ΒΑΚΑΚΗ ν. ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 16071/17, 10/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16071/17 χχχχχ ΒΑΚΑΚΗ v. χχχχχ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου, 2020. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ.Π. Οικονόμου. Για Κατηγορούμενη: Ο κ.Λ. Νεοφύτου. Κατηγορούμενη: Παρούσα. Π Ο Ι Ν Η Η κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη μετά από δική της παραδοχή στην κατηγορία της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (1η κατηγορία) καθώς και στην κατηγορία της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (2η κατηγορία). Σύμφωνα με την πρώτη κατηγορία που αφορά τα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι περί την χχχχχ στην Λεμεσό εξέδωσε και παρέδωσε προς όφελος του παραπονούμενου χχχχ την επιταγή της χχχχ με αριθμό χχχχ για το ποσό των €29.500 πληρωτέα την χχχ η οποία κατά την παρουσία της προς πληρωμή εις την Τράπεζα εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία που θα έπρεπε να πληρωθεί, δεν εξοφλήθει λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη καθότι ο λογαριασμός ήταν τοποθετημένος στο Κ.Α.Π. και παρέμεινε ανεξόφλητη παρά την παρέλευση 15 ημερών από της παρουσιάσεως αυτής. Σύμφωνα με την δεύτερη κατηγορία που αφορά τα της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι περί την χχχχ με ψευδείς παραστάσεις και με πρόθεση καταδολίευσης απέσπασε από τον παραπονούμενο χχχχ ποσό ύψους €29.500 εν γνώσει της ότι οι ρηθείσες παραστάσεις ήταν ψευδείς. Οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο στην διαβεβαίωση και παράσταση της κατηγορούμενης ότι η εκδοθείσα επιταγή της χχχχ με αριθμό χχχ δια το ποσό των €29.500 που εξέξωσε προς όφελος του παραπονούμενου ήταν νομίμως και ορθώς συμπληρωθείσα ενώ στην ουσία γνώριζε ότι ενέγραψε επί της επιταγής διαφορετικό ποσό αριθμητικός και διαφορετικό ολογράφως, με σκοπό μεταξύ άλλων λόγων αυτή να μην πληρωθεί από την Τράπεζα. Υιοθετώντας τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ως γεγονότα στην παρούσα υπόθεση, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέχρι σήμερα έχει καταβληθεί από την κατηγορούμενη το συνολικό ποσό των €19.500 και παραμένει υπόλοιπο οφειλόμενο το ποσό των €10.000 για το οποίο έχει συμφωνηθεί μεταξύ Παραπονούμενου και Κατηγορούμενης όπως εκδοθεί εναντίον της τελευταίας διάταγμα για την καταβολή του ύψους €6.000 και σε σχέση με το ποσό των €4.000 έχει υπογραφεί γραμμάτιο προς όφελος του παραπονούμενου. Κατά την εμπεριστατωμένη προφορική αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε στο Δικαστήριο μέσω αυτής ότι η κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου και πρόσωπο νεαρής ηλικίας χχ ετών σήμερα και χχ ετών κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. Παραδέχεται και απολογείται για την παράνομη πράξη της και ζητά την μέγιστη δυνατή επιείκεια από το Δικαστήριο. Ανέφερε ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από την ίδια για λογαριασμό αγοράς επιχείρησης εστιατορίου το οποίο θα λειτουργούσε η οικογένεια της και συγκεκριμένα θα τύγχανε διαχείρισης από τον πατέρα της και όχι από την ίδια ο οποίος όμως δεν μπορούσε να εξασφαλίσει ο ίδιος βιβλιάριο επιταγών για να προχωρήσει στην αγορά με αποτέλεσμα να αναγκαστεί η θυγατέρα του και κατηγορούμενη στην υπό εξέταση υπόθεση να εξασφαλίσει η ίδια επιταγές και να προχωρήσει στην έκδοση αυτής. Η ίδια ως ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατά τον χρόνο που έκδωσε την επιταγή δεν είχε πρόθεση ούτε και κίνητρο να ξεγελάσει τον κατηγορούμενο αφού έλπιζε τόσο η ίδια όσο και η οικογένεια της ότι με τη λειτουργία της επιχείρησης θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν τα χρήματα για να τιμηθεί η επιταγή πράγμα όμως που δεν έγινε. Σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό ο συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε ότι η πελάτιδα του αποδέχεται την έκδοση εναντίον της διατάγματος αποζημίωσης του παραπονούμενου συνολικού ύψους €6.000 και αποδέχεται επίσης την καταδίκη της και στα δικηγορικά έξοδα της διαδικασίας. Όσον αφορά το εναπομείναν / επιπρόσθετο ποσό των €4.000 το οποίο δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στο διάταγμα αποζημίωσης επιβεβαίωσε την υπογραφή σχετικού γραμματίου προς όφελος του παραπονούμενου. Τόνισε βεβαίως τις σοβαρές προσπάθειες που γίνονταν μέχρι και σήμερα από μέρους τόσο της κατηγορούμενης όσο και της οικογένειας της παρά τις πολύ κακές οικονομικές τους συνθήκες να αποπληρώσουν τον παραπονούμενο εξασφαλίζονταν πληρωμές συνολικού ποσού €19.500,00. Αναφερόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες ο συνήγορος της κατηγορούμενης υιοθέτησε πλήρως την έκθεση του Γραφείου ευημερίας και τα όσα αναφέρονται σε αυτήν. Σημείωσε συμπληρωματικά ότι πλέον δεν εργάζεται σε καφετέρια αλλά σε ιδιωτική τηλεφωνική εταιρεία και λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των €500. Στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφέρονται με λεπτομέρεια οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της κατηγορούμενης. Λαμβάνω υπόψη μου στο σύνολο της την έκθεση του γραφείου με ιδιαίτερη αναφορά στο ότι πρόκειται για νεαρό πρόσωπο προερχόμενο από πολυμελή οικογένεια και το οποίο δεν ολοκλήρωσε της φοίτησης της στο σχολείο με αποτέλεσμα να εργάζεται κυρίως στην οικογενειακή επιχείρηση η ως ιδιωτικός υπάλληλος σε επιχειρήσεις τρίτων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για τα οποία παραδέχτηκε ενοχή η κατηγορούμενη είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 ετών ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000,00 ή και οι δυο ποινές όσον αφορά το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος δυνάμει του άρθρου 305Α
(1). Όσον αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις δυνάμει του άρθρου 298 του Κεφ. 154 προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 5 έτη. Αδικήματα τέτοιας φύσεως όπως με την παρούσα υπόθεση βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση στη χώρα μας και γι' αυτό θα πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το φαινόμενο αυτό εκριζώνοντας το έτσι από τα θεμέλια της κυπριακής κοινωνίας. Ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι και τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60: "Ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη είναι η φύση του αδικήματος. Επηρεάζει τις συναλλαγές και την ιδιοκτησία, η δε διάπραξή του είναι εύκολη. Υπονομεύει την κοινωνική, εμπορική και οικονομική ζωή του τόπου. Με βάση τον μεγάλο αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που καταχωρούνται στα Επαρχιακά Δικαστήρια διαπιστώνουμε πως τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση. Η έκδοση ακάλυπτων επιταγών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Έχει ορθά χαρακτηρισθεί οικονομική μάστιγα. Η διάπραξη του αδικήματος, πρέπει να λεχθεί, οφείλεται και στην ευκολία με την οποία οι παραβάτες εξασφαλίζουν από τις τράπεζες βιβλιάρια επιταγών. Χωρίς οποιοδήποτε ηθικό περισπασμό ή αναστολή οι κάτοχοι των βιβλιαρίων επιταγών εκδίδουν κατά συρροή ακάλυπτες επιταγές. Εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη που τους εναποθέτουν οι συμπολίτες τους και πολλές φορές την αφέλεια τους. Οι δοσοληψίες με τη χρήση επιταγών από μέσο για τη διευκόλυνση των συναλλαγών έχουν μετατραπεί σε εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης, εξαπάτησης και ταλαιπωρίας των θυμάτων. Οι παράγοντες αυτοί αποτελούν κατά την κρίση μας επιβαρυντικούς παράγοντες. ................................................................................................................ Ενόψει λοιπόν της συχνότητας του αδικήματος και των επιπτώσεών του στην οικονομική ζωή του τόπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για την πάταξη του αδικήματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Αστυνομία ν Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ 117 και Ηλίας Λάζος Λτδ ν Πετεβιάν
(1994)2 Α.Α.Δ 61). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θεωρούμε ότι η αποτροπή μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που έχει επικαλεσθεί η εφεσίβλητη 2 δεν είναι ικανοί για να μετατρέψουν το είδος της ποινής. Τονίζουμε πως ενόψει της συχνότητας του αδικήματος η αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης εκτός εάν συντρέχουν πολύ εξαιρετικές περιστάσεις." Χαρακτηριστικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου ν. Rolandos Enterprises Ltd
(2004)2 Α.Α.Δ. 546, το οποίο ομιλεί από μόνο σε σχέση με τις σοβαρές διαστάσεις που προσλαμβάνουν τέτοιου είδους αδικήματα στη χώρα μας: "Δεν θα επαναλάβουμε αυτά που κατά κόρον έχουν ειπωθεί. Να σημειώσουμε μόνο πως για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων, με κατηγορίες που αφορούν την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, έχει γίνει ειδικό πρόγραμμα εργασίας των δικαστών ώστε αυτές να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο δικαστή κατά επαρχία. Τούτο από μόνο του δεν περιποιεί τιμή στη χώρα μας. Η συνεχιζόμενη παρανομία, που πλήττει άμεσα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων, που αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και τιμιότητας, πρέπει να σταματήσει, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας έγινε μέλος της μεγάλης οικογένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη παρανομία, τότε βεβαίως και τα Δικαστήρια θα την αντιμετωπίσουν με πιο αυστηρές ποινές. Ενόψει δε της φύσης του αδικήματος και της συχνότητας, που ακόμη παρατηρείται στη διάπραξη του, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή. Ο ίδιος ο νομοθέτης με πρόσφατη τροποποίηση του νόμου (Ν.25
(1)/2003) αύξησε τη χρηματική ποινή που προβλεπόταν στον προηγούμενο νόμο από £1500 σε £5000 και τη φυλάκιση από 2 σε 3 χρόνια." Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής της κατηγορουμένης στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση της: (α) Τη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. (β) Το γεγονός ότι παραμένει υπόλοιπο οφειλόμενο προς τον παραπονούμενο το ποσό των €10.000,
- Προς όφελος της κατηγορουμένης για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο της και το νεαρό της ηλικίας της. (β) Την παραδοχή της και την μεταμέλεια της. (γ) Το γεγονός ότι μέχρι σήμερα ήδη κατέβαλε το συνολικό ποσό των €19.500,
- (δ) Το ότι εισηγήθηκε και αποδέχεται την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης για το ποσό των €6.000,00, πράγμα που έγινε αποδεκτό από τον παραπονούμενο καθώς και την διευθέτηση υπογραφής γραμματίου προς όφελος του παραπονούμενου και για το ποσό των €4.000,
- (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της κατηγορουμένης, όπως αυτές αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης και αναφέρονται με λεπτομέρεια στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα το ότι: · Πρόκειται για νεαρό πρόσωπο ηλικίας χχ ετών προερχόμενο από πολυμελή οικογένεια. Κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν μόλις χχ ετών. · Δεν έχει ολοκληρώσει την φοίτηση της στο σχολείο και εργάζεται περιοδικά ως ιδιωτικός υπάλληλος στην οικογενειακή επιχείρηση ή σε άλλες επιχειρήσεις τρίτων. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου στο σύνολο της την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας στην οποία επιβεβαιώνονται τα όσα ο συνήγορος της κατηγορουμένης ανέφερε αναφορικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της κατηγορούμενης. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για την κατηγορούμενη. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη είναι αυτή της ποινής φυλάκισης αφού όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν μόνο την έκταση της ποινής και όχι το είδος της. Το Δικαστήριο έχει από την μια καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων από επιρρεπείς συμπολίτες μας δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί, πέραν από το γεγονός ότι τέτοιες παράνομες ενέργειες υπονομεύουν και πλήττουν τις οικονομικές συναλλαγές και εμπορική πίστη της χώρας μας και γενικά επηρεάζουν δυσμενώς την οικονομία της από την άλλη δε, το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξατομικεύει την ποινή ανάλογα με την περίπτωση και τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κάθε κατηγορούμενου. Καταληκτικά επιβάλλονται στην κατηγορούμενη οι ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών Στην 2η κατηγορία καμιά ποινή λαμβάνοντας υπόψη ότι τα γεγονότα αυτής είναι κοινά με τα γεγονότα της πρώτης κατηγορίας στην οποία επιβλήθηκε ποινή και λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Επίσης εναντίον της κατηγορουμένης εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης για το ποσό των €6.000,00 προς όφελος του Παραπονούμενου χχχχ. Κατόπιν της δήλωσης των συνηγόρων των 2 πλευρών αναφορικά με τα έξοδα αυτά επιδικάζονται εναντίον της κατηγορούμενης ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στην Κατηγορούμενη, αφού το ζήτημα τούτο τέθηκε ευθέως από τον ευπαίδευτο συνήγορο της. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλέπε Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην υπό εξέταση περίπτωση κρίνω πως συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να διατάξω την αναστολή της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στην Κατηγορούμενη. Αυτοί είναι, κυρίως, το λευκό της ποινικό μητρώο, το νεαρό της ηλικίας της καθώς και το γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή 3 χρόνια μετά την διάπραξη των αδικημάτων. Επίσης λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου το σημαντικό ποσό που ήδη καταβλήθηκε καθώς και τις διευθετήσεις που έγιναν είτε δια της έκδοσης του σχετικού διατάγματος αποζημίωσης είτε δια της υπογραφής του γραμματίου προς όφελος του παραπονούμενου. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως το Δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει στην Κατηγορούμενη ιδίως ως πρόσωπο νεαρής ηλικίας μια δεύτερη ευκαιρία για να αποδείξει εκτός φυλακών ότι από τούδε και στο εξής δεν θα παρανομήσει ξανά. Από την ίδια εξαρτάται βέβαια να αρπάξει αυτή την ευκαιρία που σήμερα της δίδεται να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας φύσης ή οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Συνακόλουθα η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στην Κατηγορούμενη αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Επεξηγούνται στην κατηγορούμενη οι συνέπειες της αναστολής της ποινής φυλάκισης που της επιβλήθηκε ως επιτάσσει το άρθρο 3 υποπαράγραφος
(4)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72ως έχει τροποποιηθεί. (Υπ.) ......................................... Ν. Φακοντής , Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο