Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΧΟΛΙΕΦ, Aρ. Υπόθεσης 12462/18, 2/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B36 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού , Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 12462/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - χχχχχ ΧΟΛΙΕΦ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 02.11.20 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Αναστασίου Κατηγορούμενος : παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος , βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε όλες τις εναντίον του κατηγορίες. Συγκεκριμένα παραδέχτηκε τα ακόλουθα αδικήματα : 1. Tο αδίκημα της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(α)
(3)
(4)
(5), 38 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου όπως έχει τροποποιηθεί (1η κατηγορία).
- Οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών κατά παράβαση των άρθρων 11Β και 11Ζ του Περί Οδικής Ασφάλισης Νόμου 174/86 όπως έχει τροποποιηθεί (2η κατηγορία).
- Οδήγηση κατά παράβαση απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 19Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (3η κατηγορία).
- Χρήση Μηχανοκίνητου Οχήματος το οποίο είχε δηλώθεί ως ακινητοποιημένο κατά παράβαση των άρθρων 2,5β
(4)του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (4η κατηγορία). 5. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς να φέρει τα διακριτικά σημεία της ταυτότητας του κατά παράβαση των Καν. 6
(5),6
(10)(α) Δεύτερο Παράρτημα και 72 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (5η κατηγορία). 6. Μετατροπή αμαξώματος εγγεγραμμένου μηχανοκίνητου οχήματος άνευ άδειας του Εφόρου Μηχανοκίνητων Οχημάτων κατά παράβαση των Κανονισμών 55
(1)και 72 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί. (6η κατηγορία). Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή τα γεγονότα έχουν ως ακολούθως : Στις 16/03/18 και ώρα 10:45 o E/Αστ χχχ Νικολάου του ΕΟΜΟ Αρχηγείου ανέκοψε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX39 και μετά από σχετικό έλεγχο που διενήργησε διαπίστωσε ότι αυτό οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο ενώ του είχε αποστερηθεί η άδεια οδήγησης, χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους ,ενώ αυτό είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο και τέλος με αντικανονική πισινή πινακίδα εγγραφής. Αφού του επεστήθηκε η προσοχή του στον νόμο ο Κατηγορούμενος απάντησε "θα τα κανονίσω". Περαιτέρω διενεργήθηκε προκαταρκτικός έλεγχος νάρκοτεστ στον Κατηγορούμενο αφού πρώτα του επεστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο και αυτός απάντησε "εντάξει να κάνω". Σύμφωνα με το Έγγραφο Α το οποίο παρουσιάστηκε και κατατέθηκε στο Δικαστήριο (Έκθεση του Γενικού Κρατικού Χημείου) από την εργαστηριακή ανάλυση που διενεργήθηκε στο δείγμα σάλιου που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο ανιχνευθήκαν ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα τρία είδη, δηλαδή μεθαμφεταμίνη, αμφεταμίνη και κάνναβη. Κατόπιν παράκλησης της Υπεράσπισης και με την σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής λήφθηκαν υπόψη με την άδεια του Δικαστηρίου για σκοπούς επιβολής ποινής οι ακόλουθες υποθέσεις: Ποινική υπόθεση με αριθμό 12461/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στην υπόθεση αυτή ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης χωρίς ασφαλιστή κάλυψη έναντι κινδύνου τρίτου μέρους (1η κατηγορία) , την κατηγορία της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών (2η κατηγορία), την κατηγορία ότι ενώ ήταν κάτοχος άδειας μαθητευόμενου οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής EZK χχχ χωρίς να επιβαίνει στο πρόσθιο διπλανό κάθισμα του οδηγού άτομο το οποίο να κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης (3η κατηγορία) και τέλος την κατηγορία ότι οδήγησε όχημα το οποίο είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο (4η κατηγορία). Τα πιο πάνω αδικήματα διαπράχθηκαν στις 03/07/18 και περί ώρα 00:45 στην οδό Καραϊσκάκη στη Λεμεσό μετά από έλεγχο Τροχαίας που διενεργούσε το ΟΠΕ Λεμεσού. Ο Κατηγορούμενος υπεβλήθηκε σε έλεγχο νάρκοτεστ και σύμφωνα με τα αποτελέσματα του Γενικού Κρατικού Χημείου (Έγγραφο Α) ανιχνεύθηκαν από το δείγμα σάλιου που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο τριών ειδών ναρκωτικές ουσίες, δηλαδή κάνναβη, αμφεταμίνη και μεθαμφεταμίνη. Ποινική υπόθεση με αριθμό 2866/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στην υπόθεση αυτή ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης χωρίς ασφαλιστή κάλυψη έναντι κινδύνου τρίτου μέρους (1η κατηγορία) , την κατηγορία της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών (2η κατηγορία), κατηγορείται επίσης ότι ενώ ήταν κάτοχος άδειας μαθητευόμενου οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής XXXXX39 χωρίς να επιβαίνει στο πρόσθιο διπλανό κάθισμα του οδηγού άτομο το οποίο να κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης (3η κατηγορία) και τέλος ότι οδηγούσε όχημα το οποίο είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο (4η κατηγορία). Τα πιο πάνω αδικήματα διαπράχθηκαν στις 03/07/18 και περί ώρα 01:30 στην οδό Ηλία Κανάουρου στη Λεμεσό μετά από συνήθη έλεγχο Τροχαίας που διενεργούσε το ΟΠΕ Λεμεσού. Ο Κατηγορούμενος υπεβλήθηκε σε έλεγχο νάρκοτεστ και σύμφωνα με τα αποτελέσματα του Γενικού Κρατικού Χημείου (Έγγραφο Α) ανιχνεύθηκαν από το δείγμα σάλιου που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο τριών ειδών ναρκωτικές ουσίες, δηλαδή κάνναβη, αμφεταμίνη και μεθαμφεταμίνη. Ποινική Υπόθεση με αριθμό 10649/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στην υπόθεση αυτή ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης χωρίς ασφαλιστή κάλυψη έναντι κινδύνου τρίτου μέρους (1η κατηγορία),την κατηγορία της οδήγησης χωρίς άδεια οδήγησης καθότι αυτή είχε ανασταλεί δια παντός με απόφαση του Εφόρου Μηχανοκίνητων Οχημάτων (2η κατηγορία), ότι οδηγούσε χωρίς πιστοποιητικό καταλληλόλητας (3η κατηγορία) και τέλος ότι οδηγούσε χωρίς άδεια κυκλοφορίας (4η κατηγορία). Τα πιο πάνω αδικήματα διαπράχθηκαν στις 02/10/18 και περί ώρα 12:20 στην οδό Γλάστωνος στη Λεμεσό μετά από συνήθη έλεγχο Τροχαίας. Ποινική Υπόθεση με αριθμό 10548/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στην υπόθεση αυτή ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8,19 και 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 (1η κατηγορία), την κατηγορία της οδήγησης χωρίς ασφαλιστική κάλυψη έναντι κινδύνου τρίτου μέρους (2η κατηγορία), ότι οδηγούσε χωρίς άδεια κυκλοφορίας (3η κατηγορία), χωρίς πιστοποιητικό καταλληλόλητας (4η κατηγορία), χωρίς να κατέχει άδεια οδηγήσεως, δηλαδή οδηγούσε με ληγμένη μαθητική άδεια (5η κατηγορία) και τέλος χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη (6η κατηγορία). Τα πιο πάνω αδικήματα διαπράχθηκαν στις 27/01/17 και περί ώρα 15:00 στην οδό Ηλία Κανάνουρου στη Λεμεσό όταν ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX57 με δυτική κατεύθυνση προς την Λεμεσό. Σε κάποιο σημείο του δρόμου συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του προπορευόμενου οχήματος με αρ. εγγραφής XXXXX29 το οποίο οδηγείτο από την ΧΧΧ Τρύφωνος. Στο όχημα της και συγκεκριμένα στο πίσω κάθισμα υπήρχε τοποθετημένο παιδικό καρεκλάκι στο οποίο επέβαινε ο ανήλικος ΧΧΧ Πέτρου ηλικίας 2 ετών. Από το δυστύχημα τραυματίστηκαν ελαφριά τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η άλλη ενεχόμενη οδηγός. Τα δύο οχήματα υπέστησαν ζημιές. Κατά την διερεύνηση του πιο πάνω δυστυχήματος ετοιμάστηκε σχεδιαγράφημα το οποίο κατατέθηκε στα πλαίσια της έκθεσης των γεγονότων ως Έγγραφο Α. Ακολούθησε έλεγχος εγγράφων στους δύο ενεχόμενους οδηγούς και προέκυψαν αναφορικά με τον Κατηγορούμενο τα αδικήματα των κατηγοριών 2,3,4,5 και
- Ο Κατηγορούμενος αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο για τα αδικήματα που διέπραξε απάντησε «παραδέχομαι». Ποινική Υπόθεση με αριθμό 9922/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στην υπόθεση αυτή ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης χωρίς ασφαλιστή κάλυψη έναντι κινδύνου τρίτου μέρους (1η κατηγορία) ,την κατηγορία της οδήγησης χωρίς να κατέχει ισχύουσα άδεια οδηγήσεως (2η κατηγορία) και την κατηγορία ότι το όχημα που οδηγούσε είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο από την 17/07/15 (3η κατηγορία). Τα πιο πάνω αδικήματα διαπράχθηκαν στις 24/10/17 και ώρα 03:45 στην οδό Γ. Βαρνακιώτη στη Λεμεσό μετά από ανακοπή για συνήθη έλεγχο Τροχαίας. Όταν επιστήθηκε η προσοχή του Κατηγορούμενου στον Νόμο αυτός απάντησε «καταλαβαίνω». Ποινική Υπόθεση με αριθμό 9785/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στην υπόθεση αυτή ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης του οχήματος XXXXX39 χωρίς ασφαλιστή κάλυψη έναντι κινδύνου τρίτου μέρους (1η κατηγορία),την κατηγορία της οδήγησης χωρίς να κατέχει ισχύουσα άδεια οδηγήσεως δηλαδή οδηγούσε με ληγμένη μαθητική (2η κατηγορία) και ότι επίσης το όχημα που οδηγούσε είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο από την 17/07/15 (3η κατηγορία). Τα πιο πάνω αδικήματα διαπράχθηκαν στις 06/11/17 και ώρα 22:35 στην Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ στη Λεμεσό μετά από ανακοπή για συνήθη έλεγχο Τροχαίας. Όταν επιστήθηκε η προσοχή του Κατηγορούμενου στον Νόμο αυτός απάντησε «εντάξει». Ποινική Υπόθεση με αριθμό 13799/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στην υπόθεση αυτή ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης του οχήματος XXXXX94 χωρίς ασφαλιστή κάλυψη έναντι κινδύνου τρίτου μέρους (1η κατηγορία) ,την κατηγορία της οδήγησης χωρίς να κατέχει ισχύουσα άδεια οδηγήσεως, (2η κατηγορία) και ότι το όχημα που οδηγούσε είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο από την 01/09/16 (3η κατηγορία). Τα πιο πάνω αδικήματα διαπράχθηκαν στις 16/01/18 και ώρα 0235 στην Λεωφ. Μακεδονίας στη Λεμεσό μετά από ανακοπή για συνήθη έλεγχο Τροχαίας. Όταν επεστήθηκε η προσοχή του Κατηγορούμενου στον Νόμο αυτός απάντησε «συγνώμη». Ποινική Υπόθεση με αριθμό 3519/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στην υπόθεση αυτή ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης του οχήματος XXXXX57 χωρίς ασφαλιστή κάλυψη έναντι κινδύνου τρίτου μέρους (1η κατηγορία) ,την κατηγορία της οδήγησης χωρίς να κατέχει ισχύουσα άδεια οδηγήσεως, (2η κατηγορία) και ότι οδηγούσε το πιο πάνω όχημα χωρίς άδεια κυκλοφορίας (3η κατηγορία). Τα πιο πάνω αδικήματα διαπράχθηκαν στις 05/10/16 στην Λεωφ. Μακεδονίας στη Λεμεσό μετά από ανακοπή για συνήθη έλεγχο Τροχαίας. Όταν επιστήθηκε η προσοχή του Κατηγορούμενου στον Νόμο αυτός απάντησε «συγνώμη». Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν έχει βαθμούς ποινής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής εστίασε στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου αποδίδοντας μεγάλο μέρος της παραβατικής συμπεριφοράς του στο γεγονός ότι ο αδελφός του κατά το έτος 2018 αντιμετώπιζε υπόθεση με σοβαρές κατηγορίες ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού και πιο συγκεκριμένα την υπόθεση υπ. αρ. 10469/
- Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο συνήγορος του Κατηγορουμένου αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, πολλές από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει σήμερα ο Κατηγορούμενος αφορούν περιπτώσεις όπου εξ ανάγκης χρησιμοποιούσε το όχημα του με σκοπό να μεταφέρει την οικογένεια του στο Δικαστήριο Λεμεσού όπου εκδικαζόταν η υπόθεση που αφορούσε τον αδερφό του ο οποίος ήταν υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές. Ένας άλλος λόγος που ώθησε τον Κατηγορούμενο να διαπράξει τα υπό τιμωρία αδικήματα ήταν η άσχημη ψυχολογική κατάσταση που βρισκόταν αλλά και η αγωνία που βίωνε καθημερινά εξαιτίας της σοβαρής υπόθεσης που αντιμετώπιζε ο αδερφός του στο Κακουργιοδικείο Λεμεσού. Τόνισε επίσης ο συνήγορος ότι ο Κατηγορούμενος αλλά και η οικογένεια του αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ο Κατηγορούμενος διαμένει μαζί με την μητέρα του και με τα άλλα τρία αδέρφια του στην περιοχή του Ύψωνα στη Λεμεσό. Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ο Κατηγορούμενος από την εφηβική του ηλικία παρουσίασε παραβατική συμπεριφορά. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια ιδιαίτερα ενόψει του χωρισμού των γονιών του , γεγονός που επηρέασε τόσο τον ίδιο τον Κατηγορούμενο όσο και τα αδέλφια του. Αντιμετωπίζει τόσο ο ίδιος όσο και ο μικρότερος του αδερφός προβλήματα ψυχικής υγείας. Ο Κατηγορούμενος έχει αποκτήσει ένα παιδί το οποίο σήμερα είναι ηλικίας 6 ετών και διαμένει μαζί με την μητέρα του. Σύμφωνα με τον συνήγορο του, παρόλο που το παιδί δεν διαμένει μαζί του εντούτοις ο Κατηγορούμενος διατηρεί με αυτό πολύ καλές σχέσεις. Υποστήριξε επίσης στην αγόρευση του ότι μια ενδεχόμενη επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης αναπόφευκτα θα επηρεάσει αρνητικά σε μεγάλο βαθμό τόσο την σχέση του με το παιδί του όσο και τον ίδιο τον ανήλικο. Στο παρών στάδιο ο Κατηγορούμενος δεν εργάζεται αλλά καταβάλει προσπάθειες για να εξεύρει εργασία. Τέλος σύμφωνα με τον κ. Αναστασίου ο Κατηγορούμενος δεν είναι πλέον χρήστης Ναρκωτικών Ουσιών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τα πιο κάτω ως ελαφρυντικά για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δηλαδή την συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία ,την παραδοχή του στο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων, την ειλικρινή και έμπρακτη μεταμέλειά του καθώς και τον χρόνο ο οποίος παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Ο κύριος Αναστασίου αγόρευσε ότι στην περίπτωση που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο ποινή προστίμου αυτή να καταβληθεί με μηνιαίες δόσεις ένεκα των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Επίσης εισηγήθηκε ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι κατάλληλη ποινή είναι αυτή της στερητικής της ελευθερίας αυτή θα πρέπει να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα επικαλούμενος όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αρκετά σοβαρές κατηγορίες. Το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 3 ετών ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα 3.500 ευρώ η σε οποιαδήποτε η σε οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω ποινές .Το αδίκημα της οδήγησης κατά παράβαση απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 4 χρόνια η σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις 6.834 ευρώ η και στις δύο αυτές ποινές . Τα υπόλοιπα αδικήματα είναι ελαφρύτερα σε σοβαρότητα. Συγκεκριμένα το αδίκημα της οδήγησης χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι κινδύνου τρίτου μέρους προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι ένα 1 χρόνο ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα 1708 ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές, το αδίκημα της οδήγησης οχήματος ενώ αυτό είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο προβλέπει ποινή φυλάκισης 6 μηνών ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα 1000 ευρώ η και στις δύο αυτές ποινές . Επίσης τα αδικήματα της 5ης και 6ης κατηγορίας στην κυρίως υπόθεση προβλέπουν ποινή φυλάκισης μέχρι και 1 χρόνο ή και πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα 1708 ευρώ η και στις δύο αυτές ποινές. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την πράξη του να οδηγήσει ο Κατηγορούμενος ενώ του είχε αποστερηθεί από Δικαστήριο η άδεια οδήγησης έχει διαπράξει ένα πολύ σοβαρό αδίκημα. Το αδίκημα που διέπραξε γίνεται ακόμα σοβαρότερο αφού αυτός οδηγούσε και υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και μάλιστα τριών διαφορετικών ειδών επιδεικνύοντας με αυτόν τρόπο πλήρη ανευθυνότητα αλλά και απαξίωση προς τους Νόμους του κράτους αλλά και την ασφάλεια των συνανθρώπων του. Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν καταντήσει μάστιγα στον τόπο μας τα τελευταία χρόνια και η οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών αυξάνει τον κίνδυνο πρόκλησης τροχαίων δυστυχημάτων. Η συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος είναι απαράδεκτη και καταδικαστέα. Σε τέτοιες περιπτώσεις προβάλει επιτακτικά η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75, λέχθηκαν τα εξής: «Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.» Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αφού η υπακοή σε διατάγματα δικαστηρίου συνιστά μια σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου (βλ. Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας ν Ντούμα κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 133). Παρακοή σε δικαστικό διάταγμα πρέπει, κατά κανόνα, να αντιμετωπίζεται με ποινή φυλάκισης και μόνο κατ' εξαίρεση με πρόστιμο (βλ. Kay v Municipality of Larnaca
(1982)2 C.L.R. 236, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 227). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LIMITED v. Ελισάβετ Θεοφάνους, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2010, Ημερομηνίας 11/06/2010 επανατονίστηκε η σοβαρότητα του αδικήματος της απείθειας και ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνονται αποδεκτές από τα Δικαστήρια. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Οι έννοιες «Κράτος Δικαίου» και «Έννομη Τάξη» είναι άρρηκτα συνυφασμένες. Η επικράτηση τους στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στο καθήκον σεβασμού και υπακοής των δικαστικών διαταγών και διαταγμάτων. Η απείθεια σε διαταγή του Δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται Βλ. Kay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 A.A.Δ. 236. Oι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές.» Για την επιλογή και καθορισμό της ποινής θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίαση του και οι λόγοι παρακοής του. Στο σύγγραμμα SENTENCING IN CYPRUS, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, στην σελ. 196 αναφέρονται τα ακόλουθα: « The nature of the order, the likely repercussions of its breach and the reasons for disregarding it, are considerations relevant to the choice of punishment on a charge of breaching terms of an order of the court.» Η φύση του διατάγματος, οι πιθανές συνέπειες της παράβασης του, αλλά και οι λόγοι παρακοής, αποτελούν σχετικούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του στην επιλογή της ποινής[i] (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd ed, G. M. Pikis, σελ. 196). Αναφορικά με την 1η κατηγορία, της οδήγησης χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, σημειώνω ότι, στην υπόθεση Ηλίας Σ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, 61 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα : «Οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Σε μια εποχή μάλιστα που τα ατυχήματα αυτά βρίσκονται σε συνεχή άνοδο.» Ο ρυθμός με τον οποίο τα υπό τιμωρία αδικήματα διαρπάχθηκαν επιτείνει την σοβαρότητα τους. Συγκεκριμένα μέσα σε ένα χρονικό διάστημα 4 μηνών και δη μεταξύ των ημερομηνιών 16/3/18 και 3/7/18 ο Κατηγορούμενος οδήγησε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις ενώ μέσα σε ένα χρονικό διάστημα 2 ετών, ήτοι από τις 5/10/16 μέχρι τις 2/10/18, οδήγησε σε 9 ξεχωριστές περιπτώσεις χωρίς ασφαλιστική κάλυψη έναντι τρίτου μέρους εκ των οποίων οι τρείς έλαβαν χώρα εντός του έτους 2017 και οι πέντε εντός του έτους 2018. Οι πράξεις του Κατηγορούμενου καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται ενάντια στην ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινού και ιδιαίτερα των υπολοίπων χρηστών των δρόμων. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε χωρίς φραγμό. Ενδεικτικό τούτου είναι ως αναφέρθηκε ανωτέρω η συχνότητα με την οποία διέπραξε τα πιο σοβαρά αδικήματα που αντιμετωπίζει. Δεν είναι, επίσης, υπερβολή να λεχθεί ότι τις πράξεις του Κατηγορούμενου χαρακτηρίζουν ο εγωισμός, και η αδιαφορία του τόσο για την ασφάλεια του ιδίου όσο και για την σωματική ακεραιότητα αλλά και ασφάλεια των υπολοίπων χρηστών του δρόμου. Οι πράξεις του Κατηγορούμενου δίνουν λαβή για έντονη ανησυχία. Καθιστούν δε αναγκαία και προεξάρχουσας σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου από την παραβατική του συμπεριφορά. Οι οδηγοί και χρήστες των δρόμων πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για την ζωή και σωματική τους ακεραιότητα η οποία δεν θα επηρεάζεται από συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνονται ανεκτές συμπεριφορές όπως αυτή που επέδειξε ο Κατηγορούμενος. Και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων το ότι ο Κατηγορούμενος ήταν φορτισμένος συναισθηματικά και ψυχολογικά ένεκα του ότι ο αδερφός του αντιμετώπιζε σοβαρή υπόθεση ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι τα υπό τιμωρία αδικήματα. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου και την άμεση παραδοχή του σε όσες κατηγορίες παραδέχθηκε εξ' αρχής αλλά και την παραδοχή του έστω και σε προχωρημένο στάδιο στις υπόλοιπες που εκκρεμούσαν για ακρόαση . Έλαβα επίσης υπόψη μου ως μετριαστικό της ποινής παράγοντα την συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος συνεργάστηκε με την αστυνομία ομολογώντας από την αρχή την διάπραξη όλων των αδικημάτων. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα επίσης υπόψη, μου τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως αυτές αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορό του και περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας περιλαμβανομένων και των προβλημάτων ψυχικής υγείας που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τα οποία, όπως από την έκθεση του Γρ. Ευημερίας προκύπτει προϋπήρχαν της διάπραξης των αδικημάτων. Ενδεικτικό τούτου είναι η αναφορά στην έκθεση ότι ο Κατηγορούμενος λόγω ψυχικών διαταραχών απαλλάχθηκε των στρατιωτικών του υποχρεώσεων. Επίσης και ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και ψυχολογικά προβλήματα από την εφηβική του ηλικία τα οποία ήταν αποτέλεσμα του χωρισμού των γονιών του. Τέλος λαμβάνω υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος απέχει από την χρήση ναρκωτικών ουσιών. Στο σημείο αυτό θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την Νομολογία τα προβλήματα υγείας ενός κατηγορούμενου, περιλαμβανομένων και προβλημάτων ψυχικής υγείας, λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, όχι, όμως, σε βαθμό που να υπερφαλαγγίζουν την αποτελεσματικότητα του Νόμου, όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων ή όπου η αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής κρίνεται υπό τις περιστάσεις επιβεβλημένη (Βλ. The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Σειρά άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατέδειξε ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν αποτελούν λόγο που να δικαιολογεί την μη επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας όταν τα γεγονότα και τα περιστατικά της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή μιας τέτοιας ποινής (Βλ. A-G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93 και The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Αν ο κατάδικος δε χρήζει ιατρικής φροντίδας, αυτή μπορεί να του παρασχεθεί από τις Ιατρικές Υπηρεσίες των Φυλακών (Βλ. Anastasis Panayi Georghiou alias Mandis v. P
(1966)2 CLR 1, The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Αναφορικά με τον χρόνο που διέρρευσε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου αναφέρονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Η πάροδος μεγάλου χρόνου από τον χρόνο διάπραξης ενός αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001). Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλο και αναφορικά με την κύρια υπόθεση είναι της τάξης των 2½ ετών. Δεν μου διαφεύγει, όμως, ότι στην καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης ευθύνεται αποκλειστικά ο ίδιος ο Κατηγορούμενος εναντίον του οποίου μέσα στο πιο πάνω χρονικό διάστημα εκδόθηκαν 3 εντάλματα σύλληψης, ανάλωσε χρόνο 7 ½ μηνών για να απαντήσει στις κατηγορίες και να τις παραδεχτεί και συγκεκριμένα από τις 10/7/18 μέχρι τις 28/2/19, κατόπιν παράκλησης της πλευράς του η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και ποινή 13 φορές, και τέλος άλλαξε απάντηση από παραδοχή σε μη παραδοχή στις κατηγορίες 2,3 και 5 επομένως η υπόθεση για τις κατηγορίες αυτές ορίστηκε για ακρόαση για να αλλάξει τελικά απάντηση ξανά στις εν λόγω κατηγορίες από μη παραδοχή σε παραδοχή. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι όταν η πάροδος χρόνου μεταξύ της διάπραξης και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός Κατηγορούμενου οφείλεται αποκλειστικά στον ίδιο τον κατηγορούμενο ο χρόνος αυτός δεν λαμβάνεται υπόψη προς όφελός του. Από την άλλη, η Νομολογία αναγνωρίζει ότι όταν ο χρόνος αυτός είναι μεγάλος δεν μπορεί να παραγνωρισθεί, θα πρέπει δε σε αυτόν να προσδίδεται η δέουσα υπό τις περιστάσεις βαρύτητα ώστε η επιβληθεισόμενη ποινή να μην εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα του νόμου. Στην πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρίστος Γενεθλίου, Ποινική Έφεση 5/16, ημερομηνίας 1.3.16 αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο ενδεικτικά τα ακόλουθα: «Από την πορεία της υπόθεσης διαφαίνεται ότι μεγάλη ευθύνη για την καθυστέρηση βαρύνει την πλευρά του εφεσίβλητου. Παραμένει, βέβαια, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο χρόνος που διέρρευσε είναι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, μεγάλος και αυτό έχει τη δική του επίπτωση στην ποινή που επιβάλλεται. Όμως, έχοντας υπόψη τη συμβολή του ίδιου του εφεσίβλητου στη μεγάλη αυτή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, δεν μπορεί αυτός ο παράγοντας να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην επιβαλλόμενη ποινή. Σίγουρα, η καθυστέρηση θα πρέπει να συνυπολογίζεται, ελαφρυντικά, στην επιμέτρηση της ποινής, όχι όμως σε βαθμό που να εξουδετερώνονται όλοι οι άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση». Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλος. Με δεδομένα, όμως, την αποκλειστική υπαιτιότητα του Κατηγορούμενου στην καθυστέρηση καθώς και την σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων για τους λόγους που ενωρίτερα υποδείχθηκαν κρίνω ότι είναι αναγκαίο να παρεκκλίνω από την νομολογιακή αρχή που πιο πάνω αναφέρθηκε . Ο χρόνος που διέρρευσε θα έχει το αντίκρισμά του στην επιβληθεισόμενη ποινή, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλουν η φύση των υπό τιμωρία αδικημάτων. Τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων η οποία υποδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Δεν θα πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται ότι στην παρούσα υπόθεση λαμβάνονται υπόψην ακόμη οκτώ υποθέσεις, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, στις οποίες ο Κατηγορούμενος επέδειξε παρόμοια συμπεριφορά. Στην Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 598 λέχθηκε ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ 194). Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και τούτο έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής. (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Η ποινή της στέρησης της άδειας οδήγησης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής (Ελευθερίου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300). Η διάρκειά της θα πρέπει να συσχετίζεται με την ποινή φυλάκισης (Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 327, Kiamil v. Αστυνομίας
(1974)2 Α.Α.Δ. 16). Συνυπολογίζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τους προαναφερόμενους μετριαστικούς παράγοντες. Η άδεια οδήγησης αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (Σαρίδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465). Δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε ειδικός λόγος μη στέρησης. Ένεκα της ιδιαίτερης σοβαρότητας του αδικήματος της κατηγορίας που αφορά οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών κρίνω σκόπιμο όπως επιβάλλω στον Κατηγορούμενο και αυτό το είδος ποινής σε αυτή την κατηγορία. Επίσης κρίνω ορθό και σκόπιμο όπως επιβάλω και βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου στην 2η κατηγορία. Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές : Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών . Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών και στέρηση του δικαιώματος να κατέχει η να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 12 μηνών από σήμερα. Επιπλέον επιβάλλω 7 βαθμοί ποινής οι οποίοι να αναγραφούν στην άδεια οδήγησης του. Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μερών. Στην 5η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 ημερών. Στην 6η κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 μηνός. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο, αφού το ζήτημα τούτο τέθηκε ευθέως από τον ευπαίδευτο συνήγορό του. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο. Άλλωστε, η δυνατότητα αναστολής ποινής φυλάκισης μειώνεται, κατά την κρίση μου, σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες και περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, λήφθηκαν υπόψη με αποτέλεσμα την μείωση της ποινής φυλάκισης, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν και την αναστολή της. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης και οι ποινές στέρησης θα συντρέχουν και θα αρχίζουν από σήμερα 2/11/20. Έξοδα εργαστηριακών εξετάσεων που αφορούν την παρούσα υπόθεση ύψους 214 ευρώ, καθώς και έξοδα εργαστηριακών εξετάσεων που αφορούν τις υποθέσεις 21461/18 και 2866/18, ύψους 214 ευρώ σε έκαστην ήτοι, το συνολικό ποσό των 642 ευρώ να καταβληθούν από την Δημοκρατία. Επίσης έξοδα διαδικασίας ύψους 20 ευρώ στην υπόθεση 9922/18 επίσης να καταβληθούν από την Δημοκρατία. Λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις με αριθμούς 12461/18, 2866/19,10649/19, 10548/18, 9922/18, 9785/18, 13799/18 και η 3519/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. (Υπ.) ............ Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο