← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ, Aρ. Υπόθεσης: 12380/18, 9/10/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ, Aρ. Υπόθεσης: 12380/18, 9/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B31 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 12380/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - ΧΧΧ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 09/10/20 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δ. Αρσιώτης Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ. Χαραλάμπους Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στην κατηγορία της Επικίνδυνης οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 7

(1), 19 και 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιήθηκε. (πρώτη κατηγορία). Αναφορικά με την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας (2η κατηγορία) , αυτήν την παραδέχθηκε ευθύς εξ αρχής. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 2 ετών ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €2563 (Λ.Κ. 1500) ή και με τις δύο αυτές ποινές. Υπό το φως των πιο πάνω το υπό τιμωρία αδίκημα κρίνεται αρκούντως σοβαρό. Το αδίκημα της οδήγησης χωρίς άδεια κυκλοφορίας είναι λιγότερο σοβαρό αφού τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 1 έτους ή με χρηματική ποινή μέχρι €1,708 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου κατά την αγόρευση του προς μετριασμό της ποινής κάλεσε το Δικαστήριο να εξατομικεύσει την ποινή για τον πελάτη του αφού λάβει υπόψη τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της 1ης Κατηγορίας. Εισηγήθηκε ότι οι συνθήκες που περιβάλλουν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι τέτοιες που ενδείκνυται και είναι κατάλληλη η επιβολή ποινής προστίμου. Σε περίπτωση όμως που το Δικαστήριο κρίνει ότι κατάλληλη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης εισηγήθηκε ότι αυτή θα πρέπει να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα αγορεύοντας προς τούτο. Τόνισε ιδιαίτερα ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο Κατηγορούμενος λόγω των πολλών προβλημάτων που αντιμετώπιζε με την πρώην σύζυγο του ήταν φορτισμένος συναισθηματικά. Περαιτέρω ο κ. Χαραλάμπους ανέφερε ότι από την πράξη του Κατηγορούμενου δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά σε περιουσία η οποιοσδήποτε τραυματισμός. Μάλιστα όπως εξήγησε τα περιστατικά και οι συνθήκες της παρούσας υπόθεσης διαφοροποιούνται από τις συνήθεις περιπτώσεις όπου κάποιος κατηγορείται για επικίνδυνη οδήγηση. Επιβαρυντικό στην υπόθεση σημείο κρίνω την πράξη του Κατηγορούμενου αυτή καθ' εαυτή δηλαδή να οδηγήσει το όχημα του πατώντας το γκάζι και με ταχύτητα καταπάνω της πρώην συζύγου του ΜΚ1 με τρόπο που καταδείκνυε ότι επιδίωκε να την χτυπήσει. Επίσης κρίνω ως επιβαρυντικό παράγοντα ότι την ώρα που ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα καταπάνω της ΜΚ1 εντός του αυτοκινήτου του βρίσκονταν τα δύο από τα τρία ανήλικα παιδιά τους. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος όχι μόνο οδήγησε επικίνδυνα αδιαφορώντας για την ασφάλεια και την σωματική ακεραιότητα της πρώην συζύγου του, αλλά και για την ασφάλεια, την σωματική ακεραιότητα και την ψυχική υγεία των παιδιών τους. Με όλο τον σεβασμό δεν με βρίσκουν σύμφωνο οι εισηγήσεις του κ. Χαραλάμπους, ότι δηλαδή οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκε το αδίκημα της 1ης κατηγορίας είναι μειωμένης σοβαρότητας από τις συνήθεις περιπτώσεις επικίνδυνης οδήγησης. Κρίνω ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα είναι ιδιαίτερα σοβαρές ενόψει του ότι πρωτίστως από την πράξη του κινδύνευσε η σωματική ακεραιότητα της ΜΚ1. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Παράλληλα έχω κατά νου και δεν μου διαφεύγει ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224 και Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου: το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου την απολογία του Κατηγορούμενου έστω και σε αυτό το στάδιο τις προσωπικές του περιστάσεις. Ειδικότερα το ότι ο Κατηγορούμενος είναι διαζευγμένος, έχει τρία ανήλικα παιδία και για τα δύο εξ αυτών έχει την αποκλειστική φύλαξη και φροντίδα αφού διαμένουν μαζί του και τα φροντίζει. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την οικονομική του κατάσταση όπως έχει περιγραφεί από τον συνήγορο του. την έντονη συναισθηματική φόρτιση που κυρίευσε τον Κατηγορούμενο κατά τον επίδικο χρόνο λόγω των συνεχών προστριβών και καυγάδων που είχε συνεχώς με την πρώην σύζυγο του. ότι από το ατύχημα δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε σωματική βλάβη σε οποιοδήποτε πρόσωπο που ήταν παρών κατά την διάπραξη του αδικήματος. αναφορικά με το αδίκημα της 2η κατηγορίας λαμβάνω υπόψη μου την άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου. Τέλος λαμβάνω υπόψη μου τον χρόνο ο οποίος διέρρευσε από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου. Αναφορικά με τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη του υπό τιμωρία αδικήματος σημειώνονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623 υποδείχθηκε με αναφορά σε προγενέστερη Νομολογία ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272). Από της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων μέχρι την διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου έχουν παρέλθει σχεδόν 3½ χρόνια. Μελετώντας τον φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνω ότι ενώ το αδίκημα διαπράχθηκε στις 18/04/17 το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε στις 22/6/18 δηλαδή ένα και πλέον χρόνο μετά και χωρίς γι' αυτό να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Αυτό σύμφωνα με την Νομολογία επενεργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Το κατηγορητήριο επιδόθηκε στον Κατηγορούμενο στις 19/7/18 με κλήση για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο στις 04/09/
  1. Κατά την εν λόγω ημερομηνία ο Κατηγορούμενος δεν παρουσιάστηκε και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Η υπόθεση ορίστηκε για έλεγχο του εντάλματος σύλληψης και απάντηση στις 2/11/
  2. Στις 6/11/18 το ένταλμα σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του εκτελέστηκε και ο Κατηγορούμενος απάντησε με παραδοχή στην 2η κατηγορία και με μη παραδοχή στην 1η κατηγορία. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στην 1η κατηγορία και για γεγονότα και ποινή στην 2η κατηγορία στις 12/2/
  3. Έκτοτε και μέχρι και σήμερα ο Κατηγορούμενος δεν έχει καμία απολύτως ευθύνη για την καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εφόσον όλες οι αναβολές δόθηκαν είτε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου είτε λόγω αιτήματος αναβολής από την Κατηγορούσα Αρχή. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τον Απρίλιο του 2020 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2020 λόγω της απρόοπτης κατάστασης που υφίσταται ενόψει της πανδημίας του κοροναιού ίσχυσαν έκτακτα μέτρα και έτσι η υπόθεση αναβλήθηκε για αυτόν τον λόγο τόσο στις 30/4/20 όσο και στις 7/7/
  4. Συνεπάγεται ότι ο Κατηγορούμενος έχει πολύ μικρό μερίδιο ευθύνης για την καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Ο χρόνος που διέρρευσε θα έχει το αντίκρισμά του στην επιβληθεισόμενη ποινή, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά ειδικότερα του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας του υπό τιμωρία αδικήματος της 1ης κατηγορίας η οποία υποδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από τη μια, την σοβαρότητα του υπό τιμωρία αδικήματος σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα γι' αυτόν ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής στον Κατηγορούμενο θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Η ποινή της στέρησης της άδειας οδήγησης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής (Ελευθερίου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300). Η διάρκειά της θα πρέπει να συσχετίζεται με την ποινή φυλάκισης (Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 327, Kiamil v. Αστυνομίας
(1974)2 Α.Α.Δ. 16). Συνυπολογίζω τη σοβαρότητα του αδικήματος της 1ης κατηγορίας και τους προαναφερόμενους μετριαστικούς παράγοντες. Η άδεια οδήγησης αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (Σαρίδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465). Δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε ειδικός λόγος μη στέρησης. Οι λόγοι οι οποίοι προβλήθηκαν, όπως το ότι θα αδυνατεί να μεταφέρει τα παιδιά του στο σχολείο και ο ίδιος να πηγαίνει στον χώρο εργασίας του μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της στέρησης. Ένεκα της ιδιαίτερης σοβαρότητας του αδικήματος της 1ης κατηγορίας κρίνω σκόπιμο όπως επιβάλλω στον Κατηγορούμενο και αυτό το είδος ποινής. Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο : Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Επίσης επιβάλλεται στέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 15 ημερών από σήμερα. Ένεκα της επιβολής ποινής φυλάκισης δεν κρίνω σκόπιμο να επιβάλω βαθμούς ποινής. Στην 2η κατηγορία επιβάλω ποινή φυλάκισης 15 ημερών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο αφού το ζήτημα τούτο τέθηκε ευθέως από τον ευπαίδευτο συνήγορο του. Το Νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι συντρέχουν λόγοι που δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στην 1η κατηγορία. Αυτοί είναι η πάροδος 3 ½ ετών από της διάπραξης, ότι από τότε μέχρι σήμερα ο Κατηγορούμενος ουδέν αδίκημα διέπραξε και καμία υπόθεση δεν αντιμετωπίζει στο Δικαστήριο. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο και πρωτίστως ότι ο Κατηγορούμενος έχει την αποκλειστική φύλαξη και φροντίδα των δύο από τα τρία ανήλικα παιδιά του. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως το Δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει στον Κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία για να αποδείξει εκτός φυλακών ότι από τούδε και στο εξής δεν θα παρανομήσει ξανά. Από τον ίδιο εξαρτάται βέβαια να αρπάξει αυτή την ευκαιρία που σήμερα του δίδεται να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας φύσης ή οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Συνακόλουθα η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στον Κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Επεξηγούνται στον Κατηγορούμενο το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αλλά και του Διατάγματος στέρησης της άδειας οδήγησης του). (Υπ.) ............ Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.