Δημοκρατία ν. Dharminder, Υπόθεση Αρ: 1991/20, 2/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2020:7 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ηλ. Γεωργίου, Π. Ε. Δ Κ. Κωνσταντίνου, Α. Ε. Δ Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ Υπόθεση Αρ: 1991/20 Μεταξύ: Δημοκρατία Κατηγορούσα Αρχή ν. XXX Dharminder Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 02/07/2020 Για τη Δημοκρατία: Κα Θ. Παπακυριακού Για κατηγορούμενο: Κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα του βιασμού, κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και, ως αναφέρεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας, ο κατηγορούμενος στις 23/01/2020, στο χωριό Πεντάκωμο, της επαρχίας Λεμεσού ήρθε σε παράνομη συνουσία με την XXX Kaur από την Ινδία, και δη χωρίς τη συναίνεση της (κατηγορία 1). Αρχικά ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και μια κατηγορία για το αδίκημα της απειλής (κατηγορία 2), από την οποία, ωστόσο, απαλλάχθηκε κατόπιν ανακοίνωσης αναστολής ποινικής διώξεως από τον Γενικό Εισαγγελέα. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε ενοχή στην πρώτη κατηγορία, με αποτέλεσμα να διεξαχθεί ακροαματική διαδικασία. Για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκαν και έδωσαν διά ζώσης μαρτυρία πέντε μάρτυρες κατηγορίας. Πρόκειται για τη XXX Kaur (ΜΚ1 ‑ παραπονούμενη), τη Λοχία XXXXX XXXXX Στυλιανού (ΜΚ2), τον XXX Singh (ΜΚ3), τον Α/Αστ XXXXX XXXXX Μιχαήλ (ΜΚ4) και τον Δρ. XXX Σοφοκλέους (ΜΚ5). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορούμενου. Δεν κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Προτού προχωρήσουμε στην παράθεση της ενώπιον μας μαρτυρίας, θεωρούμε ορθό να παραθέσουμε τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία πηγάζουν είτε από την αναντίλεκτη ενώπιον μας μαρτυρία, είτε από τα ενώπιον μας παραδεκτά γεγονότα είτε, τέλος, αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Το πρωινό της 23/01/2020, ο κατηγορούμενος με την παραπονούμενη ήρθαν σε συνουσία στην κατοικία του. Η δε εκσπερμάτιση του πρώτου, τουλάχιστον εν μέρει, έγινε επί του σεντονιού του κρεβατιού. Αποτελεί επίσης κοινό τόπο ότι, εκείνο το πρωί, προ της συνουσίας, ο κατηγορούμενος συναντήθηκε με την παραπονούμενη σε συγκεκριμένη στάση λεωφορείου, με την τελευταία να ανεβαίνει στη μοτοσυκλέτα του και ακολούθως, αμφότεροι να μεταβαίνουν στην κατοικία του κατηγορούμενου. Μετά το πέρας της συνουσίας τους, αμφότεροι, και πάλι με τη μοτοσυκλέτα του κατηγορούμενου, εγκατέλειψαν την κατοικία του τελευταίου και κατευθύνθηκαν στη στάση του λεωφορείου από όπου και αρχικά παραλήφθηκε η παραπονούμενη. Στη στάση του λεωφορείου, παρών, τόσο κατά την παραλαβή της παραπονούμενης όσο και κατά την επιστροφή της ήταν ο ΜΚ
- Την ίδια μέρα, το απόγευμα, στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης βιασμού και απειλής εναντίον της παραπονούμενης, ο αστυφύλακας XXXXX A. Προδρόμου συνέλαβε, στο χωριό Πεντάκωμο, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, τον κατηγορούμενο. Αφού του εξήγησε τον λόγο σύλληψής του, αυτός απάντησε «Didn't' do nothing sir». Ακολούθως, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορουμένου, διενεργήθηκε έρευνα στην οδό XXX αριθμός 5 στο χωριό Πεντάκωμο της επαρχίας Λεμεσού (στο εξής «η κατοικία του κατηγορούμενου»), κατά την οποία παραλήφθηκαν ως τεκμήρια, ένα σεντόνι από το κρεβάτι του υπνοδωματίου του κατηγορούμενου, το κάτω μέρος μίας φόρμας γυμναστικής χρώματος σκούρου γκρίζου, μία κοντομάνικη φανέλα χρώματος μπλε και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Alcatel, χρώματος μαύρου, όλα, ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου. Κατά τη σχετική επίστηση της προσοχής του κατηγορούμενου στον νόμο, αυτός απάντησε «Its my clothes and my telephone sir, you can check them». Μεταξύ των ωρών 23:50 της 23ης/01/2020 και 01:30 της 24ης/01/2020, με τη βοήθεια διερμηνέα, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στα πλαίσια της οποίας καταγράφηκαν οι ισχυρισμοί του. Από τα τρία πρώτα, εκ των τεσσάρων, πιο πάνω αναφερομένων, ληφθέντων τεκμηρίων, λήφθηκαν δειγματοληψίες για αναζήτηση γενετικού υλικού. Τέτοιες δειγματοληψίες λήφθηκαν και ενδοκολπικά από την παραπονούμενη. Επίσης, λήφθηκαν παρειακά επιχρίσματα τόσο από τον κατηγορούμενο όσο και από την παραπονούμενη. Τούτα παραδόθηκαν στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου και έτυχαν εξέτασης από το Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής και ειδικότερα από τον υπεύθυνο του εργαστηρίου, καθηγητή XXX Καριόλου. Στη βάση των αποτελεσμάτων του εν λόγω εργαστηρίου, το γενετικό υλικό της παραπονούμενης, ανευρέθηκε στο σεντόνι σε κολπικό επίχρισμα - μη σπερματικό μέρος - καθώς επίσης και σε μεικτό γενετικό υλικό από κολπικό επίχρισμα - σπερματικό μέρος. Επίσης, και πάλι από το σεντόνι, απομονώθηκε μεικτό γενετικό υλικό με δότες τον κατηγορούμενο και την παραπονούμενη - μη σπερματικό μέρος. Ακόμα, μονό γενετικό υλικό που απομονώθηκε από σπερματικά μέρη, αλλά και από ένα μη σπερματικό μέρος από το σεντόνι, ταυτίστηκε με το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Γενετικό υλικό της παραπονούμενης, απομονώθηκε και από άλλα σημεία του σεντονιού από όπου λήφθηκε σχετική δειγματοληψία. Από τη δειγματοληψία που έγινε στο κάτω μέρος της φόρμας γυμναστικής, απομονώθηκε μικρή ποσότητα μεικτού γενετικού υλικού, με τον κατηγορούμενο και την παραπονούμενη, να μην μπορούν να αποκλειστούν από δότες του. Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με δειγματοληψία που έγινε από την κοντομάνικη φανέλα χρώματος μπλε. Τέλος, αποτελεί κοινό τόπο ότι, η παραπονούμενη, σε χρόνο πριν τα επίδικα γεγονότα, έδωσε στον κατηγορούμενο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό[1], μεταξύ άλλων, και για να διευθετήσει ο τελευταίος, όπως κάποια φίλη της, από την Ινδία, εργαστεί στη Κύπρο, διευθέτηση την οποία ο κατηγορούμενος δεν κατάφερε να υλοποιήσει. Παρά τις σχετικές κατά καιρούς υποσχέσεις του ότι θα της επιστρέψει τα καταβληθέντα χρήματα, μέχρι και το επίδικο συμβάν, δεν της τα επέστρεψε. Για τα μόλις πιο πάνω αναφερόμενα, αδιαμφισβήτητα, γεγονότα προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα. Στο σημείο αυτό, κρίνουμε ορθότερο να παραθέσουμε τη μαρτυρία ως τούτη αναδύεται μέσα από τα όσα οι μάρτυρες ανέφεραν. Εκτενέστερη αναφορά στην αμφισβητούμενη μαρτυρία, θα γίνει όπου αυτό κριθεί αναγκαίο στο στάδιο της αξιολόγησής της Κατά την παραπονούμενη, η οποία, να σημειωθεί, έδωσε δύο καταθέσεις στην Αστυνομία (βλ. ενδείξεις A1 και A3, καταθέσεις ληφθείσες στη μητρική της γλώσσα και ενδείξεις A2 και A4, μετάφραση τους στα ελληνικά), την 23/01/2020 και αφού προηγουμένως είχε συνεννοηθεί με τον κατηγορούμενο να την βοηθήσει να βρει δουλειά στο χωριό Πεντάκωμο, συνοδευόμενη από τον ΜΚ3 μετέβηκε στη στάση λεωφορείου με την επωνυμία Park lane, αναμένοντας τον κατηγορούμενο να φτάσει στο σημείο για να μεταβούν μαζί στην οικία ηλικιωμένης γυναίκας που αναζητούσε εργατικό προσωπικό (στο εξής «η γιαγιά»). Μόλις ο κατηγορούμενος έφτασε στο σημείο με τη μοτοσυκλέτα του, ανέφερε στην παραπονούμενη ότι μόνο την ίδια μπορούσε να μεταφέρει, με αποτέλεσμα τούτη να ανεβεί στη μοτοσυκλέτα του και ο ΜΚ3 να παραμείνει στο σημείο. Μετά πάροδο 20 με 25 λεπτών, έφτασαν και εισήλθαν σε ένα μικρό σπίτι και ακολούθως ο κατηγορούμενος έκλεισε την πόρτα. Αμέσως, η παραπονούμενη ρώτησε πότε θα έρθει η γιαγιά. Εκείνην τη στιγμή, ο κατηγορούμενος της αποκάλυψε ότι δεν βρίσκονταν στην οικία της γιαγιάς, αλλά στην οικία του ιδίου, με αποτέλεσμα η παραπονούμενη να αντιδράσει και να απαιτήσει όπως την μεταφέρει στην οικία της. Αν και ο κατηγορούμενος ανέφερε στην παραπονούμενη ότι θα τηλεφωνούσε με σκοπό να ικανοποιήσει το αίτημά της, εντούτοις δεν το έπραξε και ακολούθως την πήρε αγκαλιά από πίσω. Η παραπονούμενη, του ζήτησε να σταματήσει τις ενέργειες αυτές, εξηγώντας του ότι τον βλέπει σαν αδελφό, προειδοποιώντας τον ακόμα ότι, αν συνεχίσει, θα αρχίσει να φωνάζει. Η αντίδραση του κατηγορούμενου ήταν να της κλείσει το στόμα με το ένα του χέρι και ακολούθως να την σπρώξει πάνω στο κρεβάτι. Όταν η παραπονούμενη άρχισε να φωνάζει και να βρίζει, ο κατηγορούμενος, για να σταματήσει, της έδωσε 5‑6 χαστούκια στο μάγουλο, αναφέροντας της ότι αν συνεχίσει να φωνάζει, θα την σκοτώσει. Παρά ταύτα, η παραπονούμενη συνέχισε να φωνάζει. Ο κατηγορούμενος, συνεχίζοντας να έχει τοποθετημένο το δεξί του χέρι στο στόμα της, με το αριστερό του χέρι, έβγαλε τα ρούχα της, πιέζοντάς την στο κρεβάτι, ενώ η τελευταία ήταν ανάσκελα. Με τον τρόπο αυτόν, αρχικά της έβγαλε το παντελόνι μαζί με το εσώρουχο και μετά, αφού έπαψε να έχει το χέρι του στο στόμα της, και με τα δύο του χέρια, τράβηξε και της έβγαλε το τρικό από το κεφάλι και στη συνέχεια τον στηθόδεσμο, με αποτέλεσμα η παραπονούμενη να μείνει πλέον εντελώς γυμνή. Μόλις ο κατηγορούμενος έφυγε το χέρι του από το στόμα της, αυτή άρχισε να κλαίει και να φωνάζει. Ο κατηγορούμενος, ακολούθως, έβγαλε και τα δικά του ρούχα και έμεινε και αυτός γυμνός. Όλες οι κινήσεις του κατηγορούμενου, ως ανέφερε, ήταν πολύ γρήγορες, με αποτέλεσμα η παραπονούμενη να μην μπορέσει να αντιδράσει. Άρχισε να την φιλά στο πρόσωπο, σε διάφορα σημεία, στα χείλη, στα μάγουλα και παρά τις συνεχείς προσπάθειες της να σηκωθεί από το κρεβάτι, τούτος, επανειλημμένα, την έσπρωχνε προς τα πίσω ώστε να παραμείνει ανάσκελα. Ακολούθως έπεσε από πάνω της και έβαλε το πέος του, χωρίς προφυλακτικό, στον κόλπο της. Αυτή άρχισε να φωνάζει και αμέσως της θύμωσε και της ζήτησε να σταματήσει, αλλά αυτή συνέχισε φωνάζοντας "σταμάτα, σταμάτα". Παρά ταύτα, ο κατηγορούμενος συνέχισε για μερικά λεπτά και ακολούθως, αφού πρώτα έβγαλε το πέος του από τον κόλπο της, εκσπερμάτισε πάνω στο σεντόνι του κρεβατιού, δίδοντας της παραπονούμενης χαρτομάντιλα με οδηγίες όπως καθαρίσει το συγκεκριμένο σημείο, πράγμα που η παραπονούμενη δεν έπραξε και απλά φόρεσε τα ρούχα της. Από την ώρα που ο κατηγορούμενος έβγαλε τα ρούχα του μέχρι και την ώρα που εκσπερμάτισε, πέρασαν περίπου 5 λεπτά. Τότε, ο κατηγορούμενος καθάρισε με τα χαρτομάντιλα το σεντόνι και στη συνέχεια πήγε στην τουαλέτα για να καθαριστεί και αυτός. Η παραπονούμενη, παρά τη σχετική πρόθεσή της, δεν κατάφερε να φύγει από την κατοικία του κατηγορούμενου καθότι η εξώπορτα ήταν κλειδωμένη και δεν γνώριζε πού βρισκόταν το κλειδί. Δύο λεπτά μετά, ο κατηγορούμενος βγήκε από το μπάνιο τυλιγμένος από τη μέση και κάτω με μία πετσέτα και αφού ακολούθως φόρεσε εσώρουχο και ρούχα, διαφορετικά από αυτά που φορούσε προηγουμένως, άνοιξε την πόρτα της κατοικίας του και ζήτησε από την παραπονούμενη να τον ακολουθήσει για να την πάρει πίσω. Κατά την επιστροφή τους στη στάση του λεωφορείου, η παραπονούμενη άρχισε να στέλνει, μέσω του τηλεφώνου της, μηνύματα στον ΜΚ3, αναφέροντας του ότι μαζί με τον κατηγορούμενο "έκανα κακό πράμα", ζητώντας του να μην αφήσει τον κατηγορούμενο να φύγει από το σημείο όταν θα φτάσουν στη στάση. Σε κάποια στιγμή, προτού φτάσουν στον προορισμό τους, ο κατηγορούμενος σταμάτησε τη μοτοσυκλέτα του και της ζήτησε να μην αναφέρει σε οποιοδήποτε οτιδήποτε, γιατί κατέχει βίντεο που την δείχνει γυμνή. Τότε της έδειξε στο κινητό του μία σκηνή στην οποίαν η ίδια ήταν γυμνή στο κρεβάτι του ανάσκελα, ενώ εκείνος δεν φαινόταν στη συγκεκριμένη λήψη και μία άλλη σκηνή σε χρόνο που η παραπονούμενη άρχισε να φορά τα ρούχα της. Η παραπονούμενη δεν αντιλήφθηκε πότε ο κατηγορούμενος βιντεογράφησε τις σκηνές αυτές. Όταν ακολούθως έφτασαν στη στάση, όπου τους περίμενε ο ΜΚ3, η παραπονούμενη αφαίρεσε το κλειδί από τη μοτοσυκλέτα του κατηγορούμενου και ο ΜΚ3, κατόπιν απαίτησης της παραπονούμενης, έπιασε το κινητό του κατηγορουμένου. Στα πλαίσια της απαίτησης της αυτής του ανέφερε ότι ο λόγος που θέλει το τηλέφωνο του κατηγορούμενου είναι γιατί αυτός κατέχει βίντεο στο οποίο η ίδια φαίνεται γυμνή. Το τηλέφωνο του κατηγορούμενου χρειαζόταν κωδικό, τον οποίον ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε να καταχωρίσει, αφού προηγουμένως απειλήθηκε από την παραπονούμενη ότι αν δεν το πράξει, δεν θα του επιστρέψουν τα κλειδιά της μοτοσυκλέτας. Ακολούθως, η παραπονούμενη και ο ΜΚ3 έψαξαν το κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου και βρήκαν τα δύο βίντεο που της είχε υποδείξει προηγουμένως και τα διέγραψαν, μαζί και με όλα τα άλλα βίντεο που υπήρχαν στο κινητό του. Στη συνέχεια παρέδωσαν στον κατηγορούμενο τόσο τα κλειδιά της μοτοσυκλέτας όσο και το κινητό του και αυτός έφυγε από το σημείο χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε. Περί τις 12:00 το μεσημέρι, ο ΜΚ3 τηλεφώνησε στην Αστυνομία όπου και ανέφερε ότι ο ίδιος και η παραπονούμενη βρίσκονταν στη στάση του λεωφορείου με την επωνυμία Park lane και ότι την παραπονούμενη την βίασε κάποιος και θέλουν να καταγγείλουν το όλο συμβάν. Το μέλος της Αστυνομία με το οποίο συνομιλούσε, τους ανέφερε ότι θα καθυστερήσουν να μεταβούν στη στάση Park lane και εισηγήθηκε όπως, στην περίπτωση που το επιθυμούσαν και οι ίδιοι, να μεταβούν αυτοί στην Αστυνομία. Παρά ταύτα, μετέβηκαν στην οικία που διέμενε τότε η παραπονούμενη και εκεί, η τελευταία αποκάλυψε τα όσα συνέβησαν στην σύζυγο του πρώην εργοδότη της. Περί τις 15:00 το απόγευμα της ίδιας μέρας, η παραπονούμενη μετέβηκε στα γραφεία του ΤΑΕ και κατήγγειλε την υπόθεση. Όσον δε αφορά στον κατηγορούμενο, τον παρουσίασε ως πρόσωπο το οποίο γενικότερα βοηθά τους Ινδούς οι οποίοι χρειάζονται βοήθεια στην Κύπρο. Τέλος, σύμφωνα πάντα με τη εκδοχή της, στον κατηγορούμενο η παραπονούμενη έδωσε €700 με σκοπό να διευθετήσει κάποια δικά της έγγραφα, αλλά και για να βοηθήσει κάποια συγγενή της να εργαστεί στην Κύπρο. Μέχρι και την ημέρα του συμβάντος, ο κατηγορούμενος δεν είχε διευθετήσει τα πιο πάνω, ούτε και επέστρεψε στην παραπονούμενη τα χρήματα, παρά τα κατά καιρούς μηνύματα που του έστειλε για τον σκοπό αυτό. Όσον δε αφορά στην κατοικία του κατηγορούμενου, όπου και έλαβε χώρα το όλο περιστατικό, σε απόσταση 3 περίπου μέτρων από αυτήν υπάρχουν άλλα 2 ή 3 σπίτια. Πρόκειται για κατοικία ενός υπνοδωματίου με ένα μπάνιο, με την κουζίνα και το σαλόνι να είναι ένας ενιαίος χώρος. Κατά την ώρα που λήφθηκε η κατάθεση της παραπονούμενης και δη μεταξύ των ωρών 19:40 και 22:50 της 23/01/2020, η παραπονούμενη δεν έφερε οποιουσδήποτε μώλωπες, ούτε και ένιωθε πόνο σε οποιοδήποτε σημείο του κορμιού της. Στα πλαίσια της μαρτυρίας της, πέραν των καταθέσεων της (στις οποίες αναφορά έγινε, ανωτέρω), ως τεκμήρια κατατέθηκαν (α) η συγκατάθεση της παραπονουμένης για φωτογράφιση, από την Αστυνομία, του περιεχομένου των μηνυμάτων της με τον κατηγορούμενο στην εφαρμογή WhatsApp και (β), και υπό τη μορφή παραδεκτού γεγονότος, οι φωτογραφίες των ρηθέντων μηνυμάτων. Ο ΜΚ3 υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του, στην οποία και αναφέρει ότι τις 23/01/2020 και περί ώρα 09:30 το πρωί συνάντησε την παραπονούμενη, την οποίαν αντιμετωπίζει ως αδελφή του, σε μία στάση, από όπου και πήραν λεωφορείο και κατέβηκαν σε άλλη στάση με την επωνυμία Park lane γύρω στις 10:00 το πρωί. Στην εν λόγω στάση κατέφτασε και ο κατηγορούμενος με σκοπό να μεταφέρει την παραπονούμενη, σε μια ηλικιωμένη γυναίκα που αναζητούσε οικιακή βοηθό (στη γιαγιά). Η παραπονούμενη κάθισε στη μοτοσυκλέτα του κατηγορουμένου και έφυγαν από το σημείο με σκοπό να μεταβούν στο Πεντάκωμο, όπου βρισκόταν η οικία της γιαγιάς. Ο ίδιος παρέμεινε στη ρηθείσα στάση αναμένοντας τους να επιστρέψουν, μιας και δεν υπήρχε λεωφορείο προς το Πεντάκωμο. Περί τις 11:45 της ίδιας μέρας, η παραπονούμενη του έστειλε μήνυμα στην ινδική γλώσσα με το οποίο του ανέφερε "περίμενε στη στάση του λεωφορείου. Μην πας στην άλλην πλευρά, ερχόμαστε, ο XXX κάτι κακό μου έκανε, έτσι όταν θα έρθουμε εκείνην τη στιγμή, πάρε του το κινητό του τηλέφωνο, αλλιώς αυτός θα φύγει". Σε μήνυμα που, ακολούθως, της απέστειλε με το οποίο την ρωτούσε να του εξηγήσει τι συμβαίνει, αυτή του έγραψε ξανά να πάρει το τηλέφωνο του κατηγορουμένου, αλλιώς αυτός θα φύγει. Το τελευταίο μήνυμα από την παραπονούμενη στάλθηκε στις 11:50 π.μ. της 23/01/
- Δέκα περίπου λεπτά μετά, ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη έφτασαν στη στάση του λεωφορείου και αμέσως ο ΜΚ3 πήρε το κλειδί της μοτοσυκλέτας του κατηγορουμένου και η παραπονούμενη του ανέφερε ότι ο τελευταίος την βίασε και ότι με το τηλέφωνο του την βιντεοσκόπησε γυμνή, Αυτή έκλαιγε πάρα πολύ και ανέφερε ότι ήταν λυπημένη. Ακολούθως, ο ΜΚ3 κάλεσε την Αστυνομία και το μέλος της με το οποίο συνομίλησε, του ανέφερε ότι θα πρέπει να περιμένουν δύο ώρες. Μετά πήρε το τηλέφωνο του κατηγορούμενου και έλεγξε τα εκεί αποθηκευμένα βίντεο και δεν βρήκε κανένα που να αφορά στην παραπονούμενη. Ο κατηγορούμενος, τη δεδομένη στιγμή, ανέφερε στον ΜΚ3 ότι έχει ήδη διαγράψει τα βίντεο και τις φωτογραφίες που απεικόνιζαν την παραπονούμενη, πλην όμως, ο ΜΚ3 προέβη σε περαιτέρω έλεγχο και παρά το ότι δεν υπήρχαν βίντεο που να αφορούν στην παραπονούμενη, διέγραψε όλο το σχετικό υλικό του τηλεφώνου του κατηγορούμενου. Ακολούθως, έδωσε στον κατηγορούμενο τόσο το κινητό του όσο και τα κλειδιά της μοτοσυκλέτας και ο τελευταίος εγκατέλειψε το σημείο. Σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ3, ο κατηγορούμενος, μέσω μηνύματος, απείλησε την παραπονούμενη ότι αν αναφέρει οτιδήποτε στον άνδρα της ή καλέσει την Αστυνομία, θα βλάψει τη ζωή της. Κατά τον ΜΚ3, η όποια σχέση του κατηγορούμενου με την παραπονούμενη περιοριζόταν στην προσπάθεια του πρώτου να της ανεύρει εργασία, καθότι ο μέχρι πρότινος εργοδότης της απεβίωσε. Η ΜΚ2, υιοθετώντας την κατάθεση της ημερομηνίας 24/01/2020, στην ουσία ανέφερε ότι είναι λοχίας, η οποία υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Μονής Λεμεσού. Ισχυρίστηκε ότι περί τις 16:10 της 23/01/2020 επισκέφτηκε τον Σταθμό η παραπονούμενη, συνοδευόμενη από τον ΜΚ3 και ανέφεραν ότι την ίδια ημέρα και περί ώρα 11:00 ο κατηγορούμενος βίασε την παραπονούμενη. Κατόπιν τούτου, η μάρτυρας μετέφερε την παραπονούμενη στο Πεντάκωμο, η οποία, από μικρή απόσταση, υπέδειξε την κατοικία του κατηγορούμενου ως τον χώρο στον οποίον είχε βιαστεί. Κατόπιν εξετάσεων που ακολούθησαν, διαπιστώθηκε ότι η οικία ανήκει στον κατηγορούμενο. Την ίδια ημέρα και περί τις 18:00, στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, η παραπονούμενη, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσής της, εξετάστηκε από τον ΜΚ5 και λήφθηκαν από αυτή, ενδοκολπικά, δύο δειγματοληψίες, οι οποίες και ακολούθως παραδόθηκαν στον Α/Αστ. XXXXX. Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΚ2 δήλωσε ότι δεν εισήλθε στην κατοικία του κατηγορούμενου, καθώς επίσης και ότι γύρω από την ρηθείσα κατοικία υπήρχαν και άλλα σπίτια. Ο ΜΚ4, είναι ο αστυφύλακας, ο οποίος έλαβε, με τη βοήθεια διερμηνέα, τη δεύτερη, χρονικά, κατάθεση της παραπονούμενης (βλέπε, ενδείξεις A3 και A4). Κατά τον μάρτυρα, η παραπονούμενη κατά τη λήψη της συγκεκριμένης κατάθεσης υπεδείκνυε επί της οθόνης του τηλεφώνου της κάποια μηνύματα, τα οποία, κατά την ίδια, απέστειλε στις 23.01.2020 προς τον ΜΚ3, αλλά και μηνύματα με τα οποία της απαντούσε ο ΜΚ3, τα οποία ήταν συνταγμένα στην ινδική γλώσσα. Η διερμηνέας κατέγραψε τούτα στα ινδικά και ακολούθως τα μετέφρασε στα ελληνικά και ο ΜΚ4 τα κατέγραψε στην ένδειξη A
- Σε ερώτηση αναφορικά με το γιατί δεν φωτογραφήθηκαν αυτούσια τα μηνύματα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι θεώρησε ότι η καταγραφή τους επί των καταθέσεων ήταν αρκετή. Ο ΜΚ4 ανέφερε ακόμα ότι ο αριθμός τηλεφώνου XXXXX1805, από τον οποίον η παραπονούμενη δέχτηκε κλήση από πρόσωπο που της ανέφερε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο, ανήκει σε τηλεφωνικό θάλαμο των Κεντρικών Φυλακών που χρησιμοποιείται από κρατούμενους που διαμένουν στις πτέρυγες 5‑5A. Προς τούτο, κατέθεσε, ως Τεκμήρια 7 και 8, σχετική επιστολή/αίτημα προς τις Κεντρικές Φυλακές και την απάντηση των τελευταίων, αντίστοιχα. Κατά την αντεξέτασή του, σε ερώτηση της συνηγόρου υπεράσπισης ως προς τις ακριβείς συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η καταγραφή των μηνυμάτων, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η παραπονούμενη "κρατούσε το κινητό της, άνοιξε τα μηνύματα και τα υποδείκνυε σε μένα και στη διερμηνέα, απ' ό,τι θυμούμαι το όνομα της XXX Κωνσταντίνου. Το περιεχόμενο αυτό, καταγράφηκε στην κατάθεση της με τη βοήθεια της διερμηνέα XXX Κωνσταντίνου. Οπόταν είδα εγώ το περιεχόμενο, το είδε και η διερμηνέας και μεταφράστηκε αυτό το περιεχόμενο". Ο ΜΚ5, υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, την ιατροδικαστική έκθεση που ετοίμασε σε σχέση με την εξέταση της παραπονούμενης. Στη βάση του περιεχομένου της, ανέφερε ότι στις 23/01/2020, στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, εξέτασε την παραπονούμενη στην παρουσία συγκεκριμένων αστυφυλάκων, του γυναικολόγου Δρ XXX Χασιώτη και της νοσηλεύτριας XXX Ανδρέου, πάντα με τη γραπτή συγκατάθεση της. Κατά την εξέταση της προέκυψε ότι, εξωτερικά της περιοχής του αιδοίου και ενδοκολπικά δεν έφερε οποιεσδήποτε κακώσεις. Έλαβε επίσης δύο κολπικά επιχρίσματα. Κατά την αντεξέτασή του, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη θέση της Υπεράσπισης ότι στη βάση της περιγραφής των γεγονότων από την παραπονούμενη, η λογική θέλει να ανευρίσκονταν στο σώμα της, εκχυμώσεις. Η θέση του ήταν ότι η ανεύρεση εκχυμώσεων και γενικά κακώσεων, δεν αποτελεί προϋπόθεση σε έναν βιασμό. Ισχυρίστηκε ότι τούτο μπορεί να συμβεί, καθότι, πολλές φορές, τα θύματα, λόγω εκφοβισμού ή τρόμου, ενδίδουν στις ορέξεις ενός βιαστή, με αποτέλεσμα η κατά τα άλλα παράνομη συνουσία να μην επιφέρει οποιεσδήποτε σωματικές κακώσεις. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, το κατά πόσο θα προκληθούν ή όχι εκχυμώσεις, εξαρτάται από την πίεση που θα ασκηθεί επί του σώματος της παραπονούμενης. Το μεγαλύτερο της πίεσης, το πιθανότερο να ανευρεθούν εκχυμώσεις. Επίσης ανέφερε, ότι, αν κάποιος πιέζει κάποιον άλλον με δύναμη για να τον έχει καθηλωμένο, θα ανέμενε να προκύψουν ευρήματα από μίαν εξέταση. Στο πιθανό σενάριο που ένας άντρας πιέζει μία γυναίκα με σκοπό να την βιάσει, και επιτυγχάνει με τον τρόπο αυτό να την κρατά ακίνητη, παρά το ότι αυτή παλεύει για να ανασηκωθεί, ο ΜΚ5 απάντησε ότι θα ανέμενε να βρει κάποιο σημάδι, διευκρινίζοντας και πάλι ότι όλα εξαρτώνται από τη δύναμη που ασκείται από το ένα πρόσωπο προς το άλλο υπό την έννοια ότι, το μεγαλύτερο της πίεσης, το πιο πιθανότερο να ανευρεθεί εκχύμωση. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, ως τεκμήριο, όχι για την αλήθεια του περιεχομένου της αλλά μόνο για το γεγονός ότι τούτη δόθηκε, κατατέθηκε και η κατάθεση του κατηγορούμενου, το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε στα πλαίσια ανώμοτης δήλωσης που επέλεξε να προβεί. Το ακριβές περιεχόμενο της ανώμοτής του δήλωσης ήταν: "η κατάθεση μου είναι εντελώς ορθή, δεν ξέρω γιατί αυτή η κοπέλα κάνει αυτήν την κατηγορία εναντίον μου, δεν γνωρίζω αν χρειάζεται χρήματα ή κάτι άλλο, είμαι εντελώς αθώος σε αυτήν την υπόθεση, νιώθω ότι μου έχουν στήσει παγίδα, αυτά". Θα αναφερθούμε εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών εκεί που θα εκτιμήσουμε ότι τούτο είναι αναγκαίο, χωρίς ασφαλώς να θεωρούμε ότι υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε κάθε επουσιώδες, εγειρόμενο επιχείρημα (βλέπε κατ' αναλογία Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, 495) ή καθήκον ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας ως αντικειμενικά απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ' αναλογία Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671, 686). Είναι, πιστεύουμε, αυτονόητο πως εάν η προσέγγιση που εξηγούμε ήταν διαφορετική, θα καλούμαστε να εξετάσουμε πιθανότητες ή θεωρίες ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται προφανώς του δικαστικού έργου (βλ. κατ' αναλογία Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, 224). Όπως δε έχει υποδειχθεί στην πρόσφατη απόφαση Guruli v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2020:B160, Ποιν. Έφ. 263/17, ημερ. 22.5.2020, ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τις μαρτυρίες στην ολότητα τους και να τις αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής, ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε με θεωρίες που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση σε μια υπόθεση. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Αξιολογώντας τη μαρτυρία δεν περιοριστήκαμε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, 500), αλλά την παραβάλαμε και διερευνήσαμε στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας, είτε αυτή προερχόταν από την κατηγορούσα αρχή είτε από την υπεράσπιση (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 254, 260 και Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η δικαστική μας τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο ασφαλώς διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της (βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που κατέθεταν ενώπιον μας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), θέσαμε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α Α.Α.Δ. 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Ήμασταν εξαιρετικά προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν. Παπαϊωάννου, ΠΕ 250/08, ημ. 20.10.11), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν. Ηροδότου και άλλων
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, 685). Έχουμε ήδη εκθέσει με την απαραίτητη λεπτομέρεια την μαρτυρία που περιβάλλει την παρούσα υπόθεση και δεν χρήζει επανάληψης παρά μόνο θα αναφερθούμε σ' αυτήν όπου κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησής και εξαγωγής των απαραίτητων συμπερασμάτων. Η παραπονούμενη δεν μας έκανε και την καλύτερη εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία της παρουσιάζει σωρεία αντιφάσεων επί ουσιωδών ζητημάτων συγκρινόμενη τόσο με άλλην ενώπιον μας σχετική, πραγματική ή μη, αποδεκτή μαρτυρία, όσο και με άλλους σχετικούς δικούς της ισχυρισμούς. Επίσης, ουσιώδη σημεία της εκδοχής της συγκρούονται με την κοινή λογική, και δεν συμβιβάζονται ή συμβαδίζουν με τη λογική εξέλιξη των γεγονότων. Ακόμα, ουσιώδεις ισχυρισμοί της, που προβλήθηκαν κατά τη διά ζώσης μαρτυρία της και εντάσσονται στις συνθήκες αυτής τούτης της συνουσίας, αλλά και της όλης στάσης που τήρησε η ίδια και ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της, δεν απαντώνται στο περιεχόμενο των καταθέσεων της. Στην ουσία η μαρτυρία της, παρουσιάζει τέτοιου εύρους και είδους αδυναμίες, που κρίνεται ως εντελώς ακροσφαλές υπόβαθρο για να μπορεί στη βάση του να προκύψει οποιαδήποτε ασφαλής δικαστική κρίση επί των υπό αμφισβήτηση επιδίκων ζητημάτων. Για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας της μόλις πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης μας ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας της παραπονούμενης, σημειώνονται τα ακόλουθα. Αποτέλεσε βασική θέση της παραπονούμενης, ότι ζήτησε από τον ΜΚ3 να την συνοδεύσει στο Πεντάκωμο κατόπιν προτροπής της συζύγου του αποβιώσαντος εργοδότη της και ότι σκοπό είχε να ζητήσει από τον κατηγορούμενο να μεταφέρει και τους δύο τους στο σπίτι της γιαγιάς. Ωστόσο, ως αβίαστα προκύπτει τόσο από τα μηνύματα που κατά καιρούς ανταλλάχθηκαν μεταξύ της και του κατηγορούμενου (βλέπε τεκμήριο 6
(2)), όσο και από τις δικές της σχετικές τοποθετήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος διακινείτο με μοτοσυκλέτα και ότι ήταν αδύνατη η μεταφορά τρίτου προσώπου. Στη βάση των αρχικών τοποθετήσεων της, ως τούτες προκύπτουν από το περιεχόμενο της πρώτης κατάθεσης της, η οποία δόθηκε λίγες ώρες μετά το επίδικο περιστατικό, εισερχόμενη στην κατοικία του κατηγορούμενου τελούσε υπό την πλάνη ότι επρόκειτο για την οικία της γιαγιάς, εξ' ου και ακολούθως, μετά την είσοδο της, αναζήτησε τούτη. Παρά ταύτα, στη βάση έτερης εκδοχής της, κατά τη διά ζώσης μαρτυρία της, η ίδια φέρεται να διαμαρτύρεται στον κατηγορούμενο ότι η συγκεκριμένη κατοικία δεν μοιάζει με κατοικία Κύπριας γιαγιάς, αλλά με κατοικία προσώπου που κατάγεται από την Ινδία, λόγω των διαφόρων ινδικών αντικειμένων που βρίσκονταν σε αυτήν. Όταν, κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασής της, της υπεδείχθη από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ότι στην κατάθεση της αναφέρει ότι τον κατηγορούμενο τον είχε συναντήσει μόνο μία φορά πριν το επίδικο περιστατικό, και όχι δύο φορές, ως ανέφερε κατά τη διά ζώσης μαρτυρία της, ισχυρίστηκε, καθόλου πειστικά και εντελώς παράλογα ότι "εκείνην την ημέρα που έδινα την κατάθεση, ήμουν πολύ αγχωμένη και απλά είπα ό,τι μου έρχετουν στο μυαλό, τώρα είναι πιο ξεκάθαρο το μυαλό μου και θυμάμαι". Τέτοια τοποθέτηση έκανε και κατά το στάδιο της αντεξέτασής της, όταν και πάλι της υπεδείχθη ότι αρκετές από τις αναφορές της στη διά ζώσης μαρτυρία της, παρά το ουσιώδες τους είτε δεν απαντώνται στις καταθέσεις της είτε συγκρούονται με τις σχετικές εκεί αναφορές της. Στη βάση του περιεχομένου της πρώτης της κατάθεσης, αλλά και της διά ζώσης μαρτυρίας της, ο κατηγορούμενος φέρεται, σε κάποιο σημείο εντός της κατοικίας του, στα πλαίσια ενιαίου τρόπου δράση του, να την σπρώχνει και ακολούθως να την χαστουκίζει 5‑6 φορές. Αυτό, στη βάση των όσων ανέφερε στην κατάθεση της, συνέβη εντός του υπνοδωματίου, και σκοπό είχε, αρχικά να τη ρίξει στο κρεβάτι και ακολούθως να την αναγκάσει να μη φωνάζει και να μην αντιδρά. Στη διά ζώσης μαρτυρία της, τη δράση αυτήν του κατηγορούμενου, την τοποθετεί στον ενιαίο χώρο του σαλονιού, παρά την εξώπορτα, σε χρονικό σημείο που η ίδια προσπάθησε να την ανοίξει για να φύγει από την κατοικία, όταν πλέον κατάλαβε τις προθέσεις του κατηγορούμενου, πριν την όποια παρουσία τους στο υπνοδωμάτιο του. Ουσιώδης αντίφαση παρατηρείται και σε σχέση με τα κατ' ισχυρισμό βίντεο που κατείχε ο κατηγορούμενος. Στη βάση του περιεχομένου της κατάθεσης της, την οποία, υπενθυμίζουμε, η παραπονούμενη υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, ο κατηγορούμενος, για πρώτη φορά της αποκάλυψε ότι κατέχει τέτοιο οπτικοακουστικό υλικό, όταν, κατά την επιστροφή τους προς τη στάση park lane, στάθμευσε τη μοτοσυκλέτα του σε κάποιο σημείο και της τα υπέδειξε. Επίσης, πάντα στη βάση του περιεχομένου της κατάθεσης της, τα συγκεκριμένα βίντεο τα ξαναείδε στον τελικό προορισμό τους, όταν η ίδια και ο ΜΚ3 έλεγξαν το περιεχόμενο του τηλεφώνου του κατηγορούμενου και ακολούθως τα διέγραψαν. Ως προς δε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τη συγκεκριμένη μέρα την βιντεογραφούσε, στην κατάθεση της δήλωσε πλήρη άγνοια, δηλώνοντας ειδικότερα ότι "δεν ξέρω πότε τράβηξε το βίντεο". Παρά ταύτα, στη διά ζώσης μαρτυρία της, κατά την κυρίως εξέτασή της, ισχυρίστηκε ότι σε κάποια στιγμή και ενώ βρισκόταν στην κατοικία του κατηγορούμενου ,"είχα μιαν ιδέα ότι τραβούσε βίντεο, αλλά δεν ήμουν σίγουρη πως το έκανε". Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι, αντιλήφθηκε για πρώτη φορά ότι όντως ο κατηγορούμενος την βιντεοσκοπούσε όταν είδε τα βίντεο στη στάση του λεωφορείου μαζί με τον ΜΚ3, χωρίς να δώσει οποιανδήποτε εξήγηση για την αρχική της τοποθέτηση περί του ότι τα βίντεο τα είδε σε προγενέστερο σημείο, όταν της τα υπέδειξε ο κατηγορούμενος στο μέσο της διαδρομής. Εντούτοις, σε τρίτη σχετική εκδοχή της και σε πλήρη σύγκρουση με τις προηγούμενες δύο, και χωρίς προς τούτο να δώσει οποιαδήποτε σχετική εξήγηση, ισχυρίστηκε ότι σε κάποια στιγμή είδε τον κατηγορούμενο να παίρνει το τηλέφωνο στα χέρια του και να αρχίζει να την βιντεοσκοπεί, ενέργεια που της προκάλεσε εντύπωση με αποτέλεσμα να τον ρωτήσει γιατί τη βιντεογραφεί και να ακολουθήσει σχετική μεταξύ τους συζήτηση, στα πλαίσια της οποίας του ζήτησε να σταματήσει να βιντεοσκοπεί, πράγμα το οποίο και έπραξε. Ως προς δε το λόγο που δεν επιχείρησε να φύγει από την κατοικία του κατηγορούμενου όταν εξ' αρχής ενημερώθηκε ότι δεν επρόκειτο για την κατοικία της γιαγιάς, ισχυρίστηκε ότι δεν επιχείρησε να φύγει γιατί ο κατηγορούμενος της είπε ότι θα έρθει η κόρη της γιαγιάς στο σημείο για να την πάρει στην οικία της τελευταίας. Πέρα του ότι τέτοια θέση ελλείπει από το περιεχόμενο της κατάθεσης της, τούτη συγκρούεται και με τον εκεί προβαλλόμενο ισχυρισμό της που θέλει τον κατηγορούμενο να μην επικοινωνεί με τη γιαγιά ή κάποιο συγγενικό της πρόσωπο παρά την προς τούτο προτροπή της παραπονούμενης. Σημαντικό θέμα το οποίο απασχόλησε κατά την αντεξέταση της παραπονουμένης, ήταν η δυνατότητα της ή μη να εξέλθει της κατοικίας του κατηγορούμενου και να αποφύγει τα επακόλουθα των πράξεων του. Η σχετική θέση της ήταν ότι, σε κάποια στιγμή, επιχείρησε να ανοίξει την πόρτα και να φύγει, πλην όμως τούτη ήταν κλειδωμένη και ότι δεν γνώριζε πού ήταν τα κλειδιά. Παρά ταύτα, σε άλλο σημείο της διά ζώσης μαρτυρίας της, ισχυρίστηκε ότι είδε τον κατηγορούμενο να κλειδώνει την πόρτα και να πετάει τα κλειδιά προς συγκεκριμένη κατεύθυνση και ακολούθως τούτος να εισέρχεται στο αποχωρητήριο/μπάνιο της κατοικίας του και να παραμένει στον χώρο αυτόν για σεβαστό χρονικό διάστημα. Όταν δε ακολούθως της υπεδείχθη το αντιφατικό των δύο αυτών τοποθετήσεων της, ισχυρίστηκε, μη πειστικά, ότι δεν είδε πού έριξε τα κλειδιά ο κατηγορούμενος, σε πλήρη, όμως, σύγκρουση με προγενέστερες σχετικές τοποθετήσεις της. Σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας της, και ενώ η ίδια προηγουμένως τοποθέτησε την εαυτό της εντός του υπνοδωματίου, ισχυρίστηκε ότι κατάφερε να φύγει από το υπνοδωμάτιο και να μεταβεί στην εξώπορτα με σκοπό να επιχειρήσει να φύγει από την κατοικία, καθότι η πόρτα του υπνοδωματίου δεν ήταν κλειδωμένη. Ακολούθως, αναφερόμενη και πάλι στα ίδια γεγονότα, τοποθέτησε τον εαυτό της, καθ' όλη τη διάρκεια τους, εκτός του υπνοδωματίου, ισχυριζόμενη ότι τα όσα προηγουμένως ανέφερε, έλαβαν χώρα είτε στην περιοχή του σαλονιού, είτε εντός ενός διαδρόμου που ενώνει το σαλόνι με το υπνοδωμάτιο και σε καμία περίπτωση εντός του υπνοδωματίου. Αντιφάσεις στη μαρτυρία της, παρατηρούνται και σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν αυτήν τούτην τη συνουσία. Παράδειγμα αποτελεί, η αναφορά που έγινε ανωτέρω σε σχέση με το πότε σπρώχτηκε και δέχτηκε τα 5‑6 χαστούκια. Άλλη περίπτωση, αφορά στην εκσπερμάτιση του κατηγορούμενου. Στη βάση του περιεχομένου της κατάθεσης της, ο κατηγορούμενος εκσπερμάτισε επί του σεντονιού και ακολούθως της έδωσε χαρτομάντιλα για να καθαρίσει το σεντόνι. Στη διά ζώσης μαρτυρία της, για λόγους που παρέμειναν εντελώς άγνωστοι στο Δικαστήριο, ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος της έδωσε χαρτομάντιλα για να καθαρίσει τον εαυτό της και όχι το σεντόνι. Ουσιώδης αντίφαση παρατηρείται και σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η έρευνα στο τηλέφωνο του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με την κατάθεση της, ο κατηγορούμενος καταχώρισε τον κωδικό του επειδή απειλήθηκε ότι αν δεν το πράξει, δεν θα του παραδώσουν τα κλειδιά της μοτοσυκλέτας. Ωστόσο, στη διά ζώσης μαρτυρία της, σε πλήρη ανακολουθία με την αρχική της τοποθέτηση, ανέφερε ότι ο λόγος που ο κατηγορούμενος ενέδωσε και καταχώρισε τον κωδικό του, ήταν γιατί τον απείλησαν ότι θα τηλεφωνήσουν στην Αστυνομία, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για τη διάσταση που παρατηρείται στους ισχυρισμούς της αυτούς. Μία άλλη αντίφαση που παρατηρείται στη μαρτυρία της παραπονουμένης αφορά στις συνθήκες υπό τις οποίες ανευρέθηκαν τα βίντεο που κατείχε ο κατηγορούμενος όταν έφτασαν στον προορισμό τους στη στάση του λεωφορείου. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από την κατάθεσή της είναι ότι, μόλις εκείνη και ο ΜΚ3 έφεραν στην κατοχή τους το τηλέφωνο του κατηγορούμενου, και αφού ο τελευταίος καταχώρησε τον κωδικό του, δίδοντας τους έτσι πρόσβαση στο περιεχόμενο του τηλεφώνου του, αμφότεροι (παραπονούμενη και ΜΚ3) εξέτασαν τούτο και ανηύραν τα δύο βίντεο που αφορούσαν την παραπονούμενη, τα οποία ακολούθως διέγραψαν. Παρά την ξεκάθαρη αυτήν τοποθέτησή της, η οποία υπενθυμίζω έγινε ελάχιστες ώρες μετά από το συμβάν, στη διά ζώσης μαρτυρία της ισχυρίστηκε ότι ο ΜΚ3 ουδέποτε είδε τα βίντεο, καθότι ως της ανέφερε, δεν επιθυμούσε να την δει γυμνή και ότι, είναι η ίδια που τα βρήκε και τα διέγραψε. Πέραν της εμφανούς αντίφασης που παρατηρείται μεταξύ των δύο αυτών ισχυρισμών της, είμαστε της γνώμης ότι ο ισχυρισμός που προώθησε στη διά ζώσης μαρτυρία της δεν μπορεί να θεωρηθεί άσχετος με το γεγονός ότι ο ΜΚ3 στην κατάθεσή του στην Αστυνομία ισχυρίστηκε ότι στην έρευνα που ο ίδιος προέβη επί του περιεχομένου του τηλεφώνου του κατηγορούμενου δεν ανηύρε οποιοδήποτε βίντεο το οποίο να αφορά την παραπονούμενη. Πέραν των πιο πάνω αντιφάσεων που παρατηρούνται κατά τη σύγκριση ισχυρισμών της παραπονουμένης που αφορούν στο ίδιο θέμα, η μαρτυρία της συγκρούεται, ως εξάλλου αναφέρθηκε και ανωτέρω, και με την λογική αναμενόμενη εξέλιξη των πραγμάτων. Ως πολύ ορθά υπέδειξε η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης, κατά την τελική της αγόρευση, στη βάση της εκδοχής της παραπονουμένης, τούτη ουδέποτε ενέδωσε στις κατ' ισχυρισμόν ορέξεις του κατηγορούμενου και ουδέποτε έπαψε να αντιδρά. Τουναντίον, τόσο από τα αρχικά στάδια που έγιναν γνωστές οι προθέσεις του κατηγορούμενου, και δη κατά τη βίαιη μεταφορά της από τον ενιαίο χώρο του σαλονιού στο υπνοδωμάτιο όσο και κατά τη διάρκεια της πεντάλεπτης περίπου συνουσίας τους, τούτη, στη βάση των όσων ισχυρίστηκε, αντιδρούσε συνεχώς, φωνασκώντας και προσπαθώντας επανειλημμένα να εγερθεί και να αποτρέψει τα όσα συνέβαιναν. Ήταν δε η θέση της ότι, παρά τις όποιες τέτοιες προσπάθειες της, λόγω της διαφοράς της δυναμικότητας μεταξύ της ιδίας και του κατηγορούμενου, ο τελευταίος, διά της βίας και υπερβολικής πίεσης, κατάφερνε να την καθηλώσει και να την διατηρήσει ανάσκελα, να επιτύχει να της αφαιρέσει τα ρούχα και εν τέλει να συνουσιαστεί, παρά τη διαφωνία της, μαζί της. Η πιο πάνω περιγραφή της παραπονουμένης, δεν συμβαδίζει με τα όσα ο ΜΚ5 ανέφερε, η αξιολόγηση της μαρτυρίας του οποίου ακολουθεί (πλην όμως η επί του προκειμένου θέση του δεν αμφισβητήθηκε από οποιαδήποτε πλευρά), και δη ότι, στη βάση της ρηθείσας περιγραφής θα ανάμενε στο σώμα της παραπονουμένης και ειδικότερα στα σημεία στα οποία άσκησε ο κατηγορούμενος υπερβολική πίεση να παρατηρηθούν εκχυμώσεις και γενικότερα να προκύψουν ευρήματα κατά την εξέταση της από αυτόν, κάτι που δεν παρατηρήθηκε. Ανωτέρω, υπεδείχθησαν ουσιώδεις αντιφάσεις που παρατηρούνται στη μαρτυρία της παραπονούμενης αλλά και συγκρουόμενες, με τη λογική εξέλιξη των πραγμάτων, τοποθετήσεις της. Πέραν τούτων, η παραπονούμενη ενώπιον του Δικαστηρίου προώθησε ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι, αν όντως ήταν αληθείς, η λογική και μόνο θέλει τούτοι να είχαν αναφερθεί στην Αστυνομία στα πλαίσια των καταθέσεών της. Ενδεικτικοί τέτοιων ισχυρισμών είναι η ακόλουθοι: Στην προσπάθειά της, κατά την διά ζώσης μαρτυρία της, να υποδείξει τη χρονική στιγμή που κατά την ίδια αντιλήφθηκε, για πρώτη φορά, τις παράνομες προθέσεις του κατηγορούμενου, υπέδειξε ως τέτοιαν τη στιγμή που ο κατηγορούμενος, ως ισχυρίστηκε, την αγκάλιαζε από πίσω και της ζήτησε να χωρίσει τον αρραβωνιαστικό της στην Ινδία για να παντρευτεί τον ίδιο. Ήταν δε, πάντα κατά την ίδια, η μη θετική ανταπόκρισή της στο εν λόγω αίτημα που προκάλεσε την οργή του κατηγορούμενου, ο οποίος άμεσα άσκησε βία με σκοπό να την μεταφέρει στο υπνοδωμάτιο και εκεί να την βιάσει. Εν τούτοις, ένας τέτοιος ουσιώδης ισχυρισμός περί πρόταση γάμου, ο οποίος άπτεται των βασικών προθέσεων του κατηγορούμενου, αλλά και των όποιων συναισθημάτων τούτος ένιωθε για την ίδια, ελλείπει από την κατάθεσή της, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε πειστική εξήγηση γι' αυτό. Ελλείπει επίσης και ο ισχυρισμός που προέβαλε κατά τη διά ζώσης μαρτυρία της ότι ο κατηγορούμενος, προτού επιχειρήσει να την βιάσει ζήτησε από αυτήν όπως κάνουν σεξ, πρόταση, την οποία επίσης, κατά την ίδια, αρνήθηκε. Τόσο η πρόταση γάμου, όσο και η πρόταση να κάνουν σεξ, προτού επιχειρηθεί από τον κατηγορούμενο, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα της παραπονούμενης, να έρθει σε παράνομη συνουσία μαζί της, αφορούν σε ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι η λογική και μόνο θέλει να είχαν προβληθεί στα πλαίσια της κατάθεσής της, η οποία, επαναλαμβάνεται, δόθηκε λίγες μόνο ώρες μετά το όλο περιστατικό. Γενικότερα η παραπονούμενη προωθούσε αντιφατικούς ισχυρισμούς και με μεγάλη ευκολία διαφοροποιούσε προγενέστερες θέσεις της εκεί που αντιλαμβανόταν ότι τούτες, δικαιολογημένα, ελέγχονταν ως αναληθείς ή ανακριβείς. Κάποιες δε φορές, οι σχετικές τοποθετήσεις της ήταν εντελώς ασυνάρτητες. Μία τέτοια περίπτωση αφορά στον ισχυρισμό της περί ανταλλαγής μηνυμάτων με τον ΜΚ3 κατά την επιστροφή της από την κατοικία του κατηγορούμενου προς τη στάση του λεωφορείου και σε χρόνο που τούτη καθόταν στο πίσω κάθισμα της μοτοσικλέτας του κατηγορούμενου. Στην κατάθεσή της, αναφερόμενη στα μηνύματα αυτά, ισχυρίστηκε ότι ένα από τα μηνύματα που έστειλε στον ΜΚ3 ήταν ότι «Κάναμε κάτι κακό», αναφερόμενη στην ίδια και τον κατηγορούμενο. Όταν ερωτήθηκε τι εννοούσε με την αναφορά της «Κάναμε κάτι κακό» η εντελώς συγκεχυμένη και ασυνάρτητη απάντησή της ήταν «Αυτό που εννοούσα είναι ότι ήθελα να του πω ότι με βίασε, αλλά δεν μπορούσε να με καταλάβει γιατί εκείνη την ώρα εκάθουμουν από πίσω στη μοτοσικλέτα και δεν μπορούσα να γράψω σωστά». Και διερωτάται κανείς, πόσο δύσκολο ήταν να καταγράψει απλά τη φράση «Με βίασε» σε αντιδιαστολή με τη φράση «Κάναμε κάτι κακό»; επίσης, γιατί το γεγονός ότι αυτή καθόταν στο πίσω κάθισμα της μοτοσυκλέτας επηρέαζε την ικανότητα του ΜΚ3 να κατανοήσει το τι διάβαζε; Και πώς συνάδει η θέση της αυτή με τον έτερο σχετικό ισχυρισμό της που την θέλει να ανταλλάζει με τον ΜΚ3 αριθμό μηνυμάτων καθ' ον χρόνο τούτη βρίσκεται επί της κινούμενης μοτοσυκλέτας; Ενάντια στην κοινή λογική είναι και ο ισχυρισμός της ότι, απώτερος της σκοπός ήταν να βρεθούν τα βίντεο που κατείχε ο κατηγορούμενος για να καταστραφούν. Δεν εμπίπτει στη σφαίρα της κοινής λογικής, η παραπονούμενη να είναι θύμα βιασμού και ο κατηγορούμενος να κατέχει οπτικοακουστικό υλικό που δείχνει την εικόνα της ακριβώς μετά το βιασμό της, η οποία θα ήταν, προφανώς, πλήρως διαφωτιστική των όσων έχει υποστεί στα χέρια του τελευταίου, και αντί να επιθυμεί ένα τέτοιο βίντεο να το διαφυλάξει ως κόρη οφθαλμού για να το χρησιμοποιήσει προς υποστήριξη της καταγγελίας της, να επιθυμεί να το διαγράψει. Ο δε ισχυρισμός της ότι ένα τέτοιο βίντεο αν κυκλοφορούσε θα ήταν ντροπιαστικό για την ίδια, αν και υπό άλλες περιστάσεις θα ήταν πλήρως κατανοητός, δεν δικαιολογεί, στη προκειμένη περίπτωση, τη διαγραφή του μηνύματος. Θα μπορούσε εύκολα το υλικό αυτό να αποσταλεί στο δικό της τηλέφωνο για να χρησιμοποιηθεί προς τις Αστυνομικές Αρχές και να διαγραφεί απλά από το τηλέφωνο του κατηγορούμενου. Επίσης, η παραπονούμενη προώθησε και ισχυρισμούς οι οποίοι συγκρούονται μετωπικά με την ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματική μαρτυρία. Ενδεικτικά σημειώνουμε τη θέση της ότι αρκετούς από τους ισχυρισμούς που προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν απαντώνται στην κατάθεσή της, τους ανέφερε στην Αστυνομία και δεν γνωρίζει, ως ισχυρίστηκε, γιατί αυτοί δεν καταγράφησαν. Ωστόσο, η θέση της αυτή συγκρούεται μετωπικά με το περιεχόμενο της ίδιας της κατάθεσής της, όπου στην Ένδειξη Α1 καταγράφεται ρητά ότι, προτού την υπογράψει, το περιεχόμενό της αναγνώστηκε και ως ορθό το υπέγραψε. Πώς είναι δυνατόν να της έχει αναγνωστεί το περιεχόμενο της κατάθεσης, να κρίνει ότι τούτο είναι ορθό και να το υπογράφει και ακολούθως να ισχυρίζεται ότι ανέφερε σωρεία άλλων ισχυρισμών οι οποίοι δεν κατεγράφησαν; Δεν θεωρούμε ότι χρειάζεται να αναφέρουμε άλλες αντιφάσεις και/ή αδυναμίες που παρουσιάζει η μαρτυρία της παραπονούμενης για να δικαιολογήσουμε την ήδη εκφρασθείσα κρίση μας ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας της. Με δεδομένη, ακριβώς, την κρίση μας ότι η μαρτυρία της αποτελεί ακροσφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ασφαλών ευρημάτων ή συμπερασμάτων επί των υπό αμφισβήτηση επίδικων γεγονότων, η μαρτυρία της παραπονούμενης δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Με δεδομένο τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν οι ΜΚ2, ΜΚ4 και ΜΚ5 από τη συνήγορο υπεράσπισης, κρίνουμε ορθό όπως η μαρτυρία τους αξιολογηθεί ενιαία. Πρόκειται στην ουσία για τρεις εντελώς ανεξάρτητους μάρτυρες, οι οποίοι δεν έχουν οποιοδήποτε προσωπικό ή άλλως πως συμφέρον στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Πρόκειται για δύο αστυφύλακες (ΜΚ2 και ΜΚ4) οι οποίοι, απλώς, στα πλαίσια των καθηκόντων τους προέβησαν σε διάφορες ενέργειες ως αναφέρθησαν από τους ίδιους και δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, και ένα ιατροδικαστή (ΜΚ5), ο οποίος εξέτασε την παραπονούμενη λίγες ώρες μετά το περιστατικό και κατέγραψε τα αποτελέσματά της εξέτασης του. Και οι τρεις αυτοί μάρτυρες ήταν ξεκάθαροι και σαφείς στις τοποθετήσεις τους και εκεί που τους ζητήθηκε να αναφερθούν ειδικά σε συγκεκριμένα ζητήματα, το έπραξαν χωρίς οποιανδήποτε ταλάντευση. Δεν έχουμε καμίαν απολύτως αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο είπαν την αλήθεια. Ωστόσο κρίνουμε αναγκαίο να υποδείξουμε ότι η μαρτυρία του ΜΚ4, στον βαθμό που αφορά στην καταγραφή των μηνυμάτων που φέρεται να αντηλλάχθηκαν μεταξύ της παραπονούμενης και του ΜΚ3 στις 23/01/2020, κρίνεται ως μη βοηθητική για την Κατηγορούσα Αρχή. Και εξηγούμε: Στο απόγειο της αποδεικτικής της αξίας, εκείνο που απλά προκύπτει είναι ότι στις 17/05/2020, όταν και λάμβανε τη δεύτερη, χρονικά, κατάθεση της παραπονούμενης, απλά κατέγραψε μετάφραση κάποιων μηνυμάτων τα οποία τούτη υπέδειξε επί της οθόνης του τηλεφώνου της, παραμένοντας εντελώς άγνωστο στο Δικαστήριο κατά πόσο επί της ρηθείσας οθόνης καταγραφόταν και η ημερομηνία που φέρονται τούτα να έχουν αποσταλεί. Αν τώρα στα πιο πάνω συνυπολογιστεί και το αποτέλεσμα της σύγκρισης του περιεχομένου των συγκεκριμένων αυτών μηνυμάτων, ως τούτα παρουσιάζονταν επί της οθόνης της παραπονούμενης με το περιεχόμενο που η τελευταία τους αποδίδει στην κατάθεσή της, τότε δικαιολογείται, θεωρούμε, η κρίση μας, ότι η εν προκειμένω μαρτυρία του ΜΚ4 δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για δικαστική κρίση ότι, όντως στις 23/01/2020, μεταξύ της παραπονούμενης και του ΜΚ3 αντηλλάγησαν τα μηνύματα που καταγράφονται επί της κατάθεσής της, ημερομηνίας 17/05/2020. Ως, ακροθιγώς σημειώθηκε ανωτέρω στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης, ούτε ο ΜΚ3 μας έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν έκδηλη η προσπάθειά του να προωθήσει ισχυρισμούς, οι οποίοι εξυπηρετούσαν τη γραμμή της παραπονούμενης και μόνο, και τούτο σε πλήρη σύγκρουση με τις σχετικές αναφορές του σε κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, λίγες ώρες μετά το περιστατικό. Η μαρτυρία του παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις, ασάφεια και έλλειψη εξήγησης του λόγου που αρχικά προέβη σε μια σαφή τοποθέτηση και μετέπειτα αποφάσισε να την αλλάξει. Παραδείγματος χάριν, στη διά ζώσης μαρτυρία του ένιωσε την ανάγκη να διορθώσει το περιεχόμενο της κατάθεσής του αναφορικά με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος, μέσω μηνύματος, απείλησε την παραπονούμενη. Η δε διόρθωση στην οποία προέβη ήταν ότι η απειλή έγινε διά ζώσης και όχι διά μηνύματος. Και διερωτάται κανείς, πώς είναι δυνατόν, αν όντως η απειλή έγινε στην παρουσία του, διά ζώσης, με ξεκάθαρο τρόπο που ο ίδιος να ενθυμάται επακριβώς το περιεχόμενό της[2], στην κατάθεσή του να αναφερθεί σε απειλή διά μηνύματος; Ή μήπως η «διόρθωση» του αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι αν όντως υπήρχε απειλή διά μηνύματος, η λογική και μόνο θέλει ότι θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί ή να διαψευσθεί από το σχετικό περιεχόμενο του τηλεφώνου της παραπονούμενης; Επίσης, ενώ στην κατάθεσή του με ξεκάθαρο τρόπο αναφέρει ότι αυτός που έλεγξε το περιεχόμενο του τηλεφώνου του κατηγορούμενου για σκοπούς ανεύρεσης βίντεο που αφορά στην παραπονούμενη ήταν ο ίδιος και ότι, παρά τον σχετικό έλεγχό του, δεν βρήκε οποιοδήποτε τέτοιο βίντεο, ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλαξε άρδην θέση και ισχυρίστηκε ότι τον έλεγχο αυτό διενήργησε η παραπονούμενη, η οποία και βρήκε σχετικά βίντεο τα οποία και διέγραψε. Τέτοιος ισχυρισμός, περί ελέγχου από πλευράς παραπονούμενης, αλλά και περί ανεύρεσης σχετικού βίντεο, ελλείπει από την κατάθεσή του. Σημειώνεται, συναφώς, ότι, καμία εξήγηση δόθηκε γιατί οι ισχυρισμοί της κατάθεσής του παρουσιάζουν αυτήν τη διάσταση με τους διά ζώσης, σχετικούς ισχυρισμούς του. Ο δε μετέπειτα ισχυρισμός που προέβαλε ότι ο ίδιος δεν επιθυμούσε να δει την παραπονούμενη γυμνή γι' αυτό και δεν επιδίωξε να βρει τα αναζητούμενα βίντεο, συγκρούεται, μετωπικά, με τον επόμενο ισχυρισμό του ότι, εν πάση περιπτώσει, μετά τον έλεγχο του τηλεφώνου από την παραπονούμενη, ο ίδιος προέβη σε ενδελεχή έλεγχο του τηλεφώνου για αναζήτηση βίντεο που αφορούν στην παραπονούμενη. Επίσης, όπως και αν αναγνωστεί το περιεχόμενο της κατάθεσής του, εκείνο που, πραγματικά αβίαστα, προκύπτει, είναι ότι ο λόγος που ο ΜΚ3 δεν ανηύρε οποιαδήποτε βίντεο που αφορούν στην παραπονούμενη, είναι γιατί, ως του ανέφερε ο κατηγορούμενος, ο τελευταίος είχε ήδη διαγράψει τούτα πριν τον έλεγχο του ΜΚ3. Πώς είναι δυνατόν στη βάση τέτοιων ισχυρισμών, εντελώς ανεξήγητα ο ΜΚ3 να προβάλλει στη δια ζώσης μαρτυρία του τη θέση, ότι η παραπονούμενη έφερε στην κατοχή της το κινητό του κατηγορούμενου, ανηύρε τα υπό αναζήτηση βίντεο και τα διέγραψε; Ή μήπως όλοι αυτοί οι διαφοροποιημένοι δια ζώσης ισχυρισμοί του, έγιναν ώστε να συμβαδίζουν με τους δια ζώσης, σχετικούς, ισχυρισμούς της παραπονούμενης; Ξενίζει, ακόμα, το γεγονός ότι, την ίδια ακριβώς, μη πειστική και εντελώς παράλογη, δικαιολογία που έδωσε η παραπονούμενη ως προς τους λόγους που παρατηρείται ουσιώδης διάσταση μεταξύ των όσων ανέφερε στις καταθέσεις της στην Αστυνομία με τους διά ζώσης ισχυρισμούς της, προέβαλε και ο ίδιος ενώπιον του Δικαστηρίου για να δικαιολογήσει τη διάσταση που παρατηρείται στους δικούς του ισχυρισμούς. Και δη ότι, στην κατάθεσή του έλεγε ό,τι του ήρθε στο κεφάλι, καθότι ήταν αγχωμένος και φοβισμένος. Μία άλλη διαφοροποίηση που έγινε κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του - η οποία συνάδει πλέον με την εκδοχή της παραπονούμενης - αφορά στον ισχυρισμό του ότι, αρχικά το τηλέφωνο του κατηγορούμενου το έλαβε ο ίδιος και μετά το έδωσε στην παραπονούμενη. Ως σημειώθηκε ήδη ανωτέρω, όχι απλά ελλείπει ένας τέτοιος ισχυρισμός από την κατάθεσή του, αλλά τουναντίον, τούτος, αποκλείεται. Δεν θεωρούμε την προώθηση αυτού του ισχυρισμού άσχετη με το γεγονός ότι και η παραπονούμενη ενώπιον του Δικαστηρίου, για να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό που, δια ζώσης (σε σύγκρουση με το περιεχόμενο της κατάθεσής της), προέβαλε περί του ότι ο ΜΚ3 ουδέποτε είδε τα βίντεο, ισχυρίστηκε ότι αρχικά το τηλέφωνο έλαβε ο ΜΚ3, και χωρίς να το ελέγξει το παρέδωσε ακολούθως στην ίδια. Παρόμοιας φύσεως διαφοροποίηση, που κατά τη γνώμη μας μόνο σκοπό είχε να επιβεβαιώσει ισχυρισμούς που προέβαλε η παραπονούμενη ενώπιον του Δικαστηρίου, παρατηρείται και στους ισχυρισμούς του ΜΚ3 αναφορικά με το ποιος έβγαλε το κλειδί από το βύσμα της μοτοσικλέτας του κατηγορούμενου. Ενώ στην κατάθεσή του, με σαφέστατο τρόπο, αναφέρει ότι τούτο το έπραξε ο ίδιος, στη διά ζώσης μαρτυρία του, χωρίς να δώσει οποιανδήποτε εξήγηση για την ανάγκη αλλαγής τοποθέτησης, ισχυρίστηκε, σε συνοχή πλέον με τα όσα η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι το κλειδί το έβγαλε από το βύσμα η παραπονούμενη. Τέλος, και πάλι χωρίς να δώσει οποιανδήποτε εξήγηση για την αδιαμφισβήτητη διάσταση που παρατηρείται, στη διά ζώσης μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι μετά που ελέγχθηκε το τηλέφωνο του κατηγορούμενου από την παραπονούμενη, αλλά και τον ίδιο και έγιναν οι διάφορες διαγραφές, ο ίδιος κάλεσε την Αστυνομία για να καταγγείλει το συμβάν, ενώ στην κατάθεσή του, με απόλυτη σαφήνεια, τοποθετεί το τηλέφωνο στην Αστυνομία για καταγγελία του βιασμού πριν τον οποιονδήποτε έλεγχο επί του τηλεφώνου του κατηγορούμενου. Δεν έχουμε καμίαν απολύτως αμφιβολία ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει όλη την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία έζησε κατά τον επίδικο χρόνο. Ήταν, ως εξάλλου σημειώθηκε ανωτέρω, έκδηλη, καθ' όλη τη διάρκεια της διά ζώσης μαρτυρίας του, η προσπάθειά του να προωθήσει ισχυρισμούς με μόνο σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση της παραπονούμενης, ανεξαρτήτως αν τούτοι ήταν αληθείς ή όχι. Η πλειάδα των αντιφάσεων που παρατηρείται στη μαρτυρία του, σε συνδυασμό με την απουσία οποιασδήποτε εξήγησης για τις πολυάριθμες μεταλλαγές και διαφοροποιήσεις του, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι οι πλείστες, αν όχι όλες, οι διαφοροποιήσεις του σκοπούσαν στην ουσία να επιβεβαιώσουν ισχυρισμούς που προέβαλε η παραπονούμενη κατά τη διά ζώσης μαρτυρία της (πολλές φορές και σε σύγκρουση με τους σχετικούς ισχυρισμούς στην κατάθεσή της), δικαιολογούν πλήρως, κατά τη γνώμη μας, την ήδη εκφρασθείσα κρίση μας ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του. Κατά συνέπεια δεν δεχόμαστε τη μαρτυρία του. Ο κατηγορούμενος, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Σύμφωνα με τη νομολογία, η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια του να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση Κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Δεν πρέπει, βεβαίως, να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής από την επιλογή αυτή. Όσον αφορά στη γραπτή κατάθεση του Κατηγορουμένου, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της ανώμοτης του δήλωσης, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον Κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση (βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 CLR 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 και Findlay Duncan 73 Cr. App. R. 359). Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), και στην Αγγλική απόφαση Findlay Duncan (ανωτέρω), σχετικά με την αξιολόγηση της κατάθεσης ενός Κατηγορούμενου, αναφέρθηκε ότι κάθε μέρος αυτής που γίνεται δεκτό αποτελεί μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται, και όχι μόνο στο μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Κάθε μέρος όμως μιας τέτοιας κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη, και το Δικαστήριο προβαίνει σε εκτίμηση των ισχυρισμών που προβάλλονται. Μπορεί όμως να δώσει όπως αυτό κρίνει ότι επιβάλλεται διαφορετική βαρύτητα σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης ή και μικρότερη σημασία ή και να απορρίψει ένα ή περισσότερα μέρη αυτής. Είναι, με άλλα λόγια, η εκτίμηση κατάθεσης, θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Συνοψίζοντας, η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης Κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια του κριτή των γεγονότων της υπόθεσης. Αρχικά σημειώνουμε ότι, σε μια ποινική υπόθεση, ο Κατηγορούμενος δεν υπέχει οποιασδήποτε υποχρέωσης να αποδείξει την αθωότητά του. Τουναντίον, το βάρος βρίσκεται συνεχώς (πλην κάποιων εξαιρέσεων που δεν τυγχάνουν εφαρμογής στη παρούσα υπόθεση) στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Έχοντας δε υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής και ειδικότερα αυτή της παραπονούμενης και του ΜΚ3, επί της οποίας, στην ουσία, βάσιζε και η Κατηγορούσα Αρχή την υπόθεσή της, αυτό που στην πραγματικότητα μένει να εξεταστεί σε συνάρτηση με τις οποιεσδήποτε δηλώσεις του Κατηγορουμένου, είναι το κατά πόσο τούτος προώθησε είτε με την ανώμοτή του δήλωση είτε με την κατάθεσή του, οποιουσδήποτε ενοχοποιητικούς ή έστω εναντίον των συμφερόντων του, ισχυρισμούς, οι οποίοι είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με τη λοιπή ενώπιόν μας αποδεκτή μαρτυρία, μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για την εξαγωγή ευρήματος ή έστω συμπεράσματος ενοχής του στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από την εξέταση των σχετικών δηλώσεών του είναι ότι ελλείπει από αυτές ένας τέτοιος ενοχοποιητικός ή εναντίον των συμφερόντων του, ισχυρισμός. Δεν παραγνωρίζουμε τον ισχυρισμό στη κατάθεση του κατηγορούμενου αναφορικά με το λόγο που συναντήθηκε, στις 23.01.2020, με την παραπονούμενη και τη διάσταση που τούτος παρουσιάζει συγκρινόμενος με τα όσα ο ίδιος αναφέρει στα σχετικά μηνύματα που της απέστειλε μέσω της εφαρμογής WhatsApp (βλέπε, τεκμήριο 6.2). Επί τούτου, όμως, σημειώνουμε ότι, συνεπεία της αξιολόγησης της ενώπιον μας μαρτυρίας, παρέμεινε άγνωστος ο βασικός σκοπός της συνάντησής τους. Εξάλλου, η καταφυγή στο ψεύδος από ένα ύποπτο, όταν τούτο (το ψέμα) δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αποτελέσει ενισχυτική μαρτυρία δεν οδηγεί αβίαστα στη κρίση ότι διέπραξε το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Πόσο μάλλον, αν με το ψευδή ισχυρισμό που προβάλλει ένας ύποπτος σε μια κατάθεση του, δυνατό να επιχειρεί να αποφύγει εμπλοκής του σε άλλο αδίκημα, άσχετο με τα υπό διερεύνηση κατά τον χρόνο λήψης της κατάθεσης του (βλέπε, Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 117 και Χριστάκης Π. Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 259). Η πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας σφραγίζει στην ουσία και την τύχη της παρούσας υπόθεσης που δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η απόρριψή της. Η συνουσία μεταξύ ενηλίκων προσώπων, δεν απαγορεύεται. Εκείνο ακριβώς που απαγορεύεται και μετατρέπει μία συνουσία σε βιασμό, είναι η έλλειψη συναίνεσης του ενός εκ των δύο. Μοναδική μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη ακριβώς της έλλειψης μίας τέτοιας συναίνεσης, ήταν αυτή της παραπονούμενης, η οποία, για τους λόγους που υπεδείχθησαν ανωτέρω, απορρίφθηκε. Κατά συνέπεια, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι η κατά τα άλλα αδιαμφισβήτητη συνουσία μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου έγινε χωρίς τη συναίνεση της πρώτης. Εντελώς παρεμφερώς σημειώνουμε ότι η μη ενασχόληση του Δικαστηρίου με την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας ή την αυτοπροειδοποίηση ή με τις αρχές που διέπουν το πρώτο παράπονο, οφείλεται στην κρίση μας ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας της παραπονούμενης, κρίση η οποία, ακριβώς, καθιστά μίαν τέτοια ενασχόληση εντελώς ανούσια. Αποτελεί, επομένως, κατάληξή μας ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι η συνουσία μεταξύ του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης ήταν παράνομη. Για τους λόγους που αναφέραμε ανωτέρω, η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα των μαρτύρων να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΘ [1] €700, κατά την παραπονούμενη, €635, κατά τον κατηγορούμενο. [2] Στην κατάθεσή του η «απειλή» σημειώνεται ως αυτουσίως καταγραφείσα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο