← Κύπρος

TRUST INTERNATIONAL INSURANCE COMPANY (CYPRUS) LIMITED ν. WHITE ARCHES F1 ADMINISTRATOR COMMITTEE κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2990/19, 1/12/2020

TRUST INTERNATIONAL INSURANCE COMPANY (CYPRUS) LIMITED ν. WHITE ARCHES F1 ADMINISTRATOR COMMITTEE κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2990/19, 1/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2990/19 TRUST INTERNATIONAL INSURANCE COMPANY (CYPRUS) LIMITED v.

  1. WHITE ARCHES F1 ADMINISTRATOR COMMITTEE
  2. xxxx ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
  3. xxxx ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
  4. xxxx ΤΣΟΛΑΚΗΣ Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 1 Δεκεμβρίου,
  5. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ.Α. Θέμης για ΓΙΩΡΓΟΣ Ζ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τις Κατηγορούμενες 1 & 3: Ο κ.Μ. Σωφρονίου. Για τους Κατηγορούμενους 2 & 4: Ο κ.Α. Νεοκλέους. Κατηγορούμενοι 2, 3 & 4: Παρόντες. A Π Ο Φ Α Σ Η Η υπογραφή από τους Κατηγορούμενους 2 και 4 της επιταγής της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ με αριθμό xxxx ημερομηνίας xxxx στην οποία παρουσιαζόταν ως εκδότης η κατηγορούμενη 1 και η οποία κατά την κατάθεση της στις xxxx από τον δικαιούχο της στην Τράπεζα επιστράφηκε πίσω στις xxxxx με την ένδειξη ότι ΄΄Η υπογραφή του έκδοση της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας'' έμελλε να ανοίξει τον δρόμο στην καταχώρηση της υπό εξέταση ποινικής υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων στους οποίους καταλογίζονται οι ακόλουθες κατηγορίες: Η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει με την Πρώτη Κατηγορία το αδίκημα της πρόκλησης χωρίς εύλογη αιτία της μη εξόφλησης επιταγής παρά παράβαση των άρθρων 305 Α

(2)και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η Κατηγορούμενη 1 κατά η περί τις 14/06/2018 στη Λεμεσό εξέδωσε την επιταγή με αρ xxxx της Bank of Cyprus Public Company Ltd προς όφελος και στο όνομα της παραπονουμένης, για το ποσό των €5.000, η οποία επιταγή όταν παρουσιάστηκε μέσα σε εύλογο χρόνο, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, σε υποκατάστημα της Bank of Cyprus Public Company Ltd, δεν εξοφλήθηκε για το λόγο ότι η υπογραφή του εκδότη διέφερε από το δείγμα στην κατοχή της Τράπεζας και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την εν λόγω παρουσίαση. Οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 με την Δεύτερη Κατηγορία αντιμετωπίζουν το αδίκημα της παροχής συνδρομής προς πρόκληση, χωρίς εύλογη αιτία, μη εξόφλησης επιταγής, κατά παράβαση των άρθρων 305 Α
(2)20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 κατά ή περί τις 14/06/2018 στη Λεμεσό παρείχαν συνδρομή στους Κατηγορούμενους 1 να προκαλέσουν χωρίς εύλογη αιτία, την μη εξόφληση της επιταγής με αρ. xxxxx της Bank of Cyprus Public Company Ltd προς όφελος και στο όνομα της παραπονουμένης, η οποία επιταγή όταν παρουσιάστηκε μέσα σε εύλογο χρόνο, κατά η μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, σε υποκατάστημα της Bank of Cyprus Public Company Ltd, δεν εξοφλήθηκε για το λόγο ότι η υπογραφή του εκδότη διέφερε από το δείγμα στην κατοχή της Τράπεζας και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την εν λόγω παρουσίαση. Η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει με την Τρίτη Κατηγορία το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297, 301 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της τρίτης κατηγορίας η Κατηγορούμενη κατά ή περί τις 14/06/2018 στη Λεμεσό εξέδωσε την επιταγή με αρ. xxxxx της Bank of Cyprus Public Company Ltd προς όφελος και στο όνομα της παραπονουμένης, για το ποσό των €5.000 προβαίνοντας με την έκδοση αυτής σε ψευδή παράσταση ότι αυτή ήταν καθόλα έγκυρη και δυνατό να πληρωθεί και προκάλεσαν την αποδοχή αυτής από την παραπονούμενη, εξασφαλίζοντας πίστωση στο λογαριασμό που διατηρείτο στην παραπονούμενη ότι οι οφειλές των Κατηγορούμενων 1 είχαν πληρωθεί. Οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 με την Τέταρτη Κατηγορία αντιμετωπίζουν το αδίκημα της παροχής συνδρομής προς εξασφάλιση πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297, 301, 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της τέταρτης κατηγορίας οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 κατά ή περί τις 14/06/2018 στη Λεμεσό παρείχαν συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1 να εκδώσει την επιταγή με αρ. xxxxxx της Bank of Cyprus Public Company Ltd προς όφελος και στο όνομα της παραπονουμένης προβαίνοντας με την έκδοση αυτής σε ψευδή παράσταση ότι αυτή ήταν καθόλα έγκυρη και δυνατό να πληρωθεί και προκάλεσαν την αποδοχή αυτής από την παραπονούμενη, εξασφαλίζοντας πίστωση στο λογαριασμό που διατηρείτο στην παραπονούμενη ότι οι οφειλές της Κατηγορουμένης 1 είχαν πληρωθεί. Η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει με την Πέμπτη Κατηγορία το αδίκημα της εξασφάλισης εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297, 299 και του άρθρου 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πέμπτης κατηγορίας η Κατηγορούμενη 1 κατά ή περί τις 14/06/2018 στη Λεμεσό με ψευδείς παραστάσεις με σκοπό καταδολίευσης υποκίνησαν την παραπονούμενη να αποδεχτεί αξιόγραφο δηλαδή την επιταγή με xxxxx της Bank of Cyprus Public Company Ltd προς όφελος και στο όνομα της παραπονουμένης, για το ποσό των €5.000 το οποίο γνώριζαν ότι δεν θα μπορούσε να εξαργυρωθεί και εξασφάλισαν εγγραφή στο λογαριασμό της παραπονούμενης ότι οι οφειλές της Κατηγορούμενης 1 είχαν πληρωθεί. Τέλος οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 με την Έκτη Κατηγορία αντιμετωπίζουν το αδίκημα της παροχής συνδρομής προς εξασφάλιση εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297, 299, 20 και του άρθρου 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της έκτης κατηγορίας οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 κατά ή περί τις 14/06/2018 στη Λεμεσό παρείχαν συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1 να υποκινήσουν με ψευδείς παραστάσεις με σκοπό καταδολίευσης την παραπονούμενη να αποδεχτεί αξιόγραφο δηλαδή την επιταγή με xxxxx της Bank of Cyprus Public Company Ltd προς όφελος και στο όνομα της παραπονουμένης, για το ποσό των €5.000 γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορούσε να εξαργυρωθεί και εξασφάλισαν εγγραφή στο λογαριασμό της παραπονούμενης ότι οι οφειλές της Κατηγορούμενης 1 είχαν πληρωθεί. Μετά το πέρας της υπόθεσης των παραπονουμένων, oι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων εισηγήθηκαν, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί δια των γραπτών τους αγορεύσεων ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών τους έτσι ώστε αυτοί να κληθούν σε απολογία. Αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των παραπονουμένων, ο οποίος εισηγήθηκε και αυτός μέσω της γραπτής εμπεριστατωμένης του αγόρευσης ότι οι Κατηγορούμενοι θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Οι παραπονούμενοι προς απόδειξη της υπόθεσης τους παρουσίασαν συνολικά τρεις μάρτυρες, ήτοι την κα xxxxx (ΜΚ1), τον κ. xxxxxx (ΜΚ2) και τον κ.xxxxxxx (ΜΚ3). Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Η ΜΚ1 υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α) ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων ότι κατέχει την θέση του Customer Relations Manager στην Παραπονούμενη εταιρεία η οποία είχε προχωρήσει στην έκδοση ασφαλιστικών συμβολαίων για την περίοδο ασφάλισης από 01/01/2018 μέχρι 31/12/2018 στα οποία ασφαλιζόμενοι ήταν η Κατηγορούμενη 1 διαχειριστική επιτροπή του κτιριακού συγκροτήματος White Archers F1, καθώς και οι ιδιοκτήτες των μονάδων και αφορούσαν παροχή ασφάλισης τόσο ''business shield'' όσο και ασφάλισης των κοινόκτητων οικοδομών ''jointly owned building''. Οι εν λόγω ασφαλιστικές συμφωνίες οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 2 είχαν υπογραφεί εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 από τον Κατηγορούμενο 2 ως Πρόεδρο της Διαχειριστικής Επιτροπής την 01/01/2018 και ο συμφωνημένος τρόπος αποπληρωμής των ασφαλίστρων ως ανέφερε η μάρτυρας αναφέρετε σε έκαστο συμβόλαιο και ήταν διά έξι δόσεων από 01/01/2018 μέχρι 01/06/2018, την 1η μέρα κάθε μήνα, το δε σύνολο των ασφαλίστρων ήταν €11.667,
  1. Σε συνέχεια επικοινωνίας με την παραπονούμενη εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη 1 και υπογράφτηκε από τον κατηγορούμενο 2 και από ακόμα ένα πρόσωπο επιταγή τον Φεβρουάριο 2018 ύψους €5000 η οποία σύμφωνα με την μάρτυρα κάλυπτε τις πληρωμές των συμβολαίων για την 1η και 2η δόση, με την υπόσχεση από τον Κατηγορούμενο 2 ότι κατά τον Ιούνιο θα πληρωνόταν και μια δεύτερη δόση ύψους €5.
  2. Στις 14/06/2018 αποστάλθηκε επιστολή προς την παραπονούμενη ημερομηνίας 14/06/2018 από την Κατηγορούμενη 1 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 υπογεγραμμένη από την Κατηγορούμενη 3 με την οποία μεταξύ άλλων την ενημέρωναν για την αλλαγή των μελών της επιτροπής της διαχειριστικής επιτροπής της Κατηγορούμενης 1 διά της κοινοποίησης τόσο του Πιστοποιητικού ημερομηνίας 22/05/2018 όσο και των πρακτικών της ετήσιας γενικής συνέλευσης ημερομηνίας 13/05/
  3. Σύμφωνα με τα εν λόγω έγγραφα Πρόεδρος ήταν πλέον η Κατηγορούμενη 3 ενώ από πληροφορίες που έλαβε η μάρτυρας πριν από την εν λόγω αλλαγή Πρόεδρος της Κατηγορούμενης 1 ήταν ο Κατηγορούμενος
  4. Όσον αφορά την επίδικη επιταγή ύψους €5.000 Τεκμήριο 4 ανέφερε ότι αυτή εκδόθηκε στις 14/06/2018 από την Κατηγορούμενη 1 η οποία έφερε την υπογραφή των Κατηγορούμενων 2 και 4 και η οποία όταν κατατέθηκε στην Τράπεζα αυτή επιστράφηκε πίσω με την ένδειξη ότι η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα που η Τράπεζα είχε στην κατοχή της. Την επιταγή την είχε παραλάβει ο εισπράκτορας της παραπονούμενης xxxxxx ο οποίος είχε επισκεφτεί την 14/06/2018 τον Κατηγορούμενο 2 στο γραφείο που διατηρεί στην Λεμεσό όπου ο τελευταίος έθεσε την υπογραφή του στην επιταγή στην παρουσία του εισπράκτορα και του την παρέδωσε παραλαμβάνοντας και σχετική απόδειξη που είχε εκδοθεί από τον κ. xxxxx Στην συνέχεια ως ανέφερε η μάρτυρας ο κ. xxxxx παρέδωσε την επιταγή στο τμήμα πιστωτικού ελέγχου της παραπονούμενης εταιρείας οπόταν και το ποσό της επιταγής πιστώθηκε προς όφελος της Κατηγορούμενης 1 στον λογαριασμό που τηρείτο για αυτή αναφορικά με τα ασφαλιστικά της συμβόλαια αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 στην διαδικασία. Ένεκα της επιστροφής στις 18/06/2018 της επίδικης επιταγής για το λόγο που αναφέρεται και ανωτέρω στην κατάσταση λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 που διατηρεί η παραπονούμενη ακυρώθηκε η πίστωση των €5.000 και επανήλθε χρέωση του αντίστοιχου ποσού στον εν λόγω λογαριασμό. Η δε επιταγή δεν εξοφλήθηκε εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της ούτε και μέχρι σήμερα. Τέλος η μάρτυρας αναφέρθηκε σε γραπτή επικοινωνία της παραπονούμενης ημερομηνίας 12/09/2018 και 24/10/2018 τόσο με την Κατηγορούμενη 1 όσο και με τους ιδιοκτήτες των μονάδων αναφορικά με τα οφειλόμενα ασφάλιστρα της περιόδου 01/01/2018 - 31/12/2018 ύψους €6.667,94 με προειδοποίηση ότι σε περίπτωση μη πληρωμής αυτά θα τερματιστούν. Εν τέλει αυτά τερματίστηκαν και σε σχέση με την περίοδο της ασφάλισης για το έτος 2018 που παρέμεινε μετά την ημερομηνία τερματισμού των ασφαλιστηρίων συμβολαίων έγινε κατ΄ αναλογία πίστωση στην κατάσταση λογαριασμού που τηρείτο για την Κατηγορούμενη 1 συνολικού ποσού €1.915,
  5. Όσον αφορά τα νέα ασφαλιστικά συμβόλαια της περιόδου από 05/12/2018 με 04/12/2019 τα οποία συνάφθηκαν μεταξύ παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1 στις 04/12/2018 μέσω της υπογραφής της Κατηγορούμενης 3 αυτά τερματίστηκαν στις 22/01/2019 λόγω της μη καταβολής των συμφωνημένων ποσών από την Κατηγορούμενη
  6. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 αρχικά από τον κ.Σοφρωνίου ερωτήθηκε κατά πόσον σε σχέση με τα Τεκμήρια 2 και 4 είχαν οποιαδήποτε επαφή με την Κατηγορούμενη 3 με την μάρτυρα να απαντά ότι στις 14/06/2018 έλαβαν επιστολή (Τεκμήριο 3) την οποία αναγνώρισε από την Διαχειριστική Επιτροπή με την οποία ενημερώνονταν ότι η Κατηγορούμενη 3 είναι η νέα Πρόεδρος και αποστάλθηκε επίσης καταστατικό με τα νέα μέλη της Επιτροπής η οποία από 13/05/2018 άλλαξε σύσταση. Η μάρτυρας σημείωσε ότι πριν τις 14/06/2018 δεν είχαν οποιαδήποτε επαφή με την Κατηγορούμενη 3, μετά τις 14/06/2018 είχαν όμως επικοινωνία μαζί της αφού είχε αποσταλεί προς την εταιρεία και η σχετική επιστολή της και έγινε και συνάντηση στα γραφεία της εταιρείας. Συμφώνησε στη θέση ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε αναφορά στην επίδικη επιταγή και ότι πράγματι δεν υπήρχε οποιαδήποτε γραπτή ενημέρωση για το ζήτημα τούτο όμως η μάρτυρας επέμενε ότι έγινε προφορική ενημέρωση της κας Αναστασίου δίδοντας ως εξήγηση για την απουσία οποιασδήποτε γραπτής ενημέρωσης για την επιταγή το γεγονός ότι στόχος της εταιρείας ήταν η διευθέτηση της οφειλής της Διαχειριστικής Επιτροπής. Ερωτηθείσα σε σχέση με την πληρωμή του πρώτου ποσού ύψους €5000 που έλαβε χώρα κατά την σύναψη των συμβολαίων ποια περίοδο κάλυπτε το ποσό αυτό ανέφερε ότι κάλυπτε τις δύο πρώτες δόσεις δηλαδή Ιανουάριο και Φεβρουάριο και μέρος του μηνός Μαρτίου σημειώνοντας ότι αρχικά συμφώνησαν σε έξι ισόποσες μηνιαίες δόσεις, λήφθηκε το ποσό των €5000 τον Φεβρουάριο και συμφωνήθηκε ότι τον Ιούνιο θα λάμβαναν ακόμα €5000 εξού και στις 14/06/2018 εκδόθηκε επιταγή από την Διαχειριστική Επιτροπή και πήγε ο εισπράκτορας της εταιρείας στον xxxxx για να την παραλάβει. Σε υποβολή ότι με βάση το ολικό ασφάλιστρο που έπρεπε να πληρωθεί η επιταγή των €5000 κάλυπτε περίοδο 5.14 μηνών σε σχέση με τους 12 μήνες πάντοτε λαμβάνοντας υπόψη το ολικό ασφάλιστρο διαιρούμενο με 12 η μάρτυρας απάντησε ότι η διαίρεση γίνεται διά έξι αφού με βάση τη σχετική ρήτρα στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο το ασφάλιστρο ήταν πληρωτέο σε έξι ισόποσες μηνιαίες δόσεις και παρά την μη τήρηση του χρονοδιαγράμματος πληρωμής των ασφαλίστρων ως καθοριζόταν στο συμβόλαιο δεν προχώρησαν σε ακυρώσεις και τερματισμό τους αφού ήταν σε επαφή με τον κ.xxxx και λόγω της συνεργασίας και της επιθυμίας να διατηρηθεί η σχέση της εταιρείας με την Διαχειριστική Επιτροπή δεν προχώρησαν σε τερματισμό του συμβολαίου. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 από τον κ.Νεοκλέους ο οποίος επιπρόσθετα της δικής του αντεξέτασης υιοθέτησε και τη αντεξέταση που έγινε από τον κ.Σοφρωνίου επιβεβαίωσε ότι η συνεργασία της εταιρείας της με την Διαχειριστική Επιτροπή White Arches ήταν και πριν την 01/01/2018 αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί πόσα χρόνια προηγουμένως. Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να ενημερώσει αν υπήρξε προηγουμένως οποιοδήποτε πρόβλημα με τις πληρωμές μέχρι την επίδικη επιταγή αφού τέτοιο θέμα αφορά το Τμήμα Πιστωτικού Ελέγχου ενώ η ίδια ήταν ενήμερη μόνο για την επίδικη επιταγή. Όσον αφορά την θέση ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 4 δεν είχαν οποιοδήποτε προσωπικό όφελος από τις ασφάλειες αφού με αυτές ήταν ασφαλισμένοι η Διαχειριστική Επιτροπή των White Arches και οι ιδιοκτήτες των μονάδων και οι Κατηγορούμενοι 2 και 4 ενεργούσαν ως μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής η μάρτυρας συμφώνησε. Στη συνέχεια ενώ η μάρτυρας συμφώνησε ότι ενώ είχαν ενημερωθεί από τις 14/06/2018 ότι είχε αναλάβει νέα Διαχειριστική Επιτροπή προχώρησαν και παρέλαβαν την επίδικη επιταγή στις 14/06/2018 την οποία υπέγραφαν παλιά μέλη της Επιτροπής και την κατέθεσαν στις 15/06/2018 στην συνέχεια διαφοροποιήθηκε στη θέση της αυτή ότι η αναγραφή στην επιστολή 14/06/2018 σημαίνει και παραλαβή της στο χέρι την συγκεκριμένη ημερομηνία αλλά φαντάζεται ότι παραλήφθηκε κάποιες μέρες κοντά των 14/06/2018 αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε ακριβώς. Σε ενημέρωση που προέβηκε στον κ. xxxxx για την επιστροφή της επιταγής αυτός ισχυριζόταν ότι το πιστοποιητικό που αφορούσε την νέα επιτροπή της διαχειριστικής επιτροπής δεν ήταν σε ισχύ και δεν συμφωνούσε με τα αποτελέσματα του νέου καταστατικού και στην συνέχεια ενημερώθηκε και η κα Αναστασίου και μάλιστα στην πορεία έγιναν και καινούργια συμβόλαια με την Διαχειριστική Επιτροπή που υπογράφει η κα xxxx με ημερομηνία έναρξης την 05/12/2018 και τα οποία υπογράφηκαν στις 04/12/
  7. Γνώριζαν ανέφερε για την ύπαρξη διαμάχης μεταξύ του κ. xxxxx και της κας xxxxx και για το ποια Διαχειριστική Επιτροπή βρισκόταν νόμιμα η όχι ως Διαχειριστική Επιτροπή και συμφώνησε με την υποβολή ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 4 όταν έδωσαν την επίδικη επιταγή είχαν όλη την καλή διάθεση να τιμηθεί και δεν είχαν πρόθεση να ξεγελάσουν την ασφαλιστική εταιρεία. Συμφώνησε περαιτέρω ότι όταν υπέγραψαν οι Κατηγορούμενοι 2 και 4 την επίδικη επιταγή στις 14/06/2018 θεωρούσαν ότι αυτοί ενεργούσαν ως νόμιμη Διαχειριστική Επιτροπή αλλά και η εταιρεία τους θεωρούσε ότι μέχρι τότε Πρόεδρος της Διαχειριστικής Επιτροπής ήταν ο xxxxxx. Όσον αφορά για τον λόγο που τα ασφαλιστικά συμβόλαια της περιόδου 01/01/2018 μέχρι 31/12/2018 δεν τερματίστηκαν και δεν εφαρμόστηκε η ρήτρα αποπληρωμής των 15 ημερών σε αντίθεση με τα καινούργια συμβόλαια που έγιναν τα οποία τερματίστηκαν η μάρτυρας απάντησε ότι από την στιγμή που ήρθαν σε επαφή με την κα Αναστασίου η οποία ήθελε να διατηρήσει την ασφαλιστική κάλυψη και είχαν μιλήσει και για τις οφειλές συμφωνήθηκε όπως προχωρήσουν κανονικά νοουμένου ότι θα τηρούνται οι πληρωμές πράγμα το οποίο δεν έγινε με αποτέλεσμα να τερματιστούν εν τέλει τα συμβόλαια. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτήν αναφέρει ότι κατέχει την θέση του Customer Service Officer & Accounts Collector με καθήκοντα εισπράκτορα στην Παραπονούμενη εταιρεία. Σημειώνει σε αυτήν ότι στις 13/06/218 έλαβε οδηγίες από την Παραπονούμενη εταιρεία όπως επικοινωνήσει με την Κατηγορούμενη 1 για να παραλάβει μια επιταγή για πληρωμή κάποιων οφειλομένων ποσών και προς το σκοπό αυτό επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος και του ζήτησε να τον επισκεφτεί στο γραφείο του στη Λεμεσό για να του δώσει μια επιταγή. Στις 14/06/2018 μετέβηκε στην Λεμεσό όπου συνάντησε τον Κατηγορούμενο 2 στο γραφείο του ο οποίος αφού πήρε ένα μπλοκ επιταγών που είχε, συμπλήρωσε την επιταγή και έθεσε την υπογραφή του σε αυτή στα δεξιά μιας άλλης υπογραφής η οποία ήταν ήδη εκεί και η οποία ως ανέφερε ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ότι η υπογραφή στα αριστερά είχε τεθεί στην επιταγή εν λευκώ από πριν. Όταν παρέλαβε την επιταγή προχώρησε στην συμπλήρωση μιας απόδειξης στο μπλοκ αποδείξεων της παραπονούμενης εταιρείας που είχε στην κατοχή του για το αντίστοιχο ποσό της επιταγής ήτοι €5.000 την οποία έδωσε στον Κατηγορούμενο 2 προτού φύγει. Στην συνέχεια μετέβηκε στα γραφεία της Παραπονούμενης εταιρείας στην Λευκωσία όπου παρέδωσε την επιταγή στο τμήμα πιστωτικού ελέγχου. Αντεξεταζόμενος στην μοναδική ερώτηση που του τέθηκε από τον κ.Σοφρωνίου επιβεβαίωσε ότι αναφορικά με την επίδικη επιταγή ο ίδιος δεν είχε επαφή με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκτός από τον Κατηγορούμενο
  8. Ο κ.Νεοκλέους δεν προχώρησε σε αντεξέταση του μάρτυρα αυτού ούτε επανεξέταση υπήρχε. Ο ΜΚ3 ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και συγκεκριμένα στο Υποκατάστημα Γρίβα Διγενή στην Λεμεσό και έχει γνώση για την ύπαρξη τραπεζικού λογαριασμού της Διαχειριστικής Επιτροπής με την ονομασία White Arches F1 Administrator Committee με αριθμό xxxxx και ο οποίος διατηρείται στο κατάστημα που εργάζεται από το
  9. Σε σχέση με την αποστολή εγγράφων προς την Τράπεζα από μέρους της Διαχειριστικής Επιτροπής ο μάρτυρας απάντησε ότι εξ όσων γνωρίζει κατά το έτος 2018 αποστάλθηκαν πρακτικά για την λειτουργία καινούργιας Διαχειριστικής Επιτροπής από τις 22 Μαΐου 2018 ενώ πριν το έτος 2018 η Επιτροπή ήταν η ίδια για πάρα πολλά χρόνια από το 2005 (αντί 2004 που ανέφερε αρχικά σε προηγούμενη του απάντηση) που είχε αλλάξει τελευταία φορά ο επίδικος λογαριασμός διατηρείτο κάτω από τα ίδια άτομα δηλαδή οι signatories (υπογράφοντες) ήταν οι ίδιοι για τον λογαριασμό από το έτος
  10. Τα σχετικά έγγραφα που ανέφερε ο μάρτυρας κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  11. Σύμφωνα με τον μάρτυρα από το 2005 και πριν την αλλαγή του 2018 (22 Μαΐου 2018 όπως διευκρίνισε ο μάρτυρας) που ανέφερε τα πρόσωπα που ήταν εξουσιοδοτημένα να υπογράφουν επιταγές για τον συγκεκριμένο λογαριασμό ήταν ο xxxxxx (Κατηγορούμενος 2) και ο xxxxxx (Κατηγορούμενος 4). Όσον αφορά την έκδοση και πληρωμή της επιταγής ημερομηνίας 22/02/2018 για την οποία ερωτήθηκε ο ΜΚ3 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι αυτή εκδόθηκε από την κατηγορούμενη 1 ύψους €5000 προς την παραπονούμενη η οποία πληρώθηκε και υπογραφόταν από τον xxxxx και xxxx και το όνομα που αναγραφόταν ως δικαιούχος ήταν TRUST (διευκρινίστηκε κατά την επανεξέταση του μάρτυρα). Σε σχέση με τις αλλαγές στα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής του έτους 2018 ο ΜΚ3 ανέφερε ότι έλαβαν γνώση για αυτές όταν η κατηγορούμενη 3 προσήλθε στο κατάστημα της τράπεζας και τους προσκόμισε τα πιστοποιημένα πρακτικά με ψηφοφορία με αποτέλεσμα αφού μελέτησαν αυτά όταν ήρθαν κοντά τους 22 - 23 Μαΐου 2018 να θεωρήσει η Τράπεζα ότι από 22 Μαΐου τα μέλη της Επιτροπής της Διαχειριστικής Επιτροπής είχαν αλλάξει και ενημέρωσαν τους παλιούς signatories για την ύπαρξη των συγκεκριμένων πρακτικών και να προσέλθουν να επιστρέψουν πίσω τα βιβλιάρια επιταγών που διατηρούσαν. Όσον αφορά το Τεκμήριο 13 που κατατέθηκε στην διαδικασία από τον ΜΚ3 ανέφερε ότι στην ουσία πρόκειται για τα πρακτικά της συνεδρίασης που έγινε στις 13/05/2018 τα οποία πρακτικά ήρθαν κοντά τους στις 22/05/2018 μέσω σχετικής επιστολής της Διαχειριστικής Επιτροπής και αναφέρουν την εκλογική διαδικασία, ποια είναι η νέα Διαχειριστική Επιτροπή του White Arches φάση 1 και ποιοι θα υπογράφουν για τους λογαριασμούς. Σε συνέχεια παραλαβής της επιστολής αυτής προχώρησαν σε καταχώρηση σχολίου ''comment'' μέσα στο σύστημα έτσι ώστε να παρουσιάζονται μέσα οι υπογραφές της νέας Διαχειριστικής Επιτροπής έτσι ώστε σε περίπτωση που παρουσιαστούν επιταγές να απευθυνθούν στον υπεύθυνο λογαριασμών της Διαχειριστικής Επιτροπής έτσι ώστε να μην περνιόνται οι επιταγές, να ακυρωθούν τα chequebooks τα υφιστάμενα που υπάρχουν. Για σκοπούς ενημέρωσης για την εξέλιξη αυτή σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι προχώρησαν σε τηλεφωνική ενημέρωση του κ. xxxxxx που σύμφωνα με σημείωση στο φάκελο του έγινε στις 25/05/2018 τον οποίον γνώριζαν αφού ήταν το πρόσωπο που ερχόταν στην Τράπεζα και ασχολείτο με τα θέματα της Διαχειριστικής Επιτροπής ο οποίος κατά την ενημέρωση φαίνεται να αμφισβήτησε την καινούργια Διαχειριστική Επιτροπή και την οποία ως δήλωσε δεν αναγνώριζε και αρνήθηκε σύμφωνα με τον μάρτυρα να επιστρέψει το βιβλιάριο επιταγών. Επιβεβαίωσε μάλιστα ότι σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 4 δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με το θέμα αυτό μαζί του αφού ως ανέφερε για τα θέματα της Διαχειριστικής Επιτροπής πριν την αλλαγή των μελών της είχαν να κάνουν με τον κ. xxxxxx. Ανέφερε περαιτέρω ότι είχαν επικοινωνία με την κα xxxx (Κατηγορούμενη 3) έτσι ώστε όλα τα μέλη της νέας διαχειριστικής επιτροπής να προσέλθουν στην Τράπεζα για να υπογράψουν τα σχετικά έγγραφα και το οποίο έπραξαν αλλάζοντας μάλιστα τους signatories της νέας Διαχειριστικής διαδικασία η οποία ολοκληρώθηκε στις 14/06/
  12. Επιβεβαίωσε μάλιστα ότι η κα xxxx έδωσε μάλιστα οδηγίες όπως ακυρωθούν τυχόν chequebooks που ήταν στην κατοχή του κ. xxxx (Κατηγορούμενου 2) και ένεκα των εντολών αυτών η Τράπεζα δεν περνούσε καμιά επιταγή η οποία εκδόθηκε μετά που λήφθηκαν τα πρακτικά. Ερωτηθείς για την επιταγή ημερομηνίας 14/06/2018 (Τεκμήριο 4) την οποία αναγνώρισε επιβεβαίωσε ότι παρουσιάστηκε η συγκεκριμένη επιταγή ύψους €5000 από την Trust την οποία υπέγραφαν τα μέλη της παλιάς Διαχειριστικής Επιτροπής με αποτέλεσμα ένεκα της ενημέρωσης που είχαν ήδη ότι άλλαξαν τα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής και τα πρόσωπα που ήταν εξουσιοδοτημένα να υπογράφουν για τον συγκεκριμένο λογαριασμό τα οποία ήταν άλλα πρόσωπα από αυτούς που την υπέγραφαν, συνεπώς λήφθηκε απόφαση του ΜΚ3 μαζί με τον διευθυντή τους όπως η επιταγή μην περάσει βάσει των υπογραφών που είχε η Τράπεζα. Συνεπώς ενημερώθηκε η Trust να παραλάβει την επιταγή πίσω και δεν ενημερώθηκε η Κατηγορούμενη 1 ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για την εξέλιξη αυτή. Περιορίστηκε ο ΜΚ3 να αναφέρει ότι η Διαχειριστική Επιτροπή θα έβλεπε το statement της ότι η επιταγή επιστράφηκε και χρεώθηκε €35,00 λόγω της επιστροφής αυτής. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ3 από τον κ.Νεοκλέους αντεξέταση η οποία υιοθετήθηκε και από τον κ.Σωφρονίου χωρίς ο ίδιος να προχωρήσει σε δική του αντεξέταση ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι κατά την ημερομηνία κατάθεσης της επιταγής ο επίδικος λογαριασμός ήταν ανοικτός αλλά δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια τη δεδομένη στιγμή φυσικά ο λόγος που επιστράφηκε η επιταγή ήταν άλλος αφού ως ανέφερε ο μάρτυρας συνήθιζαν να περνούν και επιταγές που μπορεί να πάει κάτω ο λογαριασμός ως ανέφερε. Επιβεβαίωσε μάλιστα σε σχετική ερώτηση ότι η συνεργασία της Τράπεζας με την Διαχειριστική Επιτροπή ήταν από το 1992 ενώ με τα προηγούμενα μέλη της Επιτροπής είχαν συνεργασία από το 2005 μέχρι και το έτος 2018 δηλαδή για 13 χρόνια χωρίς να προκύψει οποιοδήποτε θέμα με οποιαδήποτε επιταγή τουλάχιστον για την περίοδο που ο ίδιος ο ΜΚ3 ανέλαβε το χειρισμό του συγκεκριμένου λογαριασμού. Στη συνέχεια επιβεβαίωσε ότι έλαβαν την ενημέρωση στις 22/05/2018 από την κα xxxxx για τις αλλαγές στην Διαχειριστική επιτροπή και ότι ενημερώθηκε και ο xxxxx ο οποίος μάλιστα ήρθε και στο κατάστημα και μίλησε με τον υπεύθυνο σε έντονους τόνους αλλά δεν είχε γίνει οποιαδήποτε γραπτή του ενημέρωση πέραν της προφορικής. Σε ερώτηση αναφορικά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13 και συγκεκριμένα την 1η σελίδα αυτού ο μάρτυρας ανέφερε ότι πρόκειται για τα δείγμα των νέων υπογραφών του επίδικου λογαριασμού το οποίο καρτελάκι συμπληρώθηκε στις 13/06/2018 καθώς και τα πρακτικά αλλά επειδή έπρεπε να έρθουν ένας ένας για υπογραφές ολοκληρώθηκε η διαδικασία στις 14/06/2018 συμπωματικά και την ημέρα που είχε εκδοθεί και η επίδικη επιταγή. Όσον αφορά το κενό που δημιουργήθηκε από τις 22/05/2018 που ενημερώθηκε η Τράπεζα για τις αλλαγές στην Διαχειριστική Επιτροπή μέχρι και τις 14/06/2018 που συμπληρώθηκαν και τα σχετικά έγγραφα της Τράπεζας (Τεκμήριο 13) και τι θα γινόταν σε περίπτωση που και άλλη επιταγή της Διαχειριστικής εκδιδόταν από τον xxxxx ο μάρτυρας απάντησε ότι και αυτή θα επιστρεφόταν αφού από τις 22/05/2018 που ενημερώθηκαν για τις αλλαγές ο xxxx έπαυσε να είναι υπογράφων για τη Διαχειριστική Επιτροπή και επιπρόσθετα είχαν δοθεί οδηγίες δια της επιστολής ημερομηνίας 22/05/2018 όπως σταματήσουν οποιεσδήποτε συναλλαγές με τα απερχόμενα μέλη και να ακυρωθούν τα βιβλιάρια και οι κάρτες. Τέλος ο μάρτυρας ερωτήθηκε για το λόγο που η Τράπεζα έκανε αποδέκτη την επίδικη επιταγή για να την αλλάξει από την στιγμή που σε αυτήν αναγραφόταν μόνο το όνομα Trust με το μάρτυρα να απαντά ότι αναφορικά με την επιταγή έγινε αποδεκτή η κατάθεση της και δεν αλλάχτηκε και η Τράπεζα διατηρούσε μηχανισμούς που θα εντοπίσουν την επιταγή και θα την στείλουν πίσω η θα πάρουν τηλέφωνο αν υπάρχει πρόβλημα και μέσω της διαδικασίας του clearing θα αποφασίσει η Τράπεζα τι θα πράξει. Ήταν στην κρίση του ταμία που παρέλαβε την επιταγή αν θα την δεχτεί για κατάθεση η όχι. Όσον αφορά την διαμάχη που φαίνεται να υπήρξε μεταξύ της παλιάς και της νέας Επιτροπής της Διαχειριστικής Επιτροπής ο μάρτυρας απάντησε ότι είχαν γνώση για την διαμάχη αυτή και συμφώνησε ότι όλες οι επιταγές που εκδίδονταν μέσω του xxxxx δεν παρουσίαζαν οποιοδήποτε πρόβλημα και πάντοτε τιμούνταν και ότι σε σχέση με την επίδικη επιταγή ο xxxx δεν είχε κανένα προσωπικό όφελος αφού αυτή αφορούσε την πληρωμή ασφαλίστρων των διαμερισμάτων και είχε σκοπό αυτή να τιμηθεί θέσεις στις οποίες ο μάρτυρας συμφώνησε. Στην υπόθεση Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 (All E.R.) 448) η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή (βλ. Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of The Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England Issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση Κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas v. The Police (πιο πάνω) και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas v. The Police (πιο πάνω)). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « . η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155 . δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλά αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατό να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της επάρκειάς της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Η υπό εξέταση υπόθεση παρουσιάζει την εξής ιδιαιτερότητα: Οι βασικές κατηγορίες που αφορούν την κατ΄ ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων από μέρους της Κατηγορούμενης 1 είναι οι κατηγορίες 1, 3 και 5. Σε όλες ανεξαιρέτως τις κατηγορίες καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη 1 ως αυτουργός η διάπραξη από μέρους της των αδικημάτων της (α) πρόκλησης χωρίς εύλογη αιτία της μη εξόφλησης επιταγής, (β) της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και (γ) της εξασφάλισης εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις. Η Κατηγορούμενη 1 σύμφωνα και με τις πρόνοιες του άρθρου 38ΚΣΤ
(1)του Κεφ. 224 και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας[1] έχει νομική υπόσταση και νομική προσωπικότητα δηλαδή μπορεί να ενάγει και να ενάγεται να κατηγορεί και να κατηγορείται. Φυσικά από την στιγμή που δεν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο οι όποιες ενέργειες της γίνονται και λαμβάνουν χώρα αναγκαστικά μέσω φυσικού ή φυσικών προσώπων που δεν είναι άλλοι συνήθως από τα μέλη της Επιτροπής της ή εξουσιοδοτημένα από αυτή πρόσωπα. Συνεπώς από μόνη της δεν μπορεί προφανώς να διαπράξει ποινικό αδίκημα και να έχει ευθύνη σε τέτοια περίπτωση εκτός και αν αποδειχθεί ότι η πράξη της αυτή έγινε ή βοηθήθηκε για να γίνει με τη δική της γνώση, συγκατάθεση και εξουσιοδότηση μέσω του προσώπου που ενέργησε για λογαριασμό της και γενικά εξουσιοδοτημένων από αυτήν αντιπροσώπων. Οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 κατηγορούνται σε έκαστη των κατηγοριών 2, 4 και 6 για συγκεκριμένη εμπλοκή τους στην κατ΄ ισχυρισμό διάπραξη των όσων τους καταλογίζονται και που αφορά την παροχή συνδρομής δυνάμει των προνοιών του άρθρου 20 του Κεφ. 154 προς την Κατηγορούμενη 1 για την διάπραξη από μέρους της των αντίστοιχων για τις κατηγορίες 1, 3 και 5 αδικημάτων. Σημειώνεται ότι στις λεπτομέρειες έκαστης κατηγορίας 2, 4 και 6 δεν αναφέρεται συγκεκριμένη ιδιότητα για ένα έκαστο των Κατηγορουμένων 2, 3 και 4 ως συνεργοί παρά μόνο ότι αυτοί κατά ή περί τις 14/06/2018 στην Λεμεσό παρείχαν συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1 να .. Η ενδεχόμενη απόδειξη των βασικών κατηγοριών (κατηγορίες 1, 3 και 5) είτε για σκοπούς του εκ πρώτης όψεως σταδίου είτε για μεταγενέστερο της υπόθεσης στάδιο προφανώς και είναι ουσιώδης σημασίας και για την ενδεχόμενη ποινική ευθύνη των προσώπων οι οποίοι κατηγορούνται (κατηγορίες 2, 4 και 6) για την παροχή συνδρομής στην Κατηγορούμενη 1 να διαπράξει τα υπό εξέταση αδικήματα στην βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Και αυτό προφανώς έχει την σημασία του καθότι για να υπάρχει συνέργεια, το κύριο αδίκημα πρέπει να έχει διαπραχθεί.[2] Είναι για αυτό τον λόγο που μερικές φορές, η δευτερογενής αυτή ευθύνη, αναφέρεται ότι πηγάζει από την αρχή της παράγωγης ευθύνης (<<derivative liability>>). Ότι, δηλαδή, πηγάζει από την ευθύνη του αυτουργού (βλ. Vaux
(1591)76 ER 992). H συνέργεια από μόνη της, δεν αποτελεί αδίκημα. Είναι αναγκαία η ύπαρξης ενός βασικού αδικήματος στο οποίο κάποιος να είναι συνεργός (βλ. Ανδρέας Παντελή v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B23, Ποιν. Έφ. Αρ. 216/2013, 20/01/2016 και Παναγιώτης Ιγνατίου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 502). Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων 1, 3 και 5 είναι στην ουσία πανομοιότυπες παρά την διαφορετική φύση των αδικημάτων που μία έκαστη διέπει αφού έχουν ως κοινό έδαφος γεγονότων την από μέρους της Κατηγορούμενης 1 κατ ισχυρισμό έκδοση της επίδικης επιταγής Τεκμήριο 4 προς όφελος και εις στο όνομα την παραπονούμενης εταιρείας για το ποσό των €5.000 ενώ αυτή δεν εξοφλήθηκε (1η κατηγορία) / πληρώθηκε (3η κατηγορία) / εξαργυρώθηκε (5η κατηγορία). Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν τίθεται ζήτημα απόδειξης της πατρότητας της επίδικης επιταγής Τεκμήριο 4 αφού προκύπτει τόσο από την μαρτυρία που προσκόμισαν οι παραπονούμενοι και δεν αμφισβητήθηκε αλλά και στην ουσία είναι και παραδεκτή γραμμή της υπεράσπισης των Κατηγορουμένων ότι αυτή έφερε τις υπογραφές τόσο του Κατηγορούμενου 2 όσο και του Κατηγορούμενου 4 αφού θεωρούσαν κατά τις θέσεις τις οποίες έθεσαν στους μάρτυρες κατηγορίας ότι είχαν το δικαίωμα να υπογράφουν για λογαριασμό της Κατηγορούμενης
  1. Σύμφωνα με την τεθείσα μαρτυρία ως διαφάνηκε ακόμα και για σκοπούς του σταδίου του εκ πρώτης όψεως ο λόγος της μη εξόφλησης / πληρωμής / εξαργύρωσης του Τεκμηρίου 4 ήταν ότι κατά τον χρόνο που αυτή υπογράφτηκε από τους Κατηγορούμενους 2 και 4 τα πρόσωπα αυτά δεν ήταν εξουσιοδοτημένα να υπογράφουν για λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 τις τραπεζικές της επιταγές. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με την τεθείσα μαρτυρία τόσο προφορική όσο και έγγραφη ακόμα και αντικειμενικά κρινόμενη στο στάδιο αυτό η οποία ούτως η άλλως δεν έτυχε και αμφισβήτησης στις 22/05/2018 η νέα Πρόεδρος της Κατηγορούμενης 1 η οποία είχε εκλεγεί στις 13/05/2018 προχώρησε σε αποστολή προς την Τράπεζα Κύπρου επιστολής (σχετικό το Τεκμήριο 13) με την οποία την ενημέρωσε ότι η τα μέλη της Επιτροπής της Διαχειριστικής Επιτροπής της Κατηγορούμενης 1 με Γενική Συνέλευση ημερομηνίας 13/05/2018 έχουν αλλάξει. Στην νέα δε επιτροπή δεν περιλαμβάνονταν ως μέλη οι Κατηγορούμενοι 2 και 4 που σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12 ο Κατηγορούμενος 2 είχε την θέση του Διαχειριστή και ο Κατηγορούμενος 4 την θέση του μέλους της Κατηγορούμενης 1 και μάλιστα πριν την Γενική Συνέλευση ημερομηνίας 13/05/2018 ήταν σύμφωνα πάλι και με το Τεκμήριο 12 τα δύο εξουσιοδοτημένα πρόσωπα να υπογράφουν τις επιταγές της Κατηγορούμενης
  2. Η δε επιστολή ημερομηνίας 22/05/2018 καθιστούσε ρητά όπως η Τράπεζα ''.ΑΜΕΣΑ .. να σταματήσει κάθε συναλλαγή με τα απερχόμενα μέλη, να ακυρωθούν βιβλιάρια ή κάρτες αν υπάρχουν και να εκδοθούν νέα.'' και επιπρόσθετα σύμφωνα πάλι με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13 η Τράπεζα ως όφειλε μετά από τις μεταβολές που έλαβαν χώρα προχώρησε και στην αντικατάσταση των signatories αναφορικά με τον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 διά της αντικατάστασης των Κατηγορούμενων 2 και 4 με την κα xxxxx και την κα xxxx ως ήταν και οι σχετικές γραπτές οδηγίες της Κατηγορούμενης
  3. Συνεπώς κρίσιμο γεγονός για το σύνολο της υπό εξέταση υπόθεσης είναι το κατά πόσον η ενέργεια του Κατηγορούμενου 2 στις 14/06/2018 που συμπληρώθηκε και παραδόθηκε από μέρους του το Τεκμήριο 4 στον αντιπρόσωπο της παραπονούμενης εταιρείας το οποίο ήδη έφερε την υπογραφή του Κατηγορούμενου 4 ήταν ενέργεια που ήταν εις γνώση ή εξουσιοδοτημένη από την Κατηγορούμενη 1 ή δέσμευαν αυτήν ή ήταν ενέργειες που στην ουσία είχαν ως απώτερο σκοπό να βοηθήσουν την Κατηγορούμενη 1 σε αυτό που τις καταλογίζεται ότι διέπραξε ως αυτουργός ήτοι της (α) πρόκλησης χωρίς εύλογη αιτία της μη εξόφλησης επιταγής (β) της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και (γ) της εξασφάλισης εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις τα οποία συντελέστηκαν εις βάρος της Παραπονούμενης ως αυτή ισχυρίζεται. Θεωρώ ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό με βάση την μαρτυρία είτε προφορική είτε έγγραφη η οποία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ακόμα και κρινόμενη κάτω από μία αντικειμενική θεώρηση για σκοπούς του σταδίου αυτού δεν μπορεί να είναι άλλη από το γεγονός ότι με βάση τα γεγονότα στις 14/06/2018 οι Κατηγορούμενοι 2 και 4 σε καμιά περίπτωση δεν ήταν εξουσιοδοτημένοι να ενεργούν εκ μέρους η για λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 ούτε οι ενέργειες τους ήταν εις γνώση ή δέσμευαν αυτήν ή ήταν ενέργειες που στην ουσία είχαν ως απώτερο σκοπό να βοηθήσουν την Κατηγορούμενη 1 σε αυτό που τις καταλογίζεται ότι διέπραξε. Οι ενέργειες των Κατηγορούμενων 2 και 4 στις 14/06/2018 κρίνονται υπό τις περιστάσεις όχι μόνο μονομερής αλλά και απερίσκεπτες και παντελώς αυθαίρετες τουλάχιστον σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 αφού ήταν δικό της βιβλιάριο επιταγών που είχαν στην κατοχή τους και υπέγραψαν και παρέδωσαν συγκεκριμένη επιταγή της χωρίς να έχουν τέτοιο δικαίωμα ή εξουσιοδότηση με αποτέλεσμα να εμπλέξουν και την ίδια σε προβλήματα και δικαστικές διαδικασίες όπως η υπό εξέταση και παρά το γεγονός ότι έπραξαν τούτο χωρίς οι ίδιοι να επωμιστούν οποιοδήποτε προσωπικό όφελος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονουμένων στην εμπεριστατωμένη του αγόρευση έκανε επίκληση στα όσα καταγράφονται στην Πρωτόδικη απόφαση ημερομηνίας 26/10/2018 του Ε.Δ. Λευκωσίας στην Ποινική Υπόθεση 1529/2013 ΑΛΟΥΜΙΝΙΑ ΑΝΤΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ v. ΘΕΟΧΑΡΗ και ιδιαίτερα στην νομολογία και συγγράμματα που ο εκεί αδελφός Δικαστής Μ. Λοΐζου επικαλέστηκε για να καταδείξει ότι σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου της αντιπροσώπευσης, ακόμη και εκεί που δεν υπάρχει πραγματική εξουσιοδότηση, ένας εντολέας μπορεί, παρ' όλα αυτά, να δεσμευθεί από ενέργειες κάποιου τρίτου, όπου υπάρχει προς τούτο εμφανής ή φαινομενική εξουσία (<<apparent or ostensible authority>>). Έχω μελετήσει εκτενώς την πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση και με όλο τον προσήκοντα σεβασμό προς την θέση που εκφράζει ο συνήγορος των παραπονουμένων δεν θα συμφωνήσω με αυτήν αφού δεν μπορεί να τύχει επίκλησης και εφαρμογής στα γεγονότα της υπό εξέτασης υπόθεσης τα οποία είναι ουσιωδώς διαφορετικά από ότι τα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης. Καθοδηγητικές προς το σκοπό ενίσχυσης της θέσης του Δικαστηρίου αποτελούν οι παράγραφοι 39, 40, 41 και 42[3] όπου το εκεί Πρωτόδικο Δικαστήριο με βάση την αποδεκτή μαρτυρία αποφασίζει για τους λόγους που αναλυτικά αναφέρει στις παραγράφους αυτές ότι η Κατηγορούμενη 2 έφερε ποινική ευθύνη για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα η οποία είχε υπογραφεί από πρόσωπο (τον Κατηγορούμενο 1) ο οποίος δεν ήταν εξουσιοδοτημένος στην Τράπεζα να υπογράφει καθότι οι ενέργειες και παραστάσεις του (ακόμα και το να παρουσιάζεται ως διευθυντής της Κατηγορούμενης, 2) ήταν όλες εξουσιοδοτημένες από το διοικητικό σύμβουλο της Κατηγορούμενης 2 εταιρείας η οποία μάλιστα παρέπεμπε τον μάρτυρα κατηγορίας 1 που ήταν ο κύριος μέτοχος και διευθυντής των παραπονουμένων στον Κατηγορούμενο 1 για να του υπογράψει και εκδώσει την επίδικη επιταγή συνεπώς η Κατηγορούμενη 2 στη βάση των πιο πάνω κρίθηκε ένοχη για το αδίκημα που αντιμετώπιζε παρά το γεγονός ότι η υπογραφή τέθηκε από τον Κατηγορούμενο 1 ως μη εξουσιοδοτημένο σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας πρόσωπο για να υπογράφει επιταγές για λογαριασμό της Κατηγορούμενης 2 αφού ως ανέφερε το Δικαστήριο η υπογραφή αυτής από μέρους του Κατηγορούμενου 1 και κατ εντολή μάλιστα της Διοικητικού Συμβούλου της Κατηγορούμενης 2 και παράδοση της στην Παραπονούμενη είχαν ως σκοπό να βοηθήσουν την Κατηγορούμενη 2 σε αυτό που έκανε και συνέβαλαν πραγματικά στην μεταγενέστερη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα από αυτή. Στην υπό εξέταση περίπτωση τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά αφού ως αναφέρθηκε και ανωτέρω αναλυτικά ακόμα και για σκοπούς του σταδίου του εκ πρώτης όψεως η αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα και έγγραφα δεν μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα από το ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 4 στις 14/06/2018 καμία εξουσιοδότηση οποιασδήποτε μορφής ή φύσεως δεν είχαν από πλευράς της Κατηγορούμενης 1 ή οποιουδήποτε μέλους της νέας Επιτροπής της για να ενεργήσουν με τον τρόπο που εν τέλει ενέργησαν. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 3 τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά σε σχέση με την δική της ενδεχόμενη ποινική ευθύνη. Η Κατηγορούμενη 3 καμία ποινική ευθύνη δεν μπορεί να φέρει για τα όσα τις καταλογίζονται από την στιγμή που όχι μόνο δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή με τα όσα στις 14/06/2018 έλαβαν χώρα όταν δόθηκε η επίδικη επιταγή αφού δεν ήταν καν παρούσα αλλά ούτε το Τεκμήριο 4 φέρει την υπογραφή της. Η δε εισήγηση του συνηγόρου των παραπονουμένων ότι και η ίδια θα πρέπει να κληθεί σε απολογία στην βάση του γεγονότος ότι ήταν το πρόσωπο που δια λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 κάλεσε την Τράπεζα στις 22/05/2018 να μην προχωρεί στην εξαργύρωση επιταγών και ένεκα τούτου συνέλαβε στην μη πληρωμή της επίδικης επιταγής κρίνεται παντελώς ανεδαφικό από την στιγμή που κατά τον χρόνο που αποστάλθηκαν οι συγκεκριμένες οδηγίες ήταν παρελθόντας χρόνος από τις 14/06/2018 που ο Κατηγορούμενος 2 συμπλήρωσε και παρέδωσε την επίδικη επιταγή εν αγνοία και χωρίς εξουσιοδότηση ή δικαίωμα τόσο της Κατηγορούμενης 1 όσο και της Κατηγορούμενης
  4. Δεν πρόκειται δηλαδή για περίπτωση επιταγής η οποία ήταν ήδη εκδομένη από την Κατηγορούμενη 1 και παραδομένη στον δικαιούχο της κατά το χρόνο που ενημερώθηκε η Τράπεζα να μην πληρώσει οποιαδήποτε επιταγή και η οποία δεν πληρώθηκε λόγω αυτών των οδηγιών προς την Τράπεζα. Η Κατηγορούμενη 1 ως έχει αναφερθεί ανωτέρω με την 1η κατηγορία, κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ.154, το οποίο έχει ως ακολούθως: «305Α.-
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Από το λεκτικό του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ.154, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Philippa Estates Ltd v. Ρούσου,
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία, είναι τα πιο κάτω: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του. (γ) Η πράξη του εκδότη να γίνει καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Σημειώνω ότι συμφωνώ με την θέση του ευπαίδευτου συνήγορου των παραπονουμένων ότι το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 δεν περιορίζει τον τρόπο που μπορεί να αποδειχθεί το αδίκημα και ότι επιταγή που επιστρέφεται λόγω διαφοράς της υπογραφής με του δείγματος της τράπεζας μπορεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ανάλογα με τα γεγονότα να στοιχειοθετήση το αδίκημα της πρόκλησης μη πληρωμής επιταγής στη βάση του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154.[4] Το πρώτο συστατικό στοιχείο του πιο πάνω αδικήματος είναι η έκδοση επιταγής. Τι σημαίνει «έκδοση» καθορίζεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262 στο οποίο διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: «"έκδοση" σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος.» Ως προς την έννοια «επιταγή» σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, «Επιταγή» σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.» Σύμφωνα με το Σύγγραμμα του Χριστάκη Λουκά με τίτλο ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ, ΤΟΜΟΣ 2, 2η έκδοση 2006 αναφέρονται στις σελίδες 391 και 392 τα εξής σχετικά αναφορικά με τα της έκδοσης επιταγής: «Για να υπάρχει έκδοση επιταγής απαραίτητη προϋπόθεση είναι η υπογραφή της επιταγής από τον εκδότη ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του. Δεν υπάρχει επιταγή, μέσα στην έννοια του Νόμου[5] αν δεν είναι υπογραμμένη με τον τρόπο που προαναφέρθηκε και, επομένως, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε αστική και, φυσικά, ούτε και ποινική ευθύνη του εκδότη. Για να καταστεί, λοιπόν, ποινικά υπόλογος ο εκδότης, ο κατήγορος οφείλει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης, την <<πατρότητα>> της υπογραφής του εκδότη[6]». Σύμφωνα με το Σύγγραμμα του Χριστάκη Λουκά με τίτλο ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ, ΤΟΜΟΣ 1, 2η έκδοση 1997 αναφέρεται στην σελίδα 259 κάτω από τον τίτλο Υπογραφή δι' αντιπροσώπου τα εξής σχετικά: Ο εκδότης επιταγής μπορεί να υπογράψει την επιταγή είτε ο ίδιος είτε εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του.[7] Για να πληρώσει, όμως, η τράπεζα επιταγή που είναι υπογραμμένη από άλλο πρόσωπο πρέπει να εξασφαλίσει σαφή εξουσιοδότηση από τον εκδότη - πελάτη της, παρόλο που τέτοια εξουσία μπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή.[8] Στην σελίδα 250 του ίδιου συγγράμματος επίσης αναφέρονται τα εξής σχετικά: Το άρθρο 24 του Κεφ. 262[9] προβλέπει ότι η πλαστογραφημένη ή μη εξουσιοδοτημένη υπογραφή επί επιταγής είναι πλήρως ανίσχυρη και δεν αποκτούνται δικαιώματα με βάση την πλαστογραφημένη ή μη εξουσιοδοτημένη υπογραφή εκτός εάν το μέρος εναντίον του οποίου αξιώνεται η κατακράτηση της συναλλαγματικής ή η πληρωμή αυτής αποκλείεται από το να προβάλει ως υπεράσπιση την πλαστότητα της υπογραφής ή την έλλειψη εξουσιοδότησης. Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη και την ανωτέρω ανάλυση του Δικαστηρίου δεν υπάρχει έκδοση της επίδικης επιταγής Τεκμήριο 4 από την στιγμή που αυτή κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπογραφόταν από εξουσιοδοτημένο για λογαριασμό του εκδότη πρόσωπο ούτε βεβαίως προκύπτει οποιοδήποτε γεγονός από το οποίο η Κατηγορούμενη 1 να αποκλείεται να προβάλει ως υπεράσπιση την θέση ότι οι υπογραφές τέθηκαν άνευ της εξουσιοδότησης της. Όσον αφορά την θέση που εξέφρασε κ.Σοφρωνίου στην αγόρευση του ότι η επίδικη επιταγή πάσχει και δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως επιταγή υπό την έννοια του Νόμου εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 <<ο αποδέκτης πρέπει να κατονομάζεται ή άλλως πώς να δηλώνετε σε συναλλαγματική με κάθε βεβαιότητα>> και στην επίδικη επιταγή Τεκμήριο 4 αναγράφεται στο όνομα του δικαιούχου μόνο η λέξη Trust, δεν θα συμφωνήσω με την θέση αυτή καθότι η επιχειρηματολογία του κ.Σοφρωνίου βασίστηκε σε θέση την οποία υποστήριξε στη βάση εγγράφου αποτελέσματος έρευνας του Εφόρου Εταιρειών που επισύναψε επί της γραπτής του αγόρευσης και το οποίο έγγραφο δεν αποτελεί μέρος του μαρτυρικού υλικού και κατ επέκταση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Περαιτέρω το γεγονός ότι κατά τον μήνα Φεβρουάριο 2018 είχε εκδοθεί από την Κατηγορούμενη 1 επιταγή η οποία πληρώθηκε στο ίδιο πάλι όνομα Trust γεγονός το οποίο δηλώθηκε και ως παραδεκτό γεγονός από αμφότερους τους δικηγόρους των διαδίκων αποτελεί κώλυμα σήμερα για την υπεράσπιση των Κατηγορουμένων 1 και 3 να εγείρουν το ζήτημα αυτό. Συνεπώς από την στιγμή που απουσιάζει συστατικό στοιχείο της πρώτης κατηγορίας αυτή θα πρέπει να απορριφθεί από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Το ίδιο αποτέλεσμα θα πρέπει να έχει και η δεύτερη κατηγορία που αφορά την παροχή συνδρομής των Κατηγορούμενων 2,3 και 4 στην διάπραξη της πρώτης κατηγορίας ένεκα της απουσίας συστατικού στοιχείου της πρώτης κατηγορίας και κατ΄ επέκταση την αδυναμία στοιχειοθέτησης της. Υπενθυμίζεται ότι η συνέργεια από μόνη της, δεν αποτελεί αδίκημα. Είναι αναγκαία η ύπαρξη ενός βασικού αδικήματος στο οποίο κάποιος να είναι συνεργός. Την ίδια μοιραία κατάληξη αναγκαστικά θα έχουν και οι κατηγορίες 3 και 5 καθώς και οι αντίστοιχες κατηγορίες που αφορούν την συνέργεια αυτών (κατηγορίες 4 και 6) αφού οι πράξεις που καταλογίζονται στην Κατηγορούμενη 1 τόσο για το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις όσο και αυτό της εξασφάλισης εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν εναντίον της ως αυτουργός από την στιγμή που τα πρόσωπα που είχαν εμπλοκή στις 14/06/2018 στην υπογραφή και παράδοση της επίδικης επιταγής στην παραπονούμενη δεν ήταν εξουσιοδοτημένα από την Κατηγορούμενη 1 πρόσωπα και κατ επέκταση το Τεκμήριο 4 δεν αποτελεί εκδομένη επιταγή ως αυτή να αναγνωρίζεται ως τέτοια από τον νόμο και γενικότερα δεν είχαν καμία εξουσιοδότηση οποιασδήποτε μορφής ή δικαίωμα να την εκπροσωπούν ή να ενεργούν για λογαριασμό της κατά τον επίδικο αυτό χρόνο. Όσον αφορά την αναγραφή επί των λεπτομερειών των κατηγοριών 3 και 5 για την εξασφάλιση πίστωσης ή εγγραφής στον λογαριασμό που διατηρείτο στην παραπονούμενη ότι οι οφειλές των Κατηγορούμενων 1 είχαν πληρωθεί θα ήθελα για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης να σημειώσω επίσης τα ακόλουθα: Η διατήρηση λογαριασμού της παραπονούμενης προς όφελος της Κατηγορούμενης 1 (σχετικό το Τεκμήριο 5) στην οποία φαίνονται οι κατά περιόδους χρεωπιστωτικές πράξεις και η κίνηση του εν λόγω λογαριασμού αποτελεί την βάση της επιχειρηματολογίας των παραπονουμένων ότι η έκδοση και παράδοση του Τεκμηρίου 4 στις 14/06/2018 ήταν η αιτία εξασφάλισης πίστωσης ή εγγραφής στον λογαριασμό της παραπονούμενης ύψους €5000 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και για τον επιπρόσθετο λόγο που θα εξηγήσω κατωτέρω για σκοπούς στοιχειοθέτησης των ποινικών αδικημάτων τα οποία οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν είτε αυτά αφορούν τα βασικά αδικήματα των κατηγοριών 3 και 5 είτε αυτά της συνέργειας κατηγορίες 4 και
  1. Ο λόγος είναι προφανές καθότι η παραλαβή του Τεκμηρίου 4 από τους αντιπροσώπους της Κατηγορουμένης και η κατάθεση αυτή στον Τραπεζικό της Λογαριασμό και η ταυτόχρονη εγγραφή της ως Credit (Πίστωση) επί του Τεκμηρίου 5 αφορά καθαρά και μόνο μια εσωτερική λογιστική πράξη του αρχείου χρεωπιστώσεων που διατηρούσε η παραπονούμενη σε σχέση με την συνεργασία της με την Κατηγορούμενη
  2. Ακόμα και σύμφωνα με την παρασχεθείσα μαρτυρία έστω και αντικειμενικά κρινόμενη για σκοπούς του παρόντος και μόνο σταδίου κατά την παράδοση της επιταγής στις 14/06/2018 δεν αναφέρθηκε το οτιδήποτε από μέρους του Κατηγορούμενου 2 πέραν από το να παραδώσει ο ίδιος την επιταγή της Κατηγορούμενης 1 την οποία υπέγραψε ο ίδιος και έφερε και την υπογραφή και του κατηγορούμενου 4 χωρίς αυτοί να έχουν οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή δικαίωμα να το πράξουν. Η επιστροφή μάλιστα της επιταγής από την πληρώτρια τράπεζα προς τους παραπονούμενους στις 18/06/2018 ως ανέφερε και η ΜΚ1 στην παράγραφο 13 της Γραπτής της Δήλωσης Έγγραφο Α είχε ως αποτέλεσμα την ακύρωση της συγκεκριμένης εγγραφής και την επαναφορά του αρχικού υπολοίπου που αφορούσε την Κατηγορούμενη 1 ως ήταν πριν την παραλαβή του Τεκμηρίου
  3. Οι ενέργειες δηλαδή των παραπονουμένων στον λογαριασμό που διατηρούσαν αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1 ήταν καθαρά εσωτερικές λογιστικές πράξεις που διατηρούσαν οι ίδιοι για δικούς τους λογιστικούς και μόνο σκοπούς και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξασφαλίστηκε πίστωση ύψους €5000 από μέρους της Κατηγορούμενης
  4. Ούτως η άλλως και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση θα απορριφθεί από το εκ πρώτης όψεως στάδιο για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω υπενθυμίζεται επίσης ότι τα κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά για τα οποία αναζητήθηκε η έκδοση και παράδοση επιταγής κατά τον μήνα Ιούνιο 2018 από την Κατηγορούμενη 1 όπως προκύπτει από την τεθείσα μαρτυρία αφορούσαν ασφαλιστικά συμβόλαια τα οποία είχαν υπογραφεί από την 01/01/2018 για την περίοδο 01/01/2018 μέχρι και την 31/12/2018 και τα ποσά σύμφωνα με τους παραπονούμενους ήταν ήδη οφειλόμενα όταν εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και τα συμβόλαια ήδη σε ισχύ και κατ επέκταση στις 14/06/2018 δεν έλαβε χώρα ούτε σύναψη χρέους ούτε ανάληψη υποχρέωσης ούτε η εξασφάλιση πίστωσης. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση θεμελιακών ζητημάτων για την ευθύνη του κατηγορούμενου μπορεί, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ.Ναθαναήλ στις Ποιν. Εφ. αρ. 5/12, 6/12, 7/12, 8/12 και 9/12, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., ημερ. 11.12.12 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, η παρούσα υπόθεση μοιραία θα πρέπει να απορριφθεί από αυτό το στάδιο. Συνεπώς οι Κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ενδεχομένως η παραπονούμενη να διατηρεί αξίωση για συμβατικές υποχρεώσεις της Κατηγορούμενης 1 και των ιδιοκτητών των μονάδων στη βάση τυχόν υπολοίπων που αποτελούν απόρροια των ασφαλιστικών συμβολαίων της περιόδου 01/01/2018 - 31/12/2018 όμως το ζήτημα αυτό άπτεται καθαρά της αστικής του πτυχής και όχι της ποινικής και το Δικαστήριο μένει ως εδώ στην τοποθέτηση του αφού δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του κατά πόσον εκκρεμεί οποιαδήποτε τέτοια αστική διαδικασία. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, το θέμα άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (αρ.167-169 Κεφ.155) η οποία, όπως διευκρινίζεται από τη νομολογία, «...δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα...» (βλ. Κatharina v. Ευθυμίου και άλλων
(1998)2 Α.Α.Δ. 78, Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2),
(2000)2 Α.Α.Δ. 603 και Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C. 1132). Για την άσκηση της εν λόγω εξουσίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης και της όλης στάσης και συμπεριφοράς των εμπλεκομένων αλλά και τη φύση του αδικήματος. Στην υπό εξέταση υπόθεση κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και ιδίως την στάση των κατηγορουμένων όπως διατάξω κάθε πλευρά να καταβάλει τα έξοδα της μεταξύ άλλων και για τους εξής λόγους: Σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2 και 4 οι οποίοι είχαν κοινή νομική εκπροσώπηση ενόψει του ότι αυτοί αθωώθηκαν για λόγους που δεν προβλήθηκαν με την εισήγηση της υπεράσπισης. Επιπρόσθετα για την απόφαση μου αυτή έλαβα υπόψη μου και την στάση που φαίνεται να κράτησε ιδίως ο Κατηγορούμενος 2 με το να συνεχίσει να έχει στην κατοχή του βιβλιάριο επιταγών της Κατηγορουμένης 1 για το οποίο ενώ είχε ενημερωθεί ότι δεν ήταν πλέον εξουσιοδοτημένος να υπογράφει και παραδίδει για λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 επιταγές παρόλα αυτά φαίνεται να υπέδειξε πλήρη αδιαφορία με αποτέλεσμα να θέτει σε κίνδυνο αλλά και ταλαιπωρία τόσο την Κατηγορούμενη 1 και τον Κατηγορούμενο 4 (ο οποίος φαίνεται να είχε υπογράψει εν λευκώ αριθμό επιταγών που κρατούσε ο Κατηγορούμενος 2) όσο και τρίτα πρόσωπα τα οποία ενδεχομένως να έλαβαν η να ελάμβαναν επιταγές τις οποίες είχε υπογράψει μεταξύ άλλων και την παραπονούμενη η οποία έλαβε την επίδικη επιταγή. Συνεπώς κρίνω ότι θα ήταν άδικο υπό τις περιστάσεις παρά την αθώωση των Κατηγορουμένων 2 και 4 σε αυτούς να τους αποδοθούν και τα έξοδα της διαδικασίας τα οποία να καλείτο η παραπονούμενη να καταβάλει καθότι σε τέτοια περίπτωση θα ήταν ωσάν να τους επιβράβευε για την στάση την οποία κράτησαν. Σε σχέση με τις Κατηγορούμενες 1 και 3 οι οποίες είχαν κοινή νομική εκπροσώπηση λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι μόλις στις 14/06/2018 ετοίμασαν και απέστειλαν επιστολή προς την Παραπονούμενη η οποία ενδεχόμενα να μην παραλήφθηκε αυθημερόν για να την ενημερώνουν για τις μεταβολές στα μέλη της Επιτροπής της Διαχειριστικής Επιτροπής και στην οποία δεν προέβαιναν σε καμία αναφορά ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 4 δεν ήταν πλέον εξουσιοδοτημένοι να υπογράφουν επιταγές της Κατηγορούμενης 1 παρά το γεγονός ότι το αρμόδιο τραπεζικό ίδρυμα είχε ενημερωθεί από τις 22/05/2018 με αποτέλεσμα η παραπονούμενη να παραλάβει την επίδικη επιταγή στις 14/06/2018 με εκδότη την Κατηγορούμενη 1 και η οποία υπογραφόταν για τους λόγους που αναφέρω ανωτέρω από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα με αποτέλεσμα εν τέλει να μην καταστεί δυνατή η πληρωμή της και η παρούσα δικαστική διαδικασία να λάβει χώρα. Ούτως η άλλως είναι μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι η παραπονούμενη καθόλη την περίοδο πριν τις 14/06/2018 σε σχέση με τις δοσοληψίες που είχε με την Κατηγορούμενη 1 είχε να κάνει με τον κατηγορούμενο 2 και δεν θα μπορούσε να γνωρίζει εξαιρουμένης προηγούμενης έγκαιρης ενημέρωσης της για τις μεταβολές που έλαβαν χώρα σε σχέση τόσο με τα μέλη της Επιτροπής της Κατηγορούμενης 1 όσο και με τις αλλαγές που έλαβαν χώρα αναφορικά με τα πρόσωπα που ήταν εξουσιοδοτημένα να υπογράφουν τις επιταγές της. Συνεπώς κρίνω ότι θα ήταν άδικο υπό τις περιστάσεις παρά την αθώωση των Κατηγορούμενων 1 και 3 σε αυτές να τους επιδικαστούν προς όφελος τους και εις βάρος της παραπονούμενης τα έξοδα της διαδικασίας καθότι σε τέτοια προσέγγιση θα ήταν ωσάν να τους επιβράβευε για την στάση ολιγωρίας την οποία υπέδειξαν η οποία είχε ως αποτέλεσμα να εμπλέξει και την παραπονούμενη ως καλόπιστο έστω τρίτο πρόσωπο στην οποία δόθηκε από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο η επίδικη επιταγή. (Υπ.) ............................................. Ν. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] ΤΑΛΙΑΝΟΥ v. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ BELMAR COMPLEX
(2002)1 AAΔ 102 [2] Το ίδιο το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. Καθιστά αναγκαία την διάπραξη ποινικού αδικήματος για σκοπούς ενεργοποίησης του άρθρου ''Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα:'' [3]
  1. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, την υπογραφή του προς τον σκοπό έκδοσης της επίδικης επιταγής (που ανήκει στην Κατηγορούμενη 2 και παρουσιάζει ότι ανήκει στην Κατηγορούμενη 2), έθεσε σε αυτήν ο Κατηγορούμενος 1 (βλ. Bondina Ltd. v Rollaway Shower Blinds Ltd. and Others [1986] 1 W.L.R. 517 ανωτέρω), ο οποίος, ανεξαρτήτως του ότι, στον ΜΚ1 παρουσιαζόταν ως διευθυντής της Κατηγορουμένης 2, το έπραξε, έχοντας προς τούτο πραγματική εξουσιοδότηση από διοικητικό σύμβουλο της Κατηγορούμενης 2, την xxxx [πρόσωπο, που, ως έχει προαναφερθεί, είχε εξουσία να υπογράφει και να εκδίδει επιταγές της Κατηγορουμένης 2, τόσο κατ' εφαρμογής της σχετικής εντολής («mandate») της προς την πληρώτρια τράπεζα (ήτοι, πραγματική εξουσιοδότηση), όσο και κατ' εφαρμογής των διατάξεων των Άρθρων από 33Α έως και 35 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 (ήτοι, νομική εξουσιοδότηση) και η οποία, ***** Θεοχάρη, υπέγραψε την συμφωνία Τεκμήριο 1 για λογαριασμό της Κατηγορουμένης 2], η οποία είχε παραπέμψει τον ΜΚ1 στον Κατηγορούμενο 1, ακριβώς για να του υπογράψει [/εκδώσει] αυτός την επίδικη επιταγή. Όπως ο ΜΚ1 ανέφερε χαρακτηριστικά αντεξεταζόμενος: «Πήγα να εισπράξω και πήγα στην κυρία Μαρία. Που προηγουμένως η κυρία Μαρία μου ανέφερε, άλλες μέρες, πριν μια εβδομάδα μπορεί, "πλέον δεν θα έχεις να κάνεις μαζί μου, θα έχεις να κάνεις με τον Κρίστιαν, που θα σε πληρώνει", "μάλιστα". Και αποτάθηκα στον Κρίστιαν. Εκείνη την ημέρα που πήγα, μιλήσαμε και είπε μου "να πάεις στον Κρίστιαν να σου δώσει".».
  2. Το γεγονός ότι, η ***** Θεοχάρη, ήταν διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 2 κατά την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης επιταγής, ήτοι, κατά την 03/11/2011, προκύπτει από την μαρτυρία της ΜΚ3 και ειδικότερα από τα Τεκμήρια 9 και 10 που κατέθεσε στο Δικαστήριο (που αφορούν το ίδιο έγγραφο), που είναι απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Κατηγορουμένης 2 (βλ. την εισαγωγική αναφορά του εγγράφου όπου αναφέρεται: «Σε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Highgate Private School Ltd». Όπως και τα σημεία 4 και 6 του εγγράφου, όπου γίνεται αναφορά σε «απόφαση»». Καθώς επίσης και από το γεγονός ότι, τούτο, υπογράφεται από τον «Πρόεδρο» του διοικητικού συμβουλίου της Κατηγορουμένης 2 και τον γραμματέα της). Στο σημείο 6 του εγγράφου, πρέπει να σημειωθεί ειδικότερα, γίνεται ρητή αναφορά στο γεγονός ότι, είναι διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορούμενης 2 εταιρείας που διορίζεται με αυτήν, ως αντιπρόσωπος του διοικητικού της συμβουλίου, για τους σκοπούς της σχετικής εντολής της Κατηγορουμένης 2 προς την τράπεζα της («mandate»). Το οποίο πρόσωπο, ως προκύπτει στην συνέχεια του εγγράφου, είναι η ***** Θεοχάρη. Η οποία, ***** Θεοχάρη, τελικώς, φαίνεται ότι το υπογράφει και ως η «Πρόεδρος» του διοικητικού συμβουλίου της Κατηγορουμένης
  3. Γεγονός, που άλλωστε υποστηρίζεται και από το Τεκμήριο 6, την συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 09/09/2010, όπου στην δέσμη εγγράφων που την συνοδεύει, περιλαμβάνεται και έγγραφο που επιγράφεται «Αίτηση Χορηγήσεων», στο οποίο αναφέρεται ότι, μοναδικός διευθυντής και μέτοχος της Κατηγορουμένης 2, είναι η εν λόγω ***** Θεοχάρη. Αυτό, σημειώνεται, είναι ένα έγγραφο, που οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρουσίασαν στο Δικαστήριο, κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, ο οποίος, αφού το αναγνώρισε, κατόπιν αιτήματος της πλευράς τους, κατατέθηκε ως τεκμήριο.
  4. Με τον προαναφερόμενο τρόπο, η Κατηγορούμενη 2, εφόσον στην συνέχεια δεν προέβη σε διαβήματα με την πληρώτρια τράπεζα της (δεδομένης της υφιστάμενης εντολής της προς αυτήν, Τεκμήρια 9 και 10), ώστε η επίδικη επιταγή να ετιμάτο όταν θα παρουσιαζόταν για πληρωμή από την Παραπονούμενη (βλ. London International Trust Ltd v Barcklays Bank Ltd [1980] 1 Lioyd's Rep. 241), προκάλεσε την μη εξόφληση της κατά την έννοια του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154 (χωρίς να τίθεται ζήτημα εφαρμογής της επιφύλαξης του εν λόγω άρθρου του νόμου), διαπράττοντας και το σχετικό αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα του εν λόγω Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, με την βοήθεια του Κατηγορουμένου
  1. Ο οποίος, Κατηγορούμενος 1, -οι πράξεις του οποίου (υπογραφής της επίδικης επιταγής κατ' εντολήν της ***** Θεοχάρη και παράδοσης της στην Παραπονούμενη μέσω του ΜΚ1) είχαν ως σκοπό να βοηθήσουν την Κατηγορούμενη 2 σε αυτό που έκανε, και συνέβαλαν πραγματικά στην μεταγενέστερη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα από αυτήν-, δεν μπορεί παρά να γνώριζε (αφής στιγμής, σύμφωνα με τον ΜΚ1, του παρουσιαζόταν ως διευθυντής της Κατηγορουμένης 2, -στα υποστατικά της οποίας διατηρούσε και γραφείο-), ή σε κάθε περίπτωση όφειλε να γνωρίζει, ότι εξουσιοδοτημένος από την Κατηγορούμενη 2, βάσει της σχετικής οδηγίας της προς την πληρώτρια τράπεζα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν ήταν αυτός, αλλά η ***** Θεοχάρη και ότι δεν είχαν γίνει διαβήματα από πλευράς Κατηγορουμένης 2 με αυτήν, ώστε η επίδικη επιταγή, που ήταν πληρωτέα αμέσως εκείνη την ημέρα (ήτοι, 03/11/2011), να μπορούσε να τιμηθεί, και ενήργησε προς τούτο συνειδητά, ή σε κάθε περίπτωση απερίσκεπτα σε ότι αφορούσε τις προαναφερόμενες περιστάσεις και εθελοτυφλώντας ως προς τον κίνδυνο ότι τα γεγονότα που συνθέτουν το προαναφερόμενο αδίκημα ήταν πιθανόν να προκύψουν. [4] Σχετική η ποινική υπόθεση 1529/2013 ΑΛΟΥΜΙΝΙΑ ΑΝΤΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ v ΘΕΟΧΑΡΗ κ.α. [5] Βλ. το άρθρο 73 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 [6] Μάρω Χ'' Ιωάννου v Δημήτρη Δημητρίου, Ποινική έφεση 6771 ημερ. 26/1/2000 και Γιάννη Βούρα v Ανδρέας, Λουκάς, Ματθαίος, Γενικές Κατασκευές Λτδ και άλλων, Ποινική έφεση 7158 ημερ. 20/03/
  2. [7] Βλέπετε το άρθρο 91
(1)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 [8] Βλέπετε Edmunds v Bushell and Jones
(1865)L.R. 1 Q.B. 97 - Furze v Sharwood
(1841)2 Q.B. 388 - Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 3, σελίδα 174, παράγραφος 286(p). [9] «24. Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, όταν υπογραφή σε συναλλαγματική είναι πλαστογραφημένη ή τέθηκε χωρίς την εξουσιοδότηση του προσώπου του οποίου φέρεται να είναι η υπογραφή, η πλαστογραφημένη ή η μη εξουσιοδοτημένη υπογραφή είναι εξολοκλήρου ανενεργή, και κανένα δικαίωμα κατακράτησης της συναλλαγματικής ή παροχής εξόφλησης γι' αυτήν ή εκτέλεσης πληρωμής αυτής εναντίον οποιουδήποτε μέρους αυτής δύναται να εξασφαλιστεί με ή βάσει της υπογραφής αυτής, εκτός αν το μέρος εναντίον του οποίου ζητείται να κατακρατήσει ή εκτελέσει πληρωμή της συναλλαγματικής παρεμποδίζεται από το να επικαλεσθεί την πλαστογραφία ή την έλλειψη εξουσιοδότησης: Νοείται ότι καμιά διάταξη που περιέχεται στο άρθρο αυτό δεν επηρεάζει την έγκριση μιας μη εξουσιοδοτημένης υπογραφής που δεν ισοδυναμεί με πλαστογραφία.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.