Έφορος Φορολογίας ν. ΟΙΚΟΣ ΕΥΓΗΡΙΑΣ Ι.Χ. ΘΕΚΛΕΙΟ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17581/18, 12/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B39 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17581/18 Μεταξύ: Έφορος Φορολογίας -v-
- ΟΙΚΟΣ ΕΥΓΗΡΙΑΣ Ι.Χ. ΘΕΚΛΕΙΟ ΛΙΜΙΤΕΔ (Αρ. Εγγραφής Εταιρείας χχχχχχ), από τη Λεμεσό
- χχχχ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ (Α.Δ.Τ. χχχχ) από την Λεμεσό
- χχχχχ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ (Α.Δ.Τ. χχχχχ), από τη Λεμεσό
- χχχχχ ΜΩΥΣΕΩΣ (Α.Δ.Τ. χχχχχ) από τη Λεμεσό
- χχχχχχ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ (Α.Δ.Τ. χχχχχ) από τη Λεμεσό ------------- Ημερομηνία: 12 Νοεμβρίου 2020 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Λοΐζου Για Κατηγορούμενους 1, 2 και 5: κος. Ν. Καλλής Κατηγορούμενη 5 παρούσα ΠΟΙΝΗ (ΔΟΘΕΙΣΑ ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ) Οι κατηγορούμενοι 1 και 5 κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής στις κοινές κατηγορίες που αντιμετωπίζουν ήτοι τις κατηγορίες 1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,22,23,24,25 και 26 του κατηγορητηρίου. Επίσης οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής στις κοινές κατηγορίες που αντιμετωπίζουν ήτοι τις κατηγορίες 20 και 21 του κατηγορητηρίου. Σε σχέση με την κατηγορούμενη 3 που αντιμετώπιζε τις κατηγορίες 18 και 19 του κατηγορητηρίου η υπόθεση ολοκληρώθηκε στις 11/06/2020 δια της επιβολής ποινής σε αυτήν από άλλη σύνθεση Δικαστηρίου. Όσον αφορά την κατηγορούμενη 4 που αντιμετώπιζε τις κατηγορίες 11,12,13,14,15,16 και 17 του κατηγορητηρίου η υπόθεση ολοκληρώθηκε στις 21/03/2019 δια της επιβολής ποινής σε αυτήν από άλλη σύνθεση Δικαστηρίου. Στις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν οι κατηγορούμενοι 3 και 4 που αναφέρονται ανωτέρω τις ίδιες κατηγορίες (κοινές) αντιμετώπιζε και η κατηγορούμενη 1 στις οποίες επίσης κρίθηκε ένοχη κατόπιν δικής της παραδοχής συνεπώς το Δικαστήριο στα πλαίσια της απόφασης αυτής καλείται να επιβάλει ποινή και σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 και για τις κατηγορίες 11,12,13,14,15,16,17,18 και 19 του κατηγορητηρίου εκτός από αυτές που αναφέρονται ανωτέρω. Οι κατηγορίες 1 μέχρι 5 αφορούν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α και αφορούν την φορολογική περίοδο από 01/03/2010 μέχρι και την 31/08/
- Οι κατηγορίες 6 μέχρι 21 αφορούν την παράλειψη υποβολής φορολογικής δήλωσης και αφορούν την φορολογική περίοδο από 01/09/2011 μέχρι και την 31/08/
- Οι κατηγορίες 22 μέχρι 26 αφορούν την παράλειψη καταβολής πρόσθετων φόρων, χρηματικής επιβάρυνσης και τόκου από παράλειψη υποβολής φορολογικής δήλωσης και καταβολής Φ.Π.Α και αφορούν την φορολογική περίοδο από 01/03/2010 μέχρι και την 31/08/
- Το δε κατηγορητήριο με το οποίο βρίσκονται αντιμέτωποι οι κατηγορούμενοι καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 18/10/
- Όλες οι πιο πάνω κατηγορίες αφορούν παράβαση των σχετικών άρθρων και προνοιών του Νόμου Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του 2000 ως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα το άρθρο 46 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 προβλέπει τα ακόλουθα στις υποπαραγράφους
(9),
(10),(10Α)
(12)
(13):
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(10)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. (10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού. ...
(12)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό.
(13)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το διάταγμα που εκδίδεται με βάση το εδάφιο
(12), θεωρείται ότι αποτελεί απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και μπορεί να συντάσσεται, υπογράφεται και εκτελείται ως απόφαση σε αγωγή σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Eπιπρόσθετα το άρθρο 48 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του 2000 διαλαμβάνει τα εξής σχετικά: 48.—
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος. Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με το κατηγορητήριο ανέρχεται στις €31.153,10σ το οποίο ποσό δεν έχει καταβληθεί μέσα στην τασσόμενη από τον Νόμο προθεσμία. Ο δε συνολικός οφειλόμενος πρόσθετος φόρος, χρηματική επιβάρυνση και τόκος σύμφωνα με το κατηγορητήριο ανέρχεται στο ποσό των €15.470,08 το οποίο ούτε και αυτό έχει καταβληθεί. Όπως ανέφερε η κα. Λοΐζου δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι των οφειλών μέχρι και σήμερα ούτε και οι φορολογικές δηλώσεις που αποτελούν αντικείμενο του κατηγορητηρίου έχουν υποβληθεί με εξαίρεση τις δηλώσεις των κατηγοριών 11 μέχρι και 17. Σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό που προκύπτει από τις κατηγορίες 1 μέχρι 5 και 22 μέχρι 26 που ανέρχεται στο ποσό των €46.623,18 η κα. Λοΐζου ζήτησε ανεξάρτητα από την ποινή που θα επιβάλει το Δικαστήριο όπως εκδοθεί διάταγμα εναντίον τόσο της κατηγορούμενης 1 το υποκείμενο στο Φ.Π.Α. νομικό πρόσωπο όσο και της κατηγορούμενης 5 που ήταν η διευθύντρια της κατηγορούμενης 1 κατά τους επίδικους για τις κατηγορίες χρόνους δυνάμει του άρθρου 46
(12)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων του 2000 για τα ποσά τα οποία αναφέρονται στις κατηγορίες 1-5 και των κατηγοριών 22-26 σύμφωνα με το συνημμένο εις την παρούσα Απόφαση έγγραφο το οποίο σημειώθηκε ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α. Σημείωσε ότι η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος και εναντίον της κατηγορούμενης 5 προκύπτει από τα αποφασισθέντα στην Ποινική Έφεση Αρ. 323/2015 σχ. με 324/2015 και 325/2015 ημερομηνίας 14/02/2019 στα πλαίσια της οποίας το Εφετείο έκδωσε διάταγμα καταβολής του οφειλόμενου Φ.Π.Α. και εναντίον των Διευθυντών του υποκείμενου στο Φ.Π.Α. νομικού προσώπου. Παράλληλα ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 1 δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη και η κατηγορούμενη 5 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο δε κατηγορούμενος 2 δεν βαρύνεται με οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες που αφορούν την διάπραξη φορολογικών αδικημάτων όπως είναι και τα υπό εξέταση αδικήματα τα οποία έχει παραδεχθεί προκύπτει όμως σύμφωνα με την σχετική για αυτόν έκθεση του Γραφείου Ευημερίας να έχει μια προηγούμενη καταδίκη που αφορά την διακίνηση ναρκωτικών ουσιών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων 1, 2 και 5 δεν αμφισβήτησε επί τους ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθησαν από την κατηγορούσα αρχή και υιοθέτησε το περιεχόμενο των εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας ως προς τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις τόσο σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 όσο και σε σχέση με την κατηγορούμενη 5 και αγόρευσε προφορικά προς μετριασμό της ποινής των κατηγορουμένων 1, 2 και
- Το σύνολο της αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου έχει ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και δεν χρειάζεται να αναφερθεί εδώ στην ολότητα του. Αξίζει όμως να αναφέρω ότι γίνεται αναφορά στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες των κατηγορουμένων 2 και 5 που είναι αδέλφια μεταξύ τους καθώς και στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Όσον αφορά την κατηγορούμενη 1 πρόκειται για εταιρεία στην οποία ήταν διευθύντρια η κατηγορούμενη 5 για την λειτουργία γηροκομείου το οποίο ενοικιάστηκε και λειτούργησε για την περίοδο 2010 -
- Κατά το έτος 2015 αυτό τερμάτισε την λειτουργία του λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων και εκκρεμοτήτων που προέκυψαν. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2 όπως προκύπτει και από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας σήμερα 35 ετών και πατέρα ενός ανήλικου τέκνου, εργάζεται σήμερα στην οικοδομική βιομηχανία από την οποία λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των €1200 και διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα μαζί με την συμβία του στην Ορόκλινη καταβάλλοντας σχετικό ενοίκιο. Όσον αφορά την ανήλικη θυγατέρα του αυτή διαμένει μαζί με τη μητέρα της στην Επαρχία Λεμεσού με την οποία έχει επικοινωνία και καταβάλει και μηνιαίο ποσό διατροφής. Από το χχχχ έκτιε ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές λόγω της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και αποφυλακίστηκε στις χχχχ. Σύμφωνα με τον δικηγόρο του ο ίδιος έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών από την Β Τάκη του Λυκείου όμως κατά το στάδιο παραμονής του στις Κεντρικές Φυλακές διέκοψε την χρήση τους. Αμέσως μετά την αποφυλάκιση του λάμβανε οικονομική στήριξη από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας μέχρι που εργοδοτήθηκε στην οικοδομική βιομηχανία. Υπάρχουν σε εκκρεμότητα δάνεια που δεν εξυπηρετούνται καθώς και εντάλματα ύψους €9.000 για τα οποία καταβάλει το ποσό των €50 μηνιαίως ως ανέφερε. Σε σχέση με την κατηγορούμενη 5 ηλικίας σήμερα χχ ετών ο ευπαίδευτος συνήγορος της ανέφερε στο Δικαστήριο ότι πρόκειται για διαζευγμένη άτεκνη και άνεργη γυναίκα η οποία φιλοξενείται στο σπίτι των γονέων του πρώην συζύγου της στην Λεμεσό χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ενοικίου. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείο Ευημερίας αυτή δεν λαμβάνει κάποιο εισόδημα ζει με δανεικά και δεν κατέχει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία. Υπάρχει όμως σε εκκρεμότητα δάνειο στο οποίο είναι εγγυήτρια σε πρώην Συνεργατικό Ίδρυμα το οποίο έλαβε η κατηγορούμενη 1 για την ίδρυση και λειτουργία του Γηροκομείου το οποίο ενοικίαζε και διατηρούσε από το 2010 μέχρι και το
- Είναι δε εγγυήτρια και σε πολλά άλλα χρέη φίλων και συγγενών. Πρόκειται ως ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος της για το μεγαλύτερο τέκνο της οικογένειας το οποίο έζησε τόσο τον χωρισμό των γονέων της όσο και το θάνατο της μητέρας της η οποία έπασχε από σοβαρή ασθένεια και στηριζόταν τα τελευταία χρόνια στην κόρη της για τις θεραπείες της. Ανέλαβε δε ρόλο προστάτη στην οικογένεια της αφού ο πατέρας την δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για τα τέκνα του. Περαιτέρω, με την αγόρευση του ο συνήγορος των κατηγορουμένων 1, 2 και 5 προβάλλει αριθμό μετριαστικών παραγόντων οι οποίοι όπως εισηγείται θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής. Μεταξύ αυτών αποτελούν το λευκό τους ποινικό μητρώο, η παραδοχή τους, το νεαρό της ηλικίας των κατηγορουμένων 2 και 5 ιδίως κατά το χρόνο που αυτοί διέπραξαν τα υπό εξέταση αδικήματα που αφορούν ένα έκαστο εξ αυτών και τον χρόνο που έχει παρέλθει από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την ημερομηνία που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει την ποινή. Όσον αφορά το αίτημα για την έκδοση διατάγματος καταβολής του οφειλομένου ποσού ΦΠΑ και εναντίον της κατηγορούμενης 5 ο ευπαίδευτος συνήγορος της ανέφερε ότι δεν φέρει ένσταση και συγκατατίθεται στην έκδοση και εναντίον της του σχετικού διατάγματος γεγονός το οποίο κάλεσε το Δικαστήριο όπως το λάβει προς όφελος της κατά την επιβολή της ποινής. Σε σχέση με το ενδεχόμενο κατά το οποίο το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας σε σχέση με την κατηγορούμενη 5 ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου της ότι αυτή θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να τύχει αναστολής εκτέλεσης λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προσωπικών, οικογενειακών και οικονομικών της περιστάσεων το γεγονός ότι έχει παραδεχτεί της εναντίον της κατηγορίες, είναι λευκού ποινικού μητρώου και λαμβάνοντας επίσης τον σημαντικό χρόνο που έχει παρέλθει θα πρέπει να της δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία εκτός φυλακών. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από πλευράς κατηγορουμένων 1, 2 και 5 μέσω του ευπαίδευτου δικηγόρου τους. Έλαβα επίσης υπόψη μου τα όσα καταγράφονται εις τις εκθέσεις του γραφείου ευημερίας. Πιο κάτω θα αναφερθώ εις τα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία κρίνονται ουσιαστικά για την διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος και έκταση της επιβαλλόμενης ποινής για έκαστο κατηγορούμενο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων οι κατηγορούμενοι 1,2 και 5 κρίθηκαν ένοχοι είναι σοβαρά, κυρίως εις ότι αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών μη καταβολής ΦΠΑ. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα για τα σοβαρότερα αδικήματα τα οποία περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543 ή και οι δυο ποινές. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα. Ενδεικτικά παραπέμπω στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ 262. Τα πιο κάτω αποσπάσματα από την απόφαση είναι ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή, πάντα σε σχέση φυσικά με τα συγκεκριμένα γεγονότα κάθε υπόθεσης, αποτρεπτικών ποινών: ″Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα κ.α. Ποιν. Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96)″. Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι: ″Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους″. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ 85, αναφέρθηκε ότι: ″......Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος .............................. Η ποινή καθορίζεται πάντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στα προβλεπόμενα νομοθετικά πλαίσια. Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας″. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135) Σύμφωνα με τη νομολογία, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα. Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής λαμβάνω υπόψη μου στην παρούσα περίπτωση την σοβαρότητα των αδικημάτων καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ως επιβαρυντικό παράγοντα το ύψος του συνολικά προαναφερόμενου οφειλόμενου ποσού για το οποίο δεν έγινε οποιαδήποτε πληρωμή μέχρι σήμερα παρά την παρέλευση σημαντικού χρόνου και το γεγονός ότι ούτε οι φορολογικές δηλώσεις έχουν υποβληθεί. Προς όφελος των κατηγορουμένων 1, 2 και 5 για σκοπούς εξατομίκευσης και μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή τους, σύμφωνα με τη νομολογία, η παραδοχή ενοχής αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορούμενης 1, και
- Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι υπάρχει ως αναφέρεται και στην σχετική για αυτόν Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας προηγούμενη καταδίκη του σε υπόθεση διακίνησης ναρκωτικών παρά όμως την ύπαρξη αυτής δεν παραγνωρίζω ότι αυτός δεν έχει απασχολήσει ξανά τα Δικαστήρια για παρόμοια φορολογικά αδικήματα με τα οποία βρίσκεται αντιμέτωπος σήμερα στα πλαίσια της υπό εξέταση υπόθεσης. Προς όφελος των κατηγορουμένων 2 και 5 λαμβάνω επίσης υπόψη για έκαστο εξ αυτών τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις τους, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης αλλά και περιέχονται μέσα από τις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας οι οποίες έχουν ετοιμαστεί και βρίσκονται καταχωρημένες στα πλαίσια του φακέλου της υπόθεσης. Από πλευράς υπεράσπισης προβλήθηκε και τονίστηκε ιδιαίτερα ως μετριαστικός παράγοντας το γεγονός της παρέλευσης του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την ημέρα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Η παρέλευση του χρόνου βέβαια δεν εξετάζεται σε απομόνωση από τα υπόλοιπα περιστατικά μιας υπόθεσης, είναι όμως παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη κατά την επιβολή της ποινής. Λαμβάνω υπόψη μου ότι ο οφειλόμενος φόρος καθώς και ο πρόσθετος φόρος η χρηματική επιβάρυνση και ο τόκος οφείλονται από το 2010 μέχρι το 2011 και η υπόθεση καταχωρήθηκε το 2018 και το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή τον Νοέμβριο του
- Φυσικά στο ίδιο κατηγορητήριο έχουν περιληφθεί και κατηγορίες ως αναφέρθηκε και στην εισαγωγή της παρούσας απόφασης που αφορούν την παράλειψη υποβολής φορολογικών δηλώσεων στον βαθμό που αφορούν τους κατηγορούμενους 1, 2 και 5 για μεταγενέστερο χρόνο ήτοι για τα έτη 2011 μέχρι και 2012 και το έτος 2015 καθώς και άλλες κατηγορίες που αφορούσαν ενδιάμεσες περιόδους των υπο αναφορά οι οποίες αφορούσαν βέβαια τις κατηγορούμενες 1, 3 και 4 αλλά σχετίζονταν με το υποκείμενο στο Φ.Π.Α. πρόσωπο ήτοι την κατηγορούμενη 1 και τις δραστηριότητες αυτής που προέκυπταν από την λειτουργία του γηροκομείου. Δεν παραγνωρίζω ότι η υπόθεση αφορά μια περίοδο που ξεκινά από το 2010, παράγοντα τον οποίο έθιξε ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του. Δεν είναι όμως τόσο απλά τα πράγματα. Από το κατηγορητήριο αναδύεται μια συνεχόμενη παραβατική συμπεριφορά της κατηγορούμενης 1 με την εμπλοκή και ευθύνη των κατηγορούμενων 2,3,4 και 5 σε διαφορετικές για έκαστο εξ αυτών χρονικές περιόδους από το 2010 μέχρι και τις 31/08/2015 που αφορούσε είτε την παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α. είτε την παράλειψη υποβολής φορολογικών δηλώσεων. Παρά την παρέλευση του χρόνου αυτού ούτε η κατηγορούμενη 1 αλλά ούτε και οι κατηγορούμενοι 2 και 5 εκμεταλλεύτηκαν τον χρόνο αυτό για να προβούν σε οποιαδήποτε συμμόρφωση ενώ είχαν κάθε ευκαιρία να πράξουν τούτου. Σε σχέση με τις κατηγορίες που αφορούν τους κατηγορούμενους 1 και 2 δεν υποβλήθηκαν οι σχετικές φορολογικές δηλώσεις και ούτε βεβαίως καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό από τους κατηγορούμενους 1 και 5 σε σχέση με τον οφειλόμενο φόρο. Επομένως μπορεί το Δικαστήριο να καλείται σήμερα να επιβάλει ποινή σε κάποια αδικήματα τα οποία διαπράχθησαν περί τα έτη 2010 και 2011, κάτι το οποίο σίγουρα λαμβάνεται υπόψη, όμως όπως ανέφερα και ανωτέρω η υπόθεση αντικρίζεται στο σύνολο της. Σημειώνω επίσης ότι εν πάσει περιπτώσει δεν έχω διαπιστώσει αυτή η παρέλευση χρόνου να έχει επηρεάσει με οποιοδήποτε δυσμενή τρόπο τα δικαιώματα ιδίως της κατηγορούμενης 5 η οποία θα έλεγα αντιμετωπίζει και τις σοβαρότερες κατηγορίες ως φυσικό πρόσωπο και διευθύντρια κατά τους επίδικους χρόνους της κατηγορουμένης 1 η οποία είχε άλλωστε όπως ανέφερα και ανωτέρω τον χρόνο για να προβεί σε ουσιαστική συμμόρφωση, τουλάχιστον με τα σοβαρότερα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει, κάτι το οποίο δεν έπραξε. Την καθυστέρηση αυτή όμως την λαμβάνω υπόψη μου ως σοβαρό μετριαστικό παράγοντα ο οποίος θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό όχι το είδος αλλά την έκταση της επιβληθείσας στους κατηγορούμενους ποινή ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν δόθηκε και οποιαδήποτε δικαιολογία για την καταχώρηση της υπόθεσης μόλις στις 18/10/
- Διευκρινίζω φυσικά ότι υπαίτιοι για την καθυστέρηση που προέκυψε μετά την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης και μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή είναι και οι κατηγορούμενοι 2 και 5 εναντίον των οποίων για μεγάλες χρονικές περιόδους εκκρεμούσαν εντάλματα σύλληψης εναντίον τους λόγω της μη παρουσίας τους εις στην υπόθεση. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Στην υπόθεση M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 ΑΑΔ 717 υποδείχθηκε ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη την δίκαιη δίκη. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623 υποδείχθηκε με αναφορά σε προγενέστερη νομολογία ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 ΑΑΔ 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά. Οι προαναφερθέντες μετριαστικοί παράγοντες δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων στην οποία έχω αναφερθεί αλλά και την επιτακτική ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία. Μπορούν όμως να επηρεάσουν το εύρος της ποινής. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ιδιαίτερα η Κατηγορούμενη 5 βρέθηκε ένοχη κατόπιν δικής της παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα τόσο για την ίδια όσο και για άλλους επίδοξους παραβάτες σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα πιο πάνω ελαφρυντικά, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για την Κατηγορούμενη 5 ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Όλοι φυσικά οι μετριαστικοί παράγοντες θα ληφθούν υπόψη προς όφελος της Κατηγορούμενης 5 και θα συνδράμουν καθοριστικό ρόλο στην λήψη απόφασης για το εύρος τέτοιας ποινής. Εν' όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων ο παράγων χρόνος δεν είναι τέτοιος ώστε να κρίνεται απόλυτα αναγκαίο όπως παρεκκλίνω από την αρχή σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει να επιβάλλεται ποινή φυλάκισης μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες ιδίως για φορολογικά αδικήματα όπως τα υπό εξέταση που βρίσκονται σε έξαρση. Επιπρόσθετα ούτε οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης 5 έχουν μεταβληθεί με οποιοδήποτε τρόπο κατά την διάρκεια της παρέλευσης του χρόνου που έχει επέλθει που να μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε άλλη κατάληξη ούτε βεβαίως η παρέλευση του χρόνου αυτού φαίνεται να επηρέασε δυσμενώς τα δικαιώματα αυτής. Απεναντίας ο χρόνος αφέθηκε να παρέλθει άπρακτος από μέρους της με αποτέλεσμα σήμερα που το Δικαστήριο καλείτε να επιβάλει ποινή κανένα ποσό να μην έχει καταβληθεί έναντι της φορολογικής οφειλής που αποτελεί αντικείμενο της υπό εξέταση υπόθεσης. Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλονται στους κατηγορούμενους 1, 2 και 5 οι ακόλουθες ποινές: Κατηγορούμενη 1: Στην κατηγορούμενη 1 σε έκαστη εκ των κατηγοριών 1 έως 5, χρηματική ποινή €500 ήτοι σύνολο €2500 Στην κατηγορούμενη 1 σε έκαστη εκ των κατηγοριών 6 έως 21, χρηματική ποινή €250 ήτοι σύνολο €4000 Στην κατηγορούμενη 1 σε έκαστη εκ των κατηγοριών 22 έως 26, δεν επιβάλω καμιά ποινή εφόσον οι καταβληθείσες χρηματικές επιβαρύνσεις, πρόσθετος φόρος και τόκος μπορούν να εισπραχθούν στην βάση διατάγματος που θα εκδώσω πιο κάτω, αλλά και για χάρη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Κατηγορούμενο 2: Στον κατηγορούμενο 2 σε έκαστη των κατηγοριών 20 και 21, χρηματική ποινή €250 ήτοι σύνολο €500 Κατηγορούμενη 5: Στην κατηγορούμενη 5 επιβάλλω σε έκαστη των κατηγοριών 1 έως 5 ποινή φυλάκισης 20 ημερών. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη 5 να συντρέχουν. Επιπρόσθετα όσον αφορά τις κατηγορίες 6 έως 10 και 22 έως 26 δεν επιβάλλεται καμιά ποινή λαμβάνοντας υπόψη ότι επιβλήθηκε ποινή στις κατηγορίες 1 έως 5 αλλά και για χάρη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Κατηγορούμενες 1 & 5: Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 46
(12)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων εκδίδεται διάταγμα εναντίον της κατηγορουμένης 1 και 5 όπως αυτές αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα καταβάλουν τον οφειλόμενο φόρο ως αυτός καθορίζεται και αναλύεται με λεπτομέρεια στο συνημμένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης. Για την απόφαση μου να συμπεριλάβω και την κατηγορούμενη 5 στην έκδοση του διατάγματος έλαβα υπόψη μου τα αποφασισθέντα στην Ποινική Έφεση Αρ. 323/2015 σχ. με 324/2015 και 325/2015 ημερομηνίας 14/02/2019 αλλά και την απουσία ένστασης από την ίδια την κατηγορούμενη 5 γεγονός το οποίο το έχω λάβει υπόψη μου και ως επιπρόσθετο μετριαστικό στοιχείο κατά την επιβολή της ποινής της. Επιπρόσθετα έλαβα υπόψη μου και το γεγονός ότι το διάταγμα καταβολής του ποσού δεν αφορά την έκδοση φυλακιστηρίου εναντίον του υπόχρεου προσώπου αλλά εισπράττεται ως αναφέρει και το Άρθρο 46
(13)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου ως αστικό χρέος. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή στην κατηγορούμενη 5 θα εξετάσω τώρα, ως ήταν και το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, κατά πόσο η επιβληθείσα ποινή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλέπε Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Κατόπιν προσεκτικής μελέτης του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών, οικογενειακών και οικονομικών συνθηκών της κατηγορούμενης 5, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Παρόλα αυτά, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες όπως το λευκό της ποινικό μητρώο, η παραδοχή της αλλά και ο χρόνος που παρήλθε λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που της επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Πολύ σχετική με το ζήτημα της αναστολής ποινής φυλάκισης είναι και η Ποινική Έφεση αρ. 28/2018 ημερομηνίας 24/02/2014 μεταξύ Κύπρος Κυπριανού v Δημοκρατίας στα πλαίσια της οποίας ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Παμπαλλής ανέφερε τα εξής απορρίπτοντας το λόγο έφεσης ότι λανθασμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ανέστειλε την ποινή φυλάκισης στον εφεσείοντα για αδικήματα παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής οφειλόμενου ΦΠΑ: Στο σημείο αυτό, θεωρούμε σημαντικό να αναφέρουμε το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Ιωσήφ (ανωτέρω): «Είναι γεγονός ότι οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, όπως εξετέθησαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου, είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης της ποινής. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Από το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης φαίνεται ότι την κρίση του Δικαστηρίου επηρέασαν οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, που αφορούν στην κατακράτηση εσόδων, που ανήκουν στο κράτος, και δεν αποδίδονται παρόλη την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος και στις αλλεπάλληλες αναβολές που δόθηκαν για συμμόρφωση, χωρίς αποτέλεσμα. Τούτο καταδεικνύει ότι είχε υπόψη του τις πρόνοιες που επέφερε η τροποποίηση του 2003. Μνεία και στις προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα έγινε, χωρίς να κριθούν ικανές να διαφοροποιήσουν την κατάσταση πραγμάτων. Θεωρούμε ότι δεν υπάρχει πεδίο επέμβασης. Ταυτοχρόνως, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, αδικήματα αυτής της μορφής είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Αφορούν στη μη εκπλήρωση φορολογικών υποχρεώσεων του πολίτη προς το κράτος. Η σημασία τους αντικατοπτρίζεται από το γεγονός ότι η επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινή, δεν είναι ασύνηθης επιλογή, ιδιαιτέρως σε περιπτώσεις μη καταβολής Φ.Π.Α., το οποίο εισπράττεται αλλά δεν καταβάλλεται στο κράτος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Καλατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85, στην οποία έκαμε αναφορά και ο πρωτόδικος Δικαστής. Πέραν των πιο πάνω και εξετάζοντας όλους τους παράγοντες οι οποίοι τέθηκαν ενώπιον μου για σκοπούς αναστολής της ποινής φυλάκισης δεν μπορώ να παραβλέψω το γεγονός ότι παρ' όλη την παραδοχή της κατηγορούμενης 5, η ίδια της δεν έχει καταδείξει στο Δικαστήριο την έμπρακτη μεταμέλεια της εφόσον δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό έναντι του οφειλόμενου φόρου παρά και το χρονικό διάστημα που είχε στην διάθεση της να πράξει τούτο τόσο πριν την καταχώρηση της εναντίον της υπόθεσης όσο και μετά την καταχώρηση αυτής αλλά πριν την επιβολή της ποινής γεγονός το οποίο και λαμβάνεται υπόψη επιβαρυντικά για αυτήν. Στην κρινόμενη περίπτωση και έχοντας υπόψη μου ότι ο οφειλόμενος φόρος αφορά την περίοδο 2010 - 2011 και κανένα ποσό δεν έχει καταβληθεί μέχρι σήμερα, αντλώντας καθοδήγηση από την υπόθεση Κωνσταντίνου Κώστας ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας,
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας για αναστολή της επιβληθείσας ποινής. Ως προς τον παράγοντα χρόνου ο Δικαστής Κωνσταντινίδης ανέφερε τα εξής σχετικά στην πιο πάνω Ποινική Έφεση: ''Συνυπολογίσαμε και το χρόνο που μεσολάβησε μεταξύ της επιβολής της βεβαίωσης του φόρου το 2002 και της καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης στις 6.12.07. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε πως τον έλαβε υπόψη αλλά μας φαίνεται πως εδώ δεν έχουμε περίπτωση τέλεσης ορισμένου αδικήματος κατά ορισμένη ημερομηνία και ποινική δίωξη πέντε χρόνια μετά χωρίς οτιδήποτε άλλο. Κατ' αρχάς είναι προφανές ότι η καθυστέρηση στην ποινική δίωξη στην πραγματικότητα του άφηνε χρονικά περιθώρια συμμόρφωσης ώστε αυτή, σε τέτοια περίπτωση, να ήταν δυνατό να αποφευχθεί.'' Επομένως η πιο πάνω επιβληθείσα ποινή φυλάκισης είναι άμεση. (Υπ.). .................................. N. Φακοντή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο