήσεις εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εν λόγω θέση του Μ.Κ.3 παρέμεινε αναντίλεκτη. Επομένως, η θέση της Υπεράσπισης ότι τα εμβάσματα στους λογαριασμούς του Κατηγορούμενου γίνονταν, διότι ο Μ.Κ.2 αντιμετώπιζε προβλήματα με το Φ.Π.Α παρέμεινε κενού περιεχομένου. Εφόσον οι συγκεκριμένες πωλήσεις δεν έφεραν Φ.Π.Α για ποιο λόγο να θέλει να τις αποκρύψει ο Μ.Κ.
  7. Ενόψει των πιο πάνω, η μαρτυρία του Μ.Κ.2 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Εξαίρεση αποτελούν, οι πτυχές της μαρτυρίας του που προσδιορίστηκαν πιο πάνω και αφορούν αφενός την εξ ακοής μαρτυρία και αφετέρου το συμπέρασμα του Μ.Κ.2 όσον αφορά τα χρήματα που κατατέθηκαν από τη Capella στους λογαριασμούς του Κατηγορούμενου και του πατέρα του. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Mohamed ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 266 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας
(2014)2 Α.Α.Δ 307). Ο Μ.Κ.3 είναι εγκεκριμένος λογιστής - ελεγκτής και είναι ο λογιστής της εταιρείας του Μ.Κ.2, ήτοι της Marinos Demetriou Jewellery Ltd. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι στα Τεκμήρια 21 και 22 είναι σημειωμένα με πράσινο χρώμα τα εμβάσματα που έγιναν στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας του Μ.Κ.2 από τη Capella. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 24 και 25 τον λογαριασμό της Capella που διατηρούσαν ως λογιστές και αφορά τα έτη 2013 και
  1. Επεξήγησε σε σχέση με τα εν λόγω Τεκμήρια ότι στη στήλη "debit" καταγράφονται τα τιμολόγια που εκδίδονταν προς τη Capella και στη στήλη "credit" τα εμβάσματα που γίνονταν από την εν λόγω εταιρεία. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι τιμολόγια δεν εκδίδονταν σε σχέση με κάθε έμβασμα αλλά όταν «καθάριζε» ο χρυσός. Σε σχετική ερώτηση του κ. Μάρκου απάντησε ότι οι μόνες περιπτώσεις που γνωρίζει ότι μεταφέρθηκαν μετρητά χρήματα ήταν την περίοδο που ήταν κλειστές οι τράπεζες στην Κύπρο. Συγκεκριμένα υπέδειξε επί του Τεκμηρίου 24 τις καταχωρήσεις με τη περιγραφή "on account". Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι μετά την πληροφόρηση που έλαβε για το ζήτημα που προέκυψε με τον Κατηγορούμενο επιχείρησε να επικοινωνήσει με τη Capella, χωρίς όμως αποτέλεσμα αφού η εταιρεία δεν έδιδε στοιχεία διότι έκανε έρευνες η αστυνομία. Αντεξεταζόμενος, δήλωσε ότι τα ποσά που μεταφέρθηκαν σε μετρητά από τον Κατηγορούμενο καταγράφηκαν στους λογαριασμούς της εταιρείας του Μ.Κ.
  2. Δεν χρειαζόταν να ενημερωθεί το Φ.Π.Α για τα εν λόγω ποσά, καθώς αφορούν πωλήσεις που έγιναν εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως εκ τούτου δεν καταβάλλεται Φ.Π.Α. Ο Μ.Κ.3 συμφώνησε με την κα Νεοφύτου ότι ο Μ.Κ.2 και η εταιρεία του αντιμετώπιζαν προβλήματα με το Φ.Π.Α από τον Μάρτη του
  3. Ουδέποτε όμως ενημερώθηκε από τον Μ.Κ.2 ότι καθ' υπόδειξη του η Capella έκανε εμβάσματα στον τραπεζικό λογαριασμό του Κατηγορούμενου και στη συνέχεια αυτός προχωρούσε σε ανάληψη και τα έδιδε στον Μ.Κ.
  4. Δεν γνωρίζει κατά πόσο ο Μ.Κ.2 κατά την περίοδο 2013 - 2014 αγόρασε 235 κιλά ασήμι. Στον λογαριασμό που καταγράφονται τα έξοδα της εταιρείας του Μ.Κ.2 καταγράφονταν τα ποσά που αντιστοιχούσαν στις αγορές που πραγματοποιούσε, χωρίς να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ χρυσού και ασημιού. Για τον ίδιο λόγο δεν ήταν σε θέση να απαντήσει και πόσα κιλά χρυσό αγόρασε η εταιρεία κατά την πιο πάνω περίοδο. Επίσης, δεν είχε πληροφορηθεί από τον Μ.Κ.2 ότι διατηρούσε αρκετά κιλά ασημιού ως «στοκ» στη Capella. Δεν διαπίστωσε από την κίνηση του λογαριασμού ότι η Capella χρωστούσε στον Μ.Κ.2 χρήματα για τις πωλήσεις χρυσού. Οι λογαριασμοί ήταν σωστοί, υπό την έννοια ότι τα εμβάσματα συμφωνούσαν με τα τιμολόγια. Τα εμβάσματα που εμφανίζονται στους λογαριασμούς αφορούσαν και προκαταβολές της Capella. Συνήθως, για κάθε πώληση διδόταν προκαταβολή. Αρνήθηκε τη θέση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι ο τελευταίος παρέδιδε σε υπαλλήλους του λογιστικού του γραφείου έγγραφα στα οποία αναφέρονταν οι βαθμοί καθαρότητας του χρυσού. Το ποσό που απέμεινε ως υπόλοιπο με τη Capella μέχρι την τελευταία ημερομηνία συνεργασίας, δηλαδή τέλος του 2016, με τον Μ.Κ.2 ήταν €145.
  5. Αργότερα, μέσα στο 2017, στάλθηκε μία επιταγή για το ποσό των €2.
  6. Ο Μ.Κ.3 κλήθηκε για να καταθέσει υπό την ιδιότητα του λογιστή της εταιρείας του Μ.Κ.
  7. Αν και κλήθηκε υπό την προαναφερόμενη του ιδιότητα, εντούτοις θεωρώ ότι η μαρτυρία του δεν πρέπει να καταταγεί στην κατηγορία των εμπειρογνωμόνων. Αυτό, διότι η μαρτυρία του περιστράφηκε σε γεγονότα και όχι στην εκφορά συμπερασμάτων επί ζητημάτων που αφορούν την επαγγελματική του κατάρτιση. Επομένως, η μαρτυρία του θα τύχει αξιολόγησης ως ενός μάρτυρα γεγονότων. Η μαρτυρία του Μ.Κ.3 εστιάστηκε στα Τεκμήρια 21, 22, 24 και
  8. Όσα δήλωσε ο μάρτυρας συνάδουν με το περιεχόμενο των εν λόγω Τεκμηρίων, οι καταχωρήσεις επί των οποίων δεν αμφισβητήθηκαν από τον Κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα, τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από την εταιρεία του Μ.Κ.2, τα εμβάσματα από τη Capella, οι καταχωρήσεις των μετρητών που μετέφερε ο Κατηγορούμενος δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Ούτε και οι επεξηγήσεις του Μ.Κ.3 ως προς τη διαδικασία έκδοσης των τιμολογίων συνάντησαν αντίλογο. Περαιτέρω, σημειώνω ότι οι απαντήσεις του μάρτυρα υπήρξαν άμεσες και σαφείς και δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους του για παραποίηση της αλήθειας. Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του την οποία και αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Ο Κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Α. Σε αυτή, ανάμεσα σε άλλα, δήλωσε ότι βοηθούσε τον Μ.Κ.2 στη μεταφορά χρυσού στο Ηνωμένο Βασίλειο. Συγκεκριμένα ο Μ.Κ.2 θα του πλήρωνε το εισιτήριο, τα έξοδα διαμονής και διατροφής του και θα του κατέβαλλε το ποσό των €500 για κάθε μεταφορά χρυσού και ασημιού. Σε σχέση με το περιστατικό της 14.03.14 και την ισχυριζόμενη ληστεία, είπε ότι αυτή έγινε κάτω από μία γέφυρα κατά τη μετάβαση του στο ξενοδοχείο. Ο άνδρας που τον λήστεψε του μίλησε με κυπριακή προφορά και του ανέφερε την επακριβή διεύθυνση των γονέων του. Έδωσε σε αυτόν τη μία βαλίτσα που κρατούσε. Επεξήγησε ότι αποφάσισε να διαμοιράζει την ποσότητα του χρυσού σε δύο βαλίτσες. Προέβαινε στη σχετική ενέργεια, διότι είχε γίνει γνωστό ότι μετέφερνε χρυσό στο Ηνωμένο Βασίλειο και έτσι αποφάσισε να είναι πιο προσεκτικός στις μετακινήσεις του. Το επίμαχο βράδυ παρέδωσε τη βαλίτσα που περιείχε τα δύο κιλά χρυσού. Την επόμενη μέρα, στις 15.03.14, επισκέφθηκε τη Capella και παρέδωσε τα υπόλοιπα 7 κιλά χρυσού. Δεν έλαβε δείγμα του χρυσού για ανάλυση, ούτε και το ποσό των 12.000 στερλινών. Επίσης, ουδέποτε ανέφερε ότι ο χρυσός ήταν δικός του και ότι τα χρήματα θα έπρεπε να κατατεθούν σε δικό του λογαριασμό. Ο λόγος που δεν ανέφερε το τι πραγματικά συνέβη κατά τη ληστεία της 14.03.14 στην πρώτη κατάθεση του ημερ.16.03.14 ήταν, διότι του φάνηκε παράξενο το γεγονός ότι την ίδια ημέρα έγινε εμπρησμός του αυτοκινήτου του Μ.Κ.2 και ο τελευταίος τέθηκε υπό κράτηση για καταγγελία που εκκρεμούσε εναντίον του. Δεν γνώριζε ποιος έλεγε ψέματα και ποιος μπορούσε να ήταν πίσω από τη ληστεία που έγινε εις βάρος του. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.2 επέμενε ότι θα έχει προβλήματα με την αστυνομία, αφού είχε γνωστούς στην αστυνομία. Όσον αφορά το ασήμι, οι οδηγίες που είχε από τον Μ.Κ.2 ήταν όπως τα χρήματα που αφορούν το ασήμι να κατατίθενται σε δικό του λογαριασμό, να τα κάνει ανάληψη και να του τα παραδίδει. Αυτό έπραττε και τα χρήματα δίδονταν στον Μ.Κ.
  9. Τέλος, δήλωσε ότι διενεργούσε και ο ίδιος αγοραπωλησίες χρυσού για δικό του λογαριασμό. Η επιλογή ενός Κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός δεν δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 129). Η ανώμοτη δήλωση όπως και η σιωπή, σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (Onisiforou v. The Police
(1987)2 C.L.R. 261). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων. Ωστόσο, μπορεί από το περιεχόμενό της να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η αξία της είναι πειστική παρά αποδεικτική (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 96/16 ημερ. 28.11.17 και Ευθυμίου και Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 191/2016 ημεερ.06.11.18). Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 22 αναφέρθηκαν επίσης τα ακόλουθα σχετικά: «Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωώτητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.» Πέραν των σημείων που συνάδουν με την υπόλοιπη αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία, το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του Κατηγορούμενου δεν έχει οποιαδήποτε αξία. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να αποδοθεί πειστική αξία στα όσα δήλωσε για την ισχυριζόμενη ληστεία της 14.03.14, καθώς δεν βρίσκουν έρεισμα στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, ουδεμία αξία μπορεί να δοθεί και στον ισχυρισμό του σε σχέση με την πώληση του ασημιού και τα εμβάσματα που γίνονταν στον λογαριασμό του. Η εν λόγω θέση του Κατηγορούμενου αντικρούεται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 η οποία, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν κατά την αξιολόγηση της, έγινε αποδεκτή. Επιπρόσθετα, χωρίς αξία παραμένει και η εξήγηση που έδωσε ο Κατηγορούμενος σε σχέση με τους λόγους που τον ώθησαν να μην αναφέρει στην κατάθεση του ημερ. 16.03.14 (Τεκμήριο 6Α και 6Β) τα όσα δήλωσε στη δεύτερη κατάθεση του ημερ. 04.10.19 (Τεκμήριο 7) και επανέλαβε στην ανώμοτη δήλωση του για την ισχυριζόμενη ληστεία της 14.03.
  1. Πέραν του ότι η εξήγηση που έδωσε ο Κατηγορούμενος για την αλλαγή της θέσης του παρέμεινε μετέωρη, εφόσον ουδένα στοιχείο της αποδεκτής μαρτυρίας τείνει να την υποστηρίξει, σημειώνω και τα ακόλουθα. Η Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 δεν πρόβαλε τη θέση ότι ο Μ.Κ.2 είχε γνωστούς στην αστυνομία και θα είχε προβλήματα ο Κατηγορούμενος, έτσι ώστε να δοθεί στον Μ.Κ.1 η δυνατότητα να τοποθετηθεί επ' αυτών ως ανακριτής της υπόθεσης. Είναι πάγια η νομολογία που υποδεικνύει την ανάγκη όπως κατά την αντεξέταση τίθεται στους μάρτυρες κατηγορίας η γραμμή που θα ακολουθήσει η Υπεράσπιση. Εν προκειμένω, πρόκειται για ουσιώδη θέση της Υπεράσπισης, η οποία θα έπρεπε να τεθεί στον Μ.Κ.1, ο οποίος ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης. Δεν τέθηκε όμως η συγκεκριμένη θέση και δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την παράλειψη της Υπεράσπισης να προβάλει τον εν λόγω ισχυρισμό (Πέτρου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 41/2015 ημερ. 25.10.16). Σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω θέση είναι και αφ' εαυτής ατεκμηρίωτη. Δεν έχει τεθεί το παραμικρό στοιχείο που να υποστηρίζει ότι ο Μ.Κ.2 διατηρούσε με στελέχη της αστυνομίας τέτοιες σχέσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την έκβαση των ερευνών ή να στρέψουν την αστυνομία εναντίον του Κατηγορούμενου. Το γεγονός ότι κατά τη συζήτηση που είχε ο Μ.Κ.2 στο Ηνωμένο Βασίλειο με Άγγλο αστυνομικό, του ζήτησε να μιλήσει με τον υπεύθυνο του Τ.Α.Ε Λεμεσού δίδοντας το κινητό του τηλέφωνο δεν υποστηρίζει τη θέση της Υπεράσπισης. Υπενθυμίζω ότι ο Μ.Κ.2 πριν μεταβεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, είχε ήδη αναφέρει την υπόθεση στο Τ.Α.Ε όπου είχαν μεταβεί μαζί με τον Κατηγορούμενο. Μάλιστα, η συμβουλή της αστυνομίας ήταν ότι θα έπρεπε η υπόθεση να καταγγελθεί, στη βάση των γνωστών κατά τον χρόνο εκείνο γεγονότων, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επιπρόσθετα, σημειώνω και τα ακόλουθα. Έστω κι αν ο Μ.Κ.2 είχε διασυνδέσεις στην αστυνομία, δεν είναι αντιληπτό με ποιο τρόπο θα επηρεαζόταν η θέση του Κατηγορούμενου και τι τον εμπόδιζε να αναφέρει το τι συνέβη στις 14.03.14 κατά την ισχυριζόμενη ληστεία. Δεν βρίσκω λογική συνοχή στην εξήγηση που έδωσε ο Κατηγορούμενος και αδυνατώ να αντιληφθώ τι ήταν αυτό που τον ανησυχούσε ή διαφορετικά σε τι θα τον ωφελούσε το ψέμα που παραδέχθηκε ότι είπε στην κατάθεσή του ημερ. 16.03.
  2. Εάν κρυβόταν ο Μ.Κ.2 πίσω από τη ληστεία, τότε θα γνώριζε ότι τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και αυτό θα τον έθετε ασφαλώς σε δύσκολη θέση. Αν από την άλλη, θεωρούσε ότι πίσω από τη ληστεία ήταν το πρόσωπο με το οποίο είχε διαφορές ο Μ.Κ.2, τότε το λογικό θα ήταν να αναφέρει στην αστυνομία τα γεγονότα, αφού ο Μ.Κ.2 είχε διασυνδέσεις με την αστυνομία και επομένως αυτές οι διασυνδέσεις θα επενεργούσαν και προς όφελος του. Άλλωστε, υπενθυμίζω ότι κατονόμασε το εν λόγω πρόσωπο στην αρχική του κατάθεση. Επομένως, από όποια οπτική γωνία και αν αντικρισθεί το ζήτημα, η εκδοχή του Κατηγορούμενου στερείται οποιασδήποτε αξίας. Ευρήματα Έχοντας αξιολογήσει και μελετήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο των Τεκμηρίων, των παραδεκτών, αλλά και των μη αμφισβητούμενων γεγονότων καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Μ.Κ.2 είναι χρυσοχόος και του ανήκει η εταιρεία "Marinos Demetriou Jewellery Ltd". Ο Μ.Κ.2, ασχολείτο με την αγορά πολύτιμων μετάλλων και συγκεκριμένα χρυσού και ασημιού. Συμφώνησε με τον Κατηγορούμενο όπως ο τελευταίος μεταφέρει για λογαριασμό του χρυσό και ασήμι στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η συνεργασία τους ξεκίνησε περί τον Ιανουάριο του
  3. Συγκεκριμένα, ο χρυσός που κατείχε ο Μ.Κ.2 δεν ήταν καθαρός, καθώς ήταν αναμεμειγμένος και με άλλα μέταλλα. Ο Κατηγορούμενος μετέφερνε τον χρυσό για πώληση στο Ηνωμένο Βασίλειο και συγκεκριμένα στην εταιρεία "Capella Manufacturing Ltd", η οποία επεξεργαζόταν τον χρυσό. Από αυτή την επεξεργασία παρέμενε μόνο ο καθαρός χρυσός, δείγμα του οποίου διδόταν για ανάλυση προκειμένου να διακριβωθεί ο βαθμός της ποιότητας του. Ο εν λόγω βαθμός σε συνάρτηση με την ποσότητα του χρυσού και την τιμή κλεισίματος που εκ των προτέρων συμφωνείτο καθόριζαν το ποσό που θα κατέβαλλε η "Capella Manufacturing Ltd" στη "Marinos Demetriou Jewellery Ltd" για την αγορά του χρυσού. Δείγμα χρυσού παραδιδόταν και στον Κατηγορούμενο για να το μεταφέρει στην Κύπρο για ανάλυση, ωστόσο ο Μ.Κ.2 δεν διενεργούσε και στην Κύπρο ανάλυση. Η συμφωνία του Μ.Κ.2 με τη "Capella Manufacturing Ltd" ήταν όπως το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία του καθαρού χρυσού που αγόραζε η τελευταία καταβάλλεται με έμβασμα στον τραπεζικό λογαριασμό της "Marinos Demetriou Jewellery Ltd". Η εν λόγω συμφωνία έγινε μέσω του Κατηγορούμενου, διότι ο Μ.Κ.2 δεν μιλούσε καλά την Αγγλική γλώσσα. Για τον λόγο αυτό ο Μ.Κ.2 ανέθεσε στον Κατηγορούμενο όπως επικοινωνεί με τη "Capella Manufacturing Ltd" για ό,τι αφορά τη μεταφορά και την πώληση του χρυσού. Πιο συγκεκριμένα όταν θα γινόταν μεταφορά χρυσού ο Μ.Κ.2 ενημέρωνε τον Κατηγορούμενο για την ποσότητα του ακάθαρτου χρυσού που θα μετέφερνε και ακολούθως ο τελευταίος πληροφορούσε σχετικά τη "Capella Manufacturing Ltd". Στη συνέχεια συμφωνούσε με τη "Capella Manufacturing Ltd" την τιμή κλεισίματος-πώλησης του χρυσού, η οποία μπορούσε να «κλείσει» δύο φορές ημερησίως στις 11:00 και 15:
  4. Ο Κατηγορούμενος ετοίμαζε ανεπίσημο τιμολόγιο για σκοπούς μεταφοράς του χρυσού και ενημέρωνε σχετικά τον Μ.Κ.
  5. Κατά την ημέρα της αναχώρησης του μετέβαινε στο χρυσοχοείο που διατηρούσε ο Μ.Κ.2, ο οποίος του παρέδιδε τον χρυσό σε χαρτοφύλακα και τον μετέφερνε στο αεροδρόμιο. Ο Κατηγορούμενος ενημέρωνε με μήνυμα στο κινητό τηλέφωνο τον Μ.Κ.2 για την επιβίβαση του στο αεροπλάνο, για την άφιξη του στο Ηνωμένο Βασίλειο, για την παράδοση του χρυσού στη "Capella Manufacturing Ltd" και για την επιστροφή του. Για τις πιο πάνω υπηρεσίες του ο Κατηγορούμενος λάμβανε το ποσό των €500 για κάθε μεταφορά και επιπλέον τα έξοδα του εισιτηρίου, της διαμονής και της διατροφής του. Παράλληλα, μαζί με τον χρυσό ο Κατηγορούμενος μετέφερνε στη "Capella Manufacturing Ltd" και ασήμι. Οι οδηγίες του Μ.Κ.2 ήταν όπως το ασήμι παραμείνει αποθηκευμένο στη "Capella Manufacturing Ltd". Στις 14.03.14 ο Κατηγορούμενος παρέλαβε από τον Μ.Κ.2, 9 περίπου κιλά ακάθαρτου χρυσού για να τα μεταφέρει στη "Capella Manufacturing Ltd". Ο Μ.Κ.2 μετέφερε τον Κατηγορούμενο στο αεροδρόμιο. Εκεί διενεργήθηκε έλεγχος στις αποσκευές του Κατηγορούμενου, διότι στην ακτινοδιαγνωστική εντοπίστηκε ότι μετέφερε στις αποσκευές του ποσότητα χρυσού. Κατά τον έλεγχο παρουσίασε το τιμολόγιο της δέσμης Τεκμηρίου 12Α. Η ποσότητα χρυσού που μετέφερε ο Κατηγορούμενος αποτελείτο από έξι κομμάτια άμορφης μάζας, τα οποία δεν ζυγίστηκαν κατά τον πιο πάνω τελωνειακό έλεγχο. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.2 ενημερώθηκε μέσω μηνύματος του Κατηγορούμενου ότι επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο. Αργότερα την ίδια μέρα, έγινε εμπρησμός στο αυτοκίνητο του Μ.Κ.2, ο οποίος όταν μετέβη στην αστυνομία για να καταγγείλει το συμβάν τέθηκε υπό κράτηση, καθώς εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του για άλλη υπόθεση. Για τον λόγο αυτό δεν είχε πρόσβαση στο κινητό του τηλέφωνο και δεν ενημερώθηκε για την άφιξη του Κατηγορούμενου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Την επόμενη μέρα, όταν αφέθηκε ελεύθερος, προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Κατηγορούμενο πλην όμως το κινητό του τηλέφωνο δεν ανταποκρινόταν. Μετέβη στο σπίτι των γονέων του Κατηγορούμενου και ενημερώθηκε από τη μητέρα του ότι τον αναζητούσε ο πατέρας του για να τον πληροφορήσει για κάτι που συνέβη στον Κατηγορούμενο. Όταν συναντήθηκε με τον πατέρα του Κατηγορούμενου, πληροφορήθηκε για τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι διαπράχθηκε εναντίον του ληστεία στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αργότερα την ίδια ημέρα, επικοινώνησε μαζί του ο Κατηγορούμενος ο οποίος ισχυρίστηκε ότι διαπράχθηκε εναντίον του ληστεία, με αποτέλεσμα να του κλέψουν τον χρυσό που μετέφερε. Ωστόσο, στις 15.03.14, ο Κατηγορούμενος μετέβηκε στις εγκαταστάσεις της "Capella Manufacturing Ltd" και παρέδωσε τον χρυσό που του εμπιστεύτηκε ο Μ.Κ.2, χωρίς να αποκαλύψει το εν λόγω γεγονός στον τελευταίο. Ο Κατηγορούμενος, παρά τις παροτρύνσεις του Μ.Κ.2, δεν κατήγγειλε στην αστυνομία στο Ηνωμένο Βασίλειο την ισχυριζόμενη ληστεία. Επέστρεψε στην Κύπρο την επόμενη ημέρα, όπου τον παρέλαβαν από το αεροδρόμιο ο πατέρας του μαζί με τον Μ.Κ.
  6. Την ίδια μέρα, δηλαδή στις 16.03.14, ο Μ.Κ.2 και ο Κατηγορούμενος μετέβηκαν στα γραφεία του Τ.Α.Ε Λεμεσού και έδωσαν κατάθεση σε σχέση με την ισχυριζόμενη ληστεία. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε στον Μ.Κ.2 ότι σκοπός του ήταν να του δώσει το ποσό των €200.000 που ήταν περίπου η αξία του χρυσού που μετέφερε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Για τον σκοπό αυτό πραγματοποιήθηκε στις 17.03.14 συνάντηση με τον δικηγόρο του Μ.Κ.2, στην οποία όμως δεν υπήρξε αποτέλεσμα. Ο Μ.Κ.2, μετά το πέρας της προαναφερόμενης συνάντησης, είπε στον Κατηγορούμενο ότι θα μετέβαινε την ίδια μέρα στο Ηνωμένο Βασίλειο για να καταγγείλει την ισχυριζόμενη ληστεία και του ζήτησε όπως μεταβεί μαζί του. Ο Κατηγορούμενος αν και είπε στον Μ.Κ.2 ότι δεν μπορούσε τη συγκεκριμένη ημερομηνία, εντούτοις συναντήθηκαν στο αεροδρόμιο όπου δήλωσε στον Μ.Κ.2 ότι διευθέτησε την ασφάλεια των γονέων του και αποφάσισε να μεταβεί στο Ηνωμένο Βασίλειο για να καταγγείλει την ισχυριζόμενη ληστεία. Παρά ταύτα, όταν αφίχθηκε το αεροπλάνο στο Ηνωμένο Βασίλειο ο Κατηγορούμενος εξαφανίστηκε και δεν ακολούθησε τον Μ.Κ.2 και τη σύζυγο του οι οποίοι κατήγγειλαν την ισχυριζόμενη ληστεία στην αστυνομία. Η πληροφόρηση που έλαβαν από την αστυνομία ήταν ότι δεν μπορούσαν να προχωρήσουν σε επίσημη καταγγελία, καθώς για να γίνει αυτό θα πρέπει η καταγγελία να προέρχεται από το θύμα, ήτοι τον Κατηγορούμενο. Έκτοτε ο Κατηγορούμενος εγκατέλειψε τη Δημοκρατία μέχρι την παράδοση του στις αρχές της Δημοκρατίας στις 03.10.19 στα πλαίσια εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του. Σε λογαριασμό που διατηρούσε ο Κατηγορούμενος στη Societe Generale Bank Cyprus υπήρξαν εμβάσματα από τη "Capella Manufacturing Ltd" κατά την περίοδο 10.06.13 - 23.12.13 συνολικού ποσού €29.827,
  7. Σε άλλο λογαριασμό που διατηρούσε ο Κατηγορούμενος στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) υπήρξαν εμβάσματα από τη "Capella Manufacturing Ltd" κατά την περίοδο 22.01.14 - 17.02.14 για το συνολικό ποσό των €201.
  8. Από τον εν λόγω λογαριασμό ωστόσο επιστράφηκε στη "Capella Manufacturing Ltd" το ποσό των €100.
  9. Επίσης, σε λογαριασμό που διατηρούσε ο πατέρας του Κατηγορούμενου στην Ελληνική Τράπεζα έγιναν στις 15.01.14 και στις 22.01.14 δύο εμβάσματα από τη "Capella Manufacturing Ltd" συνολικού ποσού €8.208,
  10. Το συνολικό ποσό που κατατέθηκε από τη "Capella Manufacturing Ltd" στους λογαριασμούς του Κατηγορούμενου και του πατέρα του, συμπεριλαμβανομένου και του ποσού των €100.000 που επιστράφηκε στη "Capella Manufacturing Ltd", ανέρχεται σε €239.035,
  11. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος μετέφερε και παρέδωσε στον Μ.Κ.2 μετρητά που αφορούσαν πώληση χρυσού. Συγκεκριμένα παρέδωσε σε μετρητά το συνολικό ποσό των €1.252.
  12. Τέλος, αποτελεί εύρημα μου ότι έγιναν οι ακόλουθες δηλώσεις ρευστών διαθεσίμων: Στις 30.03.13 κατά την άφιξη του στο αεροδρόμιο Πάφου ο Κατηγορούμενος προέβη σε δήλωση συναλλάγματος για το ποσό των €200.
  13. Η δήλωση έφερε αριθμό 18/
  14. Στις 10.04.13 η xxxx xxxx Limer κατά την άφιξη της στο αεροδρόμιο Πάφου προέβη στη δήλωση συναλλάγματος 30/2013 για το ποσό των €200.
  15. Στις 14.04.13 κατά την άφιξη του στο αεροδρόμιο Λάρνακας ο Κατηγορούμενος προέβη στη δήλωση συναλλάγματος με αριθμό 626/2013 για το ποσό των €250.
  16. Στις 19.05.13 κατά την άφιξη του στο αεροδρόμιο Πάφου ο Κατηγορούμενος προέβη σε δήλωση συναλλάγματος με αριθμό 43/2013 για το ποσό των €240.
  17. Νομική πτυχή Τα αδικήματα των κατηγοριών με αρ.2 και 4 βασίζονται επί των άρθρων 270(β) και 255 του Κεφ.154, ενώ το αδίκημα της κατηγορίας με αρ.6 επί των άρθρων 270(α) και (β) και 255 του Κεφ.
  18. Το άρθρο 270(α) και (β) έχει ως ακολούθως: «Αν αυτό που κλάπηκε είναι ένα από τα ακόλουθα πράγματα, δηλαδή- (α) περιουσία που λήφθηκε από τον υπαίτιο με πληρεξουσιότητα για να τη διαθέσει (β) περιουσία εμπιστευμένη στον υπαίτιο, είτε σε μόνο του, είτε μαζί με άλλο, για την ασφαλή φύλαξη από αυτό, ή χρήση, πληρωμή, ή παράδοση αυτής ή μέρους της ή οποιουδήποτε προϊόντος που απορρέει από τη διάθεση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο...» Το δε άρθρο 255 του Κεφ.154 ορίζει τα ακόλουθα: «255.-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
  1. i)με τέχνασμα (
  2. ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.» Στην υπόθεση Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486 προσδιορίστηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής. Συγκεκριμένα επισημάνθηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής θα πρέπει
(1)η λήψη της περιουσίας να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη,
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι το άρθρο 255 είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο του άρθρου 270 που αναφέρεται στην κλοπή υπό αντιπροσώπου. Το άρθρο 270 του Κεφ.154 αφορά επομένως ειδική περίπτωση κλοπής και πρέπει να διαβάζεται με το άρθρο 255 του Κεφ.154 το οποίο καθορίζει τι εστί κλοπή. Συνεπώς, πέραν των συστατικών στοιχείων του άρθρου 255 του Κεφ.154, στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει επιπρόσθετα να αποδειχθούν τα στοιχεία (α) και (β), αναλόγως των κατηγοριών, του άρθρου 270 του Κεφ.154 που μνημονεύθηκαν πιο πάνω. Στη Χρυσάνθου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ.19/16 ημερ. 02.12.16 ειπώθηκαν τα ακόλουθα ως προς την απόδειξη της υποκειμενικής πρόθεσης: «Το πώς θα εξαχθεί η βεβαιότητα ύπαρξης της υποκειμενικής πρόθεσης για κλοπή, βοηθητικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 861: ″Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη.″» Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Kατηγορούσα Aρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, (Charitonos a.o. v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 401). Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε ανωτέρω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στις Toumba v. The Republic
(1984)2 C.L.R 110 και Charalambous a.a. v. The Republic
(1985)2 C.L.R 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορούμενου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Όπως αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας απόφασης ο Κατηγορούμενος είναι αντιμέτωπος με τρεις κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου (κατηγορίες με αρ.2, 4 και 6). Θα ξεκινήσω με την κατηγορία υπ' αρ.
  1. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο Μ.Κ.2 παρέδωσε στις 14.03.14 στον Κατηγορούμενο, 9 περίπου κιλά ακάθαρτο χρυσό για να τον μεταφέρει και να τον πωλήσει για λογαριασμό του στη Capella. Η εν λόγω ποσότητα χρυσού όντως μεταφέρθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο και παραδόθηκε στη Capella από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος όμως ισχυρίσθηκε ότι έπεσε θύμα ληστείας και ότι ο χρυσός κλάπηκε. Καταρχάς, δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του Μ.Κ.2 εν τη εννοία του άρθρου 270(β) του Κεφ.
  2. Είναι αναντίλεκτο το γεγονός ότι ο χρυσός αποτελούσε περιουσία του Μ.Κ.2 εμπιστευμένη στον Κατηγορούμενο προκειμένου να την παραδώσει και να την πωλήσει στη Capella για λογαριασμό του Μ.Κ.
  3. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι ο χρυσός παραδόθηκε από τον Μ.Κ.2 στον Κατηγορούμενο για τον πιο πάνω σκοπό. Έθεσε όμως εμμέσως πλην σαφώς το ζήτημα της νομιμότητας της κατοχής του χρυσού από τον Μ.Κ.
  4. Όπως αναφέρθηκε και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.2, το εν λόγω ζήτημα δεν μπορεί να επηρεάσει τη στοιχειοθέτηση του επίδικου αδικήματος. Το πώς απέκτησε τον χρυσό ο Μ.Κ.2 είναι ουδέτερο ζήτημα για τους σκοπούς της παρούσας. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Smith and others [2011] 1 Cr. App. R.30, αφού έγινε αναφορά στις πρόνοιες του Theft Act 1968 σε σχέση με την ερμηνεία του όρου "property belonging to another", ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «[7] Having examined these provisions, we consider that nothing in them suggests that what would otherwise constitute or be regarded as "property" for the purposes of the Theft Act ceases to be so because its possession or control is, for whatever reason, unlawful or illegal or prohibited. [8] This construction of the legislation was recognised soon after the Theft Act came into force. In R v Turner (No 2) [1971] 2 All ER 441, [1971] RTR 396, [1971] 1 WLR 901, the Appellant was charged with theft from a man called Brown of a car which was subject to a hire purchase agreement. For the purposes of the appeal the facts are immaterial. It was argued that Brown, although in possession or control of the car as a matter of fact, did not have sufficient possession or control for the purposes of s 5
(1)of the Theft Act. The submission was rejected in unequivocal terms as follows: "This court is quite satisfied that there is no ground whatever for qualifying the words "possession or control" in any way. It is sufficient if it is found that the person form whom the property is taken, or to use the words of the Act, appropriated, was at the time in fact in possession or control. At the trial there was a long argument as to whether that possession or control must be lawful. .The only question was: was Brown in fact in possession or control?» Οι πιο πάνω αναφορές, θεωρώ ότι τυγχάνουν απόλυτης εφαρμογής και στις αντίστοιχες πρόνοιες του Κεφ.154. Στο άρθρο 255
(2)(γ) του Κεφ.154 στην έννοια του όρου «ιδιοκτήτης» περιλαμβάνεται και αυτός που έχει την κατοχή ή έλεγχο πράγματος που δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής, χωρίς να προσδιορίζεται ότι η κατοχή θα πρέπει να είναι νόμιμη. Επίσης, στο άρθρο 255
(3)του Κεφ.154 ορίζεται ότι δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής οποιοδήποτε πράγμα έχει αξία και ανήκει σε κάποιον, χωρίς και πάλι να περιλαμβάνεται οποιαδήποτε πρόνοια ότι το αντικείμενο της κλοπής θα πρέπει νόμιμα να ανήκει σε κάποιον. Επομένως, αρκεί η απόδειξη ότι ο χρυσός βρισκόταν στην κατοχή ή τον έλεγχο του Μ.Κ.
  1. Το επόμενο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο ο Κατηγορούμενος οικειοποιήθηκε παράνομα και εκ προθέσεως τον χρυσό που του εμπιστεύθηκε ο Μ.Κ.
  2. Είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία ότι κατά την παράδοση του χρυσού στη Capella ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι ανήκει στον ίδιο και όχι στον Μ.Κ.
  3. Ο ισχυρισμός του xxxx Marshall που περιλαμβάνεται στην κατάθεση που του λήφθηκε στα πλαίσια δικαστικής συνδρομής (Τεκμήριο 10) δεν μπορεί να οδηγήσει σε ανάλογο εύρημα, εφόσον το εν λόγω πρόσωπο δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας (βλ. και άρθρο 27
(3)του Κεφ.9). Για τους ίδιους λόγους δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να δοθεί βαρύτητα στην ανάλογη δήλωση του DCxxxx xxxx που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο
  1. Η περιστατική ωστόσο μαρτυρία είναι καταπελτική και οδηγεί στο μοναδικό συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος οικειοποιήθηκε παράνομα και εκ προθέσεως τον χρυσό που του παρέδωσε ο Μ.Κ.
  2. Προς τούτο σημειώνω ότι αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος παρέδωσε τον χρυσό στη Capella αποκρύβοντας το εν λόγω γεγονός από τον Μ.Κ.2 στον οποίο μάλιστα δήλωσε ότι ο χρυσός κλάπηκε ως αποτέλεσμα της ισχυριζόμενης ληστείας που διαπράχθηκε εναντίον του. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να καταγγείλει την ισχυριζόμενη ληστεία στην αστυνομία του Ηνωμένου Βασιλείου, χωρίς να προσφέρει οποιαδήποτε λογική ή πειστική εξήγηση για την εν λόγω άρνηση του. Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση για να επισημάνω ότι οι όποιες ανησυχίες του Κατηγορούμενου περί διασυνδέσεων του Μ.Κ.2 με την αστυνομία αφορούσαν την αστυνομία της Δημοκρατίας και όχι αυτή του Ηνωμένου Βασιλείου. Κλείνοντας την πιο πάνω παρένθεση σημειώνω επιπρόσθετα ότι η ενέργεια του Κατηγορούμενου να εγκαταλείψει τον Μ.Κ.2 και τη σύζυγο του όταν αφίχθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο και ακολούθως η απόφαση του να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία δεικνύουν ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε δόλια και με πρόθεση. Υπογραμμίζω ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο ενώπιον μου που να δημιουργεί έστω και υποψία ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε οποιοδήποτε κίνδυνο αν παρέμενε στη Δημοκρατία. Υπενθυμίζω άλλωστε ότι η ισχυριζόμενη απειλή που δέχθηκε αφορούσε τους γονείς του και όχι τον ίδιο προσωπικά. Είναι καλά γνωστό ότι η περιστατική μαρτυρία δεν στερείται της άμεσης μαρτυρίας και μπορεί να οδηγήσει από μόνη της σε καταδίκη (Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 505 και Καλογήρου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 61). Στην υπόθεση Παφίτης κ.α ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 102 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Η μαρτυρία η οποία κρίθηκε ότι αποδεικνύει την ενοχή των εφεσειόντων συνίσταται εξ ολοκλήρου, όπως σωστά διαπίστωσε το πρωτόδικο δικαστήριο, από περιστατική μαρτυρία. Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνον δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. (Βλ. μεταξύ άλλων Fournidesv. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Εν προκειμένω, οι κρίκοι της περιστατικής μαρτυρίας που αναφέρθηκαν πιο πάνω είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι μεταξύ τους και δεν συμβιβάζονται με οποιαδήποτε άλλη λογική εξήγηση εκτός από την ενοχή του Κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε άλλη λογική ερμηνεία στην ενέργεια του Κατηγορούμενου να ισχυριστεί ότι υπήρξε θύμα ληστείας και ότι ο χρυσός κλάπηκε, ενώ στην πραγματικότητα παρέδωσε τον χρυσό στη Capella αποκρύβοντας το εν λόγω γεγονός από τον Μ.Κ.
  1. Η δε απροθυμία του να καταγγείλει την ισχυριζόμενη ληστεία στις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, σε συνδυασμό με τις αντιφατικές δηλώσεις του στις δύο καταθέσεις του ημερ.16.03.14 και 04.10.19 επί του ζητήματος δεικνύουν ότι ο ισχυρισμός της ληστείας αποτέλεσε κατασκεύασμα του Κατηγορούμενου. Η εισήγηση τώρα της κας Νεοφύτου ότι δεν διερευνήθηκε ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι έγινε εις βάρος του ληστεία κάτω από μία γέφυρα και όχι στο αεροδρόμιο, δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα. Τούτο, διότι δεν υπήρχε αντικείμενο προς διερεύνηση αφ' ης στιγμής ο Κατηγορούμενος δεν κατήγγειλε την ισχυριζόμενη ληστεία στην αστυνομία του Ηνωμένου Βασιλείου. Όλα τα προαναφερόμενα σωρευτικά ιδωμένα καταδεικνύουν ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε δόλια, με σκοπό την οικειοποίηση του χρυσού που του παρέδωσε ο Μ.Κ.2 και με πρόθεση τελεσίδικης αποστέρησης της εν λόγω περιουσίας από τον τελευταίο. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου στην αγόρευση της ανέφερε ότι από τη στιγμή που, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, τα εμβάσματα στον λογαριασμό της εταιρείας του Μ.Κ.2 συμφωνούσαν με τα τιμολόγια που εκδίδονταν, τότε δεν μπορεί να γίνεται λόγος για κλοπή οποιασδήποτε ποσότητας χρυσού. Η συγκεκριμένη εισήγηση παραβλέπει το γεγονός ότι για την επίδικη ποσότητα που παραδόθηκε στις 14.03.14 στον Κατηγορούμενο δεν εκδόθηκε τιμολόγιο προς τη Capella. Επομένως, δεν μπορεί να προβάλλεται το επιχείρημα ότι πληρώθηκε το τίμημα που αφορούσε τον χρυσό που μεταφέρθηκε στις 14.03.
  2. Το τιμολόγιο που περιλαμβάνεται στη δέσμη Τεκμηρίου 12Α ετοιμάστηκε από τον Κατηγορούμενο, δεν ήταν επίσημο και προοριζόταν απλά και μόνο για τους σκοπούς του τελωνειακού ελέγχου. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία το τιμολόγιο προς τη Capella εκδιδόταν μετά την παράδοση του χρυσού και την επεξεργασία που γινόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο από την οποία και προέκυπτε ο βαθμός της καθαρότητας του. Εν προκειμένω, δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι για τον χρυσό που παραδόθηκε στις 14.03.14 εκδόθηκε από την εταιρεία του Μ.Κ.2 τιμολόγιο προς τη Capella. Ούτε και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 προκύπτει κάτι τέτοιο. Ολοκληρώνοντας την εξέταση της κατηγορίας με αρ.2, θεωρώ ότι για την καταδίκη του Κατηγορούμενου σε αυτήν δεν απαιτείται τροποποίηση των λεπτομερειών της. Είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για την ακριβή ποσότητα και αξία του καθαρού χρυσού που οικειοποιήθηκε ο Κατηγορούμενος και για το ότι εισέπραξε το ποσό της αξίας του χρυσού. Αποδείχθηκε όμως πέραν πάσης λογική αμφιβολίας ότι οικειοποιήθηκε τη συνολική ποσότητα του ακάθαρτου χρυσού που του παρέδωσε ο Μ.Κ.2 στις 14.03.
  3. Η αξία και η ποσότητα δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ούτως ώστε να χρήζουν τροποποίησης οι λεπτομέρειες του (Μελή ν. Vassos Leptos Ltd Ποιν. Έφεση 182/2014 ημερ. 23.10.15). Από την άλλη, το γεγονός ότι αποδείχθηκε η οικειοποίηση μόνο του χρυσού και όχι και του ποσού που αντιστοιχεί στην αξία του δεν αναιρεί τη δυνατότητα καταδίκης του Κατηγορούμενου, ούτε και καθιστά αναγκαία την τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Η ενέργεια του Κατηγορούμενου να μεταχειριστεί τον χρυσό παραδίδοντας τον στη Capella ωσάν να ήταν δικός του, συνιστά οικειοποίηση του. Αυτή η ενέργεια αποτελεί μέρος του αδικήματος της κατηγορίας με αρ.2 και, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, συνιστά ποινικό αδίκημα. Κατά συνέπεια και σύμφωνα με το άρθρο 85
(1)Κεφ.155, ο Κατηγορούμενος δύναται να καταδικαστεί χωρίς μεταβολή του κατηγορητηρίου. Όσον αφορά τις κατηγορίες με αρ.4 και 6, θεωρώ ότι δεν έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Για την κατηγορία με αρ.4, η αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία δεν καταδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος έκλεψε το ασήμι που του εμπιστεύτηκε ο Μ.Κ.2 για να το μεταφέρει και να το αποθηκεύσει στη Capella. Πιο συγκεκριμένα, η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής στηρίχθηκε στην πληροφόρηση που έλαβε ο Μ.Κ.2 ότι το ασήμι που παρέμεινε αποθηκευμένο στις εγκαταστάσεις της Capella είναι αξίας €
  1. Η εν λόγω δήλωση, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, δεν έγινε αποδεκτή. Ούτε από την άλλη η δήλωση του Κατηγορούμενου στην κατάθεση του ημερ.04.10.19 ότι το ασήμι πωλήθηκε με οδηγίες του Μ.Κ.2 και τα χρήματα κατατέθηκαν σε λογαριασμό του και τα παρέδωσε στη συνέχεια στον Μ.Κ.2, θέση που προωθήθηκε και κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2, μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη του Κατηγορούμενου, αφ' ης στιγμής δεν αποτελεί παραδοχή για τη διάπραξη του αδικήματος. Σε σχέση τώρα με την κατηγορία με αρ.6, η Κατηγορούσα Αρχή βασίστηκε στα ποσά που εντοπίστηκαν ως εμβάσματα από τη Capella στους λογαριασμούς του Κατηγορούμενου και του πατέρα του (Τεκμήρια 3, 4 και 5Α - Γ). Υπενθυμίζω ότι είναι παραδεκτό γεγονός ότι κατατέθηκε στους εν λόγω λογαριασμούς από τη Capella κατά την επίδικη περίοδο το συνολικό ποσό των €239.035,
  2. Η ύπαρξη των προαναφερόμενων εμβασμάτων, σαφώς δημιουργεί εύλογες υποψίες ότι ο Κατηγορούμενος μπορεί να ενέχεται στη διάπραξη του αδικήματος. Η ύπαρξη υποψιών όμως δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του Κατηγορούμενου. Αποτελεί πάγια αρχή της νομολογίας ότι αυτό που επιτρέπεται είναι η εξαγωγή αδιαμφισβήτητων συμπερασμάτων από αποδεδειγμένα γεγονότα (Hiscock ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 183/2015 ημερ.19.10.17), ενώ οι υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες κι αν είναι δεν επιτρέπονται (Λοΐζου ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία με αρ.2 και αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες με αρ.4 και
  3. (Υπ.) ................ Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.