← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:9152/19, 18/12/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:9152/19, 18/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:9152/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν xxxxx ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 18/12/20 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ξ. Ξενοφώντος Για τον Κατηγορούμενο: κα. Κ. Αρκάδη Κατηγορούμενη παρούσα ΠΟΙΝΗ Η Κατηγορούμενη μετά από δική της παραδοχή κρίθηκε ένοχη στις ακόλουθες κατηγορίες: Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος και χρήση τηλεφώνου με τα χέρια κατά παράβαση των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984 58

(14)και 72 άρθρο 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί. Η Κατηγορούμενη στην υπό κρίση υπόθεση αντιμετωπίζει συνολικά δύο κατηγορίες. Πέραν της 1ης κατηγορίας που το υπό τιμωρία αδίκημα είναι πολύ σοβαρό, το αδίκημα της 2ης κατηγορίας είναι λιγότερο σοβαρό. Τα γεγονότα που περιβάλουν τις συνθήκες διάπραξης των πιο πάνω αδικημάτων έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και με αυτά η Υπεράσπιση συμφώνησε. Αυτά, έχουν συνοπτικά ως ακολούθως : Η Κατηγορούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 54 ετών. Κατάγεται από το χωρίο xxxx της Επαρχίας Λεμεσού. Είναι συνταξιούχος και διαμένει μόνη της στην Λεμεσό. Στο σημείο που επεσυνέβη το θανατηφόρο δυστύχημα ο κύριος δρόμος είναι η οδός Πάφου η οποία αποτελεί συνέχεια της οδού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ. Η οδός Πάφου είναι δρόμος που και στις δύο πλευρές υπάρχουν καταστήματα. Στο σημείο που έγινε το δυστύχημα ο δρόμος αποτελείται από τρείς λωρίδες κυκλοφορίας. Οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας αφορούν τα οχήματα που κινούνται από τα δυτικά προς τα ανατολικά και χωρίζονται μεταξύ τους με άσπρη διακεκομμένη γραμμή. Η τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας αφορά τα οχήματα που κινούνται από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Οι δύο κατευθύνσεις χωρίζονται μεταξύ τους με άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Υπάρχουν επίσης πεζοδρόμια και στις δύο πλευρές του δρόμου. Η Κατηγορούμενη στις 25/08/18 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής xxx 342 στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία της και κινείτο από τα δυτικά προς τα ανατολικά. Η πορεία της σημειώνεται στο τελικό σχεδιαγράφημα (Έγγραφο Στ') με το γράμμα Α. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε ήταν ιδιοκτησίας του γιού της xxxx Ιωάννου και το οδηγούσε με την συγκατάθεση του. Κατά τον ουσιώδη χρόνο που επεσυνέβηκε το δυστύχημα ήταν νύχτα και τα φώτα του οχήματος της ήταν αναμμένα σε κανονική στάση. Στην οδό Πάφου και λίγο πριν το σημείο που έγινε το δυστύχημα βρίσκεται η ψησταριά με την ονομασία "xxxxxx". Η ψησταριά είναι στην δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία της Κατηγορούμενης. Η Κατηγορούμενη ενώ οδηγούσε το όχημα της και βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από την πιο πάνω αναφερόμενη ψησταριά κρατούσε με το αριστερό της χέρι το κινητό της τηλέφωνο το οποίο είχε ακουμπημένο στο αριστερό της πόδι. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα αντί να κοιτάζει ευθεία μπροστά της καθώς οδηγούσε και να έχει στραμμένη την προσοχή της προς τον δρόμο κοιτούσε προς τα κάτω που είχε τοποθετημένο το κινητό της τηλέφωνο και προσπαθούσε να πραγματοποιήσει τηλεφωνική κλήση. Η συμπεριφορά της Κατηγορούμενης είχε ως αποτέλεσμα να μην προσέξει τον πεζό (θύμα) που διασταύρωνε τον δρόμο με διαγώνια πορεία από τα δεξιά προς τα αριστερά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία της, με αποτέλεσμα να τον χτυπήσει με το μπροστινό μέρος του οχήματος της. Ο πεζός πριν χτυπηθεί από το όχημα της Κατηγορουμένης αρχικά περπάτησε κάθετα επί του νότιου πεζοδρομίου της οδού Πάφου και αφού κατέβηκε από αυτό εισήλθε στο δρόμο και άρχισε να τον διασταυρώνει από τα νότια προς τα βόρεια, δηλαδή από τα δεξιά προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία της Κατηγορούμενης. Ο πεζός φορούσε άσπρο παντελόνι (τρία τέταρτα) μπεζ πουκάμισο και στο κεφάλι του αθλητικό καπέλο. Η πορεία του πεζού σημειώνεται στο τελικό σχεδιαγράφημα (Έγγραφο Στ') με το γράμμα Β
  1. Από την σύγκρουση ο πεζός (θύμα) εκτινάχθηκε αρχικά στον μπροστινό ανεμοθώρακα του οχήματος της Κατηγορούμενης, πέρασε πάνω από την καμπίνα του και κατέληξε στο οδόστρωμα σε απόσταση 21,90 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης βαριά τραυματισμένος. Το σημείο σύγκρουσης του οχήματος της Κατηγορούμενης με το θύμα σημειώνεται επί του τελικού σχεδιαγραφήματος με το γράμμα Χ3 ενώ η τελική θέση που κατέληξε το θύμα με το γράμμα Β
  2. Η Κατηγορούμενη αφού χτύπησε τον πεζό (θύμα) δεν σταμάτησε συνεχίζοντας την πορεία της, δηλαδή από τα δυτικά προς τα ανατολικά της οδού Πάφου για απόσταση ακόμα 91,10 μέτρων. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και συγκεκριμένα εκεί που η οδός Πάφου συμβάλλεται με την οδό Βασιλέως Παύλου και υπάρχουν φώτα τροχαίας, το όχημα της Κατηγορούμενης προσέκρουσε με το μπροστινό του μέρος στο πισινό μέρος του οχήματος με αρ. εγγραφής XXXXX88 το οποίο οδηγούσε ο xxxx Αριστείδου και ακινητοποιήθηκε. Κατά την στιγμή της σύγκρουσης το όχημα του Αριστείδου ήταν σταματημένο στον δρόμο αναμένοντας να ανάψει το πράσινο φως αφού την δεδομένη στιγμή είχε ανάψει το κόκκινο. Το σημείο σύγκρουσης των δύο ενεχόμενων οχημάτων σημειώνεται στο τελικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος με το γράμμα Χ
  3. Κανένας από τους δύο ενεχόμενους οδηγούς δεν τραυματίστηκε αλλά τα οχήματα τους υπέστηκαν ζημιές. Την σκηνή του δυστυχήματος επισκέφθηκαν μέλη της Αστυνομίας. Την στιγμή που αφίχθηκαν στην σκηνή βρήκαν τα δύο ενεχόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις και τον πεζό (θύμα) να βρίσκεται αναίσθητος, τραυματισμένος και ξαπλωμένος στην άσφαλτο. Παρών στην σκηνή του δυστυχήματος ήταν και ο γιός του πεζού (θύματος) ηλικίας 15 ετών ο οποίος ανέφερε στην Αστυνομία ότι το πρόσωπο που βρισκόταν χτυπημένο και αναίσθητο ήταν ο πατέρας του. Η Κατηγορούμενη υποβλήθηκε σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με μηδενική ένδειξη. Τόσο η σκηνή του δυστυχήματος όσο και τα ενεχόμενα οχήματα φωτογραφήθηκαν από την Αστυνομία (Έγγραφο Β και Γ). Επίσης λήφθηκαν οι αναγκαίες μετρήσεις και ετοιμάστηκε το πρόχειρο σχέδιο. Ο πεζός παραλήφθηκε από ασθενοφόρο και μεταφέρθηκε στο Τμήμα Α Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού σε κωματώδη κατάσταση. Αφού εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό διαπιστώθηκε ότι υπέστηκε θλαστικά τραύματα κεφαλής, εγκαύματα τριβής, κατάγματα κρανίου, επισκληρίδιο αιμάτωμα κροτάφου και αριστερά, εκτεταμένη υπαραχνοειδή αιμορραγία, παρεγχυματικές θλάσεις , κάταγμα αριστερής κνήμης, πνευμοθώρακας δεξιά, κάταγμα αριστερής εγκάρδιας απόφυσης Ο2 σπονδύλου. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης του διασωληνώθηκε και μεταφέρθηκε στην μονάδα εντατικής θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Την 30/08/18 και ώρα 10:10 ενώ το θύμα νοσηλευόταν στην Μ.Ε.Θ του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας απεβίωσε. Ο θάνατος του πιστοποιήθηκε από την Δρ. xxxxx Κοντοπίθαρη η οποία και εξέδωσε σχετική γραπτή βεβαίωση θανάτου. Τόσο ο αδερφός του θύματος όσο και ο 15 χρόνος γιός του έδωσαν την συγκατάθεση τους για να γίνει δωρεά των οργάνων του. Στις 04/09/18 η Ιατροδικαστής xxxx Αντωνίου διενήργησε νεκροτομή επί της σορού του θύματος και διαπίστωσε ότι ο θάνατος του οφείλεται σε βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Από την σύγκρουση του οχήματος της Κατηγορούμενης με τον πεζό βούλωσε το μπροστινό καπό του οχήματος της και έσπασε ο μπροστινός ανεμοθώρακας. Κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος από την Αστυνομία και επειδή η Κατηγορούμενη δεν μπορούσε να δώσει σαφείς εξηγήσεις για την πορεία του πεζού εντοπίστηκε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης το οποίο ήταν εγκατεστημένο στην ψησταριά "Λευτέρης" από το οποίο διαπιστώθηκε ότι καταγράφηκε τόσο το δυστύχημα όσο και η πορεία του πεζού. Τα όσα καταγράφηκαν από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης μεταφέρθηκαν σε usb stick και στην συνέχεια σε ψηφιακό δίσκο (Έγγραφο Δ). Σύμφωνα με τον τεχνικό που ετοίμασε τον ψηφιακό δίσκο, το ρολόι του συστήματος καταγραφής του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης ήταν κατά τρείς ώρες και είκοσι ένα λεπτά πίσω από την πραγματική ώρα. Συνεπώς το δυστύχημα επεσυνέβη η ώρα 20:49:03 την 25/08/
  4. Μετά από ενδελεχή έρευνα που διενεργήθηκε στο συγκεκριμένο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης από τον εξεταστή της υπόθεσης, διαπιστώθηκε ότι ο πεζός αρχικά περπάτησε κάθετα επί του νότιου πεζοδρομίου της οδού Πάφου ακολουθώντας βόρεια πορεία. Αφού κατέβηκε από το πεζοδρόμιο και εισήλθε εντός της οδού Πάφου έστριψε αμέσως δεξιά ακολουθώντας ανατολική πορεία. Όταν ο πεζός περπάτησε για λίγο και συγκεκριμένα κάνοντας τρία βήματα, έστριψε αριστερά και ακολούθησε βόρεια πορεία εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία της Κατηγορούμενης. Όταν έφτασε μέχρι το σημείο όπου ο δρόμος διαχωρίζεται με την άσπρη συνεχή γραμμή, και ενώ συνέχισε να περπατά με βόρεια πορεία βαδίζοντας 5 βήματα, συνέχισε την ίδια πορεία περπατώντας όμως διαγώνια με ελαφριά κλίση προς τα δεξιά. Δηλαδή από το πιο πάνω σημείο αρχίζει να περπατά εντός της ίδιας λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία κινείτο και το όχημα της Κατηγορούμενης. Ο συνολικός χρόνος που περπάτησε ο πεζός εντός της οδού Πάφου από την στιγμή που κατέβηκε από το πεζοδρόμιο μέχρι και να κτυπηθεί από το όχημα της Κατηγορούμενης, δηλαδή μέχρι το σημείο Χ3, ήταν 8 δευτερόλεπτα. Επίσης η συνολική απόσταση που περπάτησε από την στιγμή που εισήλθε στην οδό Πάφου ήταν 8,5 μέτρα. Κατά την διάρκεια που περπατούσε διαγώνια από τα νότια προς τα βόρεια της οδού Πάφου σύμφωνα πάντοτε με το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης κοίταζε προς τα δεξιά ενώ το όχημα της Κατηγορουμένης κινείτο εξ' αριστερών του. Η πορεία του πεζού φαίνεται στο τελικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος με το γράμμα Β μέχρι Β
  5. Για να διαπιστωθεί η ορατότητα που είχε η Κατηγορούμενη μέχρι το σημείο που κτυπήθηκε ο πεζός έγινε ο απαραίτητος έλεγχος από την Αστυνομία ενώ λήφθηκαν υπόψη και οι δύο ανακριτικές καταθέσεις που έδωσε σε σχέση με το τι ανέφερε και η ίδια για την ταχύτητα που οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Από τις εξετάσεις που διενήργησε επίσης η Αστυνομία προέκυψε ότι η μέγιστη απόσταση που η Κατηγορούμενη μπορούσε να διακρίνει τον πεζό ήταν τα 110 μέτρα ενώ στα 81 μέτρα η παρουσία του πεζού στον δρόμο γινόταν πιο αντιληπτή. Στα 58 μέτρα απόσταση η παρουσία του πεζού στον δρόμο ήταν απόλυτα διακριτή και η Κατηγορούμενη είχε τόσο τον χρόνο όσο και την απόσταση να αντιληφθεί τον πεζό για να αποφύγει το δυστύχημα. Διενεργήθηκε επίσης έλεγχος από την Αστυνομία για να διαπιστωθεί η εμβέλεια των μπροστινών φώτων του οχήματος της Κατηγορούμενης και αυτά άναβαν στην κανονική τους στάση το μεν μπροστινό αριστερό φανάρι εκπέμποντας φως μήκους 30 μέτρων και με άνοιγμα προς τα αριστερά 4,5 μέτρα. Όσον αφορά το δεξιό μπροστινό φανάρι αυτό έκπεμπε φως 25 μέτρα με άνοιγμα προς τα δεξιά 2,8 μέτρα. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Αστυνομίας ο πεζός μπορούσε να γίνει ξεκάθαρα αντιληπτός από απόσταση 25 μέτρα και σε σκοτεινό μέρος. Η Κατηγορούμενη στην ανακριτική κατάθεση που έδωσε στις 12/09/18 και αφού της υποδείχθηκε προηγουμένως ο ψηφιακός δίσκος ( Έγγραφο Δ) στον οποίο ήταν καταγραμμένο το δυστύχημα ανέφερε ότι δεν αντιλήφθηκε καθόλου τον πεζό που διασταύρωνε τον δρόμο επειδή κρατούσε με το αριστερό της χέρι το κινητό της τηλέφωνο το οποίο είχε ακουμπημένο στο αριστερό της πόδι. Μάλιστα ανέφερε ότι προσπαθούσε να πραγματοποιήσει τηλεφωνική κλήση και για αυτό κοιτούσε προς τα κάτω, δηλαδή κοιτούσε προς το πόδι της που ήταν ακουμπημένο το κινητό της τηλέφωνο. Σύμφωνα με την ίδια αυτός ήταν και ο λόγος που δεν είδε τον πεζό προηγουμένως να περπατά στον δρόμο και για αυτό δεν πάτησε και τα φρένα του οχήματος της. Κατά την ώρα του δυστυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος και θερμός. Η άσφαλτος ήταν στεγνή, καθαρή και σε καλή κατάσταση. Το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της νύχτας. Ο δρόμος όμως φωτιζόταν ικανοποιητικά από λαμπτήρες υψηλής εντάσεως που ήταν τοποθετημένοι σε μεταλλικές κολώνες επί των πεζοδρομίων τόσο στην νότια όσο και στην βόρεια πλευρά του δρόμου. Περαιτέρω ο δρόμος φωτιζόταν και από τις προσθήκες των καταστημάτων που βρίσκονται και στις δύο πλευρές του δρόμου. Η τροχαία κίνηση ήταν μέτρια προς αραιή. Τέλος η Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν έχει βαθμούς ποινής. Η κα. Αρκάδη, στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, εξέφρασε την απολογία της Κατηγορούμενης για τη διάπραξη του αδικήματος που αντιμετωπίζει και συμφώνησε με τα γεγονότα όπως τα έχει εκθέσει η Kατηγορούσα αρχή. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος η κα. Αρκάδη εξήγησε το Δικαστήριο ότι πεζός ενώ διασταύρωνε την οδό Πάφου περπατούσε διαγώνια χωρίς να κοιτάζει καθόλου προς την κατεύθυνση που κινείτο το όχημα της Κατηγορούμενης. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο πεζός ενώ βρισκόταν εντός του δρόμου και διασταύρωνε, περπατούσε με πολύ αργό βηματισμό σε μια πολυσύχναστη λεωφόρο όπως είναι η οδός Πάφου. Επίσης η ευπαίδευτη συνήγορος εισηγήθηκε χωρίς βέβαια να παραγνωρίζει και να μειώνει την ευθύνη της Κατηγορουμένης , ότι υπέχει και το θύμα σε κάποιο βαθμό ευθύνη αφού έπρεπε πρώτον να χρησιμοποιήσει την φωτοελεγχόμενη διάβαση πεζών που βρίσκεται σε κοντινό σημείο από το σημείο που επιχείρησε να διασταυρώσει για να περάσει τον δρόμο και δεύτερο ότι έπρεπε πριν αρχίσει να διασταυρώνει να ελέγξει τον δρόμο ότι ήταν ασφαλής για να περάσει. Τρίτο εισηγήθηκε ότι εάν ο πεζός κοίταζε προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε και ενώ εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας που κινούνταν τα οχήματα με δυτική κατεύθυνση όπως και το όχημα της Κατηγορούμενης δεν υπήρχε οτιδήποτε που να εμποδίζει την ορατότητα του για να μην μπορέσει να το διακρίνει, εν προκειμένω το όχημα της Κατηγορούμενης. Τέλος η κα. Αρκάδη επισήμανε ότι η Κατηγορούμενη δεν οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης αφού διενεργήθηκε ο απαιτούμενος έλεγχος κα η ένδειξη ήταν μηδενική. Μάλιστα κατά την αγόρευση της τόνισε ότι η Κατηγορούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε με κανονική ταχύτητα και συνεπώς το γεγονός ότι δεν πρόσεξε τον πεζό και τον κτύπησε οφείλεται σε στιγμιαία απροσεξία. Όπως εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο πρόκειται για μία κακή στιγμή που η Κατηγορουμένη ενώ οδηγούσε κοίταξε προς το κινητό της με αποτέλεσμα να βρεθεί μπροστά της ο πεζός. Όσον αφορά την οδό Πάφου όπου και επεσυνέβη το δυστύχημα η συνήγορος της Κατηγορουμένης εισηγήθηκε ότι ναι μεν πρόκειται για λεωφόρο και ο φωτισμός της είναι ικανοποιητικός, όμως είναι διαφορετικό και πιο δύσκολο ένας οδηγός να διακρίνει ένα πεζό όταν είναι βράδυ παρά την μέρα όπου υπάρχει φως, γιατί η ορατότητα επικεντρώνεται στην εμβέλεια των φώτων μπροστά του. Επίσης εισηγήθηκε ότι όταν είναι βράδυ είναι πιο δύσκολο για το μάτι του οδηγού να προσέξει τόσο εύκολα τι συμβαίνει είτε δεξιά είτε αριστερά από το αυτοκίνητο του ενώ αυτός οδηγεί. Καταληκτικά η κα. Αρκάδη ανέφερε ότι η Ασφαλιστική εταιρία της Κατηγορούμενης κάλυψε και αποζημίωσε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη αλλά ιδιαίτερα την οικογένεια του πεζού προσκομίζοντας μάλιστα στο Δικαστήριο την Δικαστική Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ.12/12/19 (Έγγραφο Ι) καθώς και δέσμη εγγράφων με αποδείξεις της ασφαλιστικής εταιρίας Gan Direct (Έγγραφο Κ). Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες της Κατηγορουμένης η ευπαίδευτη συνήγορος της υιοθέτησε την έκθεση του Γρ. Ευημερίας. Στην αγόρευση της προς μετριασμό της ποινής τόνισε ιδιαίτερα τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη τα οποία άρχισαν να την ταλαιπωρούν από την νεαρή της ηλικία. Όπως ανέφερε η κα. Αρκάδη η Κατηγορούμενη πάσχει από την ασθένεια του συστηματικού ερυθηματώδη λύκου η οποία είναι μια αυτοάνοση πάθηση η οποία της έχει προκαλέσει στο παρελθόν αλλά συνεχίζει να της προκαλεί μέχρι σήμερα σοβαρά προβλήματα υγείας και ταλαιπωρία. Σε σχέση με την συγκεκριμένη ασθένεια η κα. Αρκάδη κατέθεσε το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. XXXXX Παστελλά, παθολόγου-διαβητολόγου (Έγγραφο Λ). Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορουμένης, το ανοσοποιητικό της σύστημα υπολειτουργεί με αποτέλεσμα να επηρεάζονται όλα τα ζωτικά της όργανα, να υποφέρει μόνιμα από πόνους στις αρθρώσεις και στους μύες της και για αυτό τον λόγο λαμβάνει μόνιμα φαρμακευτική αγωγή. Επίσης οι γιατροί της έχουν συστήσει και η ίδια να είναι πολύ προσεκτική με την υγεία της γιατί με την παραμικρή υποτροπή χρήζει άμεσης νοσηλείας και παρακολούθησης. Περαιτέρω η συνήγορος ανέφερε ότι η κατάσταση της υγείας της βρίσκεται σε επιπλέον κίνδυνο εξαιτίας της πανδημίας που ταλανίζει την ανθρωπότητα σήμερα. Διευκρινίζοντας προς το Δικαστήριο την σοβαρότητα της κατάστασης της υγείας της η κα. Αρκάδη αναφέρθηκε συγκεκριμένα στις επιπτώσεις που προκλήθηκαν στην υγειία της Κατηγορουμένης από αυτήν την ασθένεια . Όπως εξηγήθηκε η Κατηγορούμενη έχει υποβληθεί σε επέμβαση αντικατάστασης των δύο ισχύων της καθώς και δύο φορές σε μεταμόσχευση νεφρού αφού την πρώτη φορά ο οργανισμός της δεν δέχτηκε το μόσχευμα και το απέρριψε. Να σημειωθεί επίσης ότι η Κατηγορούμενη προτού υποβληθεί σε μεταμόσχευση νεφρού υποβαλλόταν για είκοσι συνεχή έτη επί καθημερινής βάσης σε αιμοκάθαρση. Σύμφωνα με το Έγγραφο Λ1 (Ιατρική Βεβαίωση της Δρ. XXXXX Φράγκου-Νεφρολόγου της Νεφρολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού) η Κατηγορούμενη ενώ υπεβλήθη σε μεταμόσχευση νεφρού στο παρελθόν, στο παρών στάδιο βρίσκεται σε σταθερή κλινικοεργαστηριακή κατάσταση και παρακολουθείται συχνά στα νεφρολογικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Μάλιστα εξαιτίας των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει κρίθηκε από το Υπουργείο Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι έχει μόνιμη αναπηρία (Έγγραφο Λ2) και λόγω της σοβαρότητας της υγείας της η κατάσταση της δεν χρήζει οποιασδήποτε επαναξιολόγησης. Σύμφωνα με την ευπαίδευτη συνήγορο, η Κατηγορούμενη εξαιτίας των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει είναι ανίκανη για να εργαστεί. Έτσι λαμβάνει επίδομα αναπηρίας αλλά και το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα. Συνολικά λαμβάνει το ποσό των 840 ευρώ μηνιαίως. Αναφορικά με τις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης η ευπαίδευτη συνήγορος της κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ότι είναι διαζευγμένη εδώ και πολλά χρόνια αφού ο σύζυγος της την εγκατέλειψε λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Όπως η ίδια εξήγησε στο Δικαστήριο η ψυχική της υγεία που βρισκόταν ήδη σε άσχημη κατάσταση σήμερα έχει επιβαρυνθεί εξαιτίας του παρόντος δυστυχήματος το οποίο την έχει επηρεάσει αρνητικά. Μάλιστα όπως ανέφερε η κα. Αρκάδη η Κατηγορούμενη διακατέχεται από θλίψη και άγχος, έχει κλειστεί στον εαυτό της με αποτέλεσμα να απομονωθεί από την κοινωνία. Αναγκάζεται ακόμα να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή για να μπορεί να κοιμάται. Πέραν των πιο πάνω, η συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη το λευκό της ποινικό μητρώο, το λευκό της οδικό μητρώο και την παραδοχή της έστω και σε αυτό το στάδιο. Περαιτέρω αναφορικά με το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι η Κατηγορούμενη να αλλάξει απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή η κα. Αρκάδη διευκρίνισε ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι της είχε δοθεί νομική συμβουλή να μην παραδεχτεί μέχρι οι δικηγόροι της να λάβουν και να μελετήσουν το μαρτυρικό υλικό για να την συμβουλεύσουν ανάλογα . Μόλις αυτό κατέστη δυνατό την συμβούλευσαν και παραδέχτηκε. Περαιτέρω η κα. Αρκάδη κάλεσε το Δικαστήριο σε περίπτωση που προσανατολίζεται να επιβάλει στην Κατηγορούμενη την ποινή στέρησης της άδειας οδήγησης να λάβει υπόψη ότι αυτή είναι διαζευγμένη, ζει μόνη της και ο γιός της την στηρίζει οικονομικά. Σύμφωνα τα όσα αναφέρθηκαν από την συνήγορο ο γιός της Κατηγορούμενης είναι νυμφευμένος και τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του εργάζονται. Συνεπώς σε περίπτωση που το Δικαστήριο της αποστερήσει την άδεια οδήγησης, δεν θα είναι εφικτό εξαιτίας της εργασίας τους να την μεταφέρουν στις ιατρικές επισκέψεις και θεραπείες που υποβάλλεται. Μάλιστα η κα. Αρκάδη διευκρίνισε ότι η Κατηγορούμενη επισκέπτεται μια με δύο , μπορεί και τρείς φορές την εβδομάδα τον γιατρό της. Επίσης εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούμενη στον ελεύθερο της χρόνο παρέχει εθελοντικά βοήθεια σε άτομα με αναπηρίες, δηλαδή σε φίλες της οι οποίες είναι τυφλές και τις βοηθά στις μετακινήσεις τους αφού αυτές δεν έχουν την δυνατότητα να οδηγούν. Τέλος εισηγήθηκε ότι εφόσον το Δικαστήριο αποφασίσει ότι κατάλληλη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης ενόψει των προσωπικών περιστάσεων της Κατηγορουμένης και ιδιαίτερα των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της αναστολής της. Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 : «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72όπως τροποποιήθηκε το Δικαστήριο έχει εξουσία να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα την ικανότητα του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει και με το άρθρο 20Α να επιβάλει και βαθμούς ποινής στην άδεια του. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω το αδίκημα της 1ης κατηγορίας είναι αδιαμφισβήτητα σοβαρό. Επισημαίνεται ότι η διάπραξη τροχαίων δυστυχημάτων έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Στην υπόθεση Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 λέχθηκαν τα εξής: «Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Δυστυχώς, η πιο πάνω διαπίστωση είναι επίκαιρη μέχρι και σήμερα. Τούτο επιβεβαιώθηκε και σε άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460, Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αντώνης Χαραλαμπίδης
(2009)2 Α.Α.Δ. 237) Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/2014 ημερομηνίας 20.3.2015. συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές για το καθορισμό τόσο του είδους της ποινής όσο και της έκτασης της σε υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων. Έγινε δε παραπομπή σε αγγλική νομολογία (βλ. R. v. Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549 και R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353) αλλά και σε παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 και Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562). Παραθέτω το πιο κάτω διαφωτιστικό απόσπασμα : «Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προξενείτε από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι.» Στην απόφαση Παντέλας v. Αστυνομίας. (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην R v. Βοswell (ανωτέρω), ανέφερε ως ενδεικτικούς επιβαρυντικούς παράγοντες την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, την ταχύτητα, την αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες και την επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια), η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, λέχθηκε ότι οι αρχές των Guilfoyle και Boswell (ανωτέρω) έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Όμως οι αρχές αυτές δεν ανάγονται σε κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής. Στρεφόμενος τώρα στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο η οδική συμπεριφορά της Κατηγορούμενης μπορεί να χαρακτηριστεί ως εγωιστική και αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων χρηστών του δρόμου ή αν ανάγεται στην στιγμιαία αβλεψία. Σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου η μέγιστη απόσταση που η Κατηγορούμενη μπορούσε να διακρίνει τον πεζό στον δρόμο ήταν 110 μέτρα ενώ στα 81 μέτρα μπορούσε να αντιληφθεί ακόμη καλύτερα τον πεζό. Πλέον δε σημαντικό είναι ότι η Κατηγορούμενη μπορούσε αναμφίβολα να αντιληφθεί τον πεζό ενόσω αυτός διασταύρωνε τον δρόμο από απόσταση 58 μέτρων. Ο συγκεκριμένος δρόμος ήταν ευθύς και παρόλο που το περιστατικό έγινε κατά την διάρκεια της νύχτας υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός από τους λαμπτήρες υψηλής εντάσεως που είναι τοποθετημένοι σε μεταλλικές κολώνες, τόσο στο νότιο όσο και στο βόρειο πεζοδρόμιο του δρόμου, επίσης και από τις προσθήκες των καταστημάτων που βρίσκονται και στις δύο πλευρές του δρόμου. Επιπλέον η Κατηγορούμενη είχε αναμμένα τα φώτα του οχήματος της στην κανονική τους στάση και το αριστερό μπροστινό φανάρι εξέπεμπε φως μήκους 30 μέτρων με άνοιγμα προς τα αριστερά 4.5 μέτρα ενώ το δεξιό μπροστινό φανάρι εξέπεμπε φως μήκους 25 μέτρων και με άνοιγμα προς τα δεξιά 2,8 μέτρων. Η Κατηγορούμενη όμως ενώ οδηγούσε το όχημα της με κανονική ταχύτητα κρατούσε με το αριστερό της χέρι το κινητό της τηλέφωνο το οποίο ήταν ακουμπημένο στο αριστερό της πόδι και προσπαθούσε να πραγματοποιήσει τηλεφωνική κλήση. Αυτή η ενέργεια της είχε ως αποτέλεσμα αντί να έχει στραμμένη την προσοχή της μέσα στον δρόμο να την έχει στο κινητό της τηλέφωνο και να κοιτάζει προς το πόδι της στο οποίο το τηλέφωνο βρισκόταν ακουμπημένο. Παρά τις πιο πάνω ευνοϊκές για την Κατηγορούμενη συνθήκες αφού η ορατότητα της προς τα εμπρός δεν εμποδιζόταν καθ' οιονδήποτε τρόπο και ο φωτισμός του δρόμου ήταν ικανοποιητικός εντούτοις και προδήλως ένεκα του ότι η Κατηγορούμενη δεν είχε την δέουσα παρατηρητικότητα και προσοχή μέσα στον δρόμο αλλά την ώρα που οδηγούσε κοίταζε προς τα κάτω και ασχολείτο με το κινητό της τηλέφωνο αφού προσπαθούσε να πραγματοποιήσει τηλεφωνική κλήση χτύπησε τον πεζό ενώ αυτός είχε διανύσει ήδη απόσταση 8,5 μέτρων εντός του δρόμου από τα δεξιά προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία της. Η αποτυχία της Κατηγορούμενης να αντιληφθεί τον πεζό από απόσταση τουλάχιστον 58 μέτρων και κατ' επέκταση η έλλειψη τήρησης από μέρους της δέουσας παρατηρητικότητας μέσα στον δρόμο επιμαρτυρείται και από το γεγονός ότι δεν αντιλήφθηκε την σύγκρουση αφού μετά που χτύπησε τον πεζό η Κατηγορούμενη συνέχισε κανονικά την πορεία της για απόσταση ακόμα 91.10 μέτρων και σταμάτησε μόνο όταν το όχημα της προσέκρουσε με το μπροστινό του μέρος στο πισινό μέρος άλλου προπορευόμενου οχήματος που ήταν σταματημένο στον δρόμο γιατί είχε ανάψει κόκκινο φως. Από την σύγκρουση ο πεζός εκτινάχθηκε στον μπροστινό ανεμοθώρακα του οχήματος της Κατηγορούμενης και τον θρυμμάτισε, ακολούθως πέρασε πάνω στην καμπίνα και συγκεκριμένα πάνω από την θέση του οδηγού και τελικά έπεσε στην άσφαλτο σε απόσταση 21,90 από το σημείο της σύγκρουσης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω θα διαφωνήσω με την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορουμένης ότι το σφάλμα της ήταν μια στιγμιαία απροσεξία και δεν εμπεριείχε το στοιχείο της αδιαφορίας. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η οδήγηση της Κατηγορουμένης εμπεριείχε έκδηλα το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο περιλαμβανομένου του θύματος και ήταν απερίσκεπτη και επικίνδυνη. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορούμενης. Περαιτέρω το λευκό της οδικό μητρώο. Η Κατηγορούμενη είναι σήμερα ηλικίας 57 ετών και μέχρι σήμερα δεν έχει επιδείξει οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά. Έλαβα υπόψη μου επίσης για σκοπούς μετριασμού της ποινής την παραδοχή της Κατηγορουμένης έστω στο στάδιο στο οποίο αυτή έγινε. Έγινε, όμως, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Βασίλης Σόλωνα Φανάρα ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50 λέχθηκε ότι η παραδοχή λαμβάνεται υπόψη στην κατάλληλη περίπτωση έστω και αν αυτή δεν είναι έγκαιρη. Επίσης για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της Κατηγορούμενης όπως αυτές αναφέρθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο της και περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη καθώς επίσης και τις επιπλοκές που παρουσίασε η υγεία της στο παρελθόν εξαιτίας της ασθένειας που την ταλαιπωρεί. Μάλιστα αξίζει να σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα χρήζει παρακολούθησης από διάφορους γιατρούς τους οποίους είναι υποχρεωμένη να επισκέπτεται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Η Κατηγορούμενη όπως αναφέρεται και στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας από τη νεαρή της ηλικία παρουσίασε τόσο ορθοπεδικά προβλήματα όσο και προβλήματα υγείας με τους νεφρούς της. Μάλιστα η Κατηγορούμενη έπρεπε για είκοσι συνεχή έτη να ακολουθεί πρόγραμμά αιμοκάθαρσης στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού .Εξαιτίας του πιο πάνω αναφερόμενου προβλήματος υποβλήθηκε σε επέμβαση μεταμόσχευσης νεφρού η οποία όμως απέτυχε αφού ο οργανισμός της απέβαλε την πρώτη φορά το μόσχευμα. Αυτό είχε ως επακόλουθο να υποβληθεί για δεύτερη φορά σε μεταμόσχευση. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη μου ότι η σοβαρή ασθένεια που αντιμετωπίζει, δηλαδή ο συστηματικός ερηθυματώδης λύκος, προκαλεί την υπολειτουργία του ανοσοποιητικού της συστήματος και περαιτέρω την ανεπάρκεια των ζωτικών της οργάνων. Επίσης υποφέρει καθημερινά από πόνους στις αρθρώσεις και στους μύες της με αποτέλεσμα να λαμβάνει συνεχώς φαρμακευτική αγωγή. Γενικά λαμβάνω υπόψη μου προς μετριασμό της ποινής ότι η Κατηγορούμενη δυστυχώς είναι πρόσωπο που εξαιτίας των σοβαρών προβλημάτων υγείας που παρουσιάζει ταλαιπωρείται στην καθημερινότητα της με αποτέλεσμα να επηρεάζεται αρνητικά η ομαλότητα της πορείας της ζωής της. Θα πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την Νομολογία τα προβλήματα υγείας ενός Κατηγορούμενου λαμβάνονται μεν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, όχι, όμως, σε βαθμό που να υπερφαλαγγίζουν την αποτελεσματικότητα του Νόμου, όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων ή όπου η αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής κρίνεται υπό τις περιστάσεις επιβεβλημένη (Βλ. The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Σειρά άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατέδειξε ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας Κατηγορούμενος δεν αποτελούν λόγο που να δικαιολογεί την μη επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας όταν τα γεγονότα και τα περιστατικά της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή μιας τέτοιας ποινής (Βλ. A-G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93 και The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Το Δικαστήριο δεν το αφήνει αδιάφορο το γεγονός ότι εξαιτίας των πιο πάνω προβλημάτων υγείας ο συναισθηματικός κόσμος της Κατηγορούμενης έχει διαταραχθεί και ότι αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που χώρισε με τον σύζυγο της με τον οποίο έχει αποκτήσει ένα παιδί. Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η Κατηγορούμενη ήταν παντρεμένη με Ελληνοκύπριο για 10 χρόνια και χώρισε εξαιτίας των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει και γενικά εξαιτίας της άσχημης ψυχολογικής κατάστασης που βρισκόταν με αποτέλεσμα ο σύζυγος να την εγκαταλείψει. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μεγαλώσει μόνη της το παιδί της. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη προς μετριασμό της ποινής το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που επέφερε στην Κατηγορούμενη ο θάνατος του θύματος. Η Κατηγορούμενη ταλαιπωρείται συναισθηματικά και ως ανέφερε η συνήγορος της η κακή ψυχολογία που της έχουν προκαλέσει τα διάφορα προβλήματα υγείας της επιδεινώθηκε λόγω και της απώλειας της ζωής του πεζού από το δυστύχημα. Η Κατηγορούμενη διακατέχεται από θλίψη και έχει κλειστεί στον εαυτό της. Μάλιστα στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφέρεται ότι η Κατηγορούμενη κατά την επίσκεψη της στο Γραφείο Ευημερίας για ετοιμασία της έκθεσης της, ήταν θλιμμένη και συναισθηματικά φορτισμένη εξαιτίας του ότι προκάλεσε τον θάνατο του θύματος από την πράξη της. Στην Κατηγορούμενη έχει χορηγηθεί από τον γιατρό της φαρμακευτική αγωγή την οποία λαμβάνει για να μπορεί να κοιμάται τα βράδια αφού διακατέχεται από άγχος. Αποδέχομαι λοιπόν την εισήγηση της συνηγόρου ότι ο συναισθηματικός κόσμος της Κατηγορούμενης διαταράχτηκε και κλονίστηκε ένεκα της απώλειας της ζωής του θύματος. Σε σχέση με τις οικονομικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης λαμβάνω υπόψη ότι η Κατηγορούμενη είναι ανίκανη για εργασία αφού κρίθηκε ότι έχει μόνιμη αναπηρία. Το μόνο περιουσιακό στοιχείο που διαθέτει σύμφωνα πάντοτε με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας είναι η οικεία στην οποία διαμένει στη Λεμεσό. Η Κατηγορούμενη είναι λήπτρια επιδόματος αναπηρίας αλλά και του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Λαμβάνει συνολικά μηνιαίως το ποσό των 848 ευρώ ενώ στηρίζεται οικονομικά και από τον πρώην σύζυγο ο οποίος της καταβάλει το ποσό των 100 ευρώ μηνιαίως. Λαμβάνω ακόμα υπόψη μου ως ελαφρυντικό ότι η ασφαλιστική εταιρεία της Κατηγορουμένης έχει αποζημιώσει την οικογένεια του θύματος και μάλιστα έχει εκδοθεί προς τούτο Δικαστική απόφαση ημερομηνίας 12/12/2019. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι υπάρχει και συντρέχουσα ευθύνη του θύματος. Αποδέχομαι δηλαδή την εισήγηση της κας. Αρκάδη ότι το θύμα υπέχει κάποια ευθύνη για την επικίνδυνη κατάσταση που δημιουργήθηκε και δη για το γεγονός ότι ενώ εισήλθε στον δρόμο επιχείρησε να διασταυρώσει μια πολυσύχναστη λεωφόρο με αργό βηματισμό χωρίς να κοιτάξει καθόλου προς τα αριστερά και να ελέγξει τον δρόμο όταν εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας που κινείτο η Κατηγορούμενη. Επίσης επισημαίνω ότι κοντά στο σημείο που χτυπήθηκε ο πεζός και συγκεκριμένα σε απόσταση 58 μέτρων υπήρχε φωτοελεγχόμενη διάβαση πεζών την οποία έπρεπε και όφειλε να χρησιμοποιήσει. Παραπέμπω στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd ed του κ. Πική σελ 235 όπου αναφέρεται ότι η συντρέχουσα αμέλεια δεν αποτελεί υπεράσπιση αποτελεί όμως σοβαρό ελαφρυντικό παράγοντα. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης. Τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν την 25/08/18 και το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε την 16/04/19 δηλαδή 8 μήνες μετά. Για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου δεν δόθηκε καμία δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Σημειώνεται επίσης ότι η υπόθεση δεν χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Αναφορικά με το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την διάπραξη του υπό τιμωρία αδικήματος σημειώνονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Η πάροδος μεγάλου χρόνου από τον χρόνο διάπραξης ενός αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355). Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης της Κατηγορουμένης είναι μεγάλο, δηλαδή της τάξης των 2 ετών και 4 μηνών. Δεν μου διαφεύγει όμως ότι για την καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής της ευθύνης δεν είναι αμέτοχη και η Κατηγορούμενη. Συγκεκριμένα η Κατηγορούμενη παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου την 28/06/19 και αφού κατηγορήθηκε απάντησε με μη παραδοχή. Έτσι η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 18/09/
  1. Εκείνη την ημερομηνία η υπεράσπιση ζήτησε αναβολή της ακρόασης και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση χωρίς μάρτυρες την 06/12/19 και ξανά για τον ίδιο λόγο την 26/02/
  2. Εκείνη την ημερομηνία η υπόθεση αναβλήθηκε ξανά μετά από αίτημα της υπεράσπισης και επαναορίστηκε και πάλι για ακρόαση χωρίς μάρτυρες την 12/03/
  3. Το ίδιο συνέβηκε και εκείνη την ημερομηνία με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί ξανά για ακρόαση χωρίς μάρτυρες την 30/04/
  4. Στις 30/04/20 η υπόθεση αναβλήθηκε εξαιτίας των μέτρων που είχαν τεθεί σε ισχύ με σκοπό την προστασία του κοινού από την πανδημία του κορονωιού με αποτέλεσμα να οριστεί την 06/04/20 και ξανά για τον ίδιο λόγο στις 06/07/
  5. Εκείνη την ημερομηνία η υπόθεση ορίστηκε στις 18/09/20 όπου τελικά η Κατηγορούμενη άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή. Η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής την 26/10/
  6. Την συγκεκριμένη ημερομηνία προέκυψε διαφωνία σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης αφού η υπεράσπιση δεν αποδεχόταν τα γεγονότα όπως ετοιμάστηκαν από την Κατηγορούσα με αποτέλεσμα να δοθεί χρόνος από το Δικαστήριο και η υπόθεση να οριστεί ξανά για γεγονότα και επιβολή ποινής την 20/11/
  7. Εκείνη την ημερομηνία και παρόλο που είχε ήδη δοθεί χρόνος στην υπεράσπιση εντούτοις και πάλι δεν συμφώνησε με τα γεγονότα της Κατηγορούσας Αρχής και δόθηκε ξανά ο χρόνος για διαβουλευτούν μεταξύ τους οι δύο πλευρές, να συναντηθούν με μέλη της ανακριτικής ομάδας που εξέτασαν το δυστύχημα, και να αποφασίσουν αν θα συμφωνήσουν. Η υπόθεση ορίστηκε ξανά και για τελευταία φορά για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 10/12/20.Την συγκεκριμένη ημερομηνία το Δικαστήριο αφού άκουσε την αγόρευση της συνηγόρου επιφύλαξε ποινή στις 18/12/
  8. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η Κατηγορούμενη ευθύνεται για ένα χρονικό διάστημα της τάξης των 10 μηνών στην διάγνωση της ποινικής της ευθύνης και συγκεκριμένα από 28/06/19 μέχρι 30/04/
  9. Η θέση της κας. Αρκάδη ότι η Κατηγορούμενη έλαβε νομική συμβουλή για να μην παραδεχτεί τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει για τον λόγο που αναφέρθηκαν δεν αναιρεί το γεγονός ότι η καθυστέρηση των 10 μηνών οφείλεται όπως και να έχει στην πλευρά της υπεράσπισης. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι όταν η πάροδος χρόνου μεταξύ της διάπραξης και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορούμενου ή μέρος αυτού οφείλεται στον κατηγορούμενο ο χρόνος αυτός δεν λαμβάνεται υπόψη προς όφελός του. Από την άλλη, η Νομολογία αναγνωρίζει ότι όταν ο χρόνος αυτός είναι μεγάλος δεν μπορεί να παραγνωρισθεί, θα πρέπει δε σε αυτόν να προσδίδεται η δέουσα υπό τις περιστάσεις βαρύτητα ώστε η επιβληθεισόμενη ποινή να μην εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα του νόμου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρίστος Γενεθλίου, Ποινική Έφεση 5/16, ημερομηνίας 1.3.16 αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο ενδεικτικά τα ακόλουθα: «Από την πορεία της υπόθεσης διαφαίνεται ότι μεγάλη ευθύνη για την καθυστέρηση βαρύνει την πλευρά του εφεσίβλητου. Παραμένει, βέβαια, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο χρόνος που διέρρευσε είναι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, μεγάλος και αυτό έχει τη δική του επίπτωση στην ποινή που επιβάλλεται. Όμως, έχοντας υπόψη τη συμβολή του ίδιου του εφεσίβλητου στη μεγάλη αυτή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, δεν μπορεί αυτός ο παράγοντας να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην επιβαλλόμενη ποινή. Σίγουρα, η καθυστέρηση θα πρέπει να συνυπολογίζεται, ελαφρυντικά, στην επιμέτρηση της ποινής, όχι όμως σε βαθμό που να εξουδετερώνονται όλοι οι άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση». Όπως και νωρίτερα αναφέρθηκε ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης της Κατηγορούμενης είναι μεγάλος. Με δεδομένα, όμως, την υπαιτιότητα της Κατηγορούμενης στην καθυστέρηση που παρατηρείται στην διάγνωση της ποινικής της ευθύνης της τάξης των 10 μηνών αλλά ιδιαίτερα λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας κρίνω ότι είναι αναγκαίο να παρεκκλίνω από την νομολογιακή αρχή που πιο πάνω αναφέρεται αφού να σημειωθεί ότι εντός του πιο πάνω διαρρεύσαντος χρονικού διαστήματος δεν επήλθε και οποιαδήποτε διαφοροποίηση στις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης η οποία να είναι ικανή για να μεταβάλει το είδος της αρμόζουσας για την περίπτωση ποινής. Ο χρόνος που διέρρευσε θα έχει το αντίκρισμά του στην επιβληθεισόμενη ποινή, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση των υπό τιμωρία αδικημάτων. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Στυλιανού Στυλιανού Ποινική Έφεση
(2009)2 Α.Α.Δ 543 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως έκδηλα ανεπαρκείς τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης διάρκειας 1 έτους που επέβαλε το Πρωτόδικο Δικαστήριο στον Κατηγορούμενο μετά από παραδοχή του στην κατηγορία του αδικήματος της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Κεφ. 154 και τις αύξησε κατ' έφεση σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης διάρκειας δύο ετών για κάθε κατηγορία που ο Εφεσίβλητος αντιμετώπιζε αφού είχε προκαλέσει διπλό θανατηφόρο δυστύχημα. Μεταξύ άλλων κρίθηκε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο προσέδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στον μετριαστικό παράγοντα της καθυστέρησης. Το αδίκημα διαπράχθηκε στις 18/11/06 και η ποινή επιβλήθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο στις 11/05/09 δηλαδή 2 ½ χρόνια μετά. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού έκρινε ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν στο Εφεσίβλητο ήταν έκδηλα ανεπαρκής τις αύξησε και του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης διάρκειας 2 ετών στις 16/09/09 για κάθε κατηγορία, δηλαδή μετά από πάροδο σχεδόν 3 ετών από την διάπραξη του αδικήματος. Μάλιστα ως προς τον μετριαστικό παράγοντα της καθυστέρησης αναφέρθηκαν τα εξής : "Το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στον μετριαστικό παράγοντα της καθυστέρησης ιδίως ενόψει του ότι, εκτός από την αρχική περίοδο καθυστέρησης 10 μηνών στην καταχώρηση της υπόθεσης, για όλες σχεδόν τις υπόλοιπες αναβολές και την καθυστέρηση που αυτές προκάλεσαν, υπαίτιος ήταν ουσιαστικά ο εφεσίβλητος. Η καθυστέρηση, ως μετριαστικός παράγων, συναρτάται και με τη μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη αλλά και με το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου δυνάμει του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος, σε δίκαιη δίκη. Στην προκείμενη περίπτωση δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε που να δείχνει ότι, εξαιτίας της προαναφερόμενης καθυστέρησης στην προώθηση και εκδίκαση αυτής της υπόθεσης, ο εφεσίβλητος δεν έτυχε δίκαιης δίκης ή ότι επηρεάστηκε δυσμενώς, από την επιβολή ποινής, εξαιτίας αλλαγής οποιωνδήποτε συνθηκών, που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της καθυστέρησης." Τα ελαφρυντικά της Κατηγορούμενης και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας του αδικήματος της 1ης κατηγορίας η οποία αναδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων και ιδιαίτερα του αδικήματος της 1ης κατηγορίας το οποίο να σημειωθεί γίνεται ακόμη σοβαρότερο από την ύπαρξη της 2ης κατηγορίας, δηλαδή από το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε ενώ είχε στραμμένη την προσοχή της προς στο κινητό της τηλέφωνο χωρίς να αντιληφθεί καν τον πεζό που χτύπησε και να συνεχίσει κανονικά την πορεία της, αλλά και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η αρμόζουσα για την Κατηγορούμενη ποινή είναι η ποινή φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής στην Κατηγορούμενη θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ). Η ποινή της στέρησης της άδειας οδήγησης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής (Ελευθερίου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300). Η άδεια οδήγησης αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (Σαρίδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465). Η διάρκειά της θα πρέπει να συσχετίζεται με την ποινή φυλάκισης (Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 327, Kiamil v. Αστυνομίας
(1974)2 Α.Α.Δ. 16). Συνυπολογίζω τη σοβαρότητα του αδικήματος της 1ης κατηγορίας με τους προαναφερόμενους μετριαστικούς παράγοντες. Παρόλο που κατά την αγόρευση της συνηγόρου προβλήθηκαν ως λόγοι για την μη επιβολή ποινής στέρησης τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη και ιδιαίτερα η ανάγκη για τις συχνές επισκέψεις στους γιατρούς της επί εβδομαδιαίας βάσης για τις οποίες σύμφωνα με την κα. Αρκάδη δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για να την μεταφέρει καθώς ο γιός της και η σύζυγός του εργάζονται, όπως και το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη παρέχει βοήθεια στις μετακινήσεις φίλων της που πάσχουν από αναπηρίες, δηλαδή είναι τυφλές και δεν μπορούν να οδηγούν, εντούτοις κρίνω ότι η σοβαρότητα του αδικήματος της 1ης κατηγορίας και ιδιαίτερα τα γεγονότα που την περιβάλλουν δεν αφήνουν κανένα περιθώριο στο Δικαστήριο για να μην επιβάλει και αυτό το είδος της ποινής. Τα όσα αναφέρθηκαν από την συνήγορο είναι ικανά μόνο για να μειώσουν το εύρος του χρόνου της στέρησης. Ένεκα της ιδιαίτερης σοβαρότητας του αδικήματος της 1ης κατηγορίας κρίνω ορθό σκόπιμο και δίκαιο όπως επιβάλλω στην Κατηγορούμενη και αυτό το είδος ποινής σε αυτή την κατηγορία. Επίσης κρίνω σκόπιμο όπως επιβάλω και βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης της Κατηγορουμένης. Συνακόλουθα επιβάλλω στην Κατηγορούμενη τις ακόλουθες ποινές : Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών και 7 βαθμούς ποινής. Επιπλέον επιβάλλεται στέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 12 μηνών από σήμερα 18/12/20. Στην 2η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στην Κατηγορούμενη αφού αυτό το ζήτημα έχει τεθεί ευθέως και από την συνήγορο της. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής και Εκτέλεσης Ποινής Φυλάκισης εις Οριςμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, τα Δικαστήρια διατάσσουν την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και από τα προσωπικά περιστατικά του Kατηγορουμένου. Αυτό επιτάσσει η πρακτική, όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Κ. Νικολάου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 41/16, ημερομηνίας 14.04.2016. Οι περιορισμοί που είχαν εισαχθεί με τον τροποποιητικό νόμο του 1997 (Ν. 41
(1)/97) εξαλείφθηκαν με την κατάργηση του, (Ν.186
(1)/03) και είναι αποδεκτό πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου επί του θέματος διευρύνθηκε και πάλι (βλέπε Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη,
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Το σύνολο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη για μετριασμό της ποινής, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση του ζητήματος κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να ανασταλεί επιβληθείσα ποινή φυλάκισης. Συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, σε συνδυασμό πάντα θεωρούμενα με τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της Κατηγορουμένης καταλήγω ότι μπορώ να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια ώστε να διατάξω την αναστολή της ποινής φυλάκιση που επέβαλα σήμερα για περίοδο τριών
(3)ετών. Η παραδοχή της Κατηγορούμενης, το λευκό της ποινικό μητρώο, το λευκό της οδικό μητρώο, η συνεργασία της με την αστυνομία, η μεταφερθείσα ενώπιον μου μεταμέλεια της, τα σοβαρά και χρόνια προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει και η ανάγκη για συνεχή ιατρική παρακολούθηση από ειδικούς ιατρούς αποτελούν τους παράγοντες που έλαβα υπόψη για να διαπιστωθεί κατά πόσο είναι ορθό δίκαιο και σκόπιμο η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα. Δεν παραγνωρίζω ότι μια ενδεχόμενη ποινή άμεσης φυλάκισης θα ενέχει σοβαρές επιπτώσεις στην ζωή και στην υγεία της Κατηγορούμενης η οποία είναι ήδη επιβαρυμένη. Συνακόλουθα, διατάσσω όπως η ποινή φυλάκισης μη εκτελεσθεί, εκτός αν κατά την διάρκεια της περιόδου των τριών
(3)ετών από σήμερα, η Κατηγορούμενη διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο θα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης. (Επεξηγείται στην Κατηγορούμενη το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.