← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Σωτήρη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13745/15, 8/9/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Σωτήρη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13745/15, 8/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13745/15 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον ΧΧΧΧΧΧΧ Σωτήρη ΧΧΧΧΧΧΧ Παναγή ΧΧΧΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου ΧΧΧΧΧΧΧ Στυλιανού ΧΧΧΧΧΧΧΧ Γεωργίου ΧΧΧΧΧΧΧΧ Μικελίδης Κατηγορούμενοι ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8/9/2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γιάννος Αργυρού Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Ρίκκος Μαππουρίδης Για τους κατηγορούμενους 2 και 5: κα Γιώτα Αποστόλου Για τους κατηγορούμενους 3 και 4: κα Ειρήνη Ανδρέα Κατηγορούμενοι: παρόντες ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, είναι υπό εξέταση 15 αδικήματα. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 331, 333, 335, και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 και 6 μεταξύ 11ης Ιουλίου 2014 και 8ης Δεκεμβρίου 2014 στη Λεμεσό, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή πλαστογραφία εγγράφου. (Η διαδικασία εναντίον του έκτου κατηγορούμενου έχει διακοπεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας αλλά θα γίνεται η αναφορά στο προσωπο του αποκειστικά και μόνο για να καταγραφούν αποκλειστικά με ακρίβεια οι λεπτομέρειες των αδικημάτων σε αυτό το στάδιο). Η δεύτερη κατηγορία, αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(β), 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι πιο πάνω κατηγορούμενοι, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, με σκοπό την καταδολίευση, αλλοίωσαν έγγραφο, δηλαδή αλλοίωσαν τον αριθμό πλαισίου που υπήρχε στο πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου με πραγματικό αριθμό πλαισίου αυτόν που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, χωρίς εξουσία, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου. Η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι πιο πάνω κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Η τέταρτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339, 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι πιο πάνω κατηγορούμενοι, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, εν γνώσει τους και δολίως, έθεσαν σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή το πιστοποιητικό που αναφέρεται στην δεύτερη κατηγορία. Η πέμπτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 305 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι πιο πάνω κατηγορούμενοι, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα , δηλαδή εξασφάλιση πιστοποιητικού με ψευδείς παραστάσεις. Η έκτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης πιστοποιητικού με ψευδείς παραστάσεις και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι πιο πάνω κατηγορούμενοι, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, εσκεμμένα εξασφάλισαν πιστοποιητικό εγγραφής για το όχημα με αριθμό πλαισίου που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος με ψευδείς παραστάσεις. Η έβδομη κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 306(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι πιο πάνω κατηγορούμενοι, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή κλεπταποδοχή. Η όγδοη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κλεπταποδοχής, κατά παράβαση των άρθρων 306(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι πιο πάνω κατηγορούμενοι, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, αποδέχθηκαν περιουσία, δηλαδή το αυτοκίνητο που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος με πραγματικό αριθμό πλαισίου αυτόν που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, περιουσία της εταιρείας που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, γνωρίζοντας ότι αυτή ήταν κλοπιμαία. Η ένατη κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4

(1)(ιιι)
(2)και 5
(1)του περί παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες νόμου 188
(1)/2007 όπως τροποποιήθηκε και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι πιο πάνω κατηγορούμενοι, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η δέκατη κατηγορία αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(ιιι)
(2)και 5
(1)του περί παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες νόμου 188
(1)/2007 όπως τροποποιήθηκε και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι πιο πάνω κατηγορούμενοι, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, ενώ γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι περιουσία, δηλαδή το αυτοκίνητο που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος αξίας € 110,000, αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, απέκτησαν και κατείχαν το πιο πάνω όχημα. Η ενδέκατη κατηγορία αφορά αποκλειστικά τον πέμπτο κατηγορούμενο και αφορά το αδίκημα της παρέμβασης σε Δικαστική διαδικασία, κατά παράβαση των άρθρων 122(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο πέμπτος κατηγορούμενος, την 8η Δεκεμβρίου 2014 στη Λεμεσό, προέβηκε σε πράξη, η οποία ήταν ενδεχόμενο να παρεμποδίσει ή με οποιονδήποτε τρόπο να επηρεάσει αστυνομική έρευνα που διεξάγετο με σκοπό έναρξης Δικαστικής διαδικασίας σε συγκεκριμένη υπόθεση με συγκεκριμένο αριθμό που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, δηλαδή ανάφερε στο άτομο που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος την φράση ΄΄Να μην αναφέρερεις στην αστυνομία ότι εγώ σου έστειλα το αυτοκίνητο που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος που θα αγόραζε ο πρώτος κατηγορούμενος και να αναφέρεις ότι σου το έφερε κάποιος άγνωστος σου πελάτης΄΄ ο οποίος είναι μάρτυρας στην πιο πάνω υπόθεση. Η δωδέκατη κατηγορία αφορά αποκλειστικά τον πρώτο κατηγορούμενο και αφορά το αδίκημα της αποφυγής φόρων κατανάλωσης, κατά παράβαση του άρθρου 140
(2)του περί φόρου κατανάλωσης νόμου 91
(1)του 2004 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο και τόπο που περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία, απέφυγε την καταβολή του συνολικά οφειλόμενου φόρου κατανάλωσης, ήτοι € 51,678,94 για το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής και πραγματικό αριθμό πλαισίου όπως αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Η δέκατη τρίτη κατηγορία αφορά επίσης αποκλειστικά τον πρώτο κατηγορούμενο και που αφορά το αδίκημα της κατοχής αφορολόγητων εμπορευμάτων, κατά παράβαση του άρθρου 140
(3)του περί φόρου κατανάλωσης νόμου 91
(1)του 2004 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο και τόπο που περιγράφεται στην πρώτη κατηγορία, είχε στην κατοχή του το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής και με πραγματικό αριθμό πλαισίου όπως αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, για το οποίο αποφεύχθηκε η καταβολή του αναλογούντος σε αυτό φόρου κατανάλωσης ύψους € 51,678,
  1. Η δέκατη τέταρτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 300 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 και 6, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή απάτη. Η δέκατη πέμπτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της απάτης, κατά παράβαση των άρθρων 300 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 και 6, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, με δόλιο τέχνασμα, απέκτησαν το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής και με πραγματικό αριθμό πλαισίου όπως αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, αξίας € 110,000, ιδιοκτησίας της εταιρείας που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, αλλοιώνοντας τον αρχικό αριθμό πλαισίου με άλλον αριθμό. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ. 1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  2. Στην κατάθεση του κάνει αναφορά ότι στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, παρέλαβε από συγκεκριμένο αστυφύλακα το επίδικο αυτοκίνητο, το οποίο την ίδια ημέρα μεταφέρθηκε από άλλο συνάδελφο του στο μηχανουργείο συγκεκριμένης εταιρείας στη Λεμεσό, συνοδεία του πρώτου κατηγορούμενου, όπου το αυτοκίνητο συνδέθηκε με το ειδικό διαγνωστικό μηχάνημα, όπου διαφάνηκε ο πραγματικός αριθμός πλαισίου, με συγκεκριμένο κυβισμό, βενζινοκίνητο και εξήχθη από το εργοστάσιο κατασκευής συγκεκριμένη ημερομηνία. Στην συνέχεια ο μάρτυρας συνομίλησε με συγκεκριμένο άτομο, υπεύθυνο πωλήσεων των αυτοκινήτων της ίδιας μάρκας με το επίδικο αυτοκίνητο, ο οποίος του ανέφερε τα πραγματικά χαρακτηριστικά του αυτοκινήτου. Ακολούθως ο μάρτυρας είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον διευθυντή πωλήσεων της ίδιας εταιρείας, ο οποίος ανέφερε ότι μετά από έλεγχο που διενήργησε σχετικά με τους κωδικούς αναγνώρισης των αριθμών πλαισίων του επίδικου οχήματος, διαπίστωσε ότι το όγδοο γράμμα στην σειρά αντιπροσωπεύει την θέση του τιμονιού του αυτοκινήτου και πιο συγκεκριμένα το γράμμα Ε αντιπροσωπεύει την θέση δεξιά, ενώ το γράμμα F την θέση αριστερά και συνεπώς το ένα όχημα με τον συγκεκριμένο αριθμό θα έπρεπε να είναι δεξιοτίμονο και με τον άλλον αριθμό αριστεροτίμονο. Επίσης, ο μάρτυρας παρέλαβε από συγκεκριμένους αστυφύλακες, όπως είναι οι Μ.Κ. 12 και 19 συγκεκριμένα έγγραφα όπως τα έχει περιγράψει, αναφέρθηκε στην λήψη γραπτής κατάθεσης από τον Μ.Κ. 7, ήτοι το τεκμήριο 28, στην λήψη από τον δεύτερο κατηγορούμενο και μετά από γραπτή του συγκατάθεση είκοσι δειγμάτων γραφής/υπογραφής, από τον πρώτο κατηγορούμενο με δική του γραπτή συγκατάθεση δέκα δειγμάτων γραφής και υπογραφής. Ακολούθως, κάνει αναφορά στο ότι δύο μέλη της αστυνομικής δύναμης Κύπρου, ένας εκ των οποίων ήταν και ο ΜΚ. 13, στον χώρο στάθμευσης της ΑΔΕ Λεμεσού, πρέβηκαν σε χημική εξέταση του αριθμού πλαισίου του επίδικου αυτοκινήτου και το οποίο έφερε συγκεκριμένο αριθμό πλαισίου και κατά την εξέταση αυτού του αριθμού πλαισίου, ο οποίος είναι χαραγμένος στον θόλο της δεξιάς μπροστινής κόντρα σούστας, διαπιστώθηκε σύμφωνα με τα πιο πάνω πρόσωπα ότι στο συγκεκριμένο σημείο επικολλήθηκε μεταλλική πλακέτα, πάνω στην οποία αναγραφόταν ο συγκεκριμένος αριθμός. Μετά από επεξεργασία του σημείου, ο Μ.Κ. 13 αφαίρεση την μεταλλική πλακέτα/πινακίδα πάνω στην οποία αναγράφετο ο εν λόγω αριθμός, ακολούθως, μετά από τον καθαρισμό του σημείου όπου βρισκόταν επικολλημένη η πλακέτα, έγινε κατορθωτή η επανεμφάνιση του αριθμού πλαισίου ο οποίος είναι κτυπημένος στο σημείο και ήταν άλλος από αυτόν που εμφανιζόταν στην μεταλλική πλακέτα/πινακίδα που αφαιρέθηκε. Με το πέρας της εξέτασης του οχήματος, ο Μ.Κ. 13 του παρέδωσε την αφαιρεθείσα μεταλλική πλακέτα/πινακίδα. Παρέλαβε απίσης από τον Μ.Κ. 12 ένα σφραγισμένο φάκελο με είκοσι δείγματα γραφής και υπογραφής του τρίτου κατηγορούμενου, τον οποίο ο μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς. Ο μάρτυρας παρέλαβε επίσης από τον Μ.Κ. 19 δύο σφραγισμένους φακέλους, οι οποίοι περιείχαν είκοσι δείγματα γραφής και υπογραφής από τον τέταρτο κατηγορούμενο, τον οποίο επίσης κατηγόρησε γραπτώς. Αναφέρθηκε επίσης ο μάρτυρας στην γραπτή κατάθεση που έλαβε από τον Μ.Κ. 4, από τον οποίο παρέλαβε συγκεκριμένο έντυπο, στην ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο 5, τον οποίο συνέλαβε και κατηγόρησε γραπτώς, ο οποίος επίσης υπόγραψε, στην παρουσία της δικηγόρου του το έντυπο δικαιωμάτων προσώπων που τελούν υπό κράτηση. Ο μάρτυρας έλαβε και άλλη ανακριτική κατάθεση από τον πέμπτο κατηγορούμενο, στην οποία απάντησε σε κάποια ερωτήματα που του υποβλήθηκαν και έδωσε κάποιους ισχυρισμούς για τους οποίους σύμφωνα με τον πέμπτο κατηγορούμενο δεν έδωσε στην προηγούμενη του κατάθεση. Ακολούθως ο μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τον πέμπτο κατηγορούμενο για το αδίκημα που τελικά αντιμετωπίζει στην παρούα υπόθεση, όπου παραδέχθηκε ότι είπε αυτά που είπε στο άλλο άτομο, όχι όμως ως απειλή. Ακολούθως ο μάρτυρας παρέδωσε σε συγκεκριμένη αστυφύλακα συγκεκριμένα τεκμήρια με σκοπό να τα μεταφέρει και παραδώσει στα αρμόδια εργαστήρια της ΥΠΕΓΕ για τις απαραίτητες επιστημονικές εξετάσεις. Επίσης ο μάρτυρας μετά από την γραπτή συγκατάθεση του έκτου κατηγορούμενου, διεξήγαγε διαδικασία αναγνώρισης στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, στην οποία έλαβαν μέρος ο έκτος κατηγορούμενος και ο Μ.Κ. 5 και κατά την διαδικασία αναγνώρισης ο Μ.Κ. 5 είδε στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού τον έκτο κατηγορούμενο και ανέφερε ότι δεν θυμάται εάν τον γνωρίζει. Ολοκληρώνοντας την γραπτή του κατάθεση αναφέρεται στην λήψη γραπτών καταθέσεων από τους Μ.Κ. 9 και
  3. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε ως τεκμήρια διάφορα τεκμήρια, όπως είναι οι γραπτές κατηγορίες που απαγγέλθηκαν στον τρίτο και τέταρτο κατηγορούμενο, τις ανακριτικές καταθέσεις που λήφθηκαν από τον πέμπτο κατηγορούμενο, η γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε στον πέμπτο κατηγορούμενο. Αναγνώρισε στο εδώλιο τους κατηγορούμενους 3, 4 και 5, ανέφερε ότι ήταν μέλος της ανακριτικής ομάδας στην παρούσα υπόθεση, όπου επικεφαλής ήταν ένας άλλος αστυφύλακας και κατέθεσεως τεκμήριο 7 τον κατάλογο των τεκμηρίων της παρούσας υπόθεσης. Στην συνέχεια κατέθεσε σειρά εγγράφων ως τεκμήρια, ως περιγράφονται στον κατάλογο τεκμηρίων και που έχουν συλλεγεί στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Κατάθεσε επίσης ως τεκμήριο 8, που σύμφωνα με τον ίδιο είναι το τιμολόγιο αγοράς του επίδικου αυτοκινήτου και που παρουσίασε ο πρώτος κατηγορούμενος σε μεταγενέστερο στάδιο και ως τεκμήριο 9 το ημερολόγιο ενεργείας. Έδωσε την δική του εκτίμηση ως ανακριτής και αφού συμβουλεύθηκε τον φάκελο της υπόθεσης όσον αφορά την εμπλοκή του κάθε κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 10 τα έγγραφα που παρέλαβε από την αντιπροσωπεία αυτοκινήτων στην Λεμεσό, με βάση τα οποία διαπιστώθηκε κατά τον διαγνωστικό έλεγχο η διάσταση μεταξύ του πραγματικού αριθμού πλαισίου του επίδικου αυτοκινήτου με αυτόν που παρουσίαζε, καθώς επίσης και στην διάσταση όσον αφορά άλλα χαρακτηριστικά του αυτοκινήτου. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην εμπλοκή του έκτου κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση, με βάση πάντα το μαρτυρικό υλικό του φακέλου, εκφράζοντας άγνοια για τον λόγο που διακόπηκε η διαδικασία εναντίον του έκτου κατηγορούμενου, τονίζοντας ότι οι ενέργειες του μάρτυρα έφταναν μέχρι του σημείου της καταχώρησης της υπόθεσης στο Δικαστήριο. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του από την πλευρά του πρώτου κατηγορούμενουν κατέθεσε το τεκμήριο 11 και που είναι η απόδειξη παράδοσης του τεκμηρίου
  4. Αντεξεταζόμενος από πλευράς δεύτερου κατηγορουμένου, αναφέρθηκε στην εμπλοκή του δεύτερου κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση, με βάση την δική του εκδοχή και με βάση το μαρτυρικό υλικό του φακέλου και το ίδιο έπραξε αντεξεταζόμενος από πλευράς κατηγορουμένων 3, 4 και
  5. Ο Μ.Κ. 2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 16, στην οποία κάνει αναφορά ότι στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, προέβη με άλλους συναδέλφους του σε έρευνες δυνάμει Δικαστικών ενταλμάτων στις οικίες του πρώτου κατηγορούμενου και ενός άλλου ατόμου στα όρια των βρετανικών βάσεων. Από τις έρευνες δεν προέκυψε οτιδήποτε το ενοχοποιητικό όσον αφορά το άλλο άτομο και όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο, ανευρέθηκε το επίδικο αυτοκίνητο και το οποίο κατασχέθηκε και ο πρώτος κατηγορούμενος συνελήφθηκε. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον πρώτο κατηγορούμενο στο εδώλιο. Αντεξεταζόμενος από πλευράς πρώτου κατηγορουμένου, κατατέθηκαν ως τεκμήρια 17 και 18 τα εντάλματα έρευνας που εκδόθηκαν από τις αρχές της Δημοκρατίας και των βρετανικών βάσεων για να γίνει έρευνα στα υποστατικά του πρώτου κατηγορουμένου, ενώ δεν αντεξετάστηκε από πλευράς κατηγορουμένων 3, 4 και
  6. Ο Μ.Κ. 3 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  7. Σε αυτήν κάνει αναφορά στα καθήκοντα του ως τελωνειακού λειτουργού στο λιμάνι Λεμεσού σε συγκεκριμένο τμήμα που ασχολείται με τον έλεγχο των ηλεκτρονικών διασαφήσεων και ηλεκτρονικών μανιφέστων των πλοίων. Όσον αφορά το επίδικο αυτοκίνητο και με τον πραγματικό αριθμό πλαισίου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι από έλεγχο που διενήργησε στο αρχείο του τελωνείου, αυτό ουδέποτε έχει εισαχθεί ή αποσταλεί από άλλο κράτος μέλος νόμιμα με τέτοιους αριθμούς πλαισίου και συνεπώς δεν υπάρχουν έγγραφα στο τελωνείο που να αφορούν αυτό το όχημα. Όσον αφορά το όνομα του δεύτερου κατηγορούμενου, αυτός με βάση τα αρχεία του τελωνείου, φαίνεται να εισήξε διάφορα οχήματα που έχει περιγράψει. Όσον αφορά το αυτοκίνητο με τον αριθμό πλαισίου όπως αυτός καταγράφεται στην μεταλλική πλακέτα που ήταν επικολλημένη πάνω από τον πραγματικό αριθμό πλαισίου του επίδικου αυτοκινήτου, φαίνεται να έχει εκδοθεί από το τελωνείο έντυπο Τελ. 72Α, το οποίο κάνει αναφορά σε συγκεκριμένο αριθμό διασάφησης και με βάση την οποία γίνεται αναφορά σε άλλον αριθμό διασάφησης για άλλο αυτοκίνητο, με αριθμό πλαισίου που λήγει σε 903 ίδιας μάρκας με το επίδικο αυτοκίνητο, αλλά με λιγότερο κυβισμό και ρύπους σε σύγκριση με το επίδικο και σύμφωνα με τις αρχές της Ιντερπόλ, το όχημα αυτό δεν ήταν κλοπιμαίο, ενώ με βάση τα αρχεία του τμήματος οδικών μεταφορών Κύπρου (ΤΟΜ) ήταν και για το οποίο πληρώθηκαν φόροι €7,964,88, ενώ για το όχημα με τον αριθμό πλαισίου που παρουσίαζε το επίδικο αυτοκίνητο, αλλά με την πινακίδα επικολλημένη πάνω από τον πραγματικό αριθμό πλαισίου θα έπρεπε να πληρωθούν € 53,927,
  8. Το έντυπο C72Α που συμπληρώθηκε για το επίδικο αυτοκίνητο, αυτό πιστοποιήθηκε από τον Μ.Κ. 15, ενώ την διασάφηση για το άλλο όχημα που ο αριθμός του λήγει σε 903 την πιστοποίησε άλλο άτομο και τα έγγραφα για το αυτκίνητο με τον αριθμό πλαισίου που λήγει σε 903, τα πρωτότυπα έγγραφα εισαγωγής του έχουν παραδοθεί για αστυνομικές εξετάσεις, ο αριθμός διασάφησης είναι μοναδικός για κάθε φορτίο και δίνεται από την ναυτιλιακή εταιρεία και αναγράφεται στο διατακτικό παράδοσης (delivery order), στον διασαφιστή που υποβάλλει την διασάφηση στο τελωνείο. Για το όχημα που ο αριθμός του λήγει σε 903, δεν γνωρίζει εάν υποβλήθηκε έντυπο C72Α, διότι είναι μπλοκαρισμένο από το ΤΟΜ ως κλοπιμαίο. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του επεξήγησε την έννοια και την λειτουργία της διασάφησης και του μανιφέστου του πλοίου, στην ουσία στην παρούσα υπόθεση υπήρχε ένα αυτοκίνητο με δύο αριθμούς πλαισίου και με την διαφοροποίηση που υπήρχε στους ρύπους μεταξύ του αριθμού που αναγραφόταν στα έντυπα και της διαπίστωσης του τελωνείου μετά από έλεγχο υπήρξε φοροδιαφυγή, λόγω ακριβώς της αναγραφής λιγότερων ρύπων, λόγω της εξάρτησης της φορολογίας από την ποσότητα των ρύπων. Την ευθύνη καταβολής της φορολογίας την φέρει ο εισαγωγέας μέσω εξουσιοδοτημένου τελωνειακού πράκτορα, όταν διαπιστώνεται από την υπηρεσία του τελωνείου παραποίηση του αριθμού πλαισίου που έχει δηλωθεί, τότε η υπηρεσία τελωνείου προχωρεί σε κατάσχεση και παραδίνεται στην αστυνομία για περαιτέρω έρευνες, χωρίς να θυμάται ή να γνωρίζει που έγινε αυτός ο έλεγχος αναφορικά με το επίδικο όχημα. Επεξήγησε την έννοια και την λειτουργία του εντύπου Τελ 72Α ή C 72Α , χαρακτήρισε ως νομότυπες της πιστοποιήσεις των εγγράφων που έγιναν από τον Μ.Κ. 15 και από άλλο άτομο και που έκανε αναφορά στην κατάθεση του και για τους λόγους που επεξήγησε λεπτομερώς στην κυρίως εξέταση του. Ανέφερε επίσης ότι ο αριθμός πλαισίου είναι μοναδικός για κάθε όχημα, διαφορετικά υπάρχει παραποίηση και αυτό μπορεί να διαπιστωθεί με την διάγνωση του εγκεφάλου του οχήματος. Ως προς την διασάφηση, ανέφερε ότι κάθε διασάφηση είναι μοναδική και ότι για το όχημα που ο αρθμός πλαισίου του λήγει σε 903, όταν αυτό ελεγχόταν και υποβαλλόταν από τον διασαφηστή ήταν καθαρό, ήτοι δεν υπήρχε αναφορά ότι ήταν κλοπιμαίο, ενώ αυτό το όχημα καταχωρήθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο ως κλοπιμαίο. Αντεξεταζόμενος από πλευράς κατηγορουμένου 1, έδωσε διευκρινήσεις και επεξηγήσεις ως προς τον περιεχόμενο του εντύπου Τελ. 72Α, σε συνδυασμό με την συγκεκριμένη διασάφηση, το δε Τελ. 72Α το συμπηρώνει ο τελωνειακός λειτουργός, ο οποίος έχει ενώπιον του τον πρωτότυπο τίτλο ιδιοκτησίας και την διασάφηση όπου αναγράφονται ο αριθμός πλαισίου του αυτοκινήτου, την δε διασάφηση την είδε ο Μ.Κ. 15, όχι όμως ο μάρτυρας, κάνοντας επίσης αναφορά στο τεκμήριο 7
(15)που αφορά έντυπο ΤΟΜ 118 για το όχημα που ο αριθμός πλαισίου λήγει σε 903 και πως λειτουργεί αυτό το έντυπο και πότε εκδίδεται και για ποιον σκοπό. Αντεξεταζόμενος από πλευράς κατηγορουμένου 2, ανέφερε ότι δεν είναι δυνατός ο φυσικός έλεγχος όλων των οχημάτων και υπάρχουν περιπτώσεις που ελέγχονται μόνο τα σχετικά έγγραφα, παραπέμποντας ταυτόχρονα ο μάρτυρας στην κατάθεση του αναφορικά με την διασάφηση του οχήματος που ο αριθμός πλαισίου του λήγει σε 903 και στον συγκεκριμένο τελωνειακό πράκτορα που ήταν ο εξουσιοδοτημένος τελωνειακός πράκτορας του συγκεκριμένου εισαγωγέα. Αντεξεταζόμενος από πλευράς κατηγορουμένων 3 και 4 ανέφερε ότι για το όχημα που ο αριθμός πλαισίου του λήγει σε 903 έχουν καταβληθεί οι νενομισμένοι φόροι στην βάση συγκεκριμένης διαδικασίας και αντεξεταζόμενος από πλευράς κατηγορουμένου 5, αναφέρθηκε στην κατάσχεση του επίδικου οχήματος και στην προθεσμία που δίνεται για ένα όχημα για να δηλώσουν τελωνειακό προορισμό. Ο Μ.Κ. 4 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 21. Σε αυτήν αναφέρει ότι εργάζεται ως τεχνικός στο τμήμα οδικών μεταφορών Λεμεσού. Μέσα στα καθήκοντα του είναι και ο έλεγχος εγγράφων που συνοδεύουν μία αίτηση για εγγραφή οχήματος και ο έλεγχος της ταυτότητας ενός οχήματος. Στις περιπτώσεις αυτοκινήτων που εισάγονται από χώρα της Ευρωπαΐκής Ένωσης, πριν την διαδικασία του ελέγχου, πηγαίνει στο τμήμα οδικών μεταφορών ο οποιοσδήποτε πελάτης, όχι αποκλειστικά ο αγοραστής και συμπληρώνει την φόρμα - έντυπο ΤΟΜ 118, με την οποία ζητά να εκδοθεί βεβαίωση ρύπων του οχήματος, που υπάρχει πρόθεση να εγγράψει στην Δημοκρατία. Σε αυτό το στάδιο δεν απαιτείται η φυσική παρουσία του οχήματος. Αφού συμπληρώσει την αίτηση, πρέπει να παρουσιαστεί πρωτότυπο πιστοποιητικό εγγραφής του εξωτερικού, με βάση το οποίο εκδίδεται από το μηχανογραφημένο σύστημα, αφού προηγουμένως κατατεθούν τα απαιτούμενα στοιχεία, τα έντυπα 119ΑΑ και 119ΑΒ, όπου το μεν πρώτο παραδίδεται στο τελωνείο για να εκδοθεί το C 72 Α και το 119 ΑΒ παρουσιάζεται στο τμήμα οδικών μεταφορών κατά την εγγραφή. Για την διαδικασία αυτή δεν καταβάλλεται οποιοδήποτε τέλος πληρωμής. Την ημέρα που θα γίνει εγγραφή ενός οχήματος, θα πρέπει να παρουσιαστεί στο τμήμα οδικών μεταφορών το ίδιο το αυτοκίνητο. Επίσης απαιτείται το έντυπο ΤΟΜ 119ΑΒ για τους ρύπους, το πρωτότυπο πιστοποιητικό εγγραφής, τιμολόγιο αγοράς με δύο χαρτόσημα και το οποίο δεν απαιτείται το πρωτότυπο, ασφάλεια στο όνομα του προσώπου στο οποίο θα γίνει η εγγραφή του οχήματος, το έντυπο C 72 Α του τελωνείου και έντυπο επιθεώρησης του οχήματος με επιτυχία. Ακολούθως ο μάρτυρας προβαίνει σε φυσικό έλεγχο του οχήματος, στον οποίο ελέγχει ότι ο αριθμός πλαισίου αντιστοιχεί στον αριθμό πλαισίου που αναγράφεται στο πιστοποιητικό, στο έντυπο επιθεώρησης και στα σημεία που αναγράφεται πάνω στο αυτοκίνητο και στο έντυπο C 72 Α. Όσον αφορά τον αριθμό μηχανής κάνει ακριβώς τον ίδιο έλεγχο. Σε περίπτωση που ο αριθμός μηχανής δεν είναι ορατός στο σημείο που βρίσκεται, απλά κάνει έλεγχο του αριθμού μηχανής στο πιστοποιητικό του εξωτερικού ότι ταυτίζεται με αυτό που γράφει το έντυπο τεχνικού ελέγχου (ΜΟΤ). Επίσης κάνει και ένα γενικό έλεγχο της κατάστασης του αυτοκινήτου. Στο τμήμα οδικών μεταφορών δεν υπάρχει διαγνωστικό μηχάνημα με σκοπό να ελέγχονται τα πραγματικά στοιχεία πλαισίου και μηχανής του αυτοκινήτου. Ούτε υπάρχει κάποιο πρόγραμμα στο σύστημα με το οποίο να συγκρίνουν εάν η γραμματοσειρά κάποιου αριθμού πλαισίου ή μηχανής είναι η εργοστασιακή ή η προβλεπόμενη από τον κατασκευαστή. Επίσης δεν έχουν τύχει οποιασδήποτε εκπαίδευσης σε θέματα ελέγχου αυθεντικότητας των πιστοποιητικών εγγραφής εξωτερικού που τους παρουσιάζονται, ούτε και υπάρχει στο μηχανογραφημένο σύστημα οτιδήποτε με σκοπό να κάνουν κάποια σύγκριση τους. Στη συνέχεια συμπληρώνεται το έντυπο ΤΟΜ 6, αίτηση για εγγραφή οχήματος, τις πλείστες των περιπτώσεων από τεχνικό του τμήματος οδικών μεταφορών. Στην δεύτερη σελίδα όπου αναγράφονται τα στοιχεία του προσώπου στο οποίο θα εγγραφεί το όχημα, γίνεται έλεγχος με τα στοιχεία που αναγράφονται στο C 72 Α και στο τιμολόγιο αγοράς ότι ταιριάζουν. Σε αυτή την περίπτωση ο αιτητής για εγγραφή που είναι και ο ιδιοκτήτης, πρέπει να υπογράψει στην τέταρτη σελίδα και δεν απαιτείται η φυσική του παρουσία στο τμήμα οδικών μεταφορών κατά την εγγραφή. Στην περίπτωση όπου το αυτοκίνητο θα εγγραφεί σε τρίτο πρόσωπο και όχι στον αγοραστή, τότε οι υπογραφές τους στην τέταρτη σελίδα πρέπει να είναι πιστοποιημένες από πιστοποιών υπάλληλο. Ακολούθως ο μάρτυρας περνά τα στοιχεία του αυτοκινήτου στο μητρώο εγγραφής ΚΕΜΟ για το οποίο τηρείται ένα βιβλίο και παίρνει αύξων αριθμό. Γράφει ο μάρτυρας στην πρώτη σελίδα της φόρμας εγγραφής τον αύξων αριθμό, την υπογράφει, την σφραγίζει και την δίνει στο πρόσωπο που θέλει να κάνει την εγγραφή του οχήματος, μαζί με όλα τα έγγραφα που του παρουσίασε προηγουμένως ο ίδιος. Στη συνέχεια πηγαίνει το άτομο αυτό στα ταμεία του τμήματος οδικών μεταφορών όπου κάνει την εγγραφή του οχήματος η οποία αφορά φόρο εγγραφής και τέλη κυκλοφορίας και παραδίδει εκεί όλα τα έγγραφα του αυτοκινήτου. Η κοπέλα εκεί στα ταμεία κάνει και αυτή φυσικό έλεγχο των εγγράφων. Το πιστοποιητικό εγγραφής (κοτσιάνι) εκδίδεται από την ταμεία και δίδεται στο πρόσωπο που θα το εγγράψει. Αυτή η διαδικασία που επεξήγησε ο μάρτυρας στην κατάθεση του αφορά την εξέταση για εγγραφή ενός οχήματος από χώρα της Ευρώπης. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναφέρθηκε στις γνώσεις και τις εμπειρίες του στο τμήμα όπου εργάζεται, στο ζήτημα της φορολόγησης ενός οχήματος, αναγνώρισε το τεκμήριο 7
(15), λέγοντας ότι αυτό παρυσιάζεται στο τμήμα οδικών μεταφορών (ΤΟΜ), όπου τα στοιχεία σε αυτό συμπληρώνεται από το άτομο που το προσκομίζει στο ΤΟΜ και στην προκειμένη περίπτωση από τον δεύτερο κατηγορούμενο, τον οποίο όμως δεν αναγνώρισε στο εδώλιο, αν και ήταν παρών στην δικάσιμο όταν έδινε μαρτυρία. Δεν γίνεται έλεγχος της ταυτότητας που αναγράφεται στο τεκμήριο 7
(15)αλλά γίνεται έλεγχος στο σύστημα και εάν συμβαδίζει ο αριθμός ταυτότητας με το όνομα, τότε προχωρεί η έκδοση πιστοποιητικού ρύπων. Δεν αναγνώρισε ο μάρτυρας τις σημειώσεις που υπάρχουν στο πίσω μέρος του τεκμηρίου 7
(15), ούτε την υπογραφή στο σημείο που υπογράφει ο αιτητής στο εν λόγω τεκμήριο. Αναγνώρισε επίσης ο μάρτυρας το τεκμήριο 7
(3)
(2)ως το έντυπο που εκδόθηκε για τους ρύπους του επίδικου αυτοκινήτου με τα στοιχεία που αναγράφονται βεβαίως σε αυτό και αυτό εκδόθηκε προς τον Μ.Κ. 23 και τα στοιχεία σε αυτό το τεκμήριο καταχωρήθηκαν από τον Μ.Κ. 16. Εξήγησε επίσης την διαδικασία που ακολουθείται για να ελεγχθούν οι ρύποι σε κάθε όχημα, χωρίς να θυμάται εάν ο ίδιος τους έχει ελέγξει. Αναγνώρισε επίσης ο μάρτυρας το τεκμήριο 7
(3)
(3)ως το έντυπο επιτυχούς τεχνικού ελέγχου του επίδικου αυτοκινήτου, με τα στοιχεία που αναγράφονται σε αυτό το τεκμήριο και με βάση αυτό το τεκμήριο το αυτοκίνητο αυτό κρίθηκε κατάλληλο για εγγραφή. Γνωρίζει τον κατηγορούμενο 5 στα πλαίσια της εργασίας του, χωρίς οποιαδήποτε εμπλοκή για την παρούσα υπόθεση, ανέφερε ότι απαιτείται η φυσική παρουσία του οχήματος για να ελεγχθεί αυτό και ο τίτλος του όταν είναι για να εγγραφεί, όχι όμως για την έκδοση του πιστοποιητικού των ρύπων διότι εξετάζεται ο αλλοδαπός τίτλος ιδιοκτησίας που μπορεί να τον προσκομίσει ο οποιοσδήποτε και εκεί συμπληρώνεται το έντυπο ΤΟΜ 118. Αναγνώρισε το τεκμήριο 7
(2)
(1)ως τον Κυπριακό τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου αυτοκινήτου με τα στοιχεία που αναγράφονται σε αυτό, καθώς επίσης αναγνώρισε το τεκμήριο 7
(4)
(1)ως τον γερμανικό τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου αυτοκινήτου, με τα στοιχεία που αναγράφονται σε αυτό και το 2014 δεν υπήρχε το σύστημα που υπάρχει σήμερα με το οποίο να διαπιστωθεί κατά πόσο τα στοιχεία που αναγράφονται στο τεκμήριο 7
(4)
(1)είναι ορθά. Κατά τον έλεγχο που γίνεται στο ΤΟΜ, ελέγχεται μεταξύ άλλων και ο αριθμός πλαισίου, δεν εξετάζεται η εκπομπή ρύπων και ο έλεγχος, γνωστός και ως ΜΟΤ προηγείται του ελέγχου που γίνεται στο ΤΟΜ. Αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 7
(5)που είναι το έντυπο ΤΟΜ 6 και πιο συγκεκριμένα η αίτηση για εγγραφή οχήματος και απαιτείται τότε η παρουσία του οχήματος και ελέγχθηκε από τον Μ.Κ. 14 και εξέφρασε ο μάρτυρας την άποψη του για το τεκμήριο 7
(9), το οποίο δεν το έχει ξαναδεί, λέγοντας όμως ότι αυτό έχει επικολληθεί μεταγενέστερα. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε εκ νέου στην διαδικασία και περιεχόμενο ελέγχου και εγγραφής που ακολουθείται, όπως την έχει περιγράψει στην κατάθεση του και στην κυρίως εξέταση του, το δε τεκμήριο 7
(15)και ειδικότερα ο πίνακας με τα στοιχεία του αυτοκινήτου συμπληρώνεται από τον αιτητή, ήτοι τον κατηγορούμενο 2, ελέγχονται τα στοιχεία αυτού του εντύπου εάν συμφωνούν με τον τίτλο ιδιοκτησίας, δεν ελέγχεται όμως ποιος προσκομίζει αυτό το έντυπο. Αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 7
(2)ως το μέρος του γερμανικού τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου αυτοκινήτου, με τα στοιχεία βεβαίως που αναγράφονται σε αυτό, σε συνδυασμό με τα όσα αναγράφονται στο τεκμήριο 7
(1), κάνοντας αναφορά στα στοιχεία και χαρακτηριστικά που αναγράφονται σε αυτά, κάνοντας επίσης αναφρά στις εμπειρίες και γνώσεις του και στο ότι μπορεί να διαπιστωθεί εάν ένα αυτοκίνητο είναι βενζινοκίνητο ή πετρελαιοκίνητο. Αναφέρθηκε επίσης εκ νέου στο ζήτημα της ταυτότητας του δεύτερου κατηγορουμένου και στην μοναδικότητα του αριθμού πλαισίου για ένα όχημα και στον τόπο που αυτός αναγράφεται. Στην επανεξέταση του έδωσε κάποιες διευκρινήσεις αναφορικά με κάποια από τα χαρακτηριστικά που αναγράφονται στα τεκμήρια που έκανε αναφορά στην αντεξέταση του, αλλά και στον τρόπο που μπορεί να διαπιστωθεί εάν ένα όχημα είναι βενζινοκίνητο ή πετρελαιοκίνητο. Ο Μ.Κ. 5 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε τις καταθέσεις του, ήτοι τα τεκμήρια 22 και
  1. Στην πρώτη του κατάθεση κάνει αναφορά στα καθήκοντα του ως επιθεωρητής οχημάτων σε συγκεκριμένη εταιρεία, περιγράφοντας την διαδικασία ελέγχου ενός οχήματος το οποίο δεν έχει πάρει ακόμα Κυπριακούς αριθμούς εγγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση ο μάρτυρας επιθεώρησε το επίδικο όχημα στις 11/7/2014, με τα στοιχεία και χαρακτηριστικά που ανέφερε και ήταν ακόμα άγγραφο, δηλαδή δεν έχει ακόμα εγγραφεί στο ΤΟΜ για να πάρει Κυπριακούς αριθμούς εγγραφής, εξ΄ ου και η ονομασία του σχετικού εντύπου ελέγχου του οχήματος, ενώ εάν ήταν γραμμένο θα έφερνε διαφορετική ονομασία. Μετά την επιθεώρηση δεν είναι δυνατή η αλλαγή οποιωνδήποτε στοιχείων του αυτοκινήτου. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι για το συγκεκριμένο όχημα του τηλεφώνησε στις 11/7/2014 ο πέμπτος κατηγορούμενος, ο οποίος είναι μηχανικός και έχει το συνεργείο του σε συγκεκριμένη περιοχή και του είπε ότι θα έρχονταν δύο αυτοκίνητα για επιθεώρηση, αν και στην συμπληρωματική του κατάθεση ανέφερε ότι τελικά ήταν ένα το αυτοκίνητο. Δεν ήξερε περισσότερα στοιχεία για αυτό το άτομο, παρά μόνο ότι ήταν φίλος του πέμπτου κατηγορούμενου και πράγματι μετά από λίγο πήγε στο συνεργείο του ένα άτομο, με τα χαρακτηριστικά που προσδιόρισε και του επιβεβαίωσε ότι είναι το άτομο που του είπε ο πέμπτος κατηγορούμενος ότι θα ερχόταν να φέρει το όχημα για επιθεώρηση και ακολούθως ο μάρτυρας προέβη στον έλεγχο του αυτοκινήτου όπως τον προσδιόρισε. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι μπορεί να αναγνωρίσει το εν λόγω άτομο και ότι αυτό το άτομο του είπε ότι είναι από το Τραχώνι, αν και στην συμπληρωματική του κατάθεση ανέφερε ότι υπολόγισε ο ίδιος ο μάρτυρας ότι το άτομο που έφερε το αυτοκίνητο ότι είναι από το Τραχώνι διότι οι πλείστοι πελάτες του πέμπτου κατηγορουμένου είναι από το Τραχώνι. Μετά τον έλεγχο δεν επικοινώνησε ξανά ο πέμπτος κατηγορούμενος μαζί του, αν και στην συμπληρωματική του κατάθεση αναφέρει μια τηλεφωνική επικοινωνία, η οποία θα εκτεθεί λεπτομερώς κατωτέρω, διότι άπτεται στης σχετικής κατηγορίας που ο πέμπτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Γνωρίζει τον πρώτο κατηγορούμενο με συγκεκριμένο υποκοριστικό, δια μέσου του πέμπτου κατηγορουμένου που ήταν πελάτης του, δεν γνωρίζει όμως τον δεύτερο κατηγορούμενο. Στο συνεργείο του ο μάρτυρας δεν διαθέτει διαγνωστικό μηχάνημα που να διαπιστώνει τα πραματικά στοιχεία ενός οχήματος, ούτε πρόσεξε ο μάρτυρας όνομα εισαγωγέα. Στην συμπληρωματική του κατάθεση που δόθηκε την ίδια μέρα, πέραν των διευκρινήσεων και διορθώσεων που προέβηκε και που αναφέρθηκαν πιο πάνω, αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα και όταν ήταν στο συνεργείο του οι αστυνομικοί για να του πάρουν κατάθεση και γενικά να διερευνήσουν την υπόθεση, πήγε ο μάρτυρας στο γραφείο του μόνος του και τηλεφώνησε στον πέμπτο κατηγορούμενο και τον ενημέρωσεγια την παρουσία της αστυνομίας στο συνεργείο του και τον σκοπό που πήγε η αστυνομία εκεί. Ο μάρτυρας ρώτησε τον πέμπτο κατηγορούμενο εάν το επίδικο αυτοκίνητο που επιθεώρησε ο μάρτυρας είχε κάποιο πρόβλημα και τότε ο πέμπτος κατηγορούμενος του είπε να μην αναφέρει στην αστυνομία ότι του έστειλε ο ίδιος ο πέμπτος κατηγορούμενος το επίδικο αυτοκίνητο για επιθεώρηση, αλλά να πει στην αστυνομία ότι το αυτοκίνητο το έφερε κάποιος άγνωστος πελάτης. Τότε ο μάρτυρας εκείνη την στιγμή κατάλαβε ότι κάτι ΄΄παίζεται΄΄ με το επίδικο αυτοκίνητο και όταν ο μάρτυρας κατέβηκε κάτω και έδωσε την κατάθεση, επειδή φοβήθηκε, δεν ανέφερε στους αστυνομικούς αυτά που του ανέφερε ο πέμπτος κατηγορούμενος. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε στο εδώλιο τον πρώτο και τον πέμπτο κατηγορούμενο, ανέφερε ότι ο πέμπτος κατηγορούμενος, με τον οποίο συνομίλησε ξανά μετά που έδωσε την κατάθεση του, δεν του έδωσε κάποια εξήγηση για τον λόγο που του είπε να πει αυτά που του είπε να πει στην αστυνομία. Επίσης αναγνώρισε και κατέθεσε ως τεκμήρια 24 και 25 τα δελτία επιτυχούς ελέγχου και πιστοποιητικού καταλληλότητας του επίδικου αυτοκινήτου, τα οποία περιέγραψε και ανέλυσε, εξαρτώντας την έκδοση του τεκμηρίου 25 από το τεκμήριο
  2. Το άτομο που του πήρε το επίδικο αυτοκίνητο για επιθεώρηση δεν ήταν κάποιος από τους κατηγορούμενους, από την επιθεώρηση ο μάρτυρας δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το μεμπτό και δεν έχει διερωτηθεί οτιδήποτε από τα λεγόμενα του πέμπτου κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος, κυρίως από πλευράς πέμπτου κατηγορουμένου, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε τις δύο καταθέσεις του την ίδια ημέρα, στην προηγούμενη συνεργασία που είχε με τον πέμπτο κατηγορούμενο, στον τρόπο που εργαζόταν στο συνεργείο όπου έγινε και η επιθεώρηση του επίδικου οχήματος και ειδικότερα με την τήρηση κάποιων στοιχείων για τα οχήματα που γίνονταν εκεί επιθεώρηση και ποιο άτομο τα έπαιρνε εκεί τα οχήματα, ανέλυσε και επεξήγησε το τεκμήριο 24 και τον έλεγχο που διενήργησε στο επίδικο αυτοκίνητο, αφού προηγουμένως επιβεβαίωσε ο μάρτυρας με το άτομο που του πήρε το αυτοκίνητο ότι ήταν το άτομο που του ανέφερε προηγουμένως ο πέμπτος κατηγορούμενος ότι θα έφερνε ένα αυτοκίνητο για επιθεώρηση. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνομίλησε με τον πέμπτο κατηγορούμενο και το περιεχόμενο της συνομιλίας τους και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι καθοδηγήθηκε από την αστυνομία για να αναφέρει αυτά που ανέφερε στο τεκμήριο 22, δηλαδή στην πρώτη του κατάθεση. Η Μ.Κ. 6 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο
  3. Σε αυτήν κάνει αναφορά στα καθήκοντα της ως λειτουργός ΦΠΑ αποσπασμένη στο τελωνείο Λεμεσού και μέσα από τον έλεγχο στο λογιστικό σύστημα του Θησέα που υπάρχει στο τμήμα της, διαπίστωσε ότι με βάση συγκεκριμένο αριθμό διασάφησης, στις 11/7/2014 πληρώθηκε σε συγκεκριμένο ταμείο στο τελωνείο Λεμεσού σε συγκεκριμένο άτομο με συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου το συνολικό ποσό των € 7,963,88 που αφορά φόρους κατανάλωσης για το αυτοκίνητο που αναφέρεται στην συγκεκριμένη διασάφηση και η πληρωμή έγινε με συγκεκριμένες επιταγές από συγκεκριμένες εταιρείες για συγκεκριμένα ποσά που συμποσούνται στο σύνολο τους στο συνολικό ποσό των € 7,963,88 και για την πληρωμή αυτή εκδόθηκε σχετική απόδειξη με συγκεκριμένο αριθμό. Δεν γνωρίζει ποιος έκανε την συγκεκριμένη πληρωμή λόγω της μη αναγραφής του ονόματος του ατόμου που προέβη στην πληρωμή. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, κατέθεσε ως τεκμήριο 27 την απόδειξη που έκανε αναφορά στην κατάθεση της, αναλύοντας και επεξηγώντας την, περιγράφοντας επίσης τον τρόπο υπολογισμού της οφειλόμενης φορολογίας. Ανέφερε επίσης ότι την δήλωση στην προκειμένη περίπτωση την έκανε συγκεκριμένος εκτελωνιστής, τον οποίο και γνωρίζει, δεν γνωρίζει όμως ποιος προσκόμισε τις επιταγές με τις οποίες πληρώθηκε το πιο πάνω ποσό. Επίσης ανέφερε ότι μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα των στοιχείων που καταχωρούνται στον Θησεά, νοουμένου ότι πρέπει να υπάρχουν τα σχετικά έγγραφα για να διαπιστώσει κάποιος εάν αυτά που δηλώθηκαν είναι τα ορθά. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι ελέγχεται η ορθότητα των στοιχείων από συγκεκριμένο κλάδο που προηγείται χρονικά της διαδικασίας που επιλαμβάνεται ο κλάδος της, χωρίς όμως να γνωρίζει εάν το συγκεκριμένο όχημα έχει ελεγχθεί και δεν είναι όλα τα οχήματα που ελέγχονται αλλά ένα ποσοστό αυτών, επεξηγώντας ότι εάν τα στοιχεία περάσουν από το πράσινο και πάει για πληρωμή, δεν μπορούν να γίνουν αλλαγές. Ο ΜΚ 7 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο
  4. Αναφέρει ότι είναι υπεύθυνος του συνεργείου επιδιορθώσεων αυτοκινήτων συγκεκριμένης εταιρείας που βρίσκεται σε συγκεκριμένη οδό στη Λεμεσό. Στο συνεργείο της εταιρείας επιδιορθώνουν τα αυτοκίνητα των εταιριών, των οποίων είναι αντιπρόσωπος η συγκεκριμένη εταιρεία και συγκεκριμένα επιδιορθώνουν αυτοκίνητα διαφόρων μαρκών, συμπεριλαμβανομένου και της μάρκας του επίδικου αυτοκινήτου. Την ημέρα που έδινε την κατάθεση του, δηλαδή στις 28 Νοεμβρίου 2014, η αστυνομία έφερε στο συνεργείο ένα αυτοκίνητο με σκοπό αυτό να ελεγχθεί στο διαγνωστικό μηχάνημα της εταιρείας και να γίνει φυσικός έλεγχος των αναγνωριστικών σημείων και προδιαγραφών που έχει. Μετά από οδηγίες του μάρτυρα, συγκεκριμένος υπάλληλος του συνεργείου τοποθέτησε για έλεγχο στο διαγνωστικό μηχάνημα το αυτοκίνητο που κάνει αναφορά με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και που ουσιαστικά ήταν το επίδικο αυτοκίνητο που έφερε συγκεκριμένο αριθμό πλαισίου και μηχανής. Κατά την διάγνωση εκτύπωσε σχετικό έντυπο με τα στοιχεία που διαγνώστηκαν και τα οποία διαπιστώθηκε ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο έχει συγκεκριμένο κυβισμό, βενζινοκίνητο και φέρει συγκεκριμένο αριθμό πλαισίου διαφορετικό από αυτόν που παρουσιάζε. Κατά τον φυσικό έλεγχο που διενήργησε στο συγκεκριμένο αυτοκίνητο, στην παρουσία αστυφύλακα, διαπίστωσε ότι αυτό φέρει συγκεκριμένο αριθμό πλαισίου ο οποίος αναγράφεται στο εσωτερικό μέρος του δεξιού θόλου της κόντρα σούστας, στο κάτω αριστερό μέρος του μπροστινού ανεμοθώρακα και στον στίλλο της πόρτας του οδηγού. Δεν έγινε κατορθωτός ο έλεγχος του αριθμού της μηχανής, αφού βρίσκεται σε σημείο που δεν είναι ορατός και για να μπορεί να διαβαστεί θα πρέπει να αφαιρεθούν αρκετά εξαρτήματα της μηχανής και ίσως να μετακινηθεί και η μηχανή. Για το συγκεκριμένο αυτοκίνητο εκτύπωσε από το σύστημα της εταιρείας δύο έντυπα με την συγκεκριμένη ονομασία που καταγράφει και το πρώτο αναφέρεται σε συγκεκριμένο αυτοκίνητο με συγκεκριμένο αριθμό πλαισίου και το οποίο έχει ημερομηνία εξαγωγής του από το εργοστάσιο 24 Μαΐου
  5. Σε αυτό το όχημα αντιστοιχεί το χρώμα μαύρο στο εξωτερικό και στην εσωτερική ταπετσαρία, το άσπρο, δηλαδή το ίδιο με το αυτοκίνητο που έλεγξε. Το δεύτερο αναφέρεται στο αυτοκίνητο με συγκεκριμένο αριθμό πλαισίου, το οποίο έχει ημερομηνία εξαγωγής του από το εργοστάσιο 27 Οκτωβρίου
  6. Το εξωτερικό του χρώμα είναι μαύρο πέρλα και το χρώμα της ταπετσαρίας εσωτερικά είναι μπλε ανοιχτό. Όπως ενημερώθηκε ο μάρτυρας από τον διευθυντή πωλήσεων που κατονόμασε, δεν είναι καταχωρημένο αυτοκίνητο της συγκεκριμένης εταιρείας και μοντέλου το οποίο να φέρει τον αριθμό πλαισίου που παρουσιάζε το αυτοκίνητο, ο οποίος αναγράφεται στο Κυπριακό πιστοποιητικό εγγραφής. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ο Μ.Κ. 7 αναγνώρισε το τεκμήριο 10 ως το έντυπο - αναφορά από το εργοστάσιο με το οποίο καθορίζεται τι επιπρόσθετα στοιχεία έχει κάθε αυτοκίνητο, επεξηγώντας και αναλύοντας το περιεχόμενο αυτού του τεκμηρίου και ειδικότερα τα χαρακτηριστικά του αυτοκινήτου που αφορά το εν λόγω τεκμήριο, διευκρινίζοντας ότι το έντυπο αυτό εκδίδεται με την παρουσία του οχήματος και σύνδεση του με το διαγνωστικό, επεξηγώντας και την διαδικασία με την οποία ακολουθείται για να εκδοθεί το εν λόγω τεκμήριο. Με βάση το εν λόγω τεκμήριο, οι πρώτες 4 σελίδες αφορούν διαφορετικό αυτοκίνητο από αυτό που καταγράφεται στην πέμπτη σελίδα του εν λόγω τεκμηρίου. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ. 8 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  7. Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι λιμενικός λειτουργός και εργάζεται στην αρχή λιμένων Κύπρου (ΑΛΚ) και ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι η παραλαβή και παράδοση φορτίων που εισάγονται στην Κύπρο. Σχετικά με το επίδικο αυτοκίνητο, με βάση τον αριθμό Θησέα που γράφει στο έντυπο Τελ. 72Α, βρίσκει σύμφωνα με τα αρχεία τους ότι έχει εισαχθείστο λιμάνι Λεμεσού ένα συγκεκριμένο αυτοκίνητο, άλλο από το επίδικο, το οποίο εισήχθηκε στην Κύπρο στις 30/6/2014 με συγκεκριμένο πλοίο, με παραλήπτη τον δεύτερο κατηγορούμενο, χωρίς να γνωρίζει ο μάρτυρας άλλα στοιχεία για αυτό το αυτοκίνητο, πληρώθηκαν όμως λιμενικά τέλη € 78,05 στις 30/6/2014, όπου και παραδόθηκε την εν λόγω ημέρα από την ΑΛΚ στον δεύτερο κατηγορούμενο. Όσον αφορά το αυτοκίνητο με τα στοιχεία που παρουσίαζε το επίδικο αυτοκίνητο, ο μάρτυρας δεν βρίσκει να είχε εισαχθεί τέτοιο αυτοκίνητο σύμφωνα με τα αρχεία τους. Ως ΑΛΚ για να παραδώσουν ένα αυτοκίνητο, θα πρέπει να τους προσκομιστεί, από αυτόν που θα το παραλάβει, το delivery order που εκδίδεται από την ναυτιλιακή εταιρεία που το έφερε, απόδειξη πληρωμής λιμενικών δικαιωμάτων, αίτηση βεβαίωσης Κοινοτικού χαρακτήρα εάν το αυτοκίνητο ήρθε από χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο οποίο φαίνεται η έγκριση αρμόδιου τελωνειακού λειτουργού για αποδέσμευση του. Δεν χρειάζεται να τους προσκομιστεί πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου ή άλλο έγγραφο που αναγράφονται τα στοιχεία του αυτοκινήτου. Εκτός από τον έλεγχο των εγγράφων κατά την παράδοση, ελέγχουν το αυτοκίνητο οπτικά εάν τα στοιχεία που φέρει ανταποκρίνονται με τα έγγραφα που τους προσκομίζονται. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του περιέγραψε τον έλεγχο που γίνεται σε ένα όχημα ως υπηρεσία στην οποία εργάζεται, ελέγχοντας τα στοιχεία του οχήματος στην βάση του δηλωτικού που παραλαμβάνουν από το σύστημα, το οποίο δηλωτικό καταρτίζεται από το πρακτορείο. Περιέγραψε τι είναι το σύστημα του Θησέα, λέγοντας ότι είναι ο αριθμός του τελωνείου για συγκεκριμένο εμπόρευμα, αναγνωρίζοντας το τεκμήριο Τελ. 72Α και πιο συγκεκριμένα το τεκμήριο 7
(3)
(1), το οποίο δεν παρουσιάζεται στην υπηρεσία τους, όμως πάνω στο delivery order υπάρχει σφραγίδα του τελωνείου με τον αριθμό του Τελ. 72Α, δεν θυμάται όμως κάποιον από τους κατηγορούμενους. Περιέγραψε επίσης τον έλεγχο που είχε προβεί ο μάρτυρας στα πλαίσια των καθηκόντων του και γενικά την διαδικασία ελέγχου και τι ακριβώς ελέγχεται κατά την εισαγωγή και αποδέσμευση ενός οχήματος. Ο μάρτυρας αυτός δεν είδε ποτέ το τεκμήριο 7
(9), τα στοιχεία όμως που περιγράφει το εν λόγω τεκμήριο είναι αυτά που καταγράφονται στην κατάθεση του. Επίσης ο μάρτυρας διασύνδεσε τον αριθμό τιμολογίου που κάνει αναφορά στην κατάθεση του με την απόδειξη - τεκμήριο 30, διευκρινίζοντας ουσιαστικά ότι αυτό που ελέγχεται είναι η ταύτιση των στοιχείων που φαίνονται στο delivery order με το μανιφέστο και τότε παραδίνεται το όχημα. Αντεξεταζόμενος από πλευράς δεύτερου κατηγορουμένου, ανέφερε ότι τα όσα ανέφερε είναι αυτά που είχε δει στο σύστημα και συνεπώς δεν γνωρίζει εάν ο δεύτερος κατηγορούμενος πήγε αυτοπροσώπως και έδωσε ή παράδωσε στοιχεία ή έγγραφα. Ο Μ.Κ. 9 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 31, στην οποία κάνει αναφορά στην ασφάλιση του επίδικου οχήματος μετά από μεσοάβηση άλλου ατόμου για να έρθει σε επικοινωνία με τον Μ.Κ.
  1. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι δεν γνώριζε οποιαδήποτε στοιχεία του επίδικου αυτοκινήτου, χωρίς να έχει συνομιλήσει εκ νέου με τον Μ.Κ. 10 αναφορικά με την ασφάλιση του εν λόγω αυτοκινήτου. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ. 10 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 32, στην οποία κάνει αναφορά στην επικοινωνία που είχε με τον Μ.Κ. 9 για την ασφάλιση του επίδικου αυτοκινήτου, όταν του έδωσε τα στοιχεία του ατόμου με το οποίο ήρθε σε επικοινωνία για να ασφαλιστεί το εν λόγω όχημα, το οποίο καλυπτικό σημείωμα το έστειλε μέσω τηλεομοιότυπου ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, δεν παραλήφθηκε όμως αυτοπροσώπως από οποιονδήποτε και όταν επικοινώνησε εκ νέου με τον άνδρα με τον οποίο έχχει επικοινωνήσει, αυτός δεν απαντούσε και τότε ο μάρτυρας προχώρησε στην ακύρωση του καλυπτικού σημειώματος, για τις υπηρεσίες του οποίου δεν έχει πληρωθεί, απεναντίας χρεώθηκε ο προσωπικός του λογαριασμός. Δεν ήταν σίγουρος εάν το άτομο που συνομίλησε στο τηλέφωνο ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος ή όχι. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναφέρθηκε στην διαδικασία που ακολουθείται για να εκδοθεί ένα καλυπτικό σημείωμα γενικά, αλλά και το συγκεκριμένο καλυπτικό σημείωμα, το οποίο αναγνώρισε ως μέρος του τεκμηρίου 33, κάνοντας αναφορά και στην χρησιμότητα του, ειδικότερα ότι μπορεί μεν να οδηγηθεί και από άλλο άτομο, αλλά μόνο ο δεύτερος κατηγορούμενος, τον οποίο δεν έχει γνωρίσει, θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει για να εγγράψει το όχημα στο ΤΟΜ. Επανέλαβε τις θέσεις του περί μη καταβολής του ασφαλίστρου και της μη ανταπόκρισης στις κλήσεις του με το άτομο που επικοινώνησε αρχικά μαζί του, ως επίσης και της μη γνώσης του κατά πόσο τα στοιχεία που έλαβε ήταν ορθά και κατά πόσο το όχημα εγγράφτηκε στο ΤΟΜ. Αντεξεταζόμενος, επανέλαβε τις θέσεις του ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνομίλησε με το άτομο που του έχει δώσει τα στοιχεία για να εκδόδει το καλυπτικό σημείωμα και την μη βεβαιότητα του εάν ήταν ο κατηγορούμενος 2 και κατά πόσο τα στοιχεία που του δόθησαν ήταν ορθά, δίνοντας εμπιστοσύνη στα στοιχεία που του δίνονται. Ο Μ.Κ. 11 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 34, στην οποία κάνει αναφορά στην εμπλοκή του ως μέλος της ανακριτικής ομάδας στην παρούσα υπόθεση, στα πλαίσια της οποίας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον τέταρτο κατηγορούμενο και κατηγόρησε γραπτώς τον πρώτο κατηγορούμενο. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε ως τεκμήριο 35 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον τέταρτο κατηγορούμενο, τον οποίο και αναγνώρισε, κατέθεσε ως τεκμήριο 36 τις γραπτές κατηγορίες που απήγγειλε στον πρώτο κατηγορούμενο, τον οποίο επίσης και αναγνώρισε, καθώς επίσης κατέθεσε ως τεκμήριο 37 το σχετικό έντυπο για την επιστημονική εξέταση των τεκμηρίων που αναγράφονται σε αυτό. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ. 12 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  2. Στην κατάθεση του κάνει αναφορά στο ότι στις 28/11/2014, συνοδευόμενος από τον πρώτο κατηγορούμενο, οδήγησε το επίδικο αυτοκίνητο στο συνεργείο συγκεκριμένης εταιρείας σε συγκεκριμένη διεύθυνση στο Λεμεσό και ακολούθως έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, κάνοντας μια σύντομη αναφορά στο περιεχόμενο της κατάθεσης του πρώτου κατηγορούμενου. Επίσης, την ίδια ημέρα, παρέλαβε έναντι σχετικής απόδειξης από τον πρώτο κατηγορούμενο το επίδικο αυτοκίνητο, ένα κλειδί αυτού και τον τίτλο ιδιοκτησίας του και τα παρέδωσε στον Μ.Κ.
  3. Επίσης έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον δεύτερο κατηγορούμενο, κάνοντας επίσης μια σύντομη αναφορά στο περιεχόμενο της κατάθεσης του, αναφέρθηκε στην παραλαβή από τν ΜΚ. 20 ένα έντυπο μεταβίβασης του επίδικου αυτοκινήτου και το πιστοποιητικό εγγραφής του, τα οποία επίσης παρέδωσε στον Μ.Κ. 1, έλαβε επίσης μετά από γραπτή συγκατάθεση του τρίτου κατηγορούμενου 20 δείγματα γραφής/υπογραφής, τα οποία επίσης παρέδωσε στον Μ.Κ.
  4. Στο τέλος της κατάθεσης του κάνει αναφορά στην σύλληψη του έκτου κατηγορούμενου, την λήψη από αυτόν ανακριτικής κατάθεσης, κάνοντας επίσης αναφορά στο περιεχόμενο της κατάθεσης του, στην τετραήμερη προσωποκράτηση του έκτου κατηγορούμενου, της πρόσαψης σε αυτόν κατηγοριές και της απόλυσης του. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε ως τεκμήριο 39 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον πρώτο κατηγορούμενο, τον οποίο και αναγνώρισε, κατέθεσε ως τεκμήριο 40 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον δεύτερο κατηγορούμενο, τον οποίο δεν θυμόταν, αναγνώρισε το τεκμήριο 7
(2)
(1), το τεκμήριο 7
(2)
(6), το τεκμήριο 7
(2)
(2), το τεκμήριο 7
(2)
(3), καθώς επίσης και το επίδικο αυτοκίνητο μέσα από το τεκμήριο 41 που είναι το φωτογραφικό υλικό της παρούσας υπόθεσης και αυτή ήταν η εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε ως τεκμήριο 42 το ένταλμα σύλληψης, δυνάμει του οποίου συνελήφθηκε ο έκτος κατηγορούμενος, χωρίς να θυμάται λεπτομέρειες εάν υπήρξε δυσκολία στον εντοπισμό του, δεν έλαβε οδηγίες να τον εντοπίσει μετά την καταχώρηση της υπόθεσης, έλαβε οδηγίες να λάβει ανακριτική κατάθεση από τον δεύτερο κατηγορούμενο, δεν γνωρίζει εάν ελέγχθησαν οι τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του δεύτερου κατηγορούμενου, προσπάθησαν να εντοπίσουν το άτομο που αναφέρει, αλλά δεν κατονομάζει ο έκτος κατηγορούμενος και δεν γνωρίζει εάν δόθησαν οδηγίες για εντοπισμό του έκτου κατηγορούμενου μετά την διακοπή της υπόθεσης εναντίον του. Ο Μ.Κ. 13 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την έκθεση του, ήτοι το τεκμήριο 43, στην οποία κάνει αναφορά ότι εξέτασε το επίδικο όχημα και αφού αφαιρέθηκε το μεταλλικό κομμάτι, το οποίο ήταν εκτυπωμένος ένας αριθμός πλαισίου και μετά από χημικό - μηχανικό καθαρισμό, εμφανίστηκε άλλος αριθμός πλαισίου και αυθημερόν παρέδωσε το μεταλλικό κομμάτι που αφαιρέθηκε στον Μ.Κ. 1. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε το φωτογραφικό υλικό, ήτοι το τεκμήριο 41, στο οποίο αναγνώρισε και το επίδικο όχημα, αναγνώρισε επίσης την μεταλλική πλακέτα που αφαίρεσε, ήτοι το τεκμήριο 7
(9)αυτούσιο, αλλά και στο τεκμήριο 41, κάνοντας αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες το τεκμήριο 7
(9)ανευρέθηκε και τα όσα επακολούθησαν και εμφανίστηκε ο άλλος αριθμό πλαισίου που ήταν κάτω από το τεκμήριο 7
(9), ήτοι το τεκμήριο 7
(9)ήταν επικολλημένο πάνω από άλλον αριθμό πλαισίου, συνδέοντας ταυτόχρονα τα ευρήματα του με σχετικές φωτογραφίες επί του τεκμηρίου 41, τις οποίες ο ίδιος έβγαλε. Αναφέρθηκε επίσης και στον τρόπο που αναγράφεται σήμερα ή και παλαιότερα ο αριθμός πλαισίου και κατά πόσο μπορούσε να εμφανιστεί ένας αριθμός πλαισίου σε περιπτώσεις παραποίησης που μπορούσε να γίνει με διάφορους τρόπους τέτοια παραποίηση. Ανέφερε ότι μόνο το τμήμα τους μπορεί να κάνει χημική - μηχανική ανάλυση, κάνοντας επίσης αναφορά ότι κανένα εργοστάσιο δεν επικολλά με αυτόν τον τρόπο τους αριθμούς πλαισίου, ο οποίος αριθμός πλαισίου είναι η ταυτότητα ενός οχήματος και είναι εκτυπωμένος έτσι ώστε να μην μπορεί να αφαιρεθεί. Ανέφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει τι είδους μέταλλο είναι το τεκμήριο 7
(9). Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι εάν κάποιος δεν έχει εξειδικευμένη γνώση δεν μπορεί να δει με γυμνό μάτι την παραποίηση, εξέφρασε άγνοια πότε έγινε η παραποίηση και στην επανεξέταση ανέφερε ότι κάποιος εύκολα μπορεί να ξεγελαστεί εάν δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις. Ο Μ.Κ. 14 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο
  1. Σε αυτήν αναφέρει ότι εργάζεται ως τεχνικός στο τμήμα οδικών μεταφορών από το
  2. Συγκεκριμένα τα καθήκοντά του στο τμήμα αυτό είναι οι επιθεωρήσεις και οι εγγραφές οχημάτων. Όσον αφορά το επίδικο αυτοκίνητο, αναφέρει ότι αυτός έκανε την επιθεώρηση και την εγγραφή του. Αυτό το γνωρίζει με βεβαιότητα, διότι αναγνωρίζει τον γραφικό χαρακτήρα και την υπογραφή του στο έντυπο ΤΟΜ 6, αλλά και επειδή θυμάται την συγκεκριμένη περίπτωση. Η διαδικασία που ακολουθείται στο ΤΟΜ και αφορά την εγγραφή ενός οχήματος είναι η ακόλουθη: για να εγγραφεί ένα όχημα και να πάρει Κυπριακούς αριθμούς εγγραφής, πρέπει κάποιο πρόσωπο, οποιοδήποτε όχι ο ιδιοκτήτης, να μεταφέρει το αυτοκίνητο στο ΤΟΜ, συνοδευόμενο από το πρωτότυπο πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου, την διασάφηση από το τελωνείο, δηλαδή το C72, δελτίο επιτυχούς τεχνικού ελέγχου, τιμολόγιο αγοράς του αυτοκινήτου και ασφάλεια που να έχει ισχύ για τουλάχιστον τέσσερις μήνες. Ο μάρτυρας, αφού του παρουσιάσουν το όχημα μαζί με τα πιο πάνω έγγραφα, ελέγχει το όχημα και τον αριθμό πλαισίου να συμφωνεί με τα έγγραφα που του παρουσίασαν. Τον αριθμό πλαισίου τον ελέγχει πάντοτε από τον χτυπημένο αριθμό που υπάρχει στο αυτοκίνητο. Ο έλεγχος είναι οπτικός και δεν χρησιμοποιεί κάποιο μηχάνημα, ούτε μπαίνει το αυτοκίνητο σε κάποιο διαγνωστικό. Αν δεν υπάρχει κάποια εμφανής παραποίηση, προχωρεί στην εγγραφή του οχήματος, δηλαδή συμπληρώνει το έντυπο ΤΟΜ
  3. Συνήθως η σελίδα που αφορά τα στοιχεία του ιδιοκτήτη είναι συμπληρωμένη και ο μάρτυρας συμπληρώνει αυτά που αφορούν το αυτοκίνητο, δηλαδή τον αριθμό πλαισίου και τον αριθμό μηχανής και ελέγχει πάντα να συμφωνούν αυτά που γράφει ο μάρτυρας με τα έντυπα του τελωνείου και το ΜΟΤ και του πιστοποιητικού εγγραφής του οχήματος. Όταν από τον έλεγχο διαπιστώσει ότι όλα είναι ορθά, χαρτοσημαίνει το τιμολόγιο και το πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος και τα παραδίδει σε αυτόν που έφερε το αυτοκίνητο για να τα πάρει στις υπαλλήλους στο ΤΟΜ για να εγγράψει το αυτοκίνητο. Όσον αφορά την συγκεκριμένη περίπτωση, ο μάρτυρας θυμάται το αυτοκίνητο, αλλά και επειδή αναγνωρίζει τον γραφικό του χαρακτήρα στην αίτηση. Το συγκεκριμένο αυτοκίνητο του το έφερε στο ΤΟΜ το άτομο που αναφέρει στην κατάθεση του και τον όποιον γνωρίζει, διότι έρχεται τακτικά και του φέρνει αυτοκίνητα και το γεγονός ότι το αυτοκίνητο αυτό του το έφερε το συγκεκριμένο άτομο το γνωρίζει διότι έγραψε στο κάτω μέρος της τρίτης σελίδας, όπου έγραψε το όνομα του για να ξέρει ποιος έφερε το αυτοκίνητο. Το άτομο αυτό όταν του έφερε το αυτοκίνητο ήταν μόνος του και δεν του είπε για ποιον ήταν το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Όταν ήρθε εκεί το άτομο αυτό, η αίτηση ΤΟΜ 6 ήταν συμπληρωμένη όπως συνηθίζεται στην δεύτερη σελίδα που είναι τα στοιχεία του ιδιοκτήτη και επίσης ήταν συμπληρωμένος και ο αριθμός πλαισίου. Επίσης είχε ήδη την υπογραφή του ιδιοκτήτη, δηλαδή του δεύτερου κατηγορουμένου. Είναι κάτι που συνηθίζεται και δεν χρειάζεται ιδιοκτήτες να υπογραφούν ενώπιον τους. Οι αιτήσεις αυτές μπορούν να έρθουν υπογραμμένες και από πριν. Ο μάρτυρας συμπλήρωσε την πρώτη σελίδα, την τρίτη και την τέταρτη και έκανε όλη την διαδικασία όπως την έχει περιγράψει. Στον μάρτυρα, λόγω του ότι ήταν γερμανικό το πιστοποιητικό εγγραφής, του έκανε εντύπωση που το αυτοκίνητο ήταν δεξιοτίμονο, αλλά είναι κάτι που συνηθίζεται και έτσι δεν έδωσε σημασία. Τα χαρτόσημά που βάζει ο μάρτυρας στα έγγραφα τα έφερε μαζί του το άτομο αυτό. Δεν τα αγοράζει από το τμήμα. Εκεί, το μόνο που πληρώνει είναι το ποσόν των € 150 που αφορά την εγγραφή οποιοδήποτε αυτοκινήτου στην Δημοκρατία. Αυτό πληρώνεται στις υπαλλήλους που γράφουν το αυτοκίνητο στο ΤΟΜ και όχι στον ίδιο. Ο μάρτυρας από αυτά τα έγγραφα δεν κρατά οτιδήποτε. Τα παραδίδει όλα στον ενδιαφερόμενο για να πάει να εγγράψει το αυτοκίνητο. Ο μάρτυρας από τον έλεγχο που έκανε στο συγκεκριμένο αυτοκίνητο διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο ήταν 4999 cc. Ο μάρτυρας δεν έλεγξε, ούτε ξέρει πόσους φόρους θα έπρεπε να πληρωθεί για το αυτοκίνητο. Ο μάρτυρας στο C 72 Α ελέγχει ότι εκεί που γράφει δασμός και φόροι γράφει την λέξη ΄΄καταβλήθηκε΄΄ και ότι όλα σε αυτό το έντυπο, δηλαδή ο αριθμός ΘΗΣΕΑ είναι συμπληρωμένα και δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός στο όχημα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, επανέλαβε την διαδικασία που ακολουθείται για να εγγραφεί ένα όχημα, τα περί του προσώπου που του προσκόμισε το επίδικο όχημα, τι ακριβώς ελέγχει ο μάρτυρας κατά την διαδικασία αυτή του ελέγχου, αναγνώρισε το τεκμήριο 7
(5)ως το έντυπο ΤΟΜ 6 που αναφέρθηκε στην κατάθεση του, ήτοι την αίτηση για εγγραφή οχήματος, στην οποία αναγνωρίζει την σφραγίδα και υπογραφή του και την αναγραφή του ονόματος του ατόμου όπου του προσκόμισε το εν λόγω αυτοκίνητο. Αναγνώρισε το τεκμήριο 7
(3)
(1)ως το έντυπο C72 που κάνει αναφορά στην κατάθεση του, κάνοντας αναφορά και στην χρησιμότητα του, το οποίο έγγραφο προηγείται του ελέγχου που κάνει ο μάρτυρας, κάνοντας ο μάρτυρας επαλήθευση του αριθμού πλαισίου με αυτό το τεκμήριο, αναφέρθηκε στην μοναδικότητα του αριθμού Θησέα για κάποιο όχημα, ο οποίος χρησιμοποιείται από το σύστημα για να πληρωθούν οι δασμοί και να γίνει μια εκτελώνιση, δεν έχουν όμως πρόσβαση στο σύστημα ΘΗΣΕΑ το τμήμα του, ούτε γνωρίζουν οτιδήποτε για τους φόρους που εισπράχθηκαν. Επαλήθευσε τον αριθμό πλαισίου και με τον αλλοδαπό τίτλο ιδιοκτησίας, αφού μέχρι τότε το όχημα δεν έχει λάβει Κυπριακούς αριθμούς εγγραφής, ήτοι τα τεκμήρια 7
(4)
(1)
(2)τα οποία και αναγνώρισε, αναγνωρίζοντας επίσης το επίδικο όχημα στο τεκμήριο 41 και τον αριθμό πλαισίου του οχήματος που έλεγξε και ταυτοποίησε, χρησιμοποιώντας ένα φαναράκι, ο δε αριθμός που δεν φαίνεται στο τεκμήριο 7
(9), αλλά αυτός που φάνηκε αργότερα, δεν είναι ο ίδιος που φαίνεται στην διασάφηση C72 και δεν είναι αυτός που πιστοποίησε ο μάρτυρας. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι ρύποι ελέγχονται μέσω του τίτλου ιδιοκτησίας και οι ρύποι μετριούνται από το εργοστάσιο κατασκευής μέσω συγκεκριμένης διαδικασίας και δεν ελέγχονται τεχνικά οι ρύποι από το ΤΟΜ, οι οποίοι ρύποι κατά τον ουσιώδη χρόνο έπαιζαν ρόλο στην φορολόγηση του οχήματος. Ο μάρτυρας δεν έχει αναγνωρίσει το τεκμήριο 7
(15), αναγνώρισε όμως την υπογραφή του Μ.Κ. 16, αναφέρθηκε όμως στην χρησιμότητα αυτών των εντύπων και παρέπεμψε στον Μ.Κ. 16 για το τι ακριβώς έπρεπε να παρουσιαστεί με αυτό το έντυπο, ήτοι τον γερμανικό τίτλο ιδιοκτησίας που να γράφει τον συγκεκριμένο αριθμό πλαισίου, διευκρινίζοντας όμως σε κατοπινό στάδιο ότι το τεκμήριο 7
(15)αναγράφει άλλον αριθμό πλαισίου από αυτόν που διαπίστωσε ο ίδιος κατά τον τεχνικό έλεγχο που διενήργησε.. Μετά τον έλεγχο ο μάρτυρας συμπλήρωσε το τεκμήριο 7
(5), χωρίς να ξέρει ποιο άτομο το πήρε στο αρμόδιο τμήμα για να εγγραφεί το όχημα και ποιος το οδήγησε. Το επίδικο όχημα έχει περάσει θετικά από έλεγχο ΜΟΤ, όπως διαπίστωσε ο μάρτυρας δια μέσου των τεκμηρίων 7
(2)
(3), δηλαδή του πιστοποιητικού καταλληλότητας και της άδειας κυκλοφορίας του επίδικου οχήματος, το οποίο έχει εγγραφεί στις 11/7/2014. Ανέφερε ότι πέραν του σημείου που έλεγξε την ταυτότητα του αυτοκινήτου, υπάρχουν άλλα δύο σημεία, τα οποία πιθανώς να έλεγξε ο μάρτυρας. Ανέφερε ότι είναι δύσκολο να γίνει παραποίηση όπως έγινε στην συγκεκριμένη περίπτωση και χρειάζεται εξειδίκευση. Αναφέρθηκε επίσης στην χρησιμότητα του τεκμηρίου 7
(3)
(2)και τι έχει πιστοποιήσει ο Μ.Κ. 16, ήτοι τον αριθμό πλαισίου που παρουσίαζε το επίδικο όχημα και όχι αυτόν που εμφανίστηκε μετά την αφαίρεση του τεκμηρίου 7
(9). Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στα έγγραφα που είχε ενώπιον του ο μάρτυρας όταν προέβαινε στον τεχνικό έλεγχο του επίδικου οχήματος, την χρησιμότητα τους και τι έχει συμπληρώσει στο τεκμήριο 7
(5), ήτοι στο ΤΟΜ 6 και τι ήταν ήδη συμπληρωμένο σε αυτό το έντυπο και ποιος θα μπορούσε να προσκομίσει τα σχετικά έγγραφα, αναφέρθηκε επίσης στο τι έλεγξε ο μάρτυρας κατά τον τεχνικό έλεγχο στο επίδικο όχημα, επανέλαβε την θέση του περί άγνοιας κατά πόσο υπογράφτηκε το τεκμήριο 7
(5)από τον δεύτερο κατηγορούμενο, ως επίσης επανέλαβε τα περί αναγραφής του ονόματος στο τεκμήριο 7
(5)του ατόμου που του προσκόμισε το επίδικο όχημα, έδωσε τις διευκρινήσεις το όσον αφορά την διαγραφή - διόρθωση - μονογραφή - διευκρίνηση στην κατάθεση του όσον αφορά την θέση του τιμονιού στο επίδικο όχημα. Διευκρίνησε επίσης ότι το τεκμήριο 7
(15)το αναγνωρίζει ως προς τον τύπο του εντύπου, όχι αυτό καθ΄ εαυτό το τεκμήριο και ότι δεν γνώριζε ο μάρτυρας ότι στην προκειμένη περίπτωση όταν διενεργούσε τον έλεγχο στο επίδικο όχημα ότι υπήρχε παραποίηση, διευκρινίζοντας ότι είναι το έντυπο ΤΟΜ 119ΒΑ που τους προσκομίζεται και όχι το ΤΟΜ 118, ως είναι δηλαδή το έντυπο του τεκμηρίου 7
(15). Ο Μ.Κ. 15 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο 45. Σε αυτήν κάνει αναφορά στα καθήκοντα του στο τμήμα τελωνείου Λεμεσού και στην δεδομένη στιγμή ως βοηθός τελώνης και τοποθετημένος στον κλάδο έκδοσης πιστοποιητικών για εγγραφή μηχανοκίνητων οχημάτων, δηλαδή την έκδοση του τελωνειακού εντύπου C 72 Α. Ο μάρτυρας έκανε επίσης αναφορά στην κατάθεση του στην επίβλεψη του τμήματος και στα υπόλοιπα μέλη που στελεχώνουν το τμήμα όπου εργάζεται καθώς επίσης και το πρόγραμμα που αυτοί εργάζονται και το καθεστώς τους. Το συγκεκριμένο έντυπο εκδίδεται από το τμήμα τελωνείου με σκοπό να παρουσιαστεί στο τμήμα οδικών μεταφορών για την εγγραφή ενός μηχανοκίνητου οχήματος. Εάν δεν εκδοθεί το έντυπο αυτό, δεν μπορεί να προχωρήσει και να εγγραφεί ένα μηχανοκίνητο όχημα. Ο μάρτυρας δεν έχει κωδικούς και πρόσβαση στο μηχανογραφημένο σύστημα του τελωνείου γενικά για να μπορεί να κάνει οποιεσδήποτε καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και ούτε έχει ο ίδιος ηλεκτρονικό υπολογιστή στο γραφείο του, διότι οι γνώσεις του σε θέματα χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή είναι πολύ λίγες. Για να μπορεί κάποιος υπάλληλος του τμήματος τελωνείου να έχει πρόσβαση στο μηχανογραφημένο σύστημα του τελωνείου ώστε να καταχωρήσει, είτε να εκδώσει το έντυπο αυτό, χρειάζεται ειδικό κωδικό αριθμό που παραχωρείται από το τμήμα οδικών μεταφορών μετά από έγκριση του ανώτερου τελώνη Λεμεσού. Στον κλάδο που εργάζεται, τέτοιον κωδικό έχουν συγκεκριμένα άτομα που κατονόμασε, αλλά ο ίδιος δε γνωρίζει τους κωδικούς που χρησιμοποιούν αυτά τα πρόσωπα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι προσωπικά έχει δώσει εντολή σε αυτά τα άτομα όταν αποχωρούν έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα από το γραφείο τους να βγαίνουν από το μηχανογραφημένο σύστημα για να μην μπορεί οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση. Για να εκδοθεί αυτό το έντυπο πρέπει απαραίτητα να προσκομιστούν στο κλάδο τους τα ακόλουθα έγγραφα: 1) πρωτότυπο τίτλου ιδιοκτησίας του οχήματος 2) πρωτότυπο τιμολόγιο αγοράς του οχήματος 3) δυο πρωτότυπα έγγραφα του τμήματος οδικών μεταφορών που αφορούν την εκπομπή ρύπων του οχήματος, με βάση τα οποία θα υπολογιστεί ο φόρος κατανάλωσης του οχήματος 4) δύο πρωτότυπες αποδείξεις του τμήματος τελωνείου που δείχνουν ότι έχουν πληρωθεί οι αναλογούντες φόροι κατανάλωσης για το όχημα 5) ένα αντίγραφο του διατακτικού παράδοσης (delivery order) που εκδίδεται από την ναυτιλιακή εταιρεία που εισήγαγε το όχημα 6) ένα έγγραφο με την ονομασία ΘΗΣΕΑΣ που ετοιμάζεται και καταχωρείται ηλεκτρονικά από τον εκτελωνιστή, ο οποίος έχει δικό του κωδικό πρόσβασης στο μηχανογραφημένο σύστημα Θησέας 7) ένα πρωτότυπο φύλλο εργασίας, το οποίο εκδίδεται από το γραφείο ελέγχου και ελευθερώσεως οχημάτων από το τελωνείο, στο οποίο φαίνονται οι φόροι κατανάλωσης του οχήματος, οι ρύποι του οχήματος, η ηλικία του οχήματος, κυβισμός μηχανής, αριθμός εγγραφής εξωτερικού του οχήματος και η ημερομηνία πρώτης εγγραφής στο εξωτερικό και 8) πρωτότυπο πληροφοριακό έντυπο, στο οποίο αναγράφονται όλα τα στοιχεία του οχήματος, αριθμός ΘΗΣΕΑ κλπ, το οποίο συμπληρώνεται είτε χειρόγραφα, είτε ηλεκτρονικά από τον εκτελωνιστή και το οποίο ελέγχεται από τελωνειακό λειτουργό που έκαμε και τον φυσικό έλεγχο του οχήματος. Συνήθως όλα τα πιο πάνω έγγραφα προσκομίζονται στον κλάδο του από υ εκτελωνιστές. Υπάρχουν και περιπτώσεις που τα πιο πάνω έγγραφα προσκομίζονται στον κλάδο του και από τον ίδιο τον εισαγωγέα του οχήματος. Το πρόσωπο που θα φέρει στον κλάδο του τα πιο πάνω έγγραφα, δεν τα παραδίνει σε κάποια υπάλληλο του γραφείου του, αλλά τα τοποθετεί σε ένα ξύλινο κουτί που υπάρχει στον κλάδο του που γράφει πάνω ΄΄εισερχόμενα΄΄. Ακολούθως τα έγγραφα αυτά παραλαμβάνονται από τους υπαλλήλους που εργάζονται στο γραφείο του και καταχωρούν τα στοιχεία του οχήματος για το οποίο πρόκειται να εκδοθεί το έντυπο αυτό, στο μηχανογραφημένο σύστημα ηλεκτρονικά. Δεν υπάρχει καταγραφή για το ποιος προσκόμισε τα έγγραφα για να εκδοθεί αυτό το έντυπο. Αφού το προσωπικό του κλάδου του καταχωρήσει ηλεκτρονικά τα στοιχεία του οχήματος για το οποίο ζητείται η έκδοση του εντύπου αυτού, το εκτυπώνει από το μηχανογραφημένο σύστημα και του φέρνουν τα έντυπα C 72 Α στο γραφείο του μαζί με τα οκτώ έγγραφα που έχει περιγράψει πριν που απαιτούνται να προσκομιστούν στο κλάδο του για την έκδοση αυτού του εντύπου, όπου ο μάρτυρας ελέγχει ότι τα στοιχεία που αναφέρονται στο εντυπο C 72 Α συμφωνούν με τα στοιχεία που αναφέρονται στα έγγραφα που του προσκομίστηκαν. Αφού βεβαιωθεί ότι είναι ορθά, καταγράφει το εκδοθέν έντυπο και το σφραγίζει με προσωπική του σφραγίδα. Κάθε έντυπο C 72 Α φέρει ξεχωριστό αύξων αριθμό που αναγράφεται στο πάνω μέρος δεξιά του εντύπου που δίνεται αυτόματα ο αριθμός αυτός από το ίδιο το μηχανογραφημένο σύστημα. Σε ένα τέτοιο έντυπο αναγράφονται τα στοιχεία του εισαγωγέα του οχήματος, διεύθυνση, ταχυδρομικός κώδικας, δελτίο ταυτότητας και τηλέφωνα του. Επίσης αναγράφονται εάν οι φόροι του έχουν καταβληθεί, ο αριθμός ΘΗΣΕΑ, ημερομηνία άφιξης του πλοίου, αν είναι από ευρωπαϊκή χώρα αναγράφεται το COM 4, η δασμολογική κατάταξη. Επίσης αναγράφεται αν το όχημα ήρθε καινούργιο ή μεταχειρισμένο, αριθμός εγγραφής εξωτερικού και η ημερομηνία πρώτης εγγραφής εξωτερικού αν είναι αριστεροτίμονο ή δεξιοτίμονο, τετρακίνηση ή όχι, αριθμός μοντέλου και μηχανής, αριθμός πλαισίου, κατασκευή, μοντέλο, ο τύπος του και ο κυβισμός του. Ο κλάδος του δεν κάνει οποιοδήποτε φυσικό έλεγχο στο όχημα, ούτε γίνεται έλεγχος από το κλάδο του πόσοι φόροι καταβλήθηκανκαι ούτε αφορά τον κλάδο του. Επίσης δεν γίνεται οποιοσδήποτε έλεγχος των στοιχείων του οχήματος για το οποίο εκδόθηκε C 72 Α, στο μηχανογραφημένο σύστημα ΘΗΣΕΑΣ. Την τελική ευθύνη ότι τα στοιχεία που καταχωρήθηκαν στο έντυπο αυτό την έχει ο ίδιος. Όσον αφορά μετά την έκδοση αυτού του εντύπου αυτού, μπορεί να παραληφθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο. Σε περίπτωση που σε ένα εκδοθέν έντυπο, κατά τον έλεγχο που κάνει, βρίσκει ότι κάποιο στοιχείο καταχωρήθηκε λάθος, το δινει στην υπάλληλο που τα ετοίμασε, με υπόδειξη του λάθους και εκδίδει άλλο έντυπο με τα σωστά στοιχεία και ο αύξων αριθμός του εντύπου παραμένει ο ίδιος. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο από την μέρα που εκδόθηκε το έντυπο ότι υπάρχει κάποιο στοιχείο λάθος καταχωρημένο, τότε με ειδική φόρμα που τους παρουσιάζεται, είτε από το ΜΟΤ, είτε από το τμήμα οδικών μεταφορών, είτε από αλλού, γίνεται διόρθωση του εντύπου, στο ηλεκτρονικό σύστημα και πάλι ο αύξων αριθμός του είναι ο ίδιος. Το ίδιο το σύστημα επιτρέπει να κάνει αλλαγή στο ήδη εκδοθέν έντυπο, αλλά δεν επιτρέπει την εκτύπωση του διορθωμένου και γι' αυτό το λόγο ο ίδιος ο μάρτυρας κάνει διαχείριση της διόρθωσης στο έντυπο με την πένα και το υπογράφει και σφραγίζει με την σφραγίδα του. Μετά την έκδοση του εντύπου αυτού, ο μάρτυρας προσωπικά χωρίζει τα έγγραφα που πρέπει να παραδώσει στον εισαγωγέα ή εκτελωνιστή του οχήματος. Τα έγγραφα που θα παραδοθούν είναι το πρωτότυπο πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος, το πρωτότυπο τιμολόγιο αγοράς του οχήματος, η μία απόδειξη πληρωμής των φόρων που οχήματος, το έντυπο C 72 Α, το ένα το έντυπο εκπομπής ρύπων που γράφει είναι για το τμήμα οδικών μεταφορών και αν τυχόν υπάρχουν άλλα έγγραφα που δεν τα χρειάζονται στο τελωνείο. Αυτά τα έγγραφα τα βάζουν σε ένα ξύλινο κουτί στα ΄΄εξερχόμενα΄΄ και έρχονται και τα παραλαμβάνουν οι ενδιαφερόμενοι από μόνοι τους. Δηλαδή κάθε ενδιαφερόμενος, είτε εισαγωγέας ή εκτελωνιστής, ψάχνει από τα εξερχόμενα να βρει και να παραλάβει από μόνος του τα έγγραφα του τα οποία είναι συνδεδεμένα με το εκδοθέν εντυπο C 72 Α. Όταν εισαγωγές είναι προσωπικές, δηλαδή από ιδιώτη, τα έγγραφα που θα παραμείνουν στο τελωνείο μετά την έκδοση του εντύπου θα παραδοθούν στην αποθήκη του τελωνείου για φύλαξη. Τα έγγραφα που θα φυλαχθούν στην αποθήκη παραλαμβάνονται από τον κλάδο του από τα πρόσωπα που κατονόμασε. Για τα έγγραφα που παραδίνονται στην αποθήκη του τελωνείου δεν αναγράφεται αναλυτικά τι έγγραφα υπάρχουν σε κάθε σετ. Απλά αυτό που γίνεται από τον κλάδο του είναι ότι όταν μαζευτούν αρκετά έγγραφα κάθε υπόθεσης, ετοιμάζεται αναλυτική κατάσταση από κάποιον υπάλληλο του γραφείου του με οδηγίες του που γράφει αναλυτικά τους αριθμούς ΘΗΣΕΑ που θα παραδοθούν στην αποθήκη. Αυτό το έγγραφο υπογράφεται από τον ίδιο και αυτόν που θα παραλάβει τα σετ με τα έγγραφα κάθε υπόθεσης για την φύλαξη τους στην αποθήκη. Παρουσία του δεν έχει αυτός που θα τα παραλάβει τα σετ για να δει ότι περιλαμβάνονται όλα τα έγγραφα που έπρεπε να υπάρχουν στο κάθε σετ. Ο μάρτυρας δεν γνωρίζει τον πρώτο και τον δεύτερο κατηγορούμενο, ούτε τους αριθμούς εγγραφής του επίδικου οχήματος, ούτε και ποιος το εισήγαγε, ούτε ποιος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι απλώς έλεγξε ότι τα στοιχεία που καταχωρήθηκαν σε αυτό το έντυπο συμφωνούν με το πληροφοριακό έντυπο που ήταν υπογραμμένο και σφραγισμένο από τον τελωνειακό λειτουργό που έκανε τον φυσικό έλεγχο του οχήματος και των εγγράφων που προσκομίστηκαν. Επίσης ελέγχει και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στον κλάδο του για την έκδοση του εντύπου ότι συμφωνούσαν. Ο μάρτυρας δεν θυμόταν ποιος υπάλληλος του γραφείου του καταχώρησε τα στοιχεία ηλεκτρονικά για την έκδοση αυτού του εντύπου, ούτε θυμόταν και ποιος παρέλαβε αυτό το έντυπο. Ο μάρτυρας εξέφρασε άγνοια επίσης για τον λόγο που δεν υπάρχει στο τελωνείο το πληροφοριακό έντυπο και τα έγγραφα εισαγωγής στο τελωνείο. Ο μάρτυρας εξέφρασε έκπληξη για το γεγονός ότι στο έντυπο γίνεται παραπομπή σε αριθμό ΘΗΣΕΑ, ο οποίος αφορά άλλο όχημα από το επίδικο και επιρρίπτει ευθύνη στον τελωνειακό λειτουργό που έκανε τον φυσικό έλεγχο του αυτοκινήτου και των εγγράφων, που στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι είναι ο κλάδος ελευθέρωσης οχημάτων. Δεν ήταν σε θέση να θυμάται ο μάρτυρας εάν έχει εκδοθεί έντυπο C 72 Α για το αυτοκίνητο που αφορά ο αριθμός ΘΗΣΕΑΣ που αναγράφεται στο έντυπο C 72 Α που εκδόθηκε για το επίδικο αυτοκίνητο και ούτε το έχει δει ποτέ αυτό το αυτοκίνητο, ούτε ξέρει εάν έχει εισαχθεί αυτό στην Κύπρο και ποιος είναι ο εισαγωγέας του. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει εξήγηση γιατί στα έγγραφα που παρέδωσε στην αστυνομία δεν περιλαμβάνεται ο αριθμός ΘΗΣΕΑ για το αυτοκίνητο που αφορά ο εν λόγω αριθμός ΘΗΣΕΑ και που αναγράφεται στο έντυπο C 72 Α που εκδόθηκε για το επίδικο αυτοκίνητο. Ανέφερε επίσης ο μάρτυρας ότι τα άτομα που εργάζονται υπερωριακά έχουν κλειδί εισόδου και κωδικό και έχουν πρόσβαση σε όλα τα γραφεία, συμπεριλαμβανομένου και του γραφείου του και μπορεί να πάρουν οτιδήποτε, χωρίς να τους αντιληφθεί κάποιος. Κατονόμασε ως υπεύθυνο συγκεκριμένης εταιρείας τον Μ.Κ. 23 και τον πατέρα του, εξέφρασε άγνοια για το γεγονός ότι στην παρούσα περίπτωση καταβλήθηκαν λιγότεροι φόροι, την κατάσταση με τους αριθμούς ΘΗΣΕΑ την ετοίμασε συγκεκριμένη υπάλληλος. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναφέρθηκε στο τμήμα που προβαίνει στον φυσικό έλεγχο του αυτοκινήτου και την διαδικασία που ακολουθείται από αυτό το τμήμα, δίνοντας έμφαση στην καταχώρηση των στοιχείων από τον εκτελωνιστή στον ΘΗΣΕΑ, συμπεριλαμβανομένων και των ρύπων, έτσι ώστε να γίνουν αποδεκτά από το σύστημα, έτσι ώστε να πληρωθούν οι φόροι και να εκδοθεί το έντυπο C 72 Α, βάσει της διαδικασίας που έχει περιγράψει. Κατονόμασε δύο άτομα ως τα υπεύθυνα κατά τον ουσιώδη χρόνο που έλεγχαν φυσικά ένα αυτοκίνητο, διευκρινίζοντας ότι τόσο το τμήμα του μάρτυρα, όσο και το τμήμα ελευθέρωσης, ο έλεγχος που γίνεται των στοιχείων, που είναι και οπτικός, δεν περιλαμβάνει την δυνατότητα επαλήθευσης αυτών των στοιχείων που βλέπουν με άλλον τρόπο. Όσον αφορά το σύστημα ΘΗΣΕΑΣ, ανέφερε ότι ο εκτελωνιστής καταχωρεί στοιχεία στον ΘΗΣΕΑ, δεν υπάρχει δυνατότητα διόρθωσης και ουσιαστικά για τον τελωνειακό λειτουργό είναι μονόδρομος, λόγω της μη δυνατότητας αμφισβήτησης του αλλοδαπού τίτλου ιδιοκτησίας και τότε ο ΘΗΣΕΑΣ δίνει αύξων αριθμό και σε περίπτωση που το όχημα είναι κλοπιμαίο, κοκκινίζει η οθόνη και το όχημα κατάσχεται, αλλά εάν συμφωνεί ο αριθμός πλαισίου με τον τίτλο ιδιοκτησίας αυτό δεν γίνεται. Όσον αφορά το τεκμήριο 7
(3)
(1)που είναιτο σχετικό έντυπο C 72 A (στα Ελληνικά είναι Τελ. 72Α ή Τελ. 72 όπως αναφέρθηκε ή C 72, ο μάρτυρας το αναγνώρισε, ως επίσης αναγνώρισε την υπογραφή και την σφραγίδα του σε αυτό, με εισαγωγέα τον δεύτερο κατηγορούμενο, προβαίνοντας ο κατηγορούμενος σε μια ανάλυση και επεξήγηση του περιεχομένου του, διευκρινίζοντας, πέραν των στοιχείων του αυτοκινήτου, ότι ο αριθμός ΘΗΣΕΑ είναι μοναδικός και παραπέμπει στο συγκεκριμένο αυτοκίνητο, με βάση την διαδικασία και έλεγχο που προηγήθηκε, όπως την έχει περιγράψει, μέχρι να εκδοθεί το έντυπο C 72 A. Αναγνώρισε τα τεκμήρια 7
(4)
(1)
(2)ως τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου οχήματος, με τα στοιχεία βεβαίως που αυτό παρουσιάζει, τα οποία και περιέγραψε. Αναφέρθηκε εκ νέου, αλλά και με λεπτομέρειες για τον έλεγχο που γίνονταν από τις υπαλλήλους του γραφείου του, οι οποίες είχαν κωδικούς επεξήγησε ποια ήταν η δική του ευθύνη, ως τελική ευθύνη για το έντυπο C 72 A και την διαδικασία που ακολουθείτο πριν, αλλά και μετά την έκδοση αυτού του εντύπου. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι από το έντυπο C 72 A, ήτοι το τεκμήριο 7
(3)
(1), δεν συνάγεται τι εκπομπές ρύπων δηλώθηκαν, όμως για να συμπληρωθεί είχαν ενώπιον τους αυτές και χωρίς αυτές δεν θα μπορούσε να γίνει η εκτύπωση του και χωρίς τους ρύπους ο ΘΗΣΕΑΣ δεν αφήνει καν τον εκτελωνιστή να μπει στο σύστημα του ΘΗΣΕΑ, επίσης το έντυπο C 72 A, ήτοι το τεκμήριο 7
(3)
(1)δεν είναι κατατοπιστικό για να γίνει κατανοητό τι άλλα έγγραφα προϋπήρχαν που τον οδήγησαν τον μάρτυρα στην υπογραφή αυτού του εντύπου, δεν έδωσε προσοχή στο έντυπο του ΤΟΜ αναφορικά με τους ρύπους, διότι ήταν ούτως ή άλλως περασμένο στον ΘΗΣΕΑ, είδε όμως το σχετικό έντυπο. Ανέφερε επίσης ότι το τμήμα του δεν έχει πρόσβαση στον ΘΗΣΕΑ, δεν μπορεί να γίνει αλλοίωση και παρέμβαση των εγγράφων C 72 A που μπαίνουν στα εισερχόμενα και τα εξερχόμενα από τον οποιονδήποτε, που δεν γνωρίζουν ποιος τα έχει προσκομίσει και παραλάβει και επανέλαβε επί μέρους στοιχεία της διαδικασίας ελέγχου που ακολουθείται πριν και μετά την έκδοση του C 72 A, καθώς επίσης και των εγγράφων που απαιτούνται, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα ελέγχου της γνησιότητας τους. Επανεξεταζόμενος, έδωσε διευκρινήσεις για τον λόγω που απολύθηκε από την υπηρεσία του λόγω καταδίκης, αναγνώρισε τα τεκμήρια 30(α)(β), καθώς επίσης αναγνώρισε και κατέθεσε το τεκμήριο 46 ως ένα από τα απαραίτητα έγγραφα που χρειάζονται για να γίνει η εκτελώνιση, κάνοντας αναφορά στο περιεχόμενο και την σημασία του και ότι είναι ένα από τα έγγραφα που είδε κατά την έκδοση του C 72 A και που προηγουμένως μπήκαν στο ξύλινο κουτί μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα για να ελεγχθούν και να εκδοθεί το έντυπο C 72 A. Όταν αντεξετάστηκε από πλευράς πρώτου κατηγορουμένου για δεύτερη φορά για το συγκεκριμένο τεκμήριο 46, ανέφερε ότι για να διασυνδεθεί το τεκμήριο 46 με το επίδικο όχημα, υπάρχει μια τυποποιημένη φόρμα, αλλά και από τα στοιχεία που αναγράφονται στο τεκμήριο 46 και όταν ερωτήθηκε πως μπορεί να διαπιστώσει ότι το τεκμήριο 46 αφορά το επίδικο όχημα και ότι με βάση αυτό εκδόθηκε το Τελ. 72Α για το επίδικο όχημα, ανέφερε ότι αυτό πιστοποιείται από το αρμόδιο τμήμα το οποίο καταδεικνύει ότι ολοκληρώθηκε η διαδικασία, υπογράφουν την φόρμα, από κάτω την υπογράφει ο τελωνειακός λειτουργός και μετά έρχονται στο τμήμα του για έκδοση του Τελ. 72Α, διευκρινίζοντας ότι για κάθε όχημα υπάρχει ξεχωριστό διατακτικό. Ανέφερε επίσης ότι εάν δεν υπάρχει αυτή η φόρμα που αναφέρθηκε, θα πρέπει να ανατρέξει στο έγγραφο του ΘΗΣΕΑ, τον οποίο ο μάρτυρας είδε όταν ήρθε η αστυνομία να πάρει καταθέσεις, είδε όταν εξέδιδε το έντυπο Τελ.72Α, όχι όμως στα έγγραφα που είδε στο Δικαστήριο όταν έδιδε την δια ζώσης του μαρτυρία. Στην δεύτερη επανεξέταση του ο μάρτυρας ήταν ξεκάθαρος ως προς την μοναδικότητα του αριθμού ΘΗΣΕΑ σε σχέση με τα έγγραφα που του παρουσιάστηκαν και σε σχέση με το επίδικο όχημα, με τα στοιχεία βεβαίως που του παρουσιάστηκαν. Ο Μ.Κ. 16 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  1. Σε αυτήν αναφέρει ότι εργάζεται ως τεχνικός στο τμήμα οδικών μεταφορών (ΤΟΜ) και μεταξύ των καθηκόντων του είναι και η έκδοση βεβαίωσης για την μάζα εκπεμπόμενου διοξειδίου του άνθρακα (Co2). Για να εκδόσει αυτό το πιστοποιητικό χρειάζεται προηγουμένως να συμπληρωθεί το έντυπο ΤΟΜ 118, στο οποίο πρέπει να καταχωρηθούν τα στοιχεία του οχήματος για το όχημα όπου ζητείται η εν λόγω βεβαίωση. Η αίτηση αυτή συμπληρώνεται χειρόγραφα και μπορεί να προσκομιστεί στο ΤΟΜ από οποιονδήποτε και δεν είναι απαραίτητο να συμπληρώνεται και να υπογράφεται ενώπιον του, ούτε χρειάζεται σε εκείνο το στάδιο να παρουσιαστεί το όχημα για φυσικό ή άλλο έλεγχο πριν εκδοθεί το έντυπο για τους ρύπους. Επίσης, μαζί με το συμπληρωμένο και υπογραμμένο έντυπο ΤΟΜ 118, θα πρέπει απαραίτητα να προσκομιστεί στο ΤΟΜ το πρωτότυπο πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος. Ακολούθως, ο μάρτυρας καταχωρεί ηλεκτρονικά στο μηχανογραφημένο σύστημα του ΤΟΜ τα στοιχεία του οχήματος, τον αριθμό πλαισίου του οχήματος μαζί με άλλα στοιχεία και χαρακτηριστικά του, ως επίσης και τον αριθμό ταυτότητας ή εταιρείας του αιτητή, ως αναγράφεται στο ΤΟΜ 118, τα οποία στοιχεία είναι υποχρεωτικά να καταχωρηθούν για να εκδοθεί το πιστοποιητικό των ρύπων, το οποίο εκδίδεται αυτόματα με την καταχώρηση αυτών των στοιχείων. Ο μάρτυρας δεν έχει την δυνατότητα επέμβασης στο σύστημα ή να υπολογίσει τους ρύπους και τα στοιχεία τα καταχωρεί με βάση το πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος. Ακολούθως, εκτυπώνεται από το μηχανογραφημένο σύστημα το έντυπο ΤΟΜ 119 ΑΑ, το οποίο θα δοθεί στο ενδιαφερόμενο μέρος για να το παρουσιάσει στο τελωνείο για να υπολογιστούν οι φόροι κατανάλωσης του οχήματος και ταυτόχρονα εκδίδεται το έντυπο ΤΟΜ 119 ΒΑ, το οποίο επίσης παραδίνεται στο ενδιαφερόμενο μέρος για να το προσκομίσει αργότερα στο ΤΟΜ για σκοπούς εγγραφής του οχήματος. Το έγγραφο ΤΟΜ 119ΒΑ με το που θα εγγραφεί το όχημα, φυλάγεται μαζί με την αίτηση εγγραφής του οχήματος στο φάκελο του οχήματος στο ΤΟΜ και αποστέλλεται στις αποθήκες του ΤΟΜ Λευκωσίας. Όσον αφορά το φωτοαντίγραφο του ΤΟΜ 118 για το αυτοκίνητο που οι αριθμοί πλαισίου λήγουν σε 903 και που δεν αφορούν το επίδικο όχημα, ανάφερε ότι δεν είναι ο γραφικός του χαρακτήρας και δεν το έχει συμπληρώσει ο ίδιος, ούτε τα γραφόμενα στο πίσω μέρος αυτού, αναγνωρίζει όμως την υπογραφή και σφραγίδα του και δεν θυμάται την περίπτωση ποιος έφερε αυτήν την αίτηση και εάν συμπληρώθηκε ή υπογράφτηκε ενώπιον του, ούτε του λέει κάτι το όνομα του δεύτερου κατηγορούμενου, όμως είναι ο μάρτυρας που εξέδωσε τα έντυπα ΤΟΜ 119 ΑΑ και 119 ΒΑ, τόσο για το επίδικο όχημα, όσο και για το όχημα που ο αριθμός πλαισίου του λήγει σε
  2. Στην κατάθεση του κάνει αναφορά ότι δεν βρίσκει την αίτηση ΤΟΜ 118, τονίζοντας όμως ότι λογικά υπήρχε για να εκδόσει το έντυπο για τους ρύπους και από ότι φαίνεται στο έντυπο ΤΟΜ 119 ΒΑ γράφει το όνομα του Μ.Κ. 23, χωρίς να θυμάται ποιος έφερε την αίτηση ΤΟΜ 118 για το επίδικο όχημα, πάντοτε όμως η συμπληρωμένη αίτηση ΤΟΜ 118 μένει για φύλαξη στο γραφείο του. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι το τεκμήριο 7
(15)δεν είναι αυτό που έχει ανευρεθεί και με το οποίο υπάρχουν διαφορές, η κυριότερη είναι ο αρθμός πλαισίου, καταθέτοντας προς αυτόν τον σκοπό το τεκμήριο 48, διευκρινίζοντας ότι αυτό το τεκμήριο είναι αυτό που αναφέρει στην κατάθεση του ότι δεν το βρήκε, το βρήκε όμως μετά την κατάθεση του. Αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 7
(3)
(2)ως το έντυπο ΤΟΜ 119 ΒΑ που υπέγραψε και σφράγισε ο ίδιος και το έντυπο αυτό χρησιμοποιείται από το τμήμα του κατά την εγγραφή ενός οχήματος, τα πεδία του εντύπου συμπληρώνονται από τον ίδιο, τα επιλέγει από το σύστημα, αφού του προσκομιστεί το έντυπο ΤΟΜ 118, μαζί με τον πρωτότυπο τίτλο ιδιοκτησίας από την χώρα προέλευσης του οχήματος, μεταφέρει τα στοιχεία στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και ακολούθως εκτυπώνονται τα έντυπα ΤΟΜ 119ΒΑ και ΤΟΜ 119 ΑΑ. Με βάση τα στοιχεία που του δίνονται στον τίτλο ιδιοκτησίας επιλέγονται και οι ρύποι. Τα στοιχεία του Μ.Κ. 23 που αναγράφονται στο τεκμήριο 7
(3)
(2)τα λαμβάνει από το έντυπο ΤΟΜ 118 και ειδοποιείται το άτομο αυτό να έρθει να πάρει το έντυπο. Αναγνώρισε επίσης ο μάρτυρας τον αριθμό πλαισίου του επίδικου οχήματος όπως αυτός παρουσιαζόταν σε διάφορα τεκμήρια, σε συνδυασμό με τον αριθμό πλαισίου που αργότερα αποκαλύφθηκε, κάνοντας επίσης αναφορά στην εμπειρία του σε οπτικούς ελέγχους οχημάτων και στην τοποθεσία των αριθμών πλαισίων και τον τρόπο που διακρίνονται, ο οποίος αριθμός πλαισίου είναι μοναδικός για κάθε όχημα. Τα πεδία στο τεκμήριο 48 συμπληρώνονται από τον αιτητή, διότι δεν είναι ο γραφικός του χαρακτήρας, μετά την συμπλήρωση του όμως τοποθετείται η υπογραφή και η σφραγίδα του και αναγράφει την ημερομηνία παραλαβής του. Αναγνώρισε επίσης τον αλλοδαπό τίτλο ιδιοκτησίας που παρουσιάστηκε για το επίδικο όχημα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, ως επίσης αναγνώρισε το τεκμήριο 7
(15)για το όχημα, ο αριθμός πλαισίου που λήγει σε 903. Ο μάρτυρας δεν βλέπει τον Κυπριακό τίτλο ιδιοκτησίας, διότι αυτός εκδίδεται μετά την δική του εμπλοκή, ούτε βλέπει το delivery order. Το ΤΟΜ 119ΑΑ χρησιμοποιείται από το τελωνείο για σκοπούς εκτελώνισης, ενώ το ΤΟΜ 119ΒΑ από το ΤΟΜ για σκοπούς εγγραφής οχήματος. Ανέφερε ότι το πιστοποιητικό εγγραφής έχει προσκομιστεί μαζί με το ΤΟΜ 118, χωρίς να θυμάται ποιος το έχει προσκομίσει, συνήθως προσκομίζεται από τον αιτητή, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις από εκτελωνιστές και γραφεία υπηρεσιών, δεν του προσκομίζονται όμως από άλλη υπηρεσία. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι το τεκμήριο 48 δεν γνωρίζει από ποιον ετοιμάστηκε και από ποιν ετοιμάστηκε, του έχει προσκομιστεί όμως και το υπέγραψε και τοποθέτησε την υπηρεσιακή του σφραγίδα, το τεκμήριο 7
(3)
(2)εκδόθηκε με βάση το τεκμήριο 48 και τον αλλοδαπό τίτλο ιδιοκτησίας, κάνοντας αναφορά στην χρησιμότητα αυτών των εγγράφων. Δεν έχει δει ποτέ το τεκμήριο 7
(3)
(1), ήτοι το έντυπο Τελ. 72Α, αναγνώρισε το τεκμήριο 7
(15)και επί αυτού την υπογραφή και σφραγίδα του και για το οποίο είδε τον αλλοδαπό τίτλο ιδιοκτησίας, χωρίς όμως να τον θυμάται και ίσως να το έχει το τελωνείο, δεν ήταν όμως το τεκμήριο 7
(4)
(1), το δε τεκμήριο 48 συμπληρώθηκε στην βάση του τεκμηρίου 7
(4)
(2). Εξέφρασε άγνοια για τον τρόπο υπολογισμού με τον οποίο πληρώθηκαν τα τέλη, διότι αυτό είναι αρμοδιότητα του τελωνείου. Ανέφερε ότι στο τεκμήριο 7
(15)δεν αναγράφεται η ημερομηνία παραλαβής, είναι γνωστό όμως μέσα από το σύστημα η ημερομηνία έκδοσης των ρύπων, αναγράφεται όμως στο τεκμήριο 7
(15)η ημερομηνία 1/7/2014, την οποία ανέγραψε ο αιτητής, χωρίς να θυμάται ποιός έχει συμπληρώσει το έντυπο αυτό ή εάν ήταν συμπληρωμένα και υπογραμμένα και ως προς τα τεκμήρια 7
(15)και 48, ανέφερε ότι δεν είναι οι ίδιες υπογραφές. Ανέφερε επίσης ότι το τεκμήριο 48 του το έχει δώσει ο Μ.Κ. 4, το οποίο είχε στην κατοχή του. Ο Μ.Κ. 17 στην κυρίως εξέτασης του, δεν χρειάστηκε να υιοθετήσει την κατάθεση του - τεκμήριο 12, διότι αυτή έχει κατατεθεί ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας, πλην όμως κατατέθηκε ως τεκμήριο 49 η ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον δεύτερο κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας αυτός δεν έχει αντεξεταστεί. Ο Μ.Κ. 18 στην κυρίως εξέτασης του, δεν χρειάστηκε να υιοθετήσει την κατάθεση του - τεκμήριο 14, διότι αυτή έχει κατατεθεί ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας, πλην όμως κατατέθηκε ως τεκμήριο 50 η ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον τρίτο κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας αυτός δεν έχει αντεξεταστεί. Ο Μ.Κ. 19 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  1. Σε αυτήν κάνει αναφορά στον διορισμό του ως μέλος της ανακριτικής ομάδας και στην παρουσία του κατά την έρευνα που έγινε στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου, όπου εντοπίστηκε και παραλήφθηκε το επίδικο όχημα, καθώς επίσης και στην παραλαβή και παράδοση συγκεκριμένων τεκμηρίων και τα οποία είναι κατατεθιμένα ως τεκμήρια στην παρούσα διαδικασία και που δηλώθηκαν ως παραδεκτό γεγονός ότι αυτά αφορούσαν. Κατηγόρησε τον δεύτερο κατηγορούμενο, έλαβε από τον τέταρτο κατηγορούμενο μετά από δική του συγκατάθεση δείγματα γραφής/υπογραφής και έλαβε επίσης ανακριτική κατάθεση από τον Μ.Κ.
  2. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε ως τεκμήριο 52 την γραπτή κατάθεση που έλαβε από τον πέμπτο κατηγορούμενο, τον οποίο και έχει αναγνωρίσει, ως επίσης αναγνώρισε και τον δεύτερο κατηγορούμενο, καταθέτοντας ως τεκμήριο 53 τις γραπτές κατηγορίες που απήγγειλε σε αυτόν, καθώς επίσης κατέθεσε ως τεκμήρια 54, 55 και 56 τα ημερολόγια ενεργείας, στα οποία καταγράφονται η διαδικασία αναγνώρισης που ακολουθήθηκε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης και την οποία έχει περιγράψει και αναλύσει τόσο προφορικά, όσο και δια μέσου αυτών των τεκμηρίων και τι έλαβε χώρα σε αυτές τις διαδικασίες και τι ειπώθηκαν, αναγνωρίζοντας επίσης στο Δικαστήριο τους κατηγορούμενους που αφρούσαν αυτές οι διαδικασίες. Επίσης αναγνώρισε στο τεκμήριο 41 το επίδικο όχημα, αναφέρθηκε στις οδηγίες που λάμβανε για να διεκπεραιώσει τα καθήκοντα του στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, καταθέτοντας επίσης ως τεκμήριο Α προς αναγνώριση την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον Μ.Κ. 23, που σε κατοπινό στάδιο της διαδικασίας αναγνωρίστηκε από τον Μ.Κ. 23 και σημειώθηκε ως τεκμήριο
  3. Ο μάρτυρας αυτός δεν έχει αντεξεταστεί. Ο Μ.Κ. 20 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  4. Σε αυτήν κάνει αναφορά στην εγγραφή του επίδικου οχήματος στον δεύτερο κατηγορούμενο και την μεταγενέστερη μεταβίβαση του στον πρώτο κατηγορούμενο, κάνοντας επίσης αναφορά σε συγκεκριμένα έγγραφα, τα οποία δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι είναι αυτά που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια. Επίσης στην κατάθεση του κάνει αναφορά σε εγγραφή και μεταγενέστερη μεταβίβαση άλλου οχήματος σε άλλα άτομα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε στην κατοχή του και παρέδωσε τα σχετικά τεκμήρια στην αστυνομία, χωρίς να έχει οποιανδήποτε άμεση ανάμειξη στην υπόθεση, κάνοντας επίσης αναφορά στους λόγους όπου η φύλαξη των εγγράφων γίνεται στη Λευκωσία, όπου εκεί δεν είναι δυνατή η οποιαδήποτε επέμβαση επί αυτών των εγγράφων. Στην σύντομη αντεξέταση του από πλευράς πρώτου κατηγορούμενου, ανέφερε ότι δεν έχει αρχειοθετήσει αυτός τον φάκελο του επίδικου οχήματος, δεν γνωρίζει εάν σελιδώνεται ο φάκελος και ότι απλά ο μάρτυρας παρέδωσε τον φάκελο της αστυνομίας. Ο Μ.Κ. 21 ανέφερε ότι υπηρετεί στο αρχηγείο αστυνομίας στην υπηρεσία εγκληματολογικών ερευνών ως υπεύθυνος εργαστηρίου γραφολογίας της αστυνομίας και είναι ειδικός στην εξέταση εγγράφων, χειρογράφων και δακτυλογραφημένων κειμένων, τα δε προσόντα του μάρτυρα δεν έχουν αμφισβητηθεί. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την έκθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  5. Σε αυτήν κάνει αναφορά στην περιγραφή των τεκμηρίων που εξέτασε, την αιτούμενη εξέταση και τα αποτελέσματα της εξέτασης. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, ανέλυσε τις διαβαθμίσεις αποτελέσματος, σε συνδυασμό πάντα με την εξέταση που έκανε στα αμφισβητούμενα έγγραφα και υπογραφές, κάνοντας μια ανάλυση του τρόπου όπου έγινε η εξέταση από αυτόν και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε όπως τα καταγράφει στην έκθεση του, με κάποια επιπρόσθετη διάνθιση, επεξήγηση και ανάλυση. Αντεξεταζόμενος, κατέθεσε το τεκμήριο 59 τον συγκριτικό πίνακα που είχε υπ΄ όψην του όταν προέβαινε στην εξέταση του, αναλύοντας εκ νέου τον όρο ΄΄ισχυρή πεποίθηση΄΄, ως επίσης ανέλυσε τον εν λόγω συγκριτικό πίνακα. Επίσης αναφέρθηκε στην ποσότητα όπυ θα μπορούσε να θεωρηθεί αναγκαία έτσι ώστε να γίνει μια επιστημονική εξέταση, διευκρινίζοντας ότι στο τεκμήριο 7
(6)του Δικαστηρίου, ήτοι στο έντυπο μεταβίβασης του επίδικου αυτοκινήτου, έχει δημιουργηθεί η ισχυρή εντύπωση ότι το όνομα του δεύτερου κατηγορουμένου έχει αναγραφεί από τον τρίτο κατηγορούμενο, λόγω των κεφαλαίων γραμμάτων, απαντώντας ταυτόχρονα και στην υποβληθείσα θέση ότι δεν θα μπορούσε να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Ο Μ.Κ. 22 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  1. Σε αυτήν κάνει αναφορά στα καθήκοντα του στο τελωνείο στον κλάδο απόδειξης κοινοτικού χαρακτήρα οχημάτων και ειδικότερα η έγκριση της βεβαίωσης κοινοτικού χαρακτήρα οχημάτων, η αποδέσμευση οχημάτων για το δεκαήμερο, ο έλεγχος εγγραφών που αφορά το κοινοτικό όχημα και ο φυσικός έλεγχος του οχήματος, περιγράφοντας ταυτόχρονα την διαδικασία που γίνεται ο έλεγχος και τα στοιχεία που ελέγχουν σε αυτήν την διαδικασία και τι ακολουθεί αυτής και από ποια πρόσωπα και ποιος είναι ο έλεγχος, διακίνηση και φύλαξη των εγγράφων που αναφέρει. Όσον αφορά το όχημα που ο αριθμός πλαισίου λήγει σε 9903 ανέφερε ότι αυτός ήταν ο εξεταστής, κάνοντας αναφορά στην διαδικασία που ακολουθήθηκε και τα στοιχεία που ελέγχθησαν. Όμως, το έντυπο C72A που του παρουσίασαν με τον συγκεκριμένο αριθμό ΘΗΣΕΑ δεν ανταποκρίνεται στα στοιχεία του αυτοκινήτου με τον συγκεκριμένο αριθμό ΘΗΣΕΑ αλλά για το αυτοκίνητο που ο αριθμός πλαισίου του λήγει σε
  2. Αναφέρει όμς ότι εάν του υποδεικνυόταν το πληροφοριακό έντυπο, θα μπορούσε να πει στον αστυνομικό τα στοιχεία που ο ίδιος υπέγραψε με βάση τον φυσικό έλεγχο που διενήργησε. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, περιέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε κατάθεση και περιέγραψε εκ νέου την διαδικασία ελέγχου που ακολουθείται στο τμήμα του και τι στοιχεία ελέγχονται, τι ακολουθεί του ελέγχου και ειδικότερα τι έχει γίνει κατά την διαδικασία ελέγχου που ο ίδιος διενήργησε. Αναγνώρισε το τεκμήριο 7
(3)
(1), όχι όμως τα τεκμήρια 7
(4)
(1)
(2)και γενικά αναγώρισε τεκμήρια που σχετίζονται με τον έλεγχο που διενήργησε και το ίδιο έγινε αντιστρόφως, κάνοντας επίσης αναφορές για τον έλεγχο που γινόταν μέσω της ΙΝΤΕΡΠΟΛ για να διαπιστωθεί κατά πόσο ένα όχημα είναι καταχωρημένο ως κλοπιμαίο. Επίσης ανέφερε ότι αυτός που εκδίδει το έντυπο C72A μπορεί να γράψει οποιονδήποτε αριθμό ΘΗΣΕΑ θέλει σε αυτό και τότε το εξέδιδε ο Μ.Κ.
  1. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε εκ νέου στην διαδικασία που ακολουθείται κατά τον έλεγχο, όπως τον έχει περιγράψει, καθώς επίσης και τα στοιχεία που ελέγχει και που λαμβάνει υπ΄ όψη, κάνοντας ταυτόχρονα αναφορά στα στοιχεία που είχε υπ΄ όψην του όταν έδινε την κατάθεση του στην αστυνομία. Ο Μ.Κ. 23 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  2. Σε αυτήν κάνει αναφορά στα καθήκοντα του που ουσιαστικά είναι για τις εξωτερικές εργασίες του πατέρα του που είναι εκτελωνιστής και είναι ο ίδιος που συμπληρώνει τα αναγκαία έγγραφα και παρουσιάζεται στο λιμάνι και συναντά τους εκάστοτε εισαγωγείς και περιέγραψε την διαδικασία που ακολουθείτο. Όσον αφορά το όχημα που ο αριθμός πλαισίου του λήγει σε 9903, ανέφερε ότι την αίτηση κοινοτικού χαρακτήρα την συμπλήρωσε ο ίδιος και ο εισαγωγέας την υπέγραψε στην παρουσία του και του τελωνειακού λειτουργού. Επίσης ο μάρτυρας υιοθέτησε την δεύτερη του κατάθεση, που ήταν ανακριτική, ήτοι το τεκμήριο
  3. Σε αυτήν κάνει αναφορά ότι δεν γνωρίζει ποιος είναι ο σημερινός ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος, ούτε τον τόπο που αυτό επιθεωρήθηκε, ούτε γνωρίζει τον εισαγωγέα του, όμως συναντήθηκε με τον πρώην κατηγορούμενο 6 για αυτό το αυτοκίνητο, όπου ήταν το μόνο άτομο με τον οποίο ήρθε σε επαφή για το επίδικο όχημα και του ζήτησε να προβεί στην αναγκαία διαδικασία στο ΤΟΜ για να εγγραφεί και του παρέδωσε σχετικά έγγραφα, δεν είναι όμως η εταιρεία του πατέρα του που έκανε την εκτελώνιση, όμως ο μάρτυρας έβγαλε το αναγκαίο έγγραφο για τους ρύπους για να εγγραφεί το όχημα, όπως και έγινε, περιγράφοντας την διαδικασία που ακολούθησε για να εγγραφεί αυτό το όχημα και που εκεί περιορίστηκε η όλη εμπλοκή του για το επίδικο όχημα. Επίσης αναφέρθηκε στο πως γνωρίζει τους κατηγορούμενους 1, 2, 3 και 4, αναφέρθηκε επίσης στο όχημα όπου ο αριθμός πλαισίου του λήγει σε 9903 και ήταν η εταιρεία του πατέρα του που είχε κάνει την εκτελώνιση, μετά από οδηγίες του πρώην κατηγορούμενου 6, περιγράφοντας τι γνωρίζει για αυτό το όχημα ως προς την διαδικασία που έγινε όταν αυτό εισήχθηκε στην Κύπρο και ποια ήταν η εμπλοκή των ατόμων που ανέφερε, ως επίσης και την δική του. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, προέβηκε σε αναφορές ως προς τα τεκμήρια που ο ίδιος αναγνωρίζει και που ακριβώς είναι ο γραφικός του χαρακτήρας, όπως π.χ. στα τεκμήρια 7
(3)
(2), 7
(15), 48, αναγνώρισε τους κατηγορούμενους1, 3 και 4, δεν αναγνώρισε μεν τον δεύτερο κατηγορούμενο, όμως ήταν κάθετος στο ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ήρθε στο τελωνείο και υπέγραψε το σχετικό έντυπο μαζί με την ταυτότητα του, οι δε υπόλοιποι κατηγορούμενοι, ως η θέση του, δεν έχουν σχέση με το επίδικο όχημα, αλλά αναφέρθηκε στα ονόματα τους επειδή τον ρώτησε η αστυνομία. Επίσης περιέγραψη την εμπλοκή του ως προς το επίδικο όχημα, που μεταξύ άλλων περιελάμβανε και την έκδοση πινακίδων. Ως προς το έντυπο του τελωνείου 1002 ανέφερε ότι ο εισαγωγέας πάντα πρέπει να είνα παρών με την ταυτότητα του και ενώπιον του τελωνειακού και εκεί υπογράφει την σχετική εξουσιοδότηση. Επίσης αναφέρθηκε στην αναγκαιότητα και την χρησιμότητα του εντύπου ΤΕΛ 72 Α ή αλλιώς C 72 Α, καθώς επίσης αναφέρθηκε και στην διαδικασία που ακολουθείται στο τελωνείο, ως επίσης αναφέρθηκε στα έγγραφα που του έδωσε ο πρώην κατηγορούμενος 6 για να εκδοθεί το πιστοποιητικό ρύπων και για να γίνει η εκτελώνιση. Διευκρίνησε ότι η αναφορά που έκανε στην κατάθεση του για τον αριθμό ΘΗΣΕΑ που αντιστοιχεί σε άλλο όχημα, οφείλεται στο ότι τον αριθμό ΘΗΣΕΑ τον είχε η αστυνομία. Διευκρίνησε επίσης ότι δεν ερωτά το τελωνείο εάν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα με τον αριθμό ΘΗΣΕΑ, απλώς συμπληρώνονται τα στοιχεία και δεν θυμάται να ενημερώθηκε ο ίδιος ή ο πατέρας του εάν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με τον αριθμό ΘΗΣΕΑ, λέγοντας επίσης ότι εάν υπήρχε πρόβλημα δεν θα εκδιδόταν το ΤΕΛ. 72 Α. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην επαγγελματική σχέση που είχε με τον πρώην κατηγορούμενο 6, ο οποίος εισήγαγε αυτοκίνητα στην Κύπρο και γίνονταν οι εκτελωνίσεις από το γραφείο του μάρτυρα, όπου ο πρώην κατηγορούμενος 6 έστελνε τα άτομα που υπέγραφαν τα σχετικά έντυπα και γνώριζε ο μάρτυρας ότι στα άτομα αυτά που του απέστελνε ο πρώην κατηγορούμενος 6 ενεγράφονταν τα οχήματα, αλλά την εμπορία, κατοχή και ιδιοκτησία των οχημάτων την είχε ο πρώην κατηγορούμενος 6, ο οποίος και πλήρωνε πάντοτε σε μετρητά και συνεπώς αυτά τα άτομα δεν είχαν κάποια άλλη εμπλοκή και δεν πληρονόταν ο μάρτυρας ποτέ από αυτά τα άτομα παρά μόνο από τον πρώην κατηγορούμενο 6. Αναφέρθηκε στο πως γνωρίζει τους κατηγορούμενους 3 και 4 και ότι ο λόγος που αναφέρθηκε στην κατάθεση του είναι επειδή η αστυνομία τον ρωτούσε. Ως προς το σύστημα ΘΗΣΕΑΣ ανέφερε ότι δεν έχει προβεί ο ίδιος σε οποιανδήποτε ενημέρωση, διότι δεν είναι ο ίδιος αδειούχος εκτελωνιστής που απαιτείται για να γίνεται η σχετική ενημέρωση, ο πατέρας του όμως προέβαινε σε αυτήν την ενημέρωση. Περιέγραψε επίσης εκ νέου την διαδικασία που ακολουθείται, όπως την έχει ήδη περιγράψει, καθώς επίσης και τα έγγραφα που απαιτούνται και που λαμβάνει ο ίδιος υπ΄ όψη του. Επίσης ανέφερε ότι στο τεκμήριο 7
(4)
(1)δεν αναγράφεται ο αριθμός μηχανής, όμως αυτός εξασφαλίζεται από κάποιον αρμόδιο, το δε τεκμήριο 7
(3)
(1)δεν συμπληρώνεται από τον ίδιο, αλλά από το τελωνείο και σε αυτό το τεκμήριο αναγράφεται ο αριθμός μηχανής, προηγείται όμως η συμπλήρωση ενός άλλου εντύπου το οποίο υπογράφει ο τελωνειακός εάν συμφωνούν τα έγγραφα. Ως προς το τεκμήριο 7
(15)δεν αναγνώρισε ως δική του την υπογραφή που φαίνεται στα στοιχεία αιτητή και που γράφουν το όνομα του κατηγορουμένου 2 και ότι μπορεί αυτή η υπογραφή να είναι κάποιου υπαλλήλου του και εξέφρασε άγνοια για τον λόγο όπου για τα δύο αυτοκίνητα χρησιμοποιήθηκε ο ίδιος αριθμός ΘΗΣΕΑ, ενώ αυτός κανονικά είναι μοναδικός. Στην επανεξέταση του έδωσε διευκρινήσεις ως προς το πως γνωρίζει για την κατοχή του αυτοκινήτου από τον πρώην κατηγορούμενο 6 και γενικά την εμπλοκή του εν λόγω ατόμου που ήταν και το άτομο που πλήρωνε, αλλά δεν ήθελε να φαίνεται κάπου και αυτός ήταν ο λόγος που έρχονταν άλλα άτομα στο τελωνείο και για το επίδικο όχημα ήρθε ο δεύτερος κατηγορούμενος. Η Μ.Κ. 24 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε την έκθεση της, ήτοι το τεκμήριο 64, στην οποία κάνει αναφορά ότι εξέτασε τα τεκμήρια 7
(4)
(1)
(2)του Δικαστηρίου και ότι αυτά δεν περικλείουν τα απαραίτητα στοιχεία ασφαλείας και κατά την γνώμη της πρόκειται για εξ΄ ολοκλήρου πλαστά έντυπα. Στην σύντομη αντεξέταση της αναφέρθηκε στον τρόπο και τα μέσα που γίνεται η επιστημονική εξέταση. Στην επανεξέταση της ανέφερε ότι τα τεκμήρια αυτά ήταν κακής ποιότητας, αναπαραγωγής και κάποιος που ασχολείται και έρχεται σε συχνή επαφή με τα έγγραφα αυτά, θα μπορούσε να αντιληφθεί την κακή ποιότητα κατασκευής τους. Ανέφερε επίσης ότι υπάρχουν πολλά επίπεδα πλασταγράφων και πλαστοογράφησης, οπόταν δεν είναι δυνατό να καταστεί γνωστό ως προς τι τι μέσα χρησιμοποιούνται για την πλαστογράφηση. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της πιο πάνω μάρτυρος, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι είχε καταδειχθεί εκ πρώς όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και όταν τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, ο πρώτος κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης, οι δε υπόλοιποι κατηγορούμενοι επέλεξαν όπως παραμείνουν σιωπηλοί και δεν κάλεσαν μάρτυρες υπεράσπισης. Η μαρτυρία του κατηγορουμένου θα παρατεθεί πιο κάτω κατά το στάδιο της αξιολόγησης, έχοντας υπ΄ όψη το βάρος απόδειξης που είναι επωμισμένο στους ώμους της κατηγορούσας αρχής και την αξιολόγηση των μαρτύρων κατηγορίας και θα γίνει ταυτόχρονα και η αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482.Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με τις κατηγορίες που αφορούν συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, σχετικό είναι το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο στοιχειοθετεί το αυτοτελές αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στην Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από την φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Σχετική επί του θέματος, είναι η υπόθεση Giani εναντίον Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 . Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από την στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από την συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο και η ύπαρξη της συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό της συνωμοσίας. Στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και συνεπώς ούτε συνωμοσία και το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους είναι πολύ λεπτή και δεν είναι δυνατό να καθοριστεί και συνεπώς το ζήτημα είναι πραγματικό. Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για την διάπραξη του αδικήματος. Όσον αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας, δυνάμει του άρθρου 333(β) του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτό που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4, σχετικές είναι οι πρόνοιες των άρθρων 331 και 333(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπου προνοούνται τα ακόλουθα: ΄΄
  1. Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης.
  2. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου ΄΄ Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας λοιπόν είναι:
  3. Ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου
  4. Με σκοπό καταδολίευσης. Επίπρόσθετα, στην επίδικη κατηγορία, θα πρέπει να αποδειχθεί επιπρόσθετα ότι ο κατηγορούμενος: Αλλοίωσε το έγγραφο που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος και Η αλλοίωση έγινε χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης δίδεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold Archbold 35th ed. σελ. σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ακόμη και η πιθανότητα βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Όσον αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, σχετικό είναι το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: << Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος>>. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: — Η ύπαρξη πλαστού εγγράφου που είναι σε γνώση του κατηγορουμένου. — Η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο με δόλιο τρόπο. Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό, έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω σχετική παραπομπή σε αυθεντίες και νομολογία, ως επίσης κατατοπιστικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice & Evidence 2003 p.357, Par. B6.2. <<Falsification, False Statements and False Instruments B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original)>>. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο, είναι η κυκλοφορία του εγγράφου αυτού από τον κατηγορούμενο. Ένα επιπλέον στοιχείο που απαιτείται για απόδειξη του αδικήματος, είναι ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό. Η γνώση μπορεί να είναι άμεση όταν π.χ. είναι παρών στην πλαστογράφηση του εγγράφου ή έμμεση όταν προκύπτει από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Ένα άλλο βασικό στοιχείο, είναι η ύπαρξη δόλου κατά την κυκλοφορία του εγγράφου. Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα με το στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η κυκλοφορία ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη πρόθεση καταδολίευσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η "γνώση" και ο "δόλος" μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Σύμφωνα με τους Κανόνες του Αγγλικού Κοινοδικαίου στην Αγγλία πριν από το 1913 σε περιπτώσεις πλαστογραφίας χρησιμοποιόταν η φράση "με πρόθεση καταδολίευσης" (with intent to the fraud). Το 1913 ψηφίστηκε ο Νόμος The Forgery Act 1913 το άρθρο 1
(1)του οποίου προνοεί ότι: "A person is guilty of a forgery if he makes a false instrument, with the intention that he or another shall use it to induce somebody to accept it as genuine, and by reason of so accepting it to do or not to do some act to his own or any other person´s prejudice." Αργότερα τα Αγγλικά Δικαστήρια καθόρισαν την πλαστογραφία ως τη "δημιουργία ενός πλαστού εγγράφου ή αντικειμένου με σκοπό την καταδολίευση". (Βλ. υπόθεση R. v. Parkers and Brown
(1977)2 LEACH 775). Όπως έχει ερμηνεύσει το θέμα ο Δικαστής Denning στην υπόθεση Weltham v. D.P.P.
(1960)1 All E.R. 805 "Put shortly "with intent to defraud" means "with intent to practice a fraud" on someone or other. It need not be anyone in particular. Someone in general will suffice. If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough." Όσον αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης πιστοποιητικού με ψευδείς παραστάσεις, σχετικό είναι το άρθρο 305 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 τα οποία προνοούν τα ακόλουθα: ΄΄ Όποιος εσκεμμένα εξασφαλίζει ή αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ή άλλον, εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων΄΄. Για να στοιχειοθετηθεί το εν λόγω αδίκημα θα πρέπει να αποδειχθούν τα εξής συστατικά στοιχεία, ήτοι: Α) η εξασφάλιση για τον εαυτό του ή άλλο πρόσωπο εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού Β) η εξασφάλιση να είναι βεβαίως εσκεμμένη, ήτοι να ενέχει το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) Γ) οι ενέργειες που σχετίζονται με την εξασφάλιση, να αποσκοπούν στην εξασφάλιση πιστοποιητικού και στην συγκεκριμένη περίπτωση του πιστοποιητικού εγγραφης για το επίδικο όχημα, ήτοι να υπάρχει συσχέτιση και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εξασφάλισης με την εξασφάλιση του εν λόγω πιστοποιητικού. Δ) οι ενέργειες θα πρέπει να συνοδεύονται με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και ως προς την έννοια της ψευδούς παραστάσεως, πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Σχετική νομοθετική πρόνοια ως προς την έννοια της ψευδούς παραστάσεως, είναι το άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με τα υπό αναφορά αδικήματα, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθούν αυτά πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Όσον αφορά το αδίκημα της κλεπταποδοχής, νομική βάση αυτής αποτελεί το άρθρο 306(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ Όποιος αποδέχεται ή κατακρατεί περιουσία, που γνωρίζει ότι αυτή εκλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου βαθμού (κακουργήματος ή πλημμελήματος) και υπόκειται- (α) στην περίπτωση κακουργήματος, σε φυλάκιση πέντε χρόνων΄΄ Στην υπόθεση Μιχάλης Ψύλλας - ν - Αστυνομίας 2011 2 ΑΑΔ σελ. 466, αποφασίστηκε ότι συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η γνώση της κλοπιμαίας προέλευσης. Επίσης αποφασίστηκε ότι η κατοχή προσφάτως κλαπείσας περιουσίας μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα γνώσης και συνακολούθως ενοχής. Εκτός αν δοθεί εξήγηση που οδηγεί προς άλλη κατεύθυνση την οποία το Δικαστήριο αξιολογεί, με συνέπεια την αθώωση αν τη δεχτεί ή αν δεν είναι διατεθειμένο να την αποκλείσει. [Βλ. Antonis Ioannou Christofides v. The Police
(1965)2 C.L.R. 69, Efstathios Charalambous Paspalli v. The Police
(1968)2 C.L.R. 108, και Ioannis Kyprianou v. The Police
(1976)2 C.L.R. 75.] Επίσης, στην πρόσφατη απόφαση Χαραλάμπους - ν - Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 72/2018 ημερ. 24/10/2019, αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα: ΄΄ Συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κλεπταποδοχής είναι η γνώση του κλοπιμαίου της περιουσίας, το οποίο (κλοπιμαίο) δεν έχει αμφισβητηθεί. Η γνώση γενικά ως στοιχείο της νοητικής διεργασίας του ανθρώπου σπάνια μπορεί να αποδειχθεί με άμεση μαρτυρία, όπως είναι λ.χ. μια παραδοχή. Κατά κανόνα συνάγεται μέσα από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης (Σταυρινού v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706). Ειδικά σε ότι αφορά σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, ως ζήτημα κοινής λογικής και όχι κατ΄ εφαρμογή κάποιου νομικού τεκμηρίου (presumption of law) η κατοχή προσφάτως κλαπείσας περιουσίας μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι πρόκειται για τέτοια περιουσία, εκτός εάν δώσει κάποια εξήγηση η οποία, έστω και αν δεν γίνει πιστευτή αρκεί να προκαλέσει αμφιβολία κατά πόσο όντως γνώριζε (doctrine of recent possession) (Κλεάνθους ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2019:B3, Ποιν. Έφ. Αρ. 236/18, ημερ. 11.1.2019). ΄΄ Στην Κλεάνθους ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2019:B3, Ποιν. Έφ. Αρ. 236/18, ημερ. 11.1.2019, αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα: ΄΄ Το κλοπιμαίο της περιουσίας, ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κλοπής ή της κλεπταποδοχής, μπορεί ν' αποδειχθεί με άμεση μαρτυρία για την κλοπή (R. V. Reynolds, 20 Cr. App. R. 125, CCA), ή μπορεί να αποδειχθεί, συμπερασματικά με μαρτυρία για τις περιστάσεις υπό τις οποίες η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορούμενου (Kyprianou v. The Police
(1976)2 CLR 75, R. V. Sbarra, 13 Cr. App. R. 118, R. V. Korniak
(1983)76 Cr. App. R. 145.΄΄ Όσον αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες είχαν ως ακολούθως: Συγκεκριμένα, στις ορολογίες του άρθρου 2 προνοούνταν τα ακόλουθα: "αδικήµατα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες" σηµαίνει τα αδικήµατα που αναφέρονται στο άρθρο 4˙ «έσοδο» σηµαίνει οποιασδήποτε µορφής περιουσία ή οικονοµικό όφελος, που προήλθε άµεσα ή έµµεσα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήµατος· "καθορισµένα αδικήµατα" σηµαίνει τα αδικήµατα που αναφέρονται στο άρθρο 3˙ "κινητή περιουσία ή κινητά" σηµαίνει οποιαδήποτε περιουσία δεν είναι ακίνητη˙ "περιουσία" σηµαίνει κι

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.