← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Αυγουστή, Αρ. Υπόθεσης: 2/17, 31/8/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Αυγουστή, Αρ. Υπόθεσης: 2/17, 31/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2/17 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ Αυγουστή Κατηγορούμενος ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 /8/2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γιάννος Αργυρού με Κάλια Πελεγγάρη Για τον κατηγορούμενο : κ. Ρίκκος Μαππουρίδης Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κλοπής από κατοικία, κατά παράβαση των άρθρων 266 (β) και 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία κατά τον μήνα Φεβρουάριο 2015 στην Παλωδια της επαρχίας Λεμεσού, έκλεψε από την κατοικία του παραπονούμενου, δηλαδή του ΜΚ 2, 5 ρολόγια όπως αυτά περιγράφονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος συνολικής αξίας € 130.
  2. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της απάτης, κατά παράβαση του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 10 Μαρτίου 2015 στην Παλωδια της επαρχίας Λεμεσού, με δόλιο τέχνασμα, απέκτησε το σκάφος που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος με το τρόλεϊ μεταφοράς και τα παρελκόμενα του όλα συνολικής αξίας €15.
  3. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας

(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, σχετική είναι η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 266(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 155, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄Αν διαπραχτεί κλοπή με οποιαδήποτε από τις πιο κάτω περιστάσεις δηλαδή- (β) αν το πράγμα κλαπεί σε κατοικία και η αξία του υπερβαίνει τις πέντε λίρες ή ο υπαίτιος κατά ή αμέσως πριν ή μετά το χρόνο της κλοπής χρησιμοποιεί βία ή απειλεί να χρησιμοποιήσει βία σε οποιοδήποτε ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.΄΄ Η γενική νομοθετική πρόνοια για το αδίκημα της κλοπής έχει ως ακολούθως: ΄΄ Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
  1. i)με τέχνασμα (
  2. ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.΄΄ Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής είναι τα ακόλουθα: α) η απόκτηση κατοχής και η αποκόμιση πράγματος που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής, β) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί με πρόθεση να το αποστερήσει μόνιμα από τον ιδιοκτήτη του, γ) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του πράγματος, δ) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί με δόλιο τρόπο και όχι καλόπιστα, ε) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να μην πιστεύει ειλικρινά ότι με την πράξη του ασκεί ή αξιώνει δικό του περιουσιακό δικαίωμα επί του πράγματος, δηλαδή να μην συντρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 8 του ΚΕΦ.154. Επιπρόσθετα, λόγω της ειδικής νομοθετικής πρόνοιας του άρθρου 266(β), η κλοπή θα πρέπει να αποδειχθεί ότι έλαβε χώρα από κατοικία και στην προκειμένη περίπτωση από την οικία του παραπονουμένου. Ως προς το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, αυτή έχει νομοθετικό έρεισμα στο άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Άρθρο 300:- Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν, ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Μέσα από το λεκτικό του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α) Να υπάρχει δόλιο τέχνασμα ή επινόημα Β) Να υπάρχει απόκτηση από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή να υπάρχει υποκίνηση σε άλλον να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν, ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Τυχόν μικροαντιφάσεις, που αφορούν σε δευτερεύοντα θέματα και επουσιώδεις λεπτομέρειες, ως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, (βλέπε υπόθεση Κ. Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166) στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία που κατά τα άλλα είναι πειστική και καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων. Όπως ανέφερε ο Έντιμος πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής στην υπόθεση MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA - ανδρεα Κακουρη κ.α.
(2002)1Α Α.Α.Δ 165 ότι και το απίθανο μπορεί να είναι αληθινό και ότι κριτής είναι το Δικαστήριο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο θα παραθέσει τον πυρήνα της μαρτυρία ενός εκάστου μάρτυρα και ταυτόχρονα θα προβαίνει στην ανάλογη αξιολόγηση, έτσι ώστε να εξαχθούν τα ανάλογα ευρήματα και συμπεράσματά με βάση και τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, έχοντας πάντα υπόψη βεβαίως και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της. Ως προς το τεκμήριο Α προς αναγνώριση, επειδή αυτό παρέμεινε ως τεκμήριο προς αναγνώριση και δεν κατέστη κανονικό τεκμήριο, το Δικαστήριο δεν δύναται να αποδώσει σε αυτό το τεκμήριο οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα και ότι λέχθηκε για αυτό, παρόλο που για τους λόγους που θα εξηγήσει το Δικαστήριο πιο κάτω, το περιεχόμενο του τεκμηρίου Α προς αναγνώριση αποδεικνύεται με άλλη μαρτυρία για την οποία θα γίνει αναφορά πιο κάτω και ειδικότερα στην μαρτυρία του κατηγορουμένου. Ως προς τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν αυτολεξεί, αλλά το Δικαστήριο τα έχει μετουσιώσει αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματά του Δικαστηρίου και θα γίνει ειδική αναφορά εκεί όπου χρειάζεται για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να εξαχθούν τα ανάλογα ευρήματα και συμπεράσματά. Ο ΜΚ 1 ως μέρος της κύριας εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το εκ τεκμήριο 1, στην οποία κάνει αναφορά στις ενέργειες που έχει προβεί ως ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης στα πλαίσια της διερεύνησης της και ειδικότερα στο μαρτυρικό υλικό που έχει συλλεχθεί και στους ισχυρισμούς που προέβαλαν τα εμπλεκόμενα μέρη, δηλαδή ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος, ως επίσης κάνει αναφορά και στα τεκμήρια που έχουν συλλεχθεί στα πλαίσια της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης του κατέθεσε ως τεκμήρια μαρτυρικό υλικό που έχει συλλεχθεί, όπως είναι το φωτογραφικο υλικό, τις γραπτές κατηγορίες που απαγγέλθηκαν στον κατηγορούμενο, την γραπτή συγκατάθεση που λήφθηκε για έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου, το τιμολόγιο αγοράς του επίδικου σκάφους, καθώς επίσης και την απόδειξη είσπραξης και τα έγγραφα που αφορούν την επίδικη συναλλαγή για το επίδικο σκάφος. Ο ΜΚ 2 στην παρούσα υπόθεση είναι ο παραπονούμενος. Ως μέρος της κύριας εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, αλλά και την επιστολή που έχει κατατεθεί ως τεκμήριο και είναι στην αγγλική γλώσσα. Οι καταθέσεις του σε αρκετό βαθμό, δηλαδή τόσο το τεκμήριο 12, όσο και η πρώτη του κατάθεση είναι σχετικά μακροσκελής. Το Δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμο να παραθέσει αυτολεξεί όλο το περιεχόμενο των καταθέσεων και της επιστολής του παραπονούμενου, αλλά θα παραθέσει συνοπτικά τον πυρήνα των εκδοχών του παραπονούμενου και κυρίως όπως τα αμφισβητούμενα γεγονότα, διότι σε αρκετή έκταση ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος συμφωνούν ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκαν και εκδήλωσαν ο ένας στον άλλον τα αμοιβαία ενδιαφέροντά τους στα ρολόγια, στα αυτοκίνητα και στα σκάφη. Είναι παραδεκτές βεβαίως και οι επισκέψεις του κατηγορουμένου στην οικία του παραπονούμενου και αυτό που το οποίο ουσιαστικά είναι υπό αμφισβήτηση, αφορούν για την μεν πρώτη κατηγορία τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τα ρολόγια σύμφωνα με τον παραπονούμενο κλάπηκαν και που ο παραπονούμενος επιρρίπτει στον κατηγορούμενο το αδίκημα της κλοπής διότι παρέμεινε για ένα χρονικό διάστημα ανεπιτήρητος στην οικία του παραπονούμενου και ειδικότερα στην δεύτερη επίσκεψη που αυτή έγινε. Ως προς το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, είναι θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ουσιαστικά το δόλιο τέχνασμα ήταν στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ενώ έκδωσε το τιμολόγιο αγοράς του επίδικου σκάφους και την απόδειξη είσπραξης για το ποσό των € 4000 ως προκαταβολή, ο κατηγορούμενος δολίως απέσπασε αυτό το σκάφος, χωρίς ουσιαστικά να δώσει το χρηματικό ποσό των € 4000 και χωρίς να είχε τέτοιο σκοπό και επίσπευσε την διαδικασία μεταβίβασης του σκάφους, εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη που είχε ο παραπονούμενος στον κατηγορούμενο. Στην πρώτη συνάντηση που είχαν ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος στην οικία του παραπονούμενου, ο παραπονούμενος έδειξε στον κατηγορούμενο τα ρολόγια που διατηρεί ως συλλογή ο παραπονούμενος και που τα έχει φυλαγμένα σε ένα κουτί και το κλειδί αυτού του κουτιού το έχει πάντα ο παραπονούμενος στο πορτοφόλι του. Το κουτί αυτό έχει δύο πάτους και στον κάτω πάτο ο παραπονούμενος φυλάει τα πιο καλά ρολόγια σε σύγκριση με αυτά που βρίσκονται στον πάνω πάτο ο κατηγορούμενος τα έλεγξε και ο παραπονούμενος τα φύλαξε ξανά στο χρηματοκιβώτιο. Αυτή ήταν η πρώτη επίσκεψη του κατηγορουμένου στην οικία του παραπονούμενου. Στη δεύτερη επίσκεψη του κατηγορουμένου στην οικία του παραπονούμενου, ο παραπονούμενος είχε αναφέρει ότι ήρθε ξανά ο κατηγορούμενος στο σπίτι του και του ζήτησε να δει ξανά τα ρολόγια για να τα φωτογραφίσει και να εκτιμήσει την αξία τους. Ο παραπονούμενος ξαφνιάστηκε λίγο επειδή ποτέ δεν του ζήτησε να το κάνει αυτό, αλλά τελικά έφερε το κουτί με τα ρολόγια και το φωτογράφισε. Μετά καθίσανε στο σαλόνι και το κουτί ήταν στο τραπέζι της κουζίνας. Όταν τελείωσαν την συζήτηση περπάτησαν μαζί με τον κατηγορούμενο έξω και ξαφνικά ο κατηγορούμενος είπε ότι ξέχασε το κινητό του τηλέφωνο μέσα στο σπίτι και Ο κατηγορούμενος πήγε μέσα μόνος του. Ο παραπονούμενος έμεινε στην βεράντα. Ο κατηγορούμενος ήρθε πίσω μετά από 1 λεπτό και του είπε ότι δεν το βρήκε. Τότε επέστρεψαν και οι δύο πίσω στο σπίτι για να το βρουν αλλά δεν το έβρισκαν. Μετά ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον αριθμό του χαμένου κινητού τηλεφώνου και το βρήκαν σφηνωμένο μέσα στο μαξιλάρι στο πλευρό της πολυθρόνας που καθόταν. Μετά από αυτό, ο κατηγορούμενος έφυγε, επέστρεψε ο παραπονούμενος πίσω στο σπίτι και πήρε το κουτί χωρίς να το ελέγξει και το έβαλε πίσω στο χρηματοκιβώτιο στο υπνοδωμάτιο. Σε αυτήν την δεύτερη επίσκεψη του κατηγορουμένου στο σπίτι του παραπονούμενου είναι που ο παραπονούμενος επιρρίπτει την κλοπή των επίδικων ρολογιών στον κατηγορούμενο, λόγω ακριβώς του χρονικού σημείου που ο κατηγορούμενος ήταν για λίγο χρονικό διάστημα ανεπιτήρητος εντός της οικίας του παραπονουμένου και σε εκείνο το χρονικό διάστημα βρήκε την ευκαιρία ο κατηγορούμενος να κλέψει τα επίδικα ρολόγια. Στις 10 Μαρτίου 2015 ήρθε ξανά ο κατηγορούμενος στο σπίτι του παραπονούμενου και επέμενε να φέρει κάτω το κουτί με τα ρολόγια για να του δώσει ένα δώρο. Στην αρχή ο παραπονούμενος αρνήθηκε, αλλά τελικά ο κατηγορούμενος τον έπεισε και έτσι έφερε το κουτί, όπου το άνοιξε, έβαλε μέσα ένα ρολόι και το έκλεισε, περιγράφοντας επίσης πως ήταν αυτό το ρολόι, το οποίο και παρουσίασε στην ακροαματική διαδικασία, χωρίς να κατατεθεί ως τεκμήριο, όμως είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος την επίδικη μέρα χάρισε στον παραπονούμενο εκείνο το ρολόι και αυτό που αμφισβητείτο ήταν η αξία εκείνου του ρολογιού, όπου ο παραπονούμενος ανέφερε ότι είναι ευτελούς αξίας, ενώ ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι είναι ρολόι αξίας. Ο παραπονούμενος εκείνη την ημέρα δεν έλεγξε τον κάτω πάτο του κουτιού και το επέστρεψε στο χρηματοκιβώτιο. Την ίδια ημέρα ήρθαν σε συμφωνία για να του πουλήσει το επίδικο σκάφος για το ποσό των € 15.000 και έτσι ο παραπονούμενος υπέγραψε το τιμολόγιο για € 15.000 και ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε μία απόδειξη για το ποσό των € 4.000 για προκαταβολή και τις υπόλοιπες € 11.000 θα του της έκανε έμβασμα στο λογαριασμό που ο παραπονούμενος έδωσες τον κατηγορούμενο. Ο παραπονούμενος υπόγραψε την απόδειξη για το ποσό των € 4000 και ζήτησε τα χρήματα και τότε ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν είχε τα χρήματα μαζί του και πως θα τον πληρώνει αργότερα. Έτσι ο κατηγορούμενος πήρε την απόδειξη, το τιμολόγιο και το σκάφος και έφυγε. Νομίζει ο παραπονούμενος ότι υπέγραψε ακόμα ένα έγγραφο, αλλά δεν θυμάται και όλα αυτά έγιναν γύρω στις 5:30 μ.μ. όπου ο κατηγορούμενος έφυγε. Μετά απ' αυτό δεν ξαναμίλησε με τον κατηγορούμενο μέχρι την Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015, όταν συνειδητοποίησε ότι έλειπαν πέντε ρολόγια από το κουτί και ο λόγος που το αντιλήφθηκε ήταν επειδή αποφάσισε ο παραπονούμενος να αλλάξει το ρολόι που φορούσε και άνοιξε το κουτί όπου και κατάλαβε ότι έλειπαν τα επίδικα ρολόγια. Το μόνο πρόσωπο που είδε τα ρολόγια μέσα στο κουτί ήταν ο κατηγορούμενος και το μόνο πρόσωπο που είχε πρόσβαση στο χρηματοκιβώτιο ήταν ο παραπονούμενος, ενώ η σύζυγος του παραπονούμενου ήταν άρρωστη τότε και δεν μπορούσε να κινηθεί από μόνη της. Η μόνη πιθανή μέρα που μπορούσε να κλέψει ο κατηγορούμενος τα ρολόγια ήταν εκείνη τη μέρα που έχασε το τηλέφωνο του και μπήκε μόνος του στο σπίτι του, δηλαδή ουσιαστικά στην δεύτερη επίσκεψη. Ο παραπονούμενος στις 19 Μαρτίου 2015 έλεγξε το λογαριασμό του στην τράπεζα και δεν μεταφέρθηκαν οποιαδήποτε χρήματα όπως υποσχέθηκε ο κατηγορούμενος για την αγορά του σκάφους. Έτσι ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και τον κατηγόρησε για την κλοπή των ρολογιών και επίσης του είπε ότι η συμφωνία για το σκάφος ακυρώνεται και δεν είναι πλέον για πώληση. Ο κατηγορούμενος εξέφρασε έκπληξη για τα χαμένα ρολόγια και είπε ότι πρέπει να είναι κάπου στο σπίτι. Τότε ο παραπονούμενος του είπε ότι αν δεν θα επέστρεφε τα ρολόγια αμέσως θα καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία. Τότε ο παραπονούμενος ζήτησε ξανά να επιστρέψει το σκάφος και τα έγγραφα και κάποια παρελκόμενα του σκάφους και ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν μπορούσε να το φέρει διότι αυτό ήταν στο μηχανικό, ενώ τα έγγραφα ήταν στις αρχές όπως ανέφερε. Ολοκληρώνοντας την κατάθεση του ανέφερε ότι πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος έκλεψε τα ρολόγια και το σκάφος. Στην επόμενη συμπληρωματική του κατάθεση, ανέφερε ότι δεν βρήκε οποιαδήποτε σημάδια για απόπειρα διάρρηξης στην οικία του ή στο χρηματοκιβώτιο στο υπνοδωμάτιο. Κανένας άλλος εκτός από τον ίδιο ήξερε ότι φυλάει το κουτί με τα ρολόγια στο υπνοδωμάτιο του. Αναγνώρισε επίσης την υπογραφή του στο πωλητήριο έγγραφο του μικρού σκάφους. Εξέφρασε βεβαιότητα ότι δεν έλαβε ποτέ τηλεφώνημα από κανέναν σχετικά με εκείνο το έγγραφο το οποίο ο παραπονούμενος υπέγραψε στον δρόμο έξω από το σπίτι του στην παρουσία του κατηγορουμένου και σε εκείνο το σημείο ήταν όλα σε τάξη για την πώληση του σκάφους, διότι δεν είχε οποιαδήποτε ένδειξη για να υποπτευθεί ο παραπονούμενος οτιδήποτε. Μετά που διαπίστωσε ότι έλειπαν τα ρολόγια του και έλεγξε το τραπεζικό του λογαριασμό για την μεταφορά των χρημάτων συνειδητοποίησε την απάτη. Την ημέρα που υπέγραψε την απόδειξη και δεν πληρώθηκε την προκαταβολή, πίστευε ο παραπονούμενος ότι θα πλήρωνε τις € 4000 την επόμενη μέρα και αργότερα τις € 11.
  1. Αυτή η μεταφορά χρημάτων δεν έπρεπε να πάρει περισσότερες από τρεις μέρες για να ολοκληρωθεί. Μαζί με το σκάφος, ο κατηγορούμενος πήρε επίσης το τρόλεϊ μεταφοράς του και επίσης κάποια άλλα αντικείμενα, όπως αυθεντικό κάλυμμα, αδιάβροχο κάλυμμα, πλατφόρμα κολύμβησης, δύο κλειδιά κινήσεως και άλλα. Θυμάται ο παραπονούμενος ότι μια μέρα έλαβε ένα τηλεφώνημα από την αστυνομία και κάποιος τον ρώτησε αν ήταν ο ιδιοκτήτης του σκάφους και ο παραπονούμενος απάντησε καταφατικά και επίσης του ανέφερε ότι ήθελε να πουλήσει το σκάφος στον κατηγορούμενο. Στην τελευταία του συμπληρωματική κατάθεση ανέφερε ότι το σπίτι του είναι πλήρως περιφραγμένο από τοίχους και τέλλινη περίφραξη με συρματόπλεγμα. Υπάρχουν μόνο δύο σπίτια πλησίον του δικού του σπιτιού, αλλά είναι λίγο μακριά και είναι στην άλλη πλευρά από την κυρία πύλη του σπιτιού του. Η απόσταση περίπου είναι στα 30 μέτρα. Στο σπίτι δεν διαμένει κανένα άλλο πρόσωπο, εκτός από την σύζυγό του, η οποία είναι άρρωστη. Το μόνο πρόσωπο που έχει κλειδιά για το σπίτι του είναι ο ίδιος και εκείνη τη μέρα που ο κατηγορούμενος πήρε τα ρολόγια του, ήταν μόνο ο παραπονούμενος, η σύζυγος του και ο κατηγορούμενος. Επίσης δύο πρόσωπα καθαρίζουν το σπίτι και τους κήπους του αλλά πάντα ο παραπονούμενος είναι μαζί τους όταν είναι στο σπίτι και δεν έχουν κλειδιά. Αυτά τα πρόσωπα μένουν σε μία περιουσία κοντά στο σπίτι του παραπονούμενου. Δεν υπάρχει κανένας άλλος εκτός από τον ίδιο τον παραπονούμενο που να έχει πρόσβαση στο σπίτι και στο χρηματοκιβώτιο του δωματίου του. Δεν έχει παιδιά στην Κύπρο. Δεν υπήρχε καμία παραβίαση στο σπίτι ή στο χρηματοκιβώτιο του εκείνες τις ημέρες. Εκείνη τη μέρα που πιστεύει ο παραπονούμενος ότι ο κατηγορούμενος πήρε τα ρολόγια του, η μόνη πόρτα ή παράθυρο που ήταν ανοιχτό ήταν η πλευρική πόρτα από την οποία μπήκε μέσα ο κατηγορούμενος για να βρει το τηλέφωνο του. Επίσης ανέφερε ότι έχει μια φροντίστρια για την σύζυγό του που έρχεται στο σπίτι του γύρω στις 8:30 το πρωί και φεύγει γύρω στις 3:00 μ.μ. αλλά ποτέ δεν έχει δει τα ρολόγια. Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης του αναγνώρισε στις φωτογραφίες που κατέθεσε τον τύπο των ρολογιών που έχουν κλαπεί και αυτές τις φωτογραφίες τις έχει βρει από το διαδίκτυο για να καταδείξει το είδος των ρολογιών που έχουν κλαπεί, διευκρινίζοντας ότι δεν είναι αυτά τα ρολόγια που έχουν κλαπεί. Περιέγραψε επίσης και το κουτί στο οποίο φύλαγε τα ρολόγια του, αλλά και τον χώρο που αυτά φυλάγονταν, τονίζοντας ότι αυτός είχε μόνο πρόσβαση και αυτός είχε το κλειδί του κουτιού το οποίο μαζί με τα ρολόγια ζύγιζε περισσότερα από 2 kg. Επίσης αναγνώρισε και μέσα από το φωτογραφικό υλικό το επίδικο σκάφος, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκε με τον κατηγορούμενο αρχικά πριν κάποια χρόνια και σε κάποιο σημείο έχασαν επαφή, αλλά συναντήθηκαν τυχαία στο δρόμο και όπου βρέθηκαν και αντάλλαξαν τηλέφωνα και άρχισαν οι επισκέψεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Όσον αφορά την δεύτερη επίσκεψη του κατηγορουμένου στο σπίτι του παραπονούμενου, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν του ανέφερε τον λόγο που ήθελε να φωτογραφίσει και να εκτιμήσει τα ρολόγια. Για να διευκρινίσει και να εξηγήσει τον λόγο που υποψιάζεται τον κατηγορούμενο ότι έκλεψε τα ρολόγια κατά την διάρκεια της δεύτερης επίσκεψής, ανέφερε ότι μετά που έκλεισαν το κουτί πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, πήγαν στο σαλόνι και όταν τελείωσαν και πήγαινε ο κατηγορούμενος να φύγει από τον κήπο, κατέβηκε ο παραπονούμενος κάτω τα σκαλιά που ήταν 14 και ο κατηγορούμενος που ήταν αρκετά πίσω του και του είπε ότι έχασε το κινητό του, ήταν ήδη πάνω και περίμενε ο παραπονούμενος για 20 δευτερόλεπτα, ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν βρίσκει το κινητό και του είπε να πάνε πίσω και μετά το βρήκαν, κοίταξαν γύρω, δεν το βρήκαν και είπε ο κατηγορούμενος ότι δεν πειράζει και ότι θα φύγει και ο παραπονούμενος του είπε ότι δεν μπορεί να φύγει, πρέπει να ξέρει τον αριθμό να καλέσουν τον αριθμό και τότε ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε και ήταν στην πλευρά της καρέκλας που καθόταν. Ανέφερε ο παραπονούμενος ότι ο ίδιος ήταν κάτω και ο κατηγορούμενος ήταν πάνω και υπήρχε απόσταση μεταξύ τους και δεν του παίρνει χρόνο να πάει στην κουζίνα και να πάρει τον δίσκο και να πάρει τα ρολόγια και τότε ο κατηγορούμενος ήρθε με μία τσάντα του ώμου και μετά έφυγε και κατέβηκαν τα σκαλιά και τότε ο παραπονούμενος του ευχήθηκε να πάει στο καλό διότι ο κατηγορούμενος θα πήγαινε στη Γερμανία λόγω του ότι η θυγατέρα του είχε σοβαρό πρόβλημα υγείας. Όσον αφορά το τι έγινε στις 10 Μαρτίου 2015, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι έφερε κάτω το κουτί και το έβαλε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και τότε ο κατηγορούμενος το άνοιξε και έβαλε το ρολόι που ο κατηγορούμενος χάρισε στον παραπονούμενο, λέγοντας του ότι είναι ακριβό ρολόι και τότε ο κατηγορούμενος έκλεισε το κουτί και όσον αφορά αυτό το ρολόι, ο παραπονούμενος όπως αναφέρθηκε πιο πάνω απέδωσε μηδενική αξία. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ο λόγος που πιστεύει ότι έκανε αυτή την κίνηση ο κατηγορούμενος, είναι για να φανεί ότι ανοίγει το κουτί για να κλέψει τα ρολόγια, αν και σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι η πρώτη εκδοχή είναι ότι ένας κλέφτης θα πάει πίσω στη σκηνή του εγκλήματος και ήταν τότε που ο παραπονούμενος θα ανακάλυπτε ότι θα λείπουν τα ρολόγια και αυτοί οι δύο λόγοι που ο κατηγορούμενος έφερε αυτό το άσχημο, όπως το χαρακτήρισε, ρολόι και εκείνη την ημέρα ο παραπονούμενος δεν έλεγξε τον κάτω πάτο του κουτιού, δηλαδή στις 10 Μαρτίου
  2. Όσον αφορά την συναλλαγή για το επίδικο σκάφος, αναγνώρισε την υπογραφή του στο πωλητήριο έγγραφο, αλλά δεν το έχει συμπληρώσει ο ίδιος και πιθανόν να το έχει συμπληρώσει ο κατηγορούμενος, αναγνώρισε επίσης το τιμολόγιο αγοράς του επίδικου σκάφους και την απόδειξη πληρωμής, τονίζοντας ότι πρώτα υπέγραψε την απόδειξη πληρωμής και μετά ο παραπονούμενος ζήτησε τα χρήματα από τον κατηγορούμενο, ο οποίος θα πλήρωνε αργότερα, θεωρώντας ο παραπονούμενος ότι τρεις μέρες χρειάζεται η τράπεζα για να το μεταφέρει τα χρήματα. Επίσης ο μάρτυρας αυτός εξέφρασε εκ νέου την έκπληξη του για το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να φωτογραφίσει τα ρολόγια και να προβεί σε εκτίμηση, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι η αν ήθελε κάτι να εκτιμηθεί, αυτά θα ήταν τα κοσμήματα της συζύγου του και όχι τα ρολόγια, έχοντας υπόψη ότι την αξία των ρολογιών την ήξερε, διότι γνωρίζει από αξίες ρολογιών και γνωρίζει τις νέες τιμές, διότι είναι εφικτό να μάθει κάποιος από το διαδίκτυο καλές εκτιμήσεις για όλων των ειδών ρολογιών και για μεταχειρισμένα και για διάφορες κατηγορίες, ακόμα και για συλλεκτικά. Την ημέρα που ο παραπονούμενος επέρριψε στον κατηγορούμενο ότι του έκλεψε τα ρολόγια, ανέφερε ότι αφού τελείωσαν με τα ρολόγια, πήγαν μέσα στο καθιστικό και τα ρολόγια έμειναν στο τραπέζι της κουζίνας και κουβέντιαζαν για 20 με 30 λεπτά και μετά έφυγαν δια μέσου της βεράντας και ο παραπονούμενος κατέβηκε από τα σκαλιά που ήταν γύρω στα 14 μέχρι την είσοδο. Ο κατηγορούμενος ήταν πάνω από τα σκαλιά και ο παραπονούμενος κάτω από τα σκαλιά και μετά είπε ότι άφησε πίσω το τηλέφωνο του ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος του είπε να πάει να το πάρει. Περίμενε περίπου μισό λεπτό και μετά ξεκίνησε ο παραπονούμενος να ανεβαίνει τις σκάλες για να βρει τον κατηγορούμενο και τον είδε να κατεβαίνει τα σκαλιά και αυτός είπε ότι δεν μπορεί να βρει το κινητό του και ο παραπονούμενος του είπε ΄΄εντάξει θα το βρω΄΄. Τα ρολόγια ήταν στο τραπέζι στο κουτί. Ο παραπονούμενος δεν μπορούσε να δει το τηλέφωνο και είπε στον κατηγορούμενο να καλέσει τον αριθμό γιατί το χαμένο τηλέφωνο ήταν της κόρης του και τότε ο κατηγορούμενος κάλεσε τον αριθμό και βρήκε το τηλέφωνο να είχε σπρωχθεί κάτω από το μαξιλαράκι της καρέκλας που καθόταν. Μετά που έφυγαν από το σπίτι, κλείδωσα το καγκέλι που είναι σε απόσταση 80 μέτρων και μετά που ο παραπονούμενος πήγε μέσα, πήρε το κουτί με τα ρολόγια, δεν κοίταξε μέσα, το πήρε πάνω στο υπνοδωμάτιο του και το κλείδωσε στο κουτί ασφαλείας με το μοναδικό κλειδί που έχει το οποίο ήταν σε ένα μικρό δερμάτινο πορτοφόλι και ήταν στην τσέπη του. Όσον αφορά την τρίτη φορά που ο κατηγορούμενος επισκέφτηκε το σπίτι του παραπονούμενου, όπου εκείνη τη φορά ο κατηγορούμενος δώρισε στον παραπονούμενο ένα ρολόι, ανέφερε ότι το έβαλε μέσα ο κατηγορούμενος στο κουτί με τα ρολόγια και καταρχήν ο παραπονούμενος δεν το ήθελε και ο κατηγορούμενος επιδεικτικά ήθελε να βάλει το ρολόι στο κουτί. Τότε ο κατηγορούμενος έκλεισε το κουτί και αργότερα ο παραπονούμενος πήρε το κουτί και το πήρε στο δωμάτιο και το κλείδωσε και το κλειδί είναι ακόμα στο πορτοφόλι του παραπονούμενου. Όσον αφορά την συναλλαγή που έγινε με το επίδικο σκάφος και συγκεκριμένα με το θέμα της προκαταβολής, ανέφερε ότι κανονικά θα περίμενε μετρητά, υπόγραψε ο παραπονούμενος και μετά ο κατηγορούμενος δεν του έδωσε τα χρήματα και τότε ο παραπονούμενος του έδωσε τον τραπεζικό του λογαριασμό στις ΗΠΑ. Ο κατηγορούμενος δεν πλήρωσε την προκαταβολή, αναγνώρισε ο παραπονούμενος το τιμολόγιο αγοράς του επίδικου σκάφους και την απόδειξη που καταγράφει ότι καταβλήθηκε το ποσό των € 4000, αλλά τα γράμματα πάνω σε αυτά δεν είναι του παραπονούμενου. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι μετάνιωσε για την αγορά του σκάφους και προσπαθεί μέσω των ρολογιών να πιέσει τον κατηγορούμενο και εκμεταλλευόμενος την παράλειψη πληρωμής του υπολοίπου ουσιαστικά να εκβιάσει τον κατηγορούμενο. Επίσης επανέλαβε την θέση του ότι δεν έχει συνομιλήσει με όποιονδήποτε πιστοποιούντα υπάλληλο. Επίσης ανέφερε ότι ο λόγος που ανέμενε ότι δεν θα έπρεπε να πάρει περισσότερο από τρεις μέρες η πληρωμή του ανταλλάγματος για το σκάφος είναι επειδή είχε υποθέσεις με τραπεζικές συναλλαγές και δεν παίρνει περισσότερο από τρεις μέρες και ο παραπονούμενος δεν είχε κανένα λόγο να υποψιαστεί, διότι ήθελε να πουληθεί το σκάφος επειδή ο ίδιος δεν μπορούσε να το χρησιμοποιηθεί, διότι αυτό το σκάφος είναι σκάφος του water ski και απλά ήθελα να πουληθεί και ήταν χαρούμενος για αυτό. Ο ίδιος ανέφερε ότι περίμενε να πληρωθούν τα χρήματα για να γίνει μεταβίβαση. Όταν ο παραπονούμενος είδε ότι έλειπαν τα ρολόγια τότε αναρωτήθηκε για την πληρωμή του σκάφους και τότε ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και του ανέφερε ότι η πράξη για την πώληση του σκάφους είναι άκυρη και τότε ο κατηγορούμενος δεν του ανέφερε ότι το σκάφος είχε ήδη μεταβιβαστεί στο όνομα του, τονίζοντας το γεγονός ότι δεν γνωρίζει τη διαδικασία μεταβίβασης ενός σκάφους. Στην αντεξέταση του περιέγραψε το κουτί όπου φύλαγε τα ρολόγια και συγκεκριμένα στον κάτω πάτο φύλαγε τα ρολόγια που ήταν μεγαλύτερης αξίας από αυτά τα ρολόγια που ήταν στον πάνω πάτο του κουτιού, περιγράφοντας ταυτόχρονα και τα ρολόγια που υπήρχαν σε αυτά, καθώς επίσης και τον χώρο όπου αυτά φυλάγονταν. Ανέφερε ότι κατά την διάρκεια της πρώτης επίσκεψης του κατηγορούμενου στην οικία του παραπονούμενου, αυτός ήταν που τοποθέτησε πίσω τα ρολόγια στο κουτί και το ίδιο πράγμα έγινε και την δεύτερη φορά που τα έχει φωτογραφίσει, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι ήταν ο ίδιος ο παραπονούμενος που τα έχει τοποθετήσει πίσω στο κουτί. Την δεύτερη φορά ανέφερε ότι έχει ξαφνιαστεί που ο κατηγορούμενος του ζήτησε να δει τα ρολόγια για να τα φωτογραφίσει και να τα εκτιμήσει, αλλά δεν έχει δείξει την έκπληξη του και δεν σκέφτηκε κάτι ιδιαίτερο, απλώς διερωτήθηκε γιατί να το εκτιμήσει. Περιέγραψε επίσης την στιχομυθία που έγινε στην τηλεφωνική συνδιάλεξη που έγινε όταν ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και του επέρριψε την ευθύνη για την κλοπή των ρολογιών. Ανέφερε επίσης ότι την δεύτερη φορά που επισκέφθηκε ο κατηγορούμενος την οικία του παραπονούμενου και με βάση τη θέση του ίδιου ο κατηγορούμενος έκλεψε τα ρολόγια, το κουτί παρέμεινε στην κουζίνα και το κουτί έχει δικό του κλειδί, δεν ήταν κλειδωμένο το κουτί, αλλά ήταν κλειστό και το κλειδί ήταν μέσα στο κουτί το οποίο βρίσκεται στο κουτί του Rolex. Τότε δεν είχε καμία υποψία εναντίον του κατηγορουμένου, διότι είδε τον κατηγορούμενο να τα τοποθετεί όλα τα ρολόγια πίσω στο κουτί, περιγράφοντας εκ νέου την σκηνή, όπου για ένα μικρό χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος παρέμεινε ανεπιτήρητος την δεύτερη φορά που επισκέφτηκε ο κατηγορούμενος την οικία του παραπονούμενου για να φωτογραφίσει τα ρολόγια. Ανέφερε ότι μεταξύ τους τους χώριζαν 14 σκαλοπάτια, ο παραπονούμενος ήταν κάτω και κατηγορούμενος πάνω και τότε ο παραπονούμενος ανέφερε στον κατηγορούμενο να πάει να βρει το κινητό του να το πάρει και ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ξέχασε το τηλέφωνο του και τότε ο κατηγορούμενος εξαφανίστηκε, ως η έκφραση του, μέσω της πόρτας της βεράντας και μετά από μισό λεπτό περίπου άρχισε παραπονούμενος να περπατεί να ανεβαίνει ενώ ο κατηγορούμενος έβγαινε και έλεγε ότι δεν μπορούσε να βρει το τηλέφωνο και τότε ο κατηγορούμενος ήθελε να φύγει και τότε ο παραπονούμενος του είπε ότι γνωρίζει τον αριθμό του τηλεφώνου και να τον καλέσει και ουσιαστικά ο παραπονούμενος τον υποχρέωσε να το βρει κι έτσι κάλεσε τον αριθμό και ακούστηκε ο αριθμός που έπαιζε και είχε σπρωχθεί στο πλευρό της καρέκλας που καθόταν. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι αν ήθελε ο κατηγορούμενος να τον κλέψει θα μπορούσε να έπαιρνε το τηλέφωνο του και να έφευγε χωρίς να ξαναεπιστρέψει στο σπίτι με κίνδυνο να διαπιστωθεί η απουσία των ρολογιών και ο παραπονούμενος απάντησε σε αυτή τη θέση ότι ο κατηγορούμενος είχε κανονίσει τα ρολόγια με τέτοιο τρόπο για να είναι πολύ εύκολο να τα πάρει κάποιος, κάνοντας αναφορά σε ένα ακόμα ένα περιστατικό, βάση του οποίο ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον παραπονούμενο να δανειστεί μία στέκα του μπιλιάρδου. Αναφέρθηκε επίσης και στις συνομιλίες που υπήρχαν αναφορικά με το κατά πόσο ο παραπονούμενος ενδιαφερόταν να πουλήσει την οικία του, ως επίσης και τις αναφορές το κατηγορούμενο για το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε η κόρη του. Αναφέρθηκε επίσης και τι έγινε κατά τη διάρκεια της τρίτης επίσκεψης του κατηγορουμένου στην οικία του παραπονούμενου, οπότε έκανε δώρο το ρολόι που αναφέρθηκε πιο πάνω και ο παραπονούμενος ανέφερε ότι αυτό που του πέρασε από το μυαλό είναι μήπως θα ήθελε να τον δει να ανοίγει το κουτί για να φαίνεται ως ένας αθώος άνθρωπος. Ως προς την αγορά του επίδικου σκάφους, αφού αναγνώρισε το τιμολόγιο αγοράς και την απόδειξη είσπραξης και αφού αναφέρθηκε την επαγγελματική του σταδιοδρομία, τόνισε το γεγονός ότι δεν έχει λάβει κανένα χρηματικό ποσό και όταν ο παραπονούμενος ζήτησε από τον κατηγορούμενο τα χρήματα του, του ανέφερε ότι θα τον πληρώσει αργότερα και ότι δεν είχε χρήματα και από ότι υπέθετε ο παραπονούμενος αυτό ήταν πωλητήριο έγγραφο και ότι ο παραπονούμενος ήθελε ουσιαστικά να φύγει το σκάφος και όταν ερωτήθηκε αφού έγιναν όλα αυτά, δηλαδή του δώρισε ως η θέση του ένα ρολόι ευτελούς αξίας και του ανέφερε ότι δεν είχε τα χρήματα ποιος ήταν ο λόγος που δεν ζήτησε αμέσως την απόδειξη είσπραξης πίσω, ανέφερε ότι έχει κάνει πολλά λάθη εκείνη την περίοδο, έχοντας υπόψη και την σοβαρή κατάσταση της υγείας της συζύγου του, που δυστυχώς σε κατοπινό χρονικό σημείο απεβίωσε. Επανέλαβε την θέση του ότι δεν έχει συνομιλήσει με κανένα πιστοποιούντα υπάλληλο και επανέλαβε την θέση του ότι δεν γνωρίζει τη διαδικασία και ότι υπέγραψε το πωλητήριο έγγραφο. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι προέβηκε στην καταγγελία για τα ρολόγια διότι δεν είχε κατατεθεί στο λογαριασμό του το ποσό των € 11.000 για την αγορά του πλοίου και ότι ήθελε με αυτόν τον τρόπο να πιέσει τον κατηγορούμενο να τον πληρώσει ή να επιστρέψει το σκάφος και έναντι αυτής της θέσης, πέραν της άρνησης του, ανέφερε ότι η τιμή πώλησης του σκάφους είχε εκπτωτική τιμή και ότι είχε και προσφορά για μεγαλύτερη τιμή πώλησης, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι ουσιαστικά έχει μετανιώσει για την πώληση του σκάφους και προέβαινε σε αυτή την εκβιαστική καταγγελία. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του, ανέφερε ότι γνώριζε ενστικτωδώς ποιος έκλεψε τα ρολόγια και υπήρχε σύνδεση και συγκεκριμένα ήταν η παράλειψη πληρωμής του σκάφους και έδωσε στον κατηγορούμενο την ευκαιρία να επιστρέψει τα ρολόγια και το σκάφος και θα έκλεινε η υπόθεση και ο κατηγορούμενος του είπε ότι θα επέστρεφε το σκάφος αλλά δεν μπορούσε διότι είναι στον μηχανικό, λέγοντας ο παραπονούμενος ότι τα γεγονότα είναι απλά. Επίσης ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι υπάρχουν πέντε αντικείμενα σε αυτή την υπόθεση, δηλαδή το τραπέζι της κουζίνας, το μπλε κουτί, το χρηματοκιβώτιο πάνω στο υπνοδωμάτιο, το κλειδί το οποίο έχει ο ίδιος ο παραπονούμενος και ότι υπάρχει ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος και ότι δεν υπάρχει ανάμειξη από όποιονδήποτε άλλο και μετά ο κατηγορούμενος κατηγορεί ότι είναι διαρρήκτες. Όσον αφορά το σκάφος, το μόνο πράγμα που δεν είναι εντάξει, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο παραπονούμενος, είναι ότι δεν πληρώθηκε και δεν είναι πολύπλοκο πως η έκφραση του. Στη σύντομη επανεξέταση του έδωσε διευκρίνηση ποιος ήταν ο λόγος που δεν υποψιαζόταν τον κατηγορούμενο. Ο ΜΚ 3 ως μέρος της κύριας εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο 19 στην οποία αναφέρει ότι είναι πιστοποιών υπάλληλος και ότι στις 11 Μαρτίου 2015 το πρωί τον επισκέφτηκε στο γραφείο του ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήθελε να πιστοποιήσει το γνήσιο της υπογραφής του ΜΚ 2 σε έντυπο πωλητηρίου μικρών σκαφών. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι αγόρασε το μικρό σκάφος από τον ΜΚ 2 και έτσι ο μάρτυρας τηλεφώνησε σε συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου και συγκεκριμένα στον ΜΚ 2 και ζήτησε τον αριθμό του διαβατηρίου και την ημερομηνία έκδοσης του και αφού τον ρώτησε ο μάρτυρας τον ΜΚ 2, ο ΜΚ 2 του ανέφερε ότι πράγματι υπέγραψε αυτό το έντυπο πωλήσεως του μικρού σκάφους και έτσι ο μάρτυρας πιστοποίησε την υπογραφή του και μετά ο κατηγορούμενος αποχώρησε. Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και είχε αναγνωρίσει επίσης την πιστοποίηση που έχει προβεί ο μάρτυρας στο τεκμήριο 8ε. Διευκρίνισε ότι όταν γίνεται πιστοποίηση θα πρέπει να είναι ενώπιον του το άτομο που υπογράφει, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση ανέφερε ότι ο πωλητής είναι μεγάλος σε ηλικία, μένει εκτός Λεμεσού και τότε ο κατηγορούμενος του είπε να του τηλεφωνήσει και να τον ρωτήσει, όπως και έγινε για να του δώσει κάποια ελλιπής στοιχεία που είχε πάνω η φόρμα, όπως τον αριθμό του διαβατηρίου και την ημερομηνία έκδοσης του. Αναφέρθηκε επίσης ότι ο πωλητής είχε ακόμα ένα κώλυμα, δηλαδή ήταν άρρωστη η σύζυγος του και ο κατηγορούμενος του είπε για να μην τον ταλαιπωρούν τον πωλητή να προβούν σε τηλεφώνημα για να διαπιστώσουν τα πιο πάνω, όπως και έγινε και τηλεφώνησαν στο ΜΚ 2 από το τηλέφωνο του κατηγορουμένου και ήταν σε ανοιχτή ακρόαση και του ανέφερε ο μάρτυρας του ΜΚ 2 ότι είναι Πιστοποιών υπάλληλος. Ο μάρτυρας αυτός δεν έχει αντεξεταστεί. Ο ΜΚ 4 ως μέρος της κύριας εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο 4 και στην οποία αναφέρει ότι εργάζεται στο τμήμα εμπορικής ναυτιλίας στο τμήμα μικρών σκαφών και ειδικότερα στις εγγραφές και μεταβίβασης μικρών σκαφών. Το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου 2015, ημερομηνία που δεν θυμάται, δέχθηκε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο και ζήτησε να μάθει την διαδικασία για την μεταβίβαση των σκαφών και η ίδια η μάρτυρας του εξήγησε την διαδικασία. Συγκεκριμένα, ότι πρέπει να συμπληρώσει συγκεκριμένο έντυπο που είναι η αίτηση για μεταβίβαση που υπογράφεται μόνο από τον αγοραστή, το άλλο έντυπο που είναι το πωλητήριο έγγραφο το οποίο υπογράφεται από τον πωλητή μόνο και η υπογραφή που πρέπει να πιστοποιείται από πιστοποιώντα υπάλληλο, όχι από κοινοτάρχη, τον πρωτότυπο τίτλο ιδιοκτησίας και φωτοαντίγραφο ταυτότητας του αγοραστή. Μετά από κάποιες μέρες ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το γραφείο της, όπου η μάρτυρας τον προμήθευσε με όλα τα σχετικά έντυπα που έπρεπε να συμπληρωθούν και του εξήγησε την διαδικασία ξανά. Εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος την ρώτησε που μπορεί να βρει κάποιον πιστοποιώντα υπάλληλο και η μάρτυρας τον βοήθησε με το να μπει στο διαδίκτυο στην σελίδα του υπουργείου εσωτερικών και που έδωσε το όνομα του ΜΚ 3, ο οποίος ήταν κοντά στον τόπο διαμονής του κατηγορουμένου. Στις 11 Μαρτίου 2015 πήγε ξανά στο γραφείο της ο κατηγορούμενος με το πωλητήριο έγγραφο, πλήρως συμπληρωμένο και υπογραμμένο και πιστοποιημένο από τον πωλητή που φαίνεται ότι ο ΜΚ 2 ως πωλητής και πιστοποιών υπάλληλος ο ΜΚ
  3. Πρόκειται για το συγκεκριμένο επίδικο σκάφος. Την αίτηση για μεταβίβαση την συμπλήρωσε ο μάρτυρας, αφού ήταν ασυμπλήρωτη και ο κατηγορούμενος υπέγραψε στην παρουσία της. Επίσης ο κατηγορούμενος έφερε βεβαίωση από την αστυνομία ότι το πρωτότυπο πιστοποιητικό εγγραφής του σκάφους είχε απολεστεί, ενώ μαζί έφερε φωτοαντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής. Έτσι, αφού υπήρχαν όλα τα απαιτούμενα έγγραφα για την μεταβίβαση προχώρησε η μάρτυρας στην έκδοση νέου πιστοποιητικού εγγραφής στο όνομα του κατηγορουμένου, το οποίο εκδόθηκε στις 18 Μαρτίου 2015, το οποίο και παρέλαβε στις 19 Μαρτίου 2015, αφού πλήρωσε τα σχετικά έξοδα. Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης της αναφέρθηκε στην διαδικασία που ακολουθήθηκε στην παρούσα υπόθεση αναφορικά με την μεταβίβαση του επίδικου σκάφους, όπως π.χ. τα έγγραφα που παρουσίασε ο κατηγορούμενος και έχει αναγνωρίσει η μάρτυρας τα σχετικά τεκμήρια που σχετίζονται με αυτήν την μεταβίβαση του σκάφους, μέσα από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο πριν από την παράθεση της δικής της μαρτυρίας, όσο και από τα τεκμήρια που η ίδια η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήρια και που έχει αναγνωρίσει και περιγράψει. Επίσης αναφέρθηκε και στην ενημέρωση που έλαβε το τμήμα όπου εργάζεται αναφορικά με την διαδικασία αγωγής που εκκρεμεί στο επαρχιακό δικαστήριο Λεμεσού που αφορά το επίδικο σκάφος και που έχει εκδοθεί προσωρινό διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο απαγορεύεται η μεταβίβαση του σκάφους αυτού και που ο αστυνομικός διευθυντής Λεμεσού διατάσσεται όπως το έχει στην κατοχή του μέχρι αποπεράτωσης εκείνης της Δικαστικής διαδικασίας. Η μάρτυρας αυτή δεν έχει αντεξεταστεί. Ο ΜΚ 5 είναι ο δικηγόρος του ΜΚ 2 στην αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον του επαρχιακού δικαστηρίου Λεμεσού και που έχει ως αντικείμενο διαφοράς την αγοραπωλησία του επίδικου σκάφους. Ο μάρτυρας αυτός περιέγραψε την Δικαστική διαδικασία που εκκρεμεί και που στα αρχικά στάδια εκδόθηκε πρωινό διάταγμα σύμφωνα με το οποίο διατασσόταν η μη αποξένωση του επίδικου σκάφους και όπως αυτό φυλάσσεται από τον αστυνομικό διευθυντή Λεμεσού μέχρι αποπεράτωσης της ακροαματικής διαδικασίας. Αναφέρθηκε στις οδηγίες που έλαβε από τον ΜΚ 2 για την έγερση της αγωγής, αλλά και στις προσπάθειες που έχουν γίνει για εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς που προέκυψε και που δεν έχει καρποφορήσει και που μεταξύ άλλων περιελάμβανε την έκδοση επιταγής για το ποσό των € 900 για ισχυριζόμενα έξοδα επιδιορθώσεων που έκανε ο κατηγορούμενος στο επίδικο σκάφος, κάνοντας αναφορά επίσης ότι ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί ενώπιον του ότι δεν έχει πληρώσει στον ΜΚ 2 το ποσό των € 4000 και ότι ουσιαστικά τον έχει εξαπατήσει. Επίσης περιέγραψε ο μάρτυρας την διαδικασία που ακολουθείται σε περιπτώσεις μεταβίβασης ενός σκάφους όπως είναι και το επίδικο. Στην αντεξέταση του, αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο ότι γνώριζε ο ίδιος το επίδικο σκάφος και είπε στον παραπονούμενο ότι είναι χαμηλή η τιμή του, ως επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ήταν ο ίδιος που κάλεσε τον κατηγορούμενο στο γραφείο του για να συζητήσουν, ως επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι είπε στον κατηγορούμενο ότι αν μεταβίβαζε το σκάφος πίσω θα μεσολαβούσε ο ίδιος ο μάρτυρας να μη γίνει η ποινική υπόθεση. Επίσης περιέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγιναν οι προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση της επίδικης διαφοράς και κυρίως του επίδικου σκάφους και που δεν έχουν καρποφορήσει, όπως π.χ. η απαίτηση του κατηγορουμένου για καταβολή του ποσού των € 900 για μηχανολογικά έξοδα που προέβηκε ο ίδιος στο επίδικο σκάφος, καθώς επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι η όλη συζήτηση που έγινε σε μία προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης ήταν εκφοβιστική εναντίον του κατηγορουμένου. Επίσης περιέγραψε την πορεία, ιδίως στα αρχικά στάδια της αστικής διαδικασίας που εκκρεμεί για το επίδικο σκάφος, καθώς επίσης αναφέρθηκε στην πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα που αφορούσαν την επίδικη συναλλαγή του σκάφους. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του αυτός επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος ως μέρος της κύριας εξέτασης του υιοθέτησε την γραπτή του δήλωση, δηλαδή το τεκμήριο
  4. Σε αυτήν κάνει αναφορά στην προσωπική του κατάσταση και στην επαγγελματική του σταδιοδρομία, αλλά και το ενδιαφέρον του για τα παλιά αυτοκίνητα και ρολόγια. Επίσης κάνει αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκε με τον παραπονούμενο, καθώς επίσης κάνει αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει ξαναβρεθεί με τον κατηγορούμενο και που άρχισαν οι επισκέψεις του κατηγορουμένου στο σπίτι του ΜΚ
  5. Σε μία από τις επισκέψεις στο σπίτι του παραπονούμενου στις αρχές Φεβρουαρίου του 2015, ο παραπονούμενος του μίλησε ξανά για την συλλογή ρολογιών που διατηρούσε και προθυμοποιήθηκε να του δείξει την συλλογή και εκείνη την ημέρα ο παραπονούμενος έφυγε, ανέβηκε στον πάνω όροφο και επέστρεψε κρατώντας ένα μεγάλο μπλε κουτί, το οποίο ήταν κλειδωμένο, το άφησε στο τραπέζι της κουζίνας και κάθισε δίπλα του και όταν το άνοιξε, είχε διαπιστώσει ότι αυτό το κουτί έχει δύο πάτους που είχε διαφορετικά ρολόγια από διάφορες μάρκες. Όταν ο παραπονούμενος άνοιξε το κουτί, άρχισαν να βλέπουν τα ρολόγια, χωρίς όμως να βγάλουν από το κουτί οποιοδήποτε ρολόι για να το κρατήσουν στα χέρια τους και για να δουν τα ρολόγια που βρισκόταν στον κάτω πάτο ανασήκωσε τον πάνω πάτο . Στη συνέχεια πήρε το κουτί και κατέβηκε από την σκάλα στον πάνω όροφο και επέστρεψε και μετά από λίγο αποχαιρετίστηκαν και έφυγε ο κατηγορούμενος. Μετά από κάποιες μέρες τηλεφωνήθηκαν ξανά και πήγε ο κατηγορούμενος στο σπίτι του παραπονούμενου, ο οποίος του είπε ότι ήθελε την γνώμη του για την αξία των ρολογιών του, διότι ποτέ δεν είχε κάποια εκτίμηση και τότε ο κατηγορούμενος του είπε ότι μπορεί να του κάνει μία πρόχειρη εκτίμηση, αλλά εάν ήθελε ακριβέστερη εκτίμηση από ειδικό εκτιμητή θα μπορούσε να τον βοηθήσει για να αποταθεί σε κάποιον ειδικό. Ανέφερε ότι για να γίνει μια σωστή εκτίμηση θα πρέπει να προσκομιστούν έγγραφα αυθεντικότητας των ρολογιών τα οποία ο κατηγορούμενος δεν έχει δει ποτε . Ανέφερε ότι αν πράγματι ο παραπονούμενος είχε πιστοποιητικά των ακριβών ρολογιών που βρίσκονταν στο κουτί, αυτά μπορούν να εντοπιστούν εύκολα, διότι μπορεί από τα πιστοποιητικά αυτά με βάση το μοναδικό αριθμό που είναι αναγραμμένος στο ρολόι σε μη εμφανές σημείο και στο πιστοποιητικό γνησιότητας του να ταυτοποιηθούν από έναν επαγγελματία που επιδιορθώνει ρολόγια ή από την ίδια την εταιρία κατασκευής τους. Η δήλωση της απώλειας ενός ρολογιού με βάση το μοναδικό αριθμό του είναι ο πιο συνηθισμένος τρόπος για να εντοπιστεί και να επιστραφεί στον νόμιμο ιδιοκτήτη του. Ανέφερε ότι ο παραπονούμενος δεν ανέφερε στο Δικαστήριο εάν είχε τα πιστοποιητικά των ρολογιών του και αν δήλωσε την απώλεια τους με βάση το μοναδικό αριθμό εγγραφής τους και όχι απλώς με τον αριθμό του μοντέλου τους. Εκείνη τη φορά κάθισε στο σαλόνι και ο παραπονούμενος έφερε ξανά το μπλε κουτί με τα ρολόγια. Αφού το άνοιξε ο παραπονούμενος τα έβγαλε έξω μπροστά από το κουτί και τα φωτογράφισε ο κατηγορούμενος με το κινητό του τηλέφωνο. Εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος φωτογράφισε γύρω στα 15 με 20 ρολόγια και τα έβαλαν πίσω στο κουτί. Τότε ο ίδιος ο παραπονούμενος έκλεισε το κουτί, το πήρε και έφυγε από το σαλόνι. Στη συνέχεια επέστρεψε και μαζί βγήκαν στην αυλή. Εκείνη την ημέρα είχε μαζί του δύο φορητά τηλέφωνα, διότι αυτό που χρησιμοποίησε συνήθως δεν βγάζει καλές φωτογραφίες και το είχε μαζί του μόνο για τηλεφωνήματα. Όταν βγήκαν στην αυλή διαπίστωσε ο κατηγορούμενος ότι μαζί του είχε μόνο το ένα από τα δύο τηλέφωνα και αυτός ήταν ο λόγος που γύρισαν και οι δύο στο σπίτι για να ψάξουν να το βρουν. Πήγαν απευθείας στο σαλόνι όπου κάθονταν και με το δεύτερο κινητό τηλέφωνο ο κατηγορούμενος κάλεσε το κινητό του το οποίο έψαχναν. Άκουσαν την κλήση του, το αναζήτησαν και τελικά βρέθηκε ανάμεσα στα μαξιλάρια του καναπέ στον οποίο κάθονταν. Τότε ο κατηγορούμενος πήρε το κινητό του και έφυγε. Για να μπει ο κατηγορούμενος στο σαλόνι από την αυλή, έπρεπε να περάσει από την κουζίνα, αλλά δεν θυμάται ο κατηγορούμενος αν πράγματι πάνω στο τραπέζι είχε αφήσει το κουτί με τα ρολόγια. Η φωτογράφιση πάντως έγινε στο σαλόνι και όχι στην κουζίνα του σπιτιού του παραπονούμενο. Παρόλο που ο κατηγορούμενος δεν έχει διατηρήσει τις φωτογραφίες, συμφωνεί ότι η συνολική αξία των ρολογιών που υπήρχαν στο κουτί ήταν εκ πρώτης όψεως περίπου 180 με 200 χιλιάδες Στερλίνες. Αν πράγματι το κουτί είχε δικό του κλειδί αναφέρει ο κατηγορούμενος, θα ανέμενε από έναν συλλέκτη ότι θα κλείδωνε το κουτί και θα φύλαγε το κλειδί κάπου αλλού και όχι να το αφήσει μέσα στο κουτί με τον τρόπο που έχει περιγράψει. Την ημέρα της φωτογράφισης των ρολογιών δεν είχε μαζί του τσάντα όπως την περιγράφει ο παραπονούμενος, διότι δεν συνηθίζει ο κατηγορούμενος να χρησιμοποιεί τσάντες ώμου, αναφέροντας επίσης ότι αν πράγματι είχε τσάντα μαζί του εκείνη την ημέρα θα έβαζε το δεύτερο κινητό τηλέφωνο που ανήκει στην κόρη του στην τσάντα και θα κρατούσε πάνω του το δικό του κινητό τηλέφωνο στο οποίο θα μπορούσε κάποιος να τον καλέσει. Κατά τις προηγούμενες επισκέψεις του κατηγορούμενου στο σπίτι του παραπονούμενουυ ο κατηγορούμενος είπε ότι μέσα στην αυλή του είχε μια βάρκα και ενδιαφέρθηκε να την αγοράσει. Ο παραπονούμενος του είπε ότι πράγματι έψαχνε αγοραστή και συμφώνησαν ότι θα την αγοράζει ο κατηγορούμενος έναντι του ποσού των € 15.000 . Τηλεφώνησέ στο τμήμα εμπορικής ναυτιλίας και ζήτησε να μάθει την διαδικασία για την αγορά και μεταβίβαση μικρού σκάφους όπως αυτό που είχε ο ο παραπονούμενος. Πέρασε από τα γραφεία τους και πήρε τα έγγραφα που υποδείχθηκαν και στις 10 Μαρτίου 2015 επισκέφθηκε το σπίτι του παραπονούμενου, όπου εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος πήγε ξανά στο σπίτι του παραπονούμενου για να οριστικοποιήσουν την αγορά του σκάφους. Μαζί του εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος είχε μία μπλε τσάντα στην οποία είχε τοποθετήσει εκτός από τα έγγραφα για την μεταβίβαση του σκάφους, την απόδειξη και το τιμολόγιο, ένα φάκελο με € 4000 σε μετρητά, τα οποία θα έδινε ως προκαταβολή για να παραλάβει το σκάφος. Όταν ο κατηγορούμενος έδωσε στον παραπονούμενο τα χρήματα, υπέγραψε την απόδειξη είσπραξης ημερομηνίας 10 Μαρτίου 2015, δηλαδή το τεκμήριο 6 για το ποσό των € 4000 και εξέδωσε ο κατηγορούμενος το τιμολόγιο ίδιας ημερομηνίας, δηλαδή τεκμήριο
  6. Ο παραπονούμενος του έδωσε αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής του σκάφους διότι όπως του ανέφερε είχε χάσει το πρωτότυπο. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι είναι ένα μορφωμένο άτομο που όπως είπε εργάστηκε για χρόνια στην θέση που ανέφερε και είχε οικονομικές γνώσεις σύμφωνα με την μαρτυρία του. Η δικαιολογία που δόθηκε στην μαρτυρία του παραπονούμενου, ότι δηλαδή είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο τα χρήματα και ότι αυτός του είπε θα πληρώσει αργότερα δεν ευσταθεί σύμφωνα με τον κατηγορούμενο. Επομένως σύμφωνα με την θέση του κατηγορουμένου, δεν θα μπορούσε να δώσει ο παραπονούμενος στον κατηγορούμενο απόδειξη είσπραξης και στη συνέχεια όλα τα άλλα έγγραφα χωρίς ο κατηγορούμενος να του δώσει προκαταβολικά το ποσό των € 4000 το οποίο συμφώνησαν. Επειδή ακριβώς ο κατηγορούμενος έδωσε στον παραπονούμενο την προκαταβολή των € 4000 υπέγραψε το τιμολόγιο - τεκμήριο 5, την απόδειξη είσπραξης - τεκμήριο 6, το πωλητήριο έγγραφο για την μεταβίβαση του σκάφους - τεκμήριο 8ε και δέχθηκε ο παραπονούμενος να του παραδώσει το σκάφος το οποίο κατά την αποχώρηση του από το σπίτι μετέφερε ο κατηγορούμενος κοτσάροντας το τρόλεϊ με το σκάφος στο αυτοκίνητό του. Η υπογραφή του παραπονούμενου στο τεκμήριο 8ε αναγνωρίζεται από τον ίδιο όπως φαίνεται στα πρακτικά σύμφωνα με τον κατηγορούμενο. Επίσης αν πράγματι δεν έπαιρνε τα χρήματα όπως του είχε υποσχεθεί, τότε αναρωτήθηκε ο κατηγορούμενος γιατί να προχωρούσε σε παραχώρηση συγκατάθεσης στην αστυνομικό που εξέδωσε πιστοποιητικό ιδιοκτησίας του σκάφους και στον πιστοποιούντα υπάλληλο για πιστοποίηση της υπογραφής του. Αν πράγματι ένιωθε ότι ξεγελάστηκε και επειδή δεν του έδωσε τα χρήματα, τότε αναρωτήθηκε γιατί συνέχισε να παρέχει την συγκατάθεση του για την ολοκλήρωση της πράξης. Ο ίδιος άλλωστε στην μαρτυρία του παραδέχεται ότι είχε εμπειρία από τραπεζικές εργασίες όπως παραπέμπει στα πρακτικά της διαδικασίας ο κατηγορούμενος. Στην συνέχεια κότσαρε το σκάφος στο αυτοκίνητο του ο κατηγορούμενος και τα μετέφερε στο σπίτι του. Τις υπόλοιπες € 11.000 θα της μετέφερε στο λογαριασμό του παραπονούμενου τον οποίο ο παραπονούμενος του έδωσε, αφού γινόταν η μεταβίβαση του σκάφους. Στις 11 Μαρτίου 2015 επισκέφθηκε την αστυνομική διεύθυνση Λεμεσού και ζήτησε μία βεβαίωση για απώλεια πιστοποιητικού εγγραφής σκάφους προκειμένου να κάνει την μεταβίβαση. Ο επί καθήκοντι αστυνομικός επικοινώνησε με τον παραπονούμενο ως εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη και του ανέφερε ότι προσήλθε για την βεβαίωση και ότι πρέπει να παρουσιαστεί ο ίδιος για να του εκδοθεί πιστοποιητικό απώλειες. Αυτός συμφώνησε ότι του πούλησε το σκάφος αλλά είπε στον αστυνομικό ότι ήταν ασθενής και αδυνατούσε να παρουσιαστεί. Έδωσε την συγκατάθεση του να εκδοθεί στον κατηγορούμενο βεβαίωση στο όνομα του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Η συγκεκριμένη αστυφύλακας εξέδωσε την βεβαίωση απώλειας πιστοποιητικού εγγραφής του επίδικου σκάφους, η οποία κατατέθηκε στο τμήμα εμπορικής ναυτιλίας για να γίνει η μεταβίβαση. Προηγουμένως ο κατηγορούμενος πήγε στο τμήμα εμπορικής ναυτιλίας και μίλησε με την ΜΚ 4, η οποία την παρέπεμψε σε πιστοποιούντα υπάλληλο για να πιστοποιήσει τις υπογραφές πάνω στο έγγραφο μεταβίβασης που του είχε υπογράψει ο παραπονούμενος την ημέρα που του είχε δώσει την απόδειξη είσπραξης και το τιμολόγιο. Η ίδια λειτουργός του υπέδειξε τον πιστοποιούντα υπάλληλο, δηλαδή τον ΜΚ 3, αφού της ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι δεν γνώρισε κάποιον πιστοποιούντα υπάλληλο τον οποίο επισκέφτηκε στο γραφείο του. Ο ίδιος αφού έλεγξε τα έγγραφα, διαπίστωσε ότι από το έγγραφο μεταβίβασης λείπει ο αριθμός διαβατηρίου του ΜΚ 2 και η ημερομηνία έκδοσης του και τηλεφώνησε στον ίδιο για να τους τα αναφέρει. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε τον αριθμό διαβατηρίου και ο ΜΚ 3 αφού είχε συνεννοηθεί και τηλεφωνικά με τον παραπονούμενο, τον οποίο πήρε στο τηλέφωνο, πιστοποίησε τις υπογραφές του ΜΚ 2 και του κατηγορούμενου. Επέστρεψε ο κατηγορούμενος στο τμήμα εμπορικής ναυτιλίας, όπου παρέδωσε τα έγγραφα. Ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι η αν πράγματι σκοπός του ήταν να γίνει η μεταβίβαση του σκάφους μετά τη μεταφορά του εμβάσματος του υπολοίπου € 11.000 στο λογαριασμό του παραπονούμενου, όπως αναφέρει στην μαρτυρία του ο παραπονούμενος, τότε γιατί έδωσε την συγκατάθεση σας για ολοκλήρωση της μεταβίβασης και έκδοση των απαραίτητων πιστοποιητικών γι' αυτό το σκοπό. Ουδέποτε ο παραπονούμενος του ζήτησε να του επιστρέψει τα έγγραφα της μεταβίβασης και δεν είναι αλήθεια ότι δεν γνωρίζει τη διαδικασία του να πουλήσει και να αγοράσει σκάφη όπως αναφέρει ο παραπονούμενος στην μαρτυρία του, αφού ίδιος είχε γράψει στο όνομα του το σκάφος από το 2002 και το ενέγραψε στο όνομά του από τότε και επιπρόσθετα φαίνεται ότι είχε στην ιδιοκτησία του και αλλά σκάφη . Στις 16 ή 17 Μαρτίου 2015 ο κατηγορούμενος για να ευχαριστήσει τον παραπονούμενο επειδή του πρόσφερε το σκάφος σε πολύ ελκυστική τιμή, πήγε στο σπίτι του και πήρε μαζί του ένα συλλεκτικό ρολόι για να του το δώσει ως δώρο. Όταν του το έδωσε, έδειξε να είναι ικανοποιημένος από αυτό και είναι με έκπληξη του ο κατηγορούμενος που άκουσε τον παραπονούμενο στο Δικαστήριο να λέει ότι το ρολόι ήταν ευτελούς αξίας. Αν έτσι είχαν τα πράγματα, διερωτάται ο κατηγορούμενος γιατί δεν του το είπε την ίδια ώρα ή γιατί δεν το έδειξε στην αστυνομία για να στηρίξει την άποψη του ότι το ρολόι ήταν ευτελούς αξίας, αφού ακόμα το έχει στην κατοχή του και το υπέδειξε στο Δικαστήριο. Μάλιστα, μόλις το πήρε στα χέρια του, πήγε και έφερε το μπλε κουτί για να το τοποθετήσουν μέσα. Εκείνη την ώρα, ο κατηγορούμενος είπε στον παραπονούμενο πράγματι ότι αυτό το ρολόι είναι συλλεκτικό και θα έπρεπε να μπει στο κουτί με τα άλλα ρολόγια. Εάν πράγματι ο κατηγορούμενος είχε ήδη κλέψει ρολόγια από το κουτί, δεν θα διακινδύνευε να του παρουσιάσει ξανά το ίδιο κουτί με υπαρκτό τον κίνδυνο να το ανοίξει και να δει ότι έλειπαν από αυτά ρολόγια. Άλλωστε, αν πράγματι ο κατηγορούμενος είχε αφαιρέσει από το κουτί πέντε ρολόγια, τότε θα μπορούσε να γίνει εύκολα αντιληπτό, διότι θα μειωνόταν αισθητά το βάρος του κουτιού και ο κάτω πάτος θα ήταν σε μεγάλο βαθμό άδειος. Ο παραπονούμενος άνοιξε το κουτί μπροστά του και ο κατηγορούμενος τοποθέτησε σε αυτό το ρολόι. Το έκλεισε ο παραπονούμενος ξανά και το πήρε για να το φυλάξει. Τότε ο κατηγορούμενος έφυγε από το σπίτι του παραπονούμενου. Το επεισόδιο αυτό δεν έγινε στις 10 Μαρτίου 2015, ημέρα κατά την οποία υπόγραψαν τα έγγραφα αγοράς του σκάφους όπως ισχυρίζεται ο παραπονούμενος. Στις 19 Μαρτίου 2015 του τηλεφώνησε ο παραπονούμενος για να τον ρωτήσει πότε θα του έδινε τις υπόλοιπες € 11.000 και τότε του είπε ότι θα του τα δώσει τον Απρίλιο. Μετά από αυτό, δηλαδή μετά από τρεις μέρες, ο παραπονούμενος έκανε καταγγελία στην αστυνομία, κατασχέθηκε το σκάφος και έτσι δεν έγινε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια εκ μέρους του κατηγορουμένου. Έχει ζημιωθεί το ποσό των € 4000, το οποίο κατέβαλε ως προκαταβολή, αλλά και το ποσό των € 900 για επισκευές και για να μην του επιστρέψει ο παραπονούμενος το ποσό αυτό, ισχυρίστηκε ότι υπέγραψε την απόδειξη είσπραξης χωρίς ο κατηγορούμενος να του δώσει τα χρήματα, ως η θέση του παραπονούμενου. Μετά την καταγγελία που καταχωρήσε ο παραπονούμενος εναντίον του κατηγορούμενου, συνελήφθηκε και τέθηκε υπό κράτηση για τρεις μέρες. Μετά την λήξη της περιόδου κρατήσεως του, μέσω τρίτου προσώπου ο κατηγορούμενος είχε επικοινωνία με τον δικηγόρο του παραπονούμενου, ο οποίος τον κάλεσε στο γραφείο του και του πρότεινε να παραιτηθεί από το ποσό των € 4000 που έλαβαν και σε αντάλλαγμα να αποσύρουν την ποινική υπόθεση εναντίον του. Τότε ο κατηγορούμενος είπε ότι είχε να παίρνει και € 900 για επισκευές που έγινε στο σκάφος, δηλαδή συνολικά € 4900 και τελικά τον ξανακάλεσε ο δικηγόρος του στο γραφείο του για να του υπογράψει την μεταβίβαση του σκάφους και να τον πληρώσει. Επειδή του ανέφερε ότι θα τον πληρώσει, υπέγραψε το τεκμήριο 26 στις 17 Απριλίου 2015 με το οποίο επέστρεφε το σκάφος στον παραπονούμενο. Όταν στις 20 Απριλίου 2015 τον κάλεσε για να παραλάβει τα χρήματα του, είπε ότι δεν θα του επέστρεφαν € 4900 αλλά μόνο € 900 και του έδειξε την επιταγή - τεκμήριο
  7. Ο ΜΚ 5 έπρεπε να παραλάβει την επιταγή των € 900, να του υπογράψει βεβαίωση την οποία ετοίμασε ο ίδιος - τεκμήριο 28 και να αποσύρει την καταγγελία από την αστυνομία εναντίον. Τότε ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και του ζήτησε να του επιστρέψει το έγγραφο που υπέγραψε στις 17 Απριλίου, το οποίο πράγματι του επέστρεψε και αποχώρησε. Τότε ο κατηγορούμενος όταν είδε ότι δεν θα του επέστρεφε € 4900 αλλά όταν είδε ότι του πρόσφερε μόνο τα € 900 δεν δέχτηκε ο κατηγορούμενος και απέρριψε την προσφορά τους. Εάν δεχόταν ο κατηγορούμενος εκείνη τη μέρα να πάρει μόνο € 900 θα απέσυρναν την καταγγελία τόσο για το σκάφος, όσο και για τα ρολόγια. Δεν είναι αλήθεια ότι παραδέχτηκε στο ΜΚ 5 ότι δεν έδωσε τις € 4000 στον παραπονούμενο. Μάλιστα για να γίνει πιστευτή η εκδοχή του καταχώρησε την αγωγή, στην οποία έχει κάνει αναφορά και ο ίδιος. Αρνείται τα όσα ανέφερε ο παραπονούμενος για το πρόβλημα υγείας της κόρης του και έκανε αναφορά ο κατηγορούμενος για την έκθεση σκίασης σε πόλη της Γερμανίας που γίνεται κάθε τρία χρόνια. Εκφράζει επίσης την άποψη ότι ο ΜΚ 5 δεν λέει την αλήθεια ως προς το τι συνέβη κατά τις επισκέψεις στο γραφείο του. Ολοκληρώνοντας την γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι ταλαιπωρήθηκε με αυτή την υπόθεση για την οποία τέθηκε υπό κράτηση και αυτό που θέλει ο κατηγορούμενος είναι να του επιστραφεί το σκάφος και να καταβάλει τις υπόλοιπες € 11.000, αν και λόγω της αχρησίας για τόσο καιρό η αξία του πρέπει να έχει μειωθεί αισθητά. Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης του αναφέρθηκε στην επίσκεψη της έκθεσης σκίασης που έχει παρευρεθεί που έχει κάνει αναφορά στην γραπτή του δήλωση, καταθέτοντας ως τεκμήριο σχετικό το τεκμήριο
  8. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι η γραπτή του δήλωση, δηλαδή το τεκμήριο 30, έγινε στην βάσει των καταθέσεων του. Αναφέρθηκε επίσης στο ότι ανέφερε στον παραπονούμενο για την έκθεση που θα παρευρίσκετο ο ίδιος στη Γερμανία, στην επίσκεψη του στην αστυνομική διεύθυνση Λεμεσού λόγω της απώλειας του τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου σκάφους από τον παραπονούμενο και ειδικότερα τι λέχθηκε εκεί και ίδιος ως προς την τηλεφωνική επικοινωνία της αστυνομικού προς τον παραπονούμενο για να επιβεβαιώσει την απώλεια του πρωτότυπου τίτλου ιδιοκτησίας. Αναφέρθηκε επίσης και στην μετάβαση τους στο τμήμα εμπορικής ναυτιλίας για να πληροφορηθεί για την διαδικασία και να παραλάβει τα έγγραφα που χρειάζονται για να μεταβιβαστεί το επίδικο σκάφος. Του υποβλήθηκε η θέση ότι ο παραπονούμενος δεν του έδωσε την εξουσία να προβεί σε οποιαδήποτε μεταβίβαση στην απουσία του, αλλά του είπε μόνο ενδεχομένως, εφόσον ο ίδιος λόγω ηλικίας και ασθένειας της συζύγου του να συλλέξει όλα τα έγγραφα και να είναι έτοιμοι να προχωρήσουν και οι δύο στην μεταβίβαση και σε αυτή τη θέση ο κατηγορούμενος απάντησε αρνητικά, λέγοντας ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος τον έστειλε να προβεί σε όλη αυτή τη διαδικασία. Του υποβλήθηκε η θέση ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος δεν είχε πληροφορηθεί ότι με τα έγγραφα που θα έπαιρνε ο κατηγορούμενος θα πήγαινε μόνος του στο να γίνει μεταβίβαση και ο κατηγορούμενος αυτή τη θέση απάντησε αρνητικά και στην αστυνομική διεύθυνση Λεμεσού δέχτηκαν την θέση του και για να το δεχθούν έκαναν και το σχετικό τηλεφώνημα στον παραπονούμενο. Ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι η χρήση του τίτλου ήταν απαραίτητος για να μεταβιβαστεί το σκάφος, το οποίο δεν χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια από τον παραπονούμενο. Αναφέρθηκε επίσης και στην ασχολία του ίδιου με τα ρολόγια, καθώς επίσης και για τις συνθήκες από τις οποίες γνώρισαν παραπονούμενο και για συγκεκριμένες ημερομηνίες, τις οποίες έχει διορθώσει, δίνοντας συγκεκριμένες διευκρινίσεις και εξηγήσεις. Για να αντικρούσει την υποβληθείσα θέση ότι καταχράστηκε την εμπιστοσύνη του παραπονούμενου, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο παραπονούμενος είναι σκληρός και δύσκολος άνθρωπος, μορφωμένος και δεν εμπιστεύεται εύκολα. Επανέλαβε την θέση του ότι χρειάζεται η βεβαίωση απώλειας του πρωτότυπου τίτλου ιδιοκτησίας για να εκδοθεί νέος και για να γίνει η μεταβίβαση και αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω οποίες είχε παραλάβει το επίδικο σκάφος και τον τίτλο ιδιοκτησίας, αρνούμενος υποβληθείσα θεση ότι είχε επισπεύσει την διαδικασία και έχει δείξει εγρήγορση στο να παραλάβει τον τίτλο ιδιοκτησίας λόγω του δόλου του κατηγορουμένου και του δόλιου τεχνάσματος για να αποσπάσει από τον παραπονούμενο το επίδικο σκάφος. Αναφέρθηκε επίσης και στις επιδιορθώσεις που προέβηκε και που ήταν συνολικής αξίας €
  9. Αναφέρθηκε επίσης στην συνθήκες κάτω από τις οποίες μετέβηκε στο τμήμα εμπορικής ναυτιλίας για να γίνει μεταβίβαση του σκάφους και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι δεν έχει υποβληθεί σε έξοδα για την επισκευή του επίδικου σκάφους. Επανέλαβε την θέση του ότι έδωσε το ποσό των € 4000 σε προκαταβολή και ότι συνηθίζει να έχει χρήματα σε διάφορα σημεία του σπιτιού του και αυτό για να αντικρούσει τις θέσεις της κατηγορούσας αρχής ότι δεν έχει δώσει αυτό το ποσό και ότι είναι αδύνατον να έχει τόσα πολλά χρήματα στην κατοχή του ο κατηγορούμενος. Επίσης αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω η οποία συντάχθηκαν το τιμολόγιο πώλησης του επίδικου σκάφους και η απόδειξη είσπραξης για την προκαταβολή που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι έδωσε στον παραπονούμενο, τονίζοντας ο κατηγορούμενος ότι όλα έγιναν νομότυπα και αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ότι αφότου ο κατηγορούμενος είχε υπογράψει τα σχετικά έγγραφα, εξαπατώντας ο κατηγορούμενος τον παραπονούμενο και πριν του δώσει τα χρήματα, δηλαδή τις € 4000 σαν προκαταβολή, ότι ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν είχε μαζί τα χρήματα και ότι θα έβαζε όλο το ποσό των € 15.000 τις επόμενες μέρες σε λογαριασμό του και για αυτό ο παραπονούμενος του έδωσε το λογαριασμό του, επαναλαμβάνοντας ο κατηγορούμενος τις ίδιες του θέσεις και ότι είναι παράλογο κάποιος να αποδεχθεί να μην πάρει οποιοδήποτε ποσό, πόσο μάλλον έμπειρος και έξυπνος όπως είναι παραπονούμενος και να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα. Περιέγραψε επίσης τον χώρο του σπιτιού του παραπονούμενου και ιδίως τον χώρο που κατά της εκεί επίσκεψης του ανοίχθηκαν το κουτί με τα ρολόγια κατά διάρκεια των επισκέψεων, που ως επί το πλείστον επικεντρώθηκαν σε τρεις επισκέψεις. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ήταν ο ίδιος που προσφέρθηκε να γίνει μία εκτίμηση των ρολογιών, λέγοντας ότι είναι ο ίδιος ο παραπονούμενος που ενδιαφέρθηκε για αυτό. Επίσης έκανε αναφορά για το πως ήταν διαμορφωμένο το κουτί και το κλειδί αυτού του κουτιού, λέγοντας ότι υπήρχε ένα κλειδί, αλλά αυτό ήταν μέσα στο κουτί όταν ο παραπονούμενος το ξεκλείδωνε. Εξήγησε ότι είχε στην κατοχή του δυο τηλέφωνα και ο κύριος λόγος είναι διότι το πρώτο τηλέφωνο δεν βγάζει καλές φωτογραφίες και το δεύτερο τηλέφωνο είναι το τηλέφωνο της κόρης του. Μετά που ο κατηγορούμενος φωτογράφισε τα ρολόγια, τότε ο παραπονούμενος μετέφερε σε χώρο που δεν γνωρίζει και ούτε επιχείρησε ο κατηγορούμενος να δει. Αναφέρθηκε στην συνθήκες κάτω από τις οποίες ανευρέθηκε το δεύτερο κινητό τηλέφωνο, λέγοντας ότι αυτό έχει ανευρέθη σφηνωμένο στο μαξιλάρι στο μέρος όπου καθόταν, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι έχει παραμείνει για λίγο χρονικό διάστημα ανεπιτήρητος και ότι σε εκείνο το χρονικό διάστημα βρήκε την ευκαιρία να κλέψει τα ρολόγια. Ως προς την ημέρα αποπληρωμής του υπολοίπου ποσού του τιμήματος για την αγορά του επίδικου σκάφους, ανέφερε ότι ο παραπονούμενος αρχικά ήταν αρκετά άνετος, ενώ αργότερα ο παραπονούμενος, ίσως κάποιος να του ανέφερε οτιδήποτε και να αλλάξει γνώμη και όταν ο παραπονούμενος του απέδωσε την κλοπή των ρολογιώ,ν ο κατηγορούμενος σοκαρίστηκε και επέμενε ο κατηγορούμενος στην θέση του ότι ήθελε να αγοράσει τη βάρκα και για αυτό έχει προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για να μεταβιβαστεί αυτό επ΄ ονόματι του και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι είχε επισπεύσει την διαδικασία και να μεταβιβαστεί στο όνομα του με δόλιο τέχνασμα όταν δέχτηκε το τηλεφώνημα από τον παραπονούμενο και του επέρριψε την ευθύνη για την κλοπή των ρολογιών. Επίσης αναφέρθηκε στο ότι έχει λάβει χώρα ενώπιον του πιστοποιούντα υπαλλήλου, δηλαδή του ΜΚ 3 αναφορικά με την πιστοποίηση της υπογραφής τόσο του κατηγορουμένου, όσο και του παραπονούμενου και όταν ερωτήθηκε γιατί έπεισε τον ΜΚ 3 να πιστοποιήσει στην απουσία του παραπονούμενου, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν έπεισε κανέναν, διότι ο ΜΚ 3 έχει πάρει ο ίδιος τηλέφωνο τον ΜΚ 3 για να τον ρωτήσει κατά πόσο είναι έγκυρη αυτή η υπογραφή και το έντυπο και μάλιστα δεν ήταν συμπληρωμένη με τις λεπτομέρειες, όπως είναι ο αριθμός διαβατηρίου, τονίζοντας το γεγονός ότι ο παραπονούμενος γνώριζε από την αρχή ότι θα γινόταν η αγορά του σκάφους και μάλιστα προέβηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος σε όλες τις διαδικασίες, αφού ο παραπονούμενος δεν πήγαινε λόγω της ασθένειας της συζύγου του Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι παραπλάνησε τον ΜΚ 3, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι εκμεταλλεύτηκε το πρόβλημα υγείας της συζύγου του παραπονούμενου και με δόλιο τρόπο προχώρησε στην εξασφάλιση πιστοποιητικού και χωρίς τη συναίνεση του παραπονούμενου προχώρησε στην μεταβίβαση και εγγραφή επ΄ ονόματι του του σκάφους χωρίς να τον εξοφλήσει και χωρίς να του δώσει κάποιος προκαταβολή. Επίσης χαρακτήρισε την εμπειρία που παρέμεινε υπό κράτηση επώδυνη και κατατέθηκε επίσης ως τεκμήριο 32 το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου. Επίσης αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο τι έχει λάβει χώρα στο δικηγορικό γραφείο του ΜΚ 5, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες θέσεις και κυρίως τον πυρήνα των όσων έχει αναφέρει επί αυτού του θέματος στην γραπτή του δήλωση και εμμένοντας στην θέση του ότι δεν είχε παραδεχθεί στο ΜΚ 5 ότι έχει εξαπατήσει τον ΜΚ 2 και ότι δεν έδωσε την προκαταβολή, αποδίδοντας στο ΜΚ 5 αλλότρια κίνητρα. Ως προς τον μάρτυρα αυτό, το Δικαστήριο χωρίς κανέναν ενδοιασμό, αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη, όχι μόνο επειδή δεν έχει αντεξεταστεί, αλλά και επειδή το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο είτε κατά την δια ζώσης μαρτυρία του κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ως επίσης και το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του μάρτυρα ως ανακριτή και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει την έλλειψη αντικειμενικότητας, ανεξαρτησίας και αμεροληψίας αυτού του μάρτυρα υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε παράγοντα της δίκης. Ο μάρτυρας παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα τα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και κατ΄ επέκταση το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη. Όσον αφορά τον παραπονούμενο, δηλαδή το ΜΚ 2, το Δικαστήριο κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης τον έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη επαυξημένη προσοχή, λόγω ακριβώς της ιδιότητας του, διότι σε μεγάλο βαθμό, όχι βέβαια αποκλειστικά, εξαρτάται η έκβαση της παρούσας υποθέσεως. Αναμφίβολα ο παραπονούμενος, αλλά και ο κατηγορούμενος είναι και οι δύο έξυπνοι άνθρωποι και τους έχει παρακολουθήσει το Δικαστήριο κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με ιδιαίτερη προσοχή και παρατηρητικότητα, ακριβώς λόγω του ότι ήταν οι πρωταγωνιστές των όσων έχουν λάβει χώρα κυρίως στην οικία του παραπονούμενου. Για τους λόγους που το Δικαστήριο θα προσπαθήσει να εξηγήσει, η λογική είναι ένας από τους πολύ σημαντικούς παράγοντες που επέδρασαν δραστικά στην κρίση του Δικαστηρίου για να διαμορφώσει άποψη για το τι πραγματικά έγινε στα αμφισβητούμενα γεγονότα, σε συνδυασμό βέβαια πάντα με τα έγγραφα που κατέβηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και στην παραδεκτή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και στο κοινό υπόβαθρο των δύο πλευρώ,ν στην έκταση που αυτό αφορούσε σημαντικές πτυχές της παρούσας υποθέσεως. Όσον αφορά την κατηγορία της κλοπής των ρολογιών το δικαστήριο έχει εντοπίσει συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία δεν συνάδουν με την λογική και δεν βοηθούν την εκδοχή που παρουσιάζει ο παραπονούμενος. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί από την αναφορά του παραπονούμενου ότι εκπλάγηκε από την αναφορά του κατηγορουμένου ότι του ζήτησε την δεύτερη φορά που επισκέφτηκε το σπίτι του (και κατά την οποία ο παραπονούμενος αποδίδει στον κατηγορούμενο την κλοπή των ρολογιών) να φωτογραφίσει τα ρολόγια του για να προβεί σε μια εκτίμηση, διότι ο ίδιος ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ήξερε την αξία των ρολογιών, διότι γνωρίζει ο παραπονούμενος τη νέα τιμή και ότι μπορεί να πάρει καλές εκτιμήσεις από το διαδίκτυο για διάφορες κατηγορίες ρολογιών και συλλεκτικά και εδώ είναι που δημιουργείται το εύλογο ερώτημα: Γιατί να αφήσει ο παραπονούμενος τον κατηγορούμενο να φωτογραφίσει τα ρολόγια του για να προβεί ο ίδιος σε εκτίμηση και μέσω άλλων γνωστών του από τη στιγμή που ίδιος ήξερε, δηλαδή ο παραπονούμενος την αξία αυτών; Η αναφορά του παραπονούμενου ότι έχει εκπλαγεί, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι τέθηκε σε μια προσπάθειά του να δημιουργήσει εντυπώσεις ευνοϊκές προς το πρόσωπό του, δηλαδή ως ένα θύμα της παρούσας υποθέσεως από τον κρυψήνου κατηγορούμενο, όπως ήθελε να τον παρουσιάσει. Κρίνεται παντελώς άστοχη η αναφορά του παραπονούμενου όπως φαίνεται στην σελίδα 10 τον στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 11 Μαρτίου 2020 ότι ο κατηγορούμενος δεν του ανέφερε τον λόγο που ήθελε να φωτογραφίσει και να εκτιμήσει τα ρολόγια, διότι είναι πραγματικά απορίας άξιο, ένας σχετικά άγνωστος προς τον ίδιο, να μην του αναφέρει τον λόγο που ήθελε να φωτογραφίσει και να εκτιμήσει τα ρολόγια και μάλιστα να μην αναρωτιέται ο ίδιος ο παραπονούμενος γιατί να προβεί σε αυτή την εκτίμηση ο κατηγορούμενος αυτοβούλως. Συνεπώς, αποτελεί πιο λογική και πειστική η εξήγηση του κατηγορουμένου που συνάδει με τους κανόνες της κοινής λογικής, δηλαδή ο ίδιος ο ιδιοκτήτης των ρολογιών να ενδιαφέρεται να μάθει για την αξία αυτών των ρολογιών από κάποιον που γνωρίζει και που αποτελεί κοινό υπόβαθρο ότι και οι δύο γνωρίζουν από ρολόγια και συνεπώς το πιο λογικό είναι ο ίδιος ο ιδιοκτήτης και συγκεκριμένα ο παραπονούμενος να προβαίνει σε πρωτοβουλία και να αναζητά βοήθεια για να εκτιμηθούν τα ρολόγια του, έχοντας υπόψη ότι δεν έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να καταδεικνύει την αξία αυτών των ρολογιών, πέραν του γεγονότος βέβαια ότι και οι δύο πλευρές από την φαίνεται συμφωνούν σε αρκετά μεγάλο βαθμό ότι τα ρολόγια του παραπονούμενου ήταν αξίας. Η αναφορά του παραπονούμενου ότι ουσιαστικά ο κατηγορούμενος για εκείνο το περιορισμένο χρονικό διάστημα περίπου των 20 με 30 δευτερολέπτων παρέμεινε ανεπιτήρητος ο κατηγορούμενος και βρήκε την ευκαιρία ο κατηγορούμενος να κλέψει τα ρολόγια που αναφέρονται λεπτομερώς στις λεπτομέρειες του αδικήματος δεν έπεισε το Δικαστήριο για τους λόγους που το Δικαστήριο θα προσπαθήσει να εξηγήσει. Συγκεκριμένα, όπως φαίνεται και στην σελίδα 11 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 11 Μαρτίου 2020, ο παραπονούμενος προσπάθησε να εμπλουτίσει εκείνη τη σκηνή με νέους ισχυρισμούς και λεγόμενα που δεν αναφέρονται στην κατάθεσή του και συγκεκριμένα δεν συνάδει με την κοινή λογική ο κατηγορούμενος να μην βρίσκει το κινητό του τηλέφωνο και να λέει ότι δεν πειράζει και ότι θα φύγει. Αυτή η αναφορά του παραπονούμενου δεν συνάδει με τη λογική, διότι το λογικό επιτάσσει όπως ο κατηγορούμενος και οποιοσδήποτε προς στιγμή απωλέσει την οπτική επαφή με το κινητό του, το πιο εύκολο που θα μπορούσε να γίνει είναι να καλέσει τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου είτε από το τηλέφωνο του παραπονούμενου, είτε από το δεύτερο τηλέφωνο του κατηγορουμένου που είχε και να βρεθεί και δεν είναι λογικό ο οποιοσδήποτε να αφήνει στο σπίτι που επισκέφτηκε το κινητό τηλέφωνο και να φεύγει χωρίς να το βρει και συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η αναφορά του παραπονούμενου τέθηκε σε μια προσπάθεια να σχηματίσει την εικόνα του κατηγορουμένου ότι ήθελε να απεμπλακεί γρήγορα από την επίδικη σκηνή λόγω της ισχυριζόμενης κλοπής των ρολογιών. Συνεπώς, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι είναι πιο λογική η αναφορά του κατηγορουμένου ότι μαζί τόσο παραπονούμενος, τόσο ο κατηγορούμενος ήταν μαζί σε όλη τη διάρκεια και μαζί έψαξαν και βρήκαν το κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου, όπου συμφωνούν και οι δύο πλευρές ότι ήταν σφηνωμένο στις μαξιλάρες στον τόπο που καθόταν και είναι αναμενόμενο το κινητό να βρισκόταν εκεί στο χώρο που καθόταν ο κατηγορούμενος. Η αναφορά του παραπονούμενου ότι ο λόγος που πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε στην κίνηση να του δωρίσει το ρολόι στην τρίτη επίσκεψη στο σπίτι του, δηλαδή ότι ήταν για να φανεί ότι ανοίγει το κουτί και ως κλέφτης θα πάει πίσω στη σκηνή του εγκλήματος και να δείξει ότι είναι ένας αθώος δεν πείθει το Δικαστήριο, διότι δεν είναι λογικό κάποιος που κλέβει αντικείμενα αξίας να επιστρέφει μια άλλη φορά και να ζητά από τον παραπονούμενο να του φέρει το κουτί και να ανοίξει αυτό και να του τοποθετήσει μέσα το ρολόι που του χάρισε με κίνδυνο να διαπιστωθεί εύκολα η κλοπή, βγάζοντας τον πάνω πάτο για να αποκαλυφθεί έτσι η απώλεια των ρολογιών, διότι από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος του παρέδιδε ένα συλλεκτικό ρολόι θα ήταν αναμενόμενο ο παραπονούμενος να το τοποθετήσει στον κάτω πάτο που ήταν και τα ρολόγια αξίας και έτσι θα διαπιστωνόταν η κλοπή. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ακόμα και το πιο απίθανο μπορεί να είναι πιθανό, δηλαδή κάποιος να ενορχηστρώσει αυτή τη σκηνή ακριβώς για να θολώσει τα νερά, όμως στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί ότι ο κατηγορούμενος έχει ενορχηστρώσει αυτήν την τρίτη επίσκεψη για να δωρίσει ένα δώρο στον παραπονούμενο που αυτή η δωρεά δεν αμφισβητήθηκε, παρά μόνο η αξία του ρολογιού και ο λόγος που το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί, είναι διότι μέσα από όλη την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνεργάστηκαν ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος, το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί για την εκδοχή του παραπονούμενου στα αμφισβητούμενα γεγονότα. Η προσπάθεια του παραπονούμενου να αποδώσει στον κατηγορούμενο την εικόνα του κρυψίνου, είναι και η αναφορά του ότι ο κατηγορούμενος επιδεικτικά τοποθέτησε το ρολόι στο κουτί που ο κατηγορούμενος χάρισε στον παραπονούμενο και αυτό λέχθηκε από τον παραπονούμενο σε μια προσπάθεια του να αμαυρώσει την εικόνα του κατηγορουμένου. Σε αυτό το σημείο κρίνεται πιο πειστική τη αναφορά του κατηγορουμένου ότι δώρισε αυτό το ρολόι σε ένδειξη εκτίμησης επί του ότι ο παραπονούμενος του έκανε πολύ λογική τιμή, διότι σε αυτό το σημείο συμφωνούν και οι δύο πλευρές, αφού και ο ίδιος ο παραπονούμενος ανέφερε ότι μετά την επίδικη συναλλαγή προσφέρθηκε στον ίδιο ποσό διπλάσιο από αυτό που συμφώνησε με τον κατηγορούμενο, δηλαδή το ποσό των € 30.
  10. Επί αυτού του σημείου αρχίζουν και πυκνώνουν τα νέφη αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιοπιστία του παραπονούμενου και τα κίνητρα του, διότι για τους λόγους που για το Δικαστήριο θα προσπαθήσει να εξηγήσει, διαφαίνεται ότι ο παραπονούμενος από ένα σημείο και μετά μετάνιωσε για την επίδικη συναλλαγή του σκάφους, βλέποντας ότι θα μπορούσε να αποκτήσει περισσότερα χρήματα αν ακύρωνε την επίδικη συναλλαγή με τον κατηγορούμενο και επί αυτού του λόγου προέβηκε στην επίδικη καταγγελία, προσπαθώντας ακόμα να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή του ακόμα και επί μαρτυρίας που δεν έχει αμφισβητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και ακόμα και επί εγγράφων που ο ίδιος ο παραπονούμενος υπέγραψε. Συγκεκριμένα, ο παραπονούμενος τόσο στις καταθέσεις του, όσο και στην διά ζώσης του μαρτυρία, ανέφερε ότι κανένας πιστοποιών υπάλληλος του τηλεφώνησε για την επίδικη συναλλαγή με το σκάφος, ενώ επί αυτού του θέματος η ίδια η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε αντίθετη μαρτυρία που αποδομεί αυτήν την εκδοχή του παραπονούμενου και συγκεκριμένα μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ 3, η οποία μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε από καμιά πλευρά, διότι η πλευρά της υπεράσπισης ούτε καν τον αντεξέτασε και ανέφερε ο ΜΚ 3 ότι τηλεφώνησε στον παραπονούμενο και ο όποιος παραπονούμενος του είχε επιβεβαιώσει την πρόθεση του να μεταβιβάσει το επίδικο σκάφος και συνέλεξε συγκεκριμένα στοιχεία ο ΜΚ 3 από τον παραπονούμενο, όπως είναι ο αριθμός διαβατηρίου του και η ημερομηνία έκδοσης του διαβατηρίου του. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η αντίθετη αναφορά του παραπονούμενου με την αναφορά του ΜΚ 3, δηλαδή μαρτυρία που η ίδια η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε και που δεν έχει αμφισβητηθεί, κρίνεται από το Δικαστήριο ως μία προσπάθεια του παραπονούμενου να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ένα θύμα και ότι δεν είχε ουσιαστικά πρόθεση να μεταβιβάσει το επίδικο σκάφος μέχρι την πλήρη αποπληρωμή του τιμήματος της αγοράς του επίδικου σκάφους και ότι ουσιαστικά εξαπατήθηκε με δόλιο τέχνασμα από τον κατηγορούμενο, ενώ κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τη λογική, διότι εάν πράγματι ένιωθε ο παραπονούμενος ότι εξαπατήθηκε κια ότι ανέμενε την πλήρη εξόφληση για να μεταβιβαστεί το σκάφος, το λογικό θα ήταν να μην έδινε την συγκατάθεση του να προχωρήσει η όλη διαδικασία και να μην επιβεβαιώνει αυτή του την πρόθεση να μεταβιβαστεί το επίδικο σκάφος όχι μόνο στο ΜΚ 3, αλλά και στην αστυνομικό που του τηλεφώνησε και που επιβεβαίωσε την απώλεια του πρωτότυπου τίτλου ιδιοκτησίας του σκάφους του. Συγκεκριμένα, αυτό προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία μέσα από τον συνδυασμό του περιεχομένου των τεκμηρίων 8θ και 8ι που καταδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο παραπονούμενος έχασε τον πρωτότυπο τίτλο ιδιοκτησίας και επειδή ήταν απαραίτητη η μεταβίβαση του επίδικου σκάφους και για να γίνει η μεταβίβαση, χρειαζόταν προηγουμένως να δοθεί βεβαίωση από την αστυνομία ότι έχει απωλεστεί το πρωτότυπο του τίτλου ιδιοκτησίας και επί αυτού του θέματος κρίνεται πιο λογική και πειστική η αναφορά του κατηγορουμένου που σε αυτό το σημείο επιβεβαιώνεται και μέσα από την μαρτυρία της ΜΚ 4, η οποία επίσης μάρτυρας προσκομίστηκε από την ίδια την κατηγορούσα αρχή και που η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε, αφού δεν αντεξετάστηκε και που καταδεικνύεται η αναγκαιότητα ύπαρξης αυτής της βεβαίωσης απώλειας του πρωτότυπου τίτλου ιδιοκτησίας για να προχωρήσει η μεταβίβαση του επίδικου σκάφους. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι καμία απάντηση δεν έγινε από τον παραπονούμενο, διότι δεν θα έδινε την συγκατάθεση του να προχωρήσει η μεταβίβαση του επίδικου σκάφους. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι ουσιαστικά ξεγελάστηκε από τον κατηγορούμενο με το να τον παρασύρει και να υπογράψει και να αποδεχθεί την απόδειξη είσπραξης για το ποσό των € 4000, δηλαδή το τεκμήριο 6, ουδόλως έπεισε το Δικαστήριο, διότι το Δικαστήριο αισθάνεται περισσότερη ασφάλεια να στηριχθεί στο περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία μιλούν από μόνα τους και σε αντίθετη περίπτωση θα δημιουργείτο έντονα η ανασφάλεια δικαίου και ανασφάλειας στις συναλλαγές όταν κάποιος υστερόβουλα ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε το ποσό αυτό, σε αντίθεση δηλαδή με ότι αναγράφει η σχετική απόδειξη είσπραξης. Οι αποδείξεις είσπραξης έχουν ένα πολύ σημαντικό ρόλο και σκοπό στις συναλλαγές, ακριβώς για να καταδεικνύεται η καλή πίστη και να μην αμφισβητούνται γεγονότα και επί αυτού του σημείου το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6 είναι αληθές, διότι σε αντίθετη περίπτωση θα δημιουργείτο η πιο πάνω ανασφάλεια. Ασφαλώς δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι αποτελεί κοινό υπόβαθρο ότι ο παραπονούμενος έδωσε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό στον κατηγορούμενο που ο παραπονούμενος διατηρεί στις ΗΠΑ για να καταβληθεί το τίμημα της αγοροπωλησίας και να παραμένει υπό αμφισβήτηση το κατά πόσο δόθηκε ή οχι η προκαταβολή. Όμως το Δικαστήριο αισθάνεται την ασφάλεια να στηριχθεί στα όσα αναγράφονται στα έγγραφα και συγκεκριμένα στο τεκμήριο 6, σε συνδυασμό πάντα με το τεκμήριο
  11. Ουδόλως έπεισε το Δικαστήριο η αναφορά του παραπονούμενου και η προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι η μεταβίβαση θα γινόταν με την πλήρη εξόφληση, διότι αυτό δε συνάδει με τη λογική, διότι αποτελεί κοινό υπόβαθρο ότι στις 10 Μαρτίου 2015 ο κατηγορούμενος έλαβε στην κατοχή του το επίδικο σκάφος και δεν συνάδει με τη λογική ένας άνθρωπος μορφωμένος και έξυπνος όπως είναι ο παραπονούμενος να συγκατατίθεται στην παράδοση του σκάφους, να λαμβάνει μία απόδειξη πληρωμής για το ποσό της τεσσάρων χιλιάδων ευρώ ως προκαταβολή και να αναφέρει ότι η μεταβίβαση θα γινόταν με την πλήρη αποπληρωμή του τιμήματος. Αυτό βεβαίως έρχεται και σε πλήρη αντίθεση με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8ε και η αναφορά επομένως του παραπονούμενου ότι δνε γνωρίζει τις διαδικασίες δεν πείθει το Δικαστήριο, διότι διαφαίνεται και αποτελεί κοινό υπόβαθρο ότι ο παραπονούμενος ήταν ιδιοκτήτης ακόμα ενός σκάφους και γνώριζε την διαδικασία απόκτησης και μεταβίβασης ενός σκάφους, όπως φαίνεται και από το τεκμήριο 8ι ο κατηγορούμενος ήταν ήδη ιδιοκτήτης σκάφους πολλά χρόνια πριν. Με απόλυτη κατανόηση, σεβασμό και συμπάθεια του Δικαστηρίου προς την δοκιμασία που πέρασε ο παραπονούμενος με την σύζυγό του με τη νόσο του αλτσχάιμερ και που δυστυχώς απεβίωσε, παρόλα αυτά το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την μαρτυρία του παραπονούμενου ότι ουσιαστικά στην παρούσα υπόθεση έκανε ένα λάθος από τα πολλά που έκανε εκείνη την περίοδο λόγω της ασθένειας της συζύγου του, διότι το Δικαστήριο με βάση την αξιολόγηση που έγινε πιο πάνω, αλλά και που ακολουθεί, το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί ότι η κατά τα άλλα πολύ κατανοητή ανθρώπινη δοκιμασία που περνούσε ο παραπονούμενος τον έχει επηρεάσει στο να εκτελεί ορθες και σοφές αποφάσεις. Η αναφορά του παραπονούμενου ότι κατά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί του και με την οποία ο παραπονούμενος επέρριψε στον κατηγορούμενο την κλοπή των ρολογιών και ότι ο κατηγορούμενος δεν του ανέφερε οτιδήποτε ότι το σκάφος είχε ήδη μεταβιβαστεί στο όνομα του δεν πείθει το Δικαστήριο, διότι ακριβώς λόγω της πιο πάνω αξιολόγησης που έγινε, σε συνδυασμό δηλαδή με το τεκμήριο 8ε που μιλά από μόνο του και που ουσιαστικά πωλείται το επίδικο σκάφος από τον ίδιο τον κατηγορούμενο και σε συνδυασμό βέβαια με τα τεκμήρια 5 και 6 που είναι τιμολόγιο πώλησης του επίδικου σκάφους και απόδειξη είσπραξης προκαταβολής για το επίδικο σκάφος, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι αυτοί οι ισχυρισμοί είναι υστερόβουλοι και έρχονται σε αντίθεση με τα τεκμήρια που ο ίδιος ο παραπονούμενος αναγνώρισε την υπογραφή του σε αυτά και συνεπώς αυτά που ανέφερε στις σελίδες 2 και 3 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 9 Ιουνίου 2020 κρίνονται από το Δικαστήριο ως υστερόβουλα και τέθηκαν σε μια προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι έπεσε θύμα απάτης και πλεκτάνης με δόλιο τέχνασμα από τον κατηγορούμενο, ενώ το περιεχόμενο των πιο πάνω τεκμηρίων και οι κανόνες της λογικής επιτάσσουν ως μόνο λογικό συμπέρασμα ότι και οι δύο πλευρές συμφώνησαν να πωληθεί το επίδικο σκάφος από τον παραπονούμενο στον κατηγορούμενο για το ποσό των € 15.000 και ότι στις 10 Μαρτίου 2015 δόθηκε η προκαταβολή των € 4000 και δόθηκε η κατοχή του σκάφους στον κατηγορούμενο, ο οποίος προέβη σε όλες τις δέουσες ενέργειες για να μεταβιβαστεί το επίδικο σκάφος επ΄ ονόματι του, όπως και έγινε, χωρίς να διαπιστωθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο, το παράνομο ή το παράτυπο. Οι απαντήσεις του παραπονουμένου δεν έπεισαν αναφορικά με το ζήτημα της ισχυριζόμενης έκπληξης στον παραπονούμενο να φωτογραφίσει και να εκτιμήσει τα λόγια του, διότι σε καίριες ερωτήσεις, δηλαδή κατά πόσο έχει δείξει την έκπληξη του στον κατηγορούμενο, απάντησε ότι δεν ξέρει και ότι δεν σκέφτηκε κάτι ιδιαίτερο και ότι απλά διερωτήθηκε γιατί να τα εκτιμήσει, όπως φαίνεται και στη σελίδα 9 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνία 9 Ιουνίου 2020, διότι οι κανόνες της κοινής λογικής επιτάσσουν όπως ερωτήσει ο ιδιοκτήτης των ρολογιών για ποιο λόγο ένας κατά τα υπόλοιπα ξένος να θέλει να φωτογραφίσει και να εκτιμήσει τα ρολόγια του, διότι όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το λογικό και αναμενόμενο είναι ο ιδιοκτήτης να θέλει να γνωρίζει την αξία αυτών των ρολογιών, παρόλο που επί αυτού του θέματος έχει γίνει ειδική αξιολόγηση πιο πάνω και ως προς την γνώση του παραπονούμενου για την αξία αυτών. Η προσπάθεια του παραπονούμενου να πείσει ότι ο κατηγορούμενος κατά την δεύτερη επίσκεψη του στο σπίτι του όταν προέβηκε στην φωτογράφιση των ρολογιών και σε κάποιο χρονικό διάστημα όταν ήταν ανεπιτήρητος βρήκε την ευκαιρία να κλέψει τα ρολόγια, εμπλουτίστηκε και από τις πιο κάτω αναφορές, δηλαδή η αναφορά του ότι ο κατηγορούμενος εξαφανίστηκε, δηλαδή η αναφορά αυτή με τη λέξη ΄΄εξαφανίστηκε΄΄ τέθηκε σε μία προσπάθεια του παραπονούμενου να σχηματίσει μια εικόνα του κατηγορουμένου ότι με ταχύτητα κατευθύνθηκε εντός της οικίας για να εκπληρώσει το σκόπο του, δηλαδή να κλέψει τα επίδικα ρολόγια. Εμπλούτισε μάλιστα την εκδοχή του, λέγοντας ότι ο παραπονούμενος υποχρέωσε τον κατηγορούμενο να βρει το κινητό του τηλέφωνο, όπως αυτά φαίνονται και στη σελίδα 12 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 1 Ιουνίου 2020, διότι αποτελεί πραγματικά απορίας άξιο και δεν είναι λογικό να υποχρεώνει ο παραπονούμενος τον ιδιοκτήτη του κινητού τηλεφώνου που απωλέσθηκε για να το βρει, διότι το λογικό είναι να επιμένει ο ιδιοκτήτης να το βρει και για αυτό το σημείο κρίνεται ως πιο λογική και πειστική η αναφορά του κατηγορουμένου ότι μαζί προσπάθησαν να βρουν το κινητό τηλέφωνο και δεν είναι λογικό ο παραπονούμενος να δώσει τη συγκατάθεσή του στον κατηγορούμενο να βρει μόνος του το κινητό τηλέφωνο, έχοντας τα ρολόγια στο τραπέζι της κουζίνας ξεκλείδωτα που είναι σημαντικής αξίας και ούτε βεβαίως είναι λογικό να αφήσει μόνο του τον κατηγορούμενο να εισέλθει στην οικία του στην οποία διέμενε και η ασθενής σύζυγος του και το λογικό θα ήταν μαζί να πήγαιναν να βρουν το κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου και δεν έχει διακρίνει το Δικαστήριο οποιονδήποτε αποχρώντα λόγω και σκοπιμότητα ο παραπονούμενος να μείνει έξω στη βεράντα και να ψάχνει ο κατηγορούμενος μόνος του στην οικία του παραπονούμενου να βρει το κινητό του με τα ρολόγια ανεπιτήρητα και με τη σύζυγό του ασθενή και ανήμπορη. Η αναφορά του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος είχε κανονίσει τα ρολόγια με τέτοιο τρόπο για να είναι πολύ εύκολο για να κλαπούν δεν έπεισε το Δικαστήριο, διότι τα ρολόγια τοποθετούνταν στο ίδιο κουτί και στον ίδιο πάτο ανάλογα με την περίπτωση και δεν έχει αλλάξει οτιδήποτε με την τοποθέτηση των ρολογιών σε οποιοδήποτε στάδιο σε οποιαδήποτε επίσκεψη του κατηγορουμένου στο σπίτι του παραπονούμενου. Η αναφορά του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος επιθυμούσε να δανειστεί μία στέκα του μπιλιάρδου και ότι αυτός κρατούσε τις αποστάσεις και ότι κάτι είχε στο μάτι του που ήταν κάτι μεγάλο να πιάσει και ότι δεν είναι τυχαία και ότι ο κατηγορούμενος σχεδιάζει και προσχεδιάζει, κρίνεται από το Δικαστήριο αυτή η αναφορά ως μία ακόμα προσπάθεια να σχηματίσει μία εικόνα για το πρόσωπο του κατηγορουμένου ότι είναι δόλιος και πως σχεδίαζε το έγκλημα του, αλλά επί αυτού του θέματος ο παραπονούμενος τελούσε σε σύγχυση για το πότε έχει γίνει το περιστατικό αυτό με την στέκα του μπιλιάρδου και που εν πάση περίπτωση δεν έπεισε το Δικαστήριο. Η αναφορά του παραπονουμένου ότι δεν γνωρίζει τον λόγο που ο κατηγορούμενος του έκανε δώρο αυτό το ρολόι δεν έπεισε το Δικαστήριο, διότι το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν να τον ρωτήσει για πιο λόγο και για αυτό το σημείο κρίνεται ως πιο λογική και πειστική η αναφορά του κατηγορουμένου ότι προέβη και σε αυτό το δώρο ακριβώς λόγω της πολύ καλής τιμής πώλησης του επίδικου σκάφους που και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν ότι το τίμημα πωλήσεως του επίδικου σκάφους ήταν πολύ ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο και σε ένδειξη εκτίμησης και αναγνώρισης αυτής της προσφοράς, ο κατηγορούμενος προέβη σε αυτή την κίνηση που θα εκτιμήτο από τον παραπονούμενο ως συλλέκτης ρολογιών και η αναφορά του παραπονούμενου ότι ήταν ευτελούς αξίας κρίνεται από το Δικαστήριο ότι τέθηκε στο ίδιο πλαίσιο για να αμαυρώσει την εικόνα του κατηγορουμένου. Ανακεφαλαιώνοντας, η εκδοχή που παρουσίασε ο παραπονούμενος δεν έπεισε, διότι δεν συνάδει με την κοινή λογική ο κατηγορούμενος να του φέρνει ένα δώρο ευτελούς αξίας, ως ο ίδιος ανέφερε, να τον έχει εξαπατήσει ουσιαστικά με τα χρήματα, δηλαδή να μην του δίνει χρήματα, ενώ υπέγραψε απόδειξη είσπραξης και να αναφέρει ο παραπονούμενος ότι υποθέτει ότι το έγγραφο που υπέγραψε είναι πωλητήριο έγγραφο και να μην ζητά αμέσως την απόδειξη είσπραξης πίσω και η αναφορά του ως προς τα λάθη που έκανε, έχοντας υπόψη και την κατάσταση της υγείας της συζύγου του έχουν ήδη αξιολογηθεί πιο πάνω και η αναφορά του ότι δεν το έχει υποψιαστεί τότε και ότι απλά περίμενε τα χρήματα δεν έπεισε το Δικαστήριο, διότι το λογικό θα ήταν να υπήρχε έντονη αντίδραση του παραπονούμενου όταν αφού υπέγραψε το πωλητήριο έγγραφο και ο κατηγορούμενος του έφερε ένα δώρο ευτελούς αξίας και να μην του έδινε τα χρήματα της προκαταβολής που έγραφε τεκμήριο 6 και το λογικό επιτάσσει όπως ο παραπονούμενος αντιδράσει αναλόγως και όχι με τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα πράγματα, δηλαδή με το να ξεκινήσει και να ολοκληρωθεί η διαδικασία μεταβίβασης του επίδικου σκάφους στον κατηγορούμενο με την εμπλοκή τόσο του πιστοποιούντα υπαλλήλου, όσο και της αστυνομίας που εξέδωσε την σχετική βεβαίωση απώλειας του πρωτότυπο τίτλο ιδιοκτησίας όπως αναφέρθηκε πιο πάνω. Προφανώς ο παραπονούμενος σε μία έκρηξη ειλικρίνειας, ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του, χωρίς βεβαίως να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου οι ισχυρισμοί που προέβαλε σε όλη την ακροαματική διαδικασία και που ήδη αξιολογήθηκαν πιο πάνω, όπως φαίνεται στη σελίδα 24 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 9 Ιουνίου 2020, ρητά ανέφερε ότι όσον αφορά για το σκάφος, το μόνο πράγμα που δεν είναι εντάξει σε αυτό είναι ότι δεν πληρώθηκε, δεν είναι πολύπλοκο. Συνεπώς, αυτή του η αναφορά του παραπονούμενου, ουσιαστικά συμβαδίζει με την αξιολόγηση που έγινε πιο πάνω που αυτό ουσιαστικά έγινε είναι ότι πράγματι δεν πληρώθηκε ολόκληρο το τίμημα της πώλησης, αλλά ούτως ή άλλως μέσα από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν διαφαίνεται ρητά να συμφωνήθηκε οποιαδήποτε ημερομηνία εξόφλησης του σκάφους, αλλά διαφάνηκε ότι όταν ο κατηγορούμενος ανέφερε στον παραπονούμενο ότι θα μεταβιβάσει σε αυτόν τα χρήματα τον επόμενο μήνα, εκεί φαίνεται ότι ο παραπονούμενος έκανε στροφή 180 μοιρών όσον αφορά την ολοκλήρωση της επίδικης συναλλαγής που αφορούσε το σκάφος και που οδήγησε στην καταγγελία του παραπονούμενου με την οποία επέρριψε ευθύνες στον κατηγορούμενο ότι του έκλεψε τα ρολόγια που αναφέρονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Με τις πιο πάνω διευκρινίσεις, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την μαρτυρία του παραπονούμενου ως αληθή και αξιόπιστη αναφορικά με τα αμφισβητούμενα γεγονότα, δηλαδή την κλοπή των επίδικων ρολογιών και την ισχυριζόμενη απάτη του κατηγορουμένου εις βάρος του παραπονούμενου ως προς την συναλλαγή για το επίδικο σκάφος. Όσον αφορά τον ΜΚ 3, το Δικαστήριο χωρίς κανέναν ενδοιασμό αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη, όχι μόνο επειδή δεν αντεξετάστηκε, αλλά και επειδή το Δικαστήριο κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχει πειστεί απόλυτα ότι ως πιστοποιών υπάλληλος επικοινώνησε με τον παραπονούμενο και ο παραπονούμενος του είχε επιβεβαιώσει την πρόθεση του για να πωληθεί το επίδικο σκάφος και πιστοποίησε την υπογραφή του, ζητώντας του διευκρινίσεις αναφορικά με στοιχεία που έλειπαν, όπως είναι ο αριθμός του διαβατηρίου του και η ημερομηνία έκδοσης του. Κατά τα υπόλοιπα, ισχύουν τα ίδια με τα όσα αξιολογήθηκαν πιο πάνω ως προς την αξιολόγηση του παραπονουμένου, δηλαδή ότι ο ΜΚ 3 με μαρτυρία δηλαδή που ίδια η κατηγορούσα αρχή είχε προσκομίσει και που δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, αποδόμησε το μέρος της εκδοχής του παραπονούμενου, δηλαδή την αναφορά του παραπονούμενου ότι δεν επικοινώνησε κανένας πιστοποιών υπάλληλος μαζί του. Κατ΄ επέκταση, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ΜΚ 3 ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία της ΜΚ 4, το Δικαστήριο επίσης χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχεται την μαρτυρία της ως αληθή και αξιόπιστη, όχι μόνο επειδή δεν είχε αντεξεταστεί, αλλά και επειδή η μαρτυρία της έχει επικεντρωθεί στην διαδικασία κάτω από την οποία απαιτείται να μεταβιβαστεί ένα σκάφος όπως το επίδικο και στη συγκεκριμένη περίπτωση η μάρτυρας αυτή επιβεβαίωσε σε μεγάλο βαθμό τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις ενδιαφέρθηκε και έμαθε ο κατηγορούμενος για το τι απαιτείται και τι έγγραφα απαιτούνται για να μεταβιβαστεί το επίδικο σκάφος σε όλη την έκταση της διαδικασίας μέχρι ακόμα και στο σημείο που ο κατηγορούμενος ενδιαφέρθηκε να μάθει που μπορεί να βρει πιστοποιών υπάλληλο, όπου και τον βοήθησε η ΜΚ 4 να βρει τον ΜΚ
  12. Το Δικαστήριο μέσα από την μαρτυρία της ΜΚ 4 δεν έχει διαπιστώσει οποιαδήποτε δόλια συμπεριφορά του κατηγορουμένου, διότι όλα έγιναν κανονικά και νομότυπα με τα έγγραφα που απαιτούνται που μεταξύ άλλων ήταν το πωλητήριο έγγραφο, η πιστοποίηση των υπογραφών και οι σχετικές βεβαιώσεις απώλειας του πρωτότυπου τίτλου και αυτό που απέμεινε είναι να ενημερωθεί ο κατηγορούμενος για την έκδοση του τίτλου και η παραλαβή του τίτλου που ήταν απολύτως λογικό και αναγκαίο να γίνει εκ μέρους του κατηγορουμένου. Με τις πιο πάνω ότι διευκρινήσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της ΜΚ ως αληθή και αξιόπιστη. Όσον αφορά την μαρτυρία του ΜΚ 5, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι είναι ο δικηγόρος του ΜΚ 2 και η μαρτυρία του ΜΚ 2 έχει ήδη αξιολογηθεί και ότι ο μάρτυρας αυτός προσήλθε για να επιβεβαιώσει ένα μέρος της εκδοχής του παραπονούμενου. Εντούτοις, το Δικαστήριο για τους λόγους που θα προσπαθήσει να εξηγήσει, θα αξιολογήσει την μαρτυρία αυτού του μάρτυρα έχοντας υπ΄ όψη ότι έχει κάποιες ιδιαιτερότητες η όλη εμπλοκή του, δηλαδή ως δικηγόρος και κατ΄ επέκταση ως εντολοδόχος του παραπονούμενου και ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας στα αμφισβητούμενα γεγονότα όπως αυτά εξελίχθηκαν, διότι αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες είναι βέβαια ο ΜΚ 2 και ο κατηγορούμενος και όχι ο ΜΚ 5 και κατ΄ επέκταση δεν μπορεί να χρεωθεί κακή πίστη και αναξιοπιστία στα αφισβητούμενα γεγονότα, δηλαδή το τι έλαβε χώρα κατά την υπογραφή της συμφωνίας για την πώληση του επίδικου σκάφους και κατά την επίσκεψή του κατηγορουμένου στην οικία του παραπονούμενου με βάση την οποία ο παραπονούμενος αποδίδει κλοπή των ρολογιών του εκ μέρους του κατηγορουμένου. Όσον αφορά την θέση του μάρτυρα αυτού ότι ουσιαστικά ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί την μη καταβολή του ποσού της προκαταβολής και ότι τον ξεγέλασε, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού σε αυτό το σκέλος, έχοντας υπόψη την αξιολόγηση που έχει γίνει πιο πάνω, αλλά και στην αξιολόγηση του κατηγορουμένου που ακολουθεί πιο κάτω, έχοντας υπόψη και τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αποδοχή μιας ομολογίας κατηγορουμένου ως αυτές εκτέθηκαν πιο πάνω. Αν και τα όσα έλαβαν χώρα στο δικηγορικό του γραφείο δεν επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τα επίδικα γεγονότα, διότι η έκβαση της παρούσας υποθέσεως εξαρτάται από το ποια ήταν η πρόθεση του κατηγορουμένου κατά την αγοραπωλησία του επίδικου σκάφους και όχι στις προσπάθειες που έγιναν για εξώδικη διευθέτηση, εντούτοις κρίνεται αναγκαία η αξιολόγηση και αυτής της πτυχής, έχοντας υπόψη ότι και οι δύο πλευρές έχουν δώσει μαρτυρία και επιχειρηματολόγησαν για να στηρίξουν την θέση τους, δηλαδή ο παραπονούμενος για να στηρίξει την θέση του ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε δόλια, θέση η οποία βρήκε εκ διαμέτρου αντίθετο τον κατηγορούμενο. Προσπάθησε η πλευρά της υπεράσπισης να αποδώσει αλλότρια κίνητρα σε αυτόν τον μάρτυρα, αλλά το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε προσπάθεια του μάρτυρα να εξυπηρετήσει τα δικά του ισχυριζόμενα αλλότρια κίνητρα και αυτή η θέση παρέμεινε μετέωρη, γενική και ασαφή, ακόμα και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, που απλώς ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι επιφυλάσσεται για αυτό το ζήτημα, όπως δηλαδή φαίνεται στη σελίδα 30 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 23 Ιουλίου
  13. Ούτε έχει πειστεί το Δικαστήριο ότι η όλη συμπεριφορά του ίδιου αλλά και γενικά η όλη συζήτηση που έγινε στο γραφείο του με τον κατηγορούμενο ήταν υπό το καθεστώς εκφοβισμού. Ούτε έχει εντοπίσει το Δικαστήριο και ούτε έχει πειστεί ότι ο μάρτυρας αυτός, ως η υποβληθείσα θέση της υπεράσπισης ότι προέβηκε στην πρόταση να αποδεχθεί ο κατηγορούμενος το ποσό των € 900 και να μεσολαβήσει να μην προχωρήσει η ποινική υπόθεση, διότι πραγματικά αποτελεί απορίας άξιο πως είναι δυνατόν ο συγκεκριμένος μάρτυρας να έχει αυτή τη δυνατότητα να μεσολαβήσει και να μην προχωρήσει μία ποινική διαδικασία. Όσον αφορά τους λόγους που δεν καρποφόρησε η προσπάθεια για να βρεθεί εξώδικη διευθέτηση αναφορικά με το επίδικο σκάφος, κυρίως επί αυτού του θέματος το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος έδωσε τις πιο λογικές και πειστικές απαντήσεις, έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των τεκμηρίων που θα γίνει ειδική αξιολόγηση πιο κάτω. Αναφορικά με την μαρτυρία του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω στην αξιολόγηση που έγινε για το πιο λογικό και το πιο πειστικό της εκδοχής που παρουσίασε ο κατηγορούμενος. Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο παρακολουθώντας με ιδιαίτερη προσοχή και παρατηρητικότητα τον κατηγορούμενο κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, λόγω ακριβώς του πρωταγωνιστικού ρόλου αυτού, το Δικαστήριο διέκρινε ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν πιο λογικός και πειστικός στις απαντήσεις που έδινε και κυρίως την εκδοχή που παρουσίασε και που συμβαδίζει με τα έγγραφα που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και που αξιολογήθηκαν πιο πάνω. Έπεισε απόλυτα η αναφορά του παραπονούμενου για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μετέβηκε στην αστυνομική διεύθυνση Λεμεσού για να εξασφαλιστεί βεβαίωση απώλειας του πρωτότυπου τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου σκάφους, εξ΄ ού και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8θ και 8ι τα οποία μιλούν από μόνα τους και κατ΄ επέκταση οι αναφορές του μάρτυρα έπεισαν απόλυτα το Δικαστήριο και που συμβαδίζουν με το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει με τις αναφορές του παραπονούμενου που προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε μονομερώς και χωρίς την εξουσιοδότηση να προβεί σε όλα τα αναγκαία μέτρα για να εμφανιστεί ενώπιον των αρμοδίων αρχών για να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση του επίδικου σκάφους από τον παραπονούμενο στον κατηγορούμενο. Βεβαίως, έπεισε το Δικαστήριο η αναφορά του ότι η αγοραπωλησία του επίδικου σκάφους από νομικής απόψεώς ολοκληρώθηκε με την υπογραφή του τεκμηρίου 8ε και την παραλαβή του σκάφους και την προκαταβολή που δόθηκε δηλαδή για το ποσό των €4000, με εξαίρεση βεβαίως την εκκρεμότητα του υπολοίπου τιμήματος, με βάση την αξιολόγηση που έγινε πιο πάνω και η μαρτυρία του κατηγορουμένου συμβαδίζει απόλυτα με το περιεχόμενο των σχετικών τεκμηρίων, δηλαδή το τεκμήριο 5, 6, 8ε, 8 και 8ι. Συμβαδίζει απόλυτα η μαρτυρία του κατηγορουμένου με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ 3, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί, δηλαδή ως προς τις συνθηκες κάτω από τις οποίες ο ΜΚ 3 επικοινώνησε με τον παραπονούμενο για να επιβεβαιώσει την πρόθεσή του να πουλήσει το επίδικο σκάφος και για να λάβει τα στοιχεία του διαβατηρίου του παραπονούμενου, όπως πιο πάνω αξιολογήθηκε. Ως απόλυτα λογικές κρίνονται οι εξηγήσεις που έδωσε ο κατηγορούμενος αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκε το κινητό τηλέφωνο με βάση και την αξιολόγηση που έγινε πιο πάνω, διότι οι εξηγήσεις που έδωσε ο κατηγορούμενος συνάδουν και με την κοινή λογική όπως αναφέρθηκαν πιο πάνω και που επιτάσσουν όπως ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος να ψάχνουν μαζί να βρουν το κινητό τηλέφωνο όπως το βρήκαν στην θέση που το βρήκαν και όχι να παραμείνει ανεπιτήρητος ο κατηγορούμενος στην οικία του παραπονούμενου με τα ρολόγια αξίας και με την ασθενή σύζυγό του παραπονούμενου. Το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε προσπάθεια του κατηγορουμένου να επισπεύσει την απόκτηση του τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου σκάφους, διότι πολύ απλά η όλη η μεταβίβαση έγινε νομότυπα, αφού ο ίδιος ο παραπονούμενος υπέγραψε το πωλητήριο έγγραφο, το τιμολόγιο και την απόδειξη είσπραξης για την προκαταβολή και προέβηκε ο κατηγορούμενος σε όλες τις ανάγκες διαδικασίες για να μεταβιβαστεί αυτό, έχοντας υπόψη ότι ο παραπονούμενος αδυνατούσε να εμφανιστεί αυτοπροσώπως στις αρμόδιες αρχές και στην αστυνομία, λόγω της ασθένειας της συζύγου του και αυτός ήταν και ο λόγος που πιστοποιήθηκε τηλεφωνικώς η υπογραφή του, δηλαδή με μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την ίδια την κατηγορούσα αρχή, δηλαδή του ΜΚ 3 και που αξιολογήθηκε πιο πάνω και κατ΄ επέκταση ο κατηγορούμενος νόμιμα και νομότυπα προχώρησε σε όλες τις αναγκαίες διαδικασίες ενώπιον των αρμοδίων αρχών για να γίνει η μεταβίβαση, όπως και έγινε, αφού ενδιαφέρθηκε να μάθει την διαδικασία και τα έγγραφα που απαιτούνται μέσω της ΜΚ 4, όπως και έγινε και ακολούθησε η έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας που ήταν συνεπακόλουθο να γίνει και είναι απολύτως λογικό να ενημερωθεί ο κατηγορούμενος και να ενδιαφερθεί βεβαίως ο ίδιος για την έκδοση του τίτλου για να παραλάβει τον τίτλο ιδιοκτησίας του σκάφους που αγόρασε από τον παραπονούμενο. Επίσης το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα ότι ο κατηγορούμενος έδωσε τα χρήματα στον παραπονούμενο, εξ΄ ού και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6 και έχει πειστεί ότι διατηρούσε χρήματα στο σπίτι του και η προσπάθεια αμφισβήτησης αυτής της δυνατότητας του κατηγορουμένου από την κατηγορούσα αρχή δεν πέτυχε το σκοπό της, έχοντας υπόψη την υπογραφή της αποδείξεις είσπραξης και από τα δύο εμπλεκόμενα μέρη, δηλαδή επί του τεκμηρίου 6 και οι κανόνες της κοινής λογικής επιτάσσουν ότι ένας άνθρωπος μορφωμένος και έξυπνος, όπως ο παραπονούμενος, θα υπέγραφε την απόδειξη είσπραξης για το ποσό των € 4000 μόνο εάν πράγματι παραλάμβανε αυτό το χρηματικό ποσό. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει οποιοδήποτε δόλιο τέχνασμα να αποσπάσει το σκάφος ο κατηγορούμενος από τον παραπονούμενο, έχοντας υπ΄ όψη όχι μόνο την υπογραφή της απόδειξης, αλλά και τα όσα έγιναν αργότερα, δηλαδή με την επιβεβαίωση τις προθέσεως του παραπονούμενου να πουλήσει το επίδικο σκάφος και αυτή η επιβεβαίωση έγινε τόσο στο ΜΚ 3, όσο και την αστυνομικό όταν ερωτήθηκε και όλα αυτά πηγάζουν μέσα από την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΚ 3 - πιστοποιούντα υπαλλήλου και τεκμηρίου 8θ και 8ι τα οποία μιλούν από μόνα τους και βεβαίως δεν θα μπορούσε η βεβαίωση απώλειας του πρωτότυπο τίτλου ιδιοκτησίας να γίνει από έναν αστυνομικό χωρίς την επιβεβαίωση από τον ίδιο τον παραπονούμενο. Το Δικαστήριο έχει πειστεί για τους λόγους που ο κατηγορούμενος είχε δύο κινητά τηλέφωνα που ως γεγονός δεν έχει αμφισβητηθεί και έπεισε απόλυτα ο κατηγορούμενος με βάση την αξιολόγηση που έγινε πιο πάνω ότι μαζί ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος βρήκε το κινητό του τηλέφωνο, κάνοντας κλήση στο απωλεσθέν κινητό και βρέθηκε, ως λογικά αναμενόμενο, στο μέρος όπου καθόταν ο κατηγορούμενος και που προφανώς αυτό το κινητό τηλέφωνο παρεπεσε εκεί που καθόταν ο κατηγορούμενος . Επίσης το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε προσπάθεια του κατηγορουμένου να αποκρύψει από τον παραπονούμενο την μεταβίβαση του επίδικου σκάφους στο όνομα του, ως η θέση της κατηγορούσας αρχής που του υποβλήθηκε, λόγω του ότι ακριβώς το επίδικο σκαφος πωλήθηκε κανονικά και νομότυπα και ο κατηγορούμενος ανέλαβε να διεκπεραιώσει όλη την γραφειοκρατική διαδικασία για να μεταβιβαστεί στο όνομα του το επίδικο σκάφος, όπως και έγινε και όπως αξιολογήθηκε πιο πάνω, ο παραπονούμενος έδινε την συγκατάθεση του να πιστοποιηθεί η υπογραφή του στον ΜΚ 3 και να εκδοθεί βεβαίωση απώλειας του πρωτότυπου τίτλου ιδιοκτησίας του σκάφους, όπως πιο πάνω αξιολογήθηκε, μέσα από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8ε, 8θ και 8ι, σε συνδυασμό πάντα με το γεγονός ότι όπως αξιολογήθηκε πιο πάνω δεν έχει διαπιστωθεί εκ μέρους του κατηγορουμένου οποιαδήποτε εγρήγορση, επίσπευση ή σπουδή να μεταβιβαστεί το επίδικο σκάφος στο όνομα του φοβούμενος οποιαδήποτε καταγγελία εναντίον του, όπως η θέση της κατηγορούσας αρχής, διότι όπως πιο πάνω έχει ήδη αξιολογηθεί, ούτως ή άλλως το επίδικο σκάφος πωλήθηκε κανονικά και νομότυπα, χωρίς οποιοδήποτε μεροληπτικό ή μεμπτό στοιχείο εναντίον του κατηγορουμένου που να καταδεικνύει δόλιο τέχνασμα εκ μέρους του κατηγορουμένου και συνεπώς η όλη αγοραπωλησία του επίδικου σκάφους έγινε κανονικά, νομότυπα και νόμιμα. Βεβαίως το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την θέση της κατηγορούσας αρχής όπως αυτή υποβλήθηκε στον κατηγορούμενο κατά την αντεξέταση του, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος έπεισε τον ΜΚ 3 να προβεί στην πιστοποίηση των υπογραφών στην απουσία του παραπονούμενου, λόγω ακριβώς της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ 3 που έγινε πιο πάνω και που το Δικαστήριο έκρινε ότι η μαρτυρία του ΜΚ 3, δηλαδή μαρτυρία που η ίδια η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε, αποδόμησε το σκέλος της μαρτυρίας του παραπονουμένου, δηλαδή την θέση του ότι δεν έχει επικοινωνήσει κανένας πιστοποιών υπάλληλος μαζί του και κρίθηκε από το Δικαστήριο αυτή η αναφορά του παραπονουμένου ως μία προσπάθεια του να πεισει το Δικαστήριο ότι έπεσε θύμα πλεκτάνης από τον κατηγορούμενο και ότι χωρίς εξουσιοδότηση που προέβηκε στην μεταβίβαση του σκάφους πριν την πλήρη εξόφληση του τιμήματος, θέση βεβαίως που κρίνεται από το Δικαστήριο ως υστερόβουλη και ψεύδη. Το τεκμήριο 32, ήτοι το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δεν προσθέτει οτιδήποτε το ενοχοποιητικό στοιχείο εναντίον του κατηγορουμένου για τα επίδικα ζητήματα και γενικά την συμπεριφορά του και την ένοχη διάνοια του, έχοντας υπ΄ όψη και την αξιολόγηση που έγινε πιο πάνω. Όσον αφορά την θέση του κατηγορουμένου για αλλότρια κίνητρα του ΜΚ 5, ισχύουν τα ίδια με τα όσα αξιολογήθηκαν πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ
  14. Το Δικαστήριο αποδέχεται την θέση του κατηγορουμένου ότι ο παραπονούμενος λόγο ακριβώς τις προθέσεως του και τις συμφωνίας του να μεταβιβάσει το επίδικο σκάφος προέβηκε στην συγκατάθεση για να εκδοθεί βεβαίωση για απώλεια του πρωτότυπου τίτλου ιδιοκτησίας και για να πιστοποιηθεί η υπογραφή του από τον ΜΚ 3, επί αυτού του θέματος επαναλαμβάνεται τα όσα έχουν αξιολογηθεί πιο πάνω επί αυτού του θέματος, δηλαδή ότι είναι λογικό και πειστικό ο παραπονούμενος να προέβηκε σε αυτές της συγκαταθέσεις, εξ΄ ού και το περιεχόμενο των τεκμηρίων 8ε, 8θ, και 8ι, σε συνδυασμό με την αναντίλεκτ μαρτυρία των ΜΚ 3 και 4, ως πιο πάνω αξιολογήθηκε. Το Δικαστήριο αποδέχεται ως λογική και πειστική την αναφορά του κατηγορουμένου ότι δεν θα διακινδύνευε να παρουσιαστεί εκ νέου στο σπίτι του παραπονούμενου και μάλιστα να απαιτεί να ανοιχτεί το κουτί από το οποίο υποτίθεται κλάπηκαν τα ρολόγια και να διαπιστωθεί η κλοπή και για αυτό το θέμα έχει γίνει ήδη γίνει σχετική αξιολόγηση πιο πάνω. Το Δικαστήριο αποδέχεται ως λογική και πειστική την αναφορά του κατηγορούμενου ότι ανέφερε στον παραπονούμενο ότι η πληρωμή του υπολοίπου ανταλλάγματος θα γινόταν τον Απρίλιο του 2015 και λόγω αυτής της αναφοράς ο παραπονούμενος προέβηκε στην καταγγελία και ισχυρίστηκε ψευδώς τα όσα ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος με βάση και την αξιολόγηση που έγινε πιο πάνω επί αυτού του θέματος. Ασφαλώς το Δικαστήριο αποδέχεται τις αναφορές του κατηγορουμένου ότι δεν έχει προβεί στην παραδοχή που του αποδίδει ο ΜΚ 5 ότι έγινε στο γραφείο του και επί αυτού του θέματος το Δικαστήριο επαναλαμβάνει τα όσα αξιολογήθηκαν πιο πάνω για αυτό το ζήτημα και το Δικαστήριο κρίνει ότι με βάση την αξιολόγηση που έγινε πιο πάνω και με βάση τις νομολογιακές αρχές που έχουν εκτεθεί πιο πάνω αναφορικά με την παραδοχή ενός κατηγορουμένου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχουν εκείνα τα εχέγγυα και οι προϋποθέσεις για να γίνει αποδεκτή η ισχυριζόμενη παραδοχή του κατηγορουμένου στον ΜΚ
  15. Τέλος, το Δικαστήριο αποδέχεται ως απολύτως λογικές και πειστικές τις αναφορές του κατηγορουμένου ως προς το τι οδήγησε στο ναυάγιο των προσπαθειών που έγιναν για εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς που προέκυψε κυρίως με το επίδικο σκάφος, διότι τα όσα ανέφερε στην παράγραφο 15 του τεκμηρίου 30 επί αυτού του θέματος, όχι μόνο επειδή είναι λεπτομερή και κατατοπιστική, αλλά συνάδουν πλήρως και με το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και που επιβεβαιώνουν όχι μόνο την κατάρρευση της όλης προσπάθειας, αλλά και τους λόγους που κατέρρευσε η προσπάθεια, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι η επιταγή για το ποσο των € 900 δεν έγινε αποδεκτή απο τον κατηγορούμενο, δηλαδή το τεκμήριο 27, ούτε η βεβαίωση - τεκμήριο 28 διότι αυτή δεν υπογράφτηκε απο τον κατηγορούμενο, ως επίσης και τα όσα καταγράφονται στο τεκμήριο 29 και που επιβεβαιώνεται η ακύρωση της μεταβίβασης του σκάφους πίσω από τον κατηγορούμενο στον παραπονούμενο με την ιδιόχειρη αναγραφή άνωθεν του τεκμηρίου
  16. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αξιόπιστη μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος έκλεψε τα ρολόγια και ότι με δόλιο τέχνασμα απέκτησε το σκάφος και ο κατηγορούμενος αθωώνεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.