← Κύπρος

ΗΛΙΑΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΔΙΛΟΒΟΣ ΕΡΜΙΟΝΗ Ε.Ε. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11703/2018, 12/10/2020

ΗΛΙΑΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΔΙΛΟΒΟΣ ΕΡΜΙΟΝΗ Ε.Ε. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11703/2018, 12/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11703/2018 Μεταξύ: ΗΛΙΑΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΛΙΜΙΤΕΔ V

  1. ΔΙΛΟΒΟΣ ΕΡΜΙΟΝΗ Ε.Ε.
  2. XXX ΣΕΡΕΜΕΤΑΣ Ημερομηνία: 12.10.2020 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Μ. Νικολάου Για Κατηγορούμενους: Ι. Ιωάννου για Γιώτα Μιλτιάδου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος 2 απών ΑΠΟΦΑΣΗ (για εκδίκαση της υπόθεσης στην απουσία κατηγορούμενου & επιβολή ποινής) Στις 09.10.2020 η ποινική υπόθεση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου για γεγονότα και επιβολή ποινής σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και 2 και για έλεγχο του εντάλματος σύλληψης αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 για πολλοστή φορά το οποίο δεν είχε εκτελεστεί. Το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική εξουσία που του παρέχει η συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 63, 89, 112 και 113 του Κεφ. 155 και λαμβάνοντας καθοδήγηση από τις αρχές που έχουν τεθεί στην Ποινική Έφεση Αρ. 46/2015 ημερομηνίας 7/11/2018 μεταξύ SUREFOOD LTD ν. ΜΙΧΑΗΛ & Γρηγορίου ν. Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών, ECLI:CY:AD:2016:D448, Ποιν. Εφ. Αρ. 100/2014 ημερ. 27.9.2016 καθώς και από τα συγγράμματα των Λοΐζου και Πική Criminal Procedure in Cyprus (σελ. 79) και Blackstone's Criminal Practice 2016 (σελ. 1923) αποφάσισε όπως προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης στην απουσία του κατηγορούμενου 2 εφόσον αυτός, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ενώ είχε πλήρη γνώση της εναντίον του δικαστικής διαδικασίας συνειδητά δεν άσκησε το δικαίωμα παράστασης του. Συνεπώς το ένταλμα σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του ακυρώθηκε και ζήτησε από την συνήγορο των παραπονουμένων να προχωρήσει με την έκθεση των γεγονότων που αφορούν τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και τις οποίες είχαν παραδεχθεί σε προγενέστερο της υπόθεσης στάδιο. Ιδιαίτερα καθοριστικό για την λήψη της απόφασης αυτής από το Δικαστήριο ήταν το ιστορικό της υπόθεσης λεπτομέρειες του οποίου δίδονται κατωτέρω. Να σημειωθεί ότι πριν από την έκθεση των γεγονότων οι δικηγόροι των κατηγορούμενων ζήτησαν όπως λάβουν την άδεια του Δικαστηρίου να αποσυρθούν από την εκπροσώπηση τους ένεκα του γεγονότος ότι δεν έχουν πλέον καμία επικοινωνία με αυτούς. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου σε τι ενέργειες έχουν προβεί για να ενημερώσουν για την πρόθεση τους αυτή και το αίτημα που θα υποβάλλετο ανέφεραν ότι απέστειλαν μήνυμα στο κινητό τηλέφωνου που χρησιμοποιούσαν οι κατηγορούμενοι πελάτες τους χωρίς όμως να λάβουν οποιαδήποτε απάντηση. Είχαν δε και στην κατοχή τους εκτυπωμένο σε μορφή Screen Shot το σχετικό μήνυμα sms. Το Δικαστήριο κρίνοντας ότι ο τρόπος που επέλεξαν οι δικηγόροι των κατηγορουμένων να πληροφορήσουν τους τελευταίους για την πρόθεση τους να αποσυρθούν από την εκπροσώπηση αυτών δεν ήταν ο ενδεδειγμένος και στην απουσία οτιδήποτε άλλου δεν έδωσε άδεια για την απόσυρση των δικηγόρων από την υπόθεση. Πρωτού όμως η διαδικασία συνεχίσει κατά την 09.10.2020 με την έκθεση των γεγονότων της υπόθεσης ο κ. Ιωάννου ανέφερε και σημειώθηκε στο πρακτικό του Δικαστηρίου ότι δεν έχουν οποιεσδήποτε οδηγίες για τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης ούτε και για να προχωρήσουν σε αγόρευση για μετριασμό της ποινής σε σχέση με τους πελάτες του. Εξέφρασε δε την άποψη ότι το Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να προχωρήσει στην ολοκλήρωση της υπόθεσης και στην επιβολή ποινής στους κατηγορούμενους στην απουσία τους. Iστορικό Υπόθεσης: Η ποινική υπόθεση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 28.06.2018 και ορίστηκε για πρώτη φορά στις 12.09.2018 με σκοπό την επίδοση αυτής στους κατηγορούμενους και η οποία επαναορίστηκε για τον ίδιο σκοπό τόσο στις 15.10.2018 όσο και στις 07.12.
  3. Επίδοση του κατηγορητηρίου τόσο σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 όσο και σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 έλαβε χώρα στις 05.11.2018 προσωπικά στον κατηγορούμενο 2 και στον ίδιο ως ομόρρυθμο μέλος της κατηγορούμενης 1 και υπεύθυνο πρόσωπο για την παραλαβή εγγράφων αναφορικά με αυτήν. Στις 07.12.2018 λόγω της απουσίας του κατηγορούμενου 2 το Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του προγραμματίζοντας εκ νέου την υπόθεση για τις 22.01.2019 για απόδειξη για την κατηγορούμενη 1 και για απάντηση και έλεγχο του εντάλματος σύλληψης για τον κατηγορούμενο
  4. Λόγω της μη εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης στις 22.01.2019 η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για έλεγχο του εντάλματος για τον κατηγορούμενο αρ. 2 και για απόδειξη για την κατηγορούμενη 1 στις 25.02.2019 δίδοντας ταυτόχρονα οδηγίες όπως κλητευθεί ο αρμόδιος αστυφύλακας για την εκτέλεση των ενταλμάτων σύλληψης να είναι παρόν στο Δικαστήριο για να δώσει λόγο για τη μη εκτέλεση του Εντάλματος Σύλληψης. Στις 31.01.2019 το ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου 2 εκτελέστηκε και αυτός παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο το οποίο υπέβαλε όρους για την εξασφάλιση της παρουσίας του στις 25.02.2019 που ήταν ορισμένη η υπόθεση ενώπιον του ήτοι την παράδοση του διαβατηρίου και άλλων ταξιδιωτικών του εγγράφων, την κατάθεση €500 σε μετρητά και όπως παρουσιάζεται 3 φορές την εβδομάδα στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας και συγκεκριμένα κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή μεταξύ των ορών 10:00 π.μ. με 13:00 μμ. Στις 25.02.2019 ο κατηγορούμενος 2 εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και δεν παραδέχθηκε τις εναντίον του κατηγορίες όπως έπραξε και η κατηγορούμενη 1 με το Δικαστήριο να ορίζει την υπόθεση για ακρόαση στις 11.04.2019 και τους όρους εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορούμενου 2 να παραμένουν σε ισχύ πλην μιας μικρής διαφοροποίησης στις ώρες που θα έπρεπε να παρουσιάζετο για υπογραφή ο κατηγορούμενος 2 στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας. Στις 11.04.2019 η ακρόαση της υπόθεσης δεν διεξήχθηκε με αποτέλεσμα αυτή να προγραμματιστεί εκ νέου για ακρόαση στις 11.06.2019 ο δε κατηγορούμενος 2 που ήταν παρόν στην διαδικασία κλήθηκε να είναι παρόν και στην νέα ημερομηνία με τους όρους εξασφάλισης της παρουσίας του να παραμένουν σε ισχύ πλην μιας μικρής διαφοροποίησης στις ημέρες που θα έπρεπε να παρουσιάζετο στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας. Κατά την εμφάνιση στις 11.06.2019 ο κατηγορούμενος 2 ζήτησε άδεια να αλλάξει απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή στις κατηγορίες 2 και 3 και σχετική άδεια δόθηκε, περαιτέρω σε σχέση με την κατηγορούμενη αρ. 1 καταχωρήθηκε σχετική εξουσιοδότηση για την από μέρους της παραδοχή των κατηγοριών 1 και 3 που αυτή αντιμετώπιζε με το Δικαστήριο να ορίζει την υπόθεση στις 9.7.2019 για γεγονότα και επιβολή ποινής και ο κατηγορούμενος 2 κλήθηκε να είναι παρόν στην διαδικασία με τους όρους εξασφάλισης της παρουσίας του να παραμένουν σε ισχύ πλην μιας μικρής διαφοροποίησης ότι αυτός θα υπέγραφε πλέον στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού αντί του Αστυνομικού Σταθμού Ομορφίτας. Στις 9.7.2019 ο κατηγορούμενος 2 ήταν παρόν στην διαδικασία και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 25.09.
  5. Στις 22.07.2019 το Δικαστήριο επιλήφθηκε αίτησης που καταχωρήθηκε από τον κατηγορούμενο 2 με την οποία ζητούσε όπως του επιστραφούν τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και αφαιρεθεί από το stop list με σκοπό αυτός να ταξιδέψει στο εξωτερικό με την αίτηση να ορίζεται για ακρόαση στις 12.08.2019 ημερομηνία όμως η οποία ακυρώθηκε με την εμφάνιση στο Δικαστήριο στις 23.07.2019 στα πλαίσια της οποίας η αίτηση του κατηγορούμενου 2 αποσύρθηκε. Στις 25.09.2019 ημερομηνία κατά την οποία ήταν παρόν ο κατηγορούμενος 2 στο Δικαστήριο η υπόθεση δεν ολοκληρώθηκε και ορίστηκε εκ νέου για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 25.11.2019 όπως και έγινε και στις 30.01.
  6. Στις 30.01.2020 ο κατηγορούμενος 2 ήταν απών για λόγους υγείας δυνάμει σχετικού ιατρικού πιστοποιητικού που βρίσκεται στο φάκελο και η υπόθεση παρέμεινε για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 14.02.2020 και το ένταλμα σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του παρέμεινε υπό αναστολή. Στις 14.02.2020 ένεκα της απουσίας του κατηγορούμενου 2 το ένταλμα σύλληψης τέθηκε προς άμεση εκτέλεση και η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και ποινή καθώς και για έλεγχο του εντάλματος σύλληψης στις 6.3.2020 ημερομηνία κατά την οποία λόγω της μη εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης δόθηκαν οδηγίες όπως κλητευθεί ο Αρμόδιος Αστυφύλακας για την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης που αφορά τον κατηγορούμενο 2 με την υπόθεση να ορίζεται στις 3.4.2020 για έλεγχο και για γεγονότα και ποινή, χωρίς αποτέλεσμα αναφορικά με την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης ήταν και οι ημερομηνίας 05.06.2020 και 13.07.
  7. Αξιοσημείωτο δε ότι στον φάκελο της υπόθεσης βρίσκεται και επιστολή ημερομηνίας 22.06.2020 του Αστυνομικού Σταθμού Πόλεως Λεμεσού με την οποία ενημερώνει το Πρωτοκολλητείο ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν παρουσιάζετο από τις 11.02.2020 μέχρι και τις 17.06.2020 για υπογραφή. Στις 28.09.2020 το ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου 2 συνέχιζε να παραμένει άνευ εκτελέσεως και σχετικό ημερολόγιο ενεργείας που βρίσκεται στο φάκελο ενημέρωνε ότι ο κατηγορούμενος 2 έχει εγκαταλείψει την διεύθυνση που αυτός διέμενε με την υπόθεση εν τέλει να ορίζεται στις 09.10.2020 για γεγονότα και επιβολή ποινής και για έλεγχο του εντάλματος σε σχέση με τον κατηγορούμενο
  8. Πολύ σχετική με τα θέματα που εγείρονται στην υπό εξέταση υπόθεση και τον χειρισμό του Δικαστηρίου είναι τα όσα έχουν λεχθεί πολύ πρόσφατα, στην υπόθεση Superfood Ltd ν Μιχαήλ, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2015 ημερομηνίας 07/11/2018 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου Δ. Α. Δ., Μ. Χριστοδούλου, ανέφερε τα εξής σχετικά: ''Όπως συναφώς διατείνεται η εφεσείουσα, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε διακριτική εξουσία να επιβάλει ποινή στον εφεσίβλητο στην απουσία του, διασφαλίζοντας επί του προκειμένου το κύρος της ενώπιον του διαδικασίας. Παρέπεμψε συναφώς στις πρόνοιες του άρθρου 89

(1)του Νόμου και στην R. ν. Jones (Re W) (No 2) [1972] 2 All E. R. 731. Εξετάσαμε την πρωτόδικη απόφαση και κατ' αρχάς συμφωνούμε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της εφεσείουσας ότι ο Νόμος δεν προβλέπει απαλλαγή ενός κατηγορουμένου μετά από παραδοχή. Τέτοια πρόνοια, εξάλλου, θα ήταν κατά την άποψή μας παράλογη εφόσον η παραδοχή θέτει τέλος στην αμφισβήτηση της κατηγορίας. Εκτός και αν τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται δεν την στοιχειοθετούν ή όπου ο κατηγορούμενος προβάλλει ισχυρισμούς ασυμβίβαστους με την παραδοχή, οπόταν καταχωρείται μη παραδοχή. Δεν είναι όμως τέτοια η παρούσα περίπτωση. Ο εφεσίβλητος παραδέχτηκε ότι εξέδωσε τη συγκεκριμένη επιταγή η οποία, όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή, επεστράφη ατίμητη λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και μάλιστα, μετά την παραδοχή του, στις 30.6.14, ζήτησε χρόνο για εξόφληση της. Στη βάση των πιο πάνω ό,τι παρέμεινε για το πρωτόδικο Δικαστήριο για σκοπούς επιβολής ποινής ήταν κατά πόσο ο εφεσίβλητος εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που του έδωσε - κατόπιν ικανοποίησης δικού του αιτήματος - για εξόφληση της επιταγής, ώστε να ληφθεί υπόψιν και το στοιχείο αυτό για επιμέτρηση της ποινής. Επομένως δεν θα έπρεπε να απασχολήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο θέμα απαλλαγής του εφεσίβλητου και το ότι προχώρησε στην απαλλαγή του δεν συνιστούσε απλώς νομικό ολίσθημα, αλλά και επιβράβευση της συμπεριφοράς του η οποία ισοδυναμούσε με περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Υπ' αυτά τα δεδομένα το ερώτημα που εγείρεται είναι τι θα έπρεπε να πράξει το πρωτόδικο Δικαστήριο ενόψει της μη εκτέλεσης του (4ου) εντάλματος συλλήψεως εναντίον του εφεσίβλητου. Η απάντηση, κατά την άποψή μας, είναι απλή:- Να εφαρμόσει τις πρόνοιες του άρθρου 89
(1)του Νόμου, οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπουμε συναφώς στην Γρηγορίου ν. Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών, ECLI:CY:AD:2016:D448, ECLI:CY:AD:2016:D448, Ποιν. Εφ. Αρ. 100/2014 ημερ. 27.9.2016, η οποία ανασκοπεί την επί του θέματος κυπριακή και αγγλική νομολογία και προς τούτο παραθέτει και απόσπασμα από τα συγγράμματα των Λοΐζου και Πική Criminal Procedure in Cyprus (σελ. 79) και Blackstone's Criminal Practice 2016 (σελ. 1923). Ό,τι προκύπτει από τη νομολογία επί του θέματος είναι πως «... η κρατούσα τάση είναι η εκδίκαση να λαμβάνει χώρα στην παρουσία του κατηγορούμενου. Εξίσου όμως δυναμικά προκύπτει η ανάγκη διασφάλισης του κύρους της διαδικασίας ως μέρος της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου να πράττει διαφορετικά αν το θεωρεί ότι η πορεία αυτή προστατεύει και διαφυλάσσει το κύρος της διαδικασίας». Στην υπό κρίση περίπτωση ο εφεσείων, ενώ του επιδόθηκε το κατηγορητήριο, επέλεξε να μην εμφανιστεί στον ορισμένο χρόνο ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Εν τέλει όμως εμφανίστηκε και δεν παραδέχτηκε την εναντίον του κατηγορία, την οποία στη συνέχεια παραδέχτηκε αφού εκτελέστηκε εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Ακολούθως όμως, προφασιζόμενος ότι θα εξοφλούσε την επιταγή, εξασφάλισε αναβολή της υπόθεσης και επιδεικνύοντας για πολλοστή φορά ασέβεια προς το κύρος της εναντίον του δικαστικής διαδικασίας δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε άλλη επιλογή παρά να προχωρήσει στο να του επιβάλει ποινή στην απουσία του (in absentia) προς διασφάλιση του κύρους της διαδικασίας και προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος να περατώνονται οι δίκες σε εύλογο χρόνο. Το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εκδώσει ένταλμα σύλληψης εναντίον του το οποίο δεν εκτελέστηκε, δεν συνιστούσε εμπόδιο να πράξει ως ανωτέρω. Τούτο γιατί είχε διακριτική ευχέρεια να διαφοροποιήσει την επί του θέματος προσέγγισή του εφόσον, όπως εύστοχα παρατηρεί το Εφετείο στην Γρηγορίου (ανωτέρω), η μη διαφοροποίηση «όχι μόνο αντίκειται στον ίδιο το Νόμο αλλά και πλήττει την εγγενή εξουσία του Δικαστηρίου να ελέγχει και να διασφαλίζει τη διαδικασία και να επεμβαίνει με το δέοντα τρόπο αναλόγως με τις δικονομικές εξελίξεις και τα αιτήματα που υποβάλλονται». Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο όχι μόνο δεν έπρεπε να απαλλάξει τον εφεσίβλητο αλλά θα έπρεπε να του επιβάλει ποινή στην απουσία του (in absentia) βάσει των προνοιών του άρθρου 89
(1)εφόσον ο εφεσίβλητος, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, είχε πλήρη γνώση της εναντίον του δικαστικής διαδικασίας και συνειδητά δεν άσκησε το δικαίωμα παράστασης του ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την ορισθείσα ημέρα και ώρα.'' Οι κατηγορίες: Υπενθυμίζεται ότι οι κατηγορίες με τις οποίες βρίσκονται αντιμέτωποι οι κατηγορούμενοι και τις οποίες έχουν παραδεκτοί αφορούν την με πρώτη κατηγορία την έκδοση από την κατηγορούμενη αρ. 1 επιταγής άνευ αντικρίσματος Άρθρο 305 (Α)
(1)Κεφ. 154, η δε δεύτερη κατηγορία την από μέρους του κατηγορούμενου αρ.2 συμμετοχή στην διάπραξη από την κατηγορούμενη αρ. 1 της πρώτης κατηγορίας άρθρο 20 Κεφ. 154 και αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αναφορικά με την Τρίτη κατηγορία την εξασφάλιση αγαθών δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Η παραδοχή των κατηγορουμένων συνιστά αποδοχή όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που αυτοί αντιμετωπίζουν και συνεπώς δεν τίθεται θέμα απόδειξης αυτών αλλά μόνο παράθεσης γεγονότων που αφορούν την διάπραξη αυτών και τα οποία παρατέθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο των παραπονουμένων προς το Δικαστήριο κατά την εμφάνιση στις 09.10.
  2. Περαιτέρω αναφέρθηκε στο Δικαστήριο ότι εκ του ποσού των €28.000,00 που αφορά η επίδικη επιταγή παραμένει υπόλοιπο ποσό ύψους €20.000 και έχουν καταβληθεί και €1.000 έναντι δικηγορικών εξόδων. Ζήτησε η συνήγορος των δικηγόρων από το Δικαστήριο όπως προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 για την καταβολή του εναπομείναν οφειλόμενου ποσού που αφορά η επίδικη επιταγή ύψους €20.000 καθώς και την επιδίκαση εναντίον τους των εξόδων ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά το ζήτημα έκδοσης διατάγματος για το ποσό των €20.000 εναντίον των κατηγορουμένων αυτό δεν μπορεί να γίνει για 2 βασικούς λόγους. Ο μεν πρώτος αφορά την νομολογημένη αρχή ότι για την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης στη βάση του Άρθρου 24
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60[1] θα πρέπει κάτι τέτοιο να έχει συμφωνηθεί μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενου κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στην υπό εξέταση υπόθεση ένεκα και της απουσίας από την διαδικασία του κατηγορούμενου 2 (Ποινική Έφεση Αρ. 9/2015, ημερομηνίας 08.04.2015, Ποινική Έφεση Αρ. 7366 ημερομηνίας 04.07.2003, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 37 και 38/2015 ημερομηνίας 08.04.2015). Η θέση που εξέφρασε η ευπαίδευτη συνήγορος των παραπονουμένων ότι από την στιγμή που ο κατηγορούμενος 2 τις φορές που είχε εμφανιστεί στο Δικαστήριο ζητούσε χρόνο για σκοπούς πληρωμής της επίδικης επιταγής και τέτοια ενέργεια / γεγονός μπορεί να εκληφθεί και ως συγκατάθεση για την έκδοση σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου εναντίον των κατηγορουμένων δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Η συγκατάθεση του κατηγορούμενου για την έκδοση σχετικού διατάγματος αποζημίωσης θα πρέπει να είναι ρητή και ξεκάθαρη και να προέρχεται από τον ίδιο κάτι που δεν συμβαίνει στην υπό εξέταση υπόθεση λόγω της φυγοδικίας του. Ο δεύτερος λόγος αφορά την περίπτωση που ακόμα και να υπήρχε τέτοια συγκατάθεση από μέρος των κατηγορουμένων η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου που εκδικάζει συνοπτικά για την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000,00). Η ποινή: Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για τα οποία παραδέχτηκαν ενοχή οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 ετών ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000,00 ή και οι δυο ποινές (1η & 2η κατηγορία). Όσον αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων προβλέπεται ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων. Αδικήματα τέτοιας φύσεως όπως με την παρούσα υπόθεση βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση στη χώρα μας και γι' αυτό θα πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το φαινόμενο αυτό εκριζώνοντας το έτσι από τα θεμέλια της κυπριακής κοινωνίας. Ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι και τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60: "Ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη είναι η φύση του αδικήματος. Επηρεάζει τις συναλλαγές και την ιδιοκτησία, η δε διάπραξή του είναι εύκολη. Υπονομεύει την κοινωνική, εμπορική και οικονομική ζωή του τόπου. Με βάση τον μεγάλο αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που καταχωρούνται στα Επαρχιακά Δικαστήρια διαπιστώνουμε πως τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση. Η έκδοση ακάλυπτων επιταγών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Έχει ορθά χαρακτηρισθεί οικονομική μάστιγα. Η διάπραξη του αδικήματος, πρέπει να λεχθεί, οφείλεται και στην ευκολία με την οποία οι παραβάτες εξασφαλίζουν από τις τράπεζες βιβλιάρια επιταγών. Χωρίς οποιοδήποτε ηθικό περισπασμό ή αναστολή οι κάτοχοι των βιβλιαρίων επιταγών εκδίδουν κατά συρροή ακάλυπτες επιταγές. Εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη που τους εναποθέτουν οι συμπολίτες τους και πολλές φορές την αφέλεια τους. Οι δοσοληψίες με τη χρήση επιταγών από μέσο για τη διευκόλυνση των συναλλαγών έχουν μετατραπεί σε εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης, εξαπάτησης και ταλαιπωρίας των θυμάτων. Οι παράγοντες αυτοί αποτελούν κατά την κρίση μας επιβαρυντικούς παράγοντες. ................................................................................................................ Ενόψει λοιπόν της συχνότητας του αδικήματος και των επιπτώσεών του στην οικονομική ζωή του τόπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για την πάταξη του αδικήματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Αστυνομία ν Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ 117 και Ηλίας Λάζος Λτδ ν Πετεβιάν
(1994)2 Α.Α.Δ 61). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θεωρούμε ότι η αποτροπή μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που έχει επικαλεσθεί η εφεσίβλητη 2 δεν είναι ικανοί για να μετατρέψουν το είδος της ποινής. Τονίζουμε πως ενόψει της συχνότητας του αδικήματος η αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης εκτός εάν συντρέχουν πολύ εξαιρετικές περιστάσεις." Χαρακτηριστικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου ν. Rolandos Enterprises Ltd
(2004)2 Α.Α.Δ. 546, το οποίο ομιλεί από μόνο σε σχέση με τις σοβαρές διαστάσεις που προσλαμβάνουν τέτοιου είδους αδικήματα στη χώρα μας: "Δεν θα επαναλάβουμε αυτά που κατά κόρον έχουν ειπωθεί. Να σημειώσουμε μόνο πως για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων, με κατηγορίες που αφορούν την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, έχει γίνει ειδικό πρόγραμμα εργασίας των δικαστών ώστε αυτές να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο δικαστή κατά επαρχία. Τούτο από μόνο του δεν περιποιεί τιμή στη χώρα μας. Η συνεχιζόμενη παρανομία, που πλήττει άμεσα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων, που αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και τιμιότητας, πρέπει να σταματήσει, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας έγινε μέλος της μεγάλης οικογένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη παρανομία, τότε βεβαίως και τα Δικαστήρια θα την αντιμετωπίσουν με πιο αυστηρές ποινές. Ενόψει δε της φύσης του αδικήματος και της συχνότητας, που ακόμη παρατηρείται στη διάπραξη του, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή. Ο ίδιος ο νομοθέτης με πρόσφατη τροποποίηση του νόμου (Ν.25
(1)/2003) αύξησε τη χρηματική ποινή που προβλεπόταν στον προηγούμενο νόμο από £1500 σε £5000 και τη φυλάκιση από 2 σε 3 χρόνια." Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής των κατηγορούμενων στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση τους: (α) Τη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. (β) Το γεγονός ότι παραμένει συνολικό οφειλόμενο ποσό ύψους €20.
  1. (γ) Τις προηγούμενες καταδίκες ως έχουν αναφερθεί στο Δικαστήριο στις οποίες έχουν επιβληθεί και ποινές φυλάκισης εναντίον του κατηγορούμενου 2 στις Ποινικές Υποθέσεις 16074/17 και 3026/17 Ε.Δ. Λεμεσού για παρόμοιας φύσεως αδικήματα. Προς όφελος των κατηγορουμένων για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την παραδοχή τους. (β) Το ότι καταβλήθηκε ποσό ύψους €8000 έναντι της οφειλής καθώς και το ποσό των €1000 έναντι δικηγορικών εξόδων. Οτιδήποτε άλλο και να υπάρχει και το οποίο θα μπορούσε να προσμετρήσει ίσως ως μετριαστικός παράγοντας για λογαριασμό των κατηγορούμενων είναι άγνωστο προς το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την φυγοδικία από την υπόθεση του κατηγορούμενου
  2. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω προχωρώ κα επιβάλλω στους κατηγορούμενους 1 και 2 τις ακόλουθες ποινές: Κατηγορούμενη 1 στην Πρώτη κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €1500 Κατηγορούμενη 1 στην Τρίτη κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €1500 Κατηγορούμενος 2 στην Δεύτερη κατηγορία 3 μήνες φυλάκιση Κατηγορούμενος 2 στην Τρίτη κατηγορία 3 μήνες φυλάκιση Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 2 να συντρέχουν μεταξύ τους. Ενόψει της κατάληξης μου σε σχέση με την αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, εγείρεται προς εξέταση το κατά πόσον η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 2 θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή κατά πόσον η ποινή θα πρέπει να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως Εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ο οποίος παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επέβαλε εάν κρίνει ότι αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου (άρθρο 3
(2)του Νόμου). Στην περίπτωσή του Κατηγορούμενου 2, δεν συντρέχουν, κρίνω, παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Απόφαση στην οποία καταλήγω, λαμβανομένων υπόψη, μόνον των περιστάσεων τέλεσης του αδικήματος, εφόσον, εξ υπαιτιότητας του Κατηγορούμενου 2 και της φυγοδικίας του ή εν πάση περιπτώσει της αδιαφορίας του για τα της διαδικασίας, οι προσωπικές του συνθήκες είναι άγνωστες στο Δικαστήριο, οι οποίες δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν μία τέτοια απόφαση, αφής στιγμής, τέτοια απόφασης, δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, ιδιαιτέρως, αφής στιγμής, βρίσκονται σε έξαρση και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες από την διάπραξη τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017, L.C.A. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/2015, Μάνος Συμιλλίδης ν Νίκου Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Κύπρος Κυπριανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 28/2014, 24/02/2014, Ιωσήφ Αθηνοδωρος ν Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ποινική Έφεση Αρ. 148/2014 (Σχ. με 149/2014), 25/07/2014, Δάφνη Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 121/17, 21/09/2017, ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Γεώργιος Δράκου, Πoινική Έφεση αρ.129/2015, 15/11/2017, Χαλκιά ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 240/2016, 17/03/2017). Συνεπώς η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 2 να είναι άμεση. Λόγω της απουσίας του κατηγορούμενου 2 εκδίδεται εναντίον του ένταλμα σύλληψης το οποίο να διαβιβαστεί άμεσα στην Αστυνομική Δύναμη Κύπρου για εκτέλεση. Η έναρξη έκτισης της ποινής που αφορά τον κατηγορούμενο 2 θα ενεργοποιηθεί και θα μετρά αμέσως μετά την σύλληψη του. Δίδονται επίσης οδηγίες όπως ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής μεριμνήσει όπως το όνομα του Κατηγορούμενου 2 τεθεί στον κατάλογο των προσώπων των οποίων απαγορεύεται η είσοδος ή έξοδος από τη Δημοκρατία (stop list). Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης αυτά επιδικάζονται εναντίον των κατηγορούμενων 1 και 2 και προς όφελος των παραπονουμένων όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Πoιvική δικαιoδoσία Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ 24.-
(1)Έκαστoς Πρόεδρoς Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ, έκαστoς Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής και έκαστoς Επαρχιακός Δικαστής θα έχωσιv αρμoδιότητα vα εκδικάζωσι συvoπτικώς πάvτα τα αδικήματα τα τιμωρoύμεvα με φυλάκισιv διά περίoδov μη υπερβαίvoυσαv τα πέντε έτη ή με πρόστιμov μη υπερβαίvov τας πεvήvτα χιλιάδες λίρες ή με αμφoτέρας τας πoιvάς και δύvαvται επιπρoσθέτως ή εv υπoκαταστάσει oιασδήπoτε τoιαύτης τιμωρίας, vα διατάξωσιv oιovδήπoτε πρόσωπov καταδικασθέv υπ' αυτώv όπως πληρώση πρoς oιovδήπoτε πρόσωπov βλαβέv υπό τoυ αδικήματoς αυτoύ, απoζημίωσιv μη υπερβαίvoυσαv τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000,00). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.