← Κύπρος

ΔΗΜΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 16675/18, 2/12/2020

ΔΗΜΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 16675/18, 2/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16675/18 ΔΗΜΟ ΛΕΜΕΣΟΥ v. xxxxx ΝΙΚΟΛΑΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 2 Δεκεμβρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ.Α. Κίτσιος για Α. Ι. ΚΙΤΣΙΟΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ.Α. Αναστασίου. Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή: Έναυσμα για την καταχώρηση και προώθηση της υπό εξέταση ποινικής υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής αποτέλεσε η έκδοση στις 15.01.2015 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στα πλαίσια της Αίτησης Οχληρίας υπ΄ αρ. 4/12 διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο ο τότε Καθ΄ ού η Αίτηση και νυν Κατηγορούμενος διατάχθηκε όπως: Εντός δεκαπέντε ημερών από της επιδόσεως του εν λόγω διατάγματος προβεί σε όλα τα δέοντα μέτρα για την απομάκρυνση των οκτώ σκύλων από το ακίνητο στην οδό xxx αρ. xx, τεμάχιο με αρ. xx, Φ./Σχ. xxxx στην Ενορία xxxxx στην Λεμεσό. Αποτελεί κοινό παραδεκτό έδαφος των συνηγόρων των διαδίκων τόσο η έκδοση του συγκεκριμένου διατάγματος όπως και η προσωπική επίδοση αυτού στον Κατηγορούμενο στις 05.02.
  2. Μάλιστα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας τόσο το διάταγμα ημερομηνίας 15.01.2015 όσο και η ένορκη δήλωση επιδόσεως αυτού κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 1 χωρίς μάλιστα να προβληθεί από πλευράς υπεράσπισης κατά την κατάθεση του εν λόγω Τεκμηρίου οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση είτε με το περιεχόμενο του διατάγματος αυτού, την ερμηνεία του, την οπισθογράφηση που αυτό φέρει ή την επίδοση που έλαβε χώρα στον Κατηγορούμενο. Στο ζήτημα αυτό γίνεται σχετική αναφορά από το Δικαστήριο καθότι κατά το στάδιο των αγορεύσεων του εκ πρώτης όψεως ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου ένα από τα θέματα που έθεσε στο Δικαστήριο ήταν ότι το λεκτικό και όροι του επίδικου διατάγματος δεν ήταν ξεκάθαρα και συνεπώς το καθιστούσε ασαφές και ο πελάτης του θα έπρεπε να αθωωθεί από το στάδιο αυτό και για τον λόγο αυτό. Για το ζήτημα τούτο θα γίνει σχετική αναφορά κατωτέρω. Η διαδικασία που είχε τροχιοδρομηθεί από τον Δήμο Λεμεσού ως Αιτητές στα πλαίσια της Υπόθεσης υπ΄ αρ. 4/12 στηριζόταν ως φαίνεται και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 και που κατατέθηκε εξ συμφώνου ήτοι του Διατάγματος ημερομηνίας 15.01.2015 να έλαβε χώρα στα πλαίσια των νομοθετικών προνοιών του Περί Δήμων Νόμου Ν.111/85καθώς και τους Περί Δήμων (Οχληρίες) Κανονισμούς Κεφ. 152 και που αφορούν την διαδικασία για άρση κατ΄ ισχυριζόμενων οχληριών που λαμβάνουν χώρα εντός των Δημοτικών του ορίων. To κατά πόσον το συγκεκριμένο διάταγμα εκδόθηκε εξ συμφώνου χωρίς η αίτηση οχληρίας υπ΄ αρ. 4/12 να οδηγηθεί σε πλήρη ακροαματική διαδικασία και να εκδοθεί αιτιολογημένη τελική απόφαση του τότε εκδικάζον Δικαστηρίου ή εκδόθηκε εξ συμφώνου χωρίς την ανάγκη διεξαγωγής ακρόασης είναι άγνωστο προς το Δικαστήριο αφού δεν κατατέθηκε οποιαδήποτε Δικαστική αιτιολογημένη απόφαση η οποιοδήποτε πρακτικό διαδικασίας ή οτιδήποτε άλλο πέραν από του ''drawn up'' του διατάγματος ημερομηνίας 15.01.2015 ούτε και γίνεται οποιαδήποτε άλλη αναφορά από τους Μάρτυρες Κατηγορίας που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο οι οποίοι (αναφορικά με τους ΜΚ1 και ΜΚ2) περιορίστηκαν απλά στην μαρτυρία τους να αναφέρουν ότι εκδόθηκε διάταγμα στις 15.01.2015 εναντίον του τότε Καθ΄ ού η Αίτηση και νυν Κατηγορούμενου στα πλαίσια της Αίτησης Οχληρίας υπ΄ αρ. 4/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Αποτελεί θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο Κατηγορούμενος και αυτό είναι που του καταλογίζεται στα πλαίσια της υπό εξέταση ποινικής υπόθεσης η οποία καταχωρήθηκε μέσω Ποινικού Εντύπου Αρ. 7 ότι σε δύο διαφορετικές αλλά συγκεκριμένες χρονικές περιπτώσεις ήτοι στις 26.06.2018 (1η κατηγορία) και στις 26.09.2018 (2η κατηγορία) αυτός βρισκόταν σε παρακοή και/ή παράλειψη συμμόρφωσης και/ή απείθειας του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.01.2015 καθότι αυτός κατά τους συγκεκριμένους χρόνους διατηρούσε τρεις σκύλους στην οροφή του υποστατικού του που ευρίσκεται επί της οδού xx αρ. xx, τεμάχιο με αρ. xx, Φ./Σχ. xxxx, στην Ενορία xxxx στην Λεμεσό κατά παράβαση των προνοιών του Διατάγματος. Νομική Βάση των Κατηγοριών: Νομικό υπόβαθρο και των δύο κατηγοριών με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπος ο Κατηγορούμενος αποτελεί τόσο το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όσο και τα άρθρα 93(ιβ),

(2)και
(4), 94, 96 και 98 του Περί Δήμων Νόμου Ν.111/
  1. Περιλαμβάνεται επίσης και το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60το οποίο δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση παρά την συμπερίληψη του αφού για τα υπό εξέταση αδικήματα όπως θα εξηγήσω και κατωτέρω υπάρχει ειδική νομοθετική πρόνοια που τα αφορά και τα διέπει. Όσον αφορά το άρθρο 137 του Κεφ. 154 που τιτλοφορείται Ανυπακοή σε νόμιμες διαταγές διαλαμβάνει τα εξής: «
  2. Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή». (Ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου). Σε σχέση με τα άρθρα 93, 94, 96 και 98 του Περί Δήμων Νόμου Ν.111/85που περιλαμβάνονται επίσης στην νομική βάση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος αυτά εντοπίζονται στο συγκεκριμένο νομοθέτημα υπό τον τίτλο «ΟΧΛΗΡΙΑΙ». Αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί είναι ποιο ή ποια από τα εν λόγω άρθρα εφαρμόζονται στην υπό εξέταση υπόθεση στη βάση των όσων καταλογίζονται στον Κατηγορούμενο. Το άρθρο 93
(1)(α) & (β) του Ν.111/85 διέπει την διαδικασία που δύναται Δημοτικό Συμβούλιο να ακολουθήσει σε περίπτωση που πρόσωπο στο οποίο επιδόθηκε ειδοποίηση για άρση κατ΄ ισχυρισμό οχληρίας δεν έχει συμμορφωθεί με την παρέλευση της δοθείσας διορίας. Το Συμβούλιο σε τέτοια περίπτωση δύναται είτε αυτεπάγγελτα να προχωρήσει στην λήψη ενεργειών για άρση της οχληρίας είτε να προχωρήσει στην προώθηση λήψης νομικών μέτρων εναντίον του προσώπου που δημιουργεί ή ανέχεται τέτοια οχληρία για την εξασφάλιση διατάγματος με την οποία να τον υποχρεώνει να άρει την οχληρία αυτή. Το άρθρο 93
(2)δίδει την εξουσία στο εκδικάζον Δικαστήριο να εκδίδει κατόπιν υποβολής μονομερής αίτησης (ex-parte) προσωρινού διατάγματος μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης ενώ το άρθρο 93
(3)του Ν.111/85 δίδει το δικαίωμα στο Συμβούλιο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται τέτοιο προσωρινό διάταγμα να προβεί το ίδιο στις αναγκαίες ενέργειες για την εκτέλεση του. Τέλος το άρθρο 93
(4)του Ν.111/85 καθιστά ποινικό αδίκημα την παρακοή ή παράλειψη συμμόρφωσης με προσωρινό διάταγμα που εκδίδεται στη βάση του άρθρου 93
(2)Ν.111/85 καθορίζοντας ότι τέτοιο πρόσωπο ''.υπόκειται εις πoιvήv φυλακίσεως μη υπερβαίvoυσαv τoυς εξ μήvας ή εις χρηματικήv πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας £450 ή εις αμφoτέρας τας πoιvάς ταύτας.''[1] (Ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου). Το δε άρθρο 94 του Ν.111/85 αποτελεί το δικαιοδοτικό πλαίσιο στη βάση του οποίου το Δικαστήριο που εκδικάζει διαδικασία οχληρίας δύναται να εκδώσει στα πλαίσια της τελικής του απόφασης αφού βεβαίως ικανοποιηθεί ότι τέτοια ισχυριζόμενη οχληρία υφίσταται μεταξύ άλλων και διάταγμα εναντίον του προσώπου που παραλείπει να συμμορφωθεί με ειδοποίηση που του έχει αποσταλεί από το Συμβούλιο για άρση της οχληρίας με σκοπό την συμμόρφωση αυτού.[2] Το άρθρο 96 του Ν.111/88[3] το οποίο τιτλοφορείται Πoιvή επί παραβάσει διατάγματoς δικαστηρίoυ στην ουσία αποτελεί το δικαιοδοτικό πλαίσιο καταλογισμού ποινικής ευθύνης για παράλειψη άρσης οχληρίας όταν εναντίον τέτοιου προσώπου έχει εκδοθεί σχετικό τελικό διάταγμα του δικαστηρίου και στο οποίο είτε εσκεμμένως ή εξ αμελείας παραλείπει να υπακούση. Αξιοσημείωτο δε και το γεγονός ότι σε περίπτωση που τέτοιο πρόσωπο κριθεί ένοχο αυτό υπόκειται σε συγκεκριμένες χρηματικές ποινές δι έκαστην ημέρα που διαρκεί τέτοια παράλειψη και δεν προβλέπεται οποιαδήποτε άλλη ποινή. Επιπρόσθετα με τον ενδεχόμενο καταλογισμό ποινικής ευθύνης σε πρόσωπο που παραλείπει να συμμορφωθεί με το τελικό διάταγμα του Δικαστηρίου το ίδιο το άρθρο δίδει επιπρόσθετο δικαίωμα στο Συμβούλιο να εισέρχεται το ίδιο στα υποστατικά και να άρη την οχληρία και να εκτελεί οτιδήποτε άλλο αναγκαίο για την εκτέλεση του διατάγματος δίδοντας μάλιστα το δικαίωμα σε ανάκτηση οποιονδήποτε εξόδων δι αγωγής εναντίον του προσώπου εναντίον του οποίου εξεδόθη τέτοιο διάταγμα. Τέλος το άρθρο 98 του Ν.111/85 αφορά την εξουσία του Συμβουλίου ή αρμόδιου δημοτικού υπαλλήλου να εισέρχονται σε υποστατικά για την διαπίστωση κατά πόσον υφίσταται οχληρία εντός αυτών ή κατά πόσον υπάρχει συμμόρφωση με εκδοθεισομένο διάταγμα άρσης οχληρίας. Μάλιστα το συγκεκριμένο άρθρο δίδει το ειδικό δικαίωμα στο Συμβούλιο να αποταθεί στο Δικαστήριο για εξασφάλιση σχετικού διατάγματος που να του επιτρέπει την είσοδο σε υποστατικά σε περίπτωση όπου οι ιδιοκτήτες τους αρνούνται τέτοια είσοδο ιδίως στις περιπτώσεις τις οποίες έχει εκδοθεί ήδη σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου που αφορά άρση οχληρίας και η είσοδος σε τέτοια υποστατικά αποσκοπεί στον έλεγχο ή διαπίστωση συμμόρφωσης στις πρόνοιες τέτοιου διατάγματος.[4] Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη τη νομική βάση των 2 κατηγοριών τις οποίες αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και την σχετική ανάλυση ανωτέρω προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή καταλογίζει ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου τόσο κάτω από το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όσο και κάτω από το Άρθρο 96 του Περί Δήμων Νόμου Ν.111/85. Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 93
(4)του Ν.111/85 όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω αφορά τον ενδεχόμενο καταλογισμό ποινικής ευθύνης για παράβαση προσωρινού διατάγματος που εκδίδεται στα πλαίσια διαδικασίας αίτησης οχληρίας και συνεπώς δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση η οποία αφορά την ενδεχόμενη ποινική ευθύνη προσώπου εναντίον του οποίου εκδόθηκε τελικό διάταγμα με το οποίο διατάσσεται να άρει οχληρία συγκεκριμένης μορφής. Το ερώτημα βεβαίως που τίθεται είναι κατά πόσον πράγματι στην υπό εξέταση υπόθεση η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να προωθεί ταυτόχρονα εναντίον του Κατηγορούμενου και τα δύο πιο πάνω αναφερόμενα άρθρα τα οποία προκύπτουν από διαφορετικές νομοθεσίες. Στο ερώτημα αυτό απάντηση δίδεται από την ίδια την ανάγνωση και λεκτικό του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο αναφέρει ότι για το ζήτημα της ποινικής ευθύνης, της ακολουθητέας διαδικασίας και της ποινής τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις απείθειας σε διατάγματα των Δικαστηρίων εάν και εφόσον δεν υπάρχει και δεν εφαρμόζεται άλλη πρόνοια Νόμου. Συνακόλουθα εξάγεται το αβίαστο συμπέρασμα ότι το ίδιο το άρθρο 137 του Κεφ. 154 σε περίπτωση που διαπιστωθεί πως δυνάμει άλλης νομοθεσίας προνοείται η διάπραξη του αδικήματος της απείθειας σε διάταγμα του Δικαστηρίου, αυτοαδρανοποιείται και εφαρμόζονται οι πρόνοιες του συγκεκριμένου άλλου νομοθετήματος. Ως εκ τούτου ενόψει των ρητών προνοιών του άρθρου 137 του Κεφ. 154 δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής τούτου στην παρούσα υπόθεση εφόσον για το ότι καταλογίζεται στον κατηγορούμενο με τις υπό εξέταση κατηγορίες τυγχάνει εφαρμογής το εξειδικευμένο άρθρο 96 του Περί Δήμων Νόμου Ν.111/
  1. Από την στιγμή που το άρθρο 96 του Ν.111/85 που είναι ειδικός Νόμος, προνοεί και θεσπίζει το αδίκημα της παραβίασης διατάγματος του Δικαστηρίου που εκδίδεται δυνάμει των προνοιών του εν λόγω Νόμου, τότε σαν τέτοιος και επί τη βάσει των καλώς γνωστών αρχών δικαίου, κατισχύει των προνοιών του άρθρου 137 του Κεφ. 154, ήτοι του γενικού κανόνα δικαίου.[5] Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη την συμπερίληψη του άρθρου 137 του Κεφ. 154 στη νομική βάση τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης κατηγορίας αλλά την αυτοαναδραποίηση αυτού για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου για τα όσα η Κατηγορούσα Αρχή του καταλογίζει θα εξεταστεί και θα περιοριστεί στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας μόνο κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 96 του Περί Δήμων Νόμου Ν.111/
  2. Σημειώνω ότι το γεγονός τούτο εξετάστηκε αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο ως είχε βεβαίως υποχρέωση να πράξει και παρά το γεγονός ότι δεν τέθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου ο οποίος κατά την αγόρευση του ανέφερε ότι αφορά ζήτημα το οποίο επιφυλάσσεται να εγείρει σε μεταγενέστερο της διαδικασίας στάδιο σε περίπτωση που υπάρξει. Παρόλα αυτά κρίνεται αναγκαία η εξέταση του στο στάδιο αυτό όπως βεβαίως και έγινε καθότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει στη βάση ποιου νομικού υποβάθρου θα αποφασίσει έστω και στο εκ πρώτης όψεως στάδιο κατά πόσο θα καλέσει η όχι τον κατηγορούμενο σε απολογία για τα όσα του καταλογίζονται. Ανεξάρτητα με τα ανωτέρω και παρά το γεγονός ότι δεν τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα από πλευράς των δικηγόρων των διαδίκων το δικαστήριο για σκοπούς πληρότητας και μόνο της παρούσας απόφασης και λαμβάνοντας υπόψη τα αποφασισθέντα στην Δήμος Λευκωσίας ν. Ανδρέα Νικολάου
(2008)2 Α.Α.Δ. 361, Ποιν. Έφ. 16/2008 ημερ. 09/06/2008 σημειώνει ότι ο καταλογισμός ποινικής ευθύνης για παράλειψη συμμόρφωσης με διάταγμα άρσης οχληρίας στη βάση του άρθρου 96 του Περί Δήμων Νόμου Ν.111/85δηλαδή όταν ήδη έχει εκδοθεί διάταγμα εναντίον του προσώπου που στρεφόταν η αίτηση οχληρίας λαμβάνει χώρα και προωθείτε στη βάση κατηγορητηρίου που καταχωρείται δυνάμει Ποινικού Εντύπου Αρ. 7[6] όπως και έγινε στην υπό εξέταση υπόθεση και όχι στη βάση αίτησης δια κλήσεως όπως προβλέπεται από τον Κανονισμό 3 των Municipal Corporations (Nuisances) Rules Cap. 252. Στην πιο πάνω απόφαση αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Η νομική βάση της πιο πάνω κατηγορίας αποκαλύπτει ότι ο Δήμος Λευκωσίας, προκειμένου να επιτύχει άρση της οχληρίας, επέλεξε να ακολουθήσει την προβλεπόμενη από τον περί Δήμων Νόμο διαδικασία των Άρθρων 91 και επόμενα υπό τον τίτλο «ΟΧΛΗΡΙΑΙ». Ο καταλογισμός ποινικής ευθύνης για παράλειψη άρσης της οχληρίας κλπ. επιτυγχάνεται μόνο στις περιπτώσεις όπου μπορεί να στοιχειοθετηθεί κατηγορία είτε με βάση το Άρθρο 93
(4)είτε με βάση το Άρθρο 96 του νόμου. Στην υπό εξέταση υπόθεση η μεν κατηγορία στηρίζεται σε όλα σχεδόν τα άρθρα του περί Δήμων Νόμου που αφορούν στις οχληρίες ενώ στις λεπτομέρειες του αδικήματος δεν υπάρχουν στοιχεία τα οποία να παραπέμπουν σε παράλειψη συμμόρφωσης προς διάταγμα δικαστηρίου για άρση της οχληρίας στη βάση των οποίων θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί ποινικό αδίκημα με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του νόμου.» Ο λόγος που κρίνεται αναγκαίος να γίνει αυτή η αναφορά σε σχέση με τις δύο διαδικασίες είναι ιδιαίτερα σημαντικός καθότι στην μεν πρώτη περίπτωση που προωθείτε διαδικασία με αίτηση οχληρίας η διαδικασία που ακολουθείτε προς εκδίκαση αυτής δεν είναι ποινικής διαδικασίας αφού το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Αιτητή που καλείται να το αποσείσει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Στην περίπτωση όμως που υπάρχει καταλογισμός για την ισχυριζόμενη διάπραξη ποινικού αδικήματος λόγω μη συμμόρφωσης με εκδοθεισομένο τελικό διάταγμα του Δικαστηρίου στη βάση του Άρθρου 96 του Περί Δήμων Νόμου Ν.111/85όπως είναι και η υπό εξέταση υπόθεση όπου η διαδικασία ορθά λαμβάνει χώρα με Ποινικό Έντυπο Αρ. 7 τότε η διαδικασία που ακολουθείτε είναι καθαρά ποινική και το βάρος απόδειξης που η Κατηγορούσα Αρχή καλείται να αποσύσει προς απόδειξη των προσαπτόμενων κατηγοριών εναντίον του Κατηγορούμενου είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας[7]. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για τις προαναφερόμενες κατηγορίες και η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε συνολικά τρεις Μάρτυρες ήτοι τον κ.xxxx (ΜΚ1), τον κ.xxxx (ΜΚ2) και τον κ.xxxxx (ΜΚ3). Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Ενώ αντίθετη επί του προκειμένου ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους οι συνήγοροι των δύο πλευρών στις αγορεύσεις τους αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Θα αναφερθώ στην συνέχεια στις θέσεις τους όπου κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας. Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το στάδιο εκ πρώτης όψεως υπόθεση: «Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου. Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον τότε Επαρχιακό Δικαστή Γιώργο Νικολάου: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από την μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια <<εκ πρώτης όψεως υπόθεση>> δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητά της και την επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το δικαστήριο οφείλει, ακόμη και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Για τον σκοπό εξέτασης της εισήγησης του συνηγόρου του Κατηγορούμενου, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω συνοπτικά τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Προτού όμως το πράξω θα ήθελα να αναφέρω το εξής σημαντικό γεγονός. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας τόσο του ΜΚ1 όσο και του ΜΚ2 αφορά σε γεγονότα και περιστατικά που έλαβαν χώρα πριν την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 15.01.2015 στα πλαίσια της Αίτησης Άρσης Οχληρίας υπ΄ αρ. 4/12 και είχαν ως αντικείμενο τους λόγους που καταχωρήθηκε και προωθείτο η συγκεκριμένη αίτηση εναντίον του τότε Καθ΄ ού η Αίτηση και νυν Κατηγορούμενου. Περαιτέρω μέρος της μαρτυρίας τους σχετίζεται με χρονική περίοδο άλλη από αυτή που αναφέρεται ρητά και περιοριστικά στις λεπτομέρειες των κατηγοριών που αφορά η μεν πρώτη κατηγορία την κατ΄ ισχυρισμό μη συμμόρφωση του Κατηγορούμενου στα όσα το διάταγμα ημερομηνίας 15.01.2015 επέβαλε στις 26.06.2018 και η δε δεύτερη κατηγορία την κατ΄ ισχυρισμό μη συμμόρφωση του Κατηγορούμενου στις 26.09.
  1. Το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση εκδικάζει κατηγορίες που αφορούν την κατ΄ ισχυρισμό παρακοή του Κατηγορούμενου στις πρόνοιες του διατάγματος ημερομηνίας 15.01.2015 σε δύο συγκεκριμένες ημερομηνίες όπως αυτές αναφέρονται στις λεπτομέρειες έκαστης κατηγορίας ήτοι στις 26.06.2018 και στις 26.09.2018, δεν θα εκδικάσει εκ νέου τα ζητήματα οχληριών τα οποία ήταν αντικείμενο άλλης διαδικασίας ήτοι της Αίτησης Άρσης Οχληρίας υπ΄ αρ. 4/12 η οποία έχει ολοκληρωθεί. Ούτε βεβαίως θα προχωρήσει να εξετάσει την υπό κρίση υπόθεση και την ενδεχόμενη ποινική ευθύνη του Κατηγορούμενου για ημερομηνίες άλλες από αυτές που αναγράφονται ρητά και περιοριστικά στις λεπτομέρειες έκαστης κατηγορίας. Πρώτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ1) παρουσιάστηκε ο κ.xxx Υγειονομικός Λειτουργός στο Υγειονομικό Τμήμα του Δήμου Λεμεσού ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε γραπτή δήλωση ως Έγγραφο Α. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά του προσόντα και καθήκοντα στο Δήμο Λεμεσού καθώς και την προσωπική του εμπλοκή από το έτος 2011 αλλά και σε προγενέστερες ημερομηνίες στην διερεύνηση παραπόνων αναφορικά με την διατήρηση οκτώ σκύλων από τον Κατηγορούμενο στην ταράτσα της ανώγειας οικίας που ευρίσκεται επί της οδού xxxx αρ. xxx εντός του τεμαχίου xxx, Φ/Σχ. xxxxx, Μπλόκ xxx και η οποία μετά από έρευνα του στο Κτηματολόγιο διαπίστωσε ότι το οικόπεδο ανήκει στην μητέρα του Κατηγορούμενου η οποία διαμένει και αυτή μαζί του. Αναφέρθηκε στην συνέχεια στις ενέργειες που προέβηκε για την προώθηση σημειώματος προς τον Δήμαρχο Λεμεσού για την πρόκληση οχληρίας και την προώθηση από μέρος του Δήμου της Αίτησης Οχληρίας με αριθμό 4/12 Ε.Δ. Λεμεσού η οποία ολοκληρώθηκε στις 15.01.2015 με την έκδοση του Τεκμηρίου 1 ήτοι του διατάγματος με το οποίο καλούσε τον Κατηγορούμενο εντός 15 ημερών να άρει την οχληρία διά της απομάκρυνσης των οκτώ σκύλων που διατηρούσε στην κατοικία του. Το εν λόγω διάταγμα ως προκύπτει και από το Τεκμήριο 1 επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 05.02.
  2. Στην συνέχεια ο μάρτυρας ανέφερε συγκεκριμένο περιστατικό που έλαβε χώρα στις 30.04.2014 όταν κατά την επίσκεψη του στην οικία του Κατηγορούμενου μετά από αρκετά παράπονα για σκοπούς επιθεώρησης ο Κατηγορούμενος του αρνήθηκε πρόσβαση στην ταράτσα της κατοικίας όμως όπως ανέφερε ο μάρτυρας παρόλο που δεν είδε ο ίδιος σκύλους άκουσε γαυγίσματα και υπήρχε επίσης δυσοσμία. Σύμφωνα πάντα με τον μάρτυρα αυτό το αντελήφθηκε επίσης ξεκάθαρα κατά την επίσκεψη του στο χώρο στις 26.08.2018 και στις 26.09.2018 κατόπιν νέων παραπόνων που έγιναν προς το τμήμα του. Ο μάρτυρας είχε στην κατοχή του και κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 επιστολή παραπόνων ημερομηνίας 15.04.2015 καθώς και επιστολή ημερομηνίας 26.09.2018 Τεκμήριο 2 οι οποίες αποστάλθηκαν από τους γείτονες της περιοχής της κατοικίας όπου διαμένει ο Κατηγορούμενος. Καταληκτικά ο μάρτυρας ανέφερε ότι από τις δικές του διαπιστώσεις όσο και από τις μαρτυρίες και παράπονα των γειτόνων του Κατηγορούμενου ο τελευταίος δεν έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.01.2015 για άρση της προκαλούμενης οχληρίας και κατά την άποψη του πρόκειται για ξεκάθαρη από μέρους του παρακοή διατάγματος. Όσον αφορά την διεύθυνση της κατοικίας που διαμένει ο Κατηγορούμενος αυτή ως ανέφερε ο μάρτυρας και σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 που κατέθεσε εμπίπτει εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Λεμεσού. Να σημειωθεί ότι σε ερώτηση του ευπαίδευτου δικηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής προς τον μάρτυρα στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του για τους λόγους της επίσκεψης του στις 30.04.2014 αυτός απάντησε ότι είχαν πάει γιατί έλαβαν παράπονα αλλά και για έλεγχο του διατάγματος δηλαδή αν έχουν φύγει οι σκύλοι αλλά δεν του επιτράπηκε η είσοδος από τις σκάλες για να βγει πάνω στην ταράτσα. Αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε για το ποια υπηρεσία και ποιοι υπάλληλοι του Δήμου ασχολούνται με τα των εκδόσεων αδειών κατοχής σκύλων απάντησε ότι με την διαδικασία αυτή υπεύθυνες είναι συγκεκριμένες κοπέλες της Δημοτικής Υπηρεσίας οι οποίες όμως υπάγονται στο Τμήμα όπου ανήκει και ο μάρτυρας. Στον μάρτυρα στην συνέχεια υποδείχθηκαν αριθμός εγγράφων ήτοι τα Τεκμήρια 5 μέχρι και 17 τα οποία κατατέθηκαν άνευ ένστασης τα οποία και αναγνώρισε ως έγγραφα που αφορούν την έκδοση αδειών κατοχής σκύλων και ειδοποιήσεις για την εξασφάλιση άδειας κατοχής σκύλων οι οποίες εκδόθηκαν προς όφελος του xxxx και αφορούν την διεύθυνση xxxx. Ο μάρτυρας σημείωσε σε ερώτηση που του υποβλήθηκε από τον δικηγόρο του κατηγορούμενο ότι ο xxxx είναι ο πατέρας του κατηγορούμενου ο οποίος υπογράφεται είτε ως xxxx είτε και ως xxxx. Επίσης ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι σε σχέση με την οδό που αναγράφεται επί των Τεκμηρίων 5 μέχρι και 17 αφορά την ίδια οδό αλλά και κατοικία στην οποία διαμένει τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και ο πατέρας του. Στην συνέχεια η αντεξέταση του μάρτυρα περιορίστηκε σε σχέση με τις ημερομηνίες όπου κατ ισχυρισμό επισκέφτηκε την κατοικία του κατηγορούμενου επιβεβαιώνοντας όμως ότι ο ίδιος δεν είχε οπτική επαφή με οποιοδήποτε σκύλο αφού ο Κατηγορούμενος δεν τους επέτρεψε να ανεβούν στην ταράτσα αφού αυτό θα έπρεπε να το πράξουν βγαίνοντας από τις σκάλες της ανώγειας κατοικίας. Στις δε υποβολές του δικηγόρου του Κατηγορούμενου ότι αυτός έχει συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του διατάγματος ημερομηνίας 15.01.2015 αυτός διαφώνησε. Διαφώνησε επίσης και με την θέση του δικηγόρου του Κατηγορούμενου περί κακόβουλης και εκδικητικής δίωξης του τελευταίου από τον Δήμο Λεμεσού. Δεύτερος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ2) παρουσιάστηκε ο κ.xxxx ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε γραπτή δήλωση ως Έγγραφο Β. Ο μάρτυρας διαμένει σε κοντινό σημείο από την κατοικία όπου διαμένει ο Κατηγορούμενος με τους γονείς του και σύμφωνα με αυτόν από το 2011 ο Κατηγορούμενος διατηρεί αρκετούς σκύλους στην οροφή της κατοικίας του εξού μετά από παράπονα που έλαβαν χώρα προς την Δημοτική Αρχή προωθήθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου διαδικασία οχληρίας η οποία ολοκληρώθηκε διά της έκδοσης σχετικού διατάγματος στις 15.01.
  3. Σύμφωνα με τον μάρτυρα ο Κατηγορούμενος μετά την έκδοση του συγκεκριμένου διατάγματος προχώρησε στην τοποθέτηση περιμετρικά της οροφής της ανώγειας κατοικίας του πράσινο δίκτυ για να μην φαίνονται οι σκύλοι που διατηρεί στην ταράτσα τους οποίους ο μάρτυρας ακούει να γαβγίζουν και τους βλέπει από ένα ψηλό σημείο της δικής του ταράτσας. Στην παράγραφο 7 της γραπτής του κατάθεσης ο μάρτυρας ανέφερε ότι σε διαφορετικές χρονικές περιπτώσεις ήτοι στις 26.06.2018, 26.09.2018, 29.12.2018, 06.02.2019, 15.02.2019, 03.03.2019, 06.03.2019, 30.06.2019 και 08.09.2019 έχει καταγράψει με την κάμερα του κινητού του τηλεφώνου και έχει δει με τα μάτια του τρεις σκύλους του Κατηγορούμενου στην οροφή της ταράτσας που αυτός διαμένει επί της οδού xxxx. Σχετικό φωτογραφικό υλικό κατατέθηκε ως Τεκμήριο 20 στην διαδικασία. Επιπρόσθετα για τις ημερομηνίες για τις οποίες ο μάρτυρας έβλεπε σκύλους τους οποίους φρόντιζε ο Κατηγορούμενος προχωρούσε σε καταγραφή των ημερομηνιών αυτών τις οποίες αποτύπωσε σε σχετικό κατάλογο ήτοι το Τεκμήριο
  4. Αναγνώρισε επίσης ο μάρτυρας τα Τεκμήρια 2 & 3 τα οποία αποτελούν επιστολές παραπόνων προς τον Δήμο Λεμεσού τις οποίες προσυπογράφει και ο ίδιος μαζί με άλλα πρόσωπα. Τέλος σύμφωνα με τον μάρτυρα ο Κατηγορούμενος δεν έχει συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του διατάγματος ημερομηνίας 15.01.2015 αφού συνεχίζει να διατηρεί τρεις σκύλους στην συγκεκριμένη κατοικία τους οποίους συντηρεί και φροντίζει ο Κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ερωτήθηκε για τις ημέρες και ώρες εργασίας του και πότε αυτός απουσιάζει από την κατοικία του καθώς και για το μέσο με το οποίο εξασφάλισε το φωτογραφικό υλικό που παρουσιάζεται επί του Τεκμηρίου
  5. Σε ερώτηση του δικηγόρου του Κατηγορούμενου κατά πόσον ο τελευταίος διαμένει στην συγκεκριμένη κατοικία και με τον πατέρα και την μητέρα του ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι τελευταίοι διαμένουν στην εξοχική τους κατοικία στην συνέχεια όμως συμφώνησε ότι κάποια διαστήματα διαμένουν και στην συγκεκριμένη κατοικία. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης του μάρτυρα αναλώθηκε επίσης σε ζητήματα που άπτονταν της επικοινωνίας που είχε ο ίδιος με τον δικηγόρο του καθώς και με τον δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής υποβάλλοντας του την θέση ότι η δίωξη του Κατηγορούμενου είναι κακόβουλη αφού αυτός έχει συμμορφωθεί με τα όσα το διάταγμα ημερομηνίας 15.01.2015 επίτασσε, θέση η οποία δεν βρήκε σύμφωνο τον μάρτυρα αφού όπως ανέφερε τρεις εκ των οκτώ σκύλων παραμένουν στην κατοικία του Κατηγορούμενου. Ο ΜΚ3 συμφώνησε ότι δεν έχει οποιεσδήποτε γνώσεις κτηνιατρικής αφού ο ίδιος επαγγέλλεται επιμετρητής ποσοτήτων αλλά ανεξάρτητα από αυτό έχει την λογική ότι οι εναπομείναν σκύλοι που παραμένουν στην κατοικία του Κατηγορούμενου και τους οποίους βλέπει να φροντίζει ο τελευταίος είναι οι ίδιοι με τους οκτώ για τους οποίους εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα για την απομάκρυνση τους. O ΜΚ3 ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Υγειονομικής Υπηρεσίας του Κατήγορου ως διαφάνηκε κατά την κυρίως εξέταση του Έγγραφο Γ παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο μόνο για να μαρτυρήσει σε σχέση με το μητρώο που η Δημοτική Αρχή τηρούσε αναφορικά με την έκδοση αδειών κατοχής σκύλων ιδιαίτερα σε σχέση με την οδό Πιττακού 3Α που αφορά στην ουσία την διεύθυνση που αποτελεί αντικείμενο του διατάγματος ημερομηνίας 15.01.2015 και τον Κατηγορούμενο. Προχώρησε στην κατάθεση τόσο του Τεκμηρίου 21(Α)-(Β) που αφορά την από μέρους του τήρηση χειρόγραφου μητρώου για τα έτη 2014 μέχρι και 2017 όσο και του Τεκμηρίου 22
(1)έως
(11)που αφορά το ηλεκτρονικό μητρώο του Δήμου το οποίο είχε στην κατοχή του σε έντυπη μορφή αναφορικά με τα έτη 2008 μέχρι και 2019. Από τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας αλλά και προκύπτει και από τα κατατεθέντα από αυτόν τεκμήρια για το έτος 2018 που είναι και ο επίδικος χρόνος των κατηγοριών η Δημοτική Αρχή προχώρησε στην παραχώρηση συνολικά πέντε αδειών κατοχής σκύλων προ τον xxxxx ή xxxxxxx αναφορικά με την οδό xxxx. Παρά το γεγονός ότι στην γραπτή δήλωση του μάρτυρα Έγγραφο Γ αναφέρονται τέσσερις άδειες για το έτος 2018 μελέτη του Τεκμηρίου 22
(10)που αφορά το έτος 2018 επιβεβαιώνει την ύπαρξη συνολικά πέντε αδειών για πέντε σκύλους με διαφορετικό microchip. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από τα ήδη κατατεθέντα Τεκμήρια 7, 10, 13, 16 και 17 που αφορούν αντίγραφα των αδειών για πέντε διαφορετικούς σκύλους και με δικαιούχο τον πατέρα του Κατηγορούμενου και αφορούν την ίδια διεύθυνση και ήταν σε ισχύ για τους επίδικους για τις κατηγορίες χρόνους. Υπενθυμίζεται ότι όπως ανέφερε ο ΜΚ1 ο xxx ή xxx είναι ο πατέρας του Κατηγορούμενου ο οποίος διαμένει στην ίδια κατοικία μαζί του στην οδό xxxx. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας αυτός σε ερώτηση κατά πόσον έχει εμπλακεί ο ίδιος προσωπικά στα όσα ο Κατηγορούμενος βρίσκεται αντιμέτωπος σήμερα ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη ή γνώση. Ερωτήθηκε βεβαίως και για ζητήματα που αφορούν την εμπλοκή του στην έκδοση των αδειών, την τήρηση είτε από τον ίδιο είτε από τον Δήμο του σχετικού μητρώου αδειών κατοχής σκύλων που παρουσίασε στο Δικαστήριο αλλά επί της ουσίας δεν υπάρχει αμφισβήτηση για την ύπαρξη των σχετικών αδειών για το έτος 2018 αφού ήταν η ίδια η υπεράσπιση που είχε στην κατοχή της και παρουσίασε στον ΜΚ1 τα Τεκμήρια 5 έως 17 τα οποία και ο μάρτυρας αναγνώρισε ως έγγραφα της Δημοτικής Αρχής. Έχοντας κατά νου την προσαχθείσα από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία και τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, εν πρώτοις θα πρέπει να λεχθεί ότι έχοντας διεξέλθει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, δεν διαπιστώνεται στην παρούσα περίπτωση να είναι η μαρτυρία τόσον αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που να έπρεπε να ανακοπεί η υπόθεση σ' αυτό το στάδιο για ένα τέτοιο λόγο. Αυτό που συνεπώς απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον, κατά την αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των υπό κρίση αδικημάτων. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω οι κατηγορίες τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπος ο Κατηγορούμενος μπορούν να στηριχτούν για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί μόνο στις πρόνοιες του άρθρου 96 του Περί Δήμων Νόμου Ν.111/85το οποίο τιτλοφορείται Πoιvή επί παραβάσει διατάγματoς δικαστηρίoυ και διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «96. Οιovδήπoτε πρόσωπov τo oπoίov εσκεμμέvως ή εξ αμελείας παραλείπει vα υπακoύση διάταγμα δικαστηρίoυ πρoς συμμόρφωσιv εις τας απαιτήσεις συμβoυλίoυ ή άλλως πρoς άρσιv oχληρίας, υπόκειται εις χρηματικήv πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας ,100 δι' εκάστηv ημέραv κατά τηv διάρκειαv της τoιαύτης παραλείψεως, και παv πρόσωπov εvεργoύv εv γvώσει τoυ εvαvτίov απαγoρευτικoύ διατάγματoς υπόκειται εις χρηματικήv πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας ,100 δι' εκάστηv ημέραv κατά τηv διάρκειαv της τoιαύτης αvτιθέτoυ εvεργείας αυτoύ, και τo συμβoύλιov ή oιoσδήπoτε τωv υπαλλήλωv ή εργατώv αυτoύ δύvαται vα εισέρχεται εις τα περί oυ τo διάταγμα υπoστατικά και vα άρη τηv oχληρίαv και vα εκτελή παv αvαγκαίov πρoς εκτέλεσιv τoυ διατάγματoς, και vα αvακτά δι' αγωγής τας γεvoμέvας υπ' αυτoύ δαπάvας παρά τoυ πρoσώπoυ εvαvτίov τoυ oπoίoυ εξεδόθη τo διάταγμα.» Από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: 1) Η ύπαρξη διατάγματος δικαστηρίου προς άρση οχληρίας συγκεκριμένης φύσεως. 2) Η επίδοση του διατάγματος στον υπόχρεο συμμόρφωσης. 3) Η παρέλευση της διορίας που καθορίζει το διάταγμα χωρίς ο υπόχρεος να συμμορφωθεί. 4) Εσκεμμένη πράξη ή παράλειψη ή επίδειξη αμέλειας από μέρους του υπόχρεου προς συμμόρφωση του με τις πρόνοιες του διατάγματος. Ως αναφέρθηκε και ανωτέρω η υπόθεση εξετάζετε στη βάση των λεπτομερειών έκαστης κατηγορίας και σε σχέση με τους χρόνους που έχουν σε κάθε μια από αυτή καθοριστεί και συγκεκριμένα το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος στην υπό εξέταση υπόθεση και υπόχρεος προς συμμόρφωση με βάση το διάταγμα ημερομηνίας 15.01.2015 παρέλειψε να συμμορφωθεί στις 26.06.2018 και 26.09.2018 στα όσα το διάταγμα τον διάτασσε να πράξει. Αυτό που του καταλογίζεται είναι ότι και στις δύο πιο πάνω αναφερόμενες ημερομηνίες αυτός διατηρούσε τρεις σκύλους στην οροφή του υποστατικού επί της οδού Πιττακού 3Α. Όσον αφορά την ύπαρξη του διατάγματος και την επίδοση αυτού στον Κατηγορούμενο δεν τυγχάνουν αμφισβήτησης. Αυτό ούτως η άλλως επιδόθηκε στις 05.02.2015 σε αυτόν και η παρέλευση των 15 ημερών που καθόριζε από της επιδόσεως για σκοπούς συμμόρφωσης καλύπτει την χρονική περίοδο της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας αφού ήταν κατά πολύ μεταγενέστερος τόσο της επιδόσεως όσο και της περιόδου των 15 ημερών διορίας συμμόρφωσης του υπόχρεου. Το ερώτημα που τίθεται προς απάντηση είναι το κατά πόσον υπάρχει τέτοια μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο και για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας που να ικανοποιεί κατά την αντικειμενική θεώρηση αυτής το κατά πόσον πράγματι ο κατηγορούμενος κατά τους συγκεκριμένους χρόνους παρέλειπε να συμμορφωθεί με τα όσα το διάταγμα ημερομηνίας 15.01.2015 καθόριζε. Έχει δηλαδή η Κατηγορούσα Αρχή παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση σε αντίθετη περίπτωση που αυτός κληθεί σε απολογία στην ουσία θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Ο ΜΚ1 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι κατά τους χρόνους που επισκέφτηκε το χώρο το 2014 αλλά και το 2018 δεν είχε πρόσβαση στην οροφή της κατοικίας για να δει ο ίδιος κατά πόσον υπήρχαν ή όχι σκύλοι εκεί και συνεπώς ο ίδιος δεν είχε την οποιαδήποτε οπτική επαφή με τους σκύλους που ενδεχόμενα να ευρίσκονταν εκεί. Όμως φαίνεται να άκουσε σκύλους εξού και η πεποίθηση του ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του διατάγματος. Παρά το γεγονός ότι ουδέποτε είχε δει ο ίδιος τους σκύλους ήταν της θέσης ότι αυτοί που παρέμεναν ήταν τρεις στον αριθμό χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε υποστηρικτική μαρτυρία επί τούτου. Απεναντίας το γεγονός ότι στον ίδιο δεν επιτράπηκε πρόσβαση στο χώρο που βρίσκονταν οι σκύλοι για να έχει ο ίδιος οπτική επαφή καθιστά σαφές ότι δεν μπορούσε να υπολογίσει τέτοιο αριθμό μόνο από τα γαυγίσματα που άκουσε και την δυσοσμία. Επίσης να σημειωθεί ότι δεν φαίνεται να αναφέρει ότι επισκέφτηκε τον χώρο στις 26.06.2018 που αφορά την πρώτη κατηγορία αφού στην γραπτή του δήλωση Έγγραφο Α αναφέρεται σε επίσκεψη στις 26.08.2018 και 26.09.2018 (παράγραφος 9 του Εγγράφου Α). Απεναντίας ο ίδιος αναγνώρισε και συμφώνησε ότι σε σχέση με τα Τεκμήρια 5 μέχρι 17 είχαν εκδοθεί κατά καιρούς άδειες κατοχής σκύλων προς όφελος του πατέρα του Κατηγορούμενου ο οποίος και διαμένει στην ίδια κατοικία που αποτελεί αντικείμενο του διατάγματος. Ο ΜΚ2 ουδέποτε όπως ανέφερε είχε ο ίδιος κοντινή οπτική επαφή με τους σκύλους που παρέμεναν στην κατοικία, όπως ο ίδιος ανέφερε οπτική επαφή είχε από την κατοικία του η οποία γειτνιάζει με την κατοικία που διαμένει ο Κατηγορούμενος κάποιες φορές από ένα ψηλότερο σημείο της δικής του ταράτσας αφού ο κατηγορούμενος είχε περιφράξει την οροφή της κατοικίας με πράσινο δίκτυ και δεν είχε οπτική επαφή ένεκα του γεγονότος τούτου. Ο ίδιος δεν έδωσε οποιαδήποτε περιγραφή ή χαρακτηριστικά ή διακριτικό στοιχείο των τριών σκύλων που έβλεπε κατά την μαρτυρία του και μάλιστα το φωτογραφικό υλικό που κατέθεσε ήτοι το Τεκμήριο 20(Α)(Β)(Γ) που κατά τον ίδιο επιβεβαιώνει τις θέσεις του δεν παρουσιάζουν ή απεικονίζουν οποιοδήποτε σκύλο. Τα δε πέντε videos που αναφέρει στην γραπτή του δήλωση Έγγραφο Β ότι παρουσιάζουν τους συγκεκριμένους σκύλους δεν κατατέθηκαν στην διαδικασία. Παρά το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν ένα από τα πέντε πρόσωπα που υπογράφουν το Τεκμήριο 2 κανένας εκ των υπολοίπων τεσσάρων ατόμων που την υπογράφουν δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεων του. Ο μάρτυρας στην ουσία ήταν της θέσης ότι έχει την λογική ότι οι σκύλοι που έβλεπε ήταν οι ίδιοι με την ομάδα των οκτώ σκύλων που ο κατηγορούμενος διατάχθηκε να απομακρύνει και η θέση του αυτή στηριζόταν όμως ανέφερε και από το γεγονός ότι ήταν ο Κατηγορούμενος που φρόντιζε αυτούς. Η αναφορά του ΜΚ2 ότι έβλεπε τους συγκεκριμένους σκύλους να φροντίζει ο Κατηγορούμενος και στην απουσία οποιασδήποτε περιγραφής, χαρακτηριστικού ή διακριτικού στοιχείου αυτών είτε σε σχέση με αυτούς που είδε κατά τους επίδικους χρόνους και σε σχέση με αυτούς που αποτελούσαν αντικείμενο του διατάγματος δεν είναι ικανή στην απουσία οτιδήποτε άλλου να καταδείξει ότι πρόκειται για τους ίδιους σκύλους που αποτελούσαν αντικείμενο του διατάγματος. Ο ΜΚ3 όπως ανέφερε στο Δικαστήριο κατά την μαρτυρία του δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή αναφορικά με τα γεγονότα που διέπουν τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και ιδιαίτερα το κατά πόσον υπήρχαν ή όχι σκύλοι στο συγκεκριμένο χώρο κατά τις συγκεκριμένες ημερομηνίες που αφορούν οι κατηγορίες. Επιβεβαίωσε όμως ότι κατά το έτος 2018 η Δημοτική Αρχή είχε προχωρήσει στην έκδοση πέντε ξεχωριστών αδειών κατοχής σκύλων προς όφελος του πατέρα του Κατηγορούμενου για την ίδια διεύθυνση και κατοικία που διαμένει και ο Κατηγορούμενος. Από την μαρτυρία που τέθηκε από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής φαίνεται να ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία που να αφορά την περιγραφή η χαρακτηριστικά ή στοιχεία ή οποιασδήποτε μορφής αναγνώρισης των αδειούχων σκύλων κατά το έτος 2018 (βλ. σχετικά Τεκμήρια 7, 10, 13, 16, 17 και 22
(10)) σε σχέση με τους ισχυριζόμενους τρεις σκύλους που παρέμεναν στην κατοικία του Κατηγορούμενου και αποτελούσαν μέρος των οκτώ συνολικά σκύλων που θα έπρεπε να είχαν απομακρυνθεί. Απεναντίας ενώ για τους πέντε αδειούχους σκύλους του έτους 2018 υπάρχει και έγινε αναφορά σε συγκεκριμένο μοναδικό αριθμό microchip καμία μαρτυρία περιγραφική ή άλλης μορφής δεν υπάρχει που να αφορά την οποιαδήποτε μορφή ταυτοποίησης των τριών σκύλων που θα έπρεπε να μετακινηθούν και σχετίζονταν με τους οκτώ σκύλους του διατάγματος. Το διάταγμα ημερομηνίας 15.01.2015 όριζε όπως ο Κατηγορούμενος προχωρήσει στην απομάκρυνση των οκτώ σκύλων από το ακίνητο στην οδό xxx αρ. xx, τεμάχιο με αρ. xxxx, Φ/Σχ. xxxx, BLOCK xxx στην ενορία xxx στην Λεμεσό. Προφανώς και το διάταγμα αυτό κάλυπτε τους συγκεκριμένους σκύλους που υπήρχαν στα υποστατικά του κατηγορούμενου κατά τον συγκεκριμένο χρόνο που εκδόθηκε και δεν μπορούσε ούτε βεβαίως μπορεί να καλύψει σκύλους άλλους που ενδεχομένως να κατέχοντο σε μεταγενέστερο χρόνο πόσο μάλλον σκύλων που ευρίσκοντο στο χώρο δύο και πλέον χρόνια αργότερα και για τους οποίους φαίνεται να είχαν εκδοθεί και σχετικές άδειες κατοχής από την Δημοτική Αρχή που σήμερα προσάπτει τις υπό εξέταση κατηγορίες εναντίον του Κατηγορούμενου. Ήταν υποχρέωση δηλαδή της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία για το ποιοι ήταν οι οκτώ σκύλοι οι οποίοι αποτέλεσαν αντικείμενο του διατάγματος ημερομηνίας 15.01.2015 και ποιοι εν τέλει κατά την Κατηγορούσα Αρχή τρεις σκύλοι εκ των οκτώ παρέμεναν στον χώρο κατά παράβαση των προνοιών του Διατάγματος. Αυτό φυσικά ήταν επιβαλλόμενο ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τους επίδικους για έκαστη κατηγορία χρόνους η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή ως Δημοτική Αρχή για τα ίδια υποστατικά προχώρησε και έκδωσε πέντε άδειες κατοχής σκύλων οι οποίες ήταν σε ισχύ προς όφελος του πατέρα του Κατηγορούμενου (βλ. Τεκμήρια 7, 10, 13, 16, 17 και 22
(10)). Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω κρίνω επομένως πως η μαρτυρία που προσέφερε η Κατηγορούσα Αρχή δεν δύναται αφ' εαυτής να αποδείξει, έστω στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης ότι οι σκύλοι που υπήρχαν στο συγκεκριμένο υποστατικό είχαν σχέση με τους σκύλους που αποτελούσαν αντικείμενο του διατάγματος ημερομηνίας 15.01.
  1. Στην προσαχθείσα μαρτυρία, δεν υπάρχουν τέτοια αντικειμενικά στοιχεία που στο τέλος της ημέρας, να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα που ένα Δικαστήριο θα μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι επρόκειτο για τους ίδιους σκύλους και τους οποίους ο Κατηγορούμενος ως υπόχρεος του διατάγματος ημερομηνίας 15.01.2015 παρέλειψε εσκεμμένα ή εξ αμελείας να υπακούσει. Συνεπώς στη βάση αυτή δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί συγκεκριμένο συστατικό στοιχείο των αδικημάτων και κατ΄ επέκταση δεν δύναται το Δικαστήριο να προχωρήσει και να καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Η δε θέση η οποία εκφράστηκε μέσω της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνήγορου της Κατηγορούσας Αρχής ότι η περίφραξη της οροφής της ανώγειας κατοικίας από τον Κατηγορούμενο με πράσινο δίκτυ καθώς και η σκόπιμη έκδοση αδειών κατοχής σκύλων όχι στο όνομα του Κατηγορούμενου αλλά στο όνομα του πατέρα του φανερώνουν ξεκάθαρη πρόθεση του Κατηγορούμενου να ξεφύγει από τα όσα υποχρεώθηκε μέσω του διατάγματος να πράξει δεν με βρίσκει σύμφωνο. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπενθυμίσω ότι τις συγκεκριμένες άδειες κατοχής σκύλων τις έκδιδε η Δημοτική Αρχή η οποία είναι η ίδια που παρουσιάζεται ως κατήγορος στην υπό εξέταση υπόθεση και όχι οποιοσδήποτε τρίτος και αφορούσαν πάντοτε την συγκεκριμένη κατοικία και διεύθυνση. Θα ανέμενε κάποιος εύλογα από την στιγμή που είχαν όχι μόνο σωρεία παραπόνων και ενοχλήσεων από τα επηρεαζόμενα πρόσωπα ως ισχυρίζονται αλλά και από την στιγμή που προχώρησαν στην λήψη νομικών μέτρων τα οποία διήρκησαν και συνεχίζουν να διαρκούν αρκετά χρόνια ως και σήμερα ότι δεν θα εκδίδοντο άδειες κατοχής σκύλων αφού προφανώς κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε μεταξύ άλλων όχι μόνο πρόβλημα αλλά και αποδυνάμωση στην όποια νομική διαδικασία παρακοής τροχιοδρομούσαν. Αξιοσημείωτο ότι κατά το έτος 2017 δόθηκαν άδειες για συνολικά έξι σκύλους, ενώ ως αναφέρθηκε και ανωτέρω για το έτος 2018 δόθηκαν πέντε άδειες και τέσσερις άδειες για το έτος
  2. Δηλαδή άδειες εκδίδονταν για τα συνεχή έτη 2008 μέχρι και 2019 περίοδος στην οποία έμπιπτε η έναρξη η προώθηση και ολοκλήρωση της Αίτησης Οχληρίας 4/12, η έκδοση του Διατάγματος Άρσης Οχληρίας στα πλαίσια της Αίτησης κατά το έτος 2015 αλλά και η διαδικασία παρακοής από το 2018 μέχρι και το έτος
  3. Στην ουσία είναι η ίδια η Δημοτική Αρχή και στην υπό εξέταση υπόθεση Παραπονούμενοι που έκλεισαν τόσο τα μάτια τους όσο και τα αυτιά τους και προχωρούσαν και έκδιδαν κανονικά άδειες για λόγους που δεν γνωστοποιήθηκαν ποτέ κατά την δικαστική διαδικασία και ενώ αφορούσε μια προβληματική κατάσταση η ύπαρξη των σκύλων στην συγκεκριμένη κατοικία που προκαλούσε σοβαρή ενόχληση στους γείτονες. Για το ζήτημα αυτό προβαίνω και σε σχετικό προβληματισμό του Δικαστηρίου κατωτέρω ο οποίος είναι απόλυτα σχετικός με το θέμα που έγειρε ο κ.Κίτσιος και τον οποίο δεν μπορώ να αποδεχτώ. Δεν απαλλάχθηκε η Κατηγορούσα Αρχή της υποχρέωσης να παρουσιάσει ως όφειλε τέτοια μαρτυρία που να μπορεί το δικαστήριο να καταλήξει σε απόφαση με την οποία να καλεί τον κατηγορούμενο σε απολογία για το σύνολο των λόγων που ανέφερα ανωτέρω. Ούτε βεβαίως η ύπαρξη σκύλου/ων στην συγκεκριμένη διεύθυνση με κωδικό microchip τον ίδιο τόσο πριν την έκδοση του διατάγματος Τεκμήριο 1 όσο και μετά ή και κατά τους επίδικους χρόνους μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα λαμβάνοντας υπόψη εκ νέου ότι καμία μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής για το ποιοι ακριβώς ήταν οι οκτώ σκύλοι που αποτελούσαν αντικείμενο του περιεχομένου του διατάγματος Τεκμήριο
  4. Δηλαδή ο κ. Κίτσιος κάλεσε το Δικαστήριο να δεχθεί ως δεδομένο ότι από την στιγμή που συγκεκριμένη άδεια κατοχής σκύλου ήταν σε ισχύ τόσο κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος Τεκμήριο 1 όσο και μετά και αφορούσε τον ίδιο σκύλο από μόνο του ως γεγονός τεκμαίρει και θα πρέπει να γίνει αποδεκτό ότι ο σκύλος αυτός αποτελούσε και αντικείμενο του διατάγματος Τεκμήριο 1 που κάτι τέτοιο δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η δε ύπαρξη της πράσινης περίφραξης στην οροφή της ανώγειας κατοικίας στην απουσία οποιασδήποτε άλλης άμεσης μαρτυρίας δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ενοχής ή έστω σε τέτοιο συμπέρασμα ακόμα και στο στάδιο αυτό για να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Ούτε βεβαίως συμφωνώ με την θέση του κ.Αναστασίου περί ασάφειας του διατάγματος. Απεναντίας όπως ορθά ανέφερε ο κ.Κίτσιος κατά την αγόρευση του το ζήτημα αυτό προβλήθηκε για πρώτη φορά στο στάδιο των αγορεύσεων για το εκ πρώτης όψεως. Μάλιστα ήταν η θέση της Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας ότι ο Κατηγορούμενος έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα δηλαδή ότι αυτός έχει απομακρύνει τους οκτώ σκύλους που αποτελούσαν το αντικείμενο του συνεπώς πως είναι δυνατό να τίθεται ζήτημα ασάφειας από την πλευρά υπεράσπισης αφού γνώριζε τι έπρεπε να πράξει και ήδη το έπραξε όπως ήταν η υπερασπιστική γραμμή. Εν πάση περιπτώσει για πολλοστή φορά επαναλαμβάνω ότι ήταν υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία για το ποιοι ήταν οι οκτώ σκύλοι αντικείμενο του διατάγματος και ποιοι τρεις σκύλοι εκ των οκτώ είχαν παραμείνει κατά τους ισχυρισμούς τους κατά τους επίδικους για τις κατηγορίες χρόνους πράγμα το οποίο παρέλειψε να πράξει. Πέραν τούτου η ύπαρξη και των αδειών που ήταν σε ισχύ για άλλους πέντε σκύλους για το ίδιο υποστατικό για το έτος 2018 δημιούργησε ακόμα σοβαρότερο πρόβλημα στην απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Με τα δεδομένα της υπόθεσης το Δικαστήριο σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία καθότι κάτι τέτοιο πράγματι θα είχε ως αποτέλεσμα να καλείτε ο ίδιος στην ουσία να καλύψει τα ουσιώδη κενά της μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής που αφορά κυρίως για το ποιοι ήταν οι σκύλοι που αποτελούσαν αντικείμενο του διατάγματος και αν πράγματι υπήρχαν σκύλοι κατά τους επίδικους χρόνους στην κατοικία αν αυτοί ήταν ή όχι από τους οκτώ του διατάγματος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω βάσιμη την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και συνεπώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται. Σε αντίθετη περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα καλείτο ουσιαστικά όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες και κενά που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος εκπροσωπείτο από συνήγορο ο οποίος διορίστηκε δυνάμει Πιστοποιητικού παροχής δωρεάν νομικής αρωγής (Αίτηση Νομικής Αρωγής 991/18) κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της δικηγορικά έξοδα. Προτού αφήσω την απόφαση μου θα ήθελα παρενθετικά να παραθέσω δύο προβληματισμούς μου και αφορούν κυρίως τους χειρισμούς της Δημοτικής Αρχής στην υπό εξέταση υπόθεση: Ο μεν πρώτος αφορά την θέση που εξέφρασε ο ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να παραχωρήσει πρόσβαση στους Αρμόδιους Λειτουργούς του Δήμου για να εισέρθουν στα υποστατικά που αποτελούν αντικείμενο του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.01.2015 για σκοπούς ελέγχου όσον αφορά την συμμόρφωση με τις πρόνοιες του διατάγματος. Παρά την ισχυριζόμενη άρνηση αυτή η Δημοτική Αρχή δεν προχώρησε να ζητήσει την ενεργοποίηση των εξουσιών του Δικαστηρίου που προβλέπονται στις πρόνοιες του Άρθρου 98 του Περί Δήμων Νόμου Ν.111/85το οποίο δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο κατόπιν σχετικού αιτήματος να εξουσιοδοτήσει το συμβούλιο ή οποιουσδήποτε υπαλλήλους αυτού να εισέλθουν σε τέτοια υποστατικά. Προφανώς και τέτοια είσοδος θα έδιδε καλύτερη εικόνα στην Δημοτική Αρχή για το κατά πόσον υπήρχε η όχι συμμόρφωση με τις πρόνοιες του διατάγματος ημερομηνίας 15.01.2015 έτσι ώστε να πάρει στην συνέχεια τις όποιες αποφάσεις της. Ο ίδιος ο νόμος επίσης δίδει το δικαίωμα στο Συμβούλιο να προχωρήσει το ίδιο σε ενέργειες που απαιτούνται για την συμμόρφωση με τις πρόνοιες διατάγματος άρσης οχληρίας (Άρθρο 98
(4)Ν.111/85)ακόμα και σε ιδιωτικές περιουσίες και προς το σκοπό επίτευξης τούτου δίδει και τις ανάλογες εξουσίες προς το Δικαστήριο για την διευκόλυνση / υλοποίηση τέτοιας διαδικασίας. Προτρέπονται συνεπώς οι Δημοτικές Αρχές να αξιοποιούν στο έπακρο τα όπλα που ο νομοθέτης τους παρέχει για σκοπούς καταπολέμησης ζητημάτων οχληριών τα οποία κατά το πλείστο είναι και αποτελεσματικά αλλά και λιγότερο χρονοβόρα από τις δικαστικές διαδικασίες. Το ζήτημα μη δυνατότητας πρόσβασης των μελών των Υγειονομικών Υπηρεσιών της Δημοτικής Αρχής στα υποστατικά για επιτόπιο έλεγχο ήταν φαίνεται στα υπόψη τους και γενικότερα μέρος του προβληματισμού από τις 11.06.2015 (σχετικό το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 18). Το δε δεύτερο αφορά στην ουσία την από μέρους της Δημοτικής Αρχής έκδοση κατά τον επίδικο με τις κατηγορίες χρόνο και γενικότερα κατά το έτος 2018 (αλλά και όχι μόνο!) άδειες κατοχής σκύλων προς όφελος του πατέρα του Κατηγορούμενου ο οποίος διέμενε στην ίδια κατοικία με τον κατηγορούμενο και η οποία αποτέλεσε εδώ και πολλά χρόνια την αιτία σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή υποβολής σωρείας σφοδρών παραπόνων που αφορούσαν ισχυριζόμενη πρόκληση οχληρίας από την ύπαρξη και διατήρηση πολλών σκύλων στην συγκεκριμένη κατοικία οι οποίοι και προκαλούσαν σοβαρή ενόχληση στους περίοικους. Το οξύμωρων δηλαδή της υπόθεσης είναι ότι η ίδια η Δημοτική Αρχή που έκδιδε κατά καιρούς άδειες κατοχής σκύλων από το 2009 μέχρι και το 2019 τόσο προς όφελος του Κατηγορούμενου όσο και του πατέρα του διαμένοντα στην ίδια κατοικία προχώρησε κατά το έτος 2012 στην καταχώρηση αίτησης οχληρίας 4/12 Ε.Δ. Λεμεσού για τα ζητήματα που αφορούσαν την ύπαρξη αριθμού σκύλων η οποία διαδικασία συνέχισε μέχρι και τις 15.01.2015 δια της έκδοσης του σχετικού διατάγματος και η οποία συνεχίζει μέχρι και σήμερα δια άλλης μορφής ήτοι της διαδικασίας της παρακοής. Καθ΄ όλη αυτή την περίοδο της μακράς διαφοράς της Δημοτικής Αρχής με τον Κατηγορούμενο συνέχιζαν να εκδίδουν άδειες προς όφελος του ιδίου ή του πατέρα του με τις οποίες τους επέτρεπαν να διατηρούν σκύλους στην συγκεκριμένη διεύθυνση και κατοικία ενώ ήδη δέχονταν σφοδρά παράπονα και πιέσεις από τους επηρεαζόμενους γείτονες τόσο για τα ζητήματα οχληρίας όσο και για τα ζητήματα της κατ ισχυρισμό μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του διατάγματος ημερομηνίας 15.01.2015. Θα ανέμενε κάποιος ότι δεν θα εκδίδοντο άδειες ιδίως μετά την έναρξη λήψης των Δικαστικών μέτρων κατά το έτος 2012 αλλά και ιδιαίτερα μετά και την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 15.01.2015 κάτω από αυτές τις περιστάσεις πράγμα όμως που όλος παραδόξως εγένετο και η Δημοτική Αρχή προχωρούσε κανονικά σε έκδοση αδειών κατοχής σκύλων για την ίδια διεύθυνση και κατοικία ωσάν να μην υπήρξαν ποτέ παράπονα προς αυτήν από τους επηρεαζόμενους γείτονες ή ωσάν να μην υπήρξε ποτέ σε εξέλιξη πολύχρονη τρέχουσα διαδικασία στο Δικαστήριο για ζητήματα που αφορούσαν την ύπαρξη οχληρίας η οποία προκαλείτο καθαρά και μόνο από την κατοχή και διατήρηση σκύλων επί της συγκεκριμένης οδού και κατοικίας. Είναι αδιάφορο το ζήτημα στο όνομα ποιου προσώπου εκδίδονταν τέτοιες άδειες από την στιγμή που σε όλες τις άδειες που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο καθορίζεται ρητά ότι οι σκύλοι αντικείμενο των αδειών θα ευρίσκονταν στην συγκεκριμένη διεύθυνση και υποστατικό το οποίο ήταν και η αιτία των παραπόνων και των νομικών διαδικασιών. (Υπ.) ............................................ N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ακoλoυθητέα διαδικασία εις περίπτωσιv μη συμμoρφώσεως πρoς ειδoπoίησιv δι' άρσιv oχληρίας 93.-
(1)Εάv τo πρόσωπov εις τo oπoίov επεδόθη ειδoπoίησις δυvάμει τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 92 παραλείψη vα συμμoρφωθή πρoς oιovδήπoτε τωv απαιτήσεωv αυτής εvτός της καθoριζoμέvης εις αυτήv πρoθεσμίας, ή εάv η oχληρία είvαι εvδεχόμεvov, κατά τηv γvώμηv τoυ συμβoυλίoυ ή τoυ δημάρχoυ, vα επαvαληφθή εις τα ίδια υπoστατικά, τo συμβoύλιov: (α) δύvαται vα άρη τηv oχληρίαv και oιoσδήπoτε τωv υπαλλήλωv ή εργατώv τoυ συμβoυλίoυ δύvαται vα εισέρχεται εις τα υπoστατικά εις τα oπoία υφίσταται η oχληρία και vα εκτελέση εκεί oιαvδήπoτε πράξιv η oπoία ήθελε κριθή αvαγκαία πρoς άρσιv της oχληρίας, και τo συμβoύλιov δύvαται vα αvακτά δι' αγωγής τα υπ' αυτoύ γεvόμεvα έξoδα από τo εv παραλείψει πρόσωπov· Νοείται ότι το συμβούλιο θα δικαιούται να εγγράψει το ποσό των γενομένων εξόδων ως επιβάρυνση επί του τεμαχίου εντός του οποίου υφίστατο η οχληρία, ανεξάρτητα από την καταχώρηση αγωγής για είσπραξη των εξόδων αυτών. (β) δύvαται vα πρoβή εις τηv λήψιv δικαστικώv μέτρωv πρoς εξασφάλισιv διατάγματoς διά τoυ oπoίoυ vα υπoχρεoύται τo εv παραλείψει πρόσωπov vα άρη τηv oχληρίαv.
(2)Τo δικαστήριov εvώπιov τoυ oπoίoυ εκδικάζεται κατηγoρία πρoσαφθείσα εvαvτίov πρoσώπoυ τιvός, ως εις τηv παράγραφov (β) αvωτέρω πρovoείται, δύvαται κατόπιv αιτήσεως άvευ ειδoπoιήσεως πρoς τov έτερov διάδικov (ex parte) vα διατάξη τo εv παραλείψει πρόσωπov vα λάβη αμέσως τoιαύτα μέτρα, καθoριζόμεvα εις τo διάταγμα, oία ήθελov κριθή αvαγκαία διά τηv άρσιv ή αvαστoλήv της oχληρίας ή διά τηv παρεμπόδισιv δημιoυργίας ή επαvαλήψεως της, μέχρι της τελικής εκδικάσεως της υπoθέσεως αvαφoρικώς πρoς ηv πρoσήφθη η κατηγoρία εvαvτίov τoυ τoιoύτoυ πρoσώπoυ: Νoείται ότι η έκδoσις τoυ τoιoύτoυ διατάγματoς υπόκειται εις τας διατάξεις τoυ περί Πoλιτικής Δικovoμίας Νόμoυ, τoυ περί Δικαστηρίωv Νόμoυ και τωv περί Πoλιτικής Δικovoμίας Διαδικαστικώv Καvovισμώv.
(3)Εάv oιovδήπoτε πρόσωπov εvαvτίov τoυ oπoίoυ εξεδόθη διάταγμα δυvάμει τωv διατάξεωv τoυ εδαφίoυ
(2)παραλείπη ή αμελή vα συμμoρφωθή πρoς τo τoιoύτo διάταγμα εvτός της καθoρισθείσης εv τω διατάγματι πρoθεσμίας, είvαι vόμιμov διά τo συμβoύλιov vα εκτελέση τo τoιoύτo διάταγμα και τα γεvόμεvα έξoδα διά τηv εκτέλεσιv τoύτoυ καταβάλλovται εις τo συμβoύλιov υπό τoυ πρoσώπoυ εvαvτίov τoυ oπoίoυ εξεδόθη τo διάταγμα, και τα τoιαύτα έξoδα λoγίζovται ως πoιvή εvτός της εvvoίας τoυ περί Πoιvικής Δικovoμίας Νόμoυ και η καταβoλή τoύτωv εv συvεχεία επιβάλλεται.
(4)Οιovδήπoτε πρόσωπov εvαvτίov τoυ oπoίoυ εξεδόθη διάταγμα δυvάμει τoυ εδαφίoυ
(2), τo oπoίov παρακoύει ή παραλείπει vα συμμoρφωθή πρoς τo τoιoύτo διάταγμα, αvεξαρτήτως τoυ εάv τo συμβoύλιov πρoέβη εις τηv εκτέλεσιv ή εξετέλεσε τo τoιoύτo διάταγμα, είvαι έvoχov αδικήματoς και υπόκειται εις πoιvήv φυλακίσεως μη υπερβαίvoυσαv τoυς εξ μήvας ή εις χρηματικήv πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας £450 ή εις αμφoτέρας τας πoιvάς ταύτας. [2] Εξoυσία δικαστηρίoυ vα εκδίδη διάταγμα αvαφoρικώς πρoς oχληρίαv
  1. Εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι η ισχυριζoμέvη oχληρία υφίσταται, ή ότι αύτη παρά τo γεγovός ότι ήρθη είvαι εvδεχόμεvov vα επαvαληφθή εις τα αυτά υπoστατικά, τo δικαστήριov εκδίδει διάταγμα εvαvτίov τoυ τoιoύτoυ πρoσώπoυ δι' oυ απαιτείται παρ' αυτoύ vα συμμoρφωθή πρoς όλας ή oιασδήπoτε τωv απαιτήσεωv της ειδoπoιήσεως ή άλλως vα άρη τηv oχληρίαv εvτός πρoθεσμίας καθoριζoμέvης εις τo διάταγμα και vα εκτελέση oιαδήπoτε έργα αvαγκαία διά τov σκoπόv αυτόv ή διάταγμα απαγoρεύov τηv επαvάληψιv της oχληρίας και διατάσσov τηv εκτέλεσιv oιωvδήπoτε έργωv αvαγκαίωv πρoς παρεμπόδισιv επαvαλήψεως αυτής ή διάταγμα απαιτoύv τηv άρσιv της oχληρίας καθώς επίσης και τηv παρεμπόδισιv της επαvαλήψεως αυτής. Τo δικαστήριov δύvαται διά διατάγματoς αυτoύ, vα επιβάλλη εις τo πρόσωπov εvαvτίov τoυ oπoίoυ εξεδόθη διάταγμα, oιαvδήπoτε χρηματικήv πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας ,450, ή πoιvήv φυλακίσεως μη υπερβαίvoυσαv τoυς εξ μήvας, ή αμφoτέρας τας εv λόγω πoιvάς, και vα εκδίδη oδηγίας διά τηv καταβoλήv πάvτωv τωv εξόδωv τωv δημιoυργηθέvτωv μέχρι της ημερoμηvίας της ακρoάσεως της κατηγoρίας, ή της εκδόσεως τoυ διατάγματoς διά άρσιv ή παρεμπόδισιv της oχληρίας. [3] Πoιvή επί παραβάσει διατάγματoς δικαστηρίoυ
  2. Οιovδήπoτε πρόσωπov τo oπoίov εσκεμμέvως ή εξ αμελείας παραλείπει vα υπακoύση διάταγμα δικαστηρίoυ πρoς συμμόρφωσιv εις τας απαιτήσεις συμβoυλίoυ ή άλλως πρoς άρσιv oχληρίας, υπόκειται εις χρηματικήv πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας ,100 δι' εκάστηv ημέραv κατά τηv διάρκειαv της τoιαύτης παραλείψεως, και παv πρόσωπov εvεργoύv εv γvώσει τoυ εvαvτίov απαγoρευτικoύ διατάγματoς υπόκειται εις χρηματικήv πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας ,100 δι' εκάστηv ημέραv κατά τηv διάρκειαv της τoιαύτης αvτιθέτoυ εvεργείας αυτoύ, και τo συμβoύλιov ή oιoσδήπoτε τωv υπαλλήλωv ή εργατώv αυτoύ δύvαται vα εισέρχεται εις τα περί oυ τo διάταγμα υπoστατικά και vα άρη τηv oχληρίαv και vα εκτελή παv αvαγκαίov πρoς εκτέλεσιv τoυ διατάγματoς, και vα αvακτά δι' αγωγής τας γεvoμέvας υπ' αυτoύ δαπάvας παρά τoυ πρoσώπoυ εvαvτίov τoυ oπoίoυ εξεδόθη τo διάταγμα. [4] Εξoυσία συμβoυλίoυ ή oιoυδήπoτε αρμoδίoυ δημoτικoύ υπαλλήλoυ κλπ., vα εισέρχεται εις υπoστατικά 98.-
(1)Καθ' oιovδήπoτε χρόvov μεταξύ αvατoλής και δύσεως τoυ ηλίoυ, ή πρoκειμέvoυ περί επαγγελματικώv υπoστατικώv καθ' oιovδήπoτε χρόvov κατά τηv διάρκειαv τoυ oπoίoυ διεξάγovται αι εργασίαι εvτός αυτώv, τo συμβoύλιov ή oιoσδήπoτε τωv υπαλλήλωv αυτoύ δικαιoύται vα εισέρχεται εvτός oιωvδήπoτε υπoστατικώv πρoς διαπίστωσιv κατά πόσov υφίσταται oχληρία εvτός αυτώv.
(2)Οσάκις, δυvάμει τoυ παρόvτoς Νόμoυ, εξεδόθη διάταγμα υφ' oιoυδήπoτε δικαστηρίoυ διά τηv απαγόρευσιv oχληρίας, τo συμβoύλιov ή oιoσδήπoτε τωv υπαλλήλωv αυτoύ δύvαται από καιρoύ εις καιρόv vα εισέρχεται εις τα υπoστατικά, κατά τας πρoαvαφερθείσας ώρας, μέχρις άρσεως της oχληρίας ή συμπληρώσεως τωv εργασιώv τωv διαλαμβαvoμέvωv εις τo διάταγμα τoυ δικαστηρίoυ.
(3)Οσάκις δεv υπήρξε συμμόρφωσις ή υπακoή πρoς oιovδήπoτε τoιoύτo διάταγμα ως πρoαvεφέρθη, τo συμβoύλιov ή oιoσδήπoτε τωv υπαλλήλωv αυτoύ δύvαται vα εισέρχεται κατά τας πρoαvαφερθείσας ώρας εις τα υπoστατικά εις τα oπoία υφίσταται η oχληρία με σκoπόv τηv άρσιv αυτής.
(4)Εάv δεv επιτραπή η είσoδoς εις τα υπoστατικά δι' oιovδήπoτε τωv σκoπώv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, oιovδήπoτε δικαστήριov δύvαται διά διατάγματoς αυτoύ vα εξoυσιoδoτήση τo συμβoύλιov ή oιovδήπoτε τωv υπαλλήλωv αυτoύ vα εισέλθη εις τα υπoστατικά κατά τας πρoαvαφερθείσας ώρας μέχρις ότoυ αρθή η oχληρία ή συμπληρωθή η εργασία διά τηv oπoίαv κατέστη αvαγκαία η είσoδoς. Εάv δεv αvευρεθή πρόσωπov υπεύθυvov διά τηv φύλαξιv τωv υπoστατικώv τo δικαστήριov, κατόπιv εvόρκoυ δηλώσεως γεvoμέvης εvώπιov αυτoύ περί τo τoιoύτo γεγovός, διά διατάγματoς αυτoύ εξoυσιoδoτεί τo συμβoύλιov ή oιovδήπoτε υπάλληλov αυτoύ vα εισέρχεται εις τα υπoστατικά κατά τας πρoαvαφερθείσας ώρας. [5] Σχετική ανάλυση παρόμοιου ζητήματος που αφορούσε το άρθρο 137 του Κεφ. 154 και των προνοιών του άρθρου 20
(5)του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 εντοπίζεται και στην πρωτόδικη ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστή κ. Κατσικίδη στα πλαίσια της Υπόθεσης 15011/08 Ε.Δ.Πάφου ημερομηνίας 25/02/2010 με την οποία το Δικαστήριο συμφωνεί. [6] Άρθρο 38 Κεφ. 155 [7] Ο Έντιμος Επαρχιακός Δικαστής κ. Βλάμης σε υπόθεση αίτησης οχληρίας (Αρ. Αίτησης 1/2009 Ε.Δ. Λεμεσού) αναφέρει στην απόφαση του τα εξής σχετικά: «Η παρούσα όμως υπόθεση δεν είναι ποινική αλλά αίτηση οχληρίας η οποία, σύμφωνα με τη νομολογία, έχει πολιτικό χαρακτήρα. Οι Αιτητές ισχυρίζονται την πρόκληση και ύπαρξη οχληρίας από μέρους των Καθ' ων η αίτηση και απαιτούν εναντίον τους δικαστικό διάταγμα για άρση της στη βάση των διατάξεων του Ν.111/85 μετά των συναφών τροποποιήσεων καθώς και των Περί Δήμων (Οχληρίες) Κανονισμών Κεφ. 252 τα οποία εκ του νόμου δημιουργούν το αδίκημα της οχληρίας και καθορίζουν τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί. Η αίτηση και η ένσταση διαδραματίζουν ρόλο έγγραφων προτάσεων που περιέχουν τις θέσεις των διαδίκων στη βάση των οποίων η κάθε πλευρά παρουσιάζει τη μαρτυρία της για να θεμελιώσει την εκδοχή της. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Αιτητή που καλείται να το αποσείσει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όπως συμβαίνει και στις αγωγές, η εκδίκαση της υπόθεσης αυτής τροχοδρομείται στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στην αίτηση και ένσταση. Μαρτυρία που παρεκκλίνει από τα έγγραφα αυτά δεν λαμβάνεται υπόψη. Στην υπόθεση Municipality of Nicosia v. Charalambos Cleovoulou
(1988)2 C.L.R. η οποία αφορούσε οχληρία με βάση τις διατάξεις του Ν.111/85 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το εδάφιο 2 του άρθρου 93 θα πρέπει να διαβάζεται σε συνδυασμό με τα εδάφια 1(β) και 4 του ιδίου άρθρου. Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση αυτή η λέξη 'κατηγορία' που σημειώνεται στο άρθρο 93
(2)δεν προσδίδει έννοια ποινικής διαδικασίας και ούτε δημιουργεί την ύπαρξη ποινικού αδικήματος για να ενέχει το στοιχείο της τιμωρίας. Αυτό που το Δικαστήριο καλείται να πράξει μέσα από τέτοιου είδους υποθέσεις είναι να εκδίδει εναντίον προσώπου που παρέλειψε να συμμορφωθεί με ειδοποίηση άρση οχληρίας η οποία του επιδόθηκε δυνάμει του άρθρου 92 του Ν.111/85 διάταγμα με το οποίο να το διατάζει να άρει την οχληρία. Μόνο όταν το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα παραλείψει να συμμορφωθεί με αυτό διαπράττεται ποινικό αδίκημα που επισύρει τις ποινές που περιέχονται στο άρθρο 93
(4)του Ν.111/95. Ο σκοπός των κανονισμών 3 και 4 των Περί Δήμων (Οχληρίες) Κανονισμοί Κεφ. 252, οι οποίοι δεν ακυρώθηκαν ή αντικαταστάθηκαν με νέους κανονισμούς αλλά εξακο0λουθούν να βρίσκονται σε ισχύ δυνάμει συνδυασμού των άρθρων 11 και 2 του Περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ.1 εφόσον δεν αντιβαίνουν ούτε είναι ultra vires των διατάξεων του Ν.111/85 μετά των συναφών τροποποιήσεων, είναι να θέσουν σε εφαρμογή τις διατάξεις των εδαφίων 1 και 2 του άρθρου 93 του Ν.111/85 και να προσάγουν ενώπιον της δικαιοσύνης πρόσωπο με σκοπό να διασφαλιστεί η άρση της οχληρίας που προκαλείται. Με την έκδοση σχετικού διατάγματος η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται. Στην υπόθεση Δήμος Λευκωσίας v. Ανδρέα Νικολάου
(2008)2 Α.Α.Δ. 361 τονίστηκε ότι ο κανονισμός 3 των Περί Δήμων (Οχληρίες) Κανονισμοί Κεφ. 252 καθορίζει ως εναρκτήριο τύπο για την προσαγωγή υποθέσεων οχληρίας ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένη αίτηση και όχι το ποινικό έντυπο αρ.7 με το περιεχόμενο αυτής της αίτησης να καθορίζεται στο παράρτημα του Κεφ.252 στον Τύπο αρ.1 (Form No.1). Επιπλέον, δεν μπορεί να αγνοηθεί το άρθρο 100 του Ν.111/85 όπου μέσα από αυτό γίνεται αναφορά σε 'εναγόμενο' κάτι που δείχνει την πολιτική φύση που μία τέτοια διαδικασία, όπως η παρούσα, έχει». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.