← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:11707/18, 18/11/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:11707/18, 18/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:11707/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν XXXX ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 18/11/20 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κα. Κ. Πιερούδη Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες: Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς οπίσθια φώτα φρένων (stop lights) κατά παράβαση των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984 50

(10)και 72, Κ.Δ.Π 66/84 και άρθρο 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς να είναι εφοδιασμένο με σειρήνα ικανή να παράσχει ευδιάκριτη και επαρκή προειδοποίηση περί της προσέγγισης η θέσης του οχήματος κατά παράβαση των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984 50
(7)του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος του οποίου το φαναράκι της πισινής πινακίδας ήταν εκτός λειτουργίας κατά παράβαση των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984 50
(12), του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 , όπως έχει τροποποιηθεί. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος του οποίου οι ηλεκτρονικοί σηματοδότες ήταν εκτός λειτουργίας κατά παράβαση των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984 50
(12)του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς αυτό να είναι εφοδιασμένο με καθρεφτάκι συνοδηγού κατά παράβαση των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984 50
(12), του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 , όπως έχει τροποποιηθεί. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας κατά παράβαση των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984 17
(1)και 72 και άρθρο 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί. Ο Κατηγορούμενος στην υπό κρίση υπόθεση αντιμετωπίζει συνολικά επτά κατηγορίες. Πέραν της 1ης κατηγορίας που το υπό τιμωρία αδίκημα είναι πολύ σοβαρό τα υπόλοιπα αδικήματα είναι λιγότερο σοβαρά και προέκυψαν μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε τόσο στα στοιχεία του Κατηγορούμενου όσο και στο όχημα που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο αμέσως μετά την διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Τα γεγονότα που περιβάλουν τις συνθήκες διάπραξης των πιο πάνω αδικημάτων έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και με αυτά η Υπεράσπιση συμφώνησε. Αυτά, έχουν συνοπτικά ως ακολούθως : Ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 47 ετών. Κατάγεται από το χωρίο Άλασσα της Επαρχίας Λεμεσού και ήταν παντρεμένος με την xxxx Ελευθερίου. Εργάζεται ως εργάτης στον xxx Λεμεσού και είναι πατέρας 4 παιδιών εκ των οποίων τα δύο είναι ανήλικα. Κατά την ημέρα του δυστυχήματος ήταν ξύπνιος από τις 0200 το πρωί μέχρι και την ώρα που επεσυνέβηκε το τροχαίο δυστύχημα. Οδηγούσε με σκοπό να μεταβεί στην περιοχή του Καρνάγιου στη Λεμεσό για να μαζέψει πέτρες και να τις μεταφέρει στην μάντρα του. Στο συγκεκριμένο σημείο που επεσυνέβη το θανατηφόρο δυστύχημα ο κύριος δρόμος είναι η οδός Φραγκλίνου Ρουσβελτ. Στο σημείο της οδού Φραγκλίνου Ρούσβλετ που τέμνουν στο βόρειο μέρος της η οδός Δημοκρατίας και στο νότιο μέρος της η οδός Αλεξάνδρειας σχηματίζεται διασταύρωση η οποία ελέγχεται από φώτα τροχαίας. Ο Κατηγορούμενος στις 18/07/17 και περί ώρα 0810 το πρωί οδηγούσε το μονοκάμπινο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX79 ιδιοκτησίας της συζύγου του xxxx Ελευθερίου στην οδό Δημοκρατίας από βόρεια προς νότια κατεύθυνση με σκοπό να εισέλθει στην οδό Αλεξάνδρειας αφού διασταυρώσει την οδό Φραγκλίνου Ρούσβελτ. Η πορεία του σημειώνεται στο τελικό σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (Έγγραφο Β) με το γράμμα Α. Το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν ιδιοκτησίας της συζύγου του και το οδηγούσε με την συγκατάθεση της. Σε αυτό επέβαινε μόνος του και ήταν προσδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Το θύμα πριν κτυπηθεί από το όχημα του Κατηγορούμενου περπατούσε στο νότιο πεζοδρόμιο επί της οδού Φραγκλίνου Ρούσβελτ από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Αφού εισήλθε εντός της οδού Αλεξάνδρειας συνέχισε να κινείται προς τα δυτικά επιχειρώντας να διασχίσει την διέλευση πεζών που βρίσκεται στο στόμιο της οδού Αλεξάνδρειας και είχε σκοπό να ακολουθήσει δυτική πορεία, δηλαδή είχε πρόθεση να διασχίσει την οδό Αλεξάνδρειας από το ανατολικό προς το δυτικό της πεζοδρόμιο για να μεταβεί σε υπεραγορά-φρουταρία επι της οδού Φραγκλίνου Ρούσβελτ. Η πορεία του θύματος σημειώνεται στο τελικό σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (Έγγραφο Β) με το γράμμα Β. Μπροστά από το όχημα του Κατηγορούμενου δεν προπορευόταν οποιοδήποτε άλλο όχημα και έτσι αυτός είχε απρόσκοπτη ορατότητα προς το σημείο που περπατούσε το θύμα και προς την οδό Αλεξάνδρειας. Συγκεκριμένα από το αλτ στα φώτα της οδού Δημοκρατίας μέχρι το σημείο σύγκρουσης που βρίσκεται πάνω στην διέλευση πεζών της οδού Αλεξάνδρειας ο Κατηγορούμενος είχε απρόσκοπτη ορατότητα 40 μέτρων. Το σημείο σύγκρουσης σημειώνεται επί του τελικού σχεδιαγράμματος με το γράμμα Χ2. Ο Κατηγορούμενος κινείτο προς νότια κατεύθυνση και οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα και διέσχισε την φωτοελεγχόμενη διασταύρωση περνώντας μέσα από την οδό Φραγκλίνου Ρούσβελτ. Μόλις ο Κατηγορούμενος εισήλθε στο στόμιο της οδού Αλεξάνδρειας κτύπησε με το μπροστινό μέρος του οχήματος του στο σημείο Χ2 το θύμα -πεζό xxxx Μιχαήλ από την Λεμεσό χωρίς προηγουμένως να τον αντιληφθεί με αποτέλεσμα να τον παρασύρει μέχρι το σημείο που στο τελικό σχεδιαγράφημα (Έγγραφο Β) σημειώνεται ως Α1 όπου και το όχημα του Κατηγορούμενου σταμάτησε στην τελική του θέση. Το θύμα σύρθηκε από το όχημα του Κατηγορούμενου για απόσταση 7 μέτρων και 60 εκατοστών από το σημείο Χ2 μέχρι το σημείο Α1 επί του τελικού σχεδιαγράμματος. Το θύμα την συγκεκριμένη στιγμή που κτυπήθηκε από το όχημα του Κατηγορούμενου επιχειρούσε να διασταυρώσει την οδό Αλεξάνδρειας από το ανατολικό προς το δυτικό πεζοδρόμιο και διάνυσε ήδη 5 μέτρα εντός της διέλευσης πεζών από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Από το δυστύχημα το θύμα τραυματίστηκε πολύ σοβαρά και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ο Κατηγορούμενος δεν τραυματίστηκε ενώ το όχημα του υπέστη ελαφριά ζημιά και συγκεκριμένα βούλωμα στο μπροστινό μέρος του καπό της μηχανής του. Κατά την άφιξη της Αστυνομίας στην σκηνή του δυστυχήματος ο Κατηγορούμενος ο οποίος ήταν παρών υποβλήθηκε σε προκαταρκτικό έλεγχο άλκοτεστ με μηδενική ένδειξη. Στην συνέχεια ο Μ18 επί του κατηγορητηρίου στην παρουσία του Κατηγορούμενου πήρε τα αναγκαία μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο το οποίο όταν τέλειωσε το υπέδειξε στον Κατηγορούμενο και αφού του το επεξήγησε ο τελευταίος συμφώνησε και το υπέγραψε. Επίσης ο Μ18 επικοινώνησε με το τμήμα Α Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού και ενημερώθηκε ότι το θύμα υπέστη διάφορα κατάγματα και θα γινόταν εισαγωγή στο Ορθοπεδικό Τμήμα για παρακολούθηση. Το θύμα ήταν ηλικίας 83 ετών. Στις 18/07/17 και περί ώρα 1320 ο ΜΚ18 επικοινώνησε εκ νέου με το Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού για να ενημερωθεί για την κατάσταση του θύματος και του αναφέρθηκε ότι αυτός απεβίωσε στις 1310 της ίδιας ημέρας. Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης κλήθηκε εκ νέου στο Τμήμα Τροχαίας ο Κατηγορούμενος μαζί με το όχημα που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο και αφού προσήλθε ενημερώθηκε για την εξέλιξη που είχε το δυστύχημα και την διαδικασία που θα ακολουθείτο. Λήφθηκε αριθμός φωτογραφιών τόσο του ενεχόμενου οχήματος όσο και της σκηνής του δυστυχήματος. Επίσης λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Στις 18/07/17 και ώρα 1610 στο Τμήμα Τροχαίας Λεμεσού ο Μ19 επί του κατηγορητηρίου συνέλαβε τον Κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του επεξήγησε τον λόγο της σύλληψης του και του επεστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο αυτός απάντησε "εντάξει δεν το ήθελα". Δόθηκε σχετικό έντυπο στον Κατηγορούμενο με τα δικαιώματα του τα οποία αφού του επεξηγήθηκαν αυτός τα υπέγραψε. Ακολούθως μεταφέρθηκε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού και τέθηκε υπό κράτηση. Στις 18/07/17 λήφθηκε εκ νέου ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Την 19/07/17 και περί ώρα 1130 στο Νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ο υιός του θύματος αναγνώρισε την σορό του θύματος. Στην συνέχεια η Ιατροδικαστής Δρ. xxxx Παπέττα διενήργησε τη νενομισμένη νεκροτομή στη σορό του θύματος. Σύμφωνα με την Ιατροδικαστική Έκθεση που ετοίμασε η αιτία θανάτου του θύματος ήταν η πνευμονική εμβολή συνεπεία των τραυμάτων που προκλήθηκαν από το τροχαίο δυστύχημα (Έγγραφο Δ). Την 20/07/17 το όχημα του Κατηγορούμενου μεταφέρθηκε στο τμήμα οδικών μεταφορών Λεμεσού για έλεγχο και διαπιστώθηκε ότι κάποια από τα εξαρτήματα του δεν λειτουργούσαν ή έλειπαν από αυτό. Ουσιαστικά από τον τεχνικό έλεγχο προέκυψε η διάπραξη των υπόλοιπων αδικημάτων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο Κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο ο καιρός ήταν αίθριος και υπήρχε φως της ημέρας. Το οδόστρωμα ήταν στεγνό και είχε οδικές σημάνσεις. Το όριο ταχύτητας είναι 50 Χ.Α.Ω. και είναι κατοικημένη περιοχή. Κατά την εξέταση του δυστυχήματος δεν ανευρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης από το όχημα του Κατηγορούμενου. Ο πεζός όπως διαφάνηκε μέσα από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που βρισκόταν εγκατεστημένο στο πρακτορείο του ΟΠΑΠ κατά τον επίδικο χρόνο περπατούσε με κανονικό βηματισμό. Το πρακτορείο του ΟΠΑΠ βρίσκεται στα αριστερά της οδού Αλεξάνδρειας σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του Κατηγορούμενου. Από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του πιο πάνω αναφερόμενου πρακτορείου διαπιστώθηκε μετά από αναπαράσταση που διενεργήθηκε από τον Μ19 με την βοήθεια του τεχνικού Μ5 ότι το θύμα όντως την ώρα που διασταύρωνε τον δρόμο χρησιμοποίησε την υφιστάμενη λωρίδα διέλευσης πεζών επί των φώτων τροχαίας της οδού Αλεξάνδρειας. Τέλος η Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν έχει βαθμούς ποινής. Η κα. Πιερούδη, στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, εξέφρασε την απολογία του κατηγορούμενου για τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει και συμφώνησε με τα γεγονότα όπως τα έχει εκθέσει η Kατηγορούσα αρχή. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της 1ης κατηγορίας η κα. Πιερούδη ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του χωρίς οποιοδήποτε συνεπιβάτη στην οδό Δημοκρατίας. Αρχικά και όταν άναψε κόκκινο φως ο Κατηγορούμενος σταμάτησε στα φώτα τροχαίας. Όταν άναψε πράσινο και ενώ δεν είχε οποιοδήποτε άλλο όχημα μπροστά από το όχημα του που να εμποδίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την ορατότητα του, ο Κατηγορούμενος εκκίνησε να κινείται με χαμηλή ταχύτητα προς την οδό Αλεξάνδρειας. Αφού διάνυσε απόσταση 40 μέτρων από τα φώτα τροχαίας και ενώ βρισκόταν εντός της οδού Αλεξάνδρειας, κτύπησε το θύμα που κατά τον επίδικο χρόνο διασταύρωνε την οδό Αλεξάνδρειας από το ανατολικό προς το δυτικό πεζοδρόμιο σε ελεγχόμενη διέλευση πεζών η οποία ήταν χρωματισμένη με κόκκινο χρώμα. Μόλις ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι κτύπησε το θύμα εξήλθε από το αυτοκίνητο του και άρχισε να κλαίει. Αγκάλιασε το θύμα και του μιλούσε έχοντας υποστεί σοκ. Τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου η ευπαίδευτη συνήγορος του υιοθέτησε την έκθεση του Γρ. Ευημερίας. Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ότι πρόκειται για άτομο που βίωσε δύσκολα παιδικά χρόνια αφού κατάγεται από πολύτεκνη οικογένεια η οποία αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ενόψει των οικονομικών δυσκολιών ο Κατηγορούμενος άρχισε να εργάζεται ενώ ήταν ακόμα μαθητής ως βοηθός μηχανικός και τεχνικός επιδιορθώσεων αυτοκινήτων. Σύμφωνα πάντοτε με την έκθεση του Γρ. Ευημερίας ο Κατηγορούμενος πριν την κατάταξη του στην Εθνική Φρουρά εκδήλωσε παραβατική συμπεριφορά και διέπραξε το αδίκημα της κλοπής με άλλους συνομήλικους του. Αφού ολοκλήρωσε την στρατιωτική του θητεία στην Εθνική Φρουρά παντρεύτηκε και απέκτησε τέσσερα παιδιά. Με την σύζυγο του χώρισε πριν ένα χρόνο καθότι υπήρχαν προβλήματα στην σχέση τους αλλά ο ίδιος διατηρεί επικοινωνία με τα παιδιά του και καταβάλλει διατροφή ύψους 400 ευρώ στα δύο ανήλικα τέκνα του. Απασχολείται ως εργάτης στον Δήμο Λεμεσού. Μετά τον χωρισμό του διαμένει στο χωριό Άλασσα σε πρόχειρο κατάλυμα και οι συνθήκες διαβίωσης του σύμφωνα με την έκθεση του Γρ. Ευημερίας δεν είναι ικανοποιητικές. Πέραν των πιο πάνω, η συνήγορος του Κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου και την παραδοχή του έστω και σε αυτό το στάδιο. Ανέφερε επίσης η κα. Πιερούδη ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 50 ετών με χαμηλή μόρφωση και καλό χαρακτήρα. Τόνισε ακόμα ότι απουσιάζει κατά τον επίδικο χρόνο το στοιχείο της εγωιστικής συμπεριφοράς κατά την οδήγηση του Κατηγορούμενου κάτι το οποίο θα συνιστούσε επιβαρυντικό παράγοντα. Σύμφωνα με την συνήγορο του Κατηγορούμενου το επίδικο θανατηφόρο δυστύχημα αποτελεί πλήγμα για την ζωή του πελάτη της καθώς του έχει δημιουργήσει έντονα ψυχολογικά προβλήματα. Ένεκα του ότι το θύμα έχει αποβιώσει εξαιτίας του δυστυχήματος σύμφωνα με την κα. Πιερούδη ο Κατηγορούμενος δεν θα είναι ποτέ πια ο ίδιος άνθρωπος λόγω του βάρους που φέρει. Πρόσθεσε ότι ο πελάτης της υποφέρει από κατάθλιψη και θεωρεί ότι αυτό το τραγικό γεγονός δεν μπορεί να το ξεπεράσει αφού θα τον βασανίζει σε όλη του την ζωή. Αναφέρθηκε επίσης ότι κατά την στιγμή που ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι χτύπησε τον πεζό βγήκε έξω από το αυτοκίνητο του κλαίγοντας, πλησίασε το θύμα, το αγκάλιασε και του μιλούσε. Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο η συνήγορος να λάβει υπόψη τον χρόνο που διέρρευσε από τις 18/07/17 ημερομηνία κατά την οποία διαπράχθηκε το αδίκημα μέχρι και σήμερα τονίζοντας ότι ο Κατηγορούμενος μέσα σε αυτό το διάστημα δεν εκδήλωσε οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά. Επίσης επισήμανε ότι κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από την διάπραξη του αδικήματος ως σήμερα έχουν αλλάξει οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου προς το χειρότερο αφού μετά την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων πήρε διαζύγιο από την σύζυγο του και πλέον ζει μόνος του σε υποστατικό κάτω από τραγικές συνθήκες. Σε σχέση με τις επαγγελματικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου η συνήγορος παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος Νομολογία, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής άμεσης φυλάκισης οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές αφού θα έχουν ως αποτέλεσμα την απώλεια της εργασίας του. Παράλληλα η απώλεια της εργασίας του θα επηρεάσει σημαντικά και την οικογένεια του καθώς τα δύο ανήλικα τέκνα του τα οποία εξαρτώνται οικονομικά από τον ίδιο για την επιβίωση τους αφού ο τελευταίος καταβάλλει μηνιαία διατροφή ύψους 400 ευρώ. Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι εφόσον το Δικαστήριο αποφασίσει ότι κατάλληλη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης ενόψει των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου αλλά και την μη ύπαρξη επιβαρυντικών παραγόντων στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της αναστολής της. Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 : «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72όπως τροποποιήθηκε το Δικαστήριο έχει εξουσία να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα την ικανότητα του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει και με το άρθρο 20Α να επιβάλει και βαθμούς ποινής στην άδεια του. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω το αδίκημα της 1ης κατηγορίας είναι αδιαμφισβήτητα σοβαρό. Επισημαίνεται ότι η διάπραξη τροχαίων δυστυχημάτων έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Στην υπόθεση Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 λέχθηκαν τα εξής: «Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Δυστυχώς, η πιο πάνω διαπίστωση είναι επίκαιρη μέχρι και σήμερα. Τούτο επιβεβαιώθηκε και σε άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460, Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αντώνης Χαραλαμπίδης
(2009)2 Α.Α.Δ. 237) Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/2014 ημερομηνίας 20.3.2015. συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές για το καθορισμό τόσο του είδους της ποινής όσο και της έκτασης της σε υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων. Έγινε δε παραπομπή σε αγγλική νομολογία (βλ. R. v. Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549 και R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353) αλλά και σε παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 και Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562). Παραθέτω το πιο κάτω διαφωτιστικό απόσπασμα : «Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προξενείτε από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι.» Στην απόφαση Παντέλας v. Αστυνομίας. (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην R v. Βοswell (ανωτέρω), ανέφερε ως ενδεικτικούς επιβαρυντικούς παράγοντες την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, την ταχύτητα, την αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες και την επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια), η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, λέχθηκε ότι οι αρχές των Guilfoyle και Boswell (ανωτέρω) έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Όμως οι αρχές αυτές δεν ανάγονται σε κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αστυνομία ν. Μοδέστου Νικολάου, Ποινική Έφεση 217/2016, ημερομηνίας 11.5.2017 τα γεγονότα παρουσιάζουν ομοιότητα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Σε εκείνη την υπόθεση, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του επί της Λεωφόρου Αμαθούντος στην Λεμεσό, κατευθυνόμενος δυτικά προς Λεμεσό. Η τροχαία κίνηση στο δρόμο κατά την συγκεκριμένη ώρα ήταν αραιή. Σε κάποιο σημείο του δρόμου ενώ διερχόταν έξω από νυχτερινό κέντρο κανονικά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του, συγκρούστηκε με το θύμα με το μπροστινό αριστερό μέρος του οχήματος του και την παρέσυρε τραυματίζοντας την θανάσιμα. Το θύμα τη στιγμή της σύγκρουσης διασταύρωνε την Λεωφ. Αμαθούντος από τα βόρεια προς νότια (από τα δεξιά προς τα αριστερά) σύμφωνα με την πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Από τη σύγκρουση το θύμα εκτινάχθηκε πάνω στο ανεμοθώρακα του οχήματος του κατηγορούμενου και στη συνέχεια έπεσε στην άσφαλτο. Το Ανώτατο Δικαστήριο αντικαθιστώντας την χρηματική ποινή που επιβλήθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο στον Κατηγορούμενο με ποινή φυλάκισης 3 μηνών, ανέφερε τα εξής (απόφαση πλειοψηφίας): "Σ' ένα δρόμο ευθύ, χωρίς οποιοδήποτε εμπόδιο, ο εφεσίβλητος οδηγούσε, αδιαφορώντας, όπως αποδείχθηκε, για τους άλλους που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Η συμπεριφορά αυτή ανάγεται σε επικίνδυνη οδήγηση, που δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ότι υποβαθμίστηκε πρωτοδίκως και διαπιστώνουμε σφάλμα αρχής από το δικαστήριο. Στην προκείμενη υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη ότι το θύμα διασταύρωνε μια πλατιά λεωφόρο από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του εφεσίβλητου, δεν είχε αντιληφθεί το θύμα το οποίο είχε σχεδόν ολοκληρώσει τη διασταύρωση, η αμέλεια που υπέδειξε, αντικειμενικά κρινόμενη, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι εμπεριείχε έκδηλα το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Υπ' αυτή τη θεώρηση, κρίνεται ότι, υπό τις περιστάσεις, η μόνη επιβαλλόμενη ποινή ήταν η ποινή της φυλάκισης και ως συνέπεια τούτου, η επιβληθείσα χρηματική ποινή κρίνεται ως έκδηλα ανεπαρκής και επιβάλλεται η παρέμβασή μας. Η αμέλεια την οποία υπέδειξε, υπό τις περιστάσεις, όπως την αναλύσαμε πιο πάνω, επιβάλλει την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας.» Στρεφόμενος τώρα στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου μπορεί να χαρακτηριστεί ως εγωιστική και αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων χρηστών του δρόμου ή ότι δεν είναι τέτοια που να εμπεριέχει το στοιχείο της εγωιστικής συμπεριφοράς και αδιαφορίας. Ο Κατηγορούμενος είχε απρόσκοπτη ορατότητα από την οδό Δημοκρατίας προς την οδό Αλεξάνδρειας. Ο δρόμος ήταν ευθύς και στεγνός και το περιστατικό έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας όπου υπήρχε φως αφού ο καιρός ήταν αίθριος. Ο Κατηγορούμενος σταμάτησε στο αλτ της οδού Δημοκρατίας όταν το φως άναψε κόκκινο. Το όχημα του ήταν πρώτο στην σειρά αφού δεν προπορευόταν οποιοδήποτε άλλο όχημα που να του εμποδίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την ορατότητα , η οποία ήταν 40 μέτρα από το σημείο του αλτ μέχρι την λωρίδα διέλευσης πεζών πάνω στην οποία το θύμα περπατούσε λίγο πριν την σύγκρουση. Παρά τις πιο πάνω ευνοϊκές για τον Κατηγορούμενο συνθήκες εντούτοις και προδήλως ένεκα του ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε την δέουσα παρατηρητικότητα μέσα στον δρόμο κτύπησε το θύμα ενώ αυτός είχε διανύσει απόσταση 5 μέτρων πάνω στην διέλευση πεζών από τα αριστερά προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου. Η αποτυχία του Κατηγορούμενου να αντιληφθεί τον πεζό και κατ' επέκταση η έλλειψη τήρησης από μέρους του της δέουσας παρατηρητικότητας μέσα στον δρόμο επιμαρτυρείται και από το γεγονός ότι μετά την σύγκρουση ο Κατηγορούμενος παρέσυρε το θύμα για απόσταση 7 μέτρων και 60 εκατοστών. Υπό το φως των πιο πάνω θα διαφωνήσω με την ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορουμένου ότι το σφάλμα του δεν εμπεριείχε το στοιχείο της αδιαφορίας. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η οδήγηση του Κατηγορουμένου εμπεριείχε έκδηλα το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο περιλαμβανομένου του θύματος και ήταν επικίνδυνη. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το λευκό οδικό μητρώο του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 51 ετών και μέχρι σήμερα δεν έχει επιδείξει οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά. Εξαίρεση αποτελεί το περιστατικό το οποίο αναφέρεται στην έκθεση του Γρ. Ευημερίας και για το οποίο έγινε αναφορά ανωτέρω. Στο περιστατικό αυτό δεν θα προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα αφού αυτό έλαβε χώρα πριν πολλά χρόνια, όταν ο Κατηγορούμενος ήταν σε πολύ νεαρή ηλικία, πριν ακόμα καταταγεί στην Εθνική Φρουρά. Έλαβα υπόψη μου επίσης για σκοπούς μετριασμού της ποινής την παραδοχή του Κατηγορουμένου έστω και το προχωρημένο στάδιο στο οποίο αυτή έγινε. Έγινε, όμως, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Βασίλης Σόλωνα Φανάρα ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50 λέχθηκε ότι η παραδοχή λαμβάνεται υπόψη στην κατάλληλη περίπτωση έστω και αν αυτή δεν είναι έγκαιρη. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα επίσης υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως αυτές αναφέρθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο του και περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Μεταξύ άλλων έλαβα υπόψη μου τις δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Κατηγορούμενος είναι αναγκασμένος να ζει το τελευταίο χρονικό διάστημα. Ο Κατηγορούμενος μετά τον χωρισμό από την σύζυγο του διαμένει σε ένα πρόχειρο κατάλυμα (αποθήκη-παράγκα) η οποία ανήκει στην αδερφή του και βρίσκεται στην περιοχή του χωριού Άλασσας της Επαρχίας Λεμεσού. Οι συνθήκες διαβίωσης και υγιεινής στο εν λόγω υποστατικό σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας δεν είναι ικανοποιητικές. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενους είναι χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και είναι άνθρωπος με καλό χαρακτήρα. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη προς μετριασμό της ποινής το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που επέφερε στον Κατηγορούμενο ο θάνατος του θύματος. Ο Κατηγορούμενος ταλαιπωρείται συναισθηματικά και ως ανέφερε η συνήγορος του ποτέ πια δεν θα είναι ο ίδιος άνθρωπος, αφού αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα. Αποδέχομαι την εισήγηση ότι ο συναισθηματικός κόσμος του Κατηγορούμενου διαταράχτηκε και κλονίστηκε εξαιτίας της απώλειας της ζωής του θύματος, δεν μπορώ όμως να δεχτώ ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει είναι τέτοιας έκτασης και σοβαρότητας που να του προκάλεσαν ψυχική νόσο όπως είναι η κατάθλιψη αφού προς υποστήριξη του πιο πάνω ισχυρισμού δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό από την υπεράσπιση. Ούτε και αναφέρθηκε ότι έτυχε παρακολούθησης από ειδικό ή ότι έχρηζε καν τέτοιας παρακολούθησης ή ότι του χορηγήθηκε οποιαδήποτε θεραπεία (Τηλεμάχου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701 σελ. 707) Ήταν επίσης εισήγηση της κας. Πιερούδη ότι ενδεχόμενη επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης στον Κατηγορούμενο θα επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις στον Κατηγορούμενο αφού αυτό θα έχει ως επακόλουθο την απώλεια της εργασίας του στον Δήμο Λεμεσού στον οποίο εργάζεται ως συλλέκτης σκυβάλων. Επίσης από την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης θα επηρεαστούν δυσμενώς και τα ανήλικα τέκνα του, διότι εξαιτίας της απώλειας της εργασίας του Κατηγορούμενου αυτομάτως δεν θα μπορεί να τους καταβάλλεται η μηνιαία διατροφή. Ως προς το πρώτο σκέλος της εισήγησης της συνηγόρου πρέπει αρχικά να αναφέρω ότι καμία βεβαίωση από την εργασία του Κατηγορούμενου δεν έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο που να επιβεβαιώνει τα όσα αναφέρθηκαν. Συνεπώς, ότι έχει αναφερθεί από την συνήγορο παραμένει μετέωρο, αλλά ακόμα και αν ληφθεί υπόψη ως μια πιθανότητα πρέπει να αναφερθεί ότι στην υπόθεση ANDREW JOHN YEATES, IAN FRANCIS CONSTANTIN v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6940,6941, 22.6.00 την οποία επικαλέστηκε η συνήγορος του Κατηγορούμενου, οι Κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν εντελώς διαφορετικής φύσης αδικήματα και η σοβαρότητα τους ήταν σημαντικά μειωμένη σε σχέση με το αδίκημα της 1ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση. Το Εφετείο στην πιο πάνω απόφαση ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση στην οποία είχαν επιβληθεί άμεσες ποινές φυλάκισης τις παραμέρισε και τις αντικατέστησε με χρηματικές ποινές. Το Εφετείο αποτίμησε καταρχήν τις επιπτώσεις που είχαν οι ποινές φυλάκισης στους εφεσείοντες. Αφού έλαβε επίσης υπόψη ως μετριαστικό παράγοντα την επίδραση της μέθης που είχε στην συμπεριφορά των εφεσειόντων κατά τον επίδικο χρόνο, αποφάσισε ότι οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν προκαλούσαν δυσανάλογες συνέπειες κατ' αναλογία της βαρύτητας των πταισμάτων που διέπραξαν. Στην παρούσα υπόθεση η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου είχε δυστυχώς ως τραγικό αποτέλεσμα την απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής. Στρεφόμενος τώρα στο δεύτερο σκέλος της εισήγησης της συνηγόρου υπεράσπισης θα πρέπει να αναφέρω ότι είναι σαφώς νομολογημένο ότι οι επιπτώσεις από ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης στην οικογένεια ενός Κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη ως ελαφρυντικός παράγοντας. Δεν είναι, όμως, καθοριστικής σημασίας για την επιλογή του είδους της ποινής (Βλ. Hossein M. Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 315). Μπορεί η Υπεράσπιση για τους λόγους που ανωτέρω εξηγούνται να μην με έπεισε ότι ο Κατηγορούμενος θα απωλέσει την εργασία του από ενδεχόμενη επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης, όμως, δεν παραγνωρίζω ότι ενδεχόμενη επιβολή άμεσης φυλάκισης στον Κατηγορούμενο θα έχει ως συνέπεια ο Κατηγορούμενος να στερηθεί των εισοδημάτων του για όσο χρόνο αυτός διαταχθεί να εκτίσει τέτοια φυλάκιση. Είμαι λοιπόν διατεθειμένος να λάβω υπόψη μου τις συνέπειες αυτές που θα επιφέρει στην οικογένεια του Κατηγορούμενου η επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης και δη στα δύο ανήλικα τέκνα του τα οποία είναι εξαρτώμενα από το εισόδημα που κερδίζει ο Κατηγορούμενος από την εργασία του, όχι όμως σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση των υπό τιμωρία αδικημάτων. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης. Τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν την 18/07/17 και το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε την 01/06/18 δηλαδή σχεδόν 1 χρόνο μετά. Για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου δεν δόθηκε καμία δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Σημειώνεται επίσης ότι η υπόθεση δεν χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα. Η καθυστέρηση που σημειώνεται στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης κρίνεται μεγάλη, αδικαιολόγητη και βαρύνει αποκλειστικά τις διωκτικές Αρχές. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Αναφορικά με το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την διάπραξη του υπό τιμωρία αδικήματος σημειώνονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Η πάροδος μεγάλου χρόνου από τον χρόνο διάπραξης ενός αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355). Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλο, δηλαδή της τάξης των 3 ετών και 4 μηνών. Δεν μου διαφεύγει όμως ότι για την καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης δεν είναι αμέτοχος και ο Κατηγορούμενος . Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου την 02/08/18 και ζήτησε χρόνο για να απαντήσει. Ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε την 12/09/18 για απάντηση και ο Κατηγορούμενος ξαναζήτησε χρόνο για να απαντήσει με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για απάντηση την 08/10/
  1. Εκείνη την ημερομηνία ο Κατηγορούμενος διόρισε δικηγόρο απαντώντας στο κατηγορητήριο με μη παραδοχή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση χωρίς μάρτυρες την 20/12/
  2. Εκείνη την ημερομηνία η υπόθεση ορίστηκε τελικά για ακρόαση για την 28/03/
  3. Ζητήθηκε αναβολή από την πλευρά του Κατηγορούμενου και η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση την 30/05/
  4. Εκείνη την ημερομηνία ο Κατηγορούμενος απουσίαζε και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του το οποίο την 24/09/19 ακυρώθηκε ενόψει της παρουσίας του στο Δικαστήριο. Από την 02/08/18 μέχρι την 24/09/19 παρήλθε χρόνος ενός έτους. Στις 24/09/19 ζητήθηκε αναβολή από την Κατηγορούσα Αρχή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 24/01/20 όπου και πάλι ζητήθηκε αναβολή από την Κατηγορούσα Αρχή. Η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 30/04/
  5. Κατά την εν λόγω ημερομηνία αλλά και κατά την επόμενη ημερομηνία που ορίστηκε η υπόθεση για ακρόαση, δηλαδή στις 06/07/20, είχαν τεθεί σε ισχύ τα έκτακτα μέτρα που λήφθηκαν με σκοπό την προστασία του κοινού από την πανδημία του κορονωιού με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναβληθεί και να οριστεί την 08/09/20 όπου τελικά ο Κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή. Η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής την 12/10/
  6. Την 12/10/20 ενώ το Δικαστήριο ενώ είχε ορίσει την υπόθεση για γεγονότα και ποινή εντούτοις η συνήγορος του Κατηγορουμένου ζήτησε περαιτέρω χρόνο για να ετοιμάσει γραπτώς την αγόρευση της. Αφού της δόθηκε χρόνος η υπόθεση ορίστηκε ξανά για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 30/10/
  7. Την συγκεκριμένη ημερομηνία το Δικαστήριο αφού άκουσε τα γεγονότα και την αγόρευση της συνηγόρου επιφύλαξε ποινή στις 18/11/
  8. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος ευθύνεται για ένα χρονικό διάστημα της τάξης του ενός έτους στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι όταν η πάροδος χρόνου μεταξύ της διάπραξης και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορούμενου ή μέρος αυτού οφείλεται στον κατηγορούμενο ο χρόνος αυτός δεν λαμβάνεται υπόψη προς όφελός του. Από την άλλη, η Νομολογία αναγνωρίζει ότι όταν ο χρόνος αυτός είναι μεγάλος δεν μπορεί να παραγνωρισθεί, θα πρέπει δε σε αυτόν να προσδίδεται η δέουσα υπό τις περιστάσεις βαρύτητα ώστε η επιβληθεισόμενη ποινή να μην εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα του νόμου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρίστος Γενεθλίου, Ποινική Έφεση 5/16, ημερομηνίας 1.3.16 αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο ενδεικτικά τα ακόλουθα: «Από την πορεία της υπόθεσης διαφαίνεται ότι μεγάλη ευθύνη για την καθυστέρηση βαρύνει την πλευρά του εφεσίβλητου. Παραμένει, βέβαια, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο χρόνος που διέρρευσε είναι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, μεγάλος και αυτό έχει τη δική του επίπτωση στην ποινή που επιβάλλεται. Όμως, έχοντας υπόψη τη συμβολή του ίδιου του εφεσίβλητου στη μεγάλη αυτή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, δεν μπορεί αυτός ο παράγοντας να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην επιβαλλόμενη ποινή. Σίγουρα, η καθυστέρηση θα πρέπει να συνυπολογίζεται, ελαφρυντικά, στην επιμέτρηση της ποινής, όχι όμως σε βαθμό που να εξουδετερώνονται όλοι οι άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση». Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλος. Με δεδομένα, όμως, την υπαιτιότητα του Κατηγορούμενου στην καθυστέρηση που παρατηρείται στην διάγνωση της ποινικής της ευθύνης της τάξης του ενός έτους καθώς και την σοβαρότητα του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας κρίνω ότι είναι αναγκαίο να παρεκκλίνω από την νομολογιακή αρχή που πιο πάνω αναφέρεται παρά και το ότι εντός του πιο πάνω διαρρεύσαντος χρονικού διαστήματος επήλθε διαφοροποίηση στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου η οποία όμως να σημειωθεί ότι δεν είναι τόσο δραματική η καταλυτική ώστε να είναι ικανή να μεταβάλει το είδος της αρμόζουσας για την περίπτωση ποινής. Ο χρόνος που διέρρευσε και η μεταβολή στις συνθήκες διαβίωσης του Κατηγορούμενου θα έχουν το αντίκρισμά τους στην επιβληθεισόμενη ποινή, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση των υπό τιμωρία αδικημάτων. Στην απόφαση ΚΩΣΤΑΣ ΣΙΜΙΛΛΙΔΗΣ v ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποινική Έφεση 9/2006 2 ΑΑΔ152 το Εφετείο επικύρωσε την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης 6 μηνών που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο παρά το ότι το δυστύχημα επεσυνέβη στις 15/08/03 και η ποινή επεβλήθει στις 12/01/06, δηλαδή 2 ½ χρόνια μετά. Στην υπόθεση Αστυνομία ν. Μοδέστου Νικολάου, Ποινική Έφεση 217/2016, ημερομηνίας 11.5.2017 που πιο πάνω αναφέρθηκε το Εφετείο αντικατέστησε την χρηματική ποινή που επιβλήθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο και την αντικατέστησε με ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στην απόφαση του Εφετείου να επιβάλει ποινή φυλάκισης μειωμένης έκτασης επενήργησε πρωτίστως ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης του αδικήματος και της εν λόγω απόφασης ήτοι 3 χρόνια και 8 μήνες και συγκεκριμένα από την 13/9/13 μέχρι την 11/5/
  9. Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας του αδικήματος της 1ης κατηγορίας η οποία αναδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων και ιδιαίτερα του αδικήματος της 1ης κατηγορίας αλλά και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι η ποινή φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής στον Κατηγορούμενο θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ). Η ποινή της στέρησης της άδειας οδήγησης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής (Ελευθερίου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300). Η διάρκειά της θα πρέπει να συσχετίζεται με την ποινή φυλάκισης (Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 327, Kiamil v. Αστυνομίας
(1974)2 Α.Α.Δ. 16). Συνυπολογίζω τη σοβαρότητα του αδικήματος της 1ης κατηγορίας και τους προαναφερόμενους μετριαστικούς παράγοντες. Η άδεια οδήγησης αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (Σαρίδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465). Δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε ειδικός λόγος μη στέρησης. Ένεκα της ιδιαίτερης σοβαρότητας του αδικήματος της κατηγορίας της 1ης κατηγορίας κρίνω ορθό σκόπιμο και δίκαιο όπως επιβάλλω στον Κατηγορούμενο και αυτό το είδος ποινής σε αυτή την κατηγορία. Επίσης κρίνω σκόπιμο όπως επιβάλω και βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου. Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές : Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών και 5 βαθμούς ποινής. Επιπλέον επιβάλλεται στέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών από σήμερα 18/11/20. Στην 2η ,3η,4η,5η , 6η και 7η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο, αφού το ζήτημα τούτο τέθηκε ευθέως από την ευπαίδευτη συνήγορό του. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο. Άλλωστε, η δυνατότητα αναστολής ποινής φυλάκισης μειώνεται, κατά την κρίση μου, σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες και περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, λήφθηκαν υπόψη με αποτέλεσμα την δραστική μείωση της ποινής φυλάκισης, δεν είναι όμως, τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν και την αναστολή της. Έξοδα ύψους 100 ευρώ να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.) ............ Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.