Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 4176/20, 10/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού , Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4176/20 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν. XXX ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 10/9/20 Για κατηγορούσα αρχή: κα. Γιασκούρη Κατηγορούμενος παρών δια του συνηγόρου του κ. Θεοφάνους ΠΟΙΝΗ (ex tempore) Ο κατηγορούμενος έχει παραδεχτεί την κατηγορία της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών κατά παράβαση των άρθρων 11Β και 11Ζ του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 13
(1)2016 και άρθρα 19 και 20Α του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. Τα γεγονότα έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο . Ο δε συνήγορος του κατηγορούμενου αγόρευσε προς μετριασμό της ποινής. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα έχουν λεχθεί καθώς και τα όσα καταγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που έχει ετοιμαστεί σήμερα προς όφελος του κατηγορούμενου. Το αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρό. Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή αποτελεί την αφετηρία από την οποία το Δικαστήριο εκκινεί για την επιμέτρηση της. Το άρθρο 11Ζ του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν. 174/86προνοεί ότι πρόσωπο το οποίο διαπράττει αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11Β σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€3.500) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε όλες ή σε οποιαδήποτε ή σε οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω ποινές. Προφανώς, ο νομοθέτης προνόησε αυστηρές ποινές, ένεκα των συνεπειών που μπορούν να προκληθούν ένεκα συμπεριφοράς όμοιας με αυτή του Κατηγορουμένου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ζυπιτής Κώστας κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, το αυτοκίνητο αποτελεί αντικείμενο ικανό να προκαλέσει θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για προστασία της ασφάλειας τρίτων. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την πράξη του να οδηγήσει υπό την επήρεια ναρκωτικών, ο Κατηγορούμενος επέδειξε πλήρη ανευθυνότητα. Οδήγησε ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια κάνναβης και κοκαΐνης σύμφωνα με τη έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους (Έγγραφο Α) κάτι που δεν μπορεί παρά να προσμετρήσει επιβαρυντικά εις βάρος του. Στην υπόθεση Τρύφωνος ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 197 που αφορούσε βεβαίως αδικήματα κατοχής ναρκωτικών, λέχθηκε ότι το είδος, η ποσότητα και ο σκοπός της κατοχής των ναρκωτικών είναι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Αν και το Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση καλείται να αντιμετωπίσει, όχι αυτή καθ' αυτή την κατοχή και χρήση ναρκωτικών, αλλά την οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών, θεωρώ ότι οι πιο πάνω παράγοντες μπορούν να προσμετρήσουν κατ' αναλογία, είτε ελαφρυντικά είτε επιβαρυντικά αναλόγως της περίπτωσης. Η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, είναι εγωιστική και εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την τη σωματική υγεία όλων όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης, για πάταξη τέτοιων φαινομένων, δημιουργεί την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75, λέχθηκαν τα εξής: «Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.» Στην απόφαση Σάββα ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 242 λέχθηκαν τα εξής: «Ο Κώδικας Οδικής συμπεριφοράς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος, σε μια σύγχρονη και αναπτυγμένη πολιτεία με του κώδικα κοινωνικής συμπεριφοράς. Γι' αυτό και αποτελεί μια από τις τιμές μέτρησης και αξιολόγησης του σεβασμού του ανθρώπου προς το συνάνθρωπο. Τα τροχαία αδικήματα, όπως συνηθίσαμε να αναφερόμαστε στις παραβάσεις της οικείας νομοθεσίας ή γενικότερα τα αδικήματα που διαπράττονται κατά την οδήγηση, θεωρούνται πλέον σοβαρά και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Τα Δικαστήρια, που παρακολουθούν και είναι ευαίσθητα στις μεταβολές συμπεριφοράς της κοινωνίας, αναπροσαρμόζουν τις ποινές που επιβάλλουν ώστε να γίνει συνείδηση πως η ορθή ρύθμιση της τροχαίας κίνησης έχει άμεση σχέση με την καθημερινή λειτουργία της ζωής των ανθρώπων.» Το Δικαστήριο έχει βεβαίως καθήκον να εξατομικεύσει την ποινή που θα επιβάλει στο πρόσωπο του παραβάτη που έχει απέναντι του. Η εξατομίκευση όμως της ποινής, δεν πρέπει να οδηγήσει και σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή. Όπως σημειώθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 135, το στοιχείο αποτροπής μπορεί να διαδραματίσει ρόλο τόσο στην επιλογή της μορφής της ποινής όσο και στον καθορισμό του ύψους της. Από την άλλη, η επιβολή ποινής φυλάκισης πρέπει να είναι το ύστατο μέτρο στα χέρια του ποινικού δικαστή και πρέπει να χρησιμοποιείται με φειδώ και όπου οι περιβάλλουσες το αδίκημα και τον παραβάτη συνθήκες, δεν αφήνουν άλλη επιλογή, διότι κάθε άλλη ποινή θα ήταν επιεικέστερη του ορθού (βλ. Zac & others ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 6 και Γ.Ε. ν. Πατατάρης
(1994)2 ΑΔ 128). Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω και συνυπολογίζω προς όφελος του κατηγορούμενου την άμεση του παραδοχή του (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28) και το λευκό του ποινικό μητρώο (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Ιδιαίτερη βαρύτητα προσδίδω στο νεαρό της ηλικίας του. Έχω κατά νου ότι ο σκοπός της ποινής σε άτομα νεαρής ηλικίας πρέπει να είναι, μεταξύ άλλων, η αναμόρφωση τους και όχι η τιμωρία τους. Σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα θεωρώ επίσης το γεγονός ότι, κατά την έκθεση των γεγονότων από την Κατηγορούσα Αρχή, δεν έχει λεχθεί οτιδήποτε που να δείχνει ότι η οδήγηση του Κατηγορουμένου ήταν τέτοια που έθεσε σε άμεσο και πραγματικό κίνδυνο κάποιο τρίτο πρόσωπο ή/και τον ίδιο τον Κατηγορούμενο. Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο αλλά ιδιαίτερα το νεαρό της ηλικίας του. Περεταίρω λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του την άμεση παραδοχή του και την έμπρακτη μεταμέλεια του. Συγχρόνως λαμβάνω υπόψη μου τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει αλλά συνάμα και το γεγονός ότι στο παρών στάδιο τόσο ο ίδιος όσο και οι γονείς του είναι άνεργοι. Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με τα όσα ο συνήγορος του ανέφερε αναχωρεί εντός λίγων ημερών από σήμερα για να μεταβεί για σπουδές στην Κρήτη στο Τμήμα Ψυχολογίας . Μάλιστα όπως αναφέρθηκε ,τα έξοδα για τις σπουδές του για το πρώτο εξάμηνο στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης ,ενόψει της κακής οικονομικής κατάστασης στην οικογένεια θα καλυφθούν από χρήματα που εξασφάλισε ο ίδιος από την εργασία του . Η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών δηλαδή κάνναβης και κοκαΐνης και επέδειξε με αυτό τον τρόπο έλλειψη σεβασμού προς τους κανονισμούς της τροχαίας και αδιαφορία για την ασφάλεια του ίδιου και των υπόλοιπων χρηστών του δρόμου. Αδικήματα αυτής της φύσης έχουν επαυξηθεί ανησυχητικά, και προς τούτο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που επιλαμβάνομαι καθημερινά. Συνυπολογίζοντας τους πιο πάνω παράγοντες, αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Συνεπώς επιβάλλεται στον κατηγορούμενο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 2 μηνών και 4 βαθμοί ποινής στην άδεια οδήγησής του. Η ποινή της στέρησης της άδειας οδήγησης είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής (Ελευθερίου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300). Η διάρκειά της θα πρέπει να συσχετίζεται με την ποινή φυλάκισης (Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 327, Kiamil v. Αστυνομίας
(1974)2 Α.Α.Δ. 16). Συνυπολογίζω τη σοβαρότητα των αδικήματος και τους προαναφερόμενους μετριαστικούς παράγοντες. Η άδεια οδήγησης αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (Σαρίδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465). Δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε ειδικός λόγος μη στέρησης. Συνεπώς, επιβάλλεται στον κατηγορούμενο στέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για την κατηγορία που αντιμετωπίζει για περίοδο έξι μηνών από αύριο 12/9/20. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είναι ευρεία. Ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου (άρθρο 3
(2), Ν.95/72). Ένα σημαντικό ζήτημα είναι το κατά πόσο θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας (Στυλιανού v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση, 225/17, ημερ. 20.3.18). Λαμβάνω υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τους προαναφερθέντες μετριαστικούς παράγοντες. Υπό τις περιστάσεις, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή και κατανοητή γλώσσα στον κατηγορούμενο τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος τιμωρούμενου με φυλάκιση κατά την περίοδο αναστολής) Έξοδα ύψους 214 ευρώ να καταβληθούν από τον Κατηγορούμενο. (Υπ.)...... Σ. Συμεού , Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο