← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 1543/18, 21/9/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 1543/18, 21/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1543/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.

  1. xxx Ιωάννου
  2. xxx Καραμανή Κατηγορούμενοι ---------------- Ημερομηνία: 21 Σεπτεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Ν. Χατζηκωνσταντίνου Για κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Η. Κονναρής Κατηγορούμενοι παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι κατείχαν παράνομη περιουσία[1] και διαρρηκτικά όργανα κατά τη διάρκεια της ημέρας[2] (1η και 2η κατηγορία αντίστοιχα). Προς απόδειξη των κατηγοριών κατατέθηκαν εκ συμφώνου εφτά έγγραφα. Απ' αυτά προκύπτει ότι το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 με συνοδηγό τον κατηγορούμενο 2 ανακόπηκε για τροχονομικό έλεγχο. Έσυρε αμαξίδιο με παλιά μεταλλικά αντικείμενα όπως μεταλλικό πλέγμα, δύο μεταλλικά βαρέλια, μια μπανιέρα, πέντε μεταλλικούς πασσάλους και παλιά καλώδια. Στο όχημα εντοπίστηκαν δύο χειροψάλιδα. Στις οικίες των κατηγορούμενων δεν εντοπίστηκε κάτι ύποπτο. Οι κατηγορούμενοι στις καταθέσεις τους αναφέρουν ότι αποφάσισαν να μαζέψουν παλιοσίδερα για να τα πουλήσουν. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής Καντού προς Πάχνα μάζευαν παλιοσίδερα που έβρισκαν μέσα στο δρόμο. Ο κατηγορούμενος 1 χρησιμοποιούσε τα δύο χειροψάλιδα για οικοδομικές εργασίες. Αυτή ήταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσον αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Τόσο θεμελιώδες είναι το στάδιο αυτό, που το Δικαστήριο, ακόμη και αυτεπάγγελτα, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις (Γενικός Εισαγγελέας v. Δράκου

(2012)2 Α.Α. Δ. 851). Το εκ πρώτης όψεως στάδιο παραμένει ένα θεμελιακό στάδιο της ποινικής δίκης που προστατεύει τον κατηγορούμενο από τον εξαναγκασμό να δώσει μαρτυρία για λόγους που δεν άπτονται στην καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης (E.C. Fresh Meat Ltd v. Γεωργίου, Ποινική Έφεση 43/17, ημερ. 5.12.18). Οι αρχές είναι γνωστές.[3] Επαναλήφθηκαν στην πολύ πρόσφατη απόφαση Αστυνομία v. Σέλλα κ.ά., Ποινική Έφεση 136/19, ημερ. 9.7.20. Η απαλλαγή του κατηγορούμενου είναι δυνατή αν δεν αποδείχθηκε ή ελλείπει συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ή η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή για καταδίκη. Η μαρτυρία κρίνεται στην όψη της. Αναφορικά με την 1η κατηγορία, όποιος κατέχει περιουσία για την οποία υπάρχουν «εύλογες υποψίες» ότι είναι κλοπιμαία είναι ένοχος, εκτός αν αποδείξει ότι την απέκτησε νόμιμα (άρθρο 309, Κεφ. 154). Η «εύλογη υπόνοια» αποδεικνύεται από τη μαρτυρία ως αντικειμενικό γεγονός (Narmania v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 4/18 κ.ά., ημερ. 3.4.19). Δεν αποδεικνύεται με την υποκειμενική κρίση οποιουδήποτε άλλου (Καριπίδης v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 237). Αναφορικά με τη 2η κατηγορία, όποιος έχει στην κατοχή του διαρρηκτικό όργανο κατά τη διάρκεια της ημέρας με σκοπό να διαπράξει κακούργημα είναι ένοχος (296(δ), Κεφ. 154). Κάθε όργανο που είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί για διάρρηξη, παρόλο που η συνήθης χρήση του είναι για νόμιμο σκοπό, εμπίπτει στις πρόνοιες του νόμου αν διαφαίνεται υπό τις περιστάσεις ότι ο κάτοχος σκόπευε να το χρησιμοποιήσει ως διαρρηκτικό (Archbold, 35th ed., par. 1851). Έχοντας υπόψη τις σχετικές αρχές, σημειώνω τα ακόλουθα: Το άρθρο 309 εφαρμόζεται όταν ο κατηγορούμενος κατέχει περιουσία υπό τέτοιες «ύποπτες» περιστάσεις ώστε εύλογα, εξ αντικειμένου, δημιουργούνται υποψίες ότι αυτή είναι κλοπιμαία (Κλεάνθους v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 236/18, ημερ. 11.1.19). Οι κατηγορούμενοι στην προκειμένη περίπτωση είχαν στην κατοχή τους παλιά μεταλλικά αντικείμενα. Ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να δημιουργεί αντικειμενικά εύλογη υποψία ότι η περιουσία ήταν κλοπιμαία ή έστω ότι υπήρχαν ύποπτες περιστάσεις (Narmania (ανωτέρω)). Ούτε προσκομίστηκε μαρτυρία που να δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι, υπό τις περιστάσεις, κατείχαν τα δύο χειροψάλιδα με σκοπό να διαπράξουν κακούργημα βάσει του άρθρου 296(δ). Δεν μου διαφεύγει ότι το βάρος μετατοπίζεται στους κατηγορούμενους να αποδείξουν ότι η περιουσία αποκτήθηκε νόμιμα (1η κατηγορία) ή ότι κατείχαν τα χειροψάλιδα για νόμιμο σκοπό (2η κατηγορία). Το βάρος θα ήταν βεβαίως στους κατηγορούμενους εάν αποδεικνυόταν, έστω για σκοπούς του σταδίου αυτού, η εύλογη υποψία ότι η περιουσία ήταν κλοπιμαία ή ότι είχαν σκοπό να διαπράξουν κακούργημα. Εν ολίγοις, η μαρτυρία είναι ελλιπής και αδύνατη σε βαθμό που δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει εξ αντικειμένου καταδίκη (Δράκου (ανωτέρω)). Επομένως δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να καλέσει τους κατηγορούμενους σε απολογία. Σε αντίθετη περίπτωση, αυτό θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με το να κληθούν να συμπληρώσουν τα κενά στη μαρτυρία. Συνεπώς οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται. (Υπ.) ........... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Άρθρο 309, Κεφ. 154 [2] Άρθρο 296(δ), Κεφ. 154 [3] Azinas v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.