← Κύπρος

Δημοκρατίας ν. Kavleashivili κ.α., Υπόθεση αρ.: 12973/2019, 28/8/2020

Δημοκρατίας ν. Kavleashivili κ.α., Υπόθεση αρ.: 12973/2019, 28/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2020:12 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 12973/2019 Μεταξύ: Δημοκρατίας Κατηγορούσας Αρχής και

  1. ΧΧΧ Kavleashivili
  2. ΧΧΧ Okmelashvili
  3. ΧΧΧ Gambarashvili
  4. ΧΧΧ Aslanishvili Κατηγορουμένων ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 28.8.2020 Για την Δημοκρατία: κα Κρ. Κυθραιώτου Για τους κατηγορούμενους: κ. Ε. Πουργουρίδης μαζί με τον κ. Λοχία Κατηγορούμενοι παρόντες Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος 2, με δική του παραδοχή, έχει κριθεί ένοχος τόσο στην κατηγορία της ανθρωποκτονίας, κατά παράβαση του άρθρου 205

(1)
(3)του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 10), όσο και σε άλλες κατηγορίες που σχετίζονται με το πιο πάνω αδίκημα, αφού αποτελούν σύνεργα του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας, ήτοι της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β, κατά παράβαση του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Νόμου (κατηγορίες 11 και 12, αντίστοιχα) και της κατοχής και χρήσης εκρηκτικών υλών, κατά παράβαση του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου (κατηγορίες 13 και 14, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος 1, με δική του επίσης παραδοχή, έχει κριθεί ένοχος σε τρείς κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της πλαστοπροσωπίας, κατά παράβαση του άρθρου 360 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 9), της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339, 335, 331, 333(α) και 334 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 19) και της συνέργειας μετά την διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 23 και 24 του ίδιου Νόμου (κατηγορία 18). Τέλος ο κατηγορούμενος 3, κατόπιν παραδοχής του έχει βρεθεί ένοχος συνολικά σε τέσσερεις κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β (κατηγορίες 15 και 16, αντίστοιχα), της κατοχής εκρηκτικών υλών (κατηγορία 17) και της συνέργειας μετά τη διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 18). Αρχικά, οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν, μεταξύ άλλων κατηγοριών, και την κατηγορία του φόνου εκ προμελέτης, πλην όμως απαλλάγηκαν σε αυτές, καθότι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ανακοίνωσε αναστολή ποινικής δίωξης (κατηγορίες 1-8), πράγμα που επέφερε και την απαλλαγή του κατηγορούμενου 4 σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ως αυτά έχουν εκτεθεί από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, παρατίθενται αυτούσια: «
  1. Ο ΧΧΧ LEONIDIS (πιο κάτω αναφερόμενος ως «το θύμα») γεννήθηκε στη Γεωργία την 11.5.
  2. Είχε αποκτήσει ελληνική υπηκοότητα. Διέμενε στην Κύπρο τα τελευταία 15 χρόνια. Από το γάμο που είχε τελέσει με ομοεθνή του, είχε αποκτήσει 5 παιδιά: τον ΧΧΧ γεννηθέντα την 10.10.92, τον ΧΧΧ γεννηθέντα την 9.11.93, τον ΧΧΧ γεννηθέντα την 10.7.00, τον ΧΧΧ γεννηθέντα την 10.5.12 και την ΧΧΧ γεννηθείσα την 6.12.
  3. Τα τελευταία τρία χρόνια πριν από το θάνατο του είχε χωρίσει και συζούσε με κοπέλα από τη Μολδαβία στο χωριό Ορόκλινη της επαρχίας Λάρνακας.
  4. Ο Κατηγορούμενος 1 γεννήθηκε στη Γεωργία την 3.10.
  5. Τις πρωινές ώρες της 18.6.17 ο Κατηγορούμενος 1 αφίχθηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας από την Ιταλία με το γεωργιανό διαβατήριο του με αρ. XXXXX0073 αλλά δεν του επιτράπηκε η είσοδος στη Δημοκρατία λόγω του ότι δεν θεωρήθηκε καλή τη πίστη επισκέπτης. Τα στοιχεία του Κατηγορούμενου 1 ήταν καταχωρημένα στην πράσινη αγγελία (Green Notice) της Ιντερπόλ. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 2030 ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να εισέλθει με το προαναφερόμενο διαβατήριο του στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας μέσω του οδοφράγματος Αγίου Δομετίου στη Λευκωσία, αλλά δεν του επιτράπηκε η είσοδος. Την 31.1.18 ο Κατηγορούμενος 1 αφίχθηκε στην Κύπρο μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας έχοντας στην κατοχή του το πλαστό εν γνώσει του ουκρανικό διαβατήριο με αριθμό FJΧΧΧ56 στο όνομα ΧΧΧ KRAVCHUK. Κατά το διαβατηριακό έλεγχο ο Κατηγορούμενος 1, με σκοπό να του επιτραπεί η είσοδος στη Δημοκρατία (όπως και έγινε), παρουσίασε το πιο πάνω πλαστό διαβατήριο σε αρμόδιο λειτουργό του αεροδρομίου Λάρνακας, παριστάνοντας ψευδώς κατά αυτόν τον τρόπο ότι είναι ο ΧΧΧ KRAVCHUK από την Ουκρανία. [9η κατηγορία, 19η κατηγορία]
  6. Ο Κατηγορούμενος 2 γεννήθηκε στη Γεωργία την 18.5.
  7. Την 3.2.18 αφίχθηκε στην Κύπρο μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας.
  8. Ο Κατηγορούμενος 3 γεννήθηκε στη Γεωργία την 30.8.
  9. Την 27.1.18 εισήλθε εντός των ελεύθερων περιοχών της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του οδοφράγματος Αγίου Δομετίου της Λευκωσίας.
  10. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, από την μέρα άφιξης τους στη Δημοκρατία μέχρι και την 8.2.18 (πριν μεταβούν στο εστιατόριο «Κοκοράκι» ως καταγράφεται κατωτέρω) διέμεναν σε διαμέρισμα στην οδό ΧΧΧ στη Μουταγιάκα Λεμεσού. Το εν λόγω διαμέρισμα είχε ενοικιάσει άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του 1ου Κατηγορούμενου.
  11. Οι πιο πάνω Κατηγορούμενοι γνώριζαν το θύμα.
  12. Τις πρωινές ώρες της 8.2.18, το θύμα μαζί με άλλα δύο φιλικά του πρόσωπα αναχώρησαν με το όχημα του από τη Λάρνακα για να μεταβούν σε κηδεία συγγενικού του προσώπου στην Πάφο. Κατά τη διαδρομή τους, τα τρία πιο πάνω πρόσωπα είχαν σταματήσει στη Λεμεσό όπου και είχαν συναντήσεις με άλλα πρόσωπα, και ακολούθως μετέβηκαν στην Πάφο για να παραστούν στην κηδεία. Κατά την επιστροφή τους από την Πάφο αποφάσισαν όπως σταματήσουν στο εστιατόριο με την ονομασία «Κοκοράκι» στη Λεμεσό για να γευματίσουν για μεσημεριανό πριν επιστρέψουν στη Λάρνακα.
  13. Το εστιατόριο «Κοκοράκι» βρίσκεται στην οδό Γεωργίου Α, αρ. 14, στην περιοχή Γερμασόγειας στη Λεμεσό. Πρόκειται για τον παραλιακό δρόμο Λεμεσού. Στην πίσω μεριά του εστιατορίου υπάρχει ένα ξύλινο κιόσκι διαστάσεων 3Χ4 μέτρα, το οποίο χρησιμοποιείται ως μέρος για να κάθονται πελάτες του εστιατορίου. Εντός αυτού υπάρχει ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι και καρέκλες. Το κιόσκι βρίσκεται σε απόσταση δύο περίπου μέτρων από την πισινή πόρτα του εστιατορίου. Στο πίσω μέρος του εστιατορίου, και συγκεκριμένα μεταξύ της πισινής του πόρτας και του κιόσκι, υπάρχει δρομάκι το οποίο οδηγεί σε χώρους στάθμευσης και στη θάλασσα. Ανατολικά του ξύλινου κιόσκι υπάρχει μονοπάτι ανάμεσα σε δέντρα που οδηγεί στην παραλία «Δασούδι». Στο εν λόγω εστιατόριο συνηθίζουν να συχνάζουν πρόσωπα από Γεωργία και Ρωσία.
  14. Το θύμα, μαζί με τα άλλα δύο πρόσωπα, έφτασαν στο εστιατόριο «Κοκοράκι» μεταξύ των ωρών 1330-1400 και κάθισαν εντός του προαναφερόμενου ξύλινου κιόσκι. Το θύμα κάθισε, μεταξύ των δύο άλλων προσώπων, στην κεφαλή του τραπεζιού βλέποντας προς την είσοδο του. Όταν κάθισαν ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου τους πλησίασε και πήρε την παραγγελία τους.
  15. Ενόψει της ημέρας (μέρα Τσικνοπέμπτη) τόσο στο συγκεκριμένο εστιατόριο όσο και στα παρακείμενα υποστατικά υπήρχε αρκετός κόσμος, ο οποίος γευμάτιζε.
  16. Την 8.2.18 και περί ώρα 1330, ο 1ος Κατηγορούμενος τηλεφώνησε σε γνωστό του πρόσωπο, το οποίο διατηρούσε γραφείο ενοικιάσεως αυτοκινήτων στη Λεμεσό, και του ζήτησε όπως συναντηθούν εκείνη τη στιγμή για να του ενοικιάσει ένα αυτοκίνητο. Συμφώνησαν όπως η συνάντηση τους γίνει σε κάποιο σημείο επί της οδού Γεωργίου Α στη Λεμεσό (ήτοι στο παραλιακό δρόμο).
  17. Ο Κατηγορούμενος 1, συνοδευόμενος από τους Κατηγορούμενος 2 και 3, μετέβηκαν πεζοί στο καθορισμένο σημείο συνάντησης, όπου εκεί και περί ώρα 1400 συνάντησαν το πιο πάνω πρόσωπο (που ήταν ο οδηγός) και ακόμα ένα πρόσωπο (που καθόταν συνοδηγός). Οι εν λόγω Κατηγορούμενοι εισήλθαν εντός του αυτοκινήτου και κάθισαν στα πίσω καθίσματα. Οι 3 Κατηγορούμενοι ζήτησαν από τον οδηγό όπως πρώτα τους μεταφέρει στο εστιατόριο «Κοκοράκι» πριν μεταβούν στο γραφείο ενοικιάσεως. Σκοπός των τριών Κατηγορουμένων ήταν να συναντηθούν με το θύμα, το οποίο γνώριζαν ότι εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο εν λόγω εστιατόριο.
  18. Εκείνη την ημέρα τόσο ο Κατηγορούμενος 2 όσο και ο Κατηγορούμενος 3 είχαν παράνομα στην κατοχή τους έμφορτα πιστόλια, δηλαδή εντός αυτών υπήρχαν φυσίγγια πυροβόλου όπλου. Εντός του κάθε προαναφερόμενου πιστολιού υπήρχαν τουλάχιστον 4 φυσίγγια πυροβόλου όπλου. Σημειώνεται ότι ο μέγιστος αριθμός φυσιγγίων εντός τέτοιου πυροβόλου όπλου είναι
  19. [11η, 12η, 13η, 15η, 16η και 17η κατηγορία]
  20. Όταν έφτασαν στο εστιατόριο Κοκοράκι, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 μετέβηκαν στο πίσω μέρος του και εισήλθαν εντός του κιόσκι που βρισκόταν εκεί το θύμα μαζί με τα άλλα πρόσωπα. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 εξακολουθούσαν να έχουν στην κατοχή τους τα πιστόλια, το οποίο ο κατηγορούμενος 2 είχε ανασύρει. Άρχισαν τότε να συζητούν με το θύμα. Ακολούθησε λογομαχία μεταξύ των τριών Κατηγορουμένων και του θύματος. Σε κάποια στιγμή ο Κατηγορούμενος 2, στην παρουσία των Κατηγορουμένων 1 και 3, πρόταξε το πιστόλι του προς το θύμα και το πυροβόλησε σχεδόν εξ' επαφής τέσσερις φορές επιφέροντας το θάνατο του. [10η κατηγορία, 14η κατηγορία]
  21. Αμέσως μετά τους πυροβολισμούς οι τρείς κατηγορούμενοι εγκατέλειψαν τη σκηνή τρέχοντας με ανατολική κατεύθυνση προς τη θάλασσα.
  22. Μεταξύ των ημερομηνιών 8.2.18 και 1.3.18, οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 με σκοπό ο Κατηγορούμενος 2 να μην συλληφθεί από την Αστυνομία για την πιο πάνω πράξη του, τον βοήθησαν όπως διαφύγει στις κατεχόμενες περιοχές. Στις κατεχόμενες περιοχές μετέβηκαν και οι ίδιοι. [18η κατηγορία]
  23. Αρκετά πρόσωπα, τα οποία ήταν εντός του εστιατορίου «Κοκοράκι» και σε παρακείμενα υποστατικά, άκουσαν τους πυροβολισμούς και έτρεξαν προς το κιόσκι όπου και εντόπισαν το θύμα να είναι ξαπλωμένο στο έδαφος.
  24. Περί ώρα 1420 της 8.2.20 η Αστυνομία ειδοποιήθηκε ότι στο εστιατόριο με την ονομασία «Κοκοράκι» πυροβολήθηκε ένα πρόσωπο. Ειδοποιήθηκε επίσης το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και ως εκ τούτου εντός λίγων λεπτών ασθενοφόρο κατέφτασε στη σκηνή. Το πλήρωμα του ασθενοφόρου προσέφερε στο θύμα τις πρώτες βοήθειες χωρίς τους αποτέλεσμα αφού είχε ήδη εκπνεύσει.
  25. Τη σκηνή επισκέφτηκαν μέλη του ΤΑΕ Λεμεσού και μέλη της Υπηρεσίας Εγκληματικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας. Εκεί διαπιστώθηκε η ταυτότητα του θύματος και ότι εναντίον του θύματος ρίφθηκαν 4 πυροβολισμοί. Τη σκηνή επισκέφτηκε και η ιατροδικαστής Ελένη Αντωνίου όπου διαπίστωσε το θάνατο του.
  26. Από τη σκηνή παραλήφθηκαν διάφορα τεκμήρια, μεταξύ των οποίων δύο κάλυκες πιστολιού και μία βολίδα πιστολιού. Κατά τις επιτόπιες εξετάσεις που διενεργήθηκαν αυθημερόν πλησίον της σκηνής, εντοπίστηκε ένα κινητό τηλέφωνο, το οποίο είχε απωλέσει (ως διαπιστώθηκε αργότερα) ο Κατηγορούμενος 2 στην προσπάθεια του να εγκαταλείψει τη σκηνή τρέχοντας. Εντός του κινητού ήταν εγκατεστημένη κάρτα τηλεφωνίας με κυπριακό αριθμό που ενεργοποιήθηκε την 3.2.
  27. Από το εν λόγω κινητό, το οποίο έτυχε ειδικής επεξεργασίας από αρμόδιο τμήμα της Europol στη Χάγη και μετέπειτα από την Κυπριακή Αστυνομία, εξασφαλίστηκαν αρκετές φωτογραφίες που απεικόνιζαν μαζί τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3 τόσο στο εξωτερικό όσο και από τη διαμονή τους στην Κύπρο. Περαιτέρω από το εν λόγω κινητό απομονώθηκε γενετικό υλικό, το οποίο μετέπειτα ταυτοποιήθηκε με το γενετικό υλικό των Κατηγορουμένων 1 και
  28. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν από την Αστυνομία πλάνα από κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης που βρίσκονταν εγκατεστημένα σε παρακείμενα της σκηνής υποστατικά. Ένα εξ αυτών, το οποίο ήταν εγκατεστημένο στο πίσω εξωτερικό μέρος διπλανού υποστατικού, καταγράφει 3 πρόσωπα να φεύγουν τρέχοντας από τη σκηνή (κιόσκι) και να κατευθύνονται προς την παραλία. Όπως διαπιστώθηκε αργότερα, πρόκειται για τους Κατηγορούμενους 1, 2 και
  29. Παραλήφθηκαν επίσης πλάνα από κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης διαφόρων άλλων υποστατικών της Λεμεσού, στα οποία καταγράφονται οι κινήσεις των Κατηγορουμένων 1,2 και 3 σε διάφορα σημεία της επαρχίας Λεμεσού τόσο την 8.2.18 (πριν μεταβούν στο εστιατόριο «Κοκοράκι) όσο τις προηγούμενες μέρες που διέμεναν στην Κύπρο. Ένα εξ αυτών καταγράφει τους πιο πάνω Κατηγορούμενους να κάθονται σε εστιατόριο/μπυραρία της Λεμεσού την 7.2.18 και ως εκ τούτου διερευνήθηκε ο τρόπος πληρωμής του λογαριασμού στο συγκεκριμένο υποστατικό όπου διαπιστώθηκε ότι η πιστωτική κάρτα που χρησιμοποιήθηκε για πληρωμή του εν λόγω λογαριασμού άνηκε στον Κατηγορούμενο
  30. Διαπιστώθηκε επίσης ότι η ίδια πιστωτική κάρτα χρησιμοποιήθηκε για αγορές που έγιναν και σε άλλα υποστατικά.
  31. Από τα πλάνα των διαφόρων κλειστών κυκλωμάτων που παραλήφθηκαν από την Αστυνομία, εξασφαλίστηκαν φωτογραφίες των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, οι οποίες δημοσιεύτηκαν. Σε κατοπινό στάδιο που εξασφαλίστηκαν τα στοιχεία των πιο πάνω Κατηγορουμένων, δημοσιεύτηκαν και αυτά και καταζητούνταν.
  32. Από την ιατροδικαστική εξέταση του θύματος διαπιστώθηκε ότι ο θάνατος του προήλθε από αιμορραγικό σοκ συνεπεία θλαστικής ρήξης (διατομής) κοιλιακής αορτής από πυροβόλο όπλο. Συγκεκριμένα διαπιστώθηκε ότι το θύμα είχε δεχθεί 4 πυροβολισμούς από κοντινή απόσταση ως ακολούθως: - Δύο βολίδες έπληξαν την μέση βρεγματική και τον αριστερό γλουτό προκαλώντας επιπόλαιο τραυματισμό που άπτεται της επιδερμίδας και του δέρματος. - Μία βολίδα έπληξε την αριστερή άνω κοιλία και εξήλθε από την δεξιά πλάγια κάτω κοιλία άνωθεν της βουβωνικής περιοχής. - Μία βολίδα εισήλθε από την αριστερή άνω κοιλία, επέφερε θλαστική ρήξη της κοιλιακής αορτής και διαπέρασε τον αριστερό νεφρό. Η εν λόγω βολίδα είναι αυτή που προκάλεσε το θάνατο του θύματος.
  33. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης η Αστυνομία διεξήγαγε έρευνα με δικαστικό ένταλμα έρευνας στο διαμέρισμα όπου διέμεναν οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 μέχρι την 8.2.18 (πριν τους πυροβολισμούς). Πρόκειται για το διαμέρισμα που αναφέρεται πιο πάνω στην οδό Αλκαίου στη Λεμεσό. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, παραλήφθηκαν διάφορα τεκμήρια και δειγματοληψίες. Κατά την επιστημονική εξέταση τους, εντοπίστηκε το γενετικό υλικό των Κατηγορουμένων 1 και 2 σε ορισμένα τεκμήρια και σε δειγματοληψίες που έγιναν από διάφορα σημεία εντός του διαμερίσματος. Περαιτέρω εξασφαλίστηκε μαρτυρία με την οποία ο Κατηγορούμενος 1 αναγνωρίστηκε ως ένα από τα πρόσωπα που διέμενε στο εν λόγω διαμέρισμα.
  34. Η Αστυνομία επίσης διενέργησε εξετάσεις στο αεροδρόμιο Λάρνακας και παρέλαβε πλάνα του κλειστού κυκλώματος του αεροδρομίου, με τα οποία επιβεβαιώθηκε η άφιξη του Κατηγορούμενου 1 στην Κύπρο την 31.1.
  35. Στα εν λόγω πλάνα καταγράφονται οι κινήσεις του Κατηγορούμενου 1 εκείνη την ημέρα στο αεροδρόμιο Λάρνακας.
  36. Αρχικά η αστυνομία εξασφάλισε μαρτυρία ότι ένα από τα τρία πρόσωπα που εγκαταλείπουν τη σκηνή τρέχοντας είναι ο Κατηγορούμενος
  37. Την 18.2.18 εκδόθηκε εναντίον του κυπριακό ένταλμα σύλληψης για αδικήματα που αφορούσαν στα γεγονότα της 8.2.
  38. Την 1.3.18 εκδόθηκε νέο κυπριακό ένταλμα σύλληψης εναντίον του για τα αδικήματα σχετικά με το πλαστό διαβατήριο που χρησιμοποίησε για να εισέλθει στη Δημοκρατία. Ακολούθως την 7.3.18 εκδόθηκε εναντίον του Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης.
  39. Στην πορεία έγιναν από την Αστυνομία εκτεταμένες εξετάσεις, δημοσιεύτηκαν οι φωτογραφίες των δύο άλλων προσώπων και εξασφαλίστηκε μαρτυρία ότι πρόκειται για τους Κατηγορούμενους 2 και
  40. Ως εκ τούτου εκδόθηκαν εναντίον τους κυπριακά εντάλματα σύλληψης την 13.3.18 και ακολούθως Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης την 16.3.
  41. Την 13.6.19 οι Κατηγορούμενοι συνελήφθηκαν στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλλας στη Λευκωσία. Αφού τους εξηγήθηκαν οι λόγοι σύλληψης τους και τους επιστήθηκε η προσοχή τους στον νόμο: ο 1ος και 2ος Κατηγορούμενος δεν απάντησαν οτιδήποτε ενώ ο 3ος Κατηγορούμενος απάντησε στην αγγλική γλώσσα: «Νο». Έκτοτε τελούν υπό κράτηση.
  42. Ακολούθως μεταφέρθηκαν στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού όπου ανακρίθηκαν τόσο προφορικά όσο και γραπτώς χωρίς ωστόσο να απαντήσουν σε οποιαδήποτε ερώτηση.
  43. Μετά τη σύλληψη τους, η Αστυνομία προχώρησε νόμιμα σε διαδικασία αναγνώρισης των τριών κατηγορουμένων. Από την μαρτυρία αναγνώρισης που διεξήχθη ο 1ος Κατηγορούμενος αναγνωρίστηκε ως ένα από τα πρόσωπα που μετέβηκε στο κιόσκι του εστιατορίου «Κοκοράκι» και ο 2ος Κατηγορούμενος ως ένα από τα τρία πρόσωπα που μετέβηκαν στο κιόσκι του εστιατορίου και κρατούσε πιστόλι.
  44. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 δεν βαρύνονται με οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη στη Δημοκρατία.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων, στο πλαίσιο της εμπεριστατωμένης του αγόρευσης, κάλεσε το Δικαστήριο όπως, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λάβει σοβαρά υπόψη την άμεση παραδοχή όλων των κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν ως επίσης και το λευκό τους ποινικό μητρώο. Διευκρινίστηκε ότι μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, με την οποία προστέθηκαν οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, όλοι οι κατηγορούμενοι παραδέχτηκαν αμέσως ενοχή. Επιπρόσθετα δε ανέφερε ότι δεν υπήρχε ίχνος μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που πυροβόλησε και με την παραδοχή του εκφράζει ευθαρσώς την απολογία και μεταμέλεια του. Τα δε αδικήματα που αποδίδονται στον κατηγορούμενο 3, εξιχνιάζονται για ένα και μοναδικό λόγο, την παραδοχή του, αφού, ως αναφέρθηκε, θα ήταν αδύνατο για την κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ότι το αντικείμενο που κρατούσε ήταν πυροβόλο όπλο στα πλαίσια της έννοιας του Νόμου και ότι εντός αυτού υπήρχαν εκρηκτικές ύλες. Περαιτέρω δε, στα πλαίσια της αγόρευσης του, κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορουμένων, όπως αυτές αναδύονται και από τις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας, τις επιπτώσεις στις οικογένειες τους και δη στα ανήλικα παιδιά τους, αλλά και το γεγονός ότι τιμωρήθηκαν εξωδικαστηριακά. Οι κατηγορούμενοι, ως αναφέρθηκε, φυλακίστηκαν για ένα περίπου χρόνο σε φυλακές των κατοχικών αρχών, κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Επιπρόσθετα δε, κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη ότι οι κατηγορούμενοι ήταν υπόδειγμα, για όσο χρονικό διάστημα τελούν υπό κράτηση. Αναφορικά δε με τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων επισήμανε ότι το θύμα ήταν εγκληματικό στοιχείο, το οποίο κατ' επανάληψη είχε απασχολήσει τις κυπριακές αρχές. Μέρος των εγκληματικών του δραστηριοτήτων ήταν οι εκβιασμοί πολιτών, αποσπώντας από αυτούς χρήματα. Ένα από τα θύματα των παράνομων δραστηριοτήτων του, ήταν και στενό συγγενικό πρόσωπο του κατηγορουμένου 2, το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο ζούσε στην Κύπρο. Ο κατηγορούμενος 2 επιχείρησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με το θύμα, χωρίς όμως αποτέλεσμα και έτσι ήλθε στην Κύπρο μαζί με τους φίλους του - κατηγορουμένους 1 και 3 - για να συναντηθεί μαζί του, προκειμένου να του επιστήσει την προσοχή του και να απαιτήσει τον τερματισμό της παράνομης δραστηριότητας του. Κοινός γνωστός ενημέρωσε τον κατηγορούμενο 2, ότι το θύμα βρισκόταν στο εστιατόριο Κοκοράκι, πρόθυμο να τον συναντήσει και ότι συνοδευόταν από δύο μπράβους, οι οποίοι οπλοφορούσαν. Ακολούθως, ο κοινός γνωστός προμήθευσε τους κατηγορούμενους 2 και 3 από ένα έμφορτο πιστόλι, για σκοπούς ασφάλειας και αυτοάμυνας, αν χρειαζόταν. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι μετέβησαν στο πιο πάνω εστιατόριο και ο κατηγορούμενος 2 ανέσυρε το πιστόλι, το οποίο κρατούσε, για προληπτικούς λόγους. Δεν το προέταξε στο θύμα, αλλά το τοποθέτησε, κρατώντας το, πάνω στο τραπέζι. Το θύμα, ως αναφέρθηκε, επέδειξε αλαζονεία και ακολούθησε λογομαχία μεταξύ των δύο προσώπων. Αποπειράθηκε να αποσπάσει το όπλο που κρατούσε ο κατηγορούμενος 2, οπότε και επακολούθησε συμπλοκή, κατά τη διάρκεια της οποίας, το πιο εύσωμο θύμα έκανε κεφαλοκλείδωμα στον κατηγορούμενο 2 και προσπαθούσε να του αποσπάσει από το χέρι το όπλο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο κατηγορούμενος πάτησε την σκανδάλη τέσσερις φορές, σχεδόν εξ επαφής, εξ ου και η ακανόνιστη πορεία των βολών. Επισημάνθηκε ότι η πράξη του αυτή, σκοπούσε στον απεγκλωβισμό του από το κεφαλοκλείδωμα, αλλά και προς αποφυγή του επικείμενου κινδύνου να του πιάσει το θύμα το όπλο και να το χρησιμοποιήσει εναντίον του. Ο δε κατηγορούμενος 3, ως αναφέρθηκε, κατείχε το πιστόλι για σκοπούς αυτοάμυνας, δεν το ανέσυρε και δεν το χρησιμοποίησε. Ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγήθηκε ότι η περίπτωση του, νομολογιακά εμπίπτει στην ποινικολογική μεταχείριση των 18 μηνών με 2 χρόνων φυλάκιση. Μετά το συμβάν, όλοι οι κατηγορούμενοι τράπηκαν σε φυγή και μετέβησαν με αυτοκίνητο στα κατεχόμενα, όπου φυλακίστηκαν για περίοδο περίπου ενός έτους κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 παρείχαν βοήθεια στον κατηγορούμενο 2 μετά την διάπραξη του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας, ενόψει της στενής φιλικής σχέσης που είχαν μαζί του. Τονίζουμε ότι έχουμε θέσει ενώπιον μας όλα όσα αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων. Αναμφίβολα, όλα τα αδικήματα που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά. Ενδεικτική της σοβαρότητάς τους, είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, το οποίο αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2, ο Νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι και διά βίου, ενώ για τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β, τα οποία αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 2 και 3, ο Νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι 15 χρόνια ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα €42.715 (Λ.Κ.25.000) ή και τις δύο ποινές και επιπρόσθετα το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα κατάσχεσης ή καταστροφής των όπλων σχετικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα. Για δε τα αδικήματα της κατοχής και χρήσης εκρηκτικών υλών, ο Νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι 10 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €2.563 (Λ.Κ.1.500) ή και τις δύο ποινές, και τα εκρηκτικά δύναται να κατασχεθούν, να καταστραφούν ή να δημευθούν, για το αδίκημα της συνέργειας μετά την διάπραξη κακουργήματος προβλέπεται ποινή φυλάκισης 3 ετών και για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου προβλέπεται για μεν το πρώτο ποινή φυλάκισης μέχρι 2 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €2.563 (Λ.Κ.1.500) ή και οι δύο αυτές ποινές και για δε το δεύτερο, ποινή φυλάκισης 3 ετών. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι βασική παράμετρος που προσμετρά στο Δικαστήριο, στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής. Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου, τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για τη διενέργεια της εγκληματικής πράξης (βλ. Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 221/2012, ημερ. 19.12.2012). Το σοβαρό έγκλημα της ανθρωποκτονίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2, είναι αφ' εαυτού ένα από τα σοβαρότερα του Ποινικού Κώδικα, εφόσον οι συνέπειες του είναι ολέθριες. H ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεση της, το ύψιστο έγκλημα. Η ιερότητα της ζωής και η προστασία της αποτελούν την πρώτη σε ιεράρχηση μέριμνα της κάθε πολιτισμένης κοινωνίας (βλ. Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 231). Τα Δικαστήρια δεσμεύονται με ανάλογο καθήκον προστασίας της ανθρώπινης ζωής και περιφρούρησής της, απόρροια του οποίου είναι η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία κάθε φονικής πράξης (βλ. Bistriceanu ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B199, Ποιν. Εφ. 76/2017, ημερ. 26.4.2018, Μαυρόλουκα ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B73, Ποιν. Εφ. 212/2013, ημερ. 5.2.2015, και Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2(Α) Α.Α.Δ. 556). Στην περίπτωση όπου οποιαδήποτε ελπίδα για τον δράστη έχει χαθεί και τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση είναι τόσο ειδεχθή που καθιστούν την επιβολή της ανώτατης ποινής, τη μόνη κατάλληλη, το Δικαστήριο, δύναται να την επιβάλει (βλ. Lemonas v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 25, Koliandris v. The Republic
(1965)2 C.L.R. 72 και Mouzouris v. The Republic
(1966)2 C.L.R. 9). Η σοβαρότητα των αδικημάτων της παράνομης κατοχής και μεταφοράς όπλων και πυρομαχικών έχει τονιστεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Διαχρονική είναι η θέση της νομολογίας ότι η παράνομη κατοχή και χρήση πυροβόλων όπλων υπονομεύουν την έννομη τάξη, ανοίγουν το δρόμο για την αναρχία, θέτουν σε κίνδυνο ανυποψίαστους, κυρίως, πολίτες εκθέτουν ολόκληρη την κοινωνία στο αίσθημα ασφάλειας και γενικότερα αφήνουν αιμορραγούσα την έννομη τάξη (βλ. Κίτας ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 433, Παναγή ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ.159/14 ημερ. 16.12.2015). Η μεταφορά όπλων κάτω από τις συνθήκες που περιγράφηκαν πιο πάνω, συνιστά σοβαρό έγκλημα που καθίσταται ακόμη σοβαρότερο, όταν συνοδεύεται με την κατοχή πυρομαχικών που θέτει στο προσκήνιο τον εν δυνάμει κίνδυνο περαιτέρω σοβαρής παρανομίας και απειλής (βλ. Vero ν. Δημοκρατίας κ.ά., ECLI:CY:AD:2015:B342, Ποιν. Εφ. 168/2013 και 169/2013, ημερ. 14.5.2015, Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 279, Γενικός Εισαγγελέας ν. Yevgen Chronyy
(2006)2 Α.Α.Δ. 177). Όσο δε αφορά στο αδίκημα της συνέργειας μετά την διάπραξη κακουργήματος, η σοβαρότητα του προκύπτει τόσο από την προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή όσο και από τη φύση του αδικήματος, που σκοπό έχει την υπόθαλψη του δράστη και να δυσχεράνει το έργο διερεύνησης του εγκλήματος. Δεν παραγνωρίζουμε φυσικά και τη σοβαρότητα των άλλων αδικημάτων, η οποία δεν αντικατοπτρίζεται μόνο από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές, αλλά και από την ανησυχητική συχνότητα διάπραξης τους, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισης τους. Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών. Η ανάγκη για προστασία ποικίλει, ανάλογα με την σοβαρότητα του εγκλήματος. Το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με την σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκουν τα υπό τιμωρία εγκλήματα και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους. Οι συνέπειες του εγκλήματος προσμετρούν στον καθορισμό της σοβαρότητας του (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Στον καθορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος, υπεισέρχονται και υποκειμενικοί παράγοντες, όπως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έδρασε ο κατηγορούμενος ώστε να καταφανεί το βάρος των ευθυνών του για το έγκλημα. Το άτομο του παραβάτη, η λειτουργία του στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, επίσης, προσμετρά στον καθορισμό της τιμωρίας. Η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας. Δεν εξουδετερώνει, όμως, την σοβαρότητα του εγκλήματος ή την ανάγκη για την καταστολή του (αποτροπή), με τα μέσα που παρέχει το δίκαιο στον κοινωνικό χώρο (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου, ανωτέρω). Ωστόσο, προεξάρχουσας σημασίας είναι η αποτροπή, για σκοπούς προστασίας του κοινωνικού συνόλου, στοιχείο που υπαγορεύει την απόδοση περιορισμένης σημασίας στις προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις ενός κατηγορούμενου. Αποτελεί επίσης, πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 235/13, ημερομηνίας 5.10.2016, Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Μολονότι τα Δικαστήρια επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε τέτοιου είδους αδικήματα, που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, εντούτοις δεν παρουσιάζουν σημεία κάμψης, απεναντίας, δυστυχώς, παρουσιάζουν έξαρση. Αποτελεί δικαστική γνώση, η πλειάδα των καταδικαστικών αποφάσεων σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Με αυτό δεδομένο, το καθήκον μας για αποτροπή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτικό. Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσης που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές, γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, παρότι δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν καθώς και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει - όσο είναι δυνατό -, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Η παραπομπή σε δικαστικά προηγούμενα, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα, αλλά δεν προοιωνίζει ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί η ίδια ποινή (βλ. Προεστού ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση. 17/2016, ημερομηνίας 22.5.2017). Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας καλύπτει ευρύ φάσμα εγκληματικής συμπεριφοράς και επομένως δεν είναι ευχερής ο καθορισμός τιμωρητικού πλαισίου, έστω και μέσα σε πλατιά όρια (βλ. Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Όπου το έγκλημα είναι αποτέλεσμα ηθελημένης παράνομης πράξης, όπως στην προκείμενη περίπτωση, με τον εκούσιο πυροβολισμό του θύματος, δικαιολογείται η επιβολή πολύχρονης ποινής φυλάκισης (βλ. Hourris ν. The Republic
(1968)2 C.L.R. 206 και Philippou v. Republic
(1983)2 C.L.R. 245). Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Τσιάκκας ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 349, η αρμόζουσα ποινή για εγκλήματα αφαίρεσης ανθρώπινης ζωής, ως αποτέλεσμα ηθελημένης πράξης, είναι η ποινή πολύχρονης φυλάκισης. Όπως δε διαπιστώνεται στη σχετική νομολογία, το πλαίσιο τιμωρίας για εγκλήματα ανθρωποκτονίας που βρίσκονται στο μεταίχμιο φόνου εκ προμελέτης, συνίσταται σε φυλάκιση 15 ή περισσότερων ετών. Αναγνωρίζεται νομολογιακά ότι εκείνο που ελλείπει για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος φόνου εκ προμελέτης, είναι η απουσία της χρονικής εκείνης ανάπαυλας για αναλογισμό των πράξεων του δράστη και ευκαιρίας εγκατάλειψης της φονικής πρόθεσης του, κάτω από την επίδραση της συνείδησης του ανθρώπου. Στην υπόθεση Τσιάκκας ν. Αστυνομίας, ανωτέρω, ποινή φυλάκισης 15 ετών για ανθρωποκτονία κρίθηκε επιεικής και επικυρώθηκε. Το έγκλημα προσέγγιζε τα όρια φόνου εκ προμελέτης και δεν υπήρχε πρόκληση εκ μέρους του θύματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι και μεγαλύτερη να ήταν η ποινή, δεν θα παρεχόταν πεδίο για επέμβαση. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603, ο εφεσίβλητος, με δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος, μεταξύ άλλων και στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας και του επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 8 ετών, η οποία όμως κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκής και αυξήθηκε σε 12 έτη. Το έγκλημα, το οποίο διέπραξε, βρισκόταν στο μεταίχμιο του φόνου εκ προμελέτης ενόψει της φόρτισης, κάτω από την οποία λειτούργησε, που, προφανώς, θεωρήθηκε ασυμβίβαστη με τον ψυχρό σχεδιασμό του φόνου. Στη Malik v. Δημοκρατίας κ.ά.
(2006)2 Α.Α.Δ. 36, οι δύο κατηγορούμενοι, μετά από ακροαματική διαδικασία, βρέθηκαν ένοχοι στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Το θύμα φονεύθηκε με άγριο τρόπο, με μαχαίρι, λόγω οικονομικών διαφορών σε σχέση με παράνομες δραστηριότητες διακίνησης ομοεθνών τους, αλλοδαπών. Τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 20 ετών, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στη Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 309, ο δράστης ήταν βαριά ψυχικά διαταραγμένο άτομο όταν διέπραξε το έγκλημα της ανθρωποκτονίας. Το Εφετείο, αφού αναφέρθηκε σε ποινές που επιβάλλονται σε ψυχικά ασθενή άτομα, επικύρωσε ποινή φυλάκισης 14 ετών που είχε επιβάλει το Κακουργιοδικείο ως ποινή που βρισκόταν εντός των ορθών πλαισίων. Στη Μωϋσίδης ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 34, σε υπόθεση ανθρωποκτονίας, το θύμα είχε κτυπηθεί με πολύ βίαιο τρόπο. Ο εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου, δεν υπήρχε προσχεδιασμός, υπήρχε πρόκληση εκ μέρους του θύματος, ο εφεσείων ήταν 40 ετών, οικογενειάρχης και πατέρας ανήλικων παιδιών και τελούσε σε κατάσταση μέθης όταν διέπραξε το έγκλημα. Επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 14 ετών από το Εφετείο. Στην Παλάσκα ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 288, μετά από παραδοχή, επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, ποινή φυλάκισης 13 ετών, η οποία επικυρώθηκε. Εφεσείοντας και θύμα συναντήθηκαν με σκοπό να ξεκαθαρίσουν τις διαφορές τους και ήλθαν στα χέρια. Ο εφεσείοντας κρατούσε ένα ξύλο το οποίο το θύμα κατόρθωσε να αρπάξει. Τότε παρενέβηκε άλλο πρόσωπο και τους χώρισε, πλην όμως το θύμα του ξέφυγε και προχώρησε να του επιτεθεί με το ξύλο. Ακολούθως ο εφεσείοντας πήρε από το αυτοκίνητο του πυροβόλο όπλο και πυροβόλησε εναντίον του, με αποτέλεσμα να επιφέρει τον θάνατο του. Στη Samoila v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 155/2012, ημερ. 8.10.2016, επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, ποινή φυλάκισης 15 ετών για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, η οποία επικυρώθηκε. Μετά από κατανάλωση αλκοόλ, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα άρχισαν να λογομαχούν και στην εξέλιξη του επεισοδίου το θύμα άρπαξε ένα μαχαίρι και κινήθηκε με απειλητικές διαθέσεις εναντίον του εφεσείοντα. Τότε αφοπλίστηκε από άλλα πρόσωπα. Αμέσως μετά, ο εφεσείοντας, ο οποίος τελούσε σε κατάσταση μέθης, με βάναυσο τρόπο επέφερε κτυπήματα σε διάφορα μέρη του σώματος του, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατός του. Στην Bistriceanu ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B199, Ποιν. Εφ. 76/2017, ημερ. 26.4.2018, ο εφεσείοντας μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 16 ετών, η οποία επικυρώθηκε. Επέφερε τον θάνατο σε άλλο πρόσωπο, ρίχνοντας στο πρόσωπο της και στο σώμα, καυστική σόδα. Στην Παναγή ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B510, Ποιν. Εφ. 45/16, ημερ. 25.11.2018, ο εφεσείοντας κρίθηκε ένοχος με δική του παραδοχή σε δύο κατηγορίες ανθρωποκτονίας και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 17 ετών. Επρόκειτο για άτομο με ιστορικό ψυχικών προβλημάτων και η σχιζοφρένεια του εμφανίστηκε από νεαρή ηλικία. Στη Δημοκρατία ν. Γ.Α., ECLI:CY:AD:2020:B233, Ποιν. Εφ. 117/19, ημερ. 9.7.2020, ο εφεσίβλητος παραδέχτηκε ενοχή στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Ο τελευταίος, αφού κατανάλωσε μεγάλη ποσότητα οινοπνεύματος, λογομάχησε με τη μητέρα του, όταν αυτή του ζήτησε να αλλάξει τρόπο ζωής και της επιτέθηκε με πρωτοφανή αγριότητα, κτυπώντας την επανειλημμένως στο κεφάλι και σε άλλα μέρη του σώματος. Βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση και υπό μηχανική υποστήριξη για πέντε μήνες. Τελικά, απεβίωσε. Η παραδοχή του είχε περιθωριακή σημασία καθότι έγινε σε πολύ προχωρημένο στάδιο της δίκης και αφού έγινε αντιληπτό πως η εναντίον του μαρτυρία ήταν συντριπτική, που δεν άφηνε άλλη επιλογή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 8 ετών, η οποία όμως κρίθηκε ως έκδηλα ανεπαρκής και αυξήθηκε στα 12 χρόνια. Στη συνέχεια θα αναφερθούμε σε προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που σχετίζονται με τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου ως επίσης και της κατοχής εκρηκτικών υλών. Στην Παπαγεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.646, ο εφεσείοντας, ηλικίας 61 ετών, πατέρας τριών ενηλίκων τέκνων, μετά από παραδοχή του κρίθηκε ένοχος στα αδικήματα της μεταφοράς πυροβόλου όπλου και της κατοχής εκρηκτικών υλών. Ποινές φυλάκισης 3 ετών και 6 μηνών που του είχαν επιβληθεί αντίστοιχα, επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Στην Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ.1 για κατοχή πιστολιού και σφαιρών επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές 4 και 3 ετών αντίστοιχα. Στην Titos ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.409, η φυλάκιση ήταν 4 έτη για κατοχή πιστολιού όπως ήταν και στην Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.279. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου κ.α.
(2007)2 Α.Α.Δ.84 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 ½ ετών για τα αδικήματα της κατοχής πυροβόλου όπλου, 1 έτους στην κατηγορία για κατοχή φυσιγγιοθήκης, 6 μηνών στην κατηγορία για κατοχή σιγαστήρα όπλου και 2 ετών για την κατοχή 17 φυσιγγίων. Το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη του την άμεση παραδοχή τους, την ευθύς εξ' αρχής συνεργασία τους, χωρίς την οποία ενδεχομένως να μην εντοπιζόταν η τσάντα με τον οπλισμό και τα πυρομαχικά, το γεγονός ότι κατονόμασαν το πρόσωπο που τους τα προμήθευσε ως επίσης το λευκό τους ποινικό μητρώο, τις προσωπικές τους περιστάσεις σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που θα υφίσταντο οι ίδιοι και οι οικογένειες τους από τη φυλάκιση τους στην Κύπρο αφού ήταν Ελλαδίτες. Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 ½ ετών δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως έκδηλα ανεπαρκείς. Στην υπόθεση Κίτας ν. Αστυνομίας, ανωτέρω, μετά από παραδοχή επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών για το αδίκημα της μεταφοράς πυροβόλου όπλου (πιστόλι) το οποίο να σημειωθεί δεν ήταν έμφορτο. Ο εφεσείοντας βαρυνόταν με μια προηγούμενη καταδίκη. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η πιο πάνω ποινή με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως υπερβολική. Στην Παναγή ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, μετά από παραδοχή επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 4 ετών για το αδίκημα της παράνομης μεταφοράς όπλου κατηγορίας Β2. Βαρυνόταν με προηγούμενη καταδίκη. Η έφεση κατά της ποινής απορρίφθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος 1 εισήλθε στη χώρα μας στις 31.1.2018 με πλαστό διαβατήριο, παρουσιάζοντας τον εαυτό του, ως άλλο πρόσωπο. Ο δε κατηγορούμενος 3, λίγες μέρες προηγουμένως (27.1.2018) εισήλθε στην Δημοκρατία από άλλο σημείο διέλευσης, ήτοι από το οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου. Και οι δύο με σκοπό να συνοδεύσουν τον αδελφικό τους φίλο - κατηγορούμενο 2, ο οποίος αφίχθηκε στην Κύπρο την 3.2.2018 για να συναντήσει το θύμα με σκοπό να του επιστήσει την προσοχή του και να απαιτήσει το τερματισμό της παράνομης του δραστηριότητας, αφού εκβίαζε στενό συγγενικό του πρόσωπο, απαιτώντας χρήματα. Ο κατηγορούμενος 2 αντί να απευθυνθεί στις αρμόδιες αρχές του Κράτους, για να επιληφθούν καθηκόντως του ζητήματος, μετέβηκε την 8.2.2018 με τους άλλους κατηγορουμένους, στο εστιατόριο Κοκοράκι με σκοπό να συναντήσουν το θύμα, γνωρίζοντας ότι τα δύο πρόσωπα που το συνόδευαν οπλοφορούσαν. Ο κάθε ένας από τους κατηγορουμένους 2 και 3 μετέφερε πιστόλι και μάλιστα έμφορτο, θέτοντας στο προσκήνιο τον εν δυνάμει κίνδυνο περαιτέρω σοβαρής παρανομίας και απειλής, όπερ και εγένετο, αφού όπως έχει ήδη εκτεθεί ο κατηγορούμενος 2 πυροβόλησε το θύμα, επιφέροντας το θάνατο του. Υπενθυμίζουμε ότι στο εστιατόριο βρισκόταν αρκετός κόσμος, λόγω και της ημέρας - Τσικνοπέμπτη. Ο κατηγορούμενος 2, κατά τρόπο επιδεικτικό τοποθέτησε το πιστόλι στο τραπέζι, κρατώντας το με τα χέρια του, αδιαφορώντας για τους πολίτες που βρισκόντουσαν στο ευρύτερο χώρο. Στη συνέχεια υπήρξε λογομαχία μεταξύ κατηγορούμενου 2 και θύματος. Το τελευταίο αποπειράθηκε να του αποσπάσει το όπλο και ακολούθησε συμπλοκή. Το πιο εύσωμο θύμα έκανε κεφαλοκλείδωμα στον κατηγορούμενο 2 και προσπαθούσε να του αποσπάσει το όπλο. Τότε, κάτω από τις περιστάσεις που περιέγραψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του, πάτησε την σκανδάλη τέσσερεις φορές, με αποτέλεσμα το θάνατο του θύματος. Ο κατηγορούμενος 2 με την έκνομη πράξη του, πυροβόλησε όχι μία, ούτε δύο ή τρεις, αλλά τέσσερις φορές εναντίον του θύματος. Δύο βλήματα, του προκάλεσαν επιπόλαιο τραυματισμό και τα άλλα δύο, του έπληξαν την κοιλιά. Το ένα από αυτά προκάλεσε τον θάνατο του πιο πάνω προσώπου. Στην προκείμενη περίπτωση, η αφαίρεση της ζωής ήταν το αποτέλεσμα ηθελημένης πράξης του κατηγορουμένου 2, αφού όπως έχει ήδη επισημανθεί πυροβόλησε τέσσερεις φορές το θύμα. Το όλο περιστατικό διαδραματίστηκε σε εστιατόριο, που βρίσκεται στον παραλιακό δρόμο και τόσο σε αυτό όσο και σε παρακείμενα υποστατικά υπήρχε αρκετός κόσμος που γευμάτιζε ενόψει και της ημέρας (Τσικνοπέμπτη), θέτοντας σε κίνδυνο ανυποψίαστους πολίτες, προκαλώντας σε αυτούς αισθήματα ανασφάλειας και υπονομεύοντας την έννομη τάξη. Επειδή ο ευπαίδευτος δικηγόρος των κατηγορούμενων ανέφερε ότι το θύμα, στη βάση όσων συνθέτουν την αντίδραση του στην ενέργεια του κατηγορούμενου 2 να ανασύρει και τοποθετήσει το πιστόλι στο τραπέζι κρατώντας το, επέδειξε αλαζονεία και καταληκτικά, αιτιολογώντας την εγκληματική πράξη του κατηγορούμενου 2 να πυροβολήσει το θύμα, εισηγήθηκε ότι αντιμετωπίζουμε μια πράξη οριακής μη αυτοάμυνας που στόχο είχε τον απεγκλωβισμό του κατηγορούμενου 2 από το κεφαλοκλείδωμα στο οποίο βρισκόταν, αλλά και προς αποφυγή του επικείμενου κινδύνου να του πιάσει το θύμα εν τέλει το όπλο και να το χρησιμοποιήσει εναντίον του, η θέση μας είναι ότι, στο όλο πλέγμα γεγονότων που οδήγησαν στον θάνατο του θύματος (ως ανωτέρω), θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος 2, «ήρξατο χειρών αδίκων», υπό την έννοια ότι, το θύμα αντέδρασε όπως αντέδρασε, αφού προηγουμένως όπως άλλωστε ο κατηγορούμενος 2 ομολογεί μέσω του δικηγόρου του, ο ίδιος ανέσυρε το πιστόλι και το τοποθέτησε κρατώντας το πάνω στο τραπέζι. Παρόλα αυτά αποδίδουμε την δέουσα βαρύτητα στις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα όπως αυτές περιγράφηκαν από τον συνήγορο των κατηγορουμένων. Στην προκείμενη περίπτωση, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουμε στην άμεση παραδοχή των κατηγορουμένων ενώπιον του Δικαστηρίου. Χωρίς αυτήν, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν στενά. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 28). Η παραδοχή τους είναι άμεση (βλ. Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 458, 463) και συνοδεύεται από έκφραση μεταμέλειας (βλ. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ. 288, 296). Η παραδοχή των κατηγορουμένων έχει δεσπόζουσα βαρύτητα κατά την επιμέτρηση της ποινής, με αποτέλεσμα αυτή να μειώνεται. Επιπρόσθετα λαμβάνουμε υπόψη, προς όφελος του κατηγορουμένου 2, τα όσα σχετικά ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του, ότι δεν υπήρχε ίχνος μαρτυρίας ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που πυροβόλησε. Δεν διέλαθε της προσοχής μας ότι, με βάση τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή και τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί, στη σκηνή εντοπίστηκε το κινητό του τηλέφωνο, από το οποίο εξασφαλίστηκαν φωτογραφίες που απεικόνιζαν όλους τους κατηγορουμένους ως επίσης απομονώθηκε από αυτό γενετικό υλικό το οποίο ταυτοποιήθηκε με τους κατηγορουμένους 1 και 2. Επιπρόσθετα δε, στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, παραλήφθηκε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, όπου κατέγραψε τους κατηγορουμένους να εγκαταλείπουν τρέχοντας την σκηνή του εγκλήματος. Μετά τη σύλληψη τους, η Αστυνομία προχώρησε σε διαδικασία αναγνώρισης, όπου οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αναγνωρίστηκαν ως δύο από τα πρόσωπα που μετέβηκαν στο εστιατόριο Κοκοράκι και επιπρόσθετα, ότι ο κατηγορούμενος 2 κρατούσε πιστόλι. Περαιτέρω δε λαμβάνουμε υπόψη, προς όφελος και του κατηγορούμενου 3, το γεγονός ότι θα ήταν δύσκολο για την κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ότι το αντικείμενο που κρατούσε ήταν πυροβόλο όπλο, στα πλαίσια της έννοιας του Νόμου και ότι εντός αυτού υπήρχαν εκρηκτικές ύλες. Περαιτέρω, κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος όλων των κατηγορουμένων το λευκό τους ποινικό μητρώο και γενικότερα τη διαγωγή που επέδειξαν μέχρι και σήμερα. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη, ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας. Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα των αδικοπραγούντων, λαμβάνονται, βέβαια, σε κάποιο βαθμό, υπόψη. Και η εξατομίκευση έχει τη θέση της, αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή να αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας (βλ. Παυλίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Παύλου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Στην προκείμενη περίπτωση, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορουμένων 1, 2 και 3, όπως αυτές αναδύονται από τις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας και ως έχουν εκτεθεί από μέρους του συνηγόρου τους. Συνοπτικά, επισημαίνεται ότι όλοι οι κατηγορούμενοι είναι αλλοδαποί, κατάγονται από τη Γεωργία. Ο κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 33 ετών, νυμφευμένος, πατέρας τριών ανηλίκων παιδιών, ηλικίας 8, 7 και 5 ετών. Η σύζυγος και τα παιδιά του διαμένουν στη Γεωργία και συντηρούνται οικονομικά από φίλους. Αναμένει να υποβληθεί σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις (αμυγδαλών και κύστης κόκκυγος), γεγονός που του προκαλεί διάφορα προβλήματα. Στο παρελθόν έκανε χρήση ουσιών και αλκοόλ. Ο κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 35 ετών, συζεί με γυναίκα και είναι πατέρας τεσσάρων ανήλικων παιδιών, ηλικίας 13, 9, 7 και 3 ετών. Είναι απόφοιτος πανεπιστημίου στον κλάδο μηχανολογίας και διατηρούσε τη δική του επιχείρηση πώλησης αυτοκινήτων. Αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και ειδικότερα όρασης, ως επίσης είναι φορέας ηπατίτιδας Γ. Ο δε κατηγορούμενος 3 είναι ηλικίας 31 ετών, νυμφευμένος, πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών, ηλικίας 6 και 5 ετών. Η σύζυγος και τα παιδιά του διαμένουν στη Γεωργία. Μετά την αποφοίτηση του από το λύκειο δεν εργάστηκε και συντηρείτο από τη μητέρα του. Η μεγαλύτερη του θυγατέρα πάσχει από καρκίνο και υποβάλλεται σε θεραπεία. Αναφορικά με όσα ανάφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων, για τις επιπτώσεις σε αυτούς και στην οικογένειά τους και ιδιαίτερα στα ανήλικα παιδιά τους, συνεπεία της ποινής που θα τους επιβληθεί, αυτές, παρότι δε μας αφήνουν αδιάφορους και ασφαλώς τις λαμβάνουμε υπόψη, εντούτοις, την ίδια ώρα έχουμε υπόψη μας τη νομολογιακή αρχή, ότι οι επιπτώσεις φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, πλην όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής. (βλ. Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328). Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη, κατά την επιμέτρηση της ποινής, την εξωδικαστηριακή τιμωρία των κατηγορουμένων, με αναφορά στην υπόθεση Gregoriou and others v. Police
(1987)2 C.L.R.212. Οι κατηγορούμενοι, ως ανέφερε, συνελήφθηκαν από τις κατοχικές αρχές, καθότι, ως τους αναφέρθηκε καταζητούνταν από την Δημοκρατία και προκειμένου να δικαιολογηθεί η κράτηση τους, προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι δεν είχαν την απαιτούμενη άδεια παραμονής στα κατεχόμενα. Κατά τη διάρκεια της κράτησης τους από τις κατοχικές αρχές έτυχαν απάνθρωπης μεταχείρισης. Κρατούνταν και οι τρεις, για περίοδο δύο μηνών, σε κρατητήρια, μικρών διαστάσεων (2x2), της κατεχόμενης Αμμοχώστου και καθημερινά υποβάλλονταν σε σωματική βία. Προκάλεσαν κάταγμα στο δεξί χέρι του κατηγορουμένου 1 και ο κατηγορούμενος 2 αντιμετώπισε πρόβλημα με την όραση του ενόψει ότι κρατούνταν σε σκότος. Ακολούθως μεταφέρθηκαν σε φυλακές των κατεχομένων, όπου και πάλι υπέστησαν απάνθρωπη μεταχείριση. Κοιμόντουσαν στο διάδρομο, πάνω σε σεντόνι, υφίσταντο καθημερινή σωματική κακοποίηση, το φαγητό ήταν απειροελάχιστο και οι τουαλέτες ήταν κοινές για ολόκληρες τις εγκαταστάσεις. Παρέμειναν υπό κράτηση στις κατοχικές αρχές, για συνολική περίοδο ενός περίπου έτους και στη συνέχεια παραδόθηκαν στις αρχές της Δημοκρατίας. Στην υπόθεση Gregoriou, ανωτέρω, οι τρεις νεαροί εφεσείοντες είχαν απαγάγει δεσμοφύλακα των κεντρικών φυλακών και αφού τον κλείδωσαν, δραπέτευσαν. Έπεσαν στα χέρια των παρακείμενων τουρκικών δυνάμεων κατοχής και κατά τη διάρκεια της κράτησης τους, κακοποιήθηκαν βάναυσα. Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν από τα Ηνωμένα Έθνη σε άσχημη κατάσταση στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και αφού επανασυνελήφθηκαν, καταδικάστηκαν για τα αδικήματα της απόδρασης και της απαγωγής δεσμοφύλακα, σε 18 μήνες φυλάκιση, την οποία θα εξέτιαν μετά την εκπνοή του υπολοίπου της ποινής που είχε απομείνει πριν την απόδραση τους. Στη βάση αυτών των ιδιαζόντων περιστατικών, το Εφετείο παραμέρισε την ποινή που τους επιβλήθηκε στη βάση ότι το πρωτόδικο δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα αρχής. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «We are of the opinion that it was wrong in principle to impose on these three young appellants sentences of imprisonment to be served after the expiry of the sentences which they were serving at the time, because no matter how serious were the offences which they committed they were punished much more severely than it could ever be envisage by the Criminal Code due to the inhuman and degrading manner in which they were treated by their captors in the Turkish occupied area of Cyprus. We have, therefore, decided in this really unprecedented case to take the exceptional course of setting aside the sentences passed on the appellants, so that they will be released after they will complete their prison sentences which they were serving at the time when they were sentenced by the trial Court.» Όπως έχει υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στη μεταγενέστερη απόφαση Πετρίδη ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2016:B38, Ποιν. Εφ. 194/2015, ημερ. 27.1.2016, το στοιχείο της εξωδικαστηριακής τιμωρίας, ως παράγοντα επηρεασμού της ποινής, εγείρεται στις περιπτώσεις όπου αυτή καθ' εαυτή η διάπραξη ενός αδικήματος επιφέρει, άνευ ετέρου, στον δράστη, άμεσες και σοβαρές ζημιογόνες συνέπειες. Τα περιστατικά όμως της παρούσας υπόθεσης είναι διαφορετικά από τα ιδιάζοντα περιστατικά της υπόθεσης Gregoriou, ανωτέρω. Όπως ανέφερε ο συνήγορος των κατηγορουμένων, λέχθηκε στους τελευταίους από τις κατοχικές αρχές ότι συλλαμβάνονται διότι καταζητούνται από τις αρχές της Δημοκρατίας, πλην όμως κρατήθηκαν, καθότι δεν είχαν την απαιτούμενη άδεια παραμονής στα κατεχόμενα. Τα περιστατικά επομένως της παρούσας είναι ουσιωδώς ανόμοια με τα περιστατικά της Gregoriou, ανωτέρω, ωστόσο λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος των κατηγορουμένων στα πλαίσια των προσωπικών τους περιστάσεων ότι αυτοί παρέμειναν υπό κράτηση για περίοδο ενός έτους στις κατοχικές αρχές και έτυχαν απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης, με τα αποτέλεσμα που περιγράφονται ανωτέρω. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων, το σύνολο των γεγονότων που τα περιβάλλουν, ως επίσης και τα ελαφρυντικά των κατηγορουμένων, όπως έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή αναμφίβολα θα ήταν ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98). Τα διάφορα ελαφρυντικά που συνηγορούν υπέρ των κατηγορουμένων (ως εκτίθενται σε άλλο σημείο-πιο πάνω), ασφαλώς και λαμβάνονται υπόψη. Ωστόσο, αυτά, σε καμία περίπτωση είναι δυνατό να αποτελέσουν δείκτη προσδιορισμού του είδους της ποινής που θα τους επιβληθεί. Όπως θα διαφανεί αμέσως, όλα αυτά, λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της έκτασης της ποινής. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές, τις οποίες και επιβάλλουμε. Στον κατηγορούμενο 1: Σε κάθε μία από τις κατηγορίες 9, 18 και 19, λαμβάνοντας υπόψη ότι τελεί υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης για περίοδο 14 μηνών (28.6.19 μέχρι σήμερα), περίοδο την οποία θεωρούμε επαρκή τιμωρία για τα αδικήματα που διέπραξε (πλαστοπροσωπία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και συνέργια μετά την διάπραξη κακουργήματος), επιβάλλουμε σ΄ αυτόν, ποινή φυλάκισης τέτοιας έκτασης, ώστε αφού συνυπολογιστεί ο χρόνος που τελούσε υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, να αφεθεί αμέσως ελεύθερος. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Στον κατηγορούμενο 2: στη 10η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 17 ετών στις κατηγορίες 11, 12, 13 και 14, καμία ποινή, καθότι τα γεγονότα αυτών ουσιαστικά εμπεριέχονται στα γεγονότα της 10ης κατηγορίας, αφού αποτέλεσαν τα σύνεργα του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας. Στον κατηγορούμενο 3: στη 15η κατηγορία, καμία ποινή καθότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στα γεγονότα της 16ης κατηγορίας. στη 16η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών στη 17η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 2 ετών στη 18η κατηγορία, όπως και στην περίπτωση του κατηγορούμενου 1 στην ίδια κατηγορία, ποινή φυλάκισης τέτοιας έκτασης ώστε αφού συνυπολογιστεί ο χρόνος που τελούσε υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης (28.6.2019 μέχρι και σήμερα) να αφηνόταν αμέσως ελεύθερος στην περίπτωση που αντιμετώπιζε μόνο την κατηγορία αυτή. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης μειώνονται για το χρονικό διάστημα που οι κατηγορούμενοι τελούσαν υπό κράτηση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα από την 28.6.2019. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.