Έφορο Φορολογίας ν. ΜΑΡΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 21317/19, 2/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21317/19 Έφορο Φορολογίας v.
- ΜΑΡΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.
- xxxx ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 2 Δεκεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Α. Χατζηγιάννη. Για την Κατηγορουμένη 1: O κ.Μ. Γαβριηλίδης. Για τον Κατηγορούμενο 2: Καμιά εμφάνιση. Κατηγορούμενος 2: Παρών. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι με το υπό εξέταση κατηγορητήριο βρίσκονται αντιμέτωποι με 25 κατηγορίες που αφορούν παραβάσεις του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου καθώς και των σχετικών με αυτών Κανονισμών. Σύμφωνα με τις κατηγορίες 1 μέχρι 10 οι οποίες είναι κοινές για τους κατηγορούμενους τους καταλογίζεται η παράλειψη υποβολής φορολογικών δηλώσεων για την περίοδο από 01/12/2016 μέχρι και την 31/05/
- Σύμφωνα με τις κατηγορίες 11 μέχρι 25 οι οποίες είναι κοινές για τους Κατηγορούμενους τους καταλογίζεται η παράλειψη καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης από την παράλειψη έγκαιρης υποβολής φορολογικής δήλωσης για την περίοδο από 1/04/2013 μέχρι και την 30/11/
- Σημειώνεται ότι ως έχει το κατηγορητήριο φαίνεται οι κατηγορίες 19 και 20 να αφορούν ακριβώς την ίδια φορολογική περίοδο και πρόκειται βασικά για ακριβώς τις ίδιες κατηγορίες που ίσως η μία εξ αυτών εκ παραδρομής να έχει συμπεριληφθεί στο κατηγορητήριο. Εν τέλει η 19η κατηγορία αναστάλθηκε πριν την απαγγελία της παρούσας απόφασης. Οι Κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις κατηγορίες 1 μέχρι 23 και την κατηγορία 25 ενώ παραδέχθηκαν ενοχή στην κατηγορία 24 μετά από αλλαγή απάντησης που έλαβε χώρα στις 30/09/
- Κατά την ίδια ημερομηνία ήτοι στις 30/09/2020 ο Κατηγορούμενος 2 προσωπικά και ως δικηγόρος της Κατηγορούμενης αρ. 1 δήλωσε ότι σε σχέση με τις κατηγορίες 1 μέχρι 10 και 25 είναι νομικό το ζήτημα κατά πόσον είναι ποινικά υπόλογοι ή όχι οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και αρ. 2 και θα αγορεύσει προς το σκοπό αυτό. Συνεπώς προς το σκοπό υποβοήθησης της διαδικασίας δήλωσε ο κ.Γαβριηλίδης ότι αναφορικά με τους Κατηγορούμενους αυτοί παραδέχονται ότι σε σχέση με τις κατηγορίες 1 μέχρι 10 και 25 δεν έχουν υποβληθεί οι φορολογικές δηλώσεις που αφορούν οι κατηγορίες ή έχουν ως αντικείμενο την χρηματική επιβάρυνση από την παράλειψη υποβολής τους η οποία δεν καταβλήθηκε. Η δήλωση του κ.Γαβριηλίδη με την έγκριση του Δικαστηρίου κατατέθηκε και σημειώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Επιφύλαξε βεβαίως το δικαίωμα του ο κ.Γαβριηλίδης να αγορεύσει σε σχέση με τούτο το νομικό ζήτημα. Όσον αφορά τις κατηγορίες 11 μέχρι και 23 ο κ.Γαβριηλίδης δήλωσε ότι θα εγείρει ζήτημα δεδικασμένου λόγω της ύπαρξης της ποινικής υπόθεσης 833/17 Ε.Δ. Λεμεσού η οποία έχει ολοκληρωθεί. Για σκοπούς υποβοήθησης της διαδικασίας το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης XXXXX/17 Ε.Δ. Λεμεσού κατατέθηκε εξ συμφώνου ως Τεκμήριο Α και επιπρόσθετα δηλώθηκε από αμφότερους τους δικηγόρους ότι η εν λόγω ποινική υπόθεση που είχε καταχωρηθεί στο Ε.Δ. Λεμεσού στις 26/01/17 ολοκληρώθηκε στις 28/02/2018 δια της επιβολής ποινής στους Κατηγορούμενους αφού βρέθηκαν ένοχοι μετά από δική τους παραδοχή στις 12 κατηγορίες που αυτοί αντιμετώπιζαν. Επιβλήθηκε σε κάθε Κατηγορούμενο σε κάθε κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €40,
- Συνεπώς ένεκα των πιο πάνω εξελίξεων η υπόθεση προγραμματίστηκε για συνέχιση της ακρόασης στις 11/11/2020 για τις κατηγορίες 1 μέχρι 23 και την κατηγορία 25 και για γεγονότα και επιβολή ποινής σε σχέση με την 24 κατηγορία την ίδια ημέρα. Κατά την εν λόγω ημερομηνία η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής παρουσίασε μαρτυρία προς στοιχειοθέτηση των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι και τις οποίες δεν είχαν παραδεχθεί (1 μέχρι 23 και 25). Ποιο συγκεκριμένα παρουσίασε την κα. xxxxxx ως Μάρτυρα Κατηγορίας 1 η οποία στα πλαίσια της μαρτυρίας της ανέφερε ότι αυτή εργάζεται ως Λειτουργός Φ.Π.Α. στο Τμήμα Φορολογίας και στα πλαίσια των καθηκόντων της ελέγχει τον οφειλόμενο φόρο, τον φόρο που βεβαιώθηκε καθώς και τον φόρο που καταβλήθηκε, επίσης ελέγχει το αν έχει υπολογιστεί ορθά ο πρόσθετος φόρος, οι επιβαρύνσεις καθώς και ο τόκος. Σε σχέση με την γνώση της αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1 η μάρτυρας ανέφερε ότι η ίδια έχει προχωρήσει σε ετοιμασία με βάση το μηχανογραφημένο σύστημα της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. καθώς και λαμβάνοντας υπόψη τον προσωπικό φάκελο της κατηγορούμενης τον οποίο έχει πρόσβαση στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων της πιστοποιητικό του Εφόρου Φορολογίας στο οποίο αναγράφεται η ημερομηνία εγγραφής της Κατηγορούμενης 1 στο Τμήμα Φορολογίας από 07/03/2013 μέχρι και σήμερα. Το εν λόγω πιστοποιητικό κατατέθηκε στην διαδικασία ως Τεκμήριο
- Επίσης σημείωσε η μάρτυρας ότι η ίδια προχώρησε στην ετοιμασία πιστοποιητικού του Εφόρου Φορολογίας με βάση το μηχανογραφημένο σύστημα της υπηρεσίας Φ.Π.Α. στην οποία αναγράφεται η μη υποβολή φορολογικών δηλώσεων καθώς και οι χρηματικές επιβαρύνσεις. Το εν λόγω πιστοποιητικό κατατέθηκε στην διαδικασία ως Τεκμήριο
- Σημείωσε ότι σε σχέση με τις κατηγορίες 1 μέχρι και 10 οι οποίες αντιστοιχούν στις παραγράφους 1 μέχρι και 10 του Τεκμηρίου 2 αναγράφεται η φορολογική περίοδος, η ημερομηνία που θα έπρεπε να είχε υποβληθεί κάθε φορολογική δήλωση και σημείωσε ότι και οι 10 φορολογικές δηλώσεις δεν έχουν υποβληθεί μέχρι και σήμερα. Αναφορικά με τις κατηγορίες 11 μέχρι και 25 αναγράφεται το ποσό των €51,00 που είναι η χρηματική επιβάρυνση λόγω της μη εμπρόθεσμης υποβολής κάθε φορολογικής δήλωσης και κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 πίνακα που ετοίμασε η ίδια στον οποίο φαίνεται η φορολογική τριμηνία, πότε θα έπρεπε να είχε υποβληθεί η φορολογική δήλωση, πότε υποβλήθηκε και η χρηματική επιβάρυνση. Σε σχέση με το Τεκμήριο 4 που κατατέθηκε στην διαδικασία και αποτελεί δέσμη πιστοποιητικών προερχόμενο από το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών το οποίο ζήτησε και εξασφάλισε στα πλαίσια των καθηκόντων της αποτελούμενο από 4 σελίδες έγινε δήλωση από αμφότερους τους δικηγόρους ότι είναι αποδεκτή η αλήθεια του περιεχομένου του Τεκμηρίου αυτού. Όσον αφορά τον προσωπικό φάκελο της Κατηγορούμενης 1 που διατηρείται στην Υπηρεσία της μάρτυρας τον οποίο είχε στην κατοχή της ανέφερε ότι δεν προκύπτει από τον φάκελο της εταιρείας να έχουν γίνει οποιεσδήποτε αιτήσεις για ακύρωση της εγγραφής της από το Φ.Π.Α. ούτε βεβαίως στον ηλεκτρονικό φάκελο που η Υπηρεσία διατηρεί στο σύστημα EOASIS σε σχέση και πάλι με την Κατηγορούμενη 1 υπάρχει οποιαδήποτε αίτηση διαγραφής της εταιρείας από το μητρώο του Φ.Π.Α. Τα πιο πάνω ελέγχθηκαν από την μάρτυρα πριν προχωρήσει στην ετοιμασία του Πιστοποιητικού που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον η Υπηρεσία της έχει υποβάλει είτε στις 22/05/2017 είτε στις 19/10/17 ως ήταν η θέση του κ.Γαβριηλίδη ένσταση αναφορικά με την διαγραφή της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, επίσης δεν γνώριζε να απαντήσει ούτε στην υποβολή του δικηγόρου υπεράσπισης ότι μετά την αίτηση για εκούσια διάλυση της Κατηγορουμένης 1 ημερομηνίας 06/10/2016 βάση του Περί Εταιρειών Νόμων και των άρθρων που αφορούν την εκούσια εκκαθάριση παύει να είναι υπόλογος προς οποιοδήποτε φορέα ο Διευθυντής της και αναλαμβάνει ο επίσημος παραλήπτης ή διαχειριστής ο οποίος βάσει του νόμου διορίζεται από τον Επίσημο Παραλήπτη. Δεν γνώριζε επίσης να απαντήσει ούτε και σε υποβολή ότι η Υπηρεσία της μετά την υποβολή ένστασης για την διαγραφή της κατηγορούμενης 1 εταιρείας όφειλε να ακολουθήσει τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ώστε να ανακόψει εντός του εύλογου χρόνου που ορίζει ο νόμος την διάλυση της εταιρείας. Σε ερώτηση κατά πόσον η Υπηρεσία της έχει αποστείλει μέχρι σήμερα οποιοδήποτε έγγραφο πλην από την ένσταση την οποία υπέβαλαν με το τι αναλυτικά ζητούν σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 από τον Έφορο Εταιρειών ή τον εκκαθαριστή της εταιρείας η μάρτυρας απάντησε ότι το μόνο που γνωρίζει είναι ότι το υποκείμενο στο Φόρο πρόσωπο είναι εγγεγραμμένο στο μητρώο Φ.Π.Α. μέχρι σήμερα γιατί δεν έχει το ίδιο ζητήσει την διαγραφή του από το Φ.Π.Α. διευκρινίζοντας περαιτέρω ότι κάποιος που θέλει να διαγραφεί από το Φ.Π.Α. ο ίδιος με τα σχετικά έντυπα της υπηρεσίας πρέπει να υποβάλει σχετική αίτηση. Σε περαιτέρω ερώτηση κατά πόσον όταν αποβιώσει κάποιος εξακολουθεί να είναι γραμμένος στο Φ.Π.Α. η μάρτυρας απάντησε ότι αν πεθάνει διευθυντής υποκείμενου στο Φόρο πρόσωπο τότε το υποκείμενο στο Φόρο πρόσωπο που είναι εταιρεία εξακολουθεί να είναι γραμμένο στο μητρώο του Φ.Π.Α. Σε περίπτωση δεν διάλυσης μιας εταιρείας και κατά πόσον αυτή εξακολουθεί να είναι γραμμένη στο Φ.Π.Α. ως υποκείμενο στο Φ.Π.Α. πρόσωπο η μάρτυρας απάντησε ότι αν η εταιρεία έχει εκκρεμότητες με την υπηρεσία και να έχει διαλυθεί και να έχει διαγραφή από το μητρώο Φ.Π.Α. τότε η υπηρεσία με σχετική αίτηση που υποβάλει σε Πολιτικό Δικαστήριο την επανεγράφει για να μπορεί να πραγματοποιήσει αυτό που η υπηρεσία πιστεύει ότι πρέπει να πράξει. Σε υποβολή ότι με την καταχώρηση της ένστασης της Υπηρεσίας της στον Έφορο Εταιρειών οφείλαν να προχωρήσουν με την διαδικασία που ανέφερε ανωτέρω δηλαδή να αποταθούν σε Πολιτικό Δικαστήριο ότι υπάρχει λόγος η εταιρεία να μην διαλυθεί η μάρτυρας απάντησε ότι εξ όσων γνωρίζει από τα πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 23/09/2020 (Τεκμήριο 4) αναφέρεται ότι η συγκεκριμένη εταιρεία εξακολουθεί να βρίσκεται εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Ανέφερε επίσης ότι αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1 δεν πρόκειται για εταιρεία η οποία έχει διαλυθεί σε αντίθεση με τις περιπτώσεις εταιρειών που έχουν πράγματι διαλυθεί και η Υπηρεσία της δύναται να ακολουθήσει την διαδικασία που ανέφερε ήδη μέσω του Πολιτικού Δικαστηρίου. Δεν γνώριζε επίσης ούτε για την θέση που της υπέβαλε ο κ.Γαβριηλίδης ότι εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατάθεσης ένστασης διάλυσης και το αργότερο εντός 18 μηνών από την καταχώρηση της ένστασης όφειλαν να προχωρήσουν με σχετική αίτηση στο Πολιτικό Δικαστήριο. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι η εταιρεία και ο διευθυντής της εννοώντας τους κατηγορούμενους 1 και 2 ότι είναι υπεύθυνοι για την καταχώρηση της τρίμηνης κατάστασης μέχρι 06/10/2016 που έγινε η αίτηση για διαγραφή της εταιρείας από το μητρώο εταιρειών αναφέροντας εις απάντηση ότι το υποκείμενο στο Φόρο πρόσωπο είναι εγγεγραμμένο μέχρι και σήμερα στο Μητρώο Φ.Π.Α. και οφείλει να υποβάλει φορολογική δήλωση μέχρι και σήμερα. Όσον αφορά το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α το οποίο υποδείχθηκε στην μάρτυρα και σε ερώτηση για ποιο λόγο οι κατηγορίες 11 μέχρι και 23 δεν συμπεριλήφθηκαν στο συγκεκριμένο κατηγορητήριο του 2017 ανέφερε ότι στην Υπόθεση XXXXX/17 οι κατηγορίες αφορούσαν την μη υποβολή φορολογικών δηλώσεων και η Υπηρεσία δεν μπορούσε να γνωρίζει με τι ποσά θα υποβάλλονταν αυτές για να μπορούν να βάλουν τις χρηματικές επιβαρύνσεις τους, τον πρόσθετο φόρο και τον τόκο στο ίδιο κατηγορητήριο. Στην θέση του κ.Γαβριηλίδη ότι η μη εμπρόθεσμη υποβολή ίσχυε και τότε και δεν άλλαξε κάτι απάντησε ότι αυτό που βλέπει είναι ότι στο πρώτο κατηγορητήριο η υπηρεσία καλούσε να υποβληθούν φορολογικές δηλώσεις οι οποίες εν τέλει υποβλήθηκαν τον Φεβρουάριο του 2018 και υποβλήθηκαν όλες με μηδενικά ποσά και για αυτό η μόνη χρηματική επιβάρυνση που έχει προκύψει είναι τα €51,00 για εκπρόθεσμη υποβολή φορολογικής δήλωσης δηλαδή ούτε προστέθηκε φόρος ούτε τόκος. Ανέφερε επίσης ότι η πρακτική που ακολουθεί η Υπηρεσία της είναι ότι οι κατηγορίες για χρηματική επιβάρυνση μπαίνουν μόνο μετά που υποβάλλονται οι εκπρόθεσμες πλέον φορολογικές δηλώσεις και όχι στην περίπτωση που δεν έχουν ακόμα υποβληθεί καθότι σκοπός της υπηρεσίας είναι σε περίπτωση μη πληρωμής τόσο της χρηματικής επιβάρυνσης του πρόσθετους τέλους και του τόκου να συμπεριλάβει τα ποσά αυτά σε μία κατηγορία για έκαστη εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση. Αξιοσημείωτο μάλιστα το γεγονός ότι σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου προς την μάρτυρα τι γίνεται στις περιπτώσεις όπου φορολογική δήλωση που δεν υποβλήθηκε δεν υποβληθεί ποτέ κατά πόσον το υποκείμενο στο Φ.Π.Α. πρόσωπο θα διωχθεί για την παράλειψη της καταβολής της χρηματικής επιβάρυνσης συνέπεια της παράλειψης υποβολής φορολογικής δήλωσης η μάρτυρας απάντησε ότι δεν θα διωχθεί για την χρηματική επιβάρυνση αφού η πρακτική είναι να αναμένουν την υποβολή της και αν αυτό δεν θα γίνει ποτέ τότε δεν θα υπάρξει δίωξη για την παράλειψη καταβολής της χρηματικής επιβάρυνσης. Mετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, η πλευρά των Κατηγορουμένων υπέβαλε εισήγηση στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως ότι μεταξύ άλλων οι κατηγορίες 11 μέχρι και 23 θα πρέπει να απορριφθούν και συνεπώς αμφότεροι οι κατηγορούμενοι να απαλλαχθούν σε σχέση με αυτές καθότι αυτές προσκρούουν στις αρχές του δεδικασμένου και κατ επέκταση συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας. Όσον αφορά τις κατηγορίες 1 μέχρι και 10 καθώς και 25 λαμβάνοντας υπόψη την δήλωση του κ.Γαβριηλίδη πριν την έναρξη της δίκης ότι πράγματι οι φορολογικές δηλώσεις των κατηγοριών 1 μέχρι και 10 δεν έχουν υποβληθεί και η χρηματική επιβάρυνση της κατηγορίας 25 δεν έχει καταβληθεί αλλά και την αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής στην οποία αναφορά κάνω ανωτέρω κρίνω ότι αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με τις κατηγορίες 1 μέχρι και 10 καθώς και την κατηγορία 25 και θα προχωρήσω να καλέσω σε απολογία αμφότερους τους Κατηγορούμενους σε σχέση με αυτές. Ούτως η άλλως και στην αγόρευση του επιχειρηματολόγησε μόνο για τις κατηγορίες 11 μέχρι 23 και δεν έγειρε οτιδήποτε για τις κατηγορίες 1 μέχρι 10 και 25 και επιφύλαξε το δικαίωμα του να το πράξει δια των τελικών αγορεύσεων. Ούτως η άλλως η υπερασπιστική γραμμή των Κατηγορουμένων ως διαφάνηκε από την αντεξέταση της ΜΚ1 αφορούσε τις νομικές συνέπειες και επιπτώσεις που έχει η κατ ισχυρισμό εκούσια εκκαθάριση της Κατηγορουμένης 1 που αφορούσε τους επίδικους για τις κατηγορίες 1 μέχρι 10 και 25 χρόνους ζήτημα το οποίο δύναται να εξεταστεί στα πλαίσια της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου για να τεθεί βεβαίως όχι μόνο η σχετική νομική επιχειρηματολογία ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον κατάλληλο χρόνο αλλά και η σχετική έγγραφη και δια ζώσης μαρτυρία (σε περίπτωση βεβαίως που οι Κατηγορούμενοι επιλέξουν να παρουσιάσουν τέτοια μαρτυρία κατά την κλήση τους σε απολογία) αφού στο παρόν στάδιο δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε σχετικό πέραν του αριθμού υποβολών που τέθηκαν προς την ΜΚ1 κατά την αντεξέταση της και αφορούσαν ζητήματα της κατ ισχυρισμό εκούσιας εκκαθάρισης της Κατηγορουμένης
- Επομένως, στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση αναφορικά με τις κατηγορίες 1 μέχρι 10 και 25 και ως εκ τούτου καλεί τους Κατηγορούμενους σε απολογία σε σχέση με αυτές. Επανερχόμενος στο ζήτημα δεδικασμένου που εγέρθηκε αναφορικά με τις κατηγορίες 11 μέχρι και 23 και την σχετιζόμενη ποινική υπόθεση 833/17 Ε.Δ. Λεμεσού (Τεκμήριο Α) σημειώνονται τα εξής: Ως αναφέρθηκε και ανωτέρω το Τεκμήριο Α που αποτελεί αντίγραφο του κατηγορητηρίου της ποινικής υπόθεσης XXXXX/17 Ε.Δ. Λεμεσού κατατέθηκε εκ συμφώνου στις 30/09/2020 και επιπρόσθετα δηλώθηκε από αμφότερους τους δικηγόρους ότι η εν λόγω ποινική υπόθεση που είχε καταχωρηθεί στο Ε.Δ. Λεμεσού στις 26/01/17 ολοκληρώθηκε στις 28/02/2018 δια της επιβολής ποινής στους Κατηγορούμενους αφού βρέθηκαν ένοχοι μετά από δική τους παραδοχή στις 12 κατηγορίες που αυτοί αντιμετώπιζαν. Από μελέτη του Τεκμηρίου Α προκύπτει ότι τόσο ο Κατήγορος όσο και οι Κατηγορούμενοι στην υπόθεση ήταν τα ίδια πρόσωπα και είχαν τις ίδιες ιδιότητες με τους διαδίκους στην υπό εξέταση ποινική υπόθεση. Συγκεκριμένα σε σχέση με τους τότε Κατηγορούμενους αυτοί αντιμετώπιζαν 12 συνολικά κοινές κατηγορίες που αφορούσαν παραβάσεις του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου καθώς και των σχετικών με αυτών Κανονισμών. Σύμφωνα με τις κατηγορίες 1 μέχρι και 12 του Τεκμηρίου Α καταλογιζόταν στους Κατηγορούμενους η παράλειψη υποβολής φορολογικής δήλωσης για την περίοδο από 01/04/2013 μέχρι και την 31/05/2016 στις οποίες βρέθηκαν ένοχοι μετά από δική τους παραδοχή και τους επιβλήθηκε σε κάθε Κατηγορούμενο σε κάθε κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €40,
- Περαιτέρω φαίνεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 ότι οι συγκεκριμένες φορολογικές δηλώσεις είχαν υποβληθεί όλες μέχρι και τις 28/02/2018 δηλαδή την ημέρα που επιβλήθηκε η ποινή στους Κατηγορούμενους αυτοί είχαν συμμορφωθεί. Αποτελεί επιχειρηματολογία του κ.Γαβριηλίδη ότι οι κατηγορίες 11 μέχρι και 23 της Ποινικής Υπόθεσης 21317/19 Ε.Δ. Λεμεσού (υπό κρίση υπόθεση) καλύπτονται από δεδικασμένο και δεν δύναται να προωθηθούν εναντίον των Κατηγορουμένων καθότι στην ουσία αφορούν κατηγορίες παράλειψης καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης από την παράλειψη έγκαιρης υποβολής φορολογικής δήλωσης για την περίοδο από 01/04/2013 μέχρι και την 31/05/2016 και αποτελούσαν αντικείμενο των κατηγοριών 1 μέχρι 12 του Τεκμηρίου Α. Δηλαδή αποτελεί θέση του κ.Γαβριηλίδη ότι όφειλε η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής να συμπεριλάβει στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α κατά το χρόνο που αυτό καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού τις κολάσιμες πράξεις που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες 11 μέχρι και 23 της Ποινικής Υπόθεσης 21317/2019 Ε.Δ. Λεμεσού στην Ποινική Υπόθεση XXXXX/17 Ε. Δ. Λεμεσού η οποία ως ανωτέρω αναφέρεται έχει ολοκληρωθεί αφού η χρηματική επιβάρυνση έκαστης κατηγορίας αφορούσε την παράλειψη υποβολής των αντίστοιχων φορολογικών δηλώσεων που είχαν ως αντικείμενο οι κατηγορίες 1 μέχρι 12 του Τεκμηρίου Α. Συνεπώς ως εισηγείται ο κ.Γαβριηλίδης η παράλειψη αυτή της Κατηγορούσας Αρχής να το πράξει της δημιουργεί κώλυμα λόγω ύπαρξης δεδικασμένου να τις συμπεριλάβουν και προωθούν εναντίον των κατηγορουμένων στο υπό εξέταση κατηγορητήριο αφού επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου Α όχι μόνο θα μπορούσαν αλλά είχαν και υποχρέωση να συμπεριλάβουν τις κατηγορίες αυτές. Από την στιγμή εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ότι υπήρχε ο κίνδυνος καταδίκης ή αθώωσης σε σχέση και με αυτές τις κατηγορίες που αποτελούσαν ούτως η άλλως απόρροια των κατηγοριών 1 μέχρι 12 του Τεκμηρίου Α το δόγμα του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής και επενεργεί προς όφελος των κατηγορουμένων δημιουργώντας κώλυμα στην Κατηγορούσα Αρχή να τις προωθεί σήμερα εναντίον τους. Αντίθετη βεβαίως ήταν η θέση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής η οποία με την επιχειρηματολογία της ανέφερε ότι οι κατηγορίες 11 μέχρι και 23 που αφορούν την παράλειψη καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης από την παράλειψη έγκαιρης υποβολής φορολογικής δήλωσης συνιστούν ξεχωριστά και αυτοτελή ποινικά αδικήματα στη βάση του άρθρου 46 υποπαράγραφο (10Α) του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου σε αντιδιαστολή βεβαίωσης με την διάπραξη των ξεχωριστών και αυτοτελή ποινικών αδικημάτων της παράλειψης υποβολής φορολογικής δήλωσης στη βάση του Άρθρου 46 υποπαράγραφος
(10)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου. Πράγματι από μελέτη του άρθρου 46 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου που τιτλοφορείται Φορολογικά Αδικήματα προκύπτει το γεγονός ότι η παράλειψη υποβολής φορολογικής δήλωσης εντός καθορισμένης φορολογικής περιόδου καθώς και η παράλειψη καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης (στην περίπτωση μας από την παράλειψη εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικής δήλωσης) συνιστούν ξεχωριστά και αυτοτελή ποινικά αδικήματα και προβλέπουν και την επιβολή διαφορετικών ποινών. Όσον αφορά την παράλειψη υποβολής φορολογικής δήλωσης σχετικό είναι το άρθρο 46
(10)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: «
(10)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές». Όσον αφορά την παράλειψη καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης από παράλειψη έγκαιρης υποβολής φορολογικής δήλωσης σχετικό είναι το άρθρο 46(10Α) του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: «(10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού». H υποχρέωση φυσικά προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 20
(1)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: «20.—
(1)Κάθε υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο αποδίδει λογαριασμό και καταβάλλει Φ.Π.Α., σε σχέση με τις συναλλαγές που πραγματοποιεί και σε σχέση με απόκτηση από το εν λόγω πρόσωπο οποιωνδήποτε αγαθών από άλλα κράτη μέλη, αναφορικά με τέτοιες περιόδους (που στον παρόντα Νόμο αναφέρονται ως "καθορισμένες φορολογικές περίοδοι") σε τέτοιο χρόνο και με τέτοιο τρόπο που μπορεί να καθορίζεται από ή με βάση Κανονισμούς και τέτοιοι Κανονισμοί μπορούν να προβλέπουν διαφορετικά για διαφορετικές περιστάσεις». Σχετικά είναι και τα άρθρα 17 και 29 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικοί) του 201 και 2002 τα οποία διαλαμβάνουν τα εξής: «17.—
(1)Κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο ή που ήταν ή απαιτείται να είναι εγγεγραμμένο οφείλει, σε σχέση με κάθε περίοδο τριμήνου ή στην περίπτωση προσώπου που είναι εγγεγραμμένο, κάθε περίοδο 3 μηνών που λήγει κατά τις ημερομηνίες που γνωστοποιούνται είτε στο πιστοποιητικό εγγραφής που εκδίδεται σε αυτό το πρόσωπο ή διαφορετικά, όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος της περιόδου με την οποία σχετίζεται, να υποβάλει στον Έφορο φορολογική δήλωση σε έντυπο που καθορίζεται με Γνωστοποίηση του Εφόρου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στην οποία να δηλώνεται το ποσό του Φ.Π.Α. που οφείλει να καταβάλει από αυτό και η οποία να περιέχει πλήρεις πληροφορίες σε σχέση με τα άλλα θέματα που καθορίζονται στο έντυπο και δήλωση, υπογραμμένη από αυτό, ότι η φορολογική δήλωση είναι αληθής και πλήρης: .. 29
(2)Οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει υποχρέωση να υποβάλει φορολογική δήλωση, οφείλει να καταβάλει στον Έφορο το ποσό Φ.Π.Α. που είναι καταβλητέο σε σχέση με την περίοδο στην οποία αφορά η φορολογική δήλωση όχι αργότερα από την τελευταία ημέρα κατά την οποία απαιτείται να υποβληθεί η φορολογική δήλωση». Σε σχέση δε με την ποινική ευθύνη συμβούλων νομικού προσώπου σχετικό είναι το άρθρο 48 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: «48.—
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος». Tέλος το άρθρο 45 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου που τιτλοφορείται Παραβάσεις είναι σχετικό σε σχέση με τις χρηματικές επιβαρύνσεις και πρόσθετο φόρο που υποβάλλεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και διαλαμβάνει τα εξής: «45.-
(1)Κάθε πρόσωπο που παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις των παραγράφων 5, 6, ή 7 του Μέρους Ι, της παραγράφου 3 του Μέρους ΙΙ, της παραγράφου 3 του Μέρους ΙΙΙ και της παραγράφου 2
(1)του Μέρους V του Πρώτου Παραρτήματος υπόκειται σε χρηματική επιβάρυνση ογδόντα πέντε ευρώ (€85) για κάθε μήνα που διαρκεί η παράλειψη.
(2)Αν κατά την τελευταία ημέρα κατά την οποία το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο έχει υποχρέωση σύμφωνα με τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο, ο Έφορος δεν έχει παραλάβει τη φορολογική δήλωση, τότε το εν λόγω πρόσωπο υπόκειται σε χρηματική επιβάρυνση τριάντα λιρών (£30).
(3)Αν (α) Κατά την τελευταία ημέρα κατά την οποία υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο έχει υποχρέωση σύμφωνα με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο ο Έφορος έχει παραλάβει εκείνη τη φορολογική δήλωση αλλά δεν έχει λάβει, είτε ο ίδιος είτε εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του, το ποσό του Φ.Π.Α. που εμφαίνεται στη φορολογική δήλωση ως καταβλητέο από αυτό το πρόσωπο σε σχέση με εκείνη τη φορολογική περίοδο˙ ή (β) κατά την τελευταία ημέρα κατά την οποία υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο έχει υποχρέωση σύμφωνα με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο ο Έφορος ούτε έχει παραλάβει εκείνη τη φορολογική δήλωση ούτε έχει λάβει, είτε ο ίδιος είτε εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του, το ποσό του οφειλόμενου Φ.Π.Α., αλλά αποδέχεται φορολογική δήλωση που υποβάλλεται ύστερα από την προαναφερθείσα ημέρα και στην οποία εμφαίνεται ποσό Φ.Π.Α. ως καταβλητέο από αυτό το πρόσωπο σε σχέση με εκείνη τη φορολογική περίοδο˙ (γ) ο Έφορος βεβαιώνει ποσό Φ.Π.Α. ως οφειλόμενο από οποιοδήποτε πρόσωπο, τότε το πρόσωπο αυτό υπόκειται σε πρόσθετο φόρο ίσο προς δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου Φ.Π.Α.» Δηλαδή αυτό που προκύπτει στην υπό εξέταση υπόθεση είναι το γεγονός ότι ένεκα των προνοιών του Άρθρου 45
(2)επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη 1 για μία έκαστη των κατηγοριών 1 μέχρι και 12 του Τεκμηρίου Α χρηματική επιβάρυνση ύψους Λ.Κ. 30.00 ήτοι σε €51,00 λόγω της μη υποβολής από μέρους της εντός της καθορισθείσας χρονικής διορίας των συγκεκριμένων φορολογικών δηλώσεων. Σημειώνεται και τονίζεται ως διαφαίνεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 45 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου δεν έχει σημασία για σκοπούς επιβολής της χρηματικής επιβάρυνσης αν μεταγενέστερα οι φορολογικές αυτές δηλώσεις έχουν υποβληθεί αφού ούτως η άλλως αν παρέλθει ως αναφέρει και το Άρθρο 45
(2)η τελευταία ημέρα που θα έπρεπε να είχε υποβληθεί η φορολογική δήλωση και αυτή δεν έχει υποβληθεί η χρηματική επιβάρυνση που επιβάλλεται είναι στην ουσία αυτόματη και η παράλειψη πληρωμής της σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 46 (10Α) συνιστά αδίκημα το οποίο τιμωρείται με χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού. Σημειώνεται ότι και στην αγόρευση της κας Χατζηγιάννη αυτό που επιβεβαιώνεται είναι ότι η επιβολή της χρηματικής επιβάρυνσης δεν αποτελεί/συνιστά διοικητική πράξη αλλά η επιβολή αυτή προβλέπεται από το άρθρο 45 εξού και δεν απαιτείται η αποστολή σχετικής γνωστοποίησης προς τον διοικούμενο. Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης και μόνο αναφέρεται επίσης ότι ως διαφαίνεται και ανωτέρω το άρθρο 45 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου καλύπτει εκτός από την χρηματική επιβάρυνση που επιβάλλεται συνέπεια της παράλειψης υποβολής φορολογικής δήλωσης εντός της καθορισθείσας περιόδου και τις περιπτώσεις επιβολής πρόσθετου φόρου σε περίπτωση μη καταβολής του οφειλόμενου Φόρου που φαίνεται σε Φορολογική Δήλωση που υποβάλλεται εμπρόθεσμα ή του οφειλόμενου φόρου που φαίνεται σε Φορολογική Δήλωση που υποβάλλεται εκπρόθεσμα και σε περίπτωση μη πληρωμής τέτοιου πρόσθετου φόρου είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση αυτό και πάλι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 46 (10Α) συνιστά αδίκημα το οποίο τιμωρείται με χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού. Ως ανέφερε η κα Χατζηγιάννη προς το Δικαστήριο σε διευκρινιστική ερώτηση σε σχέση με την πρακτική που ακολουθείτε από τον Έφορο Φορολογίας στις περιπτώσεις σύνταξης κατηγορητηρίων που αφορούν κατηγορίες παράλειψης υποβολής φορολογικών δηλώσεων ανέφερε ότι αυτό που ο Έφορος πράττει είναι στις περιπτώσεις εκείνες όπου κατά τον χρόνο καταχώρησης του κατηγορητηρίου δεν έχουν υποβληθεί οι φορολογικές δηλώσεις τότε προσάπτονται οι κατηγορίες που αφορούν την παράλειψη αυτή και δεν συμπεριλαμβάνονται κατηγορίες που αφορούν την επιβολή και μη πληρωμή της χρηματικής επιβάρυνσης από την παράλειψη υποβολής φορολογικής δήλωσης που αφορά τις αντίστοιχες κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο προτεινόμενο κατηγορητήριο καθότι αναμένουν την τελική καταχώρηση των φορολογικών δηλώσεων που αποτελούν αντικείμενο του κατηγορητηρίου έτσι ώστε να είναι σε θέση να υπολογίσουν και τον πρόσθετο φόρο 10% σε περίπτωση που προκύπτει (σχετικό το άρθρο 45 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου) και στην συνέχεια να προσάψουν σε περίπτωση που εξακολουθούν να μην έχουν πληρωθεί η (α) χρηματική επιβάρυνση, ο (β) πρόσθετος φόρος και ο (γ) τόκος, μία
(1)κατηγορία η οποία να τα συμπεριλαμβάνει το σύνολο του οφειλόμενου ποσού ή των ποσών για έκαστη φορολογική δήλωση. Αυτό που έγινε στην περίπτωση της κατηγορουμένης 1 όπως ανέφερε η ΜΚ1 κατά την αντεξέταση της αλλά και από την κα. Χατζηγιάννη στο πλαίσιο διευκρινήσεων που ζήτησε το Δικαστήριο για τους λόγους της μη συμπερίληψης των κατηγοριών 11 μέχρι 23 στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α ήταν διότι ως ανέφεραν οι φορολογικές δηλώσεις που ήταν αντικείμενο των κατηγοριών 1 μέχρι 12 του Τεκμηρίου Α υποβλήθηκαν από την κατηγορούμενη 1 μεταγενέστερα της καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης XXXXX/17 Ε.Δ. Λεμεσού και συνεπώς σύμφωνα και με την πρακτική που ακολουθείτε από τον Έφορο και για να μην προσάπτονται ξεχωριστές κατηγορίες εναντίον υπό κατηγορία προσώπων και να περιπλέκεται και κατατεμαχίζεται η διαδικασία αναφορικά με τα ξεχωριστά αδικήματα της (α) παράλειψης πληρωμής χρηματικής επιβάρυνσης (β) του πρόσθετου φόρου και (γ) του τόκου το Τμήμα όταν εν τέλει καταχωρηθούν έστω και εκπρόθεσμα οι φορολογικές δηλώσεις προχωρεί στην συνέχεια να προσάψει σε περίπτωση μη πληρωμής 1 κατηγορία για το σύνολο της χρηματικής επιβάρυνσης, του πρόσθετου φόρου και τόκου που αφορά συγκεκριμένη φορολογική δήλωση. Συνεπώς στη βάση των ανωτέρω στην περίπτωση της κατηγορούμενης 1 ως ανέφεραν από την στιγμή που οι φορολογικές δηλώσεις των κατηγοριών 1 μέχρι 12 του Τεκμηρίου Α υποβλήθηκαν έστω και εκπρόθεσμα με μηδενικό όμως ποσό φόρου ως αναγράφηκε σε αυτές και συνεπώς δεν τίθετο θέμα επιβολής πρόσθετου φόρου ο Έφορος πρόσαψε κατηγορίες μόνο αναφορικά με την παράλειψη πληρωμής της χρηματικής επιβάρυνσης ύψους €51 για κάθε φορολογική δήλωση των κατηγοριών 1 μέχρι 12 του Τεκμηρίου Α και πρόκειται βασικά για τις κατηγορίες 11 μέχρι και 23 που περιλαμβάνονται στην υπό εξέταση υπόθεση. Στην υπόθεση Πουλλαούας ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 494 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 500, σχετικά με τις αρχές που διέπουν το δεδικασμένο σε ποινικές υποθέσεις: «Ενόψει της αθώωσης και απαλλαγής του εφεσείοντα μια δεύτερη ποινική δίωξή του για το αδίκημα για το οποίο έχει αθωωθεί θα είχε να αντιμετωπίσει το δόγμα του δεδικασμένου. Δεν χρειάζεται να προβούμε σε εκτεταμένη ανάλυση των αρχών που διέπουν την εφαρμογή του δεδικασμένου σε ποινικές υποθέσεις. Συνοψίζονται ως εξής στον Archbold 1995, παραγ. 4-149: "The doctrine of res judicata does apply to the criminal law in the form of the maxim nemo debet bis vexari pro eadem causa, or nemo debet bis puniri pro uno delicto - 'no-one should be twice put in jeopardy of being convicted and punished for the same offence' (the rule against 'double jeopardy'). The pleas of autrefois convict and acquit are founded on these maxims".» Σε μετάφραση: «Το δόγμα του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής στη σφαίρα του ποινικού δικαίου υπό τον τύπο του αποφθέγματος nemo debet bis vexari pro eadem causa, or nemo debet bis puniri pro uno delicto - 'κανένας δεν μπορεί να τίθεται δύο φορές σε κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα' (ο κανόνας κατά του διπλού κινδύνου). Οι αρχές του autrefois convict and acquit είναι θεμελιωμένες επί των πιο πάνω αποφθεγμάτων». Όπως λέχθηκε στην πιο πάνω απόφαση, τυχόν μικροδιαφορές στις λεπτομέρειες του αδικήματος από εκείνες του αρχικού κατηγορητηρίου δεν εμποδίζουν την επίκληση του δόγματος autrefois acquit. Περαιτέρω, το δόγμα προστατεύει τον κατηγορούμενο όχι μόνο σε σχέση με οποιαδήποτε επανάληψη της συγκεκριμένης κατηγορίας για την οποία είχε προηγουμένως αθωωθεί, αλλά και για κατηγορίες για τις οποίες θα μπορούσε να είχε καταδικαστεί κατά την αρχική διαδικασία. Δηλαδή αν η κατηγορία που περιέχεται σε μεταγενέστερο κατηγορητήριο είναι μία για την οποία ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να καταδικαστεί κατά την εκδίκαση του αρχικού κατηγορητηρίου.[1] Όπως λέχθηκε στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Connelly v. Director of Public Prosecutions [1964] A.C. 1254, για να εφαρμοστεί το δόγμα του autrefois, ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε διατρέξει τον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα με εκείνο για το οποίο τώρα κατηγορείται, και η λέξη 'αδίκημα' περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα τα οποία συνιστούν το έγκλημα όσο και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Πρέπει δηλαδή να πρόκειται για το ίδιο αδίκημα, τόσο πραγματικά όσο και νομικά. Τα πιο πάνω διαλαμβάνονται ρητά στο άρθρο 35 της Ποινικής Δικονομίας, το οποίο προνοεί ότι «όποιος δικάστηκε μια φορά από αρμόδιο Δικαστήριο για ποινικό αδίκημα και καταδικάστηκε ή αθωώθηκε για αυτό το ποινικό αδίκημα, εφόσον αυτή η καταδίκη ή η αθώωση παραμένει σε ισχύ, δε δικάζεται εκ νέου βάσει των ίδιων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα». Συναφώς, η δυνατότητα προβολής των ειδικών απαντήσεων του autrefois acquit και autrefois convict είναι νομοθετικά κατοχυρωμένη, με το άρθρο 69
(1)της Ποινικής Δικονομίας. Η προστασία από διπλή διακινδύνευση (double jeopardy) παρέχεται βεβαίως και από το άρθρο 12
(2)του Συντάγματος, το οποίο προνοεί ότι «ο απαλλαγείς ή καταδικασθείς, δεν δικάζεται εκ δευτέρου διά το αυτό αδίκημα».[2] Η πρόνοια αυτή αντιστοιχεί με εκείνη του άρθρου 4
(1)του Έβδομου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρώσει η Κυπριακή Δημοκρατία με το Νόμο 18(ΙΙΙ)/2000. Για το λόγο αυτό η σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Δ.Α.Δ.) παρέχει χρήσιμη καθοδήγηση. Ως εκ των άνω η πρόνοια του άρθρου 69
(1)(β) πρέπει να διαβάζεται και να ερμηνεύεται υπό το φως των προνοιών τόσο του άρθρου 12
(2)του Συντάγματος όσο και του άρθρου 4
(1)του Έβδομου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η πρόνοια του άρθρου 4
(1)απασχόλησε πρόσφατα το Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Zolotukhin v. Russia, Apl. no 14939/03, ημερ. 10.2.09 στην οποία το Δικαστήριο υιοθετεί πλέον μια σύγχρονη και ενιαία ερμηνευτική προσέγγιση. Συγκεκριμένα σε σχέση με το πότε το αδίκημα για το οποίο κάποιος διώκεται θεωρείται ότι είναι το ίδιο με αυτό για το οποίο ήδη καταδικάσθηκε ή αθωώθηκε, το Δικαστήριο (Grand Chamber) διαπίστωσε την ύπαρξη των ακόλουθων διαφορετικών ερμηνευτικών προσεγγίσεων στη νομολογία του (βλ. παρ. 71-77): «
- Η πρώτη προσέγγιση εστιάζει στην ίδια συμπεριφορά (same conduct) εκ μέρους του κατηγορούμενου ανεξάρτητα από τη νομική της κατηγοριοποίηση, με άλλα λόγια το νομικό της χαρακτηρισμό. Έτσι κρίθηκε ότι υπήρχε παραβίαση του άρθρου 4 όταν δύο αποφάσεις είχαν βασιστεί στην ίδια συμπεριφορά του κατηγορούμενου.
- Η δεύτερη προσέγγιση υποστηρίζει ότι παρόλο που η εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου είναι η ίδια, εάν αποτελεί ξεχωριστά αδικήματα, αυτά μπορεί να εκδικαστούν σε ξεχωριστές διαδικασίες. Έτσι κρίθηκε ότι δεν συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 4 το γεγονός ότι εκδικάστηκαν από διαφορετικά Δικαστήρια ξεχωριστά αδικήματα αν και ήταν όλα μέρος της ίδιας εγκληματικής πράξης.
- Τέλος η τρίτη προσέγγιση δίνει έμφαση στα ουσιώδη στοιχεία (essential elements) των δύο αδικημάτων. Έτσι κρίθηκε ότι παρά το ότι μπορεί να γίνει δίωξη για ξεχωριστά αδικήματα τα οποία προκύπτουν από την ίδια εγκληματική πράξη πρέπει περαιτέρω να εξετασθεί κατά πόσο τα αδικήματα αυτά είχαν τα ίδια ουσιώδη στοιχεία, οπόταν και υπάρχει παραβίαση του άρθρου 4.» Η ύπαρξη των διαφορετικών αυτών προσεγγίσεων κρίθηκε στην ίδια απόφαση ότι διακινδυνεύει τη νομική βεβαιότητα, πράγμα ασύμβατο με ένα θεμελιώδες δικαίωμα όπως αυτό του άρθρου 4
(1)(βλ. παρ. 78). Γι αυτό και το Ε.Δ.Α.Δ. προχώρησε στην υιοθέτηση μιας εναρμονισμένης προσέγγισης για το θέμα (βλ. παρ. 71-83). Συγκεκριμένα αφού επανέλαβε ότι η Σύμβαση αποτελεί μια ζωντανή πράξη η οποία πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως των συνθηκών της σημερινής εποχής και να εφαρμόζεται με τρόπο που να καθιστά τα δικαιώματα πρακτικά και αποτελεσματικά και όχι θεωρητικά και απατηλά κατέληξε ότι η προσέγγιση η οποία δίδει έμφαση στο νομικό χαρακτηρισμό των αδικημάτων είναι πολύ περιοριστική των δικαιωμάτων του ατόμου και διακινδυνεύει να υποβιβάσει την εγγύηση που παρέχει το άρθρο 4 παρά να την καταστήσει πρακτική και αποτελεσματική ως απαιτείται από τη Σύμβαση. Έτσι κατέληξε ότι το άρθρο 4 πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαγορεύει τη δίωξη ή τη δίκη για ένα δεύτερο «αδίκημα» στο μέτρο που προκύπτει από ταυτόσημα γεγονότα ή γεγονότα ουσιαστικά τα ίδια (βλ. παρ. 80-82). Για να κριθεί το κατά πόσο τα γεγονότα είναι ταυτόσημα ή ουσιαστικά τα ίδια, συνεχίζει το Δικαστήριο, η προηγούμενη απόφαση και η λίστα με τις κατηγορίες στην νέα υπόθεση τα οποία περιέχουν συνήθως γεγονότα τόσο για το προηγούμενο όσο και για το παρόν αδίκημα είναι ένα κατάλληλο σημείο έναρξης. Η εξέταση αυτή πρέπει να εστιάσει στα γεγονότα εκείνα τα οποία συνιστούν ένα σύνολο συγκεκριμένων πραγματικών περιστάσεων που εμπλέκουν τον ίδιο κατηγορούμενο και είναι άρρηκτα συνδεδεμένα χρονικά και τοπικά, η ύπαρξη των οποίων πρέπει να καταδεικνύεται με σκοπό την εξασφάλιση μίας καταδίκης ή έγερσης ποινικής δίωξης (βλ. παρ. 83-84). Πρέπει τέλος να λεχθεί ότι η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε αργότερα στις υποθέσεις Ruotsalainen v. Finland, Appl. no 13079/03, ημερ. 16.6.09 και Maresti v. Croatia, Appl. no 55759/07, ημερ. 25.6.09. Το άρθρο 19 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί επίσης ότι ένα πρόσωπο δεν μπορεί να είναι δύο φορές ποινικά υπεύθυνο για την ίδια πράξη ή παράλειψη εκτός όταν η πράξη ή παράλειψη είναι τέτοια που μέσω της να προκαλείται ο θάνατος ενός άλλου προσώπου οπόταν μπορεί να καταδικαστεί για το αδίκημα για το οποίο είναι ένοχος επειδή θα έχει προκαλέσει το θάνατο του προσώπου τούτου μολονότι έχει ήδη καταδικασθεί για κάποιο άλλο αδίκημα που συνιστούσε πράξη ή η παράλειψη. Η ειδική αυτή απολογία του "autrefois acquit" όπως και τον "autrefois convict" είναι διαθέσιμη κάθε φορά που ο κατηγορούμενος διατρέχει τον κίνδυνο να καταδικαστεί για το ίδιο ή για ουσιαστικά το ίδιο ποινικό αδίκημα για το οποίου έχει ήδη δικαστεί και αθωωθεί ή καταδικαστεί ή που διατρέχει τον κίνδυνο να καταδικαστεί για ένα αδίκημα για το οποίο θα μπορούσε να είχε καταδικαστεί σε προηγούμενη δίκη (Δέστε Archbold, Pleading, Evidence and Practice in Criminal Cases
(1993), σελ.1/62 το εξής απόσπασμα: "2. A man may not be tried for a crime (
- a)in respect of which he has previously been acquitted or convicted . ... (
- b)in respect of which he could on some previous indictment have been lawfully convicted . . (
- c)it the crime is in effect the same or substantially the same one in respect of which (
- i)he has previously been acquitted or convicted or (
- ii)he could on some previous indictment have been convicted . . .."). Εκείνο που έχει σημασία για το δόγμα "autrefois acquit/autrefois convict" δεν είναι το κατά πόσο η μαρτυρία που δόθηκε στις δύο δίκες ήταν η ίδια αλλά τα κατά πόσο τα αδικήματα που αποτελούσαν το αντικείμενο της κάθε δίκης ήταν τα ίδια. Αν τα αδικήματα ήταν διαφορετικά τότε τα στοιχεία που τα συνθέτουν θα μπορούσαν επίσης να ήταν διαφορετικά και συνεπώς θα μπορούσαν να στηρίζονται δε διαφορετικά συμπεράσματα βγαλμένα από την ίδια μαρτυρία (Δέστε The Police v. Economides and Others [1951] 20 (Part II) C.L.R. 11 και The King v. Barron [1914] 2 KB σελ. 570). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση District Officer of Paphos v. Georghiou and Others [1978] 1 J.S.C. 100, 103, το ερώτημα για το Δικαστήριο πάνω στο ζήτημα τούτο είναι κατά πόσο ο Κατηγορούμενος διακινδύνευσε δύο φορές για την ίδια κατηγορία για την οποία κατηγορείται. Το δε κριτήριο είναι κατά πόσο το αδίκημα για το οποίο δικάστηκε και το αδίκημα για το οποίο δικάζεται τώρα έχουν τα ίδια συστατικά με την έννοια ότι τα γεγονότα που συνιστούν το ένα είναι αρκετό για να δικαιολογήσουν την καταδίκη του για το άλλο, όχι ότι τα γεγονότα τα οποία στηρίζεται η Κατηγορούσα Αρχή είναι τα ίδια στις δύο δίκες. Σχετική αναφορά μπορεί να γίνει στην αγγλική υπόθεση United States Government v. Atkinson [1969] 2 All E.R. 1151 στη σελ. 1156 όπου ο Λόρδος Parker CJ υιοθέτησε το κριτήριο που είχε θέσει ο Λόρδος Morris of Borth-y-Gest στην υπόθεση Connelly v. D.P.P. [1964] 2 All E.R. σελ. 414 και που έχει ως εξής: "It matters not that incidents and occasions being examined on the trial of the second indictment are precisely the same as those which were examined on the trial of the first. The Court is concerned with charges of offences or crimes. The test is therefore, whether such proof is necessary to convict of the second offence would establish quilt of the first offence or of all offences, for which on the first charge there could be a conviction . ..." Σε άλλο απόσπασμα της ίδιας απόφασης ο Δικαστής Bridge υιοθέτησε το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης του Λόρδου Devlin που έχει ως εξής: "For the doctrine of autrefois to apply it is necessary that the accused should have been but in peril of conviction for the same offence as that with which he is then charged. The word "offence" embraces both the facts which constitute the crime and the legal characteristics which make it an offence. For the doctrine to apply it must be the same offence both in fact and in law . . .". Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus στη σελ. 93 το κύριο ζήτημα είναι κατά πόσο τα αδικήματα είναι διαφορετικά και για το σκοπό αυτό ένας πρέπει να εξετάσει τα συστατικά στοιχεία του προηγούμενου και μεταγενέστερου αδικήματος. Αν τα συστατικά στοιχεία είναι διαφορετικά τότε δεν εγείρεται θέμα για autrefois acquit ή convict. Ο καθοριστικός παράγοντας είναι αν η μαρτυρία που απαιτείται για να στοιχειοθετήσει την καταδίκη σε σχέση με το δεύτερο αδίκημα θα στοιχειοθετούσε καταδίκη και σε σχέση με το πρώτο ή σε σχέση με αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να καταδικαστεί με το πρώτο κατηγορητήριο. Για να γίνουν πληρέστερα κατανοητά τα επίδικα θέματα, είναι χρήσιμο και απαραίτητο να εξακριβωθούν ποια είναι τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετώπιζαν οι κατηγορούμενοι (κατηγορίες 1 μέχρι 12) στην Ποινική Υπόθεση XXXXX/17 Ε.Δ. Λεμεσού (Τεκμήριο Α) και ποια τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 11 μέχρι και 23 που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση. Ας μην ξεχνάμε ότι η επιχειρηματολογία του κ.Γαβριηλίδη αφορά το γεγονός ότι η Κατηγορούσα Αρχή θα έπρεπε ή εναλλακτικά θα μπορούσε να είχε συμπεριλάβει τα αδικήματα των κατηγοριών 11 μέχρι και 23 του παρόντος κατηγορητηρίου στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης 833/17 Ε.Δ. Λεμεσού αφού ήταν άμεσα και άρρηκτα συνδεόμενα με τις εκεί κατηγορίες και ήδη είχαν χρονικά αποκρυσταλλωθεί / συντελεστεί κατά το χρόνο καταχώρησης της Ποινικής Υπόθεσης XXXXX/17 Ε.Δ. Λεμεσού. Συνεπώς από την στιγμή που θα μπορούσαν να το πράξουν δηλαδή να τα είχαν συμπεριλάβει και κατ επέκταση οι Κατηγορούμενοι να διέτρεχαν τον κίνδυνο να καταδικαστούν για αυτά στο πρώτο κατηγορητήριο (Τεκμήριο Α) το δόγμα του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής σε σχέση με τις κατηγορίες 11 μέχρι και 23 του παρόντος κατηγορητηρίου και η Κατηγορούσα Αρχή κωλύεται να τις προωθεί σήμερα εναντίον των Κατηγορουμένων. Για τα αδικήματα που αφορούν τις κατηγορίες 1 έως 12 της Ποινικής Υπόθεσης XXXXX/17 Ε.Δ. Λεμεσού, ως προς το πρόσωπο της Κατηγορουμένης 1, τα συστατικά στοιχεία είναι τα ακόλουθα: Α) ότι η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία είναι υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο εν τη εννοία του άρθρου 6 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου 95
(1)/2000 και Β) ότι η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία είχε υποχρέωση να υποβάλει φορολογική δήλωση για συγκεκριμένη φορολογική περίοδο και Γ) ότι η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να υποβάλει εμπρόθεσμα την φορολογική δήλωση εντός της καθορισθείσας χρονικής περιόδου. Για τα αδικήματα που αφορούν τις κατηγορίες 11 μέχρι και 23 του υπό εξέταση κατηγορητηρίου, ως προς το πρόσωπο της Κατηγορουμένης 1, τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών είναι τα ακόλουθα: Α) ότι η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία είναι υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο εν τη εννοία του άρθρου 6 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου 95
(1)/2000 και Β) ότι η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία είχε υποχρέωση να υποβάλει φορολογική δήλωση για συγκεκριμένη φορολογική περίοδο και Γ) ότι η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να υποβάλει εμπρόθεσμα την φορολογική δήλωση εντός της καθορισθείσας χρονικής περιόδου και Δ) ότι η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει την χρηματική επιβάρυνση που της επιβλήθηκε ύψους Λ.Κ. 30,00 ήτοι σε ευρώ €51,00 λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικής δήλωσης για συγκεκριμένη φορολογική περίοδο. Αναφορικά με το πρόσωπο του κατηγορουμένου 2, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αναφέρονται ανωτέρω είτε αυτά αφορούν την Ποινική Υπόθεση XXXXX/17 Ε.Δ. Λεμεσού είτε την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ίδια, νοουμένου ότι αποδειχθεί ότι είναι διευθυντής ή άλλος αξιωματούχος της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας, Στην υπό εξέταση περίπτωση ούτως ή άλλως δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν κατά τους επίδικους για τις κατηγορίες χρόνους ο Διευθυντής της Κατηγορουμένης 1. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές και νομολογιακές αρχές που διέπουν το δόγμα του δεδικασμένου, σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων, κρίνει ότι αναφορικά με τις κατηγορίες 11 μέχρι 23 του υπό εξέταση κατηγορητηρίου το δόγμα του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής για τους πιο κάτω λόγους: Α. Η Ποινική Υπόθεση XXXXX/17 Ε.Δ. Λεμεσού και η υπό εξέταση Ποινική Υπόθεση 21317/19 Ε.Δ. Λεμεσού αφορούν τους ίδιους διαδίκους οι οποίοι έχουν και τις ίδιες ιδιότητες. Ιδίως σε σχέση με τους Κατηγορούμενους η Κατηγορούμενη 1 ήταν υποκείμενο στο Φ.Π.Α. πρόσωπο και ο κατηγορούμενος 2 ο Διευθυντής της και Β. Η Ποινική Υπόθεση XXXXX/17 Ε.Δ. Λεμεσού έχει ολοκληρωθεί στις 28/02/2018 με εύρημα ενοχής των Κατηγορουμένων 1 και 2 μετά από δική τους παραδοχή και τους επιβλήθηκε χρηματική ποινή σε έκαστο εξ αυτών στις κατηγορίες που αυτοί αντιμετώπιζαν και αφορούσαν την παράλειψη υποβολής φορολογικών δηλώσεων για την περίοδο από 01/04/2013 μέχρι και την 31/05/2016 (κατηγορίες 1 μέχρι 12) και Γ. Κατά τον χρόνο καταχώρησης του κατηγορητηρίου της Ποινικής Υπόθεσης XXXXX/17 Ε.Δ. Λεμεσού (καταχωρήθηκε στις 26/01/2017) είχαν συντελεστεί από μέρους των Κατηγορουμένων τα αδικήματα που αφορούσαν τόσο την παράλειψη υποβολής φορολογικών δηλώσεων για την περίοδο από 01/04/2013 μέχρι και την 31/05/2016 (κατηγορίες 1 μέχρι 12 της Ποινικής Υπόθεσης XXXXX/17 Ε.Δ. Λεμεσού) όσο και οι κατηγορίες της παράλειψης καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης από την παράλειψη έγκαιρης υποβολής φορολογικής δήλωσης για την ίδια περίοδο ήτοι από 01/04/2013 μέχρι και την 31/05/2016 (κατηγορίες 11 μέχρι 23 της Ποινικής Υπόθεσης 21317/19 Ε.Δ. Λεμεσού) και Δ. Οι κατηγορίες 11 μέχρι 23 της Ποινικής Υπόθεσης 21317/19 Ε.Δ. Λεμεσού όχι μόνο θα μπορούσαν αλλά και θα έπρεπε ως ορθή πρακτική από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής αλλά και ιδίως για αποφυγή καταμερισμού των συνδεόμενων φορολογικών αδικημάτων που λαμβάνουν χώρα την ίδια χρονική περίοδο από τα ίδια πρόσωπα να είχαν συμπεριληφθεί στο κατηγορητήριο της Ποινικής Υπόθεσης XXXXX/17 Ε.Δ. Λεμεσού πράγμα το οποίο δεν έγινε με αποτέλεσμα οι Κατηγορούμενοι να νομιμοποιούνται και δικαιολογημένα σήμερα να εγείρουν ζήτημα δεδικασμένου σε σχέση με τις κατηγορίες αυτές από την στιγμή που διέτρεχαν τον κίνδυνο να είχαν καταδικαστεί σε σχέση με αυτές σε προηγούμενη δίκη ήτοι την Ποινική Υπόθεση XXXXX/17 Ε.Δ. Λεμεσού και Ε. Τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών της παράλειψης υποβολής φορολογικής δήλωσης είναι τα ίδια με τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών που αφορούν την παράλειψη καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης από παράλειψη έγκαιρης υποβολής φορολογικής δήλωσης αφού ως αναφέρθηκε και ανωτέρω έχουν μεταξύ τους άμεση διασύνδεση και εξάρτηση τόσο χρονικά όσο και πραγματικά και Στ. Το αδίκημα της παράλειψης πληρωμής χρηματικής επιβάρυνσης λόγω της παράλειψης υποβολής φορολογικής δήλωσης δεν δύναται να αποδειχθεί χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί το αδίκημα της παράλειψης υποβολής φορολογικής δήλωσης και Ζ. Η προσκομισθείσα μαρτυρία και γεγονότα για την στοιχειοθέτηση των κατηγοριών για τις οποίες εγέρθηκε το ζήτημα του δόγματος του δεδικασμένου από την στιγμή που έχουν τα ίδια συστατικά στοιχεία και αφορούν τις ίδιες χρονικές περιόδους και φορολογικές δηλώσεις είναι ουσιαστικά τα ίδια ή έστω είναι άρρηκτα συνδεδεμένα και Η. Eίναι αδιάφορο το γεγονός ότι τα υπό σύγκριση αδικήματα καλύπτονται από διαφορετικά νομικά άρθρα που αφορούν τις παραβιάσεις τους και τα καθιστούν ποινικά αδικήματα αλλά και το διαφορετικό είδος της ποινής που επιφέρει η παράβαση τους από την στιγμή που έχουν κοινά συστατικά στοιχεία και η προσκομισθείσα μαρτυρία και γεγονότα για την στοιχειοθέτηση αυτών είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Ούτως ή άλλως το δόγμα του δεδικασμένου έχει αναπτυχθεί μέσα από την νομολογία για να καλύπτει ως αναφέρθηκε και ανωτέρω όχι μόνο τα ίδια αδικήματα για τα οποία κάποιος αθωώθηκε ή καταδικάστηκε αλλά και αδικήματα άλλα για τα οποία υπήρχε ο κίνδυνος καταδίκης ή αθώωσης στα πλαίσια του προηγούμενου κατηγορητηρίου. Όσον αφορά την θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής και της ΜΚ1 όπως αναφέρετε ανωτέρω και που αφορά την ακολουθητέα πρακτική συμπερίληψης και προώθησης σε κοινή κατηγορία αδικημάτων παράλειψης πληρωμής χρηματικής επιβάρυνσης, πρόσθετου φόρου και τόκου σε μεταγενέστερο της καταχώρησης της φορολογικής δήλωσης χρόνο δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο τουλάχιστον στο κομμάτι που αφορά την χρηματική επιβάρυνση ύψους €51,00 η οποία όπως επεξηγώ επιβάλλεται αυτόματα μετά την παρέλευση του καθορισμένου χρόνου για την υποβολή της φορολογικής δήλωσης και συνεπώς έκαστος υπόχρεος για την καταβολή τέτοιου ποσού το οποίο και παραλείπει να καταβάλει όχι μόνο μπορεί αλλά και θα πρέπει να διώκετε στη βάση των προνοιών του άρθρου 46 (10Α) του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου μαζί με τις αντίστοιχες κατηγορίες που αφορούν την παράλειψη υποβολής φορολογικής δήλωσης για να αποφεύγεται η έγερση ζητήματος δεδικασμένου όπως έγινε και στην υπό εξέταση υπόθεση. Διαφορετική φυσικά είναι η περίπτωση στην ενδεχόμενη παράλειψη πληρωμής του πρόσθετου φόρου ο οποίος θα προέκυπτε / υπολογιζόταν μετά την υποβολή της φορολογικής δήλωσης ιδίως όταν αυτή υποβλήθηκε εκπρόθεσμα που σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να προκύψει ζήτημα δεδικασμένου από την στιγμή που μόνο μετά την υποβολή της φορολογικής δήλωσης μπορεί να λάβει χώρα ο υπολογισμός του πρόσθετου φόρου, συνακόλουθα δεν θα αποτελούσε κώλυμα στην Κατηγορούσα Αρχή να προωθήσει κατηγορίες παράλειψης πληρωμής του πρόσθετου φόρου με ξεχωριστό κατηγορητήριο σε μεταγενέστερο χρόνο. Ούτε βεβαίως ζήτημα δεδικασμένου μπορεί να προκύψει σε σχέση με την κατηγορία 24 που ούτως ή άλλως έχουν παραδεχθεί οι Κατηγορούμενοι και που αφορά την παράλειψη καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης από την παράλειψη έγκαιρης υποβολής φορολογικής δήλωσης ύψους €51,00 αναφορικά με την φορολογική περίοδο 01/06/2016 - 31/08/2016 καθότι αναφορικά με την βασική παράλειψη που την αφορά δηλαδή την παράλειψη υποβολής της φορολογικής δήλωσης της περιόδου 01/06/2016 - 31/08/2016 οι Κατηγορούμενοι δεν φαίνεται να διώχθηκαν σε σχέση με αυτή στο κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης XXXXX/17 Ε.Δ. Λεμεσού αλλά από το Τεκμήριο 3 φαίνεται ότι στις 21/02/2018 υπέβαλαν έστω και εκπρόθεσμα την συγκεκριμένη φορολογική δήλωση συνεπώς δικαιολογημένα διώχθηκαν αργότερα στα πλαίσια της υπό κρίση ποινικής υπόθεσης λόγω της παράλειψης τους να καταβάλουν την χρηματική επιβάρυνση που την αφορούσε. Αδιαμφισβήτητα η παράλειψη καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης, πρόσθετου φόρου και τόκου μπορούν να αποτελέσουν χωριστά και αυτοτελή ποινικά αδικήματα και μπορούν να καταχωρούνται προωθούνται με ξεχωριστές κατηγορίες για ένα έκαστο εξ αυτών. Η πρακτική του Εφόρου να τα ενσωματώνει σε μία κατηγορία το σύνολο τους μπορεί να εγκυμονεί νομικούς κινδύνους σε σχέση τουλάχιστον με την κατηγορία της χρηματικής επιβάρυνσης η οποία δεν πληρώνεται για το σύνολο των λόγων που ανέφερα ανωτέρω και θα πρέπει ίσως να τύχει επαναξιολόγησης από πλευράς της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. Συνακόλουθα για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η εισήγηση της υπεράσπισης ότι υφίσταται δεδικασμένο σε σχέση με τις κατηγορίες 11 μέχρι 18, και 20 μέχρι 23 του υπό εξέταση κατηγορητηρίου είναι αποδεκτή έχοντας τόσο νομικό όσο και ουσιαστικό έρεισμα συνεπώς οι Κατηγορούμενοι απαλλάσσονται των κατηγοριών 11 μέχρι 18 και 20 μέχρι 23 που αντιμετωπίζουν λόγω της ύπαρξης δεδικασμένου. Αναφορικά με την κατηγορία 19 αυτή αναστάλθηκε πριν την απαγγελία της παρούσας απόφασης. Όσον αφορά τις κατηγορίες 1 μέχρι 10 και 25 όπως αναφέρθηκε ανωτέρω έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι καλούνται σε απολογία σε σχέση με αυτές. Αναφορικά με την κατηγορία 24 υπενθυμίζεται ότι έχει καταχωρηθεί απάντηση παραδοχής από αμφότερους τους Κατηγορούμενους και το Δικαστήριο θα προχωρήσει να ακούσει γεγονότα και να επιβάλει ποινή σε σχέση με αυτή για σκοπούς ολοκλήρωσης της. (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. το σύγγραμμα των Spencer Bower and Turner "The Doctrine of Res Judicata", 2η έκδοση, σελ. 272 [2] Σχετική είναι και η ανάλυση του θέματος στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Λοΐζου και Πική στη σελίδα 91 κ.επ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο