ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 20596/16, 31/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20596/16 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή Εναντίον ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧ Κατηγορούμενος ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:31/8/2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Μάριος Κουτσόφτας Για τον κατηγορούμενο : κ. Μαρία Νεοφύτου Κατηγορούμενος: παρών Η διαδικασία διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών Υπάρχει περιορισμός στην κυκλοφορία των ονομάτων και στοιχείων των εμπλεκομένων ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση συνολικά επτά κατηγορίες. Συγκεκριμένα η μία κατηγορία αφορά το αδίκημα της σεξουαλικής παρενόχλησης από εργοδότη, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 7, 8, 9, 10, 12, 30 και 35 του περί ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στην απασχόληση και στην επαγγελματική εκπαίδευση νομού 205
(1)/2002 όπως τροποποιήθηκε και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία κατά τον μήνα Φεβρουάριο 2014 στη Λεμεσό, ενώ ήταν εργοδότης ή και προϊστάμενος ή και ιεραρχικά ανώτερος της παραπονούμενης, αμφότεροι εργαζόμενοι στο τμήμα XXXXX Λεμεσού, προέβηκε σε έργο που συνιστά σεξουαλική παρενόχληση στην παραπονούμενη, δηλαδή της λύγισε το πόδι της με το πόδι του και ένιωσε όλο του το σώμα να ακουμπάει το δικό της. Για το ίδιο περιστατικό ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση των άρθρων 151 και 29 του Ποινικού Κώδικα κεφάλαιο
- Οι υπόλοιπες κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της σεξουαλικής παρενόχλησης εργαζόμενου με την ίδια νομική βάση και για κάθε περιστατικό ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις αντίστοιχες κατηγορίες. Συγκεκριμένα, το ένα περιστατικό, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία αρχές του 2010 στην Λεμεσό, ενώ εργαζόταν στο XXXXX και ήταν ιεραρχικά ανώτερος της παραπονούμενης, η οποία ήταν τοποθετημένη και εργαζόταν στο προαναφερθέν τμήμα, προέβηκε σε πράξη η οποία συνιστά σεξουαλική παρενόχληση στην παραπονούμενη, δηλαδή της είπε " Πόσες φορές ήταν οι πιο πολλές φορές που έκανες σεξ;" και "Εγώ το έκαμα εννιά φορές μέχρι που έφκαλα αίμα, τζαι ένε μπορούσα να συνεχίσω γιατί πονούσα". Το άλλο περιστατικό με την αντίστοιχη κατηγορία σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ του έτους 2010 και 8 Απριλίου 2016 στη Λεμεσό, στον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο και με τις ίδιες ιδιότητες του κατηγορουμένου και της παραπονούμενης, ο παραπονούμενος προέβηκε σε πράξη η οποία συνιστά σεξουαλική παρενόχληση στην παραπονούμενη, δηλαδή της είπε "είσαι η πιο όμορφη στην XXXXX ". Το άλλο περιστατικό με την αντίστοιχη κατηγορία, ο κατηγορούμενος είπε στην παραπονούμενη "έχεις όμορφα μάτια". Ένα άλλο περιστατικό με την αντίστοιχη κατηγορία, ο κατηγορούμενος είπε στην παραπονούμενη "τα χείλη σου είναι πολλά όμορφα". Το άλλο περιστατικό που αφορά περιστατικό που έγινε σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ αρχές του μηνός Ιουνίου 2014 και του μηνός Αυγούστου 2014, ο κατηγορούμενος είπε στην παραπονούμενη ότι πήγε στη θάλασσα και όταν επέστρεψε στο σπίτι του είδε στον καθρέφτη ότι το πέος του και τα οπίσθια του ήταν άσπρα και γι' αυτό την επόμενη φορά που θα πάει θάλασσα θα τραβήξει το μαγιό του για να μαυρίσει παντού, αλλά την ερώτησε για μπροστά τι θα κάνει για να μαυρίσει. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΜΚ 1 ως μέρος της κύριας εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 18 Απριλίου 2016 η ώρα 14:20 βρισκόταν στο γραφείο της και ασχολείτο με γραφειακή εργασία. Η πόρτα της ήταν σχεδόν κλειστή διότι ασχολείτο με μελέτη υποθέσεων και υποβολή των απόψεων στο XXXXX. Σε κάποια στιγμή, άκουσε τον υπεύθυνο του τμήματος να φωνάζει στο διάδρομο και στην αρχή δεν κατάλαβε σε ποιον συνάδελφο απευθυνόταν και τον άκουσε να φωνάζει ότι δεν έπρεπε να ήταν εκεί πάνω και δεν έπρεπε να ήταν στην XXXXX και ότι συγκεκριμένοι XXXXX την κράτησαν και συνέχισε να της φωνάζει και να πάει στο γραφείο της. Τότε άκουσε την παραπονούμενη και τότε κατάλαβε ότι ήταν σε αυτήν που απευθυνόταν να του λέει ότι δεν φωνάζει και ότι υπερασπίζεται τον εαυτό της και ότι είναι ο άλλος που τον έχει βάλει πάνω. Τότε ο υπεύθυνος του τμήματος εξεμάνη και με ακόμα πιο αυστηρό και επιτακτικό ύφος υπέδειξε τσην παραπονούμενη να πάει στο γραφείο της. Η μάρτυρας σε όλη τη διάρκεια του επεισοδίου παρέμεινε καθιστή στην θέση της. Αμέσως μετά ήρθε στο γραφείο της η παραπονούμενη και φανερά αναστατωμένη ζήτησε να της μιλήσει και η μάρτυρας της ζήτησε πρωτίστως να ηρεμήσει και κάθισε απέναντι της και της είπε επί λέξει ότι δεν πάει άλλο και ότι στα εφτά χρόνια που είναι στην XXXXX τα έξι δέχεται σεξουαλική παρενόχληση από τον κατηγορούμενο και αυτός ο πόλεμος γίνεται επειδή το ανέφερε στον υπεύθυνο της XXXXX. Η μάρτυρας προσωπικά εκπλάγηκε και ρώτησε την παραπονούμενη τι έγινε και γιατί δεν το ανέφερε προηγουμένως και γιατί δεν το είπε στην ίδια και το ότι η παραπονούμενη της είπε για χρόνια ο κατηγορούμενος την παρενοχλούσε σεξουαλικά. Όπως χαρακτηριστικά της είπε, ενώ η ίδια στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη, αυτός κολλούσε το σώμα του πίσω της. Σε μία από αυτές τις φορές που η ίδια ήταν στην φωτοτυπική, ο κατηγορούμενος κόλλησε το σώμα του πίσω της, λυγίζοντας, όπως συγκεκριμένα της ανέφερε, τα γόνατα του κάνοντας άσεμνες κινήσεις και εκείνη αντέδρασε φωνάζοντας του " εεε κανεί". Περαιτέρω ο κατηγορούμενος την ρωτούσε πόσες φορές έκανε σεξ με τον άντρα της. Η παραπονούμενη δεν μίλησε σε κανέναν διότι φοβόταν ότι δεν θα γινόταν πιστευτή, ενώ από την άλλη ήθελε να προστατεύσει το γραφείο από διασυρμούς. Προσπαθούσε όπως της είπε να χειριστεί το θέμα μόνη της ξεσπώντας είτε σε γέλιο, είτε σε συμπεριφορές που μπορούσα να εκληφθούν ως απειθαρχία. Δύο εβδομάδες πριν την ημέρα που έδινε την κατάθεση της η μάρτυρας, η παραπονούμενη της είπε ότι ο κατηγορούμενος την κατήγγειλε στον υπεύθυνο της XXXXX για ένα υπηρεσιακό θέμα, την κάλεσε στο γραφείο του ο υπεύθυνος της XXXXX και της έκανε παρατήρηση. Τότε η ίδια ζήτησε να μιλήσει στον υπεύθυνο της XXXXX, οπόταν και του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την παρενοχλούσε σεξουαλικά. Όπως η παραπονούμενη της ανέφερε, η ίδια είπε στον υπεύθυνο της XXXXX να μιλήσει σχετικά στον κατηγορούμενο. Έκτοτε ξεκίνησε εναντίον της ένας ψυχολογικός πόλεμος εκ μέρους του κατηγορουμένου. Η συμπεριφορά του απέναντι της χειροτέρεψε με τον ίδιο να πηγαίνει συχνά και χωρίς λόγο στο γραφείο της, προκαλώντας της όπως της είπε φόβο και άγχος. Ζώντας τέτοια συμπεριφορά, η παραπονούμενη ρώτησε τον υπεύθυνο της XXXXX αν μίλησε στον κατηγορούμενο και εκείνος θυμωμένος και της απάντησε "ναι κάτι του είπα". Τότε όπως η παραπονούμενη της είπε, είχε καταλάβει ότι δεν είχε την στήριξη του υπεύθυνου. Μετά έγινε το συμβάν της 18 Απριλίου
- Η παραπονούμενη της ανέφερε ότι ήθελε να καταγγείλει χωρίς άλλη καθυστέρηση τα γεγονότα, λέγοντας της ότι δεν εμπιστευόταν πλέον ούτε τον υπεύθυνο ούτε τον κατηγορούμενο. Την ρώτησε που να πάει και η μάρτυρας της είπε να πάρει τηλέφωνο τον XXXXX και τότε η μάρτυρας κοίταξε και ήταν η ώρα 14:
- Η μάρτυρας είπε ξανά στην παραπονούμενη να ηρεμήσει και να μη φοβάται και αποχώρησε. Πριν σχολάσουν, η παραπονούμενη της είπε ότι θα πήγαινε στο γραφείο του XXXXX την επόμενη μέρα η ώρα 9:
- Την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 19 Απριλίου 2016 και περί ώρα 10 το πρωί, η παραπονούμενη ήρθε από μόνη της στο γραφείο της και της είπε ότι η συνάντηση της με τον XXXXX αναβλήθηκε για η ώρα 14:30 της ίδιας ημέρας και τότε άρχισε πάλι να της εκφράζει φόβους ότι δεν θα την πιστέψουμε και ότι θα την "βγάλουν πελλή". Η μάρτυρας καθησύχασε την παραπονούμενη και της είπε να εμπιστεύεται την διεύθυνση. Ενώ η παραπονούμενη ήταν στο γραφείο της μάρτυρος, ήρθε συγκεκριμένη XXXXX του γραφείου τους και είπε στην παραπονούμενη ότι την γυρεύει ο κατηγορούμενος και ότι ρώτα αν πήγε πουθενά και δεν τους το είπε. Τότε η XXXXX έφυγε και σε τρία περίπου λεπτά χτύπησε το τηλέφωνο της μάρτυρος και ήταν ο υπεύθυνος της XXXXX και την ερώτησε αν η παραπονούμενη ήταν στο γραφείο της και η μάρτυρας απάντησε καταφατικά και ότι η παραπονούμενη φεύγει εκείνη τη στιγμή και κατά πόσο θέλει να πάει από το γραφείο του και ο υπεύθυνος της XXXXX απάντησε αρνητικά και ότι ήταν για να δει αν πήγε πουθενά η παραπονούμενη και δεν το έγραψε στο ημερολόγιο. Η παραπονούμενη έφυγε για το γραφείο της και σχεδόν αμέσως μπήκε στο γραφείο της μάρτυρος ο υπεύθυνος της XXXXX, έκλεισε την πόρτα και κάθισε απέναντι της, ρωτώντας την τι της είπε η παραπονούμενη και αν ήρθε στο γραφείο της για να κλαφτεί και εάν την άκουσε που φώναζε και τότε η μάρτυρας του απάντησε ότι δεν θα μπει στην διαδικασία να του πει τι της είπε και ότι αυτός όμως εάν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα μαζί της έπρεπε να την καλέσει στο γραφείο του να της κάνει παρατήρηση και όχι να φωνάζει και τότε ο υπεύθυνος της XXXXX απάντησε παραδεχόμενος ότι έπρεπε να την καλέσει στο γραφείο του για παρατήρηση, αλλά την έφερε ως δαμέ, κάνοντας μία οριζόντια κίνηση με το χέρι του πάνω από το κεφάλι του. Σηκώθηκε να φύγει λέγοντας της ότι συγκεκριμένα άτομα τους την φόρτωσαν, εννοώντας την παραπονούμενη. Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης της αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, κάνοντας αναφορά στην μετάθεση του κατηγορουμένου και στην παραμονή της παραπονούμενης στην XXXXX. Περιέγραψε τις φωνές του υπεύθυνου της XXXXX ως άγριες, αυστηρές και με θυμό, με τις οποίες υποδείκνυε στην παραπονούμενη να πάει στο γραφείο της. Αναφέρθηκε επίσης η μάρτυρας στην επαγγελματική σταδιοδρομία και ανέλιξη της και περιγράφοντας την παραπονούμενη ανέφερε ότι πρόκειται για ένα πολύ ήρεμο άνθρωπο, χωρίς να δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα στο γραφείο και κάνει τη δουλειά της στην εντέλεια και δεν ενοχλεί κανέναν και ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων, η μάρτυρας ανέφερε χαρακτηριστικά ότι για να είναι δίκαια τόσο στην παραπονούμενη, όσο και στον κατηγορούμενο, εκτελούσαν τα καθήκοντά τους με επάρκεια. Όσον αφορά την ημέρα που αναφλερει στην κατάθεση της, ανέφερε ότι η παραπονούμενη ήταν φανερά αναστατωμένη και ότι αυτή έτρεμε και τις περιέγραψε αυτά που της περιέγραψε και το πρώτο πράγμα που είπε η μάρτυρας στην παραπονούμενη ήταν να ηρεμήσει. Εκείνη την ημέρα ήταν η πρώτη φορά που η παραπονούμενη πήγε στο γραφείο της και περιέγραψε αυτά που περιέγραψε και όταν η μάρτυρας ρώτησε την παραπονούμενη γιατί δεν τα έχει αναφέρει προηγουμένως, επανέλαβε την θέση της ότι η παραπονούμενη της είπε ότι δεν ήθελε να διασυρθεί το γραφείο. Η παραπονούμενη μετά το συμβάν επισκέφτηκε το γραφείο της σε κάποιες στιγμές, ούσα η παραπονούμενη σε έξαλλη κατάσταση, διαμαρτυρόμενη ότι ο κατηγορούμενος της κάνει χειρονομίες στον διάδρομο, αλλά η παραπονούμενη δεν είναι άτομο που διαμαρτύρεται ως XXXXX. Επίσης η μάρτυρας έκανε αναφορά στην ιεραρχία στην XXXXX και την υποχρέωση ο υφιστάμενος να υπακούει στις διαταγές των ανωτέρων και στην παρούσα περίπτωση η παραπονούμενη ήταν υφιστάμενη του κατηγορουμένου λόγω XXXXX. Ανέφερε επίσης ότι ο υπεύθυνος της XXXXX είχε πλήρη εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο, ο οποίος έμπαινε στο γραφείο του προϊσταμένου και έκλειναν την πόρτα. Η στάση του κατηγορουμένου μετά από αυτό το συμβάν είχε αλλάξει απέναντι στην μάρτυρα και ήταν απομακρυσμένος πλήρως από την ίδια, δήλωσε ευθαρσώς ότι η παραπονούμενη δεν έχει καμία επιρροή στο προσωπικό της XXXXX, ενώ από τον κατηγορούμενο ναι, λόγω της θέσης του και συγκεκριμένα λόγω της σχέσης του κατηγορουμένου με τον υπεύθυνο και ήταν εμφανές ότι μετά το επεισόδιο έγινε μία συνωμοσία μεταξύ μελών με υποβολή του υπεύθυνου και είχαν απευθυνθεί ήδη μία ομάδα συναδέλφων στον XXXXX για να του πουν ότι η παραπονούμενη ήταν ψυχοπαθής και ότι ο κατηγορούμενος δεν πείραξε άλλη και αυτά κατά την άποψη της μάρτυρος δεν έχουν καμία σχέση με το τι προσωπικά συνέβηκε στην παραπονούμενη. Η παραπονούμενοι δεν ντυνόταν προκλητικά λόγω ακριβώς της XXXXX που υπάρχει στην XXXXX και περιέγραψε την παραπονούμενη όσον αφορά την προσωπική της ζωή ως κλειστό χαρακτήρα και ουδέποτε άκουσε η μάρτυρας κάτι για την παραπονούμενη. Η μάρτυρας ανέφερε χαρακτηριστικά ότι εκπλάγηκε με αυτά που της είπε η παραπονούμενη, αλλά δεν εκπλάγηκε για το περιεχόμενο των όσων έχουν ακούσει, διότι ο κατηγορούμενος πολλές φορές αναφερόταν σε γυναικεία σώματα και λίγες μέρες πριν από το συμβάν σε ανυποψίαστο χρόνο ο κατηγορούμενος πήγε στο γραφείο της και της είπε ότι ενώ ήταν στην παραλία, πήγε ένας Αράπης και του είπε να του δώσει 5 ευρώ και ΄΄να πάει να του κάνει ήντα που να του κάνει΄΄ και ότι σε ένα άλλο περιστατικό ένα ζευγαράκι ήταν στο αυτοκίνητο και του ζήτησαν να πάει να κάνουν τρίο. Εκείνη τη στιγμή η μάρτυρας του είπε και του επανέλαβε και άλλες φορές ότι δεν μπορεί να ασχολείται με ανθρώπους που ο νους τους είναι μονίμως από τη μέση και κάτω και για τις δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος της είπε, θυμάται πολύ καλά που του είπε ότι δεν μπορεί να σκεφτεί να φανταστεί να κάνουν μία τέτοια πρόταση στον σύζυγό της και ο νοών νοείτω. Επανέλαβε την θέση της ότι η παραπονούμενη είναι άτομο λιγομίλητο, χωρίς να δημιουργήσει το παραμικρό πρόβλημα και δεν σχολιάζει και ούτε περιφέρεται στα γραφεία. Περιέγραψε επίσης πως είναι διαμορφωμένος ο χορός της XXXXX και ειδικότερα ο χώρος όπου βρίσκεται το γραφείο της ίδιας, της παραπονούμενης, του κατηγορουμένου, ως επίσης και ο χώρος όπου βρίσκεται η φωτοτυπική, όπου σύμφωνα με την παραπονούμενη έγινε το ένα από τα πολλά περιστατικά των σεξουαλικών παρενοχλήσεων του κατηγορουμένου προς την παραπονούμενη, λέγοντας χαρακτηριστικά η μάρτυρας ότι κλείνει την πόρτα της για να εκτελέσει τα καθήκοντά της και ότι δεν περιφέρεται η ίδια στον διάδρομο και ότι δεν ακούει τι γίνεται στα άλλα γραφεία ή στον διάδρομο παρά μόνο εάν κάποιος φωνάζει. Ανέφερε ότι δεν έχει ακούσει ποτέ την παραπονούμενη να λέει ότι είναι μια θεά και ούτε νομίζει η μάρτυρας ότι η παραπονούμενη έχει αυτή την εντύπωση και ούτε είχε εμμονή ότι είναι μία θεά, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι η παραπονούμενη είναι συνεσταλμένο άτομο, αλλά εάν λέχθηκε αυτό υπό τύπου αστείου δεν σημαίνει ότι το πιστεύει κάποιος, αλλά αν το άκουγε, δηλαδή αν έφτανε στα αυτιά της από άλλους, αυτό θα σχολιαζόταν, αλλά δεν υπήρχε τέτοιο κρούσμα, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Όταν αναζήτησαν με την παραπονούμενη στο γραφείο της και προηγήθηκε το περιστατικό σύμφωνα με το οποίο ρώτησαν την μάρτυρα αν η παραπονούμενη πήγε κοντά της για να κλαφτεί, τα άτομα εκείνα δεν γνώριζαν εκείνη τη στιγμή ότι ανέφερε στην παραπονούμενη να πάει στον XXXXX να το αναφέρει. Εξέφρασε την άποψη της ως γυναίκα ότι η παραπονούμενη δεν θα προέβαινε σε μία ψεύτικη καταγγελία, διότι δεν θα έβαζε η παραπονούμενη τον εαυτό της σε ένα τέτοιο επεισόδιο εάν δεν γινόταν στην πραγματικότητα. Υπήρχε ανησυχία εάν πράγματι η παραπονούμενη προέβηκε σε καταγγελία και αυτός ήταν ο λόγος που την έψαχναν και δεν ήταν καθόλου τυχαίο. Ως προς τον χώρο της φωτοτυπικής, ανέφερε ότι η φωτοτυπική μπορεί να γίνει ορατή από τον διάδρομο και όχι από τα γραφεία, υπάρχει ευχέρεια η πόρτα να κλείνει και να ανοίγει και ο καθένας μπορεί να έχει πρόσβαση, αλλά κατά πόσο χρειάζεται κάποιος να φωτοτυπεί, αυτό είναι κάπως σπάνιο. Στην αντεξέταση της αναφέρθηκε στην επαγγελματική σταδιοδρομία και ανέφερε ότι όταν έδινε την κατάθεση της επικεντρώθηκε στο παράπονο της συναδέλφου και αυτός ήταν ο λόγος που δεν ανέφερε στην κατάθεση της τα όσα ο κατηγορούμενος φέρεται να της είπε κάποιες μέρες προηγουμένως πριν να δώσει την κατάθεση της. Η παραπονούμενη όπως ανέφερε ο μάρτυρας ήταν φοβισμένη και δεν το έχει αναφέρει προηγουμένως και τόλμησε μόνο εκείνη την ημέρα που της υπέβαλε το παράπονο και όπως της είχε πει δεν πήγαινε άλλο. Η μάρτυρας τόνισε ότι δεν είχε σκοπό ούτε να δικάσει, ούτε να καταδικάσει κάποιον και ότι δεν είναι ευχάριστο για την ίδια να καταθέτει για συνάδερφο σε σχέση με συνάδελφο για ένα τέτοιο αδίκημα, αρνούμενη υποβληθείσες θέσεις ότι ο κατηγορούμενος δεν της έχει αναφέρει αυτά που φέρεται η μάρτυρας να έχει πει. Επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι έγινε καταγγελία από σύζυγο συναδέλφου της εναντίον της και την ίδια στάση κράτησε αναφορικά με υποβληθείσα θέση ότι υπήρχαν εσωτερικές έριδες που αφορούσαν τα καθήκοντα και την εκτέλεση αυτών από XXXXX.Αναφέρθηκε στην έκταση που γνώριζε ως προς τα καθήκοντά της παραπονούμενης και συγκεκριμένα δεν ήξερε οτιδήποτε για την ύπαρξη εγγράφων από ψυχολόγο και ψυχίατρο που προσκόμισε η παραπονούμενη, αρνούμενη ουσιαστικά θέση ότι αυτό το γνώριζε. Επίσης εξέφρασε άγνοια για περιστατικά που της υποβλήθηκαν που έγιναν με τους Μ.Υ. 1 και
- Επανέλαβε την θέση της ως προς το θέμα του αυτοσαρκασμού, απαντώντας σε ερώτηση κατά πόσο γνώριζε ότι η παραπονούμενη παρουσιάζει τον εαυτό της ως θεά , ως επίσης εξέφρασε άγνοια κατά πόσο η παραπονούμενη έκανε χρήση πολλών ημερών αναρρωτικής άδειας. Ανέφερε επίσης ότι ο XXXXX δεν την ενημερώνει για όλα και δεν γνώριζε επακριβώς τι συζητούσαν ο XXXXX με τον κατηγορούμενο όταν συναντιόταν στο γραφείο του XXXXX και έκλειναν την πόρτα. Περιέγραψε εκ νέου τον χώρο που βρίσκεται η φωτοτυπική, καθώς επίσης γενικά τον χώρο που βρίσκεται το γραφείο της ίδιας, της παραπονούμενης, του κατηγορουμένου και του ΜΥ
- Ως προς τα δύο περιστατικά που περιέγραψε προφορικά με βάση την οποία ο κατηγορούμενος της ανέφερε δύο περιστατικά που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δηλαδή με τον Αράπη και το ζευγαράκι και όταν ερωτήθηκε γιατί δεν τα περιέγραψε στην κατάθεση της, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι θα ήταν ΄΄δατσιλίκι΄΄ ενώ τα αναφέρει προφορικά επειδή είναι μάρτυρας κατηγορίας και για να στηρίξει την θέση της. Έκανε αναφορά σε άτομα που εργάζονται στον ίδιο χώρο και που με προτροπή του υπεύθυνου της XXXXX και άλλα άτομα χωρίς τη θέλησή τους στήριξαν ουσιαστικά τον κατηγορούμενο και άλλα άτομα δεν έχουν δώσει κατάθεση, εκφράζοντας την ευαρέσκεια τους για αυτό. Ο ΜΚ 2 ως μέρος της κύριας εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο
- Σε αυτήν κάνει αναφορά ότι στις 17 Ιουνίου 2015 ανέλαβε την διερεύνηση της ποινικής υπόθεσης που αφορά την καταγγελία της παραπονούμενης που XXXXX για σεξουαλική παρενόχληση και παράνομης επίθεσης κατά την χρονική περίοδο 2010 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2016 στον χώρο εργασίας της από τον κατηγορούμενο, ο οποίος επίσης XXXXX Λεμεσού. Στις 21 Ιουνίου 2016 το απόγευμα έλαβε κατάθεση από την παραπονούμενη, στην οποία υιοθετεί τα όσα κατάθεσε στην κατάθεση της στις 19 Απριλίου 2016 κατά την διενέργεια διοικητικής έρευνας από XXXXX και περαιτέρω ανέφερε ότι τα όσα έγιναν εις βάρος της από τον κατηγορούμενο αποτελούν σεξουαλική παρενόχληση και επιθυμεί την ποινική του δίωξη. Στις 7 Ιουλίου 2016 το πρωί πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο με την οποία υιοθετεί το περιεχόμενο της κατάθεσης του που έδωσε στις 21 Απριλίου 2016 στον ανώτερο υπαστυνόμο για την διενέργεια διοικητικής έρευνας και ποινικής έρευνας. Ακολούθως την ίδια ημέρα κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αφού το επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται τις κατηγορίες. Στις 15 Ιουλίου 2016 στα γραφεία XXXXX, συγκεκριμένος XXXXX έλαβε με υπόδειξη του αριθμό φωτογραφιών από το γραφείο στο οποίο εργαζόταν η παραπονούμενη καθώς και το διάδρομο που οδηγεί στο γραφείο της όπου βρίσκεται και η φωτοτυπική μηχανή. Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης του αναγνώρισε την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο και την γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε σ' αυτόν, έκανε αναφορά ως προς το αδίκημα της κοινής επίθεσης για το οποίο κατηγορήθηκε ο κατηγορούμενος, καθώς επίσης ο μάρτυρας αναγνώρισε το φωτογραφικό υλικό που δείχνει τον χώρο της φωτοτυπικής και που λήφθηκε με υπόδειξη του ίδιου από συγκεκριμένο XXXXX. Ανέφερε επίσης ότι δεν έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με τον κατηγορούμενο ή την παραπονούμενη. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι είναι ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης και συνεπώς έχει δει την κατάθεση της παραπονούμενης και ερωτήθηκε και έδωσε κάποιες αναφορές, στην έκταση που γνώρισε ή θυμόταν επί του περιεχομένου της και το ίδιο έπραξε και με καταθέσεις άλλων μαρτύρων που παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα και που αρχικά κατατέθηκαν ως τεκμήρια προς αναγνώριση και αργότερα αναγνωρίστηκαν από τους ανάλογους μάρτυρες. Η ΜΚ 3 ως μέρος της κύριας εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι κλινική ψυχολόγος στο επάγγελμα και από το 2002 μέχρι το 2010 είχε ιδιωτικό γραφείο. Μεταξύ των ασθενών της ήταν η παραπονούμενη, με την οποία διατηρούσαν οικογενειακές σχέσεις. Η παραπονούμενη παρουσιάζει νευρική ανορεξία, κατάθλιψη και αγοραφοβία. Εξαιτίας της οικογενειακής σχέσεις και των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η παραπονούμενη και η οικογένειά της συνέχισαν τις θεραπευτικές συναντήσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα. Για την έρευνα που διεξάγεται δεν είναι εις γνώσιν της μάρτυρος καμία αναφορά από πλευράς της παραπονούμενης στην ίδια για οποιοδήποτε άτομο το οποίο να την είχε παρενοχλήσει σεξουαλικά όπως ανέφερε η παραπονούμενη. Στο πλαίσιο της ψυχοθεραπείας, κύριο μέρος ήταν η υποκειμενική και η αντικειμενική ερμηνεία συμπεριφορών και γεγονότων. Η θεραπευτική διαδικασία έγκειτο στην διόρθωση ερμηνειών και προώθηση δεξιοτήτων αντιμετώπισης τόσο σε επαγγελματικό, όσο και σε κοινωνικό περιβάλλον. Ανέφερε η μάρτυρας ότι έχει να δει την παραπονούμενη τρεις μήνες πριν από την ημερομηνία που έδωσε κατάθεση η μάρτυρας, χωρίς α έχει καμιά αναφορά σε οτιδήποτε συμβαίνει στη ζωή της. Οι μάρτυρες αυτή έδωσε την κατάθεση της στις 22 Απριλίου
- Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης της ανέφερε ότι παρακολουθούσε την παραπονούμενη για συγκεκριμένα θέματα τα οποία πάντα ήταν ψυχολογικά και τα οποία είχαν μία διάρκεια και μία επανάληψη, τις περισσότερες φορές που κάποτε σε ένα ψυχολόγο δεν είναι γνωστό τι βιώνει και η παραπονούμενη ήρθε με κάποια προβλήματα, τα οποία στην πορεία απόκτησαν ονομασία, σημασία και πως αυτά συνδέονται με την καθημερινή πραγματικότητα εσωτερική και εξωτερική, άρα δεν είναι πάντα σε γεγονότα ή βίωμα, κάποιες φορές υπάρχει αναφορά σε γεγονότα, διότι πολλές φορές η ψυχοθεραπεία είναι διαδικασία αλληλεπίδρασης, όπου συζητούνται σκέψεις συνειρμοί, συναισθήματα, όνειρα, παιδικές αναμνήσεις. Στην αντεξέταση της διευκρίνισε ότι αυτό που εννοεί σε διόρθωση ερμηνειών, εννοεί σε αυτή τη διαδικασία δεν εννοούσε την παρερμηνεία, αλλά η παραπονούμενη είναι ένα άτομο ευάλωτο συναισθηματικά, όπως ο καθένας, ερμήνευε την εμπειρία της με μία έκταση, με μία διόγκωση, εξ΄ού και το πρόβλημα, άρα η θεραπευτική διαδικασία είχε ως στόχο να μπορεί να συγκλίνει με υγιή και ωφέλιμο τρόπο η ερμηνεία και το πως το βιώνει και να υπάρχει μία αναλογία. Ο ΜΚ 4 ως μέρος της κύριας εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο 10, σημειωτέο ότι έδωσε μία συμπληρωματική κατάθεση δηλαδή το τεκμήριο 11, στην οποία απλώς υιοθετεί το περιεχόμενο του τεκμηρίου 10 και το επαναλαμβάνει. Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι ψυχίατρος, νευρολόγος και ψυχοθεραπευτής. Από τις 23 Δεκεμβρίου 2004 παρακολουθεί την παραπονούμενη, η οποία έχει μία σοβαρή ψυχοπαθολογία και δεν είχε νοητική καθυστέρηση. Προοδευτικά η κατάσταση της εξελίχθηκε πάρα πολύ καλά, παρά τον μεγάλο βαθμό δυσκολίας και μπορούσε να καταφέρει σχεδόν από μόνη της. Από τις 1 Ιουνίου 2012 η παραπονούμενη δεν ήρθε σε άλλη επίσκεψη, παρά την πολύ αραιή τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν όταν χρειαζόταν κάτι. Στις 20 Απριλίου 2016 το πρωί, η παραπονούμενη τον επισκέφτηκε στο ιατρείο του και ήταν πάρα πολύ αναστατωμένη. Του ανέφερε διάφορα γεγονότα λεκτικά και μη, που κατά την άποψη του μάρτυρα αποτελούν σεξουαλική παρενόχληση εις βάρος της από συνάδελφο της όπως η ίδια του έχει πει. Ο μάρτυρας δεν θεωρεί συνετό να εισέλθει σε λεπτομέρειες των περιγραφών της παραπονούμενης. Σε όλη τη διάρκεια της θεραπευτικής του σχέσης, η παραπονούμενη ουδέποτε αναφέρθηκε σε ανάρμοστο περιστατικό. Η παραπονούμενη είναι άτομο με ιδιαίτερη ευαισθησία στην σεξουαλική παρενόχληση, διότι στα 17 της χρόνια είχε συμβεί σοβαρότατο επεισόδιο που επηρέασε προσωρινά την εξέλιξη της, αλλά όχι σε βαθμό που με το παραμικρό να αντιδρά. Για πρώτη φορά από το 2012 που ήταν η τελευταία επίσκεψή της παραπονούμενης έχει αρχίσει εκ νέου φαρμακευτική αγωγή. Στις 20 Απριλίου 2016 όταν η παραπονούμενη ήρθε στο ιατρείο του, πιστεύει ο μάρτυρας ότι τα όσα εξιστόρισε η παραπονούμενη σε σχέση με την παρενόχληση που δεχόταν στο χώρο εργασίας της για αρκετό καιρό τα έχει βιώσει και είναι μια πραγματικότητα. Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης του, διευκρίνισε ότι η άποψη του ότι αυτά που του ανέφερε η παραπονούμενη στις 20 Απριλίου 2016 ότι είναι ορθά, κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα διότι γνωρίζει την παραπονούμενη από το 2004 και είναι σίγουρος ότι αυτά συνέβησαν. Ως προς την εξέλιξη της παραπονούμενης, ανέφερε ότι αυτή είχε μία σοβαρότατη ψυχοπαθολογία και κυρίως λόγω σεξουαλικών παρενοχλήσεων, είχε μία διάσπαση του εγώ και γενικά είχε βιώσει και υποφέρει πολλές καταστάσεις και είχε κάνει απόπειρες αυτοκτονίας. Μέχρι το 2012 είχε εξελιχθεί η κατάσταση της αρκετά ικανοποιητικά και μπορούσε να τα καταφέρει με αρκετή δυσκολία αρκετά καλά, σταμάτησε τα φάρμακα και μέχρι τις 20 Απριλίου 2016 που η παραπονούμενη τον επισκέφτηκε ξανά, παρόλο που είχαν συχνές τηλεφωνικές επικοινωνίες, δνε χρειάστηκε να έρθει στο ιατρείο του. Από τις 20 Απριλίου 2016 μέχρι το 2018 είχε μία συστηματική παρακολούθηση, σιγά-σιγά ορθοπόδησε και έκτοτε έχει να την δει και έμαθε την ημέρα που έδινε την μαρτυρία του στο Δικαστήριο ότι η παραπονούμενη τεκνοποίησε και αυτό ο μάρτυρας το θεωρεί άθλο για την παραπονούμενη και χάρηκε για αυτή, διότι σίγουρα είχε βιώσει τις τεράστιες δυσκολίες που βίωσε και από το 2018 η παραπονούμενη δεν του έχει τηλεφωνήσει. Η παραπονούμενη στις πολύ δύσκολες καταστάσεις έπαιρνε φάρμακα, κατά διαστήματα προσπαθούσε να τα διακόψει, σε δύο με τρεις περιπτώσεις όταν οι εξελίξεις ήταν καλές την ενθάρρυνε η μάρτυρας να τα διακόψει, ορισμένες φορές τα κατάφερνε, ορισμένες φορές όχι, και για να τεκνοποιήσει η παραπονούμενη σήμερα πρέπει να είναι σε αρκετά καλή κατάσταση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι κατά διαστήματα η παραπονούμενη προσπαθούσε να επικοινωνήσει και με άλλους θεραπευτές και δεν γνώριζε οτιδήποτε για την ΜΚ 3 και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι η παραπονούμενη ήταν σε πρόγραμμα θεραπευτικής διαδικασίας για διόρθωση ερμηνειών και κατά πόσο συμφωνούσε με αυτό και κατά πόσο η παραπονούμενη χρειαζόταν αυτό από το 2002, ανέφερε ότι κατά διαστήματα η παραπονούμενη χρειαζόταν μία γνωσιακή συμπεριφεριακή βοήθεια την οποία λαμβάνει η παραπονούμενη από τον ίδιο και ήταν τόσο φορτισμένη η παραπονούμενη που καλά έκανε και ζήτησε επιπρόσθετη βοήθεια. Ο μάρτυρας αυτός δεν μπήκε σε λεπτομέρειες για το τι η παραπονούμενη του έχει περιγράψει ως σεξουαλικές παρενοχλήσεις στον εργασιακό χώρο και όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η παραπονούμενη ήταν up and down, αλλά είχε πλήρη επίγνωση, ακόμα και για τις προθέσεις των άλλων και δεν έλεγε ψέματα. Περιέγραψε συνοπτικά ο μάρτυρας τι είναι η γνωσιακή συμπεριφεριακή βοήθεια, αλλά όταν ερωτήθηκε τι ήταν αυτή η σοβαρή ψυχοπαθολογία που αντιμετώπιζε η παραπονούμενη δεν το ανέλυσε, λέγοντας ότι αυτό είναι καθαρά θέμα θεραπευτικό, περιορίστηκε στο να πει ότι η παραπονούμενη δεν είναι τρελή, ούτε νοητικά καθυστερημένη και ότι αυτά που έλεγε είναι αλήθεια. Έδωσε επίσης την δική του ερμηνεία για το πως εκλαμβάνεται μία σεξουαλική παρενόχληση και ακολούθως αναφέρθηκε στις επικοινωνίες που είχε με την παραπονούμενη, στην παρακολούθηση της κατά χρονικά διαστήματα και στην έκταση που θυμόταν ότι η παραπονούμενη του έχει περιγράψει και έδωσε τις δικές του τοποθετήσεις κατά πόσο η παραπονούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα μέρος αυτού όταν ο μάρτυρας την παρακολουθούσε κατά πόσο η παραπονούμενη του έχει αναφέρει οτιδήποτε για σεξουαλικές παρενόχλησης και σε κατοπινό στάδιο διευκρίνισε ότι οποιαδήποτε μνεία για σεξουαλική παρενόχληση για οποιοδήποτε θέμα για την υπό διερεύνηση υπόθεση θα ήταν κατεγραμμένα στην υπόθεση και θα το ανέφερνε στην αστυνομία. Επίσης αναφέρθηκε στην φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε η παραπονούμενη. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι τα πράγματα όπως τα έχει περιγράψει η παραπονούμενη δεν έχουν γίνει είτε όπως τα είχε περιγράψει είτε δεν είχε αντιληφθεί ορθά ή δεν έγιναν, ανέφερε ότι μετά απ' όλα αυτά η παραπονούμενη αποδιοργανώθηκε και ποτέ στον ίδιο δεν θα του έλεγε ψέματα, θα του έλεγε την αλήθεια και όλη η συναισθηματική της έκφραση και το όλο ποιόν της ιστορίας της και με βάση τις επόμενες συναντήσεις, είναι της άποψης ότι η παραπονούμενη δεν θα κορόιδευε τον ψυχοθεραπευτή που είχε καλή σχέση. Ανέφερε επίσης ότι ήταν ο ίδιος που της έχει δώσει πιστοποιητικό για να την βοηθήσει να μην εκτελεί επιπλέον καθήκονταη διότι ορισμένες φορές δεν μπορούσε να διαχειριστεί το άγχος και την πίεση, δεν μπορούσε να βρεθεί σε τόπο με πολύ κόσμο και να τους βάλει σε τάξη και ήταν σε πανικό. Η ΜΚ 5 είναι η παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση. Ως μέρος της κύριας εξέτασης της υιοθέτησε τα τεκμήρια 12, 13 και
- Στην αρχή της πρώτης της κατάθεσης κάνει αναφορά στην αποφοίτηση της από συγκεκριμένο λύκειο της Λεμεσού και την μετάβαση της για σπουδές σε εκπαιδευτικό ίδρυμα στην Ελλάδα, οι οποίες διακόπησαν λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και συγκεκριμένα με κατάθλιψη και τότε άρχισε να την παρακολουθεί η ΜΚ 3, η οποία την παρέπεμψε στον ΜΚ 4, ο οποίος τότε της σύστησε να μην συνεχίσει τις σπουδές της ή να τις διακόψει για ένα διάστημα μέχρι να λύσει τα προβλήματα κατάθλιψης που αντιμετώπιζε και έτσι η παραπονούμενη έμεινε στην Κύπρο και από τότε μέχρι και σήμερα λαμβάνει φάρμακα μετά από σύσταση του ψυχίατρου της. Ακολούθως κάνει αναφορά στον γάμο που τέλεσε με XXXXX, ο οποίος και κατέρρευσε χωρίς να αποκτήσουν παιδιά, λόγω προβλημάτων που υπήρχαν και που προέκυψαν μετά από επεμβάσεις των γονέων λόγω θρησκείας και τότε χώρισαν. Τον κατηγορούμενο τον γνώρισε στην XXXXX, αλλά αρχικά δεν είχαν συνεργασία, διότι ήταν σε διαφορετικά τμήματα, ενώ σε κατοπινό στάδιο όταν μετατέθηκε σε συγκεκριμένο τομέα, η παραπονούμενη είχαν καθημερινή συνεργασία. Συγκεκριμένα, θυμάται μια φορά που επανειλημμένως πήγε στο γραφείο της και ο κατηγορούμενος την ρώτησε πόσες ήταν οι πιο πολλές φορές που έκανε σεξ και αυτή τον ρώτησε ΄΄χάνεις τι είναι αυτά που με ρωτάς΄΄ και επειδή ο κατηγορούμενος την πλησίασε και την έκανε να νιώσει άβολα, τότε του είπε έναν αριθμό, νομίζει έξι, για να τον αποφύγει. Τότε εκείνος της απάντησε ότι το έκανε εννέα φορές και γενικά της ανέφερε αυτό που αναγράφεται σε συγκεκριμένες λεπτομέρειες ενός από τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και αναγράφησαν πιο πάνω. Η ίδια στεκόταν και ο κατηγορούμενος ήρθε πάρα πολύ κοντά της, χωρίς να την ακουμπήσει. Μετά έφυγε, διότι μπήκε μία συνάδελφος μέσα στο γραφείο, χωρίς να θυμάται ποια ήταν. Η παραπονούμενη αυτό το περιστατικό δεν το είπε σε κανέναν, ούτε στον ψυχίατρο της ή την ψυχολόγο της, αλλά από εκείνη την ημέρα άρχισε να νιώθει αηδία για τον κατηγορούμενο. Η παραπονούμενη προσπαθούσε να συνεχίσει την καθημερινότητα της στη δουλειά, χωρίς να δώσει σημασία γι' αυτό που έγινε ή να αφήσει κάποιον να καταλάβει κάτι. Ο κατηγορούμενος συνέχισε όμως να της κάνει κομπλιμέντα, τα οποία την ενοχλούσαν, όμως δεν είχε την δύναμη η παραπονούμενη να το πει απευθείας ότι την ενοχλούν αυτά που ο κατηγορούμενος κάνει, διότι φοβόταν ότι θα γυρίσει μπούμερανγκ σε αυτή. Τα κομπλιμέντα που της έκανε ήταν ΄΄είσαι όμορφη΄΄, ΄΄είσαι η πιο όμορφη στην XXXXX ΄΄, ΄΄έχεις όμορφα μάτια΄΄, ΄΄τα χείλη σου είναι πολλά όμορφα΄΄, όμως από τον τρόπο που την έβλεπε καταλάβαινε ότι την φλερτάρει με απαίσιο τρόπο και αυτό την ενοχλούσε. Δύο χρόνια πριν να δώσει την κατάθεση της΄, δηλαδή το 2014, έχοντας υπόψη ότι την κατάθεση της την έδωσε στις 19 Απριλίου 2016, ανέφερε ότι η ίδια ενώ βρισκόταν στην φωτοτυπική, ήρθε από πίσω της ο κατηγορούμενος και κόλλησε ολόκληρο το σώμα της πάνω του και συγκεκριμένα της λύγισε το πόδι της με το πόδι του και είχε νιώσει όλο της το σώμα να ακουμπάει το δικό του. Τότε η παραπονούμενη ξαφνιάστηκε και σοκαρίστηκε, ο κατηγορούμενος δεν έφυγε και γελούσε και αμέσως η ίδια αποτραβήχτηκε. Μετά ο κατηγορούμενος έφυγε χωρίς να πει τίποτε, ενώ η ίδια του είπε ΄΄ήντα που κάμνεις΄΄. Το περιστατικό αυτό δεν το ανέφερε σε κανένα στο χώρο της εργασίας της, όμως ένιωθα αηδία. Στην επόμενη συνάντηση που είχε με την ψυχολόγο της, της το ανέφερε και εκείνη την συμβούλεψε να το αναφέρει στους ανώτερους της στη δουλειά, όμως η παραπονούμενη είπε στην ψυχολόγο της ότι δεν μπορεί να μπει σε αυτήν τη διαδικασία διότι κανένας δεν θα την πιστέψει. Τότε η ΜΚ 3 της είπε κάποιες συμβουλές πώς να αντιδράσει αν δοκιμάσει να την ξαναενοχλήσει ο κατηγορούμενος. Κάθε φορά που ερχόταν στο γραφείο της ο κατηγορούμενος και την πλησίαζε, δηλαδή ακουμπούσε το πόδι του στο χέρι της όπως καθόταν, αυτή σοκαριζόταν και δεν μπορούσε να αντιδράσει. Βασικά από το σοκ ξεχνούσε όλα τα λόγια που της έλεγε η ΜΚ να του πει. Το καλοκαίρι του 2014, σε μια από τις πολλές φορές που πήγαινε η παραπονούμενη στο γραφείο του κατηγορουμένου και ήταν μόνος του για να του πάρει υποθέσεις, ο κατηγορούμενος της είπε ότι πήγε στη θάλασσα και όταν επέστρεψε σπίτι είδε στον καθρέφτη ότι το ΄΄πράγμα΄΄ του και ο πισινός του τα οποία της έδειξε με το δάχτυλο του πάνω από το παντελόνι ήταν άσπρα για αυτό αποφάσισε ότι την επόμενη φορά που θα πάει θάλασσα να τραβήξει το μαγιό του για να μαυρίσει παντού, αλλά μπροστά την ρώτησε τι θα κάνει για να μαυρίσει. Η παραπονούμενη δεν του απάντησε από το σοκ και ούτε είπε το περιστατικό σε κανέναν. Νομίζει ότι στις αρχές Φεβρουαρίου 2016 πήγε στο γραφείο του κατηγορουμένου για να του πάρει υποθέσεις και έτυχε να λείπει συγκεκριμένη συνάδελφος και μόλις μπήκε η παραπονούμενη είπε ΄΄καλώς την όμορφη΄΄ και η παραπονούμενη τον αγνοήσε και άρχισε να του εξηγεί τις υποθέσεις και εκείνος συνέχιζε ΄΄εγώ σου λέω καλώς την όμορφη και εσύ μου μιλάς για υποθέσεις΄΄ και τότε η παραπονούμενη αντίδρασε για πρώτη φορά και του είπε ότι της προκαλεί άγχος και να το κόψει και έφυγε. Από τότε άρχισε να είναι πιο προσεκτική μαζί του, δηλαδή δεν πήγαινε στο γραφείο του αν δεν ήταν η συγκεκριμένη συνάδελφος και όποτε έτυχε να έρθει ο κατηγορούμενος στο γραφείο της υπήρχε κάποιο άτομο εκεί. Από τότε η παραπονούμενη ότι οδηγίες της έδινε ο κατηγορούμενος δεν τις υλοποιούσε από αντίδραση για την συμπεριφορά του απέναντί της. Στις 8 Απριλίου 2016 ο κατηγορούμενος την κατάγγειλε στον υπεύθυνο της XXXXX ότι δεν εκτελεί τις νόμιμες διαταγές που της δίνει και ο υπεύθυνος της XXXXX της έκανε παρατήρηση και τότε κατάλαβε η παραπονούμενη ότι ο υπεύθυνος της XXXXX ήταν με το μέρος του κατηγορούμενου. Τότε η παραπονούμενη είχε ζητήσει από τον υπεύθυνο της XXXXX να μιλήσουν μόνοι τους και τότε η παραπονούμενη του είπε ότι δέχεται σεξουαλική παρενόχληση από τον κατηγορούμενο εδώ και εφτά χρόνια. Αμέσως ο υπεύθυνος της XXXXX ζήτησε να του πει τι έγινε ακριβώς και τότε η παραπονούμενη του είπε αρχικά ότι ντρέπεται και δεν μπορεί να του πει, όμως αυτός επέμενε και έτσι του είπε το περιστατικό που ο κατηγορούμενος ττην ρωτούσε πόσες φορές έκανε σεξ με τον άντρα της. Δεν μπορούσε να του πει οτιδήποτε άλλο και τότε ο υπεύθυνος της XXXXX της είπε ότι θα χειριστεί ο ίδιος το θέμα, αλλά η παραπονούμενη τον παρακάλεσε να μην πει στον κατηγορούμενο οτιδήποτε διότι θα γίνουν χειρότερα τα πράγματα. Από εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος ερχόταν συνέχεια στο γραφείο της με πρόφαση να φέρνει υποθέσεις και αυτό την ενοχλούσε. Στις 14 Απριλίου 2016 ο κατηγορούμενος ήρθε στο γραφείο της για συγκεκριμένη εργασία και τότε ο ίδιος την πλησίασε όπως καθόταν και η ίδια τραβήχτηκε, όμως δεν την άγγιξε. Μετά από αυτό το περιστατικό η παραπονούμενη αγχώθηκε πάρα πολύ και πήγε στον υπεύθυνο τις XXXXX και τον ρώτησε αν μίλησε με τον κατηγορούμενο και του ανέφερε ότι η ίδια δεν θέλει να έχει οποιαδήποτε επαφή μαζί του. Ο υπεύθυνος της XXXXX της είχε μιλήσει απότομα. Στις 18 Απριλίου 2016 ο υπεύθυνος της XXXXX άρχισε να της φωνάζει ότι όσες φορές την πήρε στο τηλέφωνο δεν απαντούσε και της ζήτησε να πάει στο γραφείο του. Η παραπονούμενη ένιωσε ότι την έκανε ρεζίλι στο γραφείο, επίσης ανέφερε ότι χάρη σε αυτήν βρίσκεται στην XXXXX και ότι έβαλε συγκεκριμένα άτομα να την πάρουν εκεί. Το ότι η παραπονούμενη είπε στον υπεύθυνο της XXXXX ότι πράγματι είχε πάει σε συγκεκριμένο πρόσωπο για να την βοηθήσει για τα προβλήματα που της δημιουργούσαν στην XXXXX διότι είχαν την απαίτηση να εκτελεί επιπλέον καθήκοντα, ενώ αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα. Πριν πάει στο γραφείο του υπεύθυνου της XXXXX, πήγε στο γραφείο της ΜΚ 1 που είναι XXXXX και της είπε ότι δέχεται σεξουαλική παρενόχληση από τον κατηγορούμενο και ότι το ανέφερε στον υπεύθυνο της XXXXX, η Μ.Κ. 1 της είπε ότι αυτά είναι σοβαρά πράγματα και πρέπει να καταγγείλει τον κατηγορούμενο στον XXXXX. Αυτός ήταν και ο λόγος που πήγε στο γραφείο του συγκεκριμένου XXXXX την ημέρα που έδινε την κατάθεση της και του είπε τι γινόταν. Η παραπονούμενη το μόνο που θέλει λόγω των σοβαρών ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει είναι να μετατεθεί σε διαφορετικό χώρο εργασίας από τον κατηγορούμενο και τον υπεύθυνο της XXXXX. Ο λόγος που έκανε την κατάθεση είναι για λόγους αξιοπρέπειας για να ενημερωθούν οι ανώτεροι της και για να την βοηθήσουν να ηρεμήσει και να νιώσει ασφάλεια στο χώρο της εργασίας της. Δεν επιθυμεί ο κατηγορούμενος να πάει Δικαστήριο, ούτε να του ανοίξουν πειθαρχική υπόθεση. Θέλει να μην τον ξαναδεί και να μην ξαναεργαστεί μαζί του. Επίσης σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να μαρτυρήσει εναντίον του κατηγορουμένου σε Δικαστήριο ή άλλη επιτροπή εντός της XXXXX. Αγάπα την εργασία της στην XXXXX διότι την βοηθά να ξεφύγει από τα χρόνια προβλήματα που αντιμετωπίζει και την βοηθά να βρει τον εαυτό της. Στη δεύτερη της κατάθεση αναφέρει ότι έχει πληροφορηθεί από τον XXXXX ότι για την έρευνα που έκαναν δεν μπορούν να ληφθούν μέτρα εναντίον του κατηγορουμένου, διότι τα όσα κατέθεσε η παραπονούμενη δεν θα εξεταστούν από ποινικό η πειθαρχικό Δικαστήριο. Μετά από αυτή την εξέλιξη, δηλώνει η παραπονούμενη ότι θέλει στην βάση της κατάθεσης της και της καταγγελίας που έκανε εναντίον του κατηγορουμένου να γίνει ποινική έρευνα και είναι πρόθυμη να καταθέσει τόσο σε ποινικό, όσο και σε πειθαρχικό Δικαστήριο. Συμπληρώνει ότι η ίδια δεν θέλει να μετατεθεί από την XXXXX γιατί της αρέσει η εργασία της και την βοηθάει στα προβλήματα υγείας που έχει. Στην τρίτη της κατάθεση διευκρίνησε ότι στο σημείο που αναφέρει ότι ενημέρωσε την ψυχολόγο της σχετικά με το περιστατικό που ο κατηγορούμενος κατά το έτος 2014 κόλλησε το σώμα του πάνω της όταν βρίσκονται στην φωτοτυπική, δεν είναι αυτό που εννοούσε ότι της ανέφερε, αλλά τα διάφορα κομπλιμέντα που της έκανε ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω θέλει να προσθέσει για τα όσα έγιναν εις βάρος της από τον κατηγορούμενο τα θεωρείο σεξουαλική παρενόχληση εναντίον της και επιθυμεί την ποινική του δίωξη. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης της αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και αναφέρθηκε στην διαδικασία ένταξης της στην XXXXX. Επιπρόσθετα των περιστατικών που ανέφερε την κατάθεση της, ανέφερε ότι μια φορά ο κατηγορούμενος της πρότεινε να πάει στην αγκαλιά του και να του πει τα προβλήματα που είχε για να την βοηθήσει, αλλά η παραπονούμενη δεν το έπραξε λόγω του ότι είχαν προηγηθεί αυτά που ανέφερε στην κατάθεση της. Επιπρόσθετα ανέφερε ότι διαχρονικά ο κατηγορούμενος αναφερόταν στο σώμα της και την ρωτούσε για την ποσότητα του φαγητού που τρώει, ήθελε ο κατηγορούμενος πάρα πολύ να κάνει στροφή γύρω από το σώμα της, περιέγραψε τον χώρο που εργάζεται και ειδικότερα στον χώρο της φωτοτυπικής και περιέγραψε επίσης και το περιστατικό που έγινε στην φωτοτυπική και το οποίο είδε συγκεκριμένη συνάδελφος τι συνέβηκε και στην οποία της έλεγε ότι ο κατηγορούμενος την ακουμπούσε στην κουζίνα και της έλεγε διάφορα κομπλιμέντα. Αναφέρθηκε στην σχέσεις που είχε ο κατηγορούμενος με τον XXXXX οι οποίες ήταν πολύ καλές, με τον ΜΥ 3 και με άλλα πρόσωπα και περιέγραψε η μαρτυράς ότι μετά την καταγγελία κάποια άλλα άτομα έχουν αποστασιοποιηθεί από την ίδια ή ακόμα είχανε απότομη συμπεριφορά εναντίον της, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά σε περιστατικό που έγινε με τον Μ.Υ. 3 και τα άτομα αυτά ήταν φιλική με τον κατηγορούμενο. Ανέφερε ότι στον ψυχίατρο της μίλησε ξεκάθαρα για αυτές τις συμπεριφορές του κατηγορουμένου μετά που έκανε την καταγγελία στην αστυνομία. Αναφέρθηκε επίσης και στην φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε και σε ένα περιστατικό που λόγω της αναστάτωσης έλαβε υπερδοσολογία με κίνδυνο της ζωή της και κάποιες φορές ήρθε το ασθενοφόρο. Αναφορικά με την συμπεριφορά του κατηγορουμένου, η παραπονούμενη ανέφερε ότι πονεί, λόγω του ότι δεν ζήτησε συγγνώμη και έστρεφε άλλους εναντίον της και δεν έχει μετατεθεί για αρκετό χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος. Σήμερα έχει παντρευτεί και γέννησε ένα αγοράκι και νιώθει πολύ ευτυχισμένη και επέστρεψε πίσω στην εργασία της και λόγω της πανδημίας ήταν στις ευπαθείς ομάδες και επέστρεψε λίγες μέρες πριν από την ημερομηνία που έδωσε την μαρτυρία της στο Δικαστήριο και που ήταν αμέσως μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων που υπήρχαν λόγω της πανδημίας και της προσωρινής αναστολής της περαιτέρω προώθησης συνεχιζόμενων ακροάσεων. Επίσης αναφέρθηκε στην ιεραρχία που υπάρχει στην XXXXX και στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος ήταν ιεραρχικά ανώτερος της. Αντεξεταζόμενη, επανέλαβε την θέση της ότι ήθελε το όλο ζήτημα να λυθεί ενδοτμηματικά για να μην διασυρθεί το γραφείο, αλλά δεν βρήκε την προστασία που αναζητούσε η μάρτυρας και επεξήγησε ότι η λύση η ενδοτμηματική που ανέφερε εννοούσε να αλλάξει πόστο ο ένας για να μην έρχεται σε επαφή ο κατηγορούμενος με την παραπονούμενη και ο XXXXX είπε ότι θα το χειριστεί, αλλά η παραπονούμενη ζήτησε από τον XXXXX να μην πει οτιδήποτε του κατηγορουμένου. Ανέφερε επίσης ότι η συγκεκριμένη συνάδελφος είδε το περιστατικό, αλλά πρώτη φορά το είπε στην ακροαματική διαδικασία και ο λόγος είναι ότι η συγκεκριμένη συνάδελφος της είπε ότι φοβάται την μετάθεση και έτσι η παραπονούμενη δεν ήθελε να την πιέσει και δεν ήθελε η παραπονούμενη να μπλέξει άλλους. Δεν ανέφερε στον XXXXX το περιστατικό με την φωτοτυπική, είπε όμως το περιστατικό που ο κατηγορούμενος την ρώτησε πόσες φορές έκανε σεξ με τον άντρα της και ο λόγος που δεν το έχει αναφέρει στον XXXXX το περιστατικό με την φωτοτυπική είναι διότι θα έπρεπε να περιγράψει σωματικά αυτό που έγινε. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την ακουμπούσε πολλές φορές στο χέρι και ότι η παραπονούμενη ανέφερε στην συνάδελφο της τα περιστατικά στην κουζίνα που ο κατηγορούμενος την ακουμπούσε και ότι η ίδια η παραπονούμενη από το άγχος γελούσε ή δεν αντιδρούσε καθόλου, αλλά δεν είπε στην συνάδελφο της οτιδήποτε για τα κομπλιμέντα. Η μάρτυρας επέρριπτε το φταίξιμο στον εαυτό της που δεν αντιδρούσε στα όσα ο κατηγορούμενος προέβηκε είναι και ότι αρχικά η ίδια δεν καταλάβαινε ότι ήταν σεξουαλική παρενόχληση και ότι αυτό τελικά το αντιλήφθηκε στο περιστατικό με την φωτοτυπική. Επίσης αναφέρθηκε στο τι είπε στην ΜΚ 1 και ότι ουσιαστικά αυτό που ήθελε η μάρτυρας ήταν να μπει ένα τέλος και ότι προηγουμένως η παραπονούμενη αντιδρούσε σαν να μην ήταν ίδια και όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ΄΄αντιδρούσα σαν να μην ήμουν εγώ΄΄. Αναφέρθηκε επίσης και σε περιστατικό όπου ο κατηγορούμενος αποπειράθηκε να την ενόχλησει, αλλά επέστρεψε πίσω διότι δεν ήθελε να υπάρχουν μάρτυρες μπροστά. Στην ΜΚ 3 εξιστορούσε τα κομπλιμέντα που της έκανε ο κατηγορούμενος και ότι την πλησιάζει, αλλά δεν της είπε για το ίδιο άτομο και ότι η ΜΚ 3 ήθελε να την βοηθήσει λόγω των προβλημάτων ανορεξίας και βουλιμίας και αυτά εκδηλώνονταν σε περιπτώσεις με έντονο άγχος και στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω του κατηγορουμένου. Τα πιο πάνω προβλήματα τα γνωρίζει και ο ΜΚ 4 και η βοήθεια που λαμβάνει ήταν για την αγοραφοβία, τις κρίσεις πανικού και την κοινωνική φοβία. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε για την αγοραφοβία που αντιμετωπίζει η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος της είπε ότι θεραπεύεται διότι ρώτησε τον καθηγητή του ο κατηγορούμενος που σπούδαζε κάτι σχετικό. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι την αμφισβητούσε όλο το τμήμα για το πρόβλημα της και μάλιστα αναφέρθηκε και στην φράση "να φατσιήσεις την κκελλέ σου στον τοίχο ώσπου να φκάλει αίμα", καθώς επίσης και σε ένα περιστατικό που αναφέρθηκε λέει ότι δεν φταίει ο συνάδελφος ή οι πολίτες για το τι έγινε, λέγοντας όμως ότι δεν σημαίνει ότι ίδια δεν έχει ικανότητες, έχει όμως δυσκολίες. Έδωσε εξηγήσεις για το τι ανέφερε στο τεκμήριο 14 αναφορικά με την φωτοτυπική και τα κομπλιμέντα και όταν ερωτήθηκε για να δώσει διευκρινίσεις πως υποστηρίζει την θέση της ότι δεν θα την πίστευαν, απάντησε ότι το βάρος που έπαιρνε ήταν από τα χάπια και όχι από το φαγητό. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι μετά από τόσο πόλεμο και ρεζίλι που της έκαναν κάπου έπρεπε το όλο ζήτημα να σταματήσει. Όσον αφορά για το κατά πόσο έλεγε ότι είναι μία θεά, ανέφερε ότι ήταν για αστείο και ήταν και από κοπέλες τα σχόλια, είπε ότι δεν ήθελε να πει για συγκεκριμένο άτομο, αλλά τα έλεγε στον πληθυντικό, δηλαδή ότι της λένε ότι είναι όμορφη και την ενόχλησε το βλέμμα και ο τρόπος του κατηγορουμένου. Άλλοι XXXXX της έκαναν κοπλιμέντα, αλλά δεν την ενοχλούσε την ίδια. Ως προς την φράση που της είπε ο κατηγορούμενος ΄΄καλώς την όμορφη΄΄ ανέφερε ότι το λάθος ήταν όλα τα άλλα που προηγήθηκαν τόσα χρόνια. Όταν ερωτήθηκε γιατί δεν έπαιρνε την προφύλαξη να μπαίνει στο γραφείο του κατηγορουμένου μόνο όταν ήταν συγκεκριμένη συνάδελφος εκεί, ανέφερε ότι έκαμνε ότι δεν συνέβαινε κάτι. Απέρριψε την θέση ότι εκδήλωσε έντονο συναισθηματισμό με τον θάνατο του Michael Jackson και ότι κλητεύτηκε ασθενοφόρο και αυτό που θυμάται ήταν μόνο τα προβλήματα με τον πρώην σύζυγό της. Ανέφερε επίσης ότι πήγε σε συγκεκριμένα αστυνόμο αναγκαστικά διότι δεν έβρισκε ίδια κατανόηση, κάνοντας επίσης αναφορά ότι στον ΜΚ 4 δεν είπε κάποια πράγματα. Σε διάφορα στάδια της αντεξέτασης της αναφέρθηκε με κάποιες λεπτομέρειες αναφορικά με το περιστατικό που έγινε που την αναζητούσαν και που της επέρριπταν ευθύνες ότι δεν απαντούσε στο τηλέφωνο, περιγράφοντας το χώρο γενικά που εργαζόταν, τις σχέσεις που είχε με την ΜΚ 1 και άλλους συναδέλφους της, συμπεριλαμβανομένου και των Μ.Υ. 1, 2 και 3, κάνοντας επίσης αναφορά και σε περιστατικά που έγιναν με αυτούς τους μάρτυρες σε διαφορετικές περιπτώσεις και ποια ήταν η αντίδραση της ίδιας και αυτών των μαρτύρων. Αναφέρθηκε στο τι ακριβώς λέχθηκε εκείνη την ημέρα που έγινε το περιστατικό που την αναζητούσαν και τις αντιδράσεις της ίδιας και τα λεγόμενα προς την ΜΚ 1 και τον XXXXX. Επίσης αναφέρθηκε εκ νέου στο περιστατικό που έγινε στην φωτοτυπική και την αντίδραση μιας συναδέλφου που ήταν εκεί, καθώς επίσης και ποια ήταν η αντίδραση της ίδιας της παραπονούμενης σε αυτό το περιστατικό και πως το έχει εκλάβει και περιγράψει αυτό το περιστατικό στην ΜΚ
- Αναφέρθηκε επίσης και στην εισήγηση της για να γίνει μετάθεση έτσι ώστε να μην έρχεται σε επαφή με τον κατηγορούμενο και έκανε αναφορές στο τι έλεγε και τι δεν έλεγε σε συγκεκριμένη συνάδελφο της αναφορικά με την συμπεριφορά του κατηγορουμένου και γενικά αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο ότι αυτά που επιρρίπτει στον κατηγορούμενο δεν έγιναν ή έχουν παρερμηνευθεί. Επίσης έδωσε διευκρινίσεις για το τι πραγματικά συζητούσε με τους ΜΚ 3 και 4 όταν τους επισκεπτόταν ανάλογα με την χρονική στιγμή που γινόταν αναφορά. Έκανε επίσης αναφορά και στα προβλήματα που αντιμετώπιζε και που ήταν η διατροφή της και που οφείλεται στην συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος προέβηκε και σε άλλα περιστατικά, όπως π.χ. να την ακουμπά, παρά την θέλησή της, τόσο στο γραφείο της, όσο και στην κουζίνα. Περιέγραψε επίσης τι ανέφερε σε συνάδελφο της για τα κομπλιμέντα και τα ακουμπήματα του κατηγορουμένου στο γραφείο και στην κουζίνα και συγκεκριμένα ανέφερε ότι αποτραβιόταν όταν ήταν στο γραφείο και ο κατηγορούμενος ερχόταν πάλι και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι οι άλλες συναδέλφισσες της ίδιας θα μπορούσαν να την δουν. Αναφέρθηκε επίσης για περιστατικό που έγινε όπου ο κατηγορούμενος έφερε φρούτα σε συνάδελφο της παραπονούμενης και ο κατηγορούμενος ήταν προκλητικός και σε άλλες περιπτώσεις όταν ο κατηγορούμενος έμπαινε στο γραφείο της αυτή έβγαινε. Ένοιωσε καλύτερα όταν μίλησε με τον ψυχίατρο της, δηλαδή με τον ΜΚ 4 και αναφέρθηκε επίσης στην επιθυμία της όπως μετατεθεί ο κατηγορούμενος από την XXXXX, όπως και έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο, κάνοντας επίσης αναφορά και σε γεγονός ότι ο πατέρας της ζήτησε την μετάθεση του κατηγορουμένου. Αναφέρθηκε επίσης και σε περιστατικό, σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος είπε στην παραπονούμενη να πάει στην αγκαλιά του και να του πει τα προβλήματα της. Σε κάποιο σημείο η παραπονούμενη ανέφερε ότι στην συγκεκριμένη συνάδελφο της ανέφερε μόνο για τα ακουμπήματα του κατηγορουμένου που γίνονταν στην κουζίνα, καθώς επίσης έκανε αναφορά στον κοινό εκκλησιασμό της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο σε δύο διαφορετικές εκκλησίες και επί αυτού του θέματος υπήρχε αντικρουόμενη εκδοχή για τον λόγο που άλλαξαν εκκλησία η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος την δεύτερη φορά, διότι η κάθε πλευρά ανέφερε και προέβαλε την θέση ότι ο λόγος που άλλαξαν εκκλησία είναι η παρουσία του άλλου. Αναφέρθηκε επίσης και στην αγορά μιας καρέκλας από τον κατηγορούμενο και επανέλαβε την θέση της η παραπονούμενη σε αρκετά μέρη της μαρτυρίας της ότι έφταιγε την ίδια και αυτός ήταν ο λόγος που αντιδρούσε με τον τρόπο που αντιδρούσε και όπως την έχει περιγράψει. Έδωσε επίσης την δική της εκδοχή αναφορικά με ένα περιστατικό που ο κατηγορούμενος της έχει προσφέρει λουλούδια και επί αυτού του θέματος υπήρχε αντικρουόμενη εκδοχή κατά πόσο τα λουλούδια που της πρόσφερε ήταν αυτά που φαίνονται στις φωτογραφίες που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ή όχι και τι έχει προηγηθεί σε σχέση με αυτά. Όσον αφορά το τεκμήριο 15 που είναι μια φωτογραφία που απεικονίζει τον κατηγορούμενο και την παραπονούμενη, ανέφερε ότι προσπαθούσε να ήταν φιλική και προσιτή και να μη φοβάται τον κόσμο και ολοκληρώνοντας την αντεξέταση της, αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ότι δεν έγιναν αυτά που καταλογίζει στον κατηγορούμενο και ότι έχει παρεξηγήσει την στάση του. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της παραπονούμενης η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως κατάθεση ενόρκως και καλεσε τρεις μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος ως μέρος της κύριας εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι στα πλαίσια των καθηκόντων του στην XXXXX, υποχρεωτικά έχει καθημερινή επαφή σχεδόν με όλους τους συναδέλφους του τμήματος. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που υπάρχουν εναντίον του από την παραπονούμενη, αναφέρει ότι ουδέποτε παρενόχλησε σεξουαλικά, ούτε άγγιξε σωματικά την παραπονούμενη, ούτε της άφησε σεξουαλικά ή σεξιστικά υπονοούμενα και αυτά αποτελούν φαντασιώσεις και αποτέλεσμα των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει, όπως η ίδια δηλώνει κατά διαστήματα σε διάφορους συναδέλφους αλλά και με διάφορα περιστατικά που εκδηλώνονταν στο τμήμα XXXXX που αφορούσαν λιποθυμικά της επεισόδια. Εργάζεται στο ίδιο τμήμα με την παραπονούμενη από τον Απρίλιο του 2009 όταν η παραπονούμενη τοποθετήθηκε στο τμήμα XXXXX. Έκτοτε στο πλαίσιο των καθηκόντων τους είχαν σχεδόν καθημερινή επαφή. Εφόσον ο ισχυρισμός της είναι ότι άρχισε να την παρενοχλεί από το 2010, το εύλογο ερώτημα είναι γιατί αποφάσισε να μιλήσει μετά από έξι χρόνια και όχι από τότε που δήθεν άρχισε να την παρενοχλεί. Είναι βέβαιος ο κατηγορούμενος ότι τα όσα διαδραματίστηκαν το τελευταίο χρονικό διάστημα στο τμήμα XXXXX με κρούσματα απειθαρχίας από την ίδια και την επίπληξη της από τον προϊστάμενο τους είναι αυτά που την ώθησαν να προβάλλει αυτούς τους ανυπόστατους ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο προετοιμασίας της επιθεώρησης του ΤΑΕ Λεμεσού, επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί του συγκεκριμένη XXXXX και του ανέφερε ότι ψάχνει απεγνωσμένα την παραπονούμενη και δεν απαντά στα τηλέφωνα του γραφείου της. Χρονικά δεν μπορεί να προσδιορίσει πότε έγινε αυτό το περιστατικό. Τότε ο κατηγορούμενος της είπε ότι θα αναζητήσει την παραπονούμενη και θα της πει να επικοινωνήσει μαζί της. Τότε ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην παραπονούμενη και της είπε ότι την ψάχνει συγκεκριμένη συνάδεφος για κάτι επείγον ώστε να την πάρει τηλέφωνο. Η παραπονούμενη με θράσος του είπε ότι δεν παίρνει κανένα και εκείνος που την θέλει να την παίρνει τηλέφωνο, είναι θέμα αρχής ότι δεν πιάνει κανένα. Τότε ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να υψώσει τον τόνο της φωνής του και να της πει με αυστηρό ύφος να την πάρει τηλέφωνο και ότι την θέλουμε επείγον. Στις 7 Απριλίου 2016 κατά την διάρκεια της επιθεώρησης του τμήματος XXXXX από τον XXXXX διευθυντή Λεμεσού έθεσε αόριστα, χωρίς να κατονομάσει, για μεμονωμένα και μικρά κρούσματα απειθαρχίας από προσωπικό του τμήματος. Στις 14 Απριλίου 2016 βρήκε την παραπονούμενη στο γραφείο συγκεκριμένων XXXXX και χωρίς λόγο η παραπονούμενη του ανέφερε και πάλι το θέμα των τηλεφώνων ότι δεν πρόκειται να παίρνει κανένα τηλέφωνο και ότι το θέμα αρχής της είναι όποιος την θέλει την παίρνει τηλέφωνο, υποδεικνύοντας του να εξυπηρετεί ο ίδιος. Τότε ο κατηγορούμενος της ζήτησε να μεταβούν στο γραφείο του XXXXX με σκοπό την τακτοποίηση του θέματος, αφού κατηγορούμενος θεώρησε ότι δεν υπάκουε στις οδηγίες της. Μετέβησαν στο γραφείο του XXXXX και ο κατηγορούμενος του εξήγησε τα όσα συνέβαιναν και ο υπεύθυνος είπε στην παραπονούμενη ΄΄όταν σου λέει κάτι ο XXXXX να το κάμνεις΄΄. Η παραπονούμενη αντιδρούσε σε αυτά που της έλεγε ο υπεύθυνος και χαρακτηριστικά του ανέφερε πως θα ξεχωρίζει πότε είναι νόμιμη η διαταγή που της δίνεται και υπεύθυνος της είπε ΄΄βάλλε το νου σου να δουλεύκει΄΄. Μετά από αυτή την συνάντηση, την Τρίτη 19 Απριλίου 2016 και ώρα 13:30, ενώ ο κατηγορούμενος ήταν στο γραφείο του, άκουσε πολύ δυνατές φωνές από τον XXXXX που έλεγε πήγαινε στο γραφείο σου. Επειδή ήταν τόσο έντονες και αγριεμένες οι φωνές, σηκώθηκε από το γραφείο του ο κατηγορούμενος για να δει τι συμβαίνει. Στάθηκε ακριβώς στην πόρτα του γραφείου του και πρόσεξε τον XXXXX να στέκεται έξω από το γραφείο του στον διάδρομο και κοιτούσε προς το τέρμα του διαδρόμου και απευθυνόταν στην παραπονούμενη η οποία στεκόταν επίσης στον διάδρομο. Η παραπονούμενη μόλις είδε τον κατηγορούμενο, απευθύνθηκε προς τον XXXXX λέγοντσς του ΄΄επείε τζαι εκούρτησε σε τζιήνος ποτσεί΄΄, εννοώντας προφανώς τον κατηγορούμενο. Τότε ο XXXXX της είπε ξανά ΄΄πήγαινε στο γραφείο σου τζαι Δεν μου είπε κανένας τίποτα΄΄. Μετά το περιστατικό που μετάφερε την παραπονούμενη στο γραφείο του XXXXX για το θέμα των τηλεφώνων, ο XXXXX σε κάποια φάση, χωρίς να θυμάται πότε, του είπε ΄΄πρόσεχε τζιήνη ποτζιή τζαι μεν της ξαναπείς τίποτε΄΄ εννοώντας την παραπονούμενη. Σε απάντηση του ο κατηγορούμενος στο σχόλιο του XXXXX ότι θα πρέπει η παραπονούμενη να πειθαρχεί στις οδηγίες τους, XXXXX του είπε ΄΄εντάξει αλλά μην πεις ότι δεν σε προειδοποίησα΄΄ χωρίς να καταλάβει τι εννοούσε ο XXXXX. Το ίδιο πράγμα ο XXXXX του επανέλαβε την επόμενη μέρα στο γραφείο του με τη φράση ΄΄τούτη την πελλή μεν της κοντεύκεις΄΄. Μετά από αυτό το περιστατικό δεν έγινε κάτι άλλο. Στις 20 Απριλίου 2016 κλήθηκε στο γραφείο του XXXXX, όπου ενημερώθηκε για τους ισχυρισμούς που προέβαλε η παραπονούμενη εναντίον του. Πιστεύει ότι τα όσα προηγήθηκαν το τελευταίο χρονικό διάστημα με τις παρατηρήσεις τις δικές του προς την παραπονούμενη και τις παρατηρήσεις και φωνές του XXXXX ήταν αυτά που την οδήγησε να προβάλλει αυτούς τους ισχυρισμούς που καμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Αναπόφευκτα μέσα από το μεγάλο χρονικό διάστημα που εργάζεται κάποιος με κάποιο συνάδελφο, αναπτύσσεται στο πλαίσιο της συναδελφικής συναναστροφής μία οικειότητα, που πολλές φορές καταλήγει σε αστεϊσμούς και πειράγματα. Αυτή η οικειότητα αναπτύχθηκε όχι μόνο με την παραπονούμενη, αλλά και με όλους τους συναδέλφους που εργάζονται στο τμήμα XXXXX. Η ίδια η παραπονούμενη σε αρκετές περιπτώσεις προέβαινε σε σχόλια για τον εαυτό της υου τύπου ΄΄είμαι μία θεά΄΄ και ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν αρνείται ότι ασυναίσθητα και υπό μορφή αστείου χωρίς ίχνος σεξιστικής συμπεριφοράς ή σεξουαλικού υπονοούμενου της είπε σε χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να προσδιορίσει όταν μπήκε στο γραφείο του η παραπονούμενη της είπε ΄΄καλώς την όμορφη΄΄. Τα όσα έλεγε η παραπονούμενη για τον εαυτό της μπορούν να επιβεβαιωθούν και από άλλα μέλη του τμήματος της XXXXX. Επίσης δεν αρνείται ο κατηγορούμενος ότι κάποτε στο πλαίσιο των καθηκόντων του μετέβαινε στο γραφείο της παραπονούμενης για να μεταφέρει υποθέσεις και ενδεχομένως να την πλησίαζε σε απόσταση, χωρίς όμως να την ακουμπήσει ή να είναι σε απόσταση αναπνοής από κοντά της. Ο χώρος του γραφείου της είναι αρκετά στενός και αναπόφευκτα για να παραδώσει κάτι πρέπει να προσεγγίσει τον άλλον. Η παραπονούμενη προφανώς αυτά να τα εκλάμβανε ως παρενόχληση. Τα υπόλοιπα που του καταλογίζει ο κατηγορούμενος επαναλαμβάνει ότι δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Δεν επιθυμεί να καταφερθεί εναντίον της παραπονούμενης σε σχέση με την διαχρονική συμπεριφορά της στο τμήμα XXXXX για να μην θεωρηθεί ότι κινείται με άλλοτρια κίνητρα. Ωστόσο σε γενικές γραμμές η συμπεριφορά της παραπονούμενης δεν ήταν η πρέπουσα, λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε και συνεχίζει να αντιμετωπίζει. Θεωρεί ότι οι ισχυρισμοί εναντίον του είναι κακόβουλη και προβλήθηκαν σε αντιπερισπασμό για τις παρατηρήσεις και υποδείξεις που της έγιναν τον τελευταίο καιρό. Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης του, αναφέρθηκε σε κάποια περιστατικά που αφορούσαν την ΜΚ 1 και σε ισχυριζόμενη εξωσυζυγική σχέση που είχε η ίδια και στην αντικοινωνική της στάση στην XXXXX τόσο προς τον ίδιο, όσο και στον XXXXX και γενικά στον χώρο εργασίας της. Παραδέχθηκε ότι ανέφερε στην παραπονούμενη την φράση ΄΄καλώς την όμορφη΄΄ λέγοντας χαρακτηριστικά ότι το είπε τόσο απλά, χωρίς να υπονοεί οτιδήποτε το ανήθικο και δεν είχε πρόθεση να προσβάλει ηθικά την παραπονούμενη, η οποία σε πολλές περιπτώσεις ανέφερε ότι είναι μία θεά. Περιέγραψε τον χώρο εργασίας που δουλεύει ο ίδιος, αρνήθηκε το επεισόδιο που ισχυρίζεται η παραπονούμενη ότι έγινε με την φωτοτυπική μηχανή, διότι υπήρχε οπτική επαφή από όλο το προσωπικό, έχοντας υπόψη και τα καθήκοντα που εκτελούν και τα οποία έχει περιγράψει. Ως προς την πρόταση που έγινε για να μετατεθεί ο ίδιος από την XXXXX και να μην καταχωρηθεί υπόθεση, ανέφερε ότι επιθυμούσε να διωχθεί, διαφορετικά αυτό θα συνιστούσε έμμεση παραδοχή από τον ίδιο και ήθελε ο ίδιος να ακουστούν αυτά τα γεγονότα στο Δικαστήριο, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι ούτε καν έχει συλληφθεί για αυτήν την υπόθεση, διότι η παραπονούμενη δεν έχει γίνει πιστευτή στο χώρο εργασίας. Αρνείται ότι έχει εκστομίσει τα κομπλιμέντα στην παραπονούμενη τα οποία η παραπονούμενη θεωρεί σεξουαλική παρενόχληση και ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι τόσο έχει θιχθεί και τόσο τον έχει πειράξει η καταγγελία την οποία και θεωρεί ψεύδη και υστερόβουλη, που έφτασε στο σημείο να νοσηλευθεί στο νοσοκομείο. Απέδωσε στην παραπονούμενη άλλοτρια κίνητρα που είχαν ως στόχο ουσιαστικά τον αντιπερισπασμό στις υποδείξεις που έγιναν από τον ίδιο και τον XXXXX αναφορικά με την μη υλοποίηση των οδηγιών εκ μέρους της παραπονούμενης που δεχόταν από τον ίδιο και τον XXXXX. Αναφέρθηκε ο κατηγορούμενος στις σχέσεις του ίδιου με τον XXXXX αλλά και με άλλα πρόσωπα της XXXXX και εκτός της XXXXX, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι ουδέποτε ξεπέρασε τα όρια της ηθικής. Ανέφερε ότι είναι ανέφικτο να ακουμπήσει την παραπονούμενη στο γραφείο της, έχοντας υπόψη τον τρόπο που είναι διαμορφωμένο το στο γραφείο της και το έπιπλο του γραφείου και ως προς το περιστατικό που έχει γίνει αναφορά με τα φρούτα, ο ίδιος πήρε σε συνάδελφο του και δεν έχει γίνει οτιδήποτε. Ολοκληρώνοντας την κύρια εξέταση του αναφέρθηκε στο προσωπικό, οικογενειακό και επαγγελματικό του επίπεδο, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι ουδέποτε έχει ξεπεράσει τα όρια ηθικής και ουδέποτε οποιοδήποτε άτομο εκφράστηκε αρνητικά προς το πρόσωπό του. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στα καθήκοντά του στην XXXXX, στην εκπαίδευση και εμπειρία που είχε και στο ότι εκπαίδευσε και άλλα άτομα στην XXXXX και αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ότι γνωρίζει τον φάκελο της υπόθεσης που υπήρχε εναντίον του και αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως κύριο άξονα την πρόθεση του κατηγορουμένου να απαλλαγεί από ένα ελαττωματικό κατηγορητήριο. Επίσης αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την απόδοση στον ίδιο αλλότριων κινήτρων να πλήξει την αξιοπιστία της ΜΚ 1 και να ισχυρίζεται ότι είχε εξωσυζυγικές σχέσεις και ότι ερχόταν η ΜΚ 1 και άλλο πρόσωπο στην XXXXX νωρίτερα ακριβώς γι' αυτό το λόγο. Επίσης αναφέρθηκε στο λόγο που αντιλαμβάνεται ότι δεν χειρίστηκε την υπόθεση εναντίον του κάποιος XXXXX από την Λεμεσό και αναφέρθηκε επίσης και στη σχέση του που έχει με τον XXXXX. Αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο τα όσα η παραπονούμενη του επιρρίπτει και που αφορούν τις επίδικες κατηγορίες και τα όσα του καταλογίζει για αγγίγματα τόσο στο χώρο της κουζίνας, όσο και στο χώρο του γραφείου της, χαρακτηρίζοντας ως φαντασιώσεις τα όσα ανέφερε η παραπονούμενοι και που οφείλονται στα ψυχολογικά προβλήματα που ήδη αντιμετωπίζει και που ανέφερε, κάνοντας επίσης αναφορά και στο γεγονός ότι όπως και η ΜΚ 3 ανέφερε είχε πρόβλημα με την ορθή ερμηνεία των εννοιών, αλλά και στην αντίφαση που υπάρχει μεταξύ της μαρτυρίας της παραπονούμενης και των ΜΚ 3 και 4 όσον αφορά το κατά πόσο η παραπονούμενη ανέφερε τους ισχυρισμούς της σε αυτούς τους μάρτυρες. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι θα ήταν τρελός εάν έκανε αυτό που η παραπονούμενη του καταλογίζει με το επεισόδιο στην φωτοτυπική και αναφέρθηκε ειδικότερα στην ηλικία της παραπονούμενης που έχει την ίδια σχεδόν ηλικία με αυτήν της κόρης του. Όσον αφορά την φράση ΄΄καλώς την όμορφη΄΄ επανέλαβε την θέση του ότι το έχει αναφέρει τόσο απλά, χωρίς να έχει οποιοδήποτε σεξουαλικό υπονοούμενο ή σεξουαλική παρενόχληση, έχοντας υπόψη ότι και η ίδια η παραπονούμενη ανέφερνε ότι είναι μία θεά και το ότι οι άλλοι συνάδελφοι στον χώρο εργασίας της έχουν αναφέρει μεμονωμένα ότι είναι όμορφη. Ως προς το ζήτημα της καρέκλας, ανέφερε ότι η ίδια η παραπονούμενη ζήτησε όπως αγοράσει την καρέκλα του και ότι η ίδια η παραπονούμενη ζήτησε τα λουλούδια για τα οποία έχει γίνει αναφορά, αρνούμενος υποβληθείσες θέσεις ότι ο ίδιος της πήρε τα λουλούδια και ότι είχε για πώληση την καρέκλα του. Η Μ.Υ. 1 ως μέρος της κύριας εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι υπηρετούσε στην XXXXX από το 1980 μέχρι το 2013, όπου αφυπηρέτησε με το βαθμό του XXXXX και τα τελευταία εφτά χρόνια υπηρετούσε στο XXXXX Λεμεσού ως XXXXX. Από ότι θυμάται, προς το τέλος του 2009 μετατέθηκε στα XXXXX η παραπονούμενη. Ο λόγος που μετατέθηκε στην XXXXX, ήταν διότι αντιμετώπιζε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα και δεν μπορούσε να έρθει σε επαφή με κόσμο. Στο ίδιο τμήμα εργαζόταν και ο κατηγορούμενος στο γραφείο XXXXX. Οι σχέσεις της μάρτυρος με τον κατηγορούμενο ήταν άριστες και υπήρχε συνεργασία μεταξύ τους και με τα υπόλοιπα μέλη της XXXXX. Όσον αφορά την παραπονούμενη, αυτή λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε, πολλές φορές έκλαιγε χωρίς λόγο και η ίδια προσωπικά, όπως και οι υπόλοιποι συνάδελφοι προσπαθούσαν να την στηρίξουν και να της συμπαρασταθούν. Συγκεκριμένα από ότι θυμάται η μάρτυρας της έκανε παρατήρηση ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιακών της καθηκόντων και αυτή αμέσως έπεσε στο έδαφος και αναγκάστηκαν να ειδοποιήσουν ασθενοφόρο για να την μεταφέρει στο νοσοκομείο, χωρίς ωστόσο να έχει οτιδήποτε. Από το έτος 2009 μέχρι το έτος 2013 που αφυπηρέτησε δεν διαπίστωσε ο κατηγορούμενος να παρενοχλεί σεξουαλικά την παραπονούμενη ούτε φραστικά, ούτε σωματικά. Επίσης σε καμία περίπτωση δεν ενόχλησε ο κατηγορούμενος την ίδια την μάρτυρα προσωπικά ή άλλη συναδέλφισσα στην XXXXX. Αντίθετα, οι σχέσεις του κατηγορουμένου τόσο με την μάρτυρα, όσο και με το υπόλοιπο προσωπικό ήταν άριστες και δεν είχαν κανένα πρόβλημα μεταξύ τους. Η παραπονούμενη ουδέποτε της ανέφερε προσωπικά μέχρι την ημέρα που αφυπηρέτησε ότι ο κατηγορούμενος την ενόχλησε σεξουαλικά. Η παραπονούμενη ήταν άτομο με σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, η οποία δημιουργούσε αρκετά προβλήματα στο τμήμα. Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης της, διευκρίνισε ότι με τον όρο ότι δημιουργούσε η παραπονούμενη αρκετά προβλήματα στο τμήμα, εννοούσε ότι η ίδια η μάρτυρας ως υπεύθυνη δεν μπορούσε να της μιλήσει και να της πει μια παρατήρηση σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων της για να της πει να κάνει κάτι που απαιτεί πιο υπεύθυνα από ότι έκανε ή πιο προσεκτικά. Μόλις της έκανε την παρατήρηση, αυτή άρχιζε να τρέμει, έπεφτε στο έδαφος και έκανε ότι λιποθυμούσε. Στην αντεξέταση της ανέφερε χαρακτηριστικά ότι δυστυχώς στην προκειμένη περίπτωση μετατέθηκε η παραπονούμενη στην XXXXX, αφού προηγουμένως ήξεραν το πρόβλημα της, αλλά όταν μίλησαν με τον XXXXX, αυτός επέμενε ότι θα ήταν καλά να μετατεθεί στην XXXXX διότι δεν θα ερχόταν κόσμος και δεν θα ερχόταν σε επαφή με κόσμο, παρόλο που σε κατοπινό στάδιο η μάρτυρας ανέφερε ότι στην XXXXX επισκέπτονται XXXXX για να λάβουν XXXXX, καθώς επίσης πηγαίνουν XXXXX από άλλους σταθμούς και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι έχει μεροληπτική στάση εναντίον της παραπονούμενης, έχοντας υπόψη τον τρόπο που έδινε μαρτυρία και το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσε, δίνοντας έμφαση η μάρτυρας στα περιστατικά απειθαρχίας της παραπονούμενης και τα λιποθυμικά επεισόδια που λάμβαναν χώρα σε διάφορες περιπτώσεις, αρνούμενη υποβληθείσες θέσεις ότι δεν λάμβαναν χώρα αυτά τα περιστατικά που ανέφερε και έδωσε έμφαση η μάρτυρας ότι δυστυχώς η παραπονούμενη, ως η έκφραση της, είχε ξεχωριστή αντιμετώπιση, αλλά δεν είχαν κάτι γραπτώς που να λέει να μην την χρησιμοποιούν σε εξωτερικά καθήκοντα. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι στο ένα και μόνο λιποθυμικό επεισόδιο της παραπονούμενης ότι έχει τύχει πολύ έντονης κριτικής από την ίδια, απαντώντας και δίνοντας έμφαση η μάρτυρας στο ότι η παραπονούμενη είχε ψυχολογικά προβλήματα, τα οποία και ίδια έχει επικαλεστεί. Αναφέρθηκε στις άριστες σχέσεις που έχει με τον κατηγορούμενο αν και δεν βρίσκονται τακτικά και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο και ότι πουλούσε καπέλα και η ίδια η παραπονούμενη είχε αγοράσει καπέλα από την ίδια. Ο Μ.Υ. 2 ως μέρος της κύριας εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο 19 και σε αυτήν κάνει αναφορά στα καθήκοντα του και ειδικότερα ότι το 2010 έφερε τον βαθμό του XXXXX και υπηρετούσε στην XXXXX και παρέμεινε στη θέση εκείνη μέχρι το 2013, όπου και μετατέθηκε σε άλλον XXXXX. Κατά την υπηρεσία του στο XXXXX, μεταξύ άλλων, είχε υφισταμένους του τον κατηγορούμενο και την παραπονούμενη. Στις 15 Ιουλίου 2016 κλήθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού από τον ΜΚ 2, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι διερευνά μια ποινική υπόθεση σεξουαλικής παρενόχλησης στο τμήμα XXXXX με παραπονούμενη την παραπονούμενη και ύποπτο ως δράστη τον κατηγορούμενο, η οποία έγινε σε διάφορες ημερομηνίες από το έτος 2010 μέχρι και το έτος
- Όπως αναφέρθηκε, η ενόχληση ήταν κάποτε φραστική και σε μία άλλη περίπτωση κοντά στην φωτοτυπική μηχανή του τμήματος, αυτός άγγιξε πάνω της, παρά την θέλησή της. Ο ανακριτής τον ρώτησε αν γνωρίζει οτιδήποτε για την υπόθεση που εξετάζει όσον αφορά την περίοδο που ήταν προϊστάμενος των δύο εμπλεκομένων. Με την κατάθεση του ο μάρτυρας αναφέρει ότι ως προϊστάμενος της παραπονούμενης δεν δέχθηκε ποτέ παράπονο εκ μέρους της για ένα τέτοιο θέμα, ούτε και για οτιδήποτε άλλο που να αφορά τον κατηγορούμενο. Η παραπονούμενη ήταν μια ιδιαίτερη περίπτωση συναδέλφου, αφού αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και κυρίως ψυχολογικά. Ήταν ιδιόμορφος χαρακτήρας και πολλές φορές με το παραμικρό ερχόταν σε ρήξη με τους συναδέλφους της στα γραφεία για ασήμαντα θέματα με αποτέλεσμα να ξεσπά σε φωνές και να χάνει τον έλεγχο, σε βαθμό που έτρεμε ολόκληρη και δεν αντιλαμβανόταν το περιβάλλον της. Μια χαρακτηριστική περίπτωση που θυμάται ο μάρτυρας, είναι όταν της έγινε παρατήρηση από Μ.Υ. 1 που ήταν υπεύθυνη της στο γραφείο για κάποια υπηρεσιακά καθήκοντα, αυτή άρχισε μία φραστική επίθεση εναντίον της Μ.Υ. 1, έχασε τον έλεγχο και λιποθύμησε, με αποτέλεσμα να κληθεί ασθενοφόρο και να την παραλάβει. Μετά το συμβάν αυτό, η παραπονούμενη τους παρουσίασε άδεια ασθενείας από ψυχίατρο που την παρακολουθούσε και από ότι θυμάται ο μάρτυρας στο πιστοποιητικό έγραφε μεταξύ άλλων ότι η συγκεκριμένη πάσχει από κατάθλιψη, αγοραφοβία κοινωνιοφοβία και κάποιες άλλες ψυχιατρικές νόσους που δεν θυμάται επακριβώς. Ζήτησε η παραπονούμενη και απαλλάχθηκε από όλα τα καθήκοντα των XXXXX που εκτελούσαν εκτός τμήματος, όπως φρουρές, ποδόσφαιρο κλπ. Ο μάρτυρας συζήτησε το όλο θέμα με τον XXXXX και σκέφθηκαν να ενημερώσουν την διεύθυνση για την όλη συμπεριφορά και την υγεία της παραπονούμενης. Πριν γίνει όμως αυτό, κάλεσε την παραπονούμενη στο γραφείο του και συζήτησε μαζί της σε φιλικό επίπεδο για να του πει τι ακριβώς αντιμετωπίζει και πως θα μπορούσαν να της παρέχουν κάποια βοήθεια. Η παραπονούμενη του ανέφερε ότι αυτή δεν μπορούσε να συναναστραφεί με κόσμο διότι κομπλάρει και χάνει τον έλεγχο και του ζήτησε να μετατεθεί από το γραφείο υποδοχής όπου ήταν τοποθετημένη. Επίσης ανέφερε ότι τα προβλήματα της είναι χρόνια και παίρνει φαρμακευτική αγωγή συστημένη από τον ψυχίατρο της. Ενημέρωσε τότε ο μάρτυρας τον XXXXX και αυτός του είπε ότι θα κάνει λεπτομερή αναφορά για την κατάσταση της στον XXXXX. Κατά την άποψή του η παραπονούμενη θα έπρεπε να περάσει από ιατροσυμβούλιο, διότι δεν μπορούσε να εκτελέσει τα καθήκοντα της ως XXXXX με τέτοιας μορφής ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Μετά από λίγες μέρες ο XXXXX του ανέφερε ότι δόθηκαν οδηγίες να τοποθετηθεί σε ένα απόμερο γραφείο έτσι ώστε να μην βλέπει κόσμο. Την μεταθέσαν στο βάθος του κτηρίου όπου βρίσκεται το γραφείο XXXXX και είχε να κάνει μόνο με XXXXX. Η συμπεριφορά της όμως δεν άλλαξε, αφού συζητούσε με τους συναδέλφους της και δημιουργούσε ένα κλίμα απειθαρχίας στο τμήμα και όταν μάλιστα μία μέρα προσπάθησε ο μάρτυρας να την ησυχάσει που φώναζε η παραπονούμενη, του ζήτησε να αποχωρήσει και άρχισε να τρέμει. Τότε ο μάρτυρας την έστειλε στον γιατρό της με συνοδεία συγκεκριμένης συναδέλφου αφού ήταν εκτός τόπου και χρόνου. Οι άδειες ασθενείας για ψυχολογικά ήταν συχνές και παρόλες τις αναφορές κανένα μέτρο δεν λήφθηκε από την διεύθυνση. Μέχρι που ο μάρτυρας έφυγε από το τμήμα τον Ιούλιο του 2013 η κατάσταση δεν έχει αλλάξει. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο, αναφέρει ότι ήταν ένας ευσυνείδητος XXXXX, πειθαρχημένος και εκτελούσε τα καθήκοντα που του ανέθετε στο ακέραιο, χωρίς να δημιουργεί κανένα πρόβλημα. Ήταν ο πιο έμπειρος XXXXX και για αυτό του ανατέθηκε η επίβλεψη και η σύνταξη των XXXXX για όλες τις XXXXX. Είχε πολυετή παρουσία στο τμήμα XXXXX και κανένας συνάδελφος δεν είχε πρόβλημα μαζί του όσο ήταν ο ίδιος προϊστάμενος του. Επίσης καμιά γυναίκα συνάδελφος δεν παραπονέθηκε εναντίον του για οτιδήποτε και ειδικά για σεξουαλική παρενόχληση. Στο γραφείο του ο κατηγορούμενος συνεργαζόταν κατά καιρούς με πολλές γυναίκες συναδέλφους και σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε τέτοιο θέμα, ούτε ο ίδιος αντιλήφθηκε να είναι τέτοιος χαρακτήρας. Όσον αφορά το περιστατικό στην φωτοτυπική αυτό, έγινε μετά την μετάθεση του μάρτυρα από το τμήμα, αλλά από ότι γνωρίζει, η φωτοτυπική είναι τοποθετημένη στο τέρμα του διαδρόμου σε ανοιχτό χώρο, η οποία γειτνιάζει με αρκετά γραφεία συναδέλφων που έχουν οπτική επαφή και θα ήταν δύσκολο να μην τον δει κάποιος αν έκανε αυτό που ισχυρίζεται η παραπονούμενη. Δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τι μεσολάβησε και κατάγγειλε η παραπονούμενη ένα τέτοιο γεγονός που μάλιστα όπως αναφέρει αυτό γινόταν από το 2010 χωρίς να πει οτιδήποτε σε κανένα άλλο άτομο όλο αυτό το διάστημα. Πιστεύει ότι πρέπει να εξεταστεί και το ενδεχόμενο οι ισχυρισμοί της να είναι φανταστικοί και ψεύτικοι και ότι αυτή πρέπει να παραπεμφθεί σε κυβερνητικό ιατροσυμβούλιο για να εξακριβώσει και η υπηρεσία επακριβώς την ψυχική της κατάσταση και αν πρέπει να συνεχίσει να υπηρετεί στο XXXXX. Όσον αφορά λεπτομέρειες για τα ιατρικά πιστοποιητικά που προσκόμισε κατά καιρούς, αυτά σίγουρα υπάρχουν στο προσωπικό της XXXXX και θα πρέπει να παραλειφθούν για μελλοντική χρήση στην παρούσα υπόθεση για οποιαδήποτε άλλη διαδικασία χρειαστούν π.χ ιατροσυμβούλιο. Από την πείρα του ως ανακριτής, ένας τέτοιος σοβαρός ισχυρισμός από μία μάρτυρα με τέτοιο βεβαρυμένο ψυχιατρικό ιστορικό πρέπει να στοιχειοθετηθεί με ενισχυτική μαρτυρία και με στοιχεία που να την υποστηρίζουν. Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης του περιέγραψε το χώρο της XXXXX, τα καθήκοντά και την ψυχολογική κατάσταση της παραπονούμενης με τα διάφορα επεισόδια λιποθυμίας. Στην αντεξέταση του αναφέρθηκε στις σχέσεις που έχει ο ίδιος με τον κατηγορούμενο και τον XXXXX, στην προϋπηρεσία του σε διάφορους V και σε διάφορα καθήκοντα όπως τα έχει περιγράψει , αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι το περιστατικό που έγινε με την Μ.Υ. 1 ήταν έντονο, δίνοντας τη δική του εκδοχή και ερμηνεία και επανέλαβε μέρος της θέσης του που ανέφερε και στην κατάθεσή του και που είχε ως επίκεντρο την προσπάθεια που έγινε για να βοηθηθεί η παραπονούμενη στην εκτέλεση των καθηκόντων της και την κατ΄ ιδίαν συνάντηση που είχε με την παραπονούμενη που είχε ακριβώς αυτό τον στόχο και τα όσα η παραπονούμενη του ανέφερε. Απέρριψε την θέση ότι ο κατηγορούμενος είχε απαξιωτική και σεξιστική συμπεριφορά απέναντι στην παραπονούμενη και προέβαλε την θέση ότι στην μακροχρόνια υπηρεσία του κατηγορουμένου στην υπηρεσία δεν έχει προκύψει οποιοδήποτε τέτοιο παράπονο από κανέναν και ο κατηγορούμενος δεν δημιούργησε κανένα πρόβλημα στην υπηρεσία. Περιέγραψε επίσης τον χώρο που βρίσκεται η φωτοτυπική και γενικά ο χόρος πέριξ αυτής και στην εκτέλεση των καθηκόντων εκ μέρους της παραπονούμενη. Ολοκληρώνοντας την μαρτυρία του αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο. Ο ΜΥ 3 ως μέρος της κύριας εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι XXXXX και υπηρετεί στην XXXXX από το έτος
- Εργάζεται στο γραφείο προετοιμασίας των XXXXX. Στο γραφείο του εργάζεται επίσης το μπροστινό μέρος στην είσοδο συγκεκριμέν αστυφύλακας και δεξιά της η παραπονούμενη. Ο ίδιος βρίσκεται στο βάθος δεξιά του γραφείου και όπως είναι η διαμόρφωση του γραφείου δεν έχει οπτική επαφή μαζί τους. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στο γραφείο έχει άψογη συνεργασία με την συνάδελφο που αναφέρει, ενώ με την παραπονούμενη δεν μπορούσε να συνεργαστεί διότι είναι ιδιόρυθμο άτομο και δεν συνεργαζόταν μαζί του ή με τους υπόλοιπους συναδέλφους για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, λόγω των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η παραπονούμενοι, δηλαδή όσες φορές ο μάρτυρας της ζητούσε να μιλήσει με κάποιον άλλο συνάδελφο από άλλο τμήμα ή με την νομική υπηρεσία ως προς την φύση και την εκτέλεση των καθηκόντων τους, η παραπονούμενη ανέφερνε ότι δεν μπορούσε να μιλήσει με αγνώστους και όσες φορές συζητούσαν είχε επιθετική αντίδραση. Συγκεκριμένα υπήρχε περίπτωση όταν πέθανε ο γνωστός τραγουδιστής Michael Jackson, ο μάρτυρας πηγαίνοντας στην εργασία του ανέφερε ότι άκουσε στις ειδήσεις ότι πέθανε ο Michael Jackson και τότε η παραπονούμενη του επιτέθηκε λεκτικά και άρχισε να φωνάζει να μην ξανααναφέρει τίποτα για το Michael Jackson διότι ήταν ο αγαπημένος της τραγουδιστής και στη συνέχεια κλειδώθηκε στις τουαλέτες του γραφείου με τάσεις λιποθυμίας. Επίσης είχε αναφέρει ότι σε πολλές περιπτώσεις που έκαναν παρατηρήσεις στην παραπονούμενη η υπεύθυνη του ή άλλος συνάδελφος για την εκτέλεση των καθηκόντων της, λιποθυμούσε και σε τρεις περιπτώσεις ήταν παρών που κλήθηκε ασθενοφόρο για να την μεταφέρει στο νοσοκομείο. Όσον αφορά την καταγγελία που έκανε η παραπονούμενη εναντίον του κατηγορουμένου ότι την παρενοχλούσε σεξουαλικά στον χώρο εργασίας, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ουδέποτε είδε ή άκουσε τον κατηγορούμενο να παρενοχλεί σεξουαλικά την παραπονούμενη και σε καμία περίπτωση ενόχλησε άλλη συναδέλφισσα στην XXXXX. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι έχει μία άψογη συνεργασία ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων του μαζί του και σε καμία περίπτωση δεν έδωσε την εντύπωση ότι μπορούσε να παρενοχλεί σεξουαλικά συναδέλφισσες τον χώρο εργασίας. Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης του περιέγραψε τον χώρο εκτέλεσης της εργασίας του στο χώρο της XXXXX. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν ανέμενε να δει οτιδήποτε που να παραπέμπει σε σεξουαλική παρενόχληση του κατηγορουμένου εναντίον της παραπονούμενης χωρίς να είναι σε θέση να το αποκλείσει όμως με βάση τα όσα έδειξε ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος θεωρεί ότι δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο, με τον οποίο είχε άψογη συνεργασία τόσο ο ίδιος, όσο και οι άλλοι συνάδελφοι με τον κατηγορούμενο, σε αντίθεση με ότι συνέβαινε με την παραπονούμενη που λόγω των προβλημάτων που είχε, αυτή ήταν επιθετική και ο μάρτυρας επέλεγε να μην έρχεται σε επαφή μαζί της. Επανέλαβε την θέση του ως προς την στάση που κρατούσε η παραπονούμενη με άλλους συναδέλφους και ανέφερε ότι δεν έχει υποπέσει κάτι στην αντίληψη του ότι οι περισσότεροι στην XXXXX ειρωνεύονταν την παραπονούμενη. Περιέγραψε εκ νέου το χώρο όπου εργάζεται ο ίδιος, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ως προς την διαρρύθμιση του χώρου και την οπτική επαφή που μπορεί να έχει κάποιος και την χρησιμότητα της φωτοτυπικής μηχανής και από ποιους. Εξέφρασε άγνοια κατά πόσο υπάρχει ομάδα ατόμων που υποστηρίζουν την παραπονούμενη και ομάδα ατόμων που υποστηρίζουν τον κατηγορούμενο και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα και να βοηθήσει τον κατηγορούμενο. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 4 έως 8, σχετικές είναι οι νομοθετικές πρόνοιες των άρθρων 2, 4, 7, 8, 9, 10, 12, 30 και 35 του πιο πάνω νόμου και ειδικότερα στο άρθρο 2 προνοούνται τα ακόλουθα: «σεξουαλική παρενόχληση» σημαίνει οποιαδήποτε ανεπιθύμητη από τον αποδέκτη της συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως, που εκφράζεται λόγω ή έργω και έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως όταν δημιουργεί ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, εξευτελιστικό, ταπεινωτικό ή επιθετικό περιβάλλον, κατά την απασχόληση ή την επαγγελματική εκπαίδευση ή κατάρτιση ή κατά την πρόσβαση σε απασχόληση ή επαγγελματική εκπαίδευση ή κατάρτιση· Το άρθρο 12
(1)του ιδίου νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «Απαγορεύεται οποιαδήποτε πράξη, οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, είτε μεμονωμένη είτε επαναλαμβανόμενη, η οποία συνιστά παρενόχληση ή σεξουαλική παρενόχληση ή αποτελεί άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση λόγω της, με οποιονδήποτε τρόπο, αποκρούσεως ή καταγγελίας παρενόχλησης ή σεξουαλικής παρενόχλησης, σε σχέση με τα ρυθμιζόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα. Το γεγονός ότι ένα πρόσωπο αποκρούει τέτοια πράξη ή συμπεριφορά ή υποκύπτει σ' αυτήν δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί ως βάση για οποιαδήποτε απόφαση που θα θίγει το πρόσωπο αυτό.» Το άρθρο 30
(1)του πιο πάνω νόμου προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ Όποιος εκ προθέσεως παραβαίνει κάποια από τις διατάξεις των άρθρων 7 έως 12 και 17 του παρόντος Νόμου, θα είναι ένοχος αδικήματος και θα τιμωρείται με πρόστιμο μέχρι τέσσερις χιλιάδες λίρες ή με φυλάκιση μέχρι έξι μήνες ή και με τις δύο ποινές, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από άλλες διατάξεις΄΄ Ως προς το αδίκημα της έννατης κατηγορίας, οι πρόνοιες του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρουν αυτούσια τα εξής: " Όποιος παράνομα και άσεμνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος επιτίθεται, (β) εναντίον της παραπονούμενης που είναι γυναίκα, (γ) παράνομα και (δ) άσεμνα Η άσεμνη πράξη πρέπει να πηγάζει μέσα από επίθεση στο θύμα. Μία άσεμνη πράξη ορίζεται ως επίθεση που γίνεται κάτω από άσεμνες περιστάσεις. Θα πρέπει να αποδειχτεί ότι ο κατηγορούμενος εσκεμμένα επιτέθηκε στο θύμα, εν γνώσει του άσεμνου των περιστάσεων ή απερίσκεπτα ως προς την ύπαρξη τους. Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλέπε R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλέπε R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Τυχόν μικροαντιφάσεις, που αφορούν σε δευτερεύοντα θέματα και επουσιώδεις λεπτομέρειες, ως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, (βλέπε υπόθεση Κ. Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166) στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία που κατά τα άλλα είναι πειστική και καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων. Εφόσον τα αδικήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι σεξουαλικής φύσης, σύμφωνα με την καθιερωμένη νομολογία και τις αρχές του κοινοδικαίου, ως θέμα πρακτικής, είναι ορθό να αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία για την καταγγελία που προβάλλεται. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Σάββα v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, Θεοδώρου v. Αστυνομίας
(1971)2 C.L.R. 245 και Χ''Λούκα v. Δημοκρατίας
(1961)C.L.R. 57. Ενισχυτική μαρτυρία μπορεί να θεωρηθεί και το πρώτο παράπονο (Φιλίππου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 341). Τέτοια ενισχυτική μαρτυρία πρέπει να είναι ανεξάρτητη, αξιόπιστη, σχετική και δυνητικώς ενοχοποιητική για τον κατηγορούμενο. Η ενισχυτική μαρτυρία μπορεί να λάβει μορφή περιστατικών σχετικά με τη διάπραξη του αδικήματος, αναστατωμένης κατάστασης του θύματος, ψευδές άλλοθι, προηγούμενη παρόμοια συμπεριφορά του κατηγορουμένου και ψέματα του κατηγορουμένου είτε εντός είτε εκτός του Δικαστηρίου (κυπριακό νομικό σύγγραμμα "Το Δίκαιο της Απόδειξης-Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές" των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη σελίδες 504-528). Παρόλα αυτά η ανάγκη ενίσχυσης της μαρτυρίας της παραπονούμενης από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία αποτελεί μόνο κανόνα πρακτικής και τέτοια μαρτυρία δεν απαιτείται από τη νομοθεσία. Έτσι η καταδίκη μπορεί να θεμελιωθεί στη βάση μόνο της μαρτυρίας της παραπονούμενης αφού προηγουμένως το Δικαστήριο προειδοποιήσει ορθά και κατάλληλα τον εαυτό του για τους κινδύνους που ελλοχεύουν να κριθεί η ενοχή χωρίς ενισχυτική μαρτυρία (Ευμενίου v. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 Α.Α.Δ. 321 και Aouad v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 90) (βλ. Αγαθοκλέους ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 564, Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612). Δεν υπάρχει δηλαδή κανόνας ή θεμελιωμένη αρχή ότι για σεξουαλικά αδικήματα είναι απαραίτητη η ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας για να θεμελιωθεί η καταδίκη. Υπάρχει, όμως, ως θέμα πρακτικής, ανάγκη αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας στη βάση των έμφυτων ανθρώπινων ελαττωμάτων και αδυναμιών που πιθανόν να οδηγούν τις γυναίκες στην επινόηση ψευδών καταγγελιών για δικούς τους σκοπούς (βλ. Καϊλής ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 251, Trussler v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά.
(2013)2 ΑΑΔ 38). Η Μ.Κ. 3 και ο Μ.Κ. 4 που προσήλθαν στο εδώλιο ως εμπειρογνώμονες, αυτοί επιτελούν ένα, ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλούνται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσουν με τις γνώσεις και τις εμπειρίες τους και την επιστημονική τους κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης και ειδικότερα στην παρούσα περίπτωση η κατηγορούσα αρχή στηρίχθηκε στην μαρτυρία τους και ως ενισχυτική μαρτυρία, επιπρόσθετα δηλαδή της Μ.Κ. 1. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία(Anastassiades v.Republic
(1977)2 C.L.R.97,Kouppis v.Republic
(1977)2 C.L.R.361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).>> Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.» Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. - ν - ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v.Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013).» Στην απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας........................................................................................................................................................................................................................ Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση.» Ως προς την αποδεικτική βαρύτητα θέσης που προβάλλεται και που δεν έχει υποβληθεί, σχετική ειναι η πρόσφατη απόφαση Δώρος Πολυκάρπου - Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149,2015, ημερομηνίας 25/4/2017, στην οποία αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα από την έντιμη Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Τάσια Ψαρά - Μιλτιάδου: «Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει. 'Οπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό.(βλ.επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599 και Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Ομοίως, αντιφατική υποβολή με τις θέσεις που προωθούνται εν τέλει ενόρκως ουσιωδώς πλήττουν την αξιοπιστία της όλης εκδοχής ενός μάρτυρα» Με γνώμονα, πυξίδα και οδοδείκτη λοιπόν τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που τέθηκαν στην νομική πτυχή, αλλά και τις νομολογιακές αρχές που τέθηκαν πιο πάνω στην αρχή του κεφαλαίου της αξιολόγησης της μαρτυρίας, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου μάρτυρα. Ως προς το τεκμήριο Στ προς αναγνώριση, αυτό παρέμεινε ως τέτοιο και συνεπώς ότι λέχθηκε για αυτό, ως επίσης και το περιεχόμενο του δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, επειδή ακριβώς παρέμεινε ως τέτοιο. Σε κάποια σημεία και για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αναλυτικά πιο κάτω, κρίνεται αναγκαία η διασύνδεση μέρους μαρτυρίας ενός εκάστου μάρτυρα και ιδίως των Μ.Κ. 1, 3 και 4 με αυτήν της παραπονούμενης, λόγω ακριβώς η παραπονούμενη κυρίως επικαλέστηκε τις μαρτυρίες τους για να επιβεβαιώσει και ενισχύσει την εκδοχή της. Για τους λόγους που το Δικαστήριο θα εξηγήσει, ως προς την μαρτυρία της Μ.Κ. 1, το Δικαστήριο δεν δύναται να αποδεχθεί την μαρτυρία της στα αμφισβητούμενα σημεία και ειδικότερα στο τι η παραπονούμενη της ανέφερε. Η πλευρά της υπεράσπισης προσπάθησε να θίξει την αξιοπιστία της μάρτυρος και ειδικότερα μέσα από την μαρτυρία του κατηγορούμενου για ισχυριζόμενη εξωσυζυγική σχέση με άλλο μέλος της XXXXX. Αυτή η θέση δεν έχει υποβληθεί στην Μ.Κ. 1 κατά το στάδιο της αντεξέτασης της και επιπρόσθετα ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να το επιβεβαιώσει ο ίδιος και κατ΄ επέκταση αυτή η προσπάθεια της υπεράσπισης έπεσε στο κενό και το ίδιο ισχύει και για τα όσα της αποδίδονται για εριστική συμπεριφορά της ίδιας στο XXXXX και για μετάθεση της για αυτόν τον σκοπό. Το ότι η μάρτυρα δεν γνώριζε συγκεκριμένα θέματα, όπως π.χ. προσκόμιση εκ μέρους της παραπονούμενης πιστοποιητικών από ψυχίατρο για μερική απαλλαγή καθηκόντων δεν επηρεάζει την αξιοπιστία της διότι και η ίδια η παραπονούμενη, αλλά και η πλευρά της υπεράσπισης το επικαλέστηκαν ως γεγονός και το ίδιο ισχύει και για τα υπόλοιπα υπηρεσιακά θέματα που αφορούσαν την παραπονούμενη και που δεν γνώριζε. Το ίδιο ισχύει και για το ότι δεν άκουσε ότι η παραπονούμενη αναφερόταν ότι είναι μια θεά, διότι τόσο η παραπονούμενη, όσο και η πλευρά της υπεράσπισης το επικαλέστηκαν ως γεγονός, με διαφορετική όμως ερμηνεία και προσέγγιση. Ως προς την άποψη της ότι ως γυναίκα δεν πιστεύει μια γυναίκα και ειδικότερα η παραπονούμενη να βάζει τον εαυτό της σε τέτοια επεισόδια εάν πράγματι δεν γινόταν αυτή η άποψη δεν δεσμεύει αυτομάτως το Δικαστήριο, διότι θα πρέπει να γίνει η αξιολόγηση της μαρτυρίας ιδίως της παραπονούμενης και των υπολοίπων μαρτύρων. Επίσης ως προς το ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε για επεισόδιο με τον Μ.Υ. 2, επίσης δεν είναι αποφασιστικής σημασίας για την αξιοπιστία της, διότι θα γίνει ειδική αξιολόγηση του Μ.Υ. 2 πιο κάτω. Το ότι δεν γνώριζε ότι η παραπονούμενη αρχικά δεν επιθυμούσε την δίωξη του κατηγορούμενου δεν επηρεάζει την αξιοπιστία της διότι ούτως ή άλλως η παραπονούμενη στην πρώτη της κατάθεση αυτό είπε. Ως προς το τι η παραπονούμενη της ανέφερε, καθώς επίσης και τι ο κατηγορούμενος της ανέφερε, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν παρέχει η μαρτυρία της εκείνα τα εχέγγυα για να γίνει αποδεκτή, λόγω της μη συμβατότητας σε σημαντικά μέρη με την εκδοχή της παραπονούμενης, αλλά και της μη συμβατότητας με την κοινή λογική. Συγκεκριμένα, η μάρτυρας στην κατάθεση της όπως είναι διατυπωμένη το λεκτικό της, αφήνεται ξεκάθαρα να νοηθεί ότι στην φωτοτυπική μηχανή έγιναν πέραν του ενός επεισοδίου σεξουαλικής παρενόχλησης, ενώ η παραπονούμενη ρητά ανέφερε ότι μόνο ένα περιστατικό έγινε και κρίνεται από το Δικαστήριο ότι αυτό λέχθηκε σε μια προσπάθεια εμπλουτισμού και ενίσχυσης της εκδοχής της παραπονούμενης, πέραν βεβαίως που για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω δεν γίνεται αποδεκτή η θέση της παραπονούμενης ότι έγινε ένα τέτοιο περιστατικό. Ο εμπλουτισμός από πλευράς της Μ.Κ. 1 για το περιστατικό με την φωτοτυπική, έγικειται και στο γεγονός ότι η Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος στην φωτοτυπική προέβαινε και σε άλλες χυδαίες κινήσεις, ενώ η παραπονούμενη δεν ανέφερε κάτι τέτοιο. Ο εμπλουτισμός και ενίσχυση της εκδοχής της παραπονούμενης και ειδικότερα ότι ο κατηγορούμενος είναι τέτοιος χαρακτήρας ότι προβαίνει σε σεξουαλικές παρενοχλήσεις στον χώρο της εργασίας του, προστίθεται και από το γεγονός ότι η μάρτυρας εκπλάγηκε με αυτά που της είπε η παραπονούμενη, όχι όμως από το περιεχόμενο. Αυτό δεν συνάδει με την κοινή λογική, διότι αν κάποιος εκπλήσσεται είναι μόνο από το περιεχόμενο και εξ΄ αιτίας αυτού. Επί αυτού του σημείου η μάρτυρας για πρώτη φορά προέβαλε την θέση ότι ο κατηγορούμενος της ανέφερε τα δύο περιστατικά που αναφέρθηκαν πιο πάνω με τον Αράπη και το ζευγαράκι που του ζήτησαν να προβούν σε ερωτικές περιπτύξεις. Το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτές οι αναφορές τέθηκαν για πρώτη φορά στην ακροαματική διαδικασία και δεν έχει πεισθεί το Δικαστήριο με την εξήγηση που έδωσε ότι εάν το έλεγε στην κατάθεση της θα ήταν ΄΄δατσιλίκι΄΄, διότι εάν πράγματι είχε αυτήν την στάση, θα την διατηρούσε διαχρονικά. Η εξήγηση της ότι το είπε επειδή είναι μάρτυρας κατηγορίας δεν πείθει, λόγω ακριβώς επειδή η κατάθεση της λήφθηκε για αυτόν τον σκοπό, ήτοι για να είναι μάρτυρας κατηγορίας, έχοντας υπ΄ όψη και το περιεχόμενο της μαρτυρίας της. Το λογικό επιτάσσει ότι για ένα τέτοιο σημαντικό γεγονός, ήτοι τα όσα της ανέφερε ο κατηγορούμενος, είναι να καταγράφονταν εξ΄ αρχής στην κατάθεση της, ακριβώς για να καταδείξουν μια ροπή και τάση του κατηγορούμενου προς την διάπραξη σεξουαλικών παρενοχλήσεων με αναφορές σεξουαλικού περιεχομένου. Συνεπώς η μαρτυρία της Μ.Κ. 1 στα αμφισβητούμενα σημεία δεν παρέχει εκείνα τα στέρεα εχέγγυα για αποδοχή της για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 2, αυτός θα αξιολογηθεί κάτω από το πέπλο της ιδιότητας του ως ανακριτής. Το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο είτε στην δια ζώσης μαρτυρία του, είτε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του που να καταδεικνύουν ανεπάρκεια ερευνών, προκατάληψη ή εύνοια υπέρ οιουδήποτε προσώπου. Εξιστόρισε ότι περιήλθε στην γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, αποκαλύπτοντας και την πηγή άντλησης της γνώσης του, χωρίς βεβαίως να αποδεικνύεται ή να απορρίπτεται οτιδήποτε, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι οι μαρτυρίες που έκανε αναφορά αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Με τις πιο πάνω διευκρινήσεις και περιορισμούς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 2 ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία της Μ.Κ. 3, αυτή θα αξιολογηθεί με βάση και τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση εμπειρογνωμόνων, πέραν βεβαίως και της ιδιότητας τους ως μάρτυρες που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή ως ενισχυτική. Μέσα από την μαρτυρία της Μ.Κ. 3, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το ζητούμενο είναι εάν έγιναν ή όχι τα όσα η παραπονούμενη επιρρίπτει στον κατηγορούμενο, εν τούτοις μέσα από την μαρτυρία της καταδεικνύεται ότι η παραπονούμενη με την μάρτυρα είχε μια θεραπεία για την υποκειμενική και αντικειμενική ερμηνεία συμπεριφορών και γεγονότων, διόρθωση ερμηνειών, η παραπονούμενη ερμήνευε την εμπειρία της με μια έκταση, με μια διόγκωση, εξ΄ ου και το πρόβλημα και η θεραπευτική διαδικασία είχε ως στόχο να μπορεί να συγκλίνει με υγιή και ωφέλιμο τρόπο η ερμηνεία και το πως το βιώνει και να υπάρχει μια αναλογία. Αυτές οι αναφορές της μάρτυρος είναι πολύ σημαντικές και το Δικαστήριο τις λαμβάνει πολύ σοβαρά για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο κάθε άνθρωπος και συνεπώς ο κάθε άνθρωπος δεν αναμένεται να αντιδράσει με τον ίδιο τρόπο σε όμοιες καταστάσεις. Άλλοι άνθρωποι είναι πιο δυναμικοί και άλλοι πιο ευάλωτοι και αδύναμοι, άλλοι πιο ευαίσθητοι και άλλοι πιο αδιάφοροι, άλλοι πιο σκληραγωγημένοι και άλλοι πιο ευπαθείς, άλλοι αντιδρούν πιο συνετά, άλλοι με αφέλεια. Κατ΄ επέκταση, η θεραπεία που λάμβανε η παραπονούμενη και η δική της ιδιοσυγκρασία και ψυχοσύνθεση λαμβάνονται υπ΄ όψη από το Δικαστήριο υπ΄ όψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της, δηλαδή κατά πόσο αυτά που αναφέρει στην μαρτυρία και στις καταθέσεις έγιναν ή όχι, εν όλω ή εν μέρει και κατά πόσο η αντίδραση της ήταν η αναμενόμενη, η ενδεδειγμένη και λογική και αναπόφευκτα η διασύνδεση της μαρτυρίας της παραπονούμενης με την Μ.Κ. 3 είναι αναπόφευκτη σε κάποιο σημείο, ως θα αναφερθεί πιο κάτω. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 4, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις. Ο μάρτυρας και αυτός με την σειρά του αξιολογείται υπό το πέπλο του εμπειρογνώμονα, αλλά και του μάρτυρα που κάλεσε η κατηγορούσα αρχή ως άμεσο παράπονο. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο μάρτυρας αυτός δεν επιτέλεσε το έργο του ως εμπειρογνώμονας για να βοηθήσει το Δικαστήριο στο να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα ως προς την ψυχοσύνθεση και ιδιοσυγκρασία της παραπονούμενης έτσι ώστε να την αξιολογήσει υπό αυτόν τον φακό. Ούτε εφοδίασε το Δικαστήριο με εκείνα τα εχέγγυα με την μαρτυρία του για να στηριχθεί με ασφάλεια το Δικαστήριο σε αυτήν αναφορικά με το παράπονο της παραπονουμένης και δεν έπεισε το Δικαστήριο ο μάρτυρας για την άποψη του ότι η παραπονούμενη του είπε αλήθεια και όχι ψέματα για τους λόγους που επεξηγούνται αναλυτικά πιο κάτω. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αισθάνεται έντονα την ανασφάλεια να στηριχθεί στην μαρτυρία του Μ.Κ. 4, διότι αρνείτο πεισματικά και έντονα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να δώσει λεπτομέρειες για το τι του ανέφερε η παραπονούμενη ως σεξουαλικές παρενοχλήσεις και το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιονδήποτε βάσιμο και αποχρώντα λόγο για αυτήν του την άρνηση από την στιγμή που η ίδια η παραπονούμενη ως φερόμενο θύμα τα έχει εξιστορίσει τόσο στην αστυνομία, όσο και στο Δικαστήριο. Αυτό για τους λόγους που επίσης θα αναφερθούν πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης, αφήνουν εύλογα ερωτηματικά για την όλη στάση της παραπονούμενης και τι πραγματικά έλεγε και σε ποιους, έτσι ώστε η μαρτυρία των Μ.Κ. 1, 3 και 4 να έχει εκείνα τα εχέγγυα της ενισχυτικής ή επιβεβαιωτικής μαρτυρίας. Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι και αυτός ο μάρτυρας ανέφερε ότι η παραπονούμενη κατά διαστήματα χρειαζόταν μια γνωσιακή συμπεριφερειακή βοήθεια όπως της αποκάλεσε, αφαιρεί ακόμα μια ψηφίδα από το ψηφιδωτό που η κατηγορούσα αρχή προσπάθησε να ολοκληρώσει, ήτοι την ενοχή του κατηγορούμενου. Η αναφορά του μάρτυρα ότι παρόλα αυτά έχει πλήρη επίγνωση ακόμα και των προθέσεων, δεν καλύπτει το πιο πάνω κενό, έχοντας υπ΄ όψη και την αξιολόγηση της παραπονούμενης που ακολουθεί πιο κάτω ως προς το πως ερμήνευε πρόσωπα και καταστάσεις και ειδικότερα με τον κατηγορούμενο. Η δε αναφορά του μάρτυρα ότι η παραπονούμενη του είπε αλήθεια και ότι τα έχει βιώσει, κρίνεται από το Δικαστήριο ως απόλυτη, χωρίς περαιτέρω ανάλυση, επεξήγηση, αιτιολόγηση και δικαιολόγηση, έχοντας υπ΄ όψη ότι ο μάρτυρας δεν έχει συνδέσει αναλυτικά, λεπτομερώς και με πειστικότητα τα λεγόμενα της παραπονούμενης με τα δικά του αντικειμενικά επιστημονικά εχέγγυα, διότι αρνείτο σε καίριας σημασίας γεγονότα να ενημερώσει το Δικαστήριο τι πραγματικά του είπε η παραπονούμενη, έτσι ώστε να γίνει η αναγκαία διασύνδεση και αξιολόγηση κατά πόσο υπήρχε άμεσο παράπονο σε αυτόν, σε συνδυασμό βέβαια με την δική του επάντα επιστημονική προσέγγιση. Η αναφορά της παραπονούμενης ότι ανέφερε στον Μ.ΚΚ. 4 ονομαστικά τον κατηγορούμενο, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι λέχθηκε σε μια προσπάθεια να καλυφθεί εκ των υστέρων το πιο πάνω κενό, αν και σε αυτό το σημείο πάλι ήταν αμφιταλαντευόμενη, λέγοντας σε κάποιο σημείο ότι ανέφερε στον Μ.Κ. 4 μόνο ότι δεν την καταλαμβαίνουν στην εργασία, ενισχύοντας δηλαδή ακόμα περισσότερα τις αμφιβολίες που δημιουργήθηκαν από την πιο πάνω αστάθεια στην εκδοχή της. Σε αυτό έρχεται και να προστεθεί και η άρνηση και η απροθυμία του μάρτυρα να εφοδιάσει το Δικαστήριο με λεπτομερή και πειστική αναφορά ως προς το τι ακριβώς αντιμετώπιζε η παραπονούμενη ως σοβαρή ψυχοπαθολογία και που δεν έχει διακρίνει το Δικαστήριο οποιονδήποτε βάσιμο και αποχρώντα λόγο για αυτήν του την άρνηση, στερώντας έτσι από το Δικαστήριο εκείνο το ολοκληρωμένο υπόβαθρο για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία αυτού του μάρτυρα και η άρνηση και γενικά η απροθυμία του να αναφέρει, να αιτιολογήσει, να ερμηνεύσει και επεξηγήσει σε βάθος το πρόβλημα της παραπονούμενης και με την απουσία ειδικής διασύνδεσης για το τι πραγματικά του είπε η παραπονούμενη, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι δεν έχει το σύνολο από εκείνα τα σταθερά εχέγγυα αντικειμενικής πραγματογνωμοσύνης για να στηριχθεί το Δικαστήριο και να εξάξει ασφαλή και ολοκληρώμενα ευρήματα και συμπεράσματα ως προς την ψυχοσύνθεση της παραπονούμενης, ως επίσης και το τι ανέφερε η παραπονούμενη σε αυτόν. Το μόνο κοινό υπόβαθρο που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο και που προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού και μέσα από τις θέσεις και των δύο πλευρών, είναι ότι η παραπονούμενη ήταν ένα άτομο το οποίο ήταν ευάλωτο συναισθηματικά και είχε τα σκαμπανεβάσματα στην ψυχική της διάθεση, δεν μπορούσε να βρίσκεται με πολλύ κόσμο, αλλά αυτό δεν βοηθά ιδιαίτερα το Δικαστήριο στο να αξιολογήσει σε βάθος την μαρτυρία της παραπονούμενης μέσα από μια επιστημονική προσέγγιση και βοήθεια. Βεβαίως, λαμβάνεται υπ΄ όψη αυτή η παράμετρος, σε συνδυασμό βέβαια με την όλη της συμπεριφορά στο εδώλιο του μάρτυρα, με την υπόλοιπη μαρτυρία, ως επίσης και με τους κανόνες της κοινής λογικής. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν δύναται να αποδεχθεί την μαρτυρία του Μ.Κ. 4 ως εμπειρογνώμονα επί αμφισβητούμενων γεγονότων και με οποιανδήποτε επιστημονική επένδυση ή σύνδεση ως άμεσο παράπονο. Ως προς την μαρτυρία της παραπονούμενης, αναμφίβολα η μαρτυρία της είναι κομβικής και αποφασιστικής σημασίας, λόγω ακριβώς της ιδιότητας της. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω αναφορικά με την ιδιοσυγκρασία της συγκεκριμένης μάρτυρος ως προς έναν από τους παράγοντες που λαμβάνει υπ΄ όψει του το Δικαστήριο για σκοπούς αξιολόγησης της. Επιπρόσθετα βεβαιώς, πέραν των πιο πάνω αναφερόμενων νομολογιακών αρχών ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας, το Δικαστήριο την έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με τον τρόπο που έδινε την μαρτυρία της, ως επίσης και τα λεγόμενα της, σε συνδυασμό και με την υπόλοιπη μαρτυρία. Πράγματι το Δικαστήριο διέκρινε, ιδίως κατά την πρώτα στάδια της μαρτυρίας της μια ψυχική αναστάτωση και ευαισθησία και κυρίως συγκίνηση όταν έδινε την μαρτυρία της, η οποία στην πορεία ομαλοποιήθηκε και έδωσε απρόσκοπτα την μαρτυρία της. Αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο ως απολύτως φυσιολογικό υπό τις περιστάσεις, έχοντας υπ΄ όψη την φύση της υπόθεσης, ως επίσης και την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση της, την οποία το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με απόλυτο σεβασμό και κατανόηση. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι άτομα με κάποια συναισθηματική υπερευαισθησία να είναι κάπως πιο ευάλωτα κατά την ακροαματική διαδικασία και να επηρεάζουν την μαρτυρία τους, με κίνδυνο να χαρακτηριστεί η μαρτυρία τους ως επισφαλής. Αυτόν τον παράγοντα τον είχε κατά νου το Δικαστήριο όταν η παραπονούμενη έδινε την δια ζώσης της μαρτυρία, μαζί βεβαίως και με όλους τους πιο πάνω νομολογιακούς παράγοντες και κριτήρια που έχουν εκτεθεί. Εν τούτοις, το Δικαστήριο για τους λόγους που θα προσπαθήσει να εξηγήσει, κρίνει ότι η μαρτυρία της δεν παρέχει στο Δικαστήριο εκείνο το στέρεο υπόβαθρο που να του επιτρέψει να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα ως προς την ενοχή του κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα, η παραπονούμενη στην κατάθεση της αναφέρει ότι μετά το πρώτο περιστατικό που ο κατηγορούμενος την ρώτησε πόσες φορές έκανε σεξ με τον άνδρα της ένιωσε αηδία για το πρόσωπο του κατηγορούμενου. Αυτό εκ πρώτης όψεως θα είχε μια λογική, όμως τα υπόλοιπα στοιχεία που προκύπτουν μέσα από την τεθείσα μαρτυρία, δημιουργούν εύλογα ερωτηματικά. Αν πράγματι ένιωθε αηδία η παραπονούμενη για τον κατηγορούμενο και ότι δεν ήθελε να την αγγίζουν διότι την ενοχλεί και της προκαλεί άγχος, ως η θέση της, που επίσης εκ πρώτης όψεως θα είχε μια λογική, η παραπονούμενη δεν θα προέβαινε στην φωτογράφιση με τον κατηγορούμενο, ως αυτή απεικονίζεται στο τεκμήριο 15, όπου η παραπονούμενη φωτογραφίζεται όρθια δίπλα στον καθήμενο κατηγορούμενο, με οικιότητα, ακουμπώντας το δεξί της χέρι στην πλάτη του κατηγορούμενου, αμφότεροι χαμογελαστοί και το δεξί μέρος του σώματος της από την μέση και κάτω ακουμπά ελαφρώς το αριστερό χέρι του κατηγορούμενου. Η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος προφανώς φωτογραφήθηκαν με δική τους θέληση, χωρίς καμία απολύτως πίεση. Η εξήγηση που έδωσε επί αυτού του σημείου, ήτοι ότι προσπάθησε να μην φοβάται τον κόσμο και να είναι πιο φιλική και προσιτή δεν έπεισε το Δικαστήριο, διότι δεν συνάδει με την κοινή λογική ένα άτομο που αηδιάζει κάποιο άλλο, ακόμα και να θέλει να συμπεριφέρεται με τον τρόπο που ανέφερε να προβαίνει σε μια τέτοια φωτογράφιση, όσο πρόβλημα και να υπάρχει με την ερμηνεία καταστάσεων για τα οποία λάμβανε θεραπευτική υποστήριξη. Σε αυτό το σημείο έρχεται και η πρώτη ρίξη στην εκδοχή της παραπονούμενης, διότι δεν έχει πειστεί το Δικαστήριο ότι η παραπονούμενη ένιωθε αηδία για τον κατηγορούμενο, διότι δεν θα προέβαινε σε αυτήν την πράξη που αξιολογήθηκε πιο πάνω. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Εάν πράγματι η παραπονούμενη ένιωθε αηδία για τον κατηγορούμενο, δεν θα αναμένετο λογικά να αγοράσει την ίδια την καρέκλα του κατηγορούμενου που αυτός καθόταν, που ως γεγονός είναι αναντίλεκτο και είναι ήσσονος σημασίας εάν ο κατηγορούμενος την είχε για πώληση ή εάν η ίδια την ζήτησε, διότι η αγορά της καρέκλας έγινε. Συνεπώς δημιουργούνται εύλογα ερωτηματικά του κατά πόσο ο κατηγορούμενος προέβηκε στην αναφορά για το πόσες φορές εκανε η παραπονούμενη σεξ και ως προς τις δικές του επιδόσεις, διότι η παραπονούμενη συνέδεσε το αίσθημα αηδίας προς τον κατηγορούμενο με αυτές τις αναφορές, ενώ οι πράξεις της παραπονούμενης ως πιο πάνω αξιολογήθηκαν δεν συνάδουν με τους κανόνες της κοινής λογικής ότι είχε αυτό το συναίσθημα. Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η παραπονούμενη λάμβανε θεραπεία για διόρθωση ερμηνειών. Όμως, δεν δύναται αυτή η ιδιορρυθμία της παραπονούμενης να ήταν σε τέτοιο βαθμό που να πράττει εκτός ορίων λογικής, διότι το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι η παραπονούμενη πράττει ενάντια στους κανόνες της κοινής λογικής. Η αναφορά της παραπονούμενης ότι επέρριπτε το φταίξιμο στον εαυτό της και προσπαθούσε να αντιδράσει είτε με γέλιο είτε με πράξεις που να καταδεικνύουν απειθαρχεία, δεν πείθει το Δικαστήριο, διότι η ίδια η παραπνούμενη στην μαρτυρία της έδειξε στοιχεία ότι διαμαρτυρόταν εάν κάτι την ενοχλούσε. Ως προς το περιστατικό με την φωτοτυπική, επίσης το Δικαστήριο έχει διακρίνει μια μη σταθερή εκδοχή, η οποία είναι αδύνατο να συνδεθεί με λογική συνοχή και συνέχεια. Πέραν βεβαίως της απόκλισης που υπάρχει μεταξύ της παραπονούμενης και της Μ.Κ. 1 ως προς το πόσες φορές έγιναν περιστατικά στην φωτοτυπική, ως πιο πάνω αξιολογήθηκε, η όλη περιγραφή της παραπονούμενης και η εκδοχή της ως προς την φωτοτυπική παρουσιάζει εγγενείς ανασφάλειες που εμποδίζουν το Δικαστήριο από το να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που να συνδέουν τον κατηγορούμενο με αυτό. Συγκεκριμένα, η παραπονούμενη πρώτη φορά κατά την ακροαματική διαδικασία ανέφερε, προφανώς για σκοπούς εμπλουτισμού και διόγκωσης για να πείσει για την εκδοχή της, ότι το όλο περιστατικό το ανέφερε έγινε μπροστά στα μάτια συγκεκριμένης συναδέλφου, η οποία μάλιστα εξέφρασε την έκπληξη της και ότι επιβεβαιώθηκαν τα λεγόμενα της παραπονούμενης ενώ αρχικά πιθανόν να είχε μια δυσπιστία. Εδώ είναι που δημιουργούνται τα επιπρόσθετα ερωτηματικά και εύλογες αμφιβολίες ως προς αυτήν την εκδοχή. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί ότι ο κατηγορούμενος θα προέβαινε σε αυτήν την πράξη με αυτόπτη μάρτυρα άλλον XXXXX και αυτό θεωρείται από το Δικαστήριο ως απίθανο. Παρόλο που κάποιες φορές και το πιο απίθανο να είναι πιθανό, όπως ανέφερε ο Έντιμος πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής στην υπόθεση MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA - ανδρεα Κακουρη κ.α.
(2002)1Α Α.Α.Δ 165 ότι και το απίθανο μπορεί να είναι αληθινό και ότι κριτής είναι το Δικαστήριο, εν τούτοις υπάρχουν περισσότερες εγγενείς δυσκολίες στο να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο αυτή η εκδοχή. Συγκεκριμένα, εάν πράγματι αυτό λάμβανε χώρα ένα τέτοιο περιστατικό στην παρουσία άλλης XXXXX, πέραν βεβαίως του γεγονότος ότι αυτό δεν αναφέρεται στην κατάθεση της και το λογικό θα ήταν να το αναφέρει ως ενισχυτικό στοιχείο στην εκδοχή της, γνωρίζοντας ότι αυτό θα ήταν με το μέρος της, ούσα η ίδια XXXXX, το εν λόγω πρόσωπο δεν προσήλθε στο Δικαστήριο, έστω και κατά την ακροαματική της διαδικασία για να επιβεβαιώσει και ενισχύσει την εκδοχή της. Η αναφορά της ότι δεν ήθελε να την μπλέξει και ότι η συγκεκριμένη XXXXX φοβόταν την μετάθεση, δεν πείθει το Δικαστήριο διότι η Μ.Κ. 1 προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα χωρίς κανένα πρόβλημα, χωρίς βεβαίως να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η Μ.Κ. 1 έδωσε κατάθεση ενώ η άλλη XXXXX όχι. Καταδεικνύεται επίσης η αμφιταλάντευση της παραπονούμενης επί αυτού του σημείου που άρχισε από τα πρώτα και πρώιμα ακόμα στάδια της διερεύνησης της υπόθεσης, διότι ήδη η παραπονούμενη στην τρίτη της κατάθεση ανακατασκευάζει την εκδοχή της σε καίριας σημασίας γεγονότα, λέγοντας ότι στην Μ.Κ. 3 της ανέφερνε για τα κομπλιμέντα και όχι για το περιστατικό με την φωτοτυπική. Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι μια απλή και τυπική διευκρίνηση, αλλά για ένα πολύ σημαντικό και πολύ διαφορετικό γεγονός στη φύση και έκταση που αφήνει εύλογα ερωτηματικά για το χρονικό διάστημα που η παραπονούμενη προέβηκε σε αυτήν την τοποθέτηση, διότι προηγήθηκε η κατάθεση της Μ.Κ. 3 δύο μήνες πριν από την τρίτη κατάθεση της παραπονούμενης και που η Μ.Κ. 3 δεν αναφέρει οτιδήποτε για οποιοδήποτε περιστατικό στην φωτοτυπική. Δεν είναι όμως μόνο τα πιο πάνω που αφήνουν εύλογα ερωτηματικά στο μυαλό του Δικαστηρίου ως προς αυτήν την εκδοχή με την φωτοτυπική. Δεν κρίνεται λογική η εξήγηση που έδωσε η παραπονούμενη ότι δεν ανέφερε στον XXXXX το περιστατικό με την φωτοτυπική διότι θα έπρεπε να περιγράψει σωματικά τι έγινε και ότι ουσιαστικά ντρεπόταν, διότι το Δικαστήριο δεν κρίνει απαραίτητο να περιγράψει σωματικά αυτήν την εκδοχή, διότι εύκολα μπορεί να γίνει κατανοητή, χωρίς να προβεί σε οποαινδήποτε άλλη περιγραφή ή αναπαράσταση, πέραν της λεκτικής περιγραφής. Η παραπονούμενη έχει περιγράψει ακόμα πιο ακραία ισχυριζόμενα περιστατικά που αποδίδει στον κατηγορούμενο από αυτό της φωτοτυπικής, ήτοι με την αναφορά της της ανέφερε ως προς τις επιδόσεις του και την ρώτησε πόσες φορές έκανε σεξ και την αναφορά του κατηγορούμενου για το πως θα μαυρίσει από τον ήλιο στα απόκρυφα του σημεία. Η αναφορά της ότι πρώτη φορά έχει αντιληφθεί ότι πρόκειται για σεξουαλική παρενόχληση όταν έγινε το περιστατικό με την φωτοτυπική δεν έπεισε το Δικαστήριο. Δεν διαφεύγει ασφαλώς της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η παραπονούμενη είχε ανάγκη μιας στήριξης ως προς την διόρθωση ερμηνειών, αλλά το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι ήταν τέτοιας έκτασης που μόνο τότε θα αντιλαμβανόταν ότι είναι σεξουαλική παρενόχληση, διότι όπως και η ίδια ανέφερε ένιωσε αηδία ήδη από το πρώτο ισχυριζόμενο περιστατικό που την ρώτησε για το πόσες φορές έκανε σεξ με τον άνδρα της και την αναφορά του ως προς τις ερωτικές του επιδόσεις και αυτό καταδεικνύει πλήρη επίγνωση της κατάστασης και ορθής ερμηνείας ότι αυτό θα συνιστούσε σεξουαλική παρενόχληση. Συνεπώς αυτή η αναφορά ως μη πειστική που απλώς ενισχύει τις αμφιβολίες που ήδη δημιουργήθηκαν. Ως προς τα κομπλιμέντα, επίσης η εκδοχή της παραπονούμενης παρουσίαζε ανακολουθίες και απουσιάζει η λογική συνοχή και συνέχεια. Η παραπονούμενη σε αυτό το σημείο της εκδοχής της που αποδίδει στον κατηγορούμενο ενοχλητικά κομπλιμέντα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες των σχετικών κατηγοριών, δεν ήταν σταθερή και ήταν έντονο το στοιχείο της αμφιταλάντευσης, διότι σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας της από την μια ανέφερνε ότι τα εξιστορούσε στην συγκεκριμένη συνάδελφο της, σε άλλο σημείο ανέφερνε ότι στην συγκεκριμένη συνάδελφο της εξιστορούσε τα ισχυριζόμενα αγγίγματα του κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη στην κουζίνα και στο γραφείο που δεν είναι κάν επίδικα τα ισχυριζόμενα αγγίγματα και σε άλλο σημείο ανέφερνε ότι τα εξιστορούσε και τα δύο είδη παρενοχλήσεων στην συνάδελφο της. Αυτή η μη σταθερή γραμμή πλεύσης, σε συνδυασμό με την υπόλοιπη αξιολόγηση της εκδοχής της που προηγήθηκε, εκθεμελιώνουν το ασφαλές και στέρεο υπόβαθρο στο να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που να συνδέουν τον κατηγορούμενο με τα υπό εξέταση αδικήματα. Τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη, ως επίσης και οι μάρτυρες υπεράσπισης και ο ίδιος ο κατηγορούμενος με τα οποία η μια πλευρά εκτόξευσε τα βέλη της στην άλλη πλευρά σε μια προσ