← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Υπόθεσης:21220/18, 10/12/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Υπόθεσης:21220/18, 10/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:21220/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν xxxx ΜΙΧΑΗΛ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 10/12/20 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κος. Χ. Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος με ταχύτητα μεγαλύτερη από το ανώτατο όριο όριο ταχύτητας, κατά παράβαση των άρθρων 6

(2)
(3)
(7), 19 και 20, του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (1η κατηγορία). Αντιμετωπίζει επίσης και την κατηγορία της επικίνδυνης οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 7
(1),19 και 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (2η κατηγορία) και τέλος την κατηγορία της παράλειψης συμμόρφωσης σε οδηγίες αστυνομικού με στολή κατά παράβαση των Καν.58
(4)(θ) και 72 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (3η κατηγορία). Μετά την συμπλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής που αποτελείται από την παρουσίαση δύο μαρτύρων κατηγορίας ο συνήγορος του Κατηγορούμενου ενεργοποιώντας την διάταξη του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση στην 3η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Αντίθετη με τις πιο πάνω θέσεις και την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ήταν η θέση της κας. Γιασκούρη εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Είναι η εισήγηση της κας. Γιασκούρη ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και χωρίς σε αυτό το στάδιο να γίνεται αξιολόγηση της μαρτυρίας το Δικαστήριο θα πρέπει να τον καλέσει σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Οι παράμετροι οι οποίες καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου, έχουν οριοθετηθεί, κατά κύριο λόγο, από την Καθοδήγηση Πρακτικής (Practice Direction) του 1962 1 ALL E.R. 448 του Λόρδου Πάρκερ η οποία έκτοτε ακολουθήθηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Το άρθρο 74
(1)(β) υπήρξε αντικείμενο ευρείας νομολογίας στην οποία καθορίσθηκαν οι αρχές που πρέπει να έχει υπόψη το πρωτόδικο Δικαστήριο για να αποφασίσει αν υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον ενός προσώπου. Στην υπόθεση Ανδρέας Αζίνας v. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 όπου έγινε πλήρης υιοθέτηση της οδηγίας Πρακτικής (Practice Direction) του Λόρδου Πάρκερ τονίστηκε ότι η οδηγία αυτή από καθοδηγητικής άποψης είναι μεγάλης σημασίας και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απαλλαγή του Κατηγορουμένου και τη μην κλήση του σε απολογία. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα αποφασίσει την απαλλαγή και αθώωση του κατηγορούμενου όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι: (α) εξ αντικειμένου, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής δεν στοιχειοθετείτε λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, και (β) διότι η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί από την Κατηγορούσα Αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Στέφανος Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και στις δύο περιπτώσεις. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της δίκης δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στο στάδιο αυτό κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση σε αυτό το στάδιο να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του Κατηγορούμενου οπότε αποφασίζεται ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι αξιόπιστη. Το έργο αυτό εκτελείται στο τέλος της δίκης. Το αποδεικτικό βάρος της απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο αυτό έγκειται στη δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης (βλ. Πικής & Λοΐζου Criminal Procedure in Cyprus σελ. 111 και 167). Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς, ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaban Bin Hussein v. Chong Fukkan
(1969)3 ALL E.R. 1626). Στην υπόθεση επίσης Ευγένιος Παναγιώτου και Ηλίας Μίτσιγγα -v- Αστυνομίας 2000 2 Α.Α.Δ 191 αναφέρθηκαν τα εξής: «Εκτός από την περίπτωση στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία των αδικημάτων και της περίπτωσης στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη, που δεν θα μπορούσε να στηρίζει καταδίκη, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση, είναι περιορισμένη. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο και όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσης Αρχής εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία αναγόμενη σε εν γένη αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί». Το ίδιο αναφέρθηκε και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευσταθίου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία τονίστηκε ότι: «Το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης αναφορικά με την 3η κατηγορία ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου καθότι η μαρτυρία που τέθηκε από την κατηγορούσα αρχή δεν στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Συγκεκριμένα όπως εισηγήθηκε στην αγόρευση του ο κος. Ιωάννου παραπέμποντας το Δικαστήριο σε συγκεκριμένο σημείο της αντεξέτασης του ΜΚ1 ανέφερε ότι σε υποβολή που του τέθηκε από την υπεράσπιση ότι δηλαδή η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος κατά το επίδικο βράδυ δεν ήταν 106 χιλιόμετρα την ώρα αλλά οδηγούσε εντός του ορίου ταχύτητας που ήταν 50 χιλιόμετρα την ώρα, ο ΜΚ1 έδωσε συγκεκριμένη απάντηση χωρίς να αναφερθεί στην καταγγελία που προέβηκε εναντίον του Κατηγορούμενου αναφορικά με την 3η κατηγορία αλλά περιορίστηκε να απαντήσει μόνο σε ότι αφορά τις κατηγορίες 1 και
  1. Συνακόλουθα ήταν εισήγηση του κου. Ιωάννου ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία εναντίον του Κατηγορούμενου που να στοιχειοθετεί το αδίκημα της 3ης κατηγορίας και έτσι το Δικαστήριο θα πρέπει να τον απαλλάξει από αυτό το στάδιο. Με όλο το σεβασμό προς τον συνήγορο του Κατηγορούμενου το Δικαστήριο ανατρέχοντας στα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 4/11/20 σελ. 23 διαπιστώνει ότι στην απάντηση του ΜΚ1 σε σχέση την πιο πάνω αναφερόμενη υποβολή λέχθηκαν τα εξής : " Η καταγγελία που έγινε ήταν 106 χιλ αντί 50 και κατάγγειλα τον συγκεκριμένο πολίτη γιατί υπερέβηκε το όριο, δεν σταμάτησε και οδήγησε επικίνδυνα. Τίποτα παραπάνω, τίποτα πιο λίγο". Εν πάση περίπτωση όμως δεν θα συμφωνήσω με την πιο πάνω εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου και για τον λόγο ότι η όποια κατάληξη μου για την στοιχειοθέτηση η όχι των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι αναγκαίο να περάσει μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου. Για τους πιο πάνω λόγους δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση του συνηγόρου ότι δεν υπάρχει εκ Πρώτης Όψεως Υπόθεση για τον Κατηγορούμενο αναφορικά με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Εκτός όμως από την εισήγηση ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ Πρώτης Όψεως Υπόθεση ο κος. Ιωάννου περαιτέρω εισηγήθηκε ότι έχει παραβιαστεί το δικαίωμα του Κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη εξαιτίας της παράλειψης της Αστυνομίας να του λάβει κατάθεση και να τον ανακρίνει σε σχέση πάντοτε με την καταγγελία που έγινε εις βάρος του κατά τον επίδικο χρόνο για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν και αφορούσαν την εκδοχή που προέβαλε ο ΜΚ1 στο Δικαστήριο. Είναι η εισήγηση του κου. Ιωάννου ότι κατά την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης δεν λήφθηκε οποιαδήποτε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο στην οποία ο ίδιος να μπορέσει να προβάλει τους ισχυρισμούς του και την δική του εκδοχή. Μάλιστα ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση του Κακουργιοδικείου Λεμεσού 2282/2016 Δημοκρατίας -v- Έλληνα κ.α. ημερ. 15/05/
  2. Σύμφωνα με τον συνήγορο υιοθετώντας το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης θα πρέπει το Δικαστήριο να ανακόψει την περαιτέρω συνέχιση της διαδικασίας και να αθωώσει στο στάδιο αυτό τον Κατηγορούμενο σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αρχικά πρέπει να αναφέρω πως εκφράζω κάθε σεβασμό προς την απόφαση του Κακουργιοδικείου Λεμεσού 2282/2016, όμως αυτή δεν είναι δεσμευτική. Στην αίτηση Ευθύβουλου Λιασίδη
(1999)1 Α.Α.Δ 185 αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με το ζήτημα της δίκαιης δίκης : " Η τήρηση των εχέγγυων της δίκαιης δίκης κρίνεται στο πλαίσιο της δίκης και υπό το φως του αποτελέσματός της. Καθοριστική για τα δικαιώματα του διαδίκου, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων τα οποία διασφαλίζονται με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, μπορεί να είναι μόνο τελική απόφαση του δικαστηρίου, προσδιοριστική της ποινικής του ευθύνης." Τα ίδια αναφέρθηκαν και στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Δημοκρατία v Ford ( Αρ.2) 1995 2 Α.Α.Δ 232 και τονίστηκε ότι η τήρηση των εχέγγυων της Δίκαιης Δίκης κρίνεται υπό το πρίσμα της δίκης και όχι έξω από αυτή. Όπως αναφέρθηκε περαιτέρω στην υπόθεση Ford (ανωτέρω) τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου για Δίκαιη Δίκη συναρτώνται με την διεξαγωγή της δίκης (βλ. Ρωτή v Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 246). Ποιο είναι το πλαίσιο της δίκης απαντάται σύμφωνα με το σύγγραμμα "Το Δίκαιο της Απόδειξης" των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη στις στην σελ. 55 από τις υποθέσεις Κουμαντάρης v Αθανασίου
(2004)2 Α.Α.Δ 26 και Κυριάκος Γ. Κυριακίδη Λ.τ.δ v Lumian Ltd και άλλου
(2000)2 Α.Α.Δ 343 και περιλαμβάνει κάθε δικαστική διαδικασία μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου μέχρι την έκδοση της ετυμηγορίας και χωρίς σίγουρα να εξαντλείται στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ακόμα και αν η απόφαση είναι αθωωτική. Με βάση όλα τα πιο πάνω είναι η κρίση μου ότι το θέμα της Δίκαιης Δίκης που εγείρει η υπεράσπιση δεν μπορεί να εξεταστεί στο στάδιο αυτό αλλά στο τέλος της δίκης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση για τον Κατηγορούμενο σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει για αυτό και καλείται σε απολογία. (Υπ.) .............. Σ. Συμεού , Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.